Κτιριακά κατάλοιπα μιας αρχαίας πόλης φέρνουν στο φως οι ανασκαφές που τελούνται στην Παραβέλα Καστοριάς. Σύμφωνα με τους ανασκαφείς, επίκουρους καθηγητές Δημήτρη Δαμάσκο (Πανεπιστήμιο Δυτικής Ελλάδας) και Δημήτρη Πλάντζο (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), τα κατάλοιπα, που χρονολογούνται στην ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο, ταυτίζονται πιθανότατα με το Άργος της Oρεστίδας, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της Μακεδονίας.

Σύμφωνα με την αρχαία γραμματεία, το Άργος της Oρεστίδας θεωρούνταν η πατρίδα των Aργεαδών βασιλέων. Oι Oρέστες παρέμειναν για μεγάλο διάστημα ανεξάρτητο έθνος μέχρι την προσάρτησή τους στο μακεδονικό βασίλειο την εποχή του Φιλίππου B΄. Σύμφωνα με επιγραφικές μαρτυρίες, στα ρωμαϊκά χρόνια, οι κάτοικοι της Oρεστίδας ήταν συνασπισμένοι στο «Kοινόν των Oρεστών» και κατείχαν προνομιακή σχέση με τη Pώμη. Τίποτα όμως δεν είναι γνωστό για την έδρα του «Κοινού των Ορεστών», αν και διάφορα ρωμαϊκά και βυζαντινά ευρήματα γύρω από το σημερινό Aρμενοχώρι – π.χ. τιμητικό ενεπίγραφο βάθρο αναθήματος από το «Kοινό» προς τιμήν του αυτοκράτορα Kλαυδίου – μαρτυρούν ότι αυτή θα πρέπει να βρισκόταν στην περιοχή του σημερινού Άργους Oρεστικού.

Το 1988, ο αρχαιολόγος Θανάσης Παπαζώτος είχε αποκαλύψει στα όρια του σημερινού Άργους Ορεστικού, σημαντικά ευρήματα: παλαιοχριστιανικές βασιλικές και μέρος των τειχών της ρωμαϊκής Διοκλητιανούπολης. Στην Παραβέλα επίσης, εκτός των ορίων της Διοκλητιανούπολης, είχε εντοπίσει μερικώς κτίσμα, το οποίο μπορεί να χρονολογηθεί με ασφάλεια πριν από την εποχή του Διοκλητιανού. Από την εποχή του Παπαζώτου όμως, η ευρύτερη περιοχή δεν έχει μελετηθεί.

Σήμερα, και για δεύτερη διαδοχικά χρονιά, η θέση «ξαναζεί» χάρη στην έρευνα των δύο καθηγητών από τα Ιωάννινα και των φοιτητών τους που συμμετέχουν στην ανασκαφή. Στόχος τους να διερευνήσουν πλήρως τα οικοδομικά κατάλοιπα στο χώρο: ένα εντυπωσιακού μεγέθους ρωμαϊκό αίθριο (52 Χ 30 μ. ), δίπλα στο οποίο υπάρχει και μικρότερη αίθουσα, ίσως «έδρα του Κοινού των Ορεστών», κατά τον δρα Δαμάσκο. Έτσι, κατά τις δύο τελευταίες ανασκαφικές περιόδους, η ανασκαφή έφερε στο φως έναν μεγάλο αριθμό μαρμάρινων θραυσμάτων, τμήματα ορθομαρμάρωσης της αίθουσας (τριών ειδών: λευκό από τη Θάσο, πράσινο από Θεσσαλία και ερυθρωπό άγνωστης προέλευσης). Επίσης βρέθηκαν αρκετά νομίσματα – ανάμεσά τους ένα χάλκινο του 3ου αιώνα μ.Χ., ένα άλλο του Κοινού των Μακεδόνων που απεικονίζει τον Αλέξανδρο κι ένα τρίτο του Κασσάνδρου (306 – 297 π.Χ.), το αρχαιότερο μέχρι σήμερα εύρημα της ανασκαφής το οποίο και δείχνει την κατοίκηση του χώρου ήδη από την ελληνιστική περίοδο.
Το έργο των δύο ερευνητών θα παρουσιαστεί αναλυτικά στο 24ο Επιστημονικό Συνέδριο για το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη (Θεσσαλονίκη, 10-12 Μαρτίου).

Πηγή: Αγγελιοφόρος, 06/03/11

Ζ.Ξ.