Η μικρή οπή στο κέντρο του πέτρινου θόλου αφήνει να περάσει μια ακτίνα φωτός στο σκοτεινό χώρο, ο οποίος πριν από αποτέλεσε την τελευταία κατοικία για ορισμένους από τους αρχαιότερους κατοίκους του Περσικού (ή αν θέλετε Αραβικού) Κόλπου.

Πάνω από 500 τέτοιοι τάφοι έχουν ανασκαφεί εδώ και 40 χρόνια κοντά στο χωριό Mezyad της περιοχής Jebel Hafeet, κοντά στο al Ayn στα σύνορα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων με το Ομάν, για πάρουν το όνομά τους από τα δύο τοπωνύμια: Mezyad έχουν ονομαστεί οι θόλοι και Hafeet η χρονολογική τους φάση, που καλύπτει την περίοδο μεταξύ του 3200 και του 2700 π.Χ. Τέτοιοι τάφοι όμως έχουν εντοπιστεί επίσης και στις θέσεις Wadi Beeh και Wadi Qoor, κοντά στην πόλη Khatt του Ras al Khaimah των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, σε δευτερη θέση με το όνομα al Ayn, στο Ομάν, καθώς και στο Μπαχρέιν.

Κατασκευασμένοι από τοπικούς λίθους, οι τάφοι φτάνουν κάποτε σε ύψος τα 4 μ. ενώ η εσωτερική τους διάμετρος είναι μέχρι και 2 μ. Οι είσοδοί τους όμως ήταν μικρές, με ύψος 2μ. και πλάτος μόλις 0,50 μ. Το γεγονός ότι οι διαστάσεις αυτές αφορούν κάποτε εισόδους με μορφή μικρής σήραγγας καθιστά την είσοδο στους τάφους ιδιαίτερα δύσκολη. Με την είσοδο στο εσωτερικό όμως, οι εκπλήξεις είναι άφθονες. Παρά τις συλήσεις, η πολύχρωμη κεραμική τύπου Jemdet Nasr που έχει εντοπιστεί εκεί προδίδει τις σχέσεις της περιοχής με τη Μεσοποταμία, μέσα από εμπορικούς δρόμους που χρονολογούνται μέχρι και το 4000 π.Χ. Άλλα αντικείμενα (αγγεία από στεατίτη, μικροαντικείμενα από χαλκό και ψήφοι) που χρονολογούνται στην εποχή του Σιδήρου, μαρτυρούν τη συνήθεια της δεύτερης χρήσης των τάφων. Οι συνεχείς αυτές χρήσεις είναι που δεν επιτρέπουν τη χρονολόγηση των ελάχιστων ανθρωπολογικών καταλοίπων που έχουν βρεθεί σε αυτούς, ενώ η απουσία πολύτιμων ή καθαρά ταφικών αντικειμένων δεν επιτρέπουν παρά εικασίες για τις ταφικές πρακτικές και το ιδεολογικό τους υπόβαθρο. Παρά το γεγονός αυτό, είναι ακόμη δυνατόν να γίνουν κάποιες ασφαλείς υποθέσεις.

«Η περιοχή αυτή ήταν κάποτε μια ακμάζουσα αρόσιμη πεδιάδα, επάνω στο δρόμο των καραβανιών», λέει ο δρ. Hasan al Naboodah, καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. « Οπότε είναι πολύ πιθανό ότι επρόκειτο για μετανάστες και επιρροές από τη Μεσοποταμία και τους αρχαίους Αιγυπτίους, που εισήγαγαν διαφορετικούς θεούς και θεότητες, όπως και θρησκευτικές πρακτικές που εξαπλώθηκαν στην αραβική χερσόνησο».
Είναι πάντως ενδιαφέρον ότι το όνομα του θεού-ήλιου της Μεσοποταμίας, Shamash, παραπέμπει στη σύγχρονη αραβική λέξη για τον ήλιο, shamsh, ενώ στην προϊσλαμική Μέκκα υπήρχε μια θηλυκή θεότητα για τον ήλιο, που ονομαζόταν Lat και λατρευόταν στην Κάαμπα. Φαίνεται λοιπόν ότι οι Άραβες παγανιστές κρατούσαν μια ιδιαίτερη θέση για τον ήλιο στην ιδεολογία τους, τόσο ισχυρή ώστε να τον θεωρούν προστάτη του ανθρώπου στη ζωή και στο θάνατο.

Πηγή: The National, 20/02/10

Ζ.Ξ.