Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
More
Αρχείο Ιστοτόπου
+4
Όλες οι φωτογραφίες
Οι 3 Υπαρχίες, οι 12 Διοικήσεις και οι 117 Επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά Laterculus Veronensis, περ. 303-324 μ.Χ.
- +
από Archaeology Newsroom

Η περιφερειακή οργάνωση κατά την Πρώιμη Βυζαντινή Περίοδο (4ος-6ος αιώνας)

Δημήτρης Π. Δρακούλης, Η περιφερειακή οργάνωση κατά την Πρώιμη Βυζαντινή Περίοδο (4ος-6ος αιώνας)

Σκοπός της διατριβής αυτής είναι η συμβολή στη διερεύνηση της περιφερειακής οργάνωσης του συστήματος των οικισμών στις περιοχές που ανήκαν διοικητικά στην «Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» (ΑΡΑ) κατά την Πρώιμη Βυζαντινή Περίοδο (ΠΒΠ). Ο όρος «Πρώιμη Βυζαντινή Περίοδος» περιλαμβάνει την ιστορική περίοδο από τον 4ο ως και τον 6ο αιώνα μ.Χ., και αναφέρεται στο ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το 395 μ.Χ. Με τον όρο περιφερειακή οργάνωση εννοείται το διοικητικό σύστημα διακυβέρνησης της ΑΡΑ με πέντε βαθμίδες ιεραρχικής οργάνωσης: α) αυτοκρατορία, β) διαίρεση σε περιφέρειες – Διοικήσεις, γ) διαίρεση των Διοικήσεων σε μικρότερες περιφερειακές ενότητες – Επαρχίες, δ) πόλεις, και ε) κώμες-χωρία μέσα σε κάθε Επαρχία. Η εξέταση του συστήματος αυτού περιλαμβάνει 3.048 μονάδες ανάλυσης, οικισμούς όλων των ιεραρχικών βαθμίδων και αποδίδει μέσα από γεωγραφικά-χωρικά και πολιτισμικά-ιστορικά κριτήρια ανάλυσης τα διακριτικά τους γνωρίσματα.

Η διατριβή έχει ως ερευνητικό αντικείμενο τη μελέτη της περιφερειακής οργάνωσης των οικισμών της ΑΡΑ στην ΠΒΠ, με έμφαση στον 6ο αι. μ.Χ. Από τη μελέτη της βιβλιογραφίας, που αφορά στους οικισμούς της ΑΡΑ στην ΠΒΠ, φαίνεται ότι από το 1950 κυρίως και ύστερα, το πεδίο αυτό αποκτά διεπιστημονικό ερευνητικό ενδιαφέρον. Παρατηρείται το φαινόμενο της μελέτης των χωρικών φαινομένων από ειδικούς διαφόρων επιστημονικών πεδίων, πέραν των επιστημών του χώρου. Οι επιστήμες της ιστορικής γεωγραφίας, της αρχαιολογίας και της αστικής ιστορίας έχουν δώσει πληθώρα μελετών, πληροφοριών και δεδομένων για πολλούς οικισμούς της Αυτοκρατορίας. Οι κυριότερες και πληρέστερες δημοσιεύσεις, όπως αυτές της Τabula Imperii Byzantini, απέδωσαν πολλούς τόμους με μελέτες περιοχών της Αυτοκρατορίας. Οι τόμοι αυτοί μελετούν όμως μεμονωμένες περιοχές και όχι το σύνολο των επιμέρους περιφερειακών διαιρέσεων. Από την άλλη μεριά, ο πληρέστερος αρχαιολογικός άτλαντας, ο Barrington Atlas of the Greek and Roman World, δεν καθορίζει τα διοικητικά όρια σε σχέση με τη γεωμορφολογία. Αποτέλεσμα είναι οι πληροφορίες και τα δεδομένα να είναι ασύνδετα μεταξύ τους, χωρίς να μπορούν να δώσουν μια πλήρη εικόνα του συστήματος των οικισμών και της περιφερειακής οργάνωσης στην ΠΒΠ. Θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί η απουσία συγκεντρωτικών δεδομένων, που να επιτρέπουν υπολογισμούς ποσοτικού και στατιστικού χαρακτήρα, όπως και η απουσία συνδυασμού δεδομένων πολιτικής γεωγραφίας με δεδομένα φυσικής γεωγραφίας. Οι ελλείψεις αυτές δυσχεραίνουν την έρευνα της περιφερειακής οργάνωσης και του οικιστικού δικτύου της ΑΡΑ στην ΠΒΠ.

Προκειμένου να συμπληρωθούν τα κενά αυτά, ένας πρώτος στόχος, που τέθηκε στο πλαίσιο της διατριβής αυτής, ήταν η χαρτογραφική αναπαράσταση ακριβείας των περιφερειών της ΠΒΠ και η δημιουργία χαρτών που να οριοθετούνται από δεδομένα πολιτικής γεωγραφίας και να περιγράφονται με δεδομένα φυσικής και πολιτισμικής γεωγραφίας. Μέσα από τη δημιουργία ιστορικών τομών στον 4ο, 5ο και 6ο αιώνα μ.Χ., εξετάστηκαν οι διαχρονικοί διοικητικοί περιφερειακοί μετασχηματισμοί στην ΠΒΠ. Ένας άλλος στόχος ήταν η δημιουργία βάσης δεδομένων πολιτισμικής και γεωγραφικής πληροφορίας για το σύνολο των οικισμών. Σε αυτήν καταγράφηκε η περίοδος ίδρυσης, η διαχρονική παρουσία κάθε οικισμού, με τις ιστορικές μεταβολές της ονομασίας του και, τέλος, η σύγχρονη ονομασία και το κράτος στο οποίο ανήκει σήμερα. Με τον τρόπο αυτό διαφαίνεται καλύτερα η σημερινή διάσταση της πολιτισμικής κληρονομιάς της ΠΒΠ.

Η διατριβή αποτελείται από δύο τμήματα, έναν τόμο κειμένου 500 σελίδων και δύο τόμους παραρτήματος 680 σελίδων με 327 πίνακες και 90 χάρτες. Ο τόμος του κειμένου αποτελείται από τρία μέρη: Μέρος Ι: Εισαγωγικά δεδομένα, Μέρος ΙΙ: Η περιφερειακή δομή της αυτοκρατορίας, Μέρος ΙΙΙ: Γενικά συμπεράσματα.

Μέρος Ι: Στο κεφάλαιο Α΄ δίνεται η επιστημονική οπτική, καθορίζονται οι σκοποί, τα αντικείμενα και οι στόχοι (Α.1), το περιεχόμενο (Α.2), οι πρωτογενείς πηγές (Α.3) και η μεθοδολογία, με περιγραφή των τεχνικών χαρτογράφησης και πινακοποίησης (Α.4). Στο ίδιο μέρος, περιλαμβάνεται και το ιστορικό πλαίσιο της ΠΒΠ (κεφάλαιο Β΄) με τις βασικές κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές παραμέτρους. Το κεφάλαιο Γ΄ αναφέρεται στη γεωμορφολογία και στην οργάνωση της Αυτοκρατορίας (διοικητικά όρια, παραγωγικές δραστηριότητες και χωρική διοικητική ιεραρχία – πολιτική και εκκλησιαστική).
Ως πρωτογενείς πηγές χρησιμοποιήθηκαν μια σειρά κειμένων-διοικητικών καταλόγων που αντανακλούν τις διαχρονικές διοικητικές αλλαγές και την πολιτική ιεραρχία της Αυτοκρατορίας. Έτσι, για τον 4ο αι. μ.Χ. χρησιμοποιήθηκε το ανώνυμο κείμενο Laterculus Veronensis (εικ. 1), για τον 5ο αι. μ.Χ. το ανώνυμο κείμενο Notitia Dignitatum (εικ. 2), ενώ για τον 6ο αι. μ.Χ. ο Συνέκδημος του Ιεροκλέους (εικ. 3), όπου καταχωρούνται 6 Διοικήσεις, 64 Επαρχίες και 920 πόλεις (ιουστινιάνεια περίοδος, ιδιαίτερα 527-535 μ.Χ.). Για τη μελέτη και την αποτύπωση του οδικού δικτύου της περιόδου χρησιμοποιήθηκε η Tabula Peutingeriana, ενώ το ανώνυμο κείμενο του 4ου αι. μ.Χ. Expositio Totius Mundi et Gentium χρησίμευσε για πληροφορίες που αφορούν τις περιφερειακές παραγωγικές δραστηριότητες της περιόδου μελέτης.

Μέρος ΙΙ: Το κεφάλαιο Δ΄ πραγματεύεται την περιφερειακή δομή της Αυτοκρατορίας (εικ. 4) και επιμερίζεται στη μελέτη της οργάνωσης των 64 Επαρχιών σε κάθε μία από τις έξι Διοικήσεις: α) «Διοίκησις Θρακικής» (εικ. 5) με έξι Επαρχίες: Ευρώπης, Ροδόπης, Θράκης, Αιμιμόντου, Μυσίας Β΄ και Σκυθίας, β) «Διοίκησις Ιλλυρικού» με 13 Επαρχίες: Μακεδονίας Α΄, Μακεδονίας Β΄, Θεσσαλίας (εικ. 6), Ελλάδος, Κρήτης, Παλαιάς Ηπείρου, Νέας Ηπείρου, Δακίας Μεσογείου, Δακίας Παραποτάμιου, Δαρδανίας, Πραϊβαλίδος, Μυσίας Α΄ και Παννονίας, γ) «Διοίκησις Ασιανής» με 11 Επαρχίες: Ασίας, Ελλησπόντου, Φρυγίας Πακατιανής, Λυδίας, Πισιδίας, Λυκαονίας, Φρυγίας Σαλουταρίας, Παμφυλίας, Λυκίας (εικ. 7), Νήσων και Καρίας, δ) «Διοίκησις Ποντικής» με 11 Επαρχίες: Βιθυνίας, Ονωριάδος, Παφλαγονίας (εικ. 8), Γαλατίας Α΄, Γαλατίας Σαλουταρίας, Καππαδοκίας Α΄, Καππαδοκίας Β΄, Ελενοπόντου, Πόντου Πολεμωνιακού, Αρμενίας Α΄ και Αρμενίας Β΄, ε) «Διοίκησις Ανατολικής» με 15 Επαρχίες: Κιλικίας Α΄, Κιλικίας Β΄, Κύπρου, Ισαυρίας, Συρίας Α΄, Συρίας Β΄, Ευφρατησίας, Οσροηνής, Μεσοποταμίας, Φοινίκης, Φοινίκης Λιβανησίας, Παλαιστίνης Α΄, Παλαιστίνης Β΄, Παλαιστίνης Γ΄ και Αραβίας, στ) «Διοίκησις Αιγυπτιακής» με οκτώ Επαρχίες: Αιγύπτου, Αυγουσταμνικής Α΄, Αυγουσταμνικής Β΄, Αρκαδίας, Θηβαΐδος Εγγίστης, Θηβαΐδος Άνω, Λιβύης της Άνω και Λιβύης της Κάτω.
Tο επίπεδο εσωτερικής περιγραφής κάθε Διοίκησης και Επαρχίας αναφέρεται σε μεταβλητές που αφορούν στη διοικητική διαίρεση, στη γεωμορφολογία και στους οικισμούς (τρία επίπεδα: πρωτεύουσες, πόλεις και κώμες-χωρία). Δημιουργήθηκαν δύο κατηγορίες μεταβλητών με ιστορικά-πολιτισμικά στοιχεία (εικ. 9) και γεωγραφικά-χωρικά χαρακτηριστικά (εικ. 10). Το σύνολο των 3.048 οικισμών και η καταγραφή των μεταβλητών κατά τοn διαχρονικό και συγχρονικό άξονα επιτρέπει με τη βοήθεια του λογισμικού SPSS στατιστικής φύσης παρατηρήσεις και δομικές συσχετίσεις των μεταβλητών ανάλυσης. Τα δεδομένα συμπληρώνονται χαρτογραφικά με 90 χάρτες με βάση το οδικό δίκτυο (3 μεταβλητές: διαπεριφερειακοί, κύριοι, δευτερεύοντες άξονες) και την επιμέρους γεωμορφολογία.

Μέρος ΙΙΙ
: Στο κεφάλαιο Ε΄ περιγράφονται τα συμπεράσματα της περιφερειακής οργάνωσης των έξι Διοικήσεων. Στο κεφάλαιο Στ΄ πραγματοποιείται παρουσίαση συμπερασμάτων για τη γενική εικόνα της Αυτοκρατορίας (υποκεφ. Στ.1) και ακολουθούν τα συμπεράσματα για τη διάρθρωση του οδικού δικτύου (υποκεφ. Στ.2). Συνεχίζονται με το δίκτυο των οικισμών (υποκεφ. Στ.3), όπου διατυπώνονται τελικές παρατηρήσεις στατιστικής φύσης για την περιφερειακή οργάνωση των οικισμών και τη στατική και δυναμική του συστήματος. Η διάρθρωση του δικτύου οικισμών εκφράζεται με μια προσπάθεια μοντελοποίησης. Καταγράφονται επίσης βασικές στατιστικές συσχετίσεις σχετικά με την ιεραρχία των οικισμών και τις διάφορες παραμέτρους (περίοδος ίδρυσης οικισμών, μορφολογία εδάφους, οδικό δίκτυο, συγκοινωνιακά χαρακτηριστικά).

Τα συμπεράσματα της διατριβής μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
Η Aνατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με 6 Διοικήσεις και 64 Επαρχίες καταλαμβάνει κατά την ΠΒΠ τις περιοχές γύρω από την ανατολική Μεσόγειο, συνενώνοντας τμήματα τριών ηπείρων. H γεωμορφολογία και τα τοπία της παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία και πολυπλοκότητα. Σε μεγάλο ποσοστό το έδαφός της αποτελείται από βουνά και οροσειρές με περιορισμένες, αλλά σημαντικές πεδιάδες. Οι οκτώ ζώνες βλάστησής της ποικίλλουν από τον τύπο της ερήμου μέχρι τη ζώνη της οξιάς. Επίσης, σημαντικό ποσοστό εδαφών της εντάσσεται στη ζώνη της ελιάς. Ο πρωτογενής τομέας είναι αναπτυγμένος και υπάρχει αυτάρκεια, που βασίζεται στις αλληλοσυμπληρώσεις των επιμέρους εσοδειών. Ο δευτερογενής τομέας κρίνεται αναπτυγμένος, καθώς υπάρχουν διάσπαρτα κρατικά εργοστάσια σε πολλές πρωτεύουσες Διοικήσεων και Επαρχιών, καθώς και ιδιωτική βιοτεχνική δραστηριότητα. Επίσης υπάρχουν κρατικά ορυχεία και λατομεία για την εξόρυξη και την προμήθεια πρώτων υλών.
Όσον αφορά στο δίκτυο οικισμών, σε σχέση με τα ιστορικά-πολιτισμικά χαρακτηριστικά: Το 12,5% των 3.048 οικισμών ιδρύθηκε στην αρχαϊκή περίοδο, το 7,3% στην κλασική, το 17,8% στην ελληνιστική, το 42% στη ρωμαϊκή και το 20,4% στην ΠΒΠ. Από τη συσχέτιση της ιεραρχίας των οικισμών με την περίοδο ίδρυσής τους, προκύπτει ότι το ποσοστό όλων των νέων οικισμών που ιδρύθηκαν μετά την ελληνιστική περίοδο είναι αισθητά μεγαλύτερο από το αντίστοιχο αυτών που ιδρύθηκαν πριν. Προκύπτει επίσης ότι οι πρώιμες βυζαντινές επαρχιακές πρωτεύουσες έχουν ιδρυθεί στη μεγάλη τους πλειονότητα στην ελληνιστική περίοδο. Προκύπτει επίσης ότι περισσότερο από το 50% των πόλεων ιδρύεται στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, ενώ στην ΠΒΠ μόνο το 12% περίπου. Για τους μικρότερους οικισμούς παρατηρούμε πως στη ρωμαϊκή περίοδο ιδρύεται περίπου το 50%, ενώ στην ΠΒΠ το ¼ του συνόλου. Το γεγονός ότι πάνω από το 80% του συνόλου στη ρωμαϊκή και ΠΒΠ αφορά οικισμούς β΄ και γ΄ μεγέθους πιθανά δηλώνει μια τάση αγροτοποίησης της κοινωνίας.
Αναφορικά με τα γεωγραφικά-χωρικά χαρακτηριστικά, σε σχέση με τη μορφολογία του εδάφους, παρατηρούμε πως 41% είναι πεδινοί, 12,5% ημιορεινοί και 43% ορεινοί. Από τη συσχέτιση της ιεραρχίας των οικισμών με τη μορφολογία προκύπτει ότι το 56% των πρωτευουσών και το 50% των πόλεων χωροθετείται σε πεδινές περιοχές, ενώ το 47% των μικρότερων οικισμών χωροθετείται σε ορεινές περιοχές. Το 72% των οικισμών έχει σχέση με την παρουσία του υδάτινου στοιχείου. Το 34% των οικισμών βρίσκεται πάνω σε διαπεριφερειακούς οδικούς άξονες, το 9% σε κύριους και το 14% σε δευτερεύοντες, ενώ το 43% δεν συνδέεται. Το 14% των οικισμών είναι κόμβοι, 11% είναι λιμάνια, ενώ κόμβοι και λιμάνι είναι το 2%.
Η διάρθρωση του δικτύου οικισμών με σημείο αναφοράς την Κωνσταντινούπολη αντιστοιχεί σε πρώτο επίπεδο σε ένα ακτινικό μοντέλο, που διαχέεται και καλύπτει ως χωροδικτύωμα και τις τρεις ηπείρους. Σε δεύτερο επίπεδο υπάρχουν επιμέρους γραμμικά μοντέλα, που διατρέχουν τις ακτογραμμές στη Μεσόγειο και στον Πόντο και ακολουθούν περάσματα προς το εσωτερικό της ενδοχώρας, πολλές φορές μέσα από κοιλάδες ποταμών. Το δίκτυο οικισμών και το οδικό δίκτυο εμφανίζονται ισχυρά συνδεδεμένα. Μεγάλη πυκνότητα οικισμών, που ιδρύονται στην ΠΒΠ, εμφανίζεται στην Ποντική, στις περιοχές κοντά στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και στην Ανατολική, στις περιοχές που σχετίζονται με τη νέα θρησκεία, όπως στην Παλαιστίνη. Μεσαία σε μέγεθος συγκέντρωση οικισμών παρατηρείται στις Διοικήσεις Θρακικής, Ασιανής και Αιγυπτιακής, ενώ μικρή συγκέντρωση παρουσιάζεται στο Ιλλυρικό. Γενικά όμως, μεγάλη συγκέντρωση οικισμών παρατηρείται στις περιοχές της Ελλάδος, στο οροπέδιο της Μικράς Ασίας, στο νότιο τμήμα της Συρο-Παλαιστίνης, κυρίως στα παράκτια υψίπεδα μεταξύ Τύρου και Γάζης και, τέλος, κατά μήκος της όχθης του Νείλου.
Στην ανατολική Μεσόγειο η ίδρυση οικισμών ξεκινά από την αρχαϊκή περίοδο και συνεχίζεται στην κλασική με κύριο μοντέλο την πόλη-κράτος. Με μικρή διαφορά στην ελληνιστική περίοδο αρχίζει η επικράτηση των οικισμών β΄ και γ΄ μεγέθους. Στη ρωμαϊκή και στην ΠΒΠ το 80% των νέων ιδρύσεων αφορά στους οικισμούς β΄ και γ΄ μεγέθους. Από τις πέντε ιστορικές περιόδους ο πιο έντονος ρυθμός ίδρυσης οικισμών παρουσιάζεται στη ρωμαϊκή περίοδο, ενώ στην πρώιμη βυζαντινή, παρόλο που μειώνεται κατά το ήμισυ, συνεχίζει να είναι έντονος. Αν και το ποσοστό των πεδινών εκτάσεων είναι πολύ περιορισμένο, εντούτοις η διασπορά των οικισμών σε πεδινές και ορεινές εκτάσεις είναι σχεδόν εφάμιλλη. Στη ρωμαϊκή και ΠΒΠ, το μεγαλύτερο ποσοστό των οικισμών ιδρύεται στις ορεινές εκτάσεις και αυτό το ποσοστό κατά κύριο λόγο αποτελείται από οικισμούς β΄ και γ΄ μεγέθους.
Η δομή της διοίκησης είναι πυραμιδοειδής με τον αυτοκράτορα στην κορυφή και μια δενδρική δομή κατά μήκος της ιεραρχίας. Η διοικητική εξουσία υπερισχύει της στρατιωτικής με ενισχυμένη γραφειοκρατία και κρατικό συγκεντρωτισμό. Η λειτουργία του δικτύου αυτού υποστηρίζεται από μία υποδομή διπλής φύσης. Η πρώτη αφορά στο στελεχιακό δυναμικό, που συνιστά είναι τον γραφειοκρατικό μηχανισμό, τους διαχειριστές της περιφερειακής πολιτικής διοίκησης, με κύριο έργο τη συλλογή φόρων και πόρων, τον έλεγχο και τη διαχείριση της παραγωγικής διαδικασίας. Η δεύτερη υποδομή αφορά στο υλικό επίπεδο και είναι το μέσο που επιτρέπει στο διοικητικό μηχανισμό να μεταβιβάζει, να διακινεί και να μεταφέρει υλικά προϊόντα και ιδεολογικά μηνύματα από και προς την πρωτεύουσα πόλη. Μέσω του οδικού δικτύου επιτυγχάνεται η κινητοποίηση της δυναμικής του συστήματος και ο έλεγχος του παραγωγικού τομέα των περιφερειών της Αυτοκρατορίας. Η ιεραρχική δομή σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης αποτελεί ένα από τα διακριτικά γνωρίσματα του τρόπου παραγωγής της ΠΒΠ.
Η ιεραρχική αυτή δομή διατρέχει τη χωρική διάσταση της περιφερειακής οργάνωσης που αποτυπώθηκε χαρτογραφικά σε τρία επίπεδα. Στο χωροταξικό, που αφορά στην Αυτοκρατορία, στο περιφερειακό, που αφορά στις Διοικήσεις και στο επαρχιακό, που αφορά στις Επαρχίες. Καταγράφηκαν, χωροθετήθηκαν και κατηγοριοποιήθηκαν 3.048 οικισμοί, δηλαδή το σύνολο των γνωστών από αρχαιολογικές ανασκαφές οικισμών, που είχαν δραστηριότητα στην περίοδο μελέτης και οργανώθηκαν σε βάση δεδομένων.
Από τα παραπάνω διαφαίνεται ότι στην περίοδο μελέτης η ΑΡΑ βρίσκεται σε μία κατάσταση ακμής όσον αφορά στις παραγωγικές δραστηριότητες, στην ανάπτυξη του οδικού δικτύου και στην παρουσία ενός πυκνού οικιστικού δικτύου. Η ίδρυση πολλών οικισμών β΄ και γ΄ μεγέθους δείχνει όχι μόνο την αγροτοποίηση, αλλά και επισημαίνει τον πιθανό μετασχηματισμό του ρόλου των πόλεων, καθώς αυξάνεται ο αριθμός των μικρότερων οικισμών μέσα στον ίδιο περιφερειακό χώρο. Η διερεύνηση της περιφερειακής οργάνωσης κατά την ΠΒΠ έδειξε μία ακμή των οικισμών όλων των επιπέδων και των υποδομών της ΑΡΑ. Είναι η εικόνα μιας Αυτοκρατορίας όπου ο αριθμός των αγροτικών και αστικών οικισμών αυξάνεται και οργανώνεται μέσα σε μία ιεραρχική δομή, που καλύπτει όλα τα επίπεδα του περιφερειακού χώρου.

Ζητούμενο
για τη διατριβή αποτέλεσε η προσπάθεια δημιουργίας μιας ενιαίας εικόνας της γεωγραφικής-διοικητικής μορφής της Αυτοκρατορίας, η οποία να μπορεί με ευκολία ανά πάσα στιγμή να αναλύεται σε μικρότερα χωρικά τμήματα και να ανασυντίθεται σε μεγαλύτερα, αναδεικνύοντας σε κάθε επίπεδο τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά του δικτύου των οικισμών, μέσα από τη χωροθέτηση, τη χαρτογράφηση και την κατηγοριοποίηση του δικτύου. Η παρούσα έρευνα αποπειράται να αποδώσει το σύνολο των περιφερειακών τοπίων της ΑΡΑ και να συμβάλει στην ανάδειξη της περιφερειακής οργάνωσης των οικισμών στην ΠΒΠ. Με τον τρόπο αυτό εμπλουτίζει με ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία τη διαχρονική μελέτη των οικισμών της ανατολικής Μεσογείου και του πολιτισμού της.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Avramea A., Tabula Imperii Romani K 35: I, Philippi, Greek Academy, Athens 1993.
Belke K., Tabula Imperii Byzantini 4: Galatien und Lykaonien, Denkschriften 172, Österreichische Akademie der Wissenschaften, Wien 1984.
Belke K. / Mersich N., Tabula Imperii Byzantini 7: Phrygien und Pisidien, Denkschriften 211, Österreichische Akademie der Wissenschaften, Wien 1990.
Belke K., Tabula Imperii Byzantini 9: Paphlagonien und Honorias, Denkschriften 249, Österreichische Akademie der Wissenschaften, Wien 1996.
Carettoni G., Tabula Imperii Romani M 33: Castra Regina – Vindobona – Carnuntum, Unione Accademica Nazionale Italiana, Roma 1986.
Darrouzès J. (επιμ.), Notitiae Episcopatuum Ecclesiae Constantinopolitanae, Institut Français d’Études Byzantines, Paris 1981.
Gerland Ε. (επιμ.), Cοrpus Νοtitiarum Εpiscοpatuum Εcclesiae Οrientalis Graecae, τόμ. 1: Die Genesis der Nοtitia Episcοpatuum, Socii Assumptionistae Chalcedonenses, Constantinopoli 1931.
Gostar N., Tabula Imperii Romani L 35: Romula – Durostorum – Tomis, Editions de l’Académie de la République Socialiste de Roumanie, Bucarest 1969.
Hansen M.H. / Nielsen T.H. (επιμ.), An Inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford University Press, Oxford 2005.
Hild F. / Restle M., Tabula Imperii Byzantini 2: Kappadokien (Kappadokia, Charsianon, Sebasteia und Lykandos), Denkschriften 149, Österreichische Akademie der Wissenschaften, Wien 1981.
Hild F. / Hellenkemper H., Tabula Imperii Byzantini 5.1: Kilikien und Isaurien, Denkschriften 215, Österreichische Akademie der Wissenschaften, Wien 1990.
Hild F. / Hellenkemper H., Tabula Imperii Byzantini 8: Lykien und Pamphylien, Denkschriften 320, Österreichische Akademie der Wissenschaften, Wien 2004.
Honigmann E. (επιμ.), Le Synekdemos d’Hiérocles et l’Opuscule géographique de Georges de Chypre, Editions de l’Institut de Philologie et d’Histoire Orientales et Slaves, Bruxelles 1939.
Jones A.H.M., The Cities of the Eastern Roman Provinces, Hakkert, Amsterdam 1983.
Jones A.H.M., The Later Roman Empire, 284-602: A Social, Economic, and Administrative Survey, University of Oklahoma Press, Oklahoma 1964.
Koder J., Το Βυζάντιο ως χώρος. Εισαγωγή στην Ιστορική Γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου στη Βυζαντινή Εποχή, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004.
Koder J. / Hild F., Tabula Imperii Byzantini 1: Hellas und Thessalien, Denkschriften 125, Österreichische Akademie der Wissenschaften, Wien 1976.
Κορδώσης Μ. Σ., Ιστορικογεωγραφικά πρωτοβυζαντινών και εν γένει παλαιοχριστιανικών χρόνων, Καραβία Δ. Ν. – Αναστατικές Εκδόσεις, Αθήνα 1996.
Λαγόπουλος Α.-Φ. (επιμ.), Ιστορία της Ελληνικής Πόλης, Ερμής, Αθήνα 2004.
Λαΐου Α. (επιμ.), Οικονομική ιστορία του Βυζαντίου, 3 τόμοι, MIET, Αθήνα 2006.
Miller K. (επιμ.), Itineraria Romana: Römische Reisewege an der Hand der Tabula Peutingeriana dargestellt, Brettschneider, Roma 1964.
Rougé J. (επιμ.), Expositio totius mundi et gentium, Sources chrétiennes 14, Cerf, Paris 1966.
Saradi H., The Byzantine City in the Sixth Century: Literary Images and Historical Reality. Monographs of Messenian Archaeological Studies, Society of Messenian Archaeological Studies, Athens 2006.
Sasel J., Tabula Imperii Romani K 34: Naissus-Dyrrhachion–Scupi–Serdica–Thessalonike, Slovenska Akademija Znanosti in Umetnosti, Ljubljana 1976.
Seeck O. (επιμ.), Notitia Dignitatum in Partibus Orientis et Occidentis, Minerva, Berlin 1962.
Seeck O. (επιμ.), «Laterculus Veronensis», στο Notitia Dignitatum…, Minerva, Berlin 1962, σ. 247-53.
Soproni S., Tabula Imperii Romani L 34: Aquincum-Sarmizegetusa-Sirmium, Hakkert, Amsterdam 1968.
Soustal P., Tabula Imperii Byzantini 6: Thrakien, Denkschriften 221, Österreichische Akademie der Wissenschaften, Wien 1991.
Soustal P., Tabula Imperii Byzantini 3: Nikopolis und Kephallenia, Denkschriften 150, Österreichische Akademie der Wissenschaften, Wien 1981.
Talbert R.J.A. (επιμ.), Barrington Atlas of the Greek and Roman World, Princeton University Press, Princeton 2000.
Tsafrir Y. / Di Segni L. / Green J., Tabula Imperii Romani – Iudaea–Palaestina: Eretz Israel in the Hellenistic, Roman and Byzantine Periods, Israel Academy of Sciences and Humanities, Jerusalem 1994.

Προέλευση εικόνων
Εικ. 1: προσαρμογή από Barrington Atlas, χάρτης 101.
Εικ. 2: προσαρμογή από Jones 1964, χάρτης ΙΙ και Maier 2008.
Εικ. 3: προσαρμογή από Barrington Atlas, χάρτης 102.
Εικ. 4: για το γεωγραφικό υπόβαθρο, Barrington Atlas, χάρτης 1.
Εικ. 5: για το γεωγραφικό υπόβαθρο, Barrington Atlas, χάρτες 22, 51 και 52.
Εικ. 6: για το γεωγραφικό υπόβαθρο, Barrington Atlas, χάρτες 54 και 55
Εικ. 7: για το γεωγραφικό υπόβαθρο, Barrington Atlas, χάρτης 65.
Εικ. 8: για το γεωγραφικό υπόβαθρο, Barrington Atlas, χάρτες 63 και 86.

Για τη διατριβή
Τύπος: Πανεπιστημιακή διατριβή, Α.Π.Θ., Πολυτεχνική Σχολή, Τμήμα Αρχιτεκτόνων
Πρωτότυπος τίτλος: Η περιφερειακή οργάνωση κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (4ος-6ος αιώνας).
Επόπτες καθηγητές:
Καθ. Ε. Π. Δημητριάδης (Επιβλέπων) (Α.Π.Θ., Τμ. Αρχιτεκτόνων),
Ομότ. Καθ. – Ακαδ. Α.-Φ. Λαγόπουλος (Α.Π.Θ., Τμ. Αρχιτεκτόνων),
Καθ. Β. Κατσαρός (Α.Π.Θ., Τμ. Φιλολογίας)
Διάρκεια: 2003-2009
Υποστήριξη: 6 Μαρτίου 2009
Μέλη της εξεταστικής επιτροπής:
Καθ. Ε. Π. Δημητριάδης (Α.Π.Θ., Τμ. Αρχιτεκτόνων),
Ομότ. Καθ. – Ακαδ. Α.-Φ. Λαγόπουλος (Α.Π.Θ., Τμ. Αρχιτεκτόνων),
Καθ. Β. Κατσαρός (Α.Π.Θ., Τμ. Φιλολογίας),
Καθ. Αλ. Καραδήμου-Γερόλυμπου (Α.Π.Θ., Τμ. Αρχιτεκτόνων),
Καθ. Γ. Καυκαλάς (Α.Π.Θ., Τμ. Αρχιτεκτόνων),
Καθ. Π. Σαββαΐδης (Α.Π.Θ., Τμ. Πολ. Μηχανικών),
Καθ. Μ. Κορδώσης (Παν/μιο Ιωαννίνων, Τμ. Ιστορίας-Αρχαιολογίας)
Περιγραφή: 3 τόμοι, 500 σελίδες κείμενο και παράρτημα σε 2 τόμους 680 σελίδων (90 χάρτες και βάση δεδομένων με 327 πίνακες)

Έχει προγραμματιστεί η δημοσίευση της διατριβής σε δύο τόμους από το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Α.Π.Θ. στη σειρά Βυζαντινά Κείμενα και Μελέται. Η προβλεπόμενη ημερομηνία κυκλοφορίας του A’ τόμου είναι ο Ιανουάριος του 2010 και του B’ τόμου ο Ιούνιος του 2010.

Δημήτρης Π. Δρακούλης
[email protected]
Δικτυακός τόπος: http://users.auth.gr/~drak/index.htm