Λέμε ότι σήμερα κατακλυζόμαστε από εικόνες στην τηλεόραση, στο Ίντερνετ, στη διαφήμιση, κι όμως δεκάδες αιώνες πριν, οι αρχαίοι Έλληνες ζούσαν τη δική τους εποχή των εικόνων. Λίγοι πολιτισμοί απεικόνισαν με τέτοιο πάθος και τόση λεπτομέρεια τους θεούς και τους ήρωές τους, τους μύθους, τον δημόσιο και ιδιωτικό τους βίο ακόμα και το θάνατο όσο ο ελληνικός.
Κι αν σε άλλες κοινωνίες η εικονιστική τέχνη περιορίστηκε κυρίως στη διακόσμηση δημόσιων κτιρίων ή πολυτελών αντικειμένων, στην Ελλάδα βρήκε εφαρμογή ακόμα και σε απλά χρηστικά αντικείμενα, όπως τα αγγεία και τα νομίσματα ή σε μνημεία ιδιωτικού χαρακτήρα, όπως οι επιτάφιες στήλες.
Στην αρχαία εποχή της εικόνας μάς «διακτινίζει» με πρωτότυπο τρόπο η νέα μόνιμη έκθεση του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, που θα εγκαινιαστεί επίσημα στα μέσα Οκτωβρίου, μέσα από 350 εκθέματα που ξεκινούν από την Εποχή του Χαλκού και φτάνουν ως την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο. Πρόκειται για μια επανέκθεση που ενώνει και παρουσιάζει με διαφορετική προσέγγιση στον δεύτερο όροφο του κεντρικού κτιρίου (Νεοφύτου Δούκα 4) τις συλλογές Ν. Π. Γουλανδρή, Κ. Πολίτη και Ακαδημίας Αθηνών, οι οποίες μέχρι πρόσφατα βρίσκονταν σε τρεις διαφορετικές αίθουσες του μουσείου.

Πέντε σπάνια ευρήματα

Πρώτη φορά παρουσιάζονται και πέντε σπάνια ευρήματα από τις ανασκαφές του διευθυντή του μουσείου, καθηγητή Νίκου Σταμπολίδη, στην αρχαία Ελεύθερνα, που παραχωρήθηκαν υπό μορφή δανεισμού από το Αρχαιολογικό Μουσείο Ρεθύμνου και την αρμόδια εφορεία αρχαιοτήτων. Ξεχωρίζει ένα χάλκινο σκεύος «ασπίδα» με ανάγλυφη διακόσμηση που στο κέντρο έχει μια προτομή αιλουροειδούς το οποίο υποτάσσεται σε φτερωτές Σφίγγες. Αυτό το έκθεμα δείχνει την πιθανή επιρροή της ελληνικής τέχνης από την Ανατολή.
Η νέα έκθεση «Αρχαία Ελληνική Τέχνη – Μια ιστορία με εικόνες», που οργανώθηκε κατά τα πρότυπα της επιτυχημένης «Σκηνές από την καθημερινή ζωή στην αρχαιότητα» (στον 4ο όροφο του μουσείου), προσελκύει την προσοχή επισκέπτη. Δεν δίνει μόνο πληροφορίες για τις εποχές και τους αρχαιολογικούς θησαυρούς κατά χρονολογική σειρά, αλλά έχει στηθεί σαν ένα σκηνικό όπου ο θεατής καλείται να γίνει από απλός παρατηρητής συμμέτοχος. Σ’ αυτό συμβάλλουν τα διαδραστικά στοιχεία, βίντεο και οθόνες αφής. Τα εκθέματα τοποθετούνται με τρόπο θεατρικό μέσα στις βιτρίνες, ενώ ο ειδικός χαμηλός φωτισμός δίνει σαφώς υποβλητικό τόνο.
Αν οι παλαιότερες μουσειολογικές πρακτικές έδιναν βάρος στην τυπολογική ανάλυση και την αισθητική αξιολογόγηση των αντικειμένων, τώρα η έκθεση επιχειρεί να διερευνήσει την κοινωνική διάσταση της τέχνης και να συνδέσει την πορεία της καλλιτεχνικής έκφρασης στο Αιγαίο με σημαντικές ιστορικές εξελίξεις και φαινόμενα. Για παράδειγμα, εξετάζεται η σημασία της εμφάνισης των πρώτων πόλεων και μεγάλων ιερών κατά τον 8ο αιώνα για την ανάπτυξη της εικονογραφίας, ο ρόλος των επαφών με την Ανατολή για την υιοθέτηση νέων τεχνικών και μεθόδων απεικόνισης κατά την πρώιμη Αρχαϊκή περίοδο, η συμβολή της τέχνης στην ανάδειξη συγκεκριμένων κοινωνικών και ιδεολογικών προτύπων κατά τους κλασικούς χρόνους κ.ά.
Επίσης, ορισμένα λιγότερο γνωστά θέματα έρχονται στο προσκήνιο: η σχέση της λαϊκής λατρείας -όπως αποτυπώνεται στα πολυάριθμα πήλινα ειδώλια θεοτήτων- με την επίσημη θρησκεία. Η σημασία του φανταστικού και του παραλόγου σε μια κοινωνία όπου επικρατούσε το μέτρο και η λογική και εκφράζεται με απεικονίσεις Κενταύρων, Σατύρων, Μεδουσών και άλλων δαιμονικών πλασμάτων, με τα οποία ο άνθρωπος προσπαθούσε να εκλογικεύσει προαιώνιους φόβους.
Η αρχαία ελληνική πόλη αποκαλείται συχνά «πόλη των εικόνων». Γιατί, όμως, είχαν τόση ανάγκη από εικόνες οι αρχαίοι Έλληνες; Ήταν μόνο η επιθυμία τους να δώσουν απτή μορφή σε θεότητες, μυθικά πρόσωπα, και να μνημονεύσουν εκδηλώσεις της καθημερινής τους ζωής ή μήπως οι εικόνες χρησίμευαν για να μεταφέρουν πιο σύνθετα μηνύματα; Πώς επέλεγαν τη θεματολογία τους, δίνοντας για παράδειγμα έμφαση σε εκδηλώσεις όπως τα συμπόσια και οι αθλητικοί αγώνες, ενώ σπανιότατα απεικόνιζαν ιστορικά γεγονότα;
«Ο Α. Σναπ με το βιβλίο του «Why did the Greks need images;» και πολλοί γάλλοι αρχαιολόγοι προσπαθούν να προσεγγίσουν την ελληνική τέχνη, κυρίως την αγγειογραφία, από την κοινωνική της πλευρά», εξηγεί ο αρχαιολόγος Νίκος Παπαδημητρίου που έχει την επιστημονική επιμέλεια της έκθεσης. «Όπως αναφέρει ο ίδιος, για τους αρχαίους Έλληνες η εικόνα ήταν κάτι παραπάνω από μια απλή αναπαράσταση, ήταν η όψη της κοινωνικής πραγματικότητας».
Καθώς η τέχνη λειτουργούσε με κοινωνικές παραμέτρους, συχνά και πολιτικές, η εικονογραφία γινόταν με συμβολικό τρόπο. «Για παράδειγμα δεν εξιστορούσαν συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα αλλά τα έδειχναν συμβολικά με μύθους. Τα κράνη που έχουν βρεθεί ως αναθήματα σε ναούς δεν ήταν μόνο μέρος του εξοπλισμού του οπλίτη. Ο οπλίτης στην αρχαία Αθήνα ήταν ο πολίτης, επομένως το κράνος δεν ήταν μόνο σύμβολο πολεμικής αρετής, αλλά είχε και κοινωνικό συμβολισμό. Κι ακόμα, τα νομίσματα που στην αρχή εμφανίζονταν να έχουν ξεχωριστές παραστάσεις, με την ενοποίηση των πόλεων φέρουν τη μορφή του ηγεμόνα. Επομένως, δεν ήταν μόνο μέσο οικονομικής συναλλαγής αλλά και εξουσίας».

* Σε κάθε ενότητα υπάρχουν πληροφορίες για την εποχή, σχετικά αποσπάσματα ιστορικών ή φιλοσόφων, ενώ ένα εμβληματικό αντικείμενο κυριαρχεί κάθε φορά στις προθήκες. Έτσι, στη Μέση και Ύστερη Εποχή του Χαλκού, ένας μυκηναϊκός κρατήρας με σχηματοποιημένα άνθη δείχνει πώς οι αρχαίοι απεικόνιζαν τη φύση. Από τη μια ειδώλια ζώων που αποτελούσαν προσφορές στις θεότητες, σαν τα δικά μας τάματα, από την άλλη η τέχνη των ανακτόρων με πολύτιμους λίθους και μέταλλα και σφραγίσματα, από τα οποία ξεχωρίζει ένα με λέοντα που δαγκώνει ελάφι. Στη Γεωμετρική περίοδο ξεχωρίζουν δύο μεγάλα ταφικά αγγεία ευβοϊκού ρυθμού. Τα ομηρικά έπη είχαν απήχηση στις ταφές των πολεμιστών όπου έχουν βρεθεί σιδερένια ξίφη.

*Μια οθόνη αφής αφηγείται τη γένεση της γραφής, ενώ η αρχαϊκή μορφή μάς μιλάει για τη γένεση της μορφής και της εκλεπτυσμένης τέχνης που αποτυπώθηκε και στην αγγειογραφία. Ένας κρατήρας αυτής της περιόδου δείχνει χορευτές από τη μια και και Σφίγγες από την άλλη, τα συμποτικά σκεύη της αριστοκρατίας απεικονίζουν αγώνες και δαφνοστεφανωμένους αθλητές. Σε άλλο αγγείο με άθλους του Ηρακλή ο Πεισίστρατος επιχειρούσε να ταυτίσει τον εαυτό του με τον μυθικό ήρωα.

*Δύο χέρια που ενώνονται σε χειραψία, σπαράγματα μιας σκηνής αποχαιρετισμού από επιτάφιο ανάγλυφο, «ανοίγουν» στην έκθεση την Κλασική περίοδο, όπου η μεγάλη τέχνη φτάνει ως τα ειδώλια και τις προτομές. Παράλληλα, τα εκθέματα αποκαλύπτουν και τους κοινωνικούς ρόλους: η γυναίκα στο σπίτι υφαίνει, ο άντρας οδεύει στα συμπόσια και στην αγορά.

*Στην Ελληνιστική περίοδο η έκφραση γίνεται ρεαλιστική, ενώ η τέχνη μαζικοποιείται. Ένα γυμνό της Αφροδίτης θεωρείται τολμηρό. Τα πρόσωπα παίρνουν ατομικά χαρακτηριστικά. Η ελληνική θρησκεία βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με τις ανατολικές. Ένα μαρμάρινο άγαλμα ενός παιδιού που κρατάει λαγό -παρόμοια έχουν βρεθεί στο ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος- αποτελεί ένα από τα πιο τρυφερά εκθέματα.

*Για να εκτιμήσει, βέβαια, κανείς καλύτερα την αξία ενός αρχαιολογικού ευρήματος είναι σημαντικό να γνωρίζει πώς κατασκευάστηκε. Για το λόγο αυτόν, ένα τμήμα της έκθεσης είναι αφιερωμένο στην αρχαία τεχνολογία. Μέσα από λεπτομερή σχέδια και μικρές ταινίες που γυρίστηκαν ειδικά γι’ αυτόν το σκοπό και με διαδραστικές κατασκευές παρουσιάζονται οι βασικές τεχνικές κατασκευής αγγείων, πήλινων ειδωλίων, χάλκινων αντικειμένων, χρυσών κοσμημάτων και γυάλινων σκευών.
Αυτά ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τους μικρούς φίλους του μουσείου και τα σχολεία που θα δηλώσουν συμμετοχή στα εκπαιδευτικά προγράμματα που συνοδεύουν την έκθεση: «Μια φορά κι έναν καιρό ένας αγγειοπλάστης…» και «Το ένδυμα στην αρχαία Ελλάδα».
Η αναδιάρθρωση των συλλογών αρχαίας ελληνικής τέχνης του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης αποφασίστηκε το 2007 από την Ντόλλη Γουλανδρή, έπειτα από πρόταση του διευθυντή και των επιμελητών του, γι’ αυτό η νέα έκθεση αφιερώνεται στη μνήμη της.

Μουσειογραφικός σχεδιασμός: Ανεστέι Παρίση, Ανδρομάχη Σκουρογιάννη. Εικαστικός σχεδιασμός: Χριστίνα-Ιωάννα Λάμπρου, Λίλα Λάμπρου. Σχεδιασμός φωτισμού: Ηλίας Κωνσταντακόπουλος.

Πηγή: Ελευθεροτυπία, Π. Σπίνου, 6/9/09
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=78920