Ένα μοναδικού ενδιαφέροντος συμπόσιο σχετικά με τους ιδιαίτερους δεσμούς της αρχαίας Μεσογείου με τις εσχατιές της Ανατολής διεξήχθη πρόσφατα στη μακρινή Ιαπωνία. Εκεί, στους χώρους του Πανεπιστημίου Waseda του Tόκιο, μια διεθνής ομάδα ιστορικών και αρχαιολόγων με διαφορετικό υπόβαθρο αναφορικά με τα γεωγραφικά όρια, τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και τη μεθοδολογική προσέγγιση του υλικού μελέτης τους, συναντήθηκαν για να αναζητήσουν και να εξηγήσουν τη λειτουργία μιας συνισταμένης κοινής στα επιμέρους ερευνητικά τους αντικείμενα. Ως η κοινή αυτή συνισταμένη παρουσιάζεται ο θαλάσσιος δρόμος του μεταξιού, η υδάτινη οδός που ένωσε τη Μεσόγειο με την κεντρική και νότια Ασία από τον 4ο αιώνα π.Χ. μέχρι και τα τέλη του ευρωπαϊκού μεσαίωνα. Και ως συνιστώσες της εντοπίζονται τα λιμάνια, τα πλοία, τα αντικείμενα που μεταφέρονται και οι πρακτικές επικοινωνιών και εμπορικών συναλλαγών.
Μέσα από την παρουσίαση της έρευνάς τους και το γόνιμο επιστημονικό διάλογο μεταξύ τους και με το κοινό του συμποσίου, δεκαπέντε επιστήμονες επιχείρησαν να εξηγήσουν τις σημαίνουσες ιστορικές και πολιτισμικές συνθήκες που οδήγησαν στη διαπολιτισμική προσέγγιση τόσο μακρινών μεταξύ τους περιοχών.
Με αφετηρία τα μεγάλα ελληνιστικά λιμάνια της Μεσογείου και της Ερυθράς Θάλασσας, ο Καθηγητής δρ Jiro Kondo (Πανεπιστήμιο Waseda), o διάσημος ερευνητής υποβρύχιων θέσεων Franck Goddio και o καθηγητής Steve Sidebotham εξέτασαν γεωγραφικά, πολεοδομικά και ιστορικά την αρχαία Αλεξάνδρεια, τις βυθισμένες πόλεις της ευρύτερης περιοχής της Κανώπου (Ηράκλειο-Θρονίς) και τη Βερενίκη αντίστοιχα.
Το θέμα αυτό απασχόλησε και τον δρα David Fabre (European Institute of Underwater Archaeology), ο οποίος παρουσίασε και τα ευρήματα από 61 ναυάγια που έχουν εντοπιστεί ανοικτά των κανωπικών ακτών, παρατηρώντας τη σημασία τους για τη ναυπηγική τεχνολογία όσο και για την ανασύσταση των εμπορικών δρόμων.
Ακριβώς η μελέτη του θέματος των θαλάσσιων δρόμων ώθησε τον καθηγητή So Hasegawa (Πανεπιστήμιο Waseda) να εξηγήσει το πολιτισμικό «άνοιγμα» της παραδοσιακής κουλτούρας της Αιγύπτου ως αποτέλεσμα της αντικατάστασης της Μέμφιδας από την Αλεξάνδρεια στο ρόλο της ως κύριου λιμανιού της χώρας.
Κατά τη δεύτερη μέρα του συνεδρίου τέθηκε αρχικά το ερώτημα της βασικής αιτίας πίσω από την επέκταση του εμπορίου της Μεσογείου στον Ινδικό ωκεανό.
Σύμφωνα με τον δρα Damian Robinson (Institute of Archaeolοgy, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης), η κατάργηση των συνόρων στη μεσογειακή λεκάνη λόγω της ύπαρξης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δημιούργησε νέες καταναλωτικές ανάγκες στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου, που αναζητούσαν πλέον εξωτικά και πολυτελή αγαθά από περιοχές εκτός της ρωμαϊκής επικράτειας. Η ανάγκη αυτή οδήγησε στις επαφές των Ρωμαίων εμπόρων με την Ινδία και την Κίνα, μέσω του Δρόμου του Μεταξιού και των λιμανιών της Ερυθράς Θάλασσας. Αφήνοντας νοητά τη Μεσόγειο, οι υπόλοιπες ομιλίες κατά τη δεύτερη ημέρα του συνεδρίου ήταν αφιερωμένες στη διεξαγωγή του εμπορίου στα λιμάνια της Μέσης και της Άπω Ανατολής.
Ο δρ Fredriκ Hiebert (National Geographic Society) παρουσίασε στοιχεία από δύο θέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα και το Ομάν (Quseir al-Qadim, Suhar) οι οποίες λειτούργησαν ως σταθμοί στους εμπορικούς δρόμους του Ινδικού Ωκεανού για περίπου 2.000 χρόνια.
Ο καθηγητής Wensuo Liu (Κινεζικό Πανεπιστήμιο Sun Yat-Sen) παρουσίασε αντίστοιχες μαρτυρίες από θέσεις στην επαρχία Guangdong της Κίνας ενώ ο δρ Wilfredo Ronquillo (Εθνικό Μουσείο Φιλιππίνων) πραγματεύτηκε το σπουδαίο ρόλο του νησιωτικού συμπλέγματος των Φιλιππίνων ως εμπορικού/διαμετακομιστικού κέντρου κατά τον 12ο αι. μ.Χ.
Η δρ Nicole Boivin (Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, πρόγραμμα SΕΑLINKS) ανέλυσε θεωρητικά τις ιδιαίτερες λειτουργίες και δραστηριότητες που μετέτρεψαν μικρές κοινότητες κατά μήκος των ακτών του Ινδικού Ωκεανού σε εμπορικά κέντρα. Οι πολυτιμότερες μαρτυρίες όμως για το εμπόριο στον τεράστιο αυτό γεωγραφικό χώρο που χαρακτηρίζεται ως «Θαλάσσιος Δρόμος του Μεταξιού» είναι τα ναυάγια που έχουν εντοπιστεί στην Ερυθρά Θάλασσα, τον Ινδικό Ωκεανό και τις ακτές μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας.
Ευρήματα από ναυάγια εξετάστηκαν τόσο από τον δρα Hiebert όσο και από τους δρες Liu και Takenori Nogami (Ιαπωνικό Μουσείο Arita) για να τονιστεί ότι η κεραμική και η πορσελάνη που αποτελεί το σωζόμενο σήμερα υλικό αντανακλά τη διεξαγωγή υπερπόντιων διαδρομών μεταξύ της Κίνας, της Ιαπωνίας, της Περσίας και του αραβικού κόσμου.
Το αρχαιολογικό αυτό context, αλλά και ιστορικά ντοκουμέντα για το εμπόριο μεταξύ της Α. Μεσογείου και του Ινδικού Ωκεανού, όπως οι επιστολές της Geniza από το Κάιρο (13ος αι. μ.Χ.) που παρουσίασε ο καθηγητής Himanshu Prabha Ray (Πανεπιστήμιο Jawaharlal Nehru, Ινδία), υποδεικνύουν την ανάγκη αναθεώρησης της ιστορίας του εμπορίου στη Ν.Α. Ασία έτσι ώστε να τονίζεται ότι οι επαφές μεταξύ Μεσογείου και Άπω Ανατολής, που είχαν ξεκινήσει ήδη από την ελληνιστική περίοδο (4ος-1ος αι. π.Χ.), υπήρξαν έντονες και επομένως ιδιαίτερα αξιόλογες από τον 1ο μέχρι το 15ο αι. μ.Χ.
Σύμφωνα μάλιστα με τον καθηγητή Geoffrey Wade (Institute of Southeast Asia Studies, Σιγκαπούρη), το διάστημα μεταξύ του 10ου και του 14ου αι. θα μπορούσε να αποκληθεί ως «Πρώιμη Εποχή του Εμπορίου» (Early Age of Commerce), σε αντιστοιχία με το διάστημα 15ος-17ος αι., που είναι γνωστό ως Εποχή του Εμπορίου (Age of Commerce).
Σε γενικές γραμμές, το πρωτοποριακό αυτό συνέδριο ανέδειξε τα προβλήματα στην έρευνα του πρώιμου υπερπόντιου εμπορίου ενώ το πνεύμα διαλόγου μεταξύ των ομιλητών φάνηκε να γεφυρώνει πολιτισμικά, επιστημονικά και ακαδημαϊκά χάσματα προς χάριν της ουσιαστικής έρευνας.


“East Meets West along the Maritime Silk Route”

Waseda University, Tokyo, Japan, 2-3 July 2009
Okuma Small Auditorium / Okuma Memorial Hall, Waseda Campus
1-6-1 Nishi-Waseda, Shinjuku-ku, TOKYO
Διοργανωτές: Waseda University, University of Oxford.
Υπεύθυνος Συνεδρίου: Δρ Damian Robinson
Oxford Centre for Maritime Archaeology, Institute of Archaeology, University of Oxford, 36 Beaumont Street, Oxford, OX1 2PG, U.K.

Ζέτα Ξεκαλάκη
Δρ Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Liverpool
[email protected]