Jean-Sébastien Gros, Η χρηστική κεραμική στην Κεντρική Ελλάδα κατά την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (περ. 1100-675 π.Χ.). Τυπολογία, παραγωγή, διακίνηση, κατανάλωση

Οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι που θέλησαν να μελετήσουν την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου είχαν να αντιμετωπίσουν την ανεπάρκεια μαρτυριών. Τα μόνα αξιοποιήσιμα στοιχεία για την άντληση πληροφοριών περιορίζονταν σε όσα προσέφεραν η κεραμική και κάποιοι μεμονωμένοι τάφοι. Παρ’ όλα αυτά, γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι η κεραμική παραγωγή αυτής της περιόδου δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τη μυκηναϊκή κεραμική, αλλά αντίθετα αποτελούσε ένα έξοχο παράδειγμα για την εξέλιξη της τεχνοτροπίας σε ένα είδος τέχνης. Πράγματι, οι αγγειοπλάστες, ήδη από τον 8ο αι. π.Χ., κατασκεύαζαν αγγεία, των οποίων ο πλούσιος διάκοσμος και οι διαστάσεις τους, που ξέφευγαν από τους κανόνες, τα έκαναν να υπερτερούν σε σύγκριση με ό,τι άλλο έχει παραχθεί από τότε και έπειτα. Δυστυχώς, η προσοχή των μελετητών επικεντρώθηκε στα έργα υψηλής καλλιτεχνικής αξίας χωρίς να υπάρξει το απαιτούμενο ενδιαφέρον για τα αγγεία πιο μέτριας ποιότητας, τα οποία θεωρούνται συχνά, ακόμα και σήμερα, ο αντίποδας στη μεγάλη παραγωγή λεπτότεχνης κεραμικής. Γι’ αυτό το λόγο θεώρησα ενδιαφέρον να επιχειρήσω να εξισορροπήσω αυτή την τάση προτείνοντας μια μελέτη της χρηστικής κεραμικής.

Τεχνικές κατασκευής
Πρώτο βήμα αποτέλεσε η παρατήρηση των διαφόρων μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν, ως την περίοδο που εξετάζουμε, σ’ αυτή την αλυσιδωτή παραγωγική διαδικασία. Όσον αφορά την τεχνική, διαπίστωσα ότι ο όρος «χειροποίητη κεραμική» δεν βρίσκει εφαρμογή στη χρηστική κεραμική. Η πρόταση να εγκαταλειφθεί αυτός ο όρος βασίζεται σε δύο λόγους: αφενός, όπως παρατήρησα, ορισμένα αγγεία είχαν κατασκευαστεί με τη βοήθεια τροχού και αφετέρου, είχαν χρησιμοποιηθεί ποικίλες τεχνικές κατασκευής. Για παράδειγμα, αντίθετα με ό,τι πιστεύαμε, η χρήση του «μακαρονιού» δεν εφαρμόζεται μόνο για τα μεγάλων διαστάσεων αγγεία, όπως οι πίθοι, αλλά και για αγγεία μικρότερων διαστάσεων, ενώ η εμπίεση και η χρήση μητρών αποτελούσαν τεχνικές γνώριμες, που εφαρμόζονταν συχνά. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι η ποικιλία των τεχνικών επεξεργασίας της επιφάνειας των αγγείων ήταν μεγάλη. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν ταξινομούμε αυτές τις τεχνικές σε ευρείες κατηγορίες, όπως είναι η λείανση ή η στίλβωση, διότι η χρήση τους ήταν τόσο διαδεδομένη ώστε δεν μπορούν να αποτελέσουν τεκμήρια μιας συγκεκριμένης παραγωγής.

Όσον αφορά την όπτηση της κεραμικής, οι έρευνες που έχουν γίνει στα σύνολα λεπτότεχνης γραπτής κεραμικής έχουν δείξει ότι το εύρος των τεχνικών που εφαρμόζονταν δεν είναι το ίδιο με αυτό της χρηστικής κεραμικής. Γι’ αυτή την τελευταία κατηγορία, θεωρώ ότι η χρήση χτιστών κλιβάνων δεν ήταν αναγκαία. Πρόκειται, μάλιστα, για μια μη απαραίτητη τεχνική δέσμευση, καθώς ο υπαίθριοι κλίβανοι είναι πιο κατάλληλοι για τέτοια προϊόντα. Οι εγκαταστάσεις αυτές, ενώ παρέχουν καλή όπτηση, έχουν το πλεονέκτημα ότι όσο πιο μικρές και απλές είναι τόσο λιγότερα καύσιμα απαιτούν. Επιπλέον, το στήσιμο τέτοιων υποτυπωδών κατασκευών είναι πολύ πιο εύκολο. Αυτή η παρατήρηση μπορεί να εξηγήσει μερικώς τον μικρό αριθμό χτιστών κλιβάνων αυτής της περιόδου.

Τυπολογία
Η τυπολογία της χρηστικής κεραμικής είναι σαφώς λιγότερο πλούσια από αυτή της λεπτότεχνης κεραμικής. Στα σχήματα και στους τύπους αγγείων που επαναλαμβάνονται έρχονται να προστεθούν πολυάριθμα παραδείγματα αγγείων που έχουν ιδιαίτερο σχήμα και καθιστούν πιο πολύπλοκη τη διάρθρωση της τυπολογίας. Στην πραγματικότητα, στις δημοσιεύσεις χρηστικής κεραμικής παρατηρούμε ότι το ενδιαφέρον εστιάζεται στα ιδιαίτερα και μεμονωμένα σχήματα, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κατείχαν σημαντική θέση στην τυπολογία. Αυτά τα αντικείμενα, τόσο της λεπτότεχνης όσο και της χρηστικής κεραμικής, είναι δύσκολο να ενταχθούν σε κατηγορίες. Αποτελούν μια μικρή ομάδα μέσα στο γενικότερο σύνολο. Για παράδειγμα, τα μικρά κλειστά αγγεία της Αναβύσσου, που φέρουν εγχαράξεις, έχουν πολλές τεχνικές και στιλιστικές ομοιότητες με αυτά από τα Παλιά Βόλου, αλλά η χρονολογική τους απόσταση δύσκολα επιτρέπει το συσχετισμό τους. Συνεπώς, διατήρησα κάποιες επιφυλάξεις όταν συμπεριέλαβα αυτά τα ιδιαίτερα σχήματα στην τυπολογία προκειμένου να αποφευχθούν επισφαλείς συσχετισμοί.
Διαπιστώθηκε ότι τα αγγεία με διακόσμηση αποτελούν μικρό μέρος στο σύνολο της χρηστικής κεραμικής. Αν εξαιρέσουμε τα μεμονωμένα παραδείγματα, μπορούμε να συγκροτήσουμε ομοιογενή σύνολα που φέρουν τα ίδια τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά. Μια από τις σημαντικότερες ομάδες αποτελούν τα αγγεία που έχουν πλαστεί χωρίς κανένα τεχνικό βοήθημα και των οποίων η επιφάνεια είναι συνήθως στιλβωμένη. Αυτή η τεχνική χρησιμοποιήθηκε για σχεδόν όλα τα σχήματα αγγείων, αλλά πάντα μικρών διαστάσεων. Τα αγγεία μεσαίου μεγέθους, τα οποία έχουν κατασκευαστεί με «μακαρόνι» (κουλούρι) και η επιφάνειά τους είναι στιλβωμένη ή επιχρισμένη απαρτίζουν άλλο σύνολο. Τέλος, η πιο σημαντική ομάδα είναι αυτή των αγγείων από χονδροειδή πηλό με μίκα, τα οποία έχουν ψηθεί σε οξειδωτική ατμόσφαιρα.

Τυπολογία και χρονολόγηση
«The coarse domestic ware is well represented, the usual storage and cooking pots of a community, types which do not vary a great deal from century to century» (V.R. d’A. Desborough, The Greek dark ages, Λονδίνο 1972, σ. 122).

Αυτή η παρατήρηση έγινε από τον Desborough όταν θέλησε να περιγράψει το κεραμικό σύνολο από το Καρφί, αλλά αυτή η ίδια φράση μπορεί να χαρακτηρίσει με τον πιο εύγλωττο τρόπο ολόκληρη την κεραμική παραγωγή στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδος κατά την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Ωστόσο, τα χυτροειδή αγγεία μπορούν να αποτελέσουν μια ομοιογενή ομάδα, της οποίας η χρονολογική εξέλιξη αποδίδεται με ευκολία. Πρέπει να σημειωθεί ότι κανένα από τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη χρονολόγησή της δεν μπορεί από μόνο του να δηλώσει τη χρονολογία του αγγείου, παρά μόνο με μια προσέγγιση περίπου ενός αιώνα. Στις πολυάριθμες εξαιρέσεις που παρατηρήσαμε ως τώρα, μπορούμε να προσθέσουμε τα αγγεία που φέρουν εμπιέσεις δαχτύλων στις εσωτερικές ενώσεις των λαβών, όπως για παράδειγμα ένας πρωτογεωμετρικός αμφορέας από την Ασίνη που έχει διπλό αποτύπωμα, στοιχείο που απαντά κυρίως σε προϊόντα της Ύστερης Γεωμετρικής ΥΓΙΙ.

Η χρονολόγηση της χρηστικής κεραμικής απαιτεί το συνδυασμό πολλών κριτηρίων, αλλά και πάλι σε κάποιες περιπτώσεις η απόκλιση φτάνει τα 25 χρόνια. Επομένως η χρηστική κεραμική δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη λεπτότεχνη κεραμική ως προς τη χρονολόγηση και δεν εξυπηρετεί στη χρονολόγηση άλλων αρχαιολογικών δεδομένων. Πάντως, ο απολογισμός από τη γενική θεώρηση των πραγμάτων είναι θετικός. Παρόλο που ο αντικειμενικός μας σκοπός δεν ήταν να παρουσιάσουμε ένα χρονολογικό κριτήριο πιο ακριβές από τη λεπτότεχνη κεραμική, σε αρκετές περιπτώσεις αποδείχτηκε αρκετά αποτελεσματικό, κυρίως όταν δεν υπήρχαν ευρήματα λεπτότεχνης κεραμικής.

Τεχνοτροπία
Η μελέτη της τεχνοτροπίας μας επιτρέπει να ταυτίσουμε πολλές ομάδες μέσα στο ευρύτερο σύνολο της χρηστικής κεραμικής, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν κατασκευαστεί με τις ίδιες τεχνικές. Η ήδη διαμορφωμένη τυπολογία των παραγωγικών μονάδων, των οποίων γνωρίζουμε τις ικανότητες αλλά και τα τεχνικά χαρακτηριστικά των προϊόντων τους, μπορεί να εφαρμοστεί και για τη χρηστική κεραμική της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου. Μπορούμε να αποδώσουμε σε καθένα από αυτά τα ξεχωριστά σύνολα της χρηστικής κεραμικής ένα περιορισμένο αριθμό μεθόδων παρασκευής. Η πρώτη κατηγορία συνίσταται από αγγεία πολύ απλής τεχνοτροπίας. Σ’ αυτά παρατηρούμε μια ετερογενή παραγωγή που μαρτυρεί μεθόδους οικιακής παρασκευής. Σε μια δεύτερη κατηγορία εντάσσουμε τα αγγεία που παρά την έντονη τεχνική τους συνάφεια δεν παρουσιάζουν ένα ομοιογενές σύνολο. Σ’ αυτή την ομάδα, σύμφωνα με τις εγκαταστάσεις και τις γνώσεις που απαιτούνται για την κατασκευή τους, ανήκουν τα προϊόντα περιορισμένων ή ευρύτερων οικιακών παραγωγών, αλλά και αυτά των εργαστηρίων. Η τρίτη κατηγορία αποτελείται από μια πλούσια και τυποποιημένη παραγωγή, η οποία προέρχεται από οργανωμένα εργαστήρια.

Η μελέτη των ευρημάτων απέδειξε ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές τεχνικές. Είδαμε ότι υπάρχει οικιακή παραγωγή κάποιων σχημάτων, η οποία εμφανίζεται ήδη από την Υπομυκηναϊκή και διαρκεί μέχρι την Υπογεωμετρική περίοδο, ίσως και αργότερα. Η εμφάνιση της δεύτερης κατηγορίας είναι δύσκολο να χρονολογηθεί με ακρίβεια, αλλά μάλλον εντοπίζεται στην Πρωτογεωμετρική περίοδο. Αυτή η παραγωγή είναι αρκετά πλούσια ως τα τέλη της Μέσης Γεωμετρικής. Έπειτα, αρχίζει να μειώνεται σταδιακά δίνοντας τη θέση της στην τρίτη κατηγορία. Αυτή η εξέλιξη πραγματοποιείται στα μέσα περίπου της Ύστερης Γεωμετρικής περιόδου, ίσως στην ΥΓΙΙ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παρουσιάστηκε ταυτόχρονα σε όλες τις περιοχές. Οδηγούμαστε στα πρώτα δείγματα τυποποιημένης παραγωγής είτε ύστερα από την αύξηση της ζήτησης μιας πολυπληθούς πια πελατείας, γεγονός που μπορεί να υποτεθεί για την Αθήνα, είτε λόγω της περιθωριοποίησης κάποιων περιοχών εξαιτίας της γεωγραφικής τους απομόνωσης, όπως συνέβη στην Άνδρο και στη Τήνο.

Τοπικός χαρακτήρας
Οι κατηγορίες που μόλις περιγράψαμε μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε με βεβαιότητα τον αυστηρά τοπικό χαρακτήρα της χρηστικής κεραμικής. Εξετάζοντας τις θέσεις που βρέθηκαν κάδοι παρόμοιοι με έναν από την Αγορά των Αθηνών (αριθ. P 12174, εικ. 1) αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για μία και μόνο περιοχή. Επιπλέον, πρόκειται για τόσο μεγάλες ποσότητες που θεωρούνται a priori κατάλληλες για εξαγωγή, εμπορική ή όχι. Η ομοιογενής κατανομή κάποιων άλλων τύπων δεν εξηγείται από τη διακίνηση των προϊόντων, αλλά από αυτή των τεχνοτροπικών γνώσεων. Αυτή η διάδοση των ιδεών, περισσότερο από αυτή των αγαθών, καθίσταται δυνατή όταν η παραγωγή δεν απαιτεί κάποιο επίπεδο εξειδίκευσης. Αντίθετα, γίνεται πιο δύσκολα όταν το τεχνικό μέρος προϋποθέτει ειδικές γνώσεις που δεν μπορούν να μεταδοθούν, παρά μόνο από έναν περιορισμένο αριθμό ατόμων. Η διακίνηση της χρηστικής κεραμικής, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, αναμένεται μόνο όταν έχουμε εργαστήρια. Μέχρι την αρχαϊκή περίοδο, μόνο για τις χύτρες του τύπου 6 μπορούμε να υποθέσουμε ότι αποτέλεσαν αντικείμενο διακίνησης, η οποία όμως περιοριζόταν στα πλαίσια της Αττικής.

Πλαίσιο εύρεσης
Ο ρόλος της χρηστικής κεραμικής μπορεί να μελετηθεί σε συνάρτηση με τα τέσσερα διαφορετικά πλαίσια εύρεσής της, ταφικό, οικιακό, βιοτεχνικό και λατρευτικό. Για την ταφική λειτουργία της διαθέτουμε την καλύτερη χρονολογική κατανομή των δεδομένων. Κατά την Υπομυκηναϊκή περίοδο, η παρουσία χρηστικής κεραμικής μέσα σε ταφές δεν είναι συχνή. Περιορίζεται στα λιγοστά μικρά αγγεία που συνόδευαν τους ενταφιασμούς στον Κεραμεικό, ενώ απουσιάζει εντελώς από το Λευκαντί. Στην Πρωτογεωμετρική περίοδο τα παραδείγματα πολλαπλασιάζονται και αυτό γίνεται ολοφάνερο στις ταφές από την Αταλάντη. Μια πιο προσεκτική παρατήρηση του υλικού από το Λευκαντί μάς επιτρέπει να διευκρινίσουμε ότι στην πρώτη περίπτωση η χρήση της γενικεύεται κατά την Ύστερη Πρωτογεωμετρική, ενώ στη δεύτερη στη Μέση Πρωτογεωμετρική. Τα κτερίσματα είναι κυρίως χύτρες. Ο ρόλος, λοιπόν, της χρηστικής κεραμικής συνδέεται σαφώς και με την καύση των νεκρών. Σε πολλές περιπτώσεις έχουν εντοπιστεί κύπελλα σπασμένα πάνω στην ταφική πυρά. Αυτή η πρακτική δεν συνδέεται με τις πρόχους που βρίσκουμε άλλοτε μέσα στην πυρά και άλλοτε ως ακέραια κτερίσματα. Μια τρίτη λειτουργία αυτής της κεραμικής εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ύστερη Πρωτογεωμετρική περίοδο με τη χρήση μιας χύτρας ως τεφροδόχου αγγείου. Οι ταφές της Πρωτογεωμετρικής περιόδου στις Κυκλάδες είναι λιγότερες, ωστόσο μας επιτρέπουν να παρατηρήσουμε ότι τα χρηστικά αγγεία αποτελούσαν κτερίσματα τάφων. Η κατάσταση παραμένει αισθητά όμοια από τα τέλη της Πρωτογεωμετρικής μέχρι την Πρώιμη και τη Μέση Γεωμετρική. Σημειώνουμε πάντως μια πιο ευρεία παρουσία της χρηστικής κεραμικής στις Κυκλάδες λόγω της εμφάνισης μεγάλου αριθμού πρόχων διακοσμημένων με εγχαράξεις, αλλά και λόγω των εγχυτρισμών. Αυτή η πρακτική ίσως είχε εμφανιστεί στην ηπειρωτική χώρα και στην Ερέτρια από τη Μέση Γεωμετρική περίοδο, αλλά γενικεύεται με βεβαιότητα κατά την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο. Πρόκειται για αγγεία σε δεύτερη χρήση, τα οποία αρχικά ήταν οικιακά σκεύη. Οι χύτρες απαντούν συχνά ως κτερίσματα μαζί με τεφροδόχους. Σ’ αυτή την περίπτωση, πρόκειται πιθανότατα για σκεύη με τροφή που συνόδευαν το νεκρό στο τελευταίο του ταξίδι. Στην Ύστερη Γεωμετρική περίοδο, αυτή η πράξη μπορεί να θεωρηθεί συμβολική λόγω της εναπόθεσης μικρογραφικών αγγείων, κυρίως εγχάρακτων πινακίων.

Αρχικά, τα ευρήματα χρηστικής κεραμικής που προέρχονταν από οικίες ήταν λιγότερα απ’ αυτά που βρέθηκαν σε τάφους. Τα πρώτα στοιχεία που έχουμε από οικιστικά σύνολα της Υπογεωμετρικής περιόδου μαρτυρούν την ύπαρξη χειροποίητης κεραμικής, χωρίς όμως να γνωρίζουμε περισσότερα για τα σχήματα και την ποσότητά τους. Στην Πρωτογεωμετρική περίοδο, είναι σαφές ότι η χρηστική κεραμική έχει περισσότερο οικιακό παρά ταφικό ρόλο. Οι σημαντικότερες παρατηρήσεις αντλούνται από την ποικιλία των σχημάτων, η οποία εκφράζεται καλύτερα από τα ανοιχτά αγγεία μεγάλου μεγέθους, όπως είναι οι λεκάνες. Τα αρχαιολογικά δεδομένα, ωστόσο, δεν μας επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε με ακρίβεια το ρόλο της χρηστικής κεραμικής μέσα στις οικίες. Αυτή η προσπάθεια γίνεται ευκολότερη στις μεταγενέστερες περιόδους, Πρώιμη Γεωμετρική και Μέση Γεωμετρική, για τις οποίες μπορούμε αρχικά να κάνουμε τις ίδιες παρατηρήσεις σχετικά με την ποσότητα και την ποικιλομορφία της οικιακής κεραμικής. Για παράδειγμα, η εμφάνιση πολλών τύπων λεκανών και τηγανόσχημων αγγείων διευκολύνει την άντληση στοιχείων. Η Ύστερη Γεωμετρική περίοδος είναι πλούσια σε πληροφορίες για το ρόλο της οικιακής κεραμικής. Ο οικισμός του Ωρωπού αποτελεί την πιο σημαντική πηγή πληροφοριών γι’ αυτή την έρευνα. Εδώ, η ποικιλία των σχημάτων είναι περισσότερο πλούσια από κάθε άλλο σύνολο ευρημάτων. Οι χύτρες αποτελούν, ως συνήθως, την πιο μεγάλη κατηγορία. Το πλήθος τους είναι ανάλογο με αυτό όλων των ανοιχτών αγγείων μαζί. Για πρώτη φορά καθίσταται δυνατό να διακρίνουμε ξεκάθαρα τα διαφορετικά σχήματα λεκανών και λεκανίδων. Αναλογικά, ο αριθμός διακοσμημένων αγγείων είναι μικρότερος σε σχέση με αυτά που προέρχονται από τάφους. Έτσι συμπεραίνουμε ότι ο ρόλος της χρηστικής κεραμικής διαφοροποιείται αναλόγως με τη χρήση του χώρου. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την ανάπτυξη της βιοτεχνικής δραστηριότητας, απαραίτητο στοιχείο της οποίας αποτελεί η χρηστική κεραμική. Ο συσχετισμός βιοτεχνίας και κεραμικής είναι ιδιαιτέρα εμφανής στον Ωρωπό και την Ερέτρια, όπου οι μαρτυρίες αναφέρουν, μεταξύ άλλων, τη χρήση τέτοιων αγγείων κατά τη διάρκεια μεταλλουργικών εργασιών που αφορούσαν, όχι μόνο το χαλκό, αλλά και το χρυσό.

Η μελέτη της κεραμικής που εμφανίζεται στο πλαίσιο λατρευτικών τελετών εγείρει το πρόβλημα διαχωρισμού του υλικού που είχε άμεση σχέση με το τελετουργικό. Για την επίλυση του προβλήματος ασχολήθηκα αρχικά με τις θέσεις στις οποίες υπάρχει μικρή πιθανότητα να έχουν διαταραχθεί από άλλες δραστηριότητες. Η κεραμική που προέρχεται από τα ιερά κορυφής παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα να είναι φτωχή σε χρηστικά αγγεία. Ειδικότερα, τα ανοιχτά σχήματα εμφανίζονται μόνο τυχαία. Επίσης, είναι δύσκολο να πούμε με σιγουριά αν οι χύτρες βρίσκονται εκεί σε δεύτερη χρήση. Όσον αφορά τα άλλα είδη ιερών, ο σημαντικός αριθμός τους μετριάζεται από τα λιγοστά ευρήματα. Εξαίρεση αποτελεί το ιερό στο Καλαπόδι, όπου ευρήματα χρηστικής κεραμικής έχουμε πριν από την Υπομυκηναϊκή περίοδο. Τα χειροποίητα αγγεία αποτελούν το 60% του συνόλου της κεραμικής κατά την Πρωτογεωμετρική και γενικά κατά τη Γεωμετρική περίοδο. Αυτή η σημαντική αναλογία, εντούτοις, πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με την ιδιαιτερότητα που παρουσιάζει η χρηστική κεραμική στο Καλαπόδι να μιμείται τα σχήματα της λεπτότεχνης κεραμικής. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για τη μοναδική θέση όπου μπορούμε να βρούμε έναν τύπο σκύφου με λεπτά τοιχώματα και έξω νεύοντα χείλη που δεν είναι χειροποίητα, αλλά ο πηλός τους είναι χοντρόκοκκος με προσμίξεις.

Το υλικό που προέρχεται από τις ανασκαφές στο ιερό του Απόλλωνος Δαφνηφόρου στην Ερέτρια μας επιτρέπει να εξετάσουμε το σύνολο της κεραμικής που προοριζόταν για λατρευτική χρήση. Είναι ολοφάνερο ότι αυτού του είδους η κεραμική αποτελείται από μια σειρά αγγείων ανάλογων σχημάτων με αυτά του οικισμού. Ωστόσο, το πλήθος κάθε σχήματος διαφέρει ελαφρώς, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση οι χύτρες αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα. Είναι, λοιπόν, λογικό να συμπεράνουμε ότι οι χύτρες κατείχαν σημαντικό ρόλο στα τελετουργικά δρώμενα αυτής της περιοχής. Από την άλλη πλευρά, κάποια μεμονωμένα παραδείγματα δηλώνουν διαφορετική χρήση αυτής της κεραμικής. Ένας λέβητας που βρέθηκε στην Ερέτρια φέρει επιγραφή πριν από την όπτηση, γεγονός που αποδεικνύει την ύπαρξη συγκεκριμένης κεραμικής παραγωγής για κάποιο τελετουργικό. Άλλη περίπτωση είναι μια πρόχους που βρέθηκε μέσα σ’ έναν αποθέτη για τη θεμελίωση ενός ναού στην Νάξο, και αποτελεί την πρώτη μαρτυρία τελετουργικού.

Η χρηστική κεραμική με λατρευτικό ρόλο είναι άφθονη, αλλά δεν ξεπερνά αυτή που προέρχεται από τις οικίες. Αυτό το σύνολο είναι λίγο διαφορετικό γιατί πρόκειται κυρίως για χύτρες. Η χρήση τέτοιων αγγείων δύσκολα παρακολουθείται μελετώντας τα αρχαιολογικά δεδομένα, κυρίως γιατί πολύ συχνά αποτελούν αναθήματα. Οι γραπτές πηγές, παρότι μεταγενέστερες, μας επιτρέπουν την υπόθεση ότι αυτά τα αναθήματα αφορούσαν κυρίως το περιεχόμενο παρά το περιέχον.

Τα χρηστικά αγγεία συνδέονται οπωσδήποτε με τη μαγειρική. Αυτό αποδεικνύεται εύκολα για τα χυτροειδή αγγεία, τα οποία φέρουν σαφή ίχνη καύσης (εικ. 2). Ο τρόπος χρήσης τους προκύπτει από αυτά τα ίχνη. Τέτοια αγγεία τοποθετούνταν είτε απευθείας πάνω στα κάρβουνα είτε πάνω σε υποστηρίγματα ψησίματος, τα οποία μπορούσαν να είναι φορητά ή σταθερά. Όλα αυτά τα αγγεία ταυτίζονται με τις χύτρες για τις οποίες υπάρχουν πολλές αναφορές στις γραπτές πηγές. Από τα ίδια στοιχεία μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες και για το είδος των φαγητών που παρασκευάζονταν με τη βοήθεια των χυτρών. Πρόκειται κυρίως για σκεύη όπου έφτιαχναν πουρέ λαχανικών αλλά και έβραζαν το κρέας ή το ψάρι. Ωστόσο, οι χύτρες δεν είχαν μόνο μαγειρική χρήση. Αφήνοντας κατά μέρος τις περιπτώσεις εγχυτρισμών όπου τις συναντάμε σε δεύτερη χρήση, μαρτυρείται ότι εξυπηρετούσαν και άλλες δραστηριότητες, όπως για να μεταφέρουν κάρβουνα. Για τους ίδιους λόγους, δεν είναι δυνατό να προσδώσουμε μία μόνο χρήση στα τηγανόσχημα αγγεία. Η μόνη παρατήρηση που μπορούμε να κάνουμε είναι η διάκριση μεταξύ των τριποδικών και αυτών χωρίς πόδια. Και οι δύο κατηγορίες βρίσκουν περισσότερες από μία χρήσεις. Το ψήσιμο του ψωμιού είναι χωρίς αμφιβολία μια πολύ σημαντική δραστηριότητα, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι τηγανόσχημα αγγεία χρησίμευαν και ως φορητοί κλίβανοι που παρείχαν φως και θερμότητα. Επιπλέον, ίσως χρησιμοποιούνταν και για την προετοιμασία κάποιων τροφών.

Η χρήση των αγγείων ανοιχτού σχήματος είναι δύσκολο να αποσαφηνιστεί. Φαίνεται απίθανο να εξυπηρετούσαν στο σερβίρισμα εξαιτίας της τραχιάς επιφάνειάς τους. Θεωρείται πιο λογικό, μολονότι δεν διαθέτουμε αποδείξεις, να χρησίμευαν στην προετοιμασία της μαγειρικής. Αντίθετα, η παρουσία τους σε βιοτεχνικές δραστηριότητες είναι αναμφισβήτητη. Τα χαρακτηριστικά του χονδρόκοκκου πηλού τους, που είναι ανθεκτικός στις υψηλές θερμοκρασίες, τα καθιστά ιδανικά σκεύη για μεταλλουργικές εργασίες. Τα μεγάλης διαμέτρου εγκλείσματα μέσα στον πηλό είναι απαραίτητο στοιχείο για τη λειτουργία ενός τέτοιου αγγείου ως τριπτήρα. Κρίνοντας από το υλικό του Ωρωπού μπορούμε να πούμε ότι αυτές οι λειαντικές ιδιότητες εφαρμόζονται από την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο.

Το στοιχείο που καθιστά τους κάδους, τις υδρίες και τις οινοχόες κατάλληλα αγγεία για αποθήκευση και συντήρηση υγρών αποτελεί ακόμη ένα τεχνικό χαρακτηριστικό. Η πορώδης φύση του πηλού επιτρέπει στο εσωτερικό του αγγείου να ψύχεται ελαφρώς μέσω της διαδικασίας της εξάτμισης, διατηρώντας έτσι το υγρό σε χαμηλότερη θερμοκρασία από αυτή του περιβάλλοντα χώρου. Αυτά τα ίδια χαρακτηριστικά επιτρέπουν και την αποθήκευση τροφών μέσα σε πιο μεγάλα αγγεία, όπως μικρούς πίθους με λαβές.

Τέλος, τα στηρίγματα ψησίματος είναι τα μοναδικά σχήματα (εικ. 3), τα οποία έχουν μόνο μια πιθανή εφαρμογή. Μπορεί οι τύποι να ποικίλλουν, αλλά το γενικό σχήμα είναι το ίδιο. Πρόκειται για αντικείμενα που βοηθούσαν ώστε να τοποθετείται η χύτρα στο πάνω μέρος και τα κάρβουνα από κάτω. Με αυτόν τον τρόπο καθίσταται δυνατή η τροφοδοσία της φωτιάς όσο συχνά θέλουμε χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να μετακινήσουμε τα σύνεργα της εστίας. Αυτός ο τελευταίος τύπος σκεύους προϋπέθετε μια ιδιαίτερη οργάνωση του χώρου της οικίας στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Η χρήση στηριγμάτων ψησίματος στη μαγειρική εξαρτάται από την ελεύθερη επιλογή κάποιων να τα προτιμούν έναντι των σταθερών κατασκευών που είχαν την ίδια λειτουργία. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι η μαγειρική δραστηριότητα δεν λάμβανε χώρα σε ένα σταθερό σημείο μέσα στην οικία. Αυτή η κινητικότητα φανερώνεται αρχαιολογικά από τις εστίες, των οποίων η κατανομή αλλάζει σε κάθε χρονολογική φάση.  Ένα άλλο σχήμα αγγείου έρχεται να επιβεβαιώσει την υπόθεση της συχνής μετακίνησης των δραστηριοτήτων. Πρόκειται για τα τηγανόσχημα, η χρήση των οποίων ως μαγκαλιών παρείχε τη δυνατότητα μεταφοράς της πηγής της θερμότητας ανάλογα με τις ανάγκες.

Τα ευρήματα οδηγούν στην άποψη ότι οι οικίες δεν είχαν ειδικούς χώρους που προορίζονταν για τη συγκεκριμένη χρήση. Εντούτοις, κάποιες άλλες παρατηρήσεις μετριάζουν αυτή την εντύπωση. Η πρώτη παρατήρηση αφορά τους αποθηκευτικούς χώρους που βρίσκονταν, είτε στο πίσω μέρος των κτισμάτων, είτε έξω από αυτά αλλά πολύ κοντά τους. Έπειτα, όταν τα αγγεία δεν χρησιμοποιούνταν τακτοποιούνταν σε κάποιο χώρο που μάλλον ήταν ένα ψηλό σημείο στο εσωτερικό των σπιτιών ή κρέμονταν ή τοποθετούνταν σε ράφια. Μελετώντας την κατανομή του υλικού της χρηστικής κεραμικής στην περιοχή του Ωρωπού διακρίνουμε ποσοτικές και ποιοτικές διαφορές. Αυτές εξηγούνται από τη μεγαλύτερη διάδοση κάποιων εργασιών σε συγκεκριμένες ζώνες έναντι άλλων.

Εξατομίκευση

Σε καθεμιά από τις θέσεις όπου μελετήθηκε ικανοποιητική ποσότητα υλικού παρατηρήθηκε ξεκάθαρα μια εξατομίκευση των πήλινων αντικειμένων. Οι μαρτυρίες είναι λιγότερες για την Υπομυκηναϊκή και την Πρωτογεωμετρική περίοδο, αλλά μόνο η θέση Καλαπόδι αποδεικνύει την ύπαρξη μιας ειδικής παραγωγής που δεν απαντά πουθενά αλλού. Από τα μέσα της Πρωτογεωμετρικής και μέχρι την Πρώιμη Γεωμετρική, οι θέσεις Λευκαντί και Ωρωπός διαφοροποιούνται από την Αθήνα με μια παραγωγή πιο ομοιογενή. Μόνο κατά την Μέση Γεωμετρική και κυρίως κατά την Ύστερη Γεωμετρική καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός τοπικών χαρακτηριστικών μέσα στο σύνολο του γεωγραφικού χώρου που μελετήθηκε. Η παραγωγή χρηστικής κεραμικής στη Ζαγορά είναι χαρακτηριστική, όχι μόνο για τη συστηματική υιοθέτηση της τεχνικής του «μακαρονιού», αλλά και για την παρουσία χυτρών πολύ διαφορετικού σχήματος από άλλα σύνολα.

Μια άλλη ιδιαιτερότητα είναι η χρήση πηλού με εγκλείσματα διαμέτρου μικρότερης του ενός χιλιοστού. Αυτό το χαρακτηριστικό εντοπίζεται μόνο στη θέση Ξόμβουργο, όπου η μορφολογική μελέτη επιβεβαιώνει αυτή τη σημαντική ιδιαιτερότητα. Σ’ αυτή την περίπτωση παρατηρείται επίσης η συστηματική χρήση μητρών κυρτού σχήματος. Η χρηστική κεραμική από την ηπειρωτική Ελλάδα και την Εύβοια πρωτοτυπεί όχι σε ό,τι αφορά τις τεχνικές κατασκευής, αλλά κυρίως ως προς τα σχήματα. Έτσι, τα προϊόντα από περιοχές βόρεια του Ευβοϊκού κόλπου έχουν πιο σφαιρικές φόρμες και διακοσμούνται συχνά με ανάγλυφα, κυρίως με μαστούς.

Στην Αθήνα παρασκευάζονται κάδοι για την άντληση και τη συγκέντρωση νερού. Σ’ αυτή τη θέση τέτοια ευρήματα είναι πολυάριθμα, ενώ απουσιάζουν εντελώς σε άλλες περιοχές. Η λειτουργία τους αντικαθίσταται με αυτή των χυτρών από τον ίδιο πορώδη πηλό. Τεκμήρια τέτοιας χρήσης αποτελούν μερικές πρόχοι από τον Ωρωπό. Από μια γενική θεώρηση των πραγμάτων γνωρίζουμε ότι υπάρχουν εστίες που προορίζονταν σίγουρα για την παραγωγή χρηστικής κεραμικής. Αναλογιζόμενοι την ποσότητα πήλινων αντικειμένων συμπεραίνουμε ότι κάθε περιοχή παρήγε η ίδια το μεγαλύτερο μέρος της κεραμικής που της ήταν απαραίτητη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτά τα προϊόντα δεν αποτελούσαν αντικείμενο ανταλλαγών εντός της κοινότητας.

Προοπτικές
Στη πορεία αυτής της έρευνας, φάνηκε καθαρά ότι η χρηστική κεραμική αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών για τις κοινωνίες της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου. Κάποια συμπεράσματα αντλούνται από τη χρονολόγηση, άλλα από τη βιοτεχνική παραγωγή και τη λειτουργία των χώρων εύρεσης, ενώ ορισμένα συνάγονται από τις σχέσεις μεταξύ των κοινοτήτων. Παρά τα προβλήματα εξαιτίας της ανεπαρκούς ποιότητας και ποσότητας των ευρημάτων, είναι φανερό ότι από δω και στο εξής θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε αυτή την παραγωγή με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μόνον τότε θα γίνει δυνατό να καθοριστούν οι χρονολογίες με μεγαλύτερη ακρίβεια και να εντοπιστούν περισσότερες θέσεις με ευρήματα. Ακόμη, η πιο σημαντική ανάγκη παραμένει η οργάνωση αυτού του υλικού με μια απλή ανάλυση ποσοστών, που θα επέτρεπε στην επιστημονική κοινότητα να ανατρέχει σ’ αυτά τα χαρακτηριστικά παραδείγματα προκειμένου να προσδιορίσει τη λειτουργική φύση κάθε ομάδας αγγείων συγκεκριμένου τύπου.

Jean-Sébastien Gros
[email protected]

Επιμέλεια κειμένου: Ράνια Οικονόμου

Για τη διατριβή
Τύπος: Διαπανεπιστημιακή διατριβή, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας – Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Ελλάδα και Πανεπιστήμιο Paul Valéry – Montpellier III, Γαλλία.
Πρωτότυπος τίτλος: La céramique commune en Grèce centrale au début de l’Âge du Fer (ca. 1100-675 avant J.-C.). Typologies, Production, Circulation, Consommation.
Επόπτες καθηγητές: Stephan Schmid και Αλέξανδρος Μαζαράκης Αινιάν
Υποστήριξη: Ιούνιος 2007.
Μέλη της εξεταστικής επιτροπής: καθηγητές Αλέξανδρος Μαζαράκης Αινιάν (Παν. Θεσσαλίας), Νότα Κούρου (Παν. Αθηνών), Εύα Σημαντώνη-Μπουρνιά (Παν. Αθηνών), François de Polignac (Centre Louis Gernet και Ecole Pratique des Hautes Etudes, Section des Sciences religieuses, Παρίσι, Γαλλία), Karl Reber (Παν. Λωζάννης, Ελβετία), Stephan Schmid (Παν. Humboldt-Universität zu Berlin, Γερμανία), Jean-Marc Luce (Παν. Toulouse II – le Mirail, Γαλλία).
Περιγραφή: 2 τόμοι – 550 σελίδες.
Γλώσσα: γαλλικά.