Ο έρωτας στην Ιλιάδα
Στα ομηρικά έπη, και ειδικότερα στην Ιλιάδα, ο ρόλος που δίνεται στον έρωτα είναι μάλλον δευτερεύων. Η κατάσταση στο έπος έχει ως εξής: Οι Έλληνες βρίσκονται μακριά από τα σπίτια και τις συζύγους τους. Οι γυναίκες, με τις οποίες έρχονται σε επαφή, είναι λάφυρα πολέμου, σκλάβες – όπως η Βρισηίδα. Η Βρισηίδα φαίνεται να τρέφει τρυφερά αισθήματα για τον Αχιλλέα, και ενδόμυχα ελπίζει να τον παντρευτεί. Αντίθετα, ο ήρωας δεν εκφράζει κανενός είδους αγάπη και στοργή απέναντι στη σκλάβα του, και όταν ο Αγαμέμνονας του την παίρνει, στην αρχή της Ιλιάδας, εκείνο που πληγώνεται είναι η τιμή του Αχιλλέα και όχι τα αισθήματά του. Αλλά και ο Αγαμέμνονας απαντάει με σκληρότητα στον πατέρα της δικής του σκλάβας, της Χρυσηίδας, ο οποίος του προσφέρει δώρα για να πάρει πίσω την κόρη του: «Την κόρη δεν τη δίνω εγώ!… παρ’ όταν πια γεράσει απ’ την πατρίδα της μακριά, στο σπιτικό μου, στ’ Άργος, τη μέρα με τον αργαλειό, τη νύχτα στο πλευρό μου» (Α 29-31). Στη συνέχεια, ο Αγαμέμνονας λέει λόγια προσβλητικά και για τη νόμιμη σύζυγό του την Κλυταιμνήστρα, όταν απαντάει με οργή στον μάντη Κάλχα: «Τώρα στ’ ασκέρι πάλι ομπρός λαλείς και προφητεύεις πως τάχα τόσες συφορές για αυτό τους στέλνει ο Φοίβος, τι εγώ στην πλούσια ξαγορά δεν έστερξα της κόρης, που κάλια αυτή τον πύργο μου να μου στολίζει θέλω. Ναι, κι απ’ τ’ απάρθενό μου εγώ τήνε προκρίνω ταίρι, την Κλυταιμνήστρα, τι μαθές χειρότερη δεν είναι στα κάλλη, μήτε στο κορμί, στη γνώση και στα χέρια» (Α 109-115).
Μοναδικό παράδειγμα τρυφερής συζυγικής αγάπης, που συναντάμε στο έπος, είναι εκείνο του Έκτορα και της Ανδρομάχης. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, ο Όμηρος χρησιμοποιεί την τελευταία συνάντηση μεταξύ των δύο συζύγων όχι για να υμνήσει τον Έρωτα αλλά για να τονίσει την ανδρεία του πολεμιστή Έκτορα, ο οποίος δεν διστάζει να έρθει αντιμέτωπος με το θάνατο, παρά τα παρακάλια της αγαπημένης του. «Έχτορα, τώρα εσύ γονιός κι εσύ γλυκιά μου μάννα, εσύ είσαι εμένα κι αδερφός και τρυφερό μου ταίρι, μόνο πια λυπήσου με, κι αυτού στο κάστρο μείνε απάνου, μήπως με ρίξεις σε χηριά και το παιδί σε ορφάνια» (Ζ 429-432). Η Ανδρομάχη και η επιθυμία της δεν λαμβάνονται υπόψη. Ο Έκτορας οφείλει να εκπληρώσει το χρέος του απέναντι στους Τρώες, το κλέος, η δόξα είναι ανώτερη από κάθε είδους αγάπη. Έτσι απαντάει στην Ανδρομάχη: «Γυναίκα, ναι κι εγώ όλα αυτά στο νου μου τ’ αναδεύω∙ όμως ντροπή απ’ τις Τρώισσες, ντροπή ’ναι ομπρός στους Τρώες να σέρνουμαι έτσι σαν κιοτής αλάργα απ’ τους πολέμους… μήτε το θέλει μου η καρδιά! Τι πάντα παλικάρι έμαθα να ’μαι και μπροστά στις κονταριές να τρέχω, μ’ απόφαση το γονικό να διαφεντέψω θρόνο» (Ζ 441-446). Ο Έκτορας φεύγει και η Ανδρομάχη μένει κλεισμένη μέσα στα ανάκτορα, μαζί με τις άλλες γυναίκες, όπου δεν μπορεί παρά να περιμένει υφαίνοντας στον αργαλειό της. Όταν, στη ραψωδία Χ, ακούει τις οιμωγές και τους θρήνους των άλλων γυναικών που βρίσκονται στους πύργους, αρχίζει να τρέχει μέσα στο μέγαρο, «σαν παλαβή», κι όταν βλέπει το σώμα του αγαπημένου τους να σέρνεται από τους ίππους χωρίς φροντίδα «νύχτα τα μάτια σκότεινη της σκέπασε» (Χ 466).
Δύο είναι οι πιο «δύσκολες» σκηνές αγάπης στην Ιλιάδα. Στην τρίτη ραψωδία, ο Πάρης τολμά να αντιμετωπίσει σε μονομαχία τον Μενέλαο. Κι ο δυνατός έλληνας ήρωας θα τον είχε σκοτώσει αν δεν μεσολαβούσε η Αφροδίτη, η αιώνια προστάτιδα του Πάρη. Ο Μενέλαος επιδεικνύει οργισμένος στο ελληνικό στρατόπεδο την περικεφαλαία του Πάρη, ενόσω εκείνος μεταφέρεται πάνω σε ένα σύννεφο σε αρωματισμένο υπνοδωμάτιο. Η Αφροδίτη επιβάλλει στην Ελένη να συναντήσει εκεί τον εραστή της, παρά τη θέλησή της. Η Ελένη, τρέμοντας, φορά τον λευκό πέπλο της και επιστρέφει στο παλάτι όπου την περιμένει ο Πάρης. Είναι θυμωμένη: ο Πάρης είναι ένας δειλός, που δεν μπορεί να νικήσει έναν δυνατό πολεμιστή όπως ο Μενέλαος. Όμως τον Πάρη απασχολούν τελείως διαφορετικές σκέψεις: «Μόνο πάμε τώρα το φιλί στο στρώμα να χαρούμε∙ τι τέτοια φλόγα στην καρδιά δεν ένιωσα ποτές μου, μήτε όταν πρώτα σ’ άρπαξα απ’ την πανώρια Σπάρτη και με τα πελαγόδρομα ταξίδευα καράβια» (Γ 441-444). Και έτσι μια Ελένη μετανιωμένη, που νοσταλγεί τον πρώτο της, αρρενωπό, άνδρα, υποχρεώνεται να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του Πάρη, που την ποθεί όπως την πρώτη φορά που την είδε.
Και ο Δίας όμως κυριεύεται από μια ξαφνική και βίαιη επιθυμία για τη γυναίκα του Ήρα, την οποία αντίθετα συνήθως απατά. Στην ραψωδία Ξ της Ιλιάδας, η Ήρα διαθέτει ένα ακατανίκητο όπλο, στο οποίο κανείς δεν αντιστέκεται: τον μαγικό στηθόδεσμο της Αφροδίτης, ο οποίος ξυπνά τον πόθο και τον έρωτα, τόσο που ακόμη και οι σοφοί χάνουν τα λογικά τους. Ο Δίας θέλει αμέσως να κάνει έρωτα με την Ήρα, που φοβάται μήπως τους δουν οι άλλοι θεοί: ξαπλώνουν κάτω από τον Όλυμπο, σε ένα ανθισμένο λιβάδι, ενώ ο πατέρας των θεών τυλίγει γύρω τους ένα χρυσό σύννεφο, αδιαπέραστο από τα ξένα βλέμματα: «Είπε, κι αρπάει το ταίρι του στην αγκαλιά του ο Δίας. Κι η Γης τούς βγάζει νιόβλαστο και μαλακό χορτάρι, γιούλια τους βγάζει ολόδροσα βασιλικούς και κρίνους πυκνούς, που έτσι αψηλά απ’ της γης το χώμα τούς κρατούσαν. Πέσανε εκεί, μες σε χρυσό κουκουλωμένοι γνέφι, πανώριο γνέφι πού ’σταζε δροσιές αχτιδοβόλες» (Ξ 346-351).
Ο Όμηρος στήνει ένα σκηνικό σαν παραπέτασμα μπροστά από τους δύο θεϊκούς του εραστές: μια σκηνή που θυμίζει κινηματογραφικό fade out. Όμως και σε αυτή την περίπτωση ελάχιστος ρομαντισμός διακρίνεται στην αυταρχική επιθυμία του Δία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για εξαπάτηση: η Ήρα ήθελε με τον τρόπο αυτό να αποκοιμήσει το σύζυγό της για να τον κρατήσει μακριά από τον πόλεμο, ώστε εκείνη να βοηθήσει τους αγαπημένους της Έλληνες. Αλλά και ο Δίας συμπεριφέρεται ανάλογα, δηλώνοντας έντονα τον ερωτικό του πόθο για τη γυναίκα του, χωρίς ωστόσο να διστάσει να θυμηθεί τις πολυάριθμες θνητές ερωμένες που είχε: «έλα εμείς τον έρωτα μια στάλα να χαρούμε, τι ως τώρα πόθος γυναικός ή και θεάς ποτές μου στα στήθια δε μου χύθηκε, δε μ’ άγγιξε τα σπλάχνα, όσο σε θέλω και γλυκός τώρα με φλέγει πόθος, ούτε όταν ερωτεύτηκα τη σύζυγο του Ιξίονα… ούτε τη Δανάη… ούτε την κόρη του Φοίνικα… ούτε τη Σεμέλη… ούτε την Αλκμήνη (Ξ 314 κ.εξ.)». Τελικά, ο Δίας συνθέτει, μπροστά στη γυναίκα του, έναν ολόκληρο κατάλογο των ερωμένων του, ενώ η δαιμόνια Ήρα υπομένει την ταπείνωση, μόνο και μόνο γιατί θέλει να χρησιμοποιήσει την ερωτική τους συνεύρεση για να πετύχει τους σκοπούς της. Αντίθετα, άλλες φορές, ο Δίας φοβάται την εκδικητική ζήλια της γυναίκας του. Όταν η Θέτις για παράδειγμα, στεναχωρημένη για τη μεγάλη προσβολή που έγινε στο γιο της Αχιλλέα, τον παρακαλεί και του ακουμπά τα γόνατα, σε μια χειρονομία ικεσίας, που φυσικά θα μπορούσε να παρεξηγηθεί, ο Δίας πράγματι υπόσχεται να βοηθήσει τη Θέτιδα, όμως της ζητά να απομακρυνθεί γρήγορα για να μην τη δει η Ήρα (Α 517 κ.εξ.).

Ο έρωτας στην Οδύσσεια
Ο πόλεμος στην Οδύσσεια έχει λήξει και υπάρχει περισσότερος διαθέσιμος χώρος για τον έρωτα. Ο Οδυσσέας αποτελεί αντικείμενο κάθε είδους έρωτα. Η πανέμορφη νύμφη Καλυψώ που τον κρατά κρυμμένο επτά χρόνια, θα του χάριζε ακόμα και την αθανασία αν ήθελε να μείνει μαζί της για πάντα. Η Καλυψώ είναι μια νύμφη θεϊκή, αλλά τα συναισθήματά της είναι πολύ ανθρώπινα· θέλει να πείσει τον άνθρωπο που αγαπά και δεν διστάζει να τον ρωτήσει γιατί θέλει να επιστρέψει στην Πηνελόπη, τη γυναίκα του: «το είδα και καλά το ξέρω, η Πηνελόπη αντίκρυ σου, όσο κι αν δεν της λείπει η φρόνηση, σου υπολείπεται και στη μορφή και στο παράστημα. Είναι θνητή, κι εσύ ’σαι αθάνατη, στον χρόνο αγέραστη» (ε 210-213). Ο Οδυσσέας όμως αρνείται στον ίδιο βαθμό: δεν μπορεί να προσβάλει την ωραιότατη θεά και παραδέχεται πως η Πηνελόπη δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της ως προς το κάλλος. Επιθυμεί όμως επίσης να επιστρέψει στο σπίτι του, στην Ιθάκη. Η Καλυψώ ηττάται και πρέπει να μείνει ικανοποιημένη που θα κάνει έρωτα μαζί του για μια ακόμη τελευταία φορά: «Προχώρησαν οι δυο στο κοίλο βάθος της σπηλιάς, κοιμήθηκαν μαζί, και χάρηκαν μαζί φιλί κι αγκάλη» (ε 225-227). Στην πραγματικότητα ο Οδυσσέας αρχικά ήταν ευχαριστημένος να χαίρεται τον έρωτα της πανέμορφης θεάς: αλλά ακόμα και η θεϊκή ομορφιά μπορεί να οδηγήσει στην πλήξη, και έτσι ο Οδυσσέας από καιρό έφθειρε τα μάτια του κλαίγοντας: «οδύρονταν, αφού καμιά χαρά δεν του έδινε τώρα η νεράιδα. Τις νύχτες αν κοιμότανε μαζί της στο βάθος της σπηλιάς, το ’κανε από ανάγκη· το ’θελε εκείνη, εκείνος όχι. Τις μέρες όμως τις περνούσε κρεμασμένος σε βράχια κι ακρωτήρια, τα σωθικά του τρώγοντας με δάκρυα, στεναγμούς και λύπες, με μάτια βουρκωμένα, στυλωμένα πάντα στο άκαρπο πέλαγος» (ε 154-157).
Ο Οδυσσέας ως εραστής κάνει πράγματι εντατική χρήση των χαρισμάτων του· απολαμβάνει για ένα χρόνο σχεδόν και την «περικαλλή ευνή» της επικίνδυνης Κίρκης. Ο Οδυσσέας επωφελείται ακόμα και από το αγνό συναίσθημα της νεαρής Ναυσικάς· η πριγκίπισσα θα ήθελε ο ξένος που ναυάγησε στο νησί της, μεγάλος πια σε ηλικία αλλά ρωμαλέος ακόμα, να την παντρευόταν. Η Ναυσικά είναι η γυναίκα που σώζει πραγματικά τον Οδυσσέα: και χάρη σε εκείνη που τον οδηγεί στην αυλή των Φαιάκων, ο Οδυσσέας καταφέρνει να επιστρέψει στην Ιθάκη. Πριν φύγει, ενώ η κόρη τον κοιτά με θλίψη, ο Οδυσσέας τής υπόσχεται πως δεν θα την ξεχάσει ποτέ. Ακριβώς αντίθετα όμως, η Ναυσικά είναι η μοναδική γυναίκα που ο Οδυσσέας δεν θυμάται, όταν αφηγείται τις περιπέτειές του στην Πηνελόπη.
Ο έρωτας, όπως έχουμε δει στη συνάντηση του Δία και της Ήρας, είναι δύναμη ακατανίκητη, μαγική και μπορεί να οδηγήσει στην τρέλα. Υπάρχουν διάφορα παραδείγματα αυτής της τρέλας από έρωτα: στην Ιλιάδα η ώριμη γυναίκα του βασιλιά Προίτου ερωτεύεται απελπισμένα τον νεαρό ήρωα Βελλεροφόντη, ο οποίος την αποκρούει: και εκείνη για να τον εκδικηθεί τον διαβάλλει πως προσπάθησε να τη βιάσει (Ζ 164 κ.εξ.). Πρώτοι οι θεοί, όπως έχει ειπωθεί, δεν αντιστέκονται στη θέληση του έρωτα: οι εραστές Άρης και Αφροδίτη πιάστηκαν στο κρεβάτι από την παγίδα που έστησε ο Ήφαιστος, ο κουτσός σύζυγος της πανέμορφης θεάς του έρωτα. Ο Ήφαιστος, έρμαιο του πόνου, για να διαπομπεύσει τη σύζυγο καλεί όλους τους θεούς να αντικρύσουν το άσεμνο θέαμα. Όμως ο Απόλλωνας βλέποντας την Αφροδίτη, γυρίζει στον Ερμή και ρωτάει: «θα δεχόσουν, παγιδευμένος σε φριχτά δεσμά, να πλάγιαζες στην ίδια κλίνη με τη χρυσή Αφροδίτη;» Και ο Ερμής απαντά: «Άμποτε κάτι τέτοιο να γινόταν, λαμπρέ εκηβόλε Απόλλωνα• ας ήμουν γύρω μου δεμένος με τρεις φορές τόσα κι αμέτρητα δεσμά, ας με θωρούσατε όλοι εσείς, θεοί, θεές· φτάνει να πλάγιαζα με τη χρυσή Αφροδίτη» (θ 339 κ.εξ.). Με τα λόγια αυτά όλοι οι θεοί ξεσπούν σε ασταμάτητα γέλια. Ανάλογος είναι και ο νοσταλγικός θαυμασμός των γερόντων στην Ιλιάδα, που βλέπουν να περνά η πανέμορφη Ελένη στα τείχη της Τροίας και αναστενάζουν: «για πλάσμα σαν κι αυτή δεν είναι κατηγόρια τόσον καιρό που σφάζονται οι Δαναοί κι οι Τρώες! Αλήθεια αθάνατη θεά λες είναι σαν τη βλέπεις» (Γ 155 κ.εξ.).

Ο έρωτας στον Όμηρο

Η επική ποίηση λοιπόν ξέρει να διακωμωδεί τη δύναμη του έρωτα, αν και στο βάθος εξακολουθεί να υπάρχει κάποιος φόβος: ότι ο έρωτας μπορεί να αφαιρέσει τη δυνατότητα της λογικής σκέψης. Οι μεταγενέστερες γενεές, κυρίως οι φιλόσοφοι, δεν εκτίμησαν την τόσο ελευθέρια και ελάχιστα ρομαντική παρουσίαση του έρωτα από τον Όμηρο. Ο Πλάτωνας έδειξε περιφρόνηση για την τολμηρή παρουσίαση των μοιχών θεών: μόνο μια εκλεπτυσμένη αλληγορική ερμηνεία μπόρεσε αργότερα να δικαιολογήσει στα μάτια των ηθικολόγων την οδυνηρή σκηνή της επ’ αυτοφώρω σύλληψης του Άρη και της Αφροδίτης· το ίδιο και την αποπλάνηση του Δία από την Ήρα στην Ιλιάδα, ένα αριστούργημα ρητού και άρρητου, φωτισμένου και αμέσως σβησμένου, σαν τα φιλιά στον βωβό κινηματογράφο. Και ο προφανώς άφθαρτος έρωτας ανάμεσα στον Οδυσσέα και την Πηνελόπη μοιάζει ωστόσο λιγότερο ειδυλλιακός, αν αναλογιστεί κανείς τις τόσες προδοσίες του Οδυσσέα…
Στην Αναγέννηση, όταν η Ιλιάδα επανήλθε ως το ύψιστο λογοτεχνικό πρότυπο επικού ποιήματος, έγινε αντιληπτή ακόμη περισσότερο η έλλειψη έρωτα στον Όμηρο. Έτσι διορθώθηκε ο Όμηρος και εφευρέθηκε ένας νέος τύπος επικής προσωπικότητας που δεν εμφανίζεται στην Ιλιάδα: η γυναίκα-πολεμιστής, η οποία στο τέλος ερωτεύεται τον εχθρό της. Αλλά για να αρχίσει μια ιστορική γνώση της Ιλιάδας, πρέπει να ασχοληθεί κανείς με τον 17ο αιώνα: είναι σ’ αυτόν τον αιώνα που πραγματικά ξεσπά η Querelle des Anciens et des Modernes [Διαμάχη Αρχαίων και Νεοτέρων] και ο Όμηρος βρίσκει τους πιο θανάσιμους εχθρούς και τους πιο πιστούς υποστηρικτές του. Αυτοί που μισούσαν τον Όμηρο ήθελαν να αποδείξουν πόσο «πρωτόγονος», τραχύς και βάναυσος ήταν. Η κύρια επιβεβαίωση της «βαναυσότητάς» του ήταν ακριβώς η απουσία του έρωτα από τα ποιήματά του. Ο 17ος αιώνας ήταν ο αιώνας της ερωτικής αβρότητας, ο αιώνας των μεγάλων κυριών, των κομψών συνομιλιών τους και των κρυφών τους ερώτων, ο αιώνας των liaisons dangereuses [επικίνδυνων σχέσεων]. Είναι φυσικό που δεν υπήρξε άλλη εποχή που η δόξα του Ομήρου να θάμπωσε σε τέτοιο βαθμό, επειδή τον 17ο αιώνα είναι που έγινε μια ανακάλυψη: ο Όμηρος ήταν βάρβαρος. Στον Όμηρο, πραγματικά, όπως και στη Βίβλο, παρουσιάζεται μια πρωτόγονη βαθμίδα του πολιτισμού, η ίδια που αναγνωριζόταν πάντα με ευκολία στις εκθέσεις των ταξιδιών με τις γραφικές αφηγήσεις των συνηθειών και των εθίμων των αγρίων της βόρειας Αμερικής. Φυσικά η εκτίμηση τόσο των αμερικανικών πληθυσμών όσο και των αρχαίων ως «αγρίων» και πρωτόγονων», ήταν των καλλιεργημένων Ευρωπαίων, οι οποίοι αισθάνονταν να βρίσκονται στην κορυφή του πολιτισμού και του Διαφωτισμού.

Sotera Fornaro, Αναπλ. καθηγήτρια, Facoltà di lettere e filosofia, Università degli studi di Sassari, Σαρδηνία
[email protected] 

Μετάφραση χωρίων:
Ομήρου Οδύσσεια, μετάφραση Δ.Ν. Μαρωνίτης, Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2006.
Η Ιλιάδα μεταφρασμένη από τον Αλέξ. Πάλλη, Αθήνα: Ιωάννης Δ. Κολλάρος & Σια Α.Ε. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1962.

Μετάφραση από τα ιταλικά: Κατερίνα Γκίκα, Πελαγία Τσινάρη, Κατερίνα Χαρατζοπούλου