Πρόλογος

Η παρούσα μελέτη, που θα φιλοξενηθεί στην ιστοσελίδα του ηλεκτρονικού περιοδικού Αρχαιολογία και Τέχνες εν είδει αφιερώματος σε επτά συνολικά συνέχειες (σημ. 1), αποτελεί, με κάποιες απαραίτητες αλλαγές, το κείμενο της διπλωματικής εργασίας της γράφουσας που εκπονήθηκε στο πλαίσιο του διατμηματικού-διαπανεπιστημιακού προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Διαχείριση Μνημείων: Αρχαιολογία, Πόλη και Αρχιτεκτονική», κύριο αντικείμενο του οποίου είναι ο συνδυασμός γνώσεων διαφορετικών γνωστικών πεδίων, της αρχαιολογίας, της αρχιτεκτονικής, των νέων τεχνολογιών, των ανθρωπιστικών ή και άλλων επιστημών, με στόχο τη διαχείριση αρχαιολογικών χώρων και μνημείων κατά τρόπο που να επιτυγχάνεται η διατήρηση και ανάδειξη του πολύτιμου μνημειακού αποθέματος αλλά και η βελτίωση και αναβάθμιση της ανθρώπινης ζωής που δυναμικά αναπτύσσεται γύρω του. Η έκθεση στη φθορά ενός τεράστιου πλήθους αρχαιολογικών καταλοίπων τις τελευταίες δεκαετίες στον ελληνικό χώρο, η κοινή διαπίστωση της αδήριτης ανάγκης όχι μόνο για την αποκάλυψη και έρευνα, αλλά και για την προστασία, ανάδειξη και βίωση του μνημειακού αυτού πλούτου από ένα ευρύ κοινό, η γενικευμένη απαίτηση για μια καλύτερη ποιότητα ζωής την οποία διασφαλίζει η διατήρηση της ιστορικής μνήμης και συνέχειας και οι συχνά αντιθετικές πιέσεις που επιβάλει μια διαρκώς παρούσα στη σύγχρονη καθημερινότητα δυναμική ανάπτυξης, διέγραψαν το πλαίσιο και δημιούργησαν την ανάγκη για την αναζήτηση μιας σύγχρονης προσέγγισης στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς στη χώρα μας, με άξονες τα μνημεία αλλά και τον άνθρωπο, ανάγκη στην οποία το εν λόγω μεταπτυχιακό πρόγραμμα έρχεται να απαντήσει προτάσσοντας την κατανόηση των μνημειακών αξιών, παγιώνοντας αρχές μνημειακής διαχείρισης και ενισχύοντας τον οραματισμό.

Θέμα της παρούσας μελέτης είναι η διαχείριση του αρχαιολογικού χώρου της Ήλιδος, του χώρου της Βορειοδυτικής Πελοποννήσου στον οποίο αναπτύχθηκε η Ήλις, πρωτεύουσα του κράτους των Ηλείων και μόνιμη διοργανώτρια πόλη των αρχαίων Ολυμπιακών αγώνων για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της χιλιετίας. Πρόκειται για το χώρο όπου σώζονται τα κατάλοιπα της σημαντικής και πολυάνθρωπης εκείνης πόλης του αρχαίου ελληνικού κόσμου που συνέδεσε άρρηκτα τη μακραίωνη ιστορία της με τον μεγαλειώδη θεσμό των προς τιμήν του Διός αγώνων του περιώνυμου ολυμπιακού ιερού, θεσμό τόσο δυνατό ώστε να αναβιώσει, να παγιωθεί, να αποτελέσει σημείο παγκόσμιας αναφοράς και στη σύγχρονη τόσο διαφορετικά δομημένη εποχή μας.

Σήμερα, τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της αρχαίας ηλειακής πρωτεύουσας εντοπίζονται διάσπαρτα σε έκταση 1.500 περίπου στρεμμάτων μιας αγροτικής περιοχής στο ανατολικό άκρο του ηλειακού κάμπου, αμέσως νότια του ποταμού Πηνειού και στα διοικητικά όρια του Δήμου Ήλιδος. Μέρος τους μόνο είναι ενταγμένο στον απαλλοτριωμένο, περιφραγμένο, ημι-διαμορφωμένο και επισκέψιμο κυρίως αρχαιολογικό χώρο Ήλιδος, πλησίον του οποίου βρίσκεται και το αρχαιολογικό μουσείο Ήλιδος με ευρήματα από την αρχαία πόλη. Η σημερινή εικόνα του χώρου είναι το αποτέλεσμα των ερευνών και των επεμβάσεων, της με ποικίλες αφορμές, στόχους και αποτελέσματα διαχείρισης που αυτός έχει δεχθεί συνολικά σε χρονικό διάστημα ενός και πλέον αιώνα (1910-2010), από την πρώτη συστηματική του ανασκαφή έως και την πλέον πρόσφατη εκτέλεση έργου ανάδειξης σε αυτόν.

Κύριος λόγος που οδήγησε στην επιλογή του συγκεκριμένου αρχαιολογικού χώρου ως αντικειμένου μελέτης είναι ακριβώς η σημασία της Ήλιδος, όπως περιγράφηκε παραπάνω, άγνωστη εν πολλοίς στο ευρύ κοινό, σε αντιδιαστολή με την εικόνα που ο χώρος σήμερα παρουσιάζει ως το αποτέλεσμα της μέχρι τώρα διαχείρισής του, στοιχεία που κρίνεται ότι δημιουργούν πεδίο ενδιαφέροντος προβληματισμού αλλά και πρόκληση για μια διαφορετική, περισσότερο ολοκληρωμένη, στοχευμένη και επιτυχημένη εν τέλει διαχειριστική προσέγγιση. Στόχος της παρούσας μελέτης είναι, επομένως, να επιχειρηθεί, μέσα από μια όσο το δυνατόν πλήρη, αρχαιολογικά τεκμηριωμένη ιστορική επισκόπηση, προσανατολισμένη στην προβολή και ερμηνεία κυρίως των σωζόμενων σήμερα καταλοίπων (Ενότητα Α΄), μέσα από μια καταγραφή αλλά και κριτική αποτίμηση των ερευνών και επεμβάσεων που ο χώρος έχει μέχρι σήμερα δεχθεί (Ενότητα Β΄) και μέσα από μια παρουσίαση της σημερινής κατάστασης, των αδυναμιών και των δυνατοτήτων που τον χαρακτηρίζουν (Ενότητα Γ΄), η διατύπωση μιας πρότασης ολοκληρωμένης διαχείρισης του αρχαιολογικού χώρου της Ήλιδος, ικανής να προβάλει τις σημαντικές μνημειακές αξίες του, να ανασυστήσει, στο βαθμό του δυνατού, τη βαθύτερη ουσία του και να προσδώσει σε αυτόν έναν νέο ενεργό και θετικό ρόλο στη σύγχρονη πραγματικότητα (Ενότητα Δ΄).

Η ολοκλήρωση της παρούσας μελέτης δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την αμέριστη υποστήριξη και την καίρια καθοδήγηση του Επόπτη Καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας του Ε.Κ.Π.Α. κ. Πάνου Βαλαβάνη αλλά και των κ.κ. Ηλία Ανδρέου και Ιωάννας Ανδρέου-Ψυχογιού, Επίτιμων Εφόρων Αρχαιοτήτων, ανασκαφέων της Ήλιδος και Υπευθύνων του έργου Μελέτη και ανάδειξη αρχαιολογικού χώρου Ήλιδος κατά το χρονικό διάστημα 2002-2007 (σημ. 2). Η δημοσίευση του παρόντος κειμένου κατέστη δυνατή με τη μεσολάβηση και παρότρυνση της Καθηγήτριας Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Ε.Κ.Π.Α. και Προέδρου  της Ε.∆.Ε. του Π.Μ.Σ. ∆ιαχείριση Μνηµείων: Αρχαιολογία, Πόλη και Αρχιτεκτονική κας Νάγιας Πολυχρονάκου-Σγουρίτσα, καθώς και με τη διαρκή στήριξη των υπευθύνων της διαδικτυακής έκδοσης Αρχαιολογία Online. Όλους τους παραπάνω ευχαριστώ θερμά και από τη θέση αυτή.

Αρχαιολογική τεκμηρίωση (1ο Μέρος)

Στο πλαίσιο αυτό του 1ου Μέρους της Ενότητας Α της μελέτης, που ακολουθεί, επιχειρείται η αρχαιολογικά τεκμηριωμένη ιστορική επισκόπηση του χώρου όπου αναπτύχθηκε η αρχαία πόλη της Ήλιδος, από την εποχή της πρώτης κατοίκησής του έως και τους κλασικούς χρόνους (σημ. 3).

Ο τόπος

Σε ένα απώτατο γεωλογικό παρελθόν τον τόπο όπου στους ιστορικούς χρόνους θα αναπτυχθεί η μεγάλη και πολυάνθρωπη πρωτεύουσα των Ηλείων, η πόλη της Ήλιδος, καλύπτει θάλασσα (σημ. 4). Η παρουσία της συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός πλατώματος θαλάσσιας διάβρωσης με χαμηλά εξάρματα, η τελική ανάδυση του οποίου πραγματοποιείται σε ένα προχωρημένο στάδιο του Μέσου Πλειστόκαινου (γύρω στα 200.000 χρόνια πριν, ίσως και αργότερα), οπότε λαμβάνει χώρα και η σταδιακή δημιουργία, από τις προσχώσεις του Πηνειού ποταμού, της χαμηλής πεδιάδας της Κοίλης Ήλιδος (του σημερινού Κάμπου) μεταξύ του ακρωτηρίου της Κυλλήνης (Χελωνάτας) στη θάλασσα του Ιονίου πελάγους στα δυτικά και των ορεινών όγκων του Ερυμάνθου και της ευρύτερης περιοχής της ορεινής Ακρώρειας (σημερινή Πηνεία) στα ανατολικά (εικ. 1).

Το σημείο όπου ο Πηνειός αφήνει τα υψώματα της ορεινής ενδοχώρας της Ακρώρειας και μπαίνει στην πεδινή περιοχή της Κοίλης Ήλιδος ‒πιο συγκεκριμένα ο χώρος ανάμεσα στην αριστερή όχθη του ποταμού και το φυσικό έξαρμα που υψώνεται επιβλητικό στα νότιά του (ακρόπολη), από όπου αρχίζει η μεγάλη πεδινή έκταση που φθάνει έως τα παράλια του Ιονίου, όπου και το ασφαλές και σε στρατηγική θέση λιμάνι της Κυλλήνης‒, αποτελεί τον τόπο που θα επιλεγεί στα βάθη της προϊστορίας για ανθρώπινη κατοίκιση και στον οποίο θα αναπτυχθεί η Ήλιδα (εικ. 2 και 3).  Η ομαλή διαμόρφωση του εδάφους, το ήπιο κλίμα με τις συχνές βροχοπτώσεις, η παρουσία του ποταμού και οι άφθονες πηγές νερού, η επάρκεια σε θηράματα αλλά και η ευφορία της γης, η στρατηγική θέση του λόφου της ακρόπολης που προσέφερε τη δυνατότητα ελέγχου και εποπτείας όλων των σημαντικών θαλάσσιων και οδικών αξόνων της ΒΔ Πελοποννήσου, η λειτουργία της περιοχής ως σημαντικού συγκοινωνιακού κόμβου ανάμεσα στην ορεινή ζώνη, την πεδιάδα και τη θάλασσα, όπου το λιμάνι της Κυλλήνης εξασφάλιζε τις θαλάσσιες επικοινωνίες, όλα τα παραπάνω εξηγούν την επιλογή για την κατοίκηση του χώρου.

Η Κοίλη Ήλιδα θα αποτελέσει τον πυρήνα του ηλειακού κράτους, το οποίο στις περιόδους ακμής του θα περιλάβει την Ακρώρεια, την Πισάτιδα και την Τριφυλία, έκταση που συμπίπτει με τα σημερινά όρια του νομού Ηλείας (εικ. 1).  Τρεις κεντρικοί άξονες κυκλοφορίας θα αναπτυχθούν προκειμένου να εξυπηρετήσουν την επικοινωνία των περιοχών του ηλειακού κράτους με σημείο αναφοράς τους την πρωτεύουσα: ο πρώτος, με κατεύθυνση Α-Δ, παράλληλη με την πορεία της κοίτης του Πηνειού, θα συνδέσει την πόλη της Ήλιδος με την Ακρώρεια και την Κυλλήνη, ο δεύτερος, με κατεύθυνση Β-Ν, θα ενώσει την πόλη με το ιερό της Ολυμπίας και την Αχαΐα, ενώ ο τρίτος θα ενώσει ξανά την πόλη με την Ολυμπία μέσω όμως ορεινών διαβάσεων.

Προϊστορικοί χρόνοι

Η παρουσία του ανθρώπου στον τόπο όπου πολύ αργότερα θα αναπτυχθεί η πόλη της Ήλιδος ανάγεται στους απώτατους προϊστορικούς χρόνους.  Ήδη κατά τη Μέση και Ύστερη Παλαιολιθική εποχή (περίπου 120000-10000 π.Χ.) νομάδες κυνηγοί που ακολουθούσαν τα κοπάδια των θηραμάτων, τα οποία αποτελούσαν την αποκλειστική τροφή τους, κατά μήκος της κοίτης του Πηνειού, εγκαθίστανται εποχικά στον πρόσφορο για τον σκοπό αυτό ‒χάρη στην ομαλή διαμόρφωση, το ήπιο κλίμα, τις άφθονες πηγές νερού και την επάρκεια σε θηράματα‒, χώρο της μετέπειτα πόλης.

Κατά τους νεολιθικούς χρόνους (6000-3000 π.Χ.) η ευνοϊκή για συστηματική καλλιέργεια και εκτροφή οικόσιτων ζώων περιοχή γίνεται επίσης χώρος δημιουργίας εποχικών αρχικά και μόνιμων σύντομα εστιών κατοίκισης, ενώ ο χώρος της Ήλιδος συνεχίζει να κατοικείται και κατά τους χρόνους της μετάβασης από τη Νεολιθική εποχή στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (περίπου γύρω στο 3000 π.Χ.) όπως αποδεικνύει ο εντοπισμός τάφων οργανωμένου νεκροταφείου στο ανατολικό πρανές του υπερυψωμένου πλατώματος της μετέπειτα Αγοράς.

Ο χώρος της Ήλιδος συνεχίζει να κατοικείται και στην Πρωτοχαλκή εποχή (2800-2000 π.Χ.), όπως αποδεικνύει η αποκάλυψη μεμονωμένου τάφου της περιόδου σε χώρο βόρεια του μεταγενέστερου οικοδομήματος του θεάτρου και μερικών ταφών στη δυτική πλευρά του πλατώματος της Αγοράς.  Η κατοίκηση της περιοχής συνεχίζεται και στη Μέση Εποχή του Χαλκού (2000-1600 π.Χ.).  Πολλές είναι μάλιστα οι μυθικές παραδόσεις που συνδέουν την ευρύτερη περιοχή με τις μετακινήσεις των πρώτων ελληνικών φύλων την περίοδο αυτή και τοποθετούν στην ίδια εποχή τη διεξαγωγή των αρχαιότατων αγώνων στο χώρο του ιερού της Ολυμπίας με αφορμή την επιλογή διαδόχου. Κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, τη Μυκηναϊκή περίοδο (1600-1100 π.Χ.), η ευρύτερη περιοχή γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη, ιδρύει αποικίες, χαρακτηρίζεται από αναπτυγμένη κτηνοτροφία και συμμετέχει στην Τρωική εκστρατεία με μεγάλη ναυτική δύναμη. Τάφοι της περιόδου έχουν αποκαλυφθεί στο ΝΔ άκρο του πλατώματος της μετέπειτα Αγοράς.

Η κάθοδος των Δωριέων (τέλη 12ου με αρχές 11ου αι. π.Χ.) πρέπει να αντικατοπτρίζεται στην αρχαία παράδοση που διέσωσε ο Παυσανίας για την εγκατάσταση Αιτωλών και Αχαιών στο χώρο της Ήλιδος, τους οποίους οδηγεί στην περιοχή, μαζί με τους απογόνους του Ηρακλή, ο Αιτωλός Όξυλος. Ο Όξυλος (σημ. 5), στον οποίο παραχωρείται η βασιλεία, θα πραγματοποιήσει τον πρώτο συνοικισμό της Ήλιδος με συνένωση των γειτονικών κωμών, θα αποσπάσει το ιερό της Ολυμπίας από τους Πισάτες και θα το προσαρτήσει, με τη βοήθεια των Ηρακλειδών, στην επικράτεια της Ήλιδος αναβιώνοντας παράλληλα τους αγώνες δρόμου (σημ. 6).

Ο συνοικισμός της πόλης, που δημιουργεί την πρωτεύουσα του κράτους των Ηλείων, και η τέλεση των αγώνων, με τοπική έστω εμβέλεια, οδηγούν σε νέα άνθηση κατά τους Υπομυκηναϊκούς και Πρώιμους Γεωμετρικούς χρόνους (11ος-9ος αι. π.Χ.), όπως φανερώνουν τα τρία οργανωμένα νεκροταφεία της περιόδου που έχουν αποκαλυφθεί στο ΝΔ και στο ΒΑ άκρο της μετέπειτα Αγοράς καθώς και στο Α άκρο της πόλης. Οι διάσπαρτες θέσεις εύρεσης τάφων της περιόδου στο χώρο της Ήλιδος αποτελούν ένδειξη ύπαρξης διάσπαρτων οικιστικών ενοτήτων μέσα στην περιοχή της μετέπειτα πόλης, προφανώς στον προνομιακό χώρο του υπερυψωμένου κεντρικού πλατώματος, καθώς και κατά μήκος οδικού άξονα με κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ, παράλληλου με την κοίτη του Πηνειού, τη θέση του οποίου καθόρισε η μορφολογία του εδάφους ήδη από τους προϊστορικούς αυτούς χρόνους (σημ. 7) (εικ. 3).

Αρχαϊκοί χρόνοι

Η σύνδεση της Ήλιδος με τη διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. είναι αυτή που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη και την ακμή της, ενώ στο κράτος της έχουν ήδη ενσωματωθεί η Κοίλη Ήλιδα, η Ακρώρεια, μέρος της Πισάτιδας και σύντομα και της Τριφυλίας (εικ. 1).  Οι αγώνες αποκτούν σταδιακά χαρακτήρα πανελλήνιο και ιερό, η φήμη τους ξεπερνά τα όρια του ελλαδικού χώρου και ο ρόλος της Ήλιδος στη διοργάνωσή τους αναγνωρίζεται. Στην πόλη τα ελάχιστα οικοδομικά λείψανα της περιόδου, τοίχοι πλιθόκτιστων κτιρίων που αποκαλύφθηκαν στο ΒΑ άκρο της και πίσω από το ανατολικό ανάλημμα του μεταγενέστερου οικοδομήματος του θεάτρου, αποτελούν ελάχιστες ενδείξεις της ακμής της.  Τον 7ο αιώνα π.Χ. το ηλειακό κράτος γνωρίζει περίοδο περιορισμού της ισχύος του, κυρίως καθώς οι Πισάτες νικούν τους Ηλείους, κυριαρχούν στην Πισάτιδα και αναλαμβάνουν για ένα διάστημα τη διοργάνωση των Αγώνων.

Κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. οι Ηλείοι αναδιοργανώνονται πολιτικά και κοινωνικά ανακτώντας το ιερό της Ολυμπίας και μια μακρά περίοδος ειρήνης, αναγνώρισης και ευημερίας ξεκινά για το ηλειακό κράτος. Ο ρόλος της πόλης ως πρωτεύουσας του κράτους και η ανάμειξή της στη διοργάνωση των Αγώνων καθιστούν προφανές ότι την περίοδο αυτή διαμορφώνονται για πρώτη φορά οι βασικοί τομείς λειτουργίας της, η Αγορά και οι αθλητικοί χώροι. Ο κεντρικός οδικός άξονας με κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ, η θέση του οποίου πρέπει ήδη να είχε καθορισθεί στους προϊστορικούς χρόνους από τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους, διατηρείται (εικ. 3).  Το προνομιακό κεντρικό υπερυψωμένο πλάτωμα στα βόρεια του άξονα αυτού επιλέγεται ως χώρος της Αγοράς ενώ ο επίπεδος χώρος ΒΔ πρέπει ήδη την περίοδο αυτή να χρησιμοποιείται ως χώρος άθλησης.  Ένας ακόμη κεντρικός άξονας με κατεύθυνση Β-Ν (η μετέπειτα ΙΙη οδός), ο οποίος ενώνει την από νότο είσοδο στην πόλη με την Αγορά και το χώρο άθλησης, πρέπει να χρησιμοποιείται ήδη την περίοδο αυτή. Στους αρχαϊκούς χρόνους, τέλος, πρέπει να ιδρύονται για πρώτη φορά και αρκετά από τα λατρευτικά και δημόσια οικοδομήματα της πόλης, η έλλειψη όμως ασφαλών ανασκαφικών στοιχείων καθιστά επισφαλή την όποια σχετική χρονολόγηση.  Συνολικά, η εκτεταμένη ανοικοδόμηση της πόλης που ακολούθησε με την αρχή των κλασικών χρόνων φαίνεται ότι κατέστρεψε τα οικοδομικά λείψανα της περιόδου, ένας σημαντικός όμως αριθμός ευρημάτων επιβεβαιώνει τη σταδιακή ανάπτυξη μιας μικρής πόλης που μεταβάλλεται σε ισχυρό διοικητικό κέντρο.

Κλασικοί χρόνοι

Μετά το τέλος των περσικών πολέμων, το ηλειακό κράτος, το οποίο αποτελούν οι περιφέρειες της Κοίλης Ήλιδος, που είναι η πλέον πολυάνθρωπη και η μόνη που κάτοικοί της διατηρούν μόνιμα την ιδιότητα του πολίτη, της Πισάτιδας, η οποία ενσωματώνεται στο ηλειακό κράτος και οι κάτοικοί της οποίας μετατρέπονται επίσης σε πολίτες, και της Ακρώρειας και Τριφυλίας, των οποίων οι κάτοικοι είναι περίοικοι υποτελείς, απολαμβάνοντας συνθήκες διαρκούς ειρήνης και ευημερίας ήδη από τις αρχές του 6ου αι. π.Χ., φθάνει στην περίοδο της μεγαλύτερης ακμής του (εικ. 1).  Την ακμή αυτή επιβεβαιώνει η ανακαίνιση του ιερού της Ολυμπίας, όπου ιδρύεται ο ναός του Διός (471-456 π.Χ.) και εφαρμόζεται ευρύτερο πρόγραμμα ανάδειξης αλλά και η αναδιοργάνωση, το 471 π. Χ., της Ήλιδος, με την πραγματοποίηση του δεύτερου συνοικισμού της από κατοίκους γειτονικών οικισμών και πολίτες απομακρυσμένων πόλεων υποταγμένων στους Ηλείους (σημ. 8).

Η μικρή μέχρι τότε πόλη αποκτά διαστάσεις και μορφή μεγάλης πόλης οργανωμένης με «ιπποδάμειο» πολεοδομικό σύστημα και ανάγεται στο πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο του ηλειακού κράτους με κύρια μέριμνα την άμεμπτη προετοιμασία και οργάνωση των Αγώνων στο Ιερό της Ολυμπίας. Η πόλη, ατείχιστη εξαιτίας του χαρακτηρισμού της ως ἱεράς (σημ. 9), στολίζεται με πολλά και πλούσια οικοδομήματα και καλλιτεχνικές δημιουργίες, κάποιες του Φειδία και των μαθητών του και του Πραξιτέλη αργότερα, και εξελίσσεται σε μια από τις σπουδαιότερες πόλεις του ελληνικού χώρου σε έκταση και οργάνωση, ικανή να δεχτεί και να φιλοξενήσει πλήθος επισκεπτών την περίοδο της πανηγύρεως, όπως καλούνται οι Ολυμπιακοί αγώνες.  Στην Ήλιδα άλλωστε οφείλουν σύμφωνα με τους κανονισμούς να διαμένουν οι αθλητές που θα λάβουν μέρος στους Αγώνες μαζί με τους συνοδούς τους για ορισμένο χρονικό διάστημα (ενός ή και δύο μηνών) πριν τη μετάβασή τους στην Ολυμπία, ώστε να ολοκληρώσουν την προετοιμασία της συμμετοχής τους, να ενημερωθούν για τους κανονισμούς και να καταταχθούν, μετά από δοκιμασία, κατά ηλικία και κατηγορία αθλημάτων. Πλήθος κόσμου, αθλητές, συνοδοί, εκπαιδευτές, εκπρόσωποι πόλεων, απλοί θεατές και προσκυνητές αλλά και έμποροι από τα πέρατα του ελληνικού κόσμου, φθάνουν για την πανήγυρι, κυρίως από το λιμάνι της Κυλλήνης, το οποίο εξελίσσεται την περίοδο αυτή σε κόμβο για τις θαλάσσιες μεταφορές  προς τη Δυτική Ελλάδα, τα νησιά του Ιονίου, την Αδριατική, τη Σικελία και τη Μεγάλη Ελλάδα, και μετά οδικώς, στην πρωτεύουσα, όπου και διαμένουν, μεταβάλλοντας την κατά τα άλλα απομονωμένη πόλη σε κοσμοπολίτικο κέντρο, όπως μαρτυρούν τα χιλιάδες νομίσματα διαφόρων πόλεων που έχουν βρεθεί. Πλήθος εγκαταστάσεων, γυμνάσια, λουτρά, ξενώνες, καταστήματα και χώροι διασκέδασης, λειτουργούν στην πόλη για να τους εξυπηρετήσουν.

Μετά τον νέο συνοικισμό και την αναδιοργάνωσή της η πόλη οργανώνεται σε τομείς διαφορετικών χρήσεων, που αναπτύσσονται σε συνολική έκταση 1.500 στρεμμάτων (εικ. 2-4) στο χώρο που ορίζεται Α και Ν από τους τελευταίους λόφους της Ακρώρειας, Β από την κοίτη του Πηνειού και Δ-ΝΔ από το ρέμα Λαγκάδι. Οι διάφοροι τομείς αναπτύσσονται εκατέρωθεν του ήδη υπάρχοντος κεντρικού οδικού άξονα με κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ, ο οποίος διατηρείται με λοξή κατεύθυνση μέσα στην ορθογώνια πολεοδομική οργάνωση.  Στα άκρα του βρίσκονται οι δύο από τις κύριες εισόδους στο χώρο της πόλης, από τις οποίες ξεκινούν ο ορεινός δρόμος για την Ολυμπία ανατολικά και ο δρόμος για το επίνειο της Κυλλήνης δυτικά. Μια τρίτη είσοδος δημιουργείται στα νότια, από την οποία ξεκινά η ιερά οδός, ο πεδινός δρόμος που συνδέει την πόλη με το ιερό της Ολυμπίας. Η θέση της Αγοράς, στο εκτεταμένο υπερυψωμένο πλάτωμα στα βόρεια του κεντρικού οδικού άξονα, η έκταση των αθλητικών εγκαταστάσεων στο επίπεδο βορειοδυτικό τμήμα που συνορεύει με το ποτάμι, καθώς και ο οδικός άξονας που τα συνέδεε με τη νότια κύρια είσοδο της πόλης, τα οποία προϋπάρχουν του νέου πολεοδομικού σχεδιασμού, όπως και οι θέσεις κάποιων από τα λατρευτικά οικοδομήματα, διατηρούνται με την ήδη καθορισμένη μορφή τους μέσα σε αυτόν. Στον νοτιοδυτικό χώρο αναπτύσσονται με «ιπποδάμεια» οργάνωση ο χώρος κατοικίας και η εμπορική-βιοτεχνική ζώνη κατά μήκος κεντρικών οδών, νότια ιδρύονται τα μεγάλα ιερά ενώ ανατολικά κάποια ακόμη σημαντικά οικοδομήματα.  Στην κορυφή του λόφου που δεσπόζει στο μέσο της ανατολικής πλευράς βρίσκεται η θέση της τειχισμένης ακρόπολης. Εξωτερικά της πόλης και κατά μήκος των τριών δρόμων που οδηγούν στην Ολυμπία και την Κυλλήνη αναπτύσσονται τα μεγάλα νεκροταφεία της.

Γυμνάσια: Σε καίριο τομέα λειτουργίας της πόλης ανάγεται αναμφίβολα στους χρόνους αυτούς ο εκτεταμένος χώρος των γυμνασίων στην επίπεδη περιοχή που συνορεύει με την κοίτη του Πηνειού (εικ. 4).  Τα γυμνάσια της Ήλιδος πρέπει να αποκτούν επιμελημένη ή και μνημειακή μορφή ήδη τον 5ο αιώνα π.Χ., αν όχι και νωρίτερα. Τις γνώσεις για τη θέση και τη μορφή τους οφείλουμε στον Παυσανία (σημ. 10), ο οποίος αναφέρει διαδοχικά τρεις χώρους άθλησης τους οποίους στολίζουν βωμοί και αγάλματα. Μεγαλύτερος, γυμνάσιο ξιον μνήμης και ρχαον, είναι ο Ξυστός. Με τον Ξυστό συνέχεται μικρότερο σε διαστάσεις γυμνάσιο, ονομαζόμενο λόγω του σχήματός του Τετράγωνον, ενώ στις αθλητικές εγκαταστάσεις της Ήλιδος ανήκει και ένα τρίτο περιφραγμένο γυμνάσιο, καλούμενο για τη μαλακότητα του εδάφους του Μαλθώ (σημ. 11). Η θέση των γυμνασίων της Ήλιδος έχει ταυτισθεί σχεδόν με βεβαιότητα με την περιοχή ΒΔ της Αγοράς όπου έχουν εντοπισθεί μεμονωμένα λίθινα αρχιτεκτονικά μέλη και κυρίως το ΝΑ άκρο τους, σήμερα μη ορατό. Η ακριβής έκταση που κατελάμβανε το σύνολο δεν είναι γνωστή καθώς τα οικοδομήματα δεν έχουν ανασκαφεί συστηματικά. Στην ευρύτερη περιοχή των γυμνασίων αναπτύσσονται την περίοδο αυτή χρήσεις που σχετίζονται με τη διαμονή και την εξυπηρέτηση του μεγάλου αριθμού των ανθρώπων που παρέμεναν στην πόλη κατά την περίοδο της προετοιμασίας των αγώνων.

Αγορά: Το προνομιακό υπερυψωμένο πλάτωμα που δεσπόζει πάνω από την κοίτη του Πηνειού επιλέγεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους για τη διαμόρφωση του δημόσιου χώρου της Αγοράς της Ήλιδος, σε επαφή με τις δύο κεντρικές αρτηρίες της πόλης (εικ. 4).  Στην πρώιμη αυτή διαμόρφωση οφείλεται η ελεύθερη μορφή που διατηρεί η Αγορά και η εξαίρεσή της από την πολεοδόμηση του 5ου αιώνα π.Χ., την οποία χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Παυσανίας λέγοντας ότι η Αγορά των Ηλείων διέφερε από τις γνωστές αγορές των οργανωμένων ιωνικών πόλεων με τους περίκλειστους από στοές χώρους και ήταν διαμορφωμένη ως ένας ανοικτός χώρος, που οριζόταν περιφερειακά από μεγάλα οικοδομήματα και διασχιζόταν από δρόμους, εκτεταμένος τόσο ώστε να χρησιμοποιείται για την εκγύμναση των αλόγων και να ονομάζεται Ἱππόδρομος (σημ. 12). Οι ανασκαφές στο χώρο έχουν επιβεβαιώσει την περιγραφή του περιηγητή (εικ. 5-6).

Τα περισσότερα οικοδομήματα της Αγοράς κτίζονται κατά τους κλασικούς χρόνους. Πρόκειται για δημόσια κτίρια, ναούς και ιερά, ενώ ιδρύονται βωμοί και στήνονται αγάλματα. Παρά την πολύτιμη περιγραφή του Παυσανία κάποια μόνο από αυτά έχουν εντοπισθεί και ταυτισθεί με βεβαιότητα, ενώ αρκετά είναι τα κατάλοιπα που έχουν ανασκαφεί για τα οποία δεν υπάρχει αναφορά του περιηγητή που να βοηθά στην ταύτισή τους. Η διατήρηση των καταλοίπων στο επίπεδο των θεμελίων και κυρίως η εκτεταμένη ανοικοδόμησή τους, που έλαβε χώρα στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. (βλ. Ενότητα Α2, κεφ. «Ρωμαϊκοί Χρόνοι»), καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη ή και αδύνατη τη με βεβαιότητα χρονολόγηση της ίδρυσης και των οικοδομικών τους φάσεων. Γεγονός πάντως παραμένει ότι στον βασικότερο αυτό τομέα της πόλης η οικοδόμηση θα πρέπει να ήταν συνεχής και, όπως φανερώνει η περιγραφή του Παυσανία αλλά και αποδεικνύουν τα ανασκαφικά ευρήματα, γινόταν ρχαιοτέρω τρόπω, ακολουθώντας δηλαδή τα παραδοσιακά πρότυπα και διατηρώντας τη δομή της Αγοράς αναλλοίωτη.

Την περίοδο αυτή πρέπει να κτίζεται, προκειμένου να ορίσει το χώρο της Αγοράς από δυτικά, μια δωρική στοά, η δυτική ή στοά των ελλανοδικών, καθώς σε αυτή, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παυσανία, σύχναζαν οι ελλανοδίκες (σημ. 13). Τα λείψανα του κτιρίου που έχουν αποκαλυφθεί χρονολογούνται στην περίοδο του εκτεταμένου προγράμματος ανοικοδόμησης των αρχών του 1ου αι. μ.Χ., πρέπει όμως να υπήρχε και ένα αντίστοιχο κτίριο των κλασικών χρόνων στην ίδια θέση, με παρόμοια μάλιστα διαμόρφωση και διαστάσεις: στοά (μήκους 96 μ. και πλάτους 25 μ.) χωρισμένη σε τρία μέρη με δύο κιονοστοιχίες, κατεύθυνση Β-Ν και την ανοικτή πλευρά της, κατά μήκος της οποίας υπήρχαν βωμοί πρόχειρης κατασκευής αφιερωμένοι στον Δία, στραμμένη προς το κέντρο της Αγοράς (εικ. 5-6).  Κοντά στο βόρειο άκρο της στοάς των ελλανοδικών και μετά την παρεμβολή ενός δρόμου ο Παυσανίας αναφέρει το κτίριο του ελλανοδικαιώνα, το οποίο κτίζεται ίσως αυτή την περίοδο, αν όχι νωρίτερα (σημ. 14). Στο κτίριο αυτό αποδόθηκαν θεμέλια που αποκάλυψαν οι παλιές αυστριακές ανασκαφές βόρεια της στοάς των ελλανοδικών τα οποία δεν είναι σήμερα ορατά (εικ. 5-6).

Με τη δεκάτη των λαφύρων της ναυμαχίας των Ηλείων κατά των Κερκυραίων το 433 π.Χ. ιδρύεται, όπως παραδίδει ο Παυσανίας, η καλούμενη κερκυραϊκή (κορκυραϊκή) στοά στο νότιο τμήμα της Αγοράς της Ήλιδος, κοντά στη στοά των ελλανοδικών, από την οποία τη χωρίζει ένας δρόμος (σημ. 15) (εικ. 5-6).  Η στοά αυτή, που αποτελεί το νότιο όριο της Αγοράς (νότια στοά), είναι μια ακόμη επιμήκης στοά δωρικού ρυθμού με κατεύθυνση Δ-Α, αλλά διπλή, δηλαδή με μία όψη στραμμένη προς την Αγορά και μία προς την πόλη. Τα λείψανα του κτιρίου που έχουν εντοπισθεί ανήκουν στην ανακατασκευή που και αυτό δέχθηκε στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ., μπορούμε όμως να υποθέσουμε με αρκετή βεβαιότητα, εξαιτίας και της μαρτυρίας για την οικοδόμηση της στοάς από τα λάφυρα των γεγονότων του 433 π.Χ., την ύπαρξη ενός αντίστοιχου κλασικού κτιρίου στην ίδια θέση, ανάλογων πιθανώς διαστάσεων και μορφής: επίμηκες οικοδόμημα (μήκους 99 μ. και πλάτους 33 μ.) με διαχωριστικό εσωτερικό τοίχο και κιονοστοιχίες κατά μήκος των δύο όψεων.

Την περίοδο αυτή, αν όχι παλαιότερα, σε κεντρικό σημείο της Αγοράς, στο ΒΑ τμήμα του πλατώματός της, ιδρύεται τετράγωνο οικοδόμημα μεγάλων διαστάσεων (κτίριο Ν) με εσωτερική αυλή και στεγασμένους χώρους περιμετρικά (τετράγωνα δωμάτια στις τέσσερις γωνίες και επιμήκεις χώρους ανάμεσά τους). Από το κτίριο έχει αποκαλυφθεί και είναι σήμερα ορατό το ανατολικό τμήμα της θεμελίωσής του και αποσπασματικά το δυτικό (εικ. 5-6).  Τα λείψανα του κτιρίου ταυτίστηκαν με το αναφερόμενο από τον Παυσανία οἴκημα ταῖς γυναιξίν ταῖς ἐκκαίδεκα (οίκημα των δεκαέξι γυναικών) (σημ. 16). Τα αποτελέσματα της νέας έρευνας του κτιρίου παραπέμπουν σε άλλη, ή και σε άλλη, δημόσια πάντως λειτουργία, στην οποία άλλωστε συνηγορεί τόσο το μέγεθος όσο και η θέση του.

Πέρα από τα παραπάνω, την Αγορά στολίζει πλήθος ναών, βωμών και αγαλμάτων. Τις περισσότερες γνώσεις για αυτά αντλούμε από την περιγραφή του Παυσανία (σημ. 17). Στο κεντρικό και ανατολικό τμήμα του εσωτερικού της Αγοράς έχουν ανασκαφεί δύο ναΐσκοι (εικ. 6), που σήμερα δεν είναι ορατοί και δύο καμπύλα βάθρα-εξέδρες για την τοποθέτηση συνταγμάτων αγαλμάτων, το ένα δίπλα στη βορειοδυτική γωνία της κερκυραϊκής στοάς και το δεύτερο στο κέντρο περίπου της Αγοράς.  Τα παραπάνω δεν είναι δυνατόν, λόγω έλλειψης τεκμηρίων, να ταυτισθούν με κάποια από τα αναφερόμενα από τον Παυσανία, ενώ άγνωστα παραμένουν η χρονολογία ίδρυσης και ο προορισμός τους.  Η ύπαρξή τους πάντως στους κλασικούς χρόνους είναι πιθανή.

Ο χώρος μεταξύ των δύο άκρων των μεγάλων στοών στο ΝΔ άκρο του πλατώματος της Αγοράς αποτελεί το κεντρικότερο και πλέον πολυσύχναστο σημείο της πόλης καθώς βρίσκεται στη συμβολή των κεντρικών αρτηριών, οι οποίες συνδέουν τις κύριες εισόδους της με την Αγορά και τα γυμνάσια. Εδώ, σε βαθμιδωτά επίπεδα, υπαγορευμένα από τη φυσική κλίση του εδάφους, αναπτύσσεται την περίοδο αυτή σειρά οικοδομημάτων λατρευτικής χρήσης, που ορίζονται στη δυτική πλευρά τους από το ανάλημμα του βόρειου άκρου της ΙΙης οδού, η οποία ήταν σε χρήση ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. (εικ. 6-8).  Στο νοτιότερο και πιο χαμηλό επίπεδο κτίζεται τον 5ο αι. π.Χ. μια στοά παράλληλη προς την ΙΙη οδό, από την οποία σώζονται μόνο ελάχιστα λείψανα των θεμελίων της κιονοστοιχίας της (εικ. 7-8). Αμέσως βόρεια κτίζεται σύγχρονο με αυτή διμερές ναόσχημο οικοδόμημα (D), διαστάσεων 15×12 μ., το οποίο έχει είσοδο στη δυτική πλευρά προς την οδό ΙΙ και δεν έχει έως σήμερα ταυτισθεί με κάποιο από τα αναφερόμενα από τον Παυσανία ιερά. Από το κλασικό κτίριο έχει ανασκαφεί και είναι σήμερα ορατό το κατώτερο τμήμα, κατασκευασμένο με μεγάλους λαξευμένους πωρόλιθους (εικ. 7-8). Στο επόμενο υψηλότερο επίπεδο, ήδη κατά τον 5ο αι. π.Χ., κτίζεται ορθογώνιο οικοδόμημα (κτίριο Dα), διαστάσεων 11×15 μ. (εικ. 7-8). Από την πρώτη οικοδομική του φάση σώζεται μόνο γωνία τοίχων από επιμελώς επεξεργασμένους πωρόλιθους.  Στο τέλος του 5ου-αρχές του 4ου αι. π.Χ. στο κτίριο γίνονται επεμβάσεις και από αυτήν την οικοδομική φάση του σώζονται στους τοίχους της βόρειας και της ανατολικής πλευράς σειρές μεγάλων ορθογώνιων οπτόπλινθων, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν και στο δάπεδο. Τα ευρήματα από το εσωτερικό του κτιρίου υποδηλώνουν λατρευτική χρήση. Την ίδια περίοδο στο βορειότερο επίπεδο ιδρύεται ή συνεχίζει να υπάρχει από τον 6ο αι. π.Χ., μικρό ορθογώνιο διμερές κτίσμα, με είσοδο ανατολικά. Από το κτίσμα αυτό έχει ανασκαφεί και είναι σήμερα ορατό μόνο τμήμα της θεμελίωσης κατασκευασμένης από πωρολίθους ενώ έχει υποστηριχθεί η απόδοσή του σε ναΐσκο (εικ. 7-8).  Στο βορειότερο και πιο υπερυψωμένο επίπεδο τον 4ο αιώνα π.Χ. ιδρύεται ορθογώνιος περίβολος τεμένους (εικ. 7-8). Από το κλασικό κτίριο σήμερα σώζεται και είναι ορατό μέρος μόνο της θεμελίωσης από πωρολίθους στη δυτική πλευρά με άνοιγμα εισόδου με παραστάδες. Το τέμενος και το ναΐσκο με τον αποθέτη οριοθετεί δυτικά και νότια λίθινος τοίχος (εικ. 7-8). Κατά τον 4ο αι. π.Χ. κτίζεται επίσης μεταξύ των κτιρίων D και Dα ισχυρός πολυγωνικός τοίχος (εικ. 7-8).

Ιερά: Τις γνώσεις για τα ιερά της Ήλιδος, η θέση των περισσότερων τουλάχιστον από τα οποία θα πρέπει να ήταν στο χώρο νότια της Αγοράς (εικ. 4), οφείλουμε κυρίως στον Παυσανία, καθώς ελάχιστα και όχι συστηματικά ερευνημένα οικοδομικά κατάλοιπα έχουν συσχετισθεί με κάποια από αυτά, χωρίς μάλιστα η όποια ταύτιση να είναι βέβαιη. Σύμφωνα με την περιγραφή του περιηγητή στην ακρόπολη της Ήλιδος βρίσκεται ναός της Αθηνάς ήδη από τον 5ο αι. π.Χ., καθώς αυτός στεγάζει χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς φιλοτεχνημένο από τον Φειδία, που απεικονίζει τη θεά με πετεινό πάνω στο κράνος της (σημ. 18).  Κατάλοιπα του ναού δεν έχουν εντοπισθεί. Νότια της κερκυραϊκής στοάς, τον 5ο ήδη αιώνα π.Χ., πρέπει να βρίσκεται και ναός της Αφροδίτης ουρανίας με χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς το οποίο πατάει με το ένα πόδι σε χελώνα, φιλοτεχνημένο από τον Φειδία (σημ. 19). Η θέση του ναού της Αφροδίτης ουρανίας, την οποία η περιγραφή του Παυσανία μάς βοηθά να ταυτίσουμε με αρκετή ακρίβεια στο πλάτωμα νότια της κερκυραϊκής στοάς, δεν έχει ακόμη ερευνηθεί. Σε μικρή απόσταση από το ναό της Αφροδίτης ιδρύεται άλλωστε κατά τους κλασικούς χρόνους και υπαίθριο τέμενος αφιερωμένο στην Αφροδίτη πάνδημο, με χαμηλό περίβολο και κρηπίδωμα με χάλκινο άγαλμα της θεάς καθισμένης σε τράγο, φιλοτεχνημένο από τον Σκόπα (σημ. 20). Η θέση του τεμένους της Αφροδίτης πανδήμου, που ιδρύθηκε ίσως στους χρόνους αυτούς, δεν έχει ταυτισθεί μέχρι σήμερα με βεβαιότητα.

Μεταξύ της Αγοράς και του ποταμού Μηνίου ιδρύεται, ίσως τον 4ο αιώνα π. Χ., ιερό του Διονύσου, τον οποίο οι Ηλείοι τιμούν ιδιαίτερα, με άγαλμα του θεού φιλοτεχνημένο από τον Πραξιτέλη (σημ. 21). Η ακριβής θέση του ιερού παραμένει άγνωστη παρότι πιθανή έχει θεωρηθεί η ταύτισή του με τα κατάλοιπα κτιρίου του τέλους του 4ου αι. π.Χ. που έχουν εντοπισθεί αμέσως δυτικά του μεταγενέστερου οικοδομήματος του θεάτρου. Από το κτίριο είναι σήμερα ορατό ημικυκλικό κρηπίδωμα στη δυτική πλευρά, πιθανώς εξέδρα για την υποδοχή αγάλματος. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο περιηγητής και στη σχετική με τη λατρεία του Διονύσου γιορτή των Θυίων, η οποία τελούνταν σε χώρο λατρείας που απείχε οχτώ περίπου στάδια από την πόλη και περιελάμβανε ειδικά δρώμενα που διαρκούσαν δύο μέρες και σύμφωνα με την πίστη των Ηλείων επιφάνεια του θεού (σημ. 22). Η θέση του οικοδομήματος δεν έχει μέχρι σήμερα εντοπισθεί ή ταυτισθεί με βεβαιότητα. Ο Παυσανίας αναφέρει ακόμη ιερό περίβολο και ναό του Άδου, ο οποίος άνοιγε μόνο μια φορά το χρόνο για τον ιερέα (σημ. 23). Η έλλειψη περιγραφής της θέσης του ιερού δεν επιτρέπει την ασφαλή τοπογραφική του ένταξη, είναι όμως εύλογο να τοποθετηθεί κοντά σε νεκροταφείο της πόλης.

Πόλη: Μετά το συνοικισμό η πόλη (εικ. 4) οργανώνεται σύμφωνα με ορθογώνιο πολεοδομικό σύστημα, το λεγόμενο «ιπποδάμειο», βασισμένο στη διαίρεση της γης σε ισομεγέθη τμήματα (ισομοιρία), στην ορθολογική οργάνωση του αστικού χώρου και στο διαχωρισμό και τη σαφή οριοθέτηση των δημόσιων, ιδιωτικών και ιερών χώρων και των βασικών τομέων της. Την πόλη που προέκυψε από αυτή την οργάνωση, με τους ευθύγραμμους δρόμους (που διευκολύνουν την απρόσκοπτη κυκλοφορία πεζών και τροχοφόρων), τα κανονικά οικοδομικά τετράγωνα αλλά και την εξασφάλιση ανέσεων (ύδρευση, αποχέτευση, καλό προσανατολισμό, προσβάσεις, οδοποιία κ.ά.), χαρακτηρίζει ο ορθολογικός σχεδιασμός, το ανθρώπινο μέτρο, η αρμονία και η δημοκρατική ομοιομορφία, στοιχεία που επιτρέπουν την ορθολογική οργάνωση του βίου και την υλοποίηση στον αστικό χώρο της ιδέας της ισονομίας και εξασφαλίζουν ποιότητα ζωής και συμβίωσης των κατοίκων.

Η πολεοδομική οργάνωση της πόλης γίνεται με τη χάραξη ορθογώνιου πλέγματος οδών παράλληλων και κάθετων μεταξύ τους, λίγων με αρκετό πλάτος και αραιά διαταγμένων με κατεύθυνση Β-Ν και περισσότερων στενότερων με πυκνή διάταξη κάθετων σε αυτούς με κατεύθυνση Δ-Α, και διατήρηση του ήδη υπάρχοντος και διαχρονικού βασικού άξονα κυκλοφορίας. Το πλέγμα των οδών ορίζει, με ισχυρά αναλήμματα στις δύο πλευρές τους, ορθογώνιες οικοδομικές νησίδες, πλάτους 50 μ., με δύο σειρές οικοπέδων-σπιτιών διαστάσεων 25×25 μ. Μεταξύ των κτιρίων, εγκάρσια στον κατά μήκος άξονα της νησίδας, παρεμβάλλονται στενωποί, που χρησιμεύουν κυρίως για τη συγκέντρωση των νερών της βροχής και των οικιακών χρήσεων, τα οποία μεταφέρουν στους κεντρικούς αποχετευτικούς αγωγούς των οδών. Ο χώρος κάθε οικοπέδου αρκεί κατά τον 5ο αι. π. Χ. για την ανέγερση των απαραίτητων δωματίων της κατοικίας αφήνοντας αρκετό χώρο για την αυλή, σε βάρος της οποίας ολοένα και αυξάνεται σταδιακά ο αριθμός των δωματίων.

Τμήματα επτά οδών της «ιπποδάμειας» χάραξης έχουν αποκαλυφθεί (εικ. 4 και 9-10).  Η ΙΙη οδός, με προσανατολισμό Β-Ν, στο Β άκρο της οποίας βρίσκεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, η δυτική όψη των κτιρίων του ΝΔ τμήματος της Αγοράς, αποτελεί τοn βασικό άξονα του πολεοδομικού ιστού, ο οποίος προϋπήρχε πιθανότατα στο χώρο, συνδέοντας την κύρια νότια είσοδο της πόλης με την Αγορά και τους χώρους άθλησης, και σε αυτόν στηρίζεται όλη η χάραξη.  Κάθετα στη ΙΙη οδό χαράσσονται η Ιη και η ΙΙΙη οδός με προσανατολισμό Δ-Α. Από τις οδούς ΙΙ και ΙΙΙ έχουν αποκαλυφθεί οι τελευταίες οικοδομικές φάσεις τους, σε μήκος 200 και 50 μ. αντίστοιχα, και η διαμόρφωση που αυτές είχαν λάβει στους αυτοκρατορικούς χρόνους ενώ στην οδό Ι, πλάτους σχεδόν 7 μ., έχουν διαπιστωθεί δύο οδοστρώματα των κλασικών χρόνων με πρώτο αυτό του 5ου αι. π.Χ. Ο αρχαιότερος οδικός άξονας του χώρου με κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ, διατηρείται μέσα στον ορθογώνιο πολεοδομικό ιστό τον οποίο διασχίζει λοξά, ενώ διασταυρώνεται με τις οδούς ΙΙ και ΙΙΙ στο κεντρικότερο σημείο της πόλης (εικ. 4). Τμήμα μήκους περίπου 100 μ. του διαχρονικού αυτού άξονα κατά μήκος της βόρειας πλευράς της σύγχρονης επαρχιακής οδού καθώς και μικρά τμήματα τριών ακόμη οδών του πολεοδομικού ιστού με κατεύθυνση Α-Δ κάθετων σε αυτή, έχουν εντοπισθεί αλλά δεν είναι σήμερα ορατά.

Επιπλέον έχουν ανασκαφεί και τμήματα οικοδομικών νησίδων της πόλης εκατέρωθεν των παραπάνω αξόνων (εικ. 4 και 9-10), τα ορατά όμως σήμερα κατάλοιπα, παρότι ακολουθούν τον πολεοδομικό σχεδιασμό των κλασικών χρόνων, ανήκουν χρονικά σε επόμενες οικοδομικές φάσεις, των ύστερων ελληνιστικών και των αυτοκρατορικών χρόνων, με αποτέλεσμα σε λίγες μόνο περιπτώσεις να είναι δυνατόν να αντληθούν πληροφορίες για τα κτίρια της κλασικής περιόδου.  Έτσι η έλλειψη ύστερων συμπαγών κατασκευών στην οικοδομική νησίδα νότια της οδού Ι επέτρεψε τον εντοπισμό πολλών κλασικών αρχιτεκτονικών μελών εντοιχισμένων σε μεταγενέστερους τοίχους και λίγων θεμελίων τοίχων από πωρόλιθους της περιόδου. Ενδείξεις υπάρχουν και για τη χρήση οικοδομήματος βόρεια της οδού ΙΙΙ, σε μικρή απόσταση από τη διασταύρωσή της με την οδό ΙΙ, από τα τέλη του 5ου αι. π.Χ., ως εστιατορίου-οινοπώλιου-πορνείου, χώρου εξυπηρέτησης και αναψυχής των επισκεπτών της πόλης, το οποίο καταστράφηκε από πυρκαγιά.

Ακρόπολη: Η ακρόπολη της Ήλιδος (εικ. 4) είναι το μόνο τειχισμένο τμήμα της πόλης τουλάχιστον κατά τους κλασικούς χρόνους. Τις πληροφορίες μας για την οχύρωση της ακρόπολης, η οποία θα πρέπει να είχε ενταχθεί στον πολεοδομικό σχεδιασμό, αντλούμε από τη διήγηση διάφορων ιστορικών γεγονότων που διέσωσαν οι αρχαίες πηγές. Στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου (428-420 π.Χ.) οι Ηλείοι παραμένουν σύμμαχοι της Σπάρτης, προσχωρούν όμως στη συνέχεια στην αθηναϊκή παράταξη.  Η αντιπαλότητα με τη Σπάρτη κορυφώνεται προς το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., με αποτέλεσμα οι Σπαρτιάτες να εισβάλουν δύο φορές στην Ηλεία (402-401 π.Χ.). Η ηλειακή χώρα, πλην της πρωτεύουσας, λεηλατείται και καταστρέφεται, και η συνθήκη που ακολουθεί είναι ιδιαίτερα σκληρή για τους Ηλείους που χάνουν τις περιοικίδες πόλεις τους, παρότι διατηρούν, ως πιο κατάλληλοι από τους Πισάτες, το δικαίωμα της εποπτείας των Ολυμπιακών αγώνων (σημ. 24). Στους όρους της συνθήκης συμπεριλαμβάνεται, σύμφωνα με τον Παυσανία, και η υποχρέωση των Ηλείων να καθαιρέσουν τα τείχη της πόλης τους (σημ. 25), η αρχαιότερη όμως μαρτυρία του Ξενοφώντα ότι η πόλη ήταν ατείχιστη εξαιτίας του χαρακτηρισμού της ως ἱεράς (σημ. 26), οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η συνθήκη αφορούσε μάλλον μόνον τα τείχη της ακρόπολης. Στα μέσα του 4ου αιώνα π. Χ. η Ήλιδα ανακτά το κύρος και το μεγαλύτερο μέρος των περιοχών που είχε στερηθεί, η ανάμιξή της όμως στις αντιπαλότητες των πελοποννησιακών πόλεων την οδηγεί σε συχνές αλλαγές πολιτεύματος και συμμάχων. Η εδραίωση των ολιγαρχικών στρέφει τους Ηλείους προς τον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας και στην ανάπτυξη φιλικών σχέσεων με τους Μακεδόνες χωρίς όμως και εδώ να λείπουν περίοδοι αντιπαλότητας. Το 312 π. Χ., ο Τελέσφορος, στρατηγός του Αντιγόνου καταλαμβάνει την πόλη και επιβάλει τυραννία, η οποία όμως θα κρατήσει μερικούς μόνο μήνες (σημ. 27). Στο διάστημα αυτό οχυρώνει ξανά την ακρόπολη με χρήματα που αρπάζει από το ιερό της Ολυμπίας. Σύντομα ο Αντίγονος γκρεμίζει τα τείχη αυτά και αποκαθιστά τις ελευθερίες στην πόλη. Τμήματα του τείχους της ακρόπολης αναφέρονται στη βάση της μεταγενέστερης οχύρωσης των Φράγκων και στα δυτικά (μήκους 30 μ.) και βόρεια (μήκους 32 μ.) πρανή του λόφου. Κανένα από τα παραπάνω τμήματα δεν είναι σήμερα ορατό και έτσι παραμένει άγνωστη η έκταση του τειχισμένου χώρου.

Νεκροταφεία: Δυτικά της πόλης και εκατέρωθεν του δρόμου προς το επίνειό της αναπτύσσεται κατά τους χρόνους αυτούς ένα από τα οργανωμένα νεκροταφεία της, το συμβατικά ονομαζόμενο δυτικό.  Άλλο νεκροταφείο της πόλης, το ανατολικό, αναπτύσσεται στο ανατολικό άκρο της και στην αρχή του ορεινού δρόμου που συνέδεε την Ολυμπία με την Ήλιδα, ενώ ένα τρίτο οργανωμένο νεκροταφείο, το νότιο, αναπτύσσεται στα ΝΔ της πόλης, κατά μήκος της αρχής του πεδινού δρόμου προς την Ολυμπία.  Εκτεταμένα τμήματα έχουν έρθει στο φως και έχουν ερευνηθεί στο δυτικό και το ανατολικό νεκροταφείο, ενώ δεν έχουν πραγματοποιηθεί ανασκαφές στην περιοχή όπου το νότιο νεκροταφείο της πόλης.

Τις ανάγκες της πολυάνθρωπης πόλης αλλά και του πλήθους των επισκεπτών της καλύπτει κατά τους χρόνους αυτούς η τοπική παραγωγή πολυάριθμων εργαστηρίων, όπως μαρτυρούν τόσο τα λείψανά τους που έχουν αποκαλυφθεί όσο και η ποικιλία των κινητών ευρημάτων των ανασκαφών.

 

Τώνια Μουρτζίνη

Αρχαιολόγος

 

* Συντομογραφίες

AAA: Αρχαιολογικά Ανάλεκτα Αθηνών.

ΑΔ: Αρχαιολογικό Δελτίο.

ΕΕΗΜ: Ἐπετηρίς τῆς Ἑταιρείας Ἠλειακῶν Μελετῶν.

Ἔργον: Τό Ἔργον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας.

Μελετήματα 13: Αρχαία Αχαΐα και Ηλεία, ανακοινώσεις κατά το πρώτο διεθνές συμπόσιο, Αθήνα, 19-21 Μαΐου 1989, Α. Δ. Ριζάκης (εποπτεία), Μελετήματα 13, Αθήνα 1991.

ΠΑΕ: Πρακτικά τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας.

ÖJh: Jahreshefte des Österreichischen Archäologischen Institutes in Wien.