Προθήκη του ισογείου του Μουσείου «Β. Παπαντωνίου». Διακρίνονται η φορεσιά των Ελλήνων της Σίλλης του Ικονίου, δυο φορεσιές από τον Πόντο και μια από την Τόσια Κασταμονής Πόντου των αρχών του 20ού αι.
Οι γυναικείες φορεσιές της Μικρασίας ανήκουν στον ανατολικό τύπο αστικής ενδυμασίας, τουλάχιστον στη γιορτινή τους παραλλαγή. Αν και στα τέλη του 19ου αιώνα η ευρωπαϊκή μόδα πέρασε στις πόλεις της Μικράς Ασίας, πολλές ενδυμασίες εξακολουθούσαν να φοριούνται μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Σε πρώτο πλάνο η φορεσιά της Σίλλης Ικονίου, που έχει για εσώρουχο μια φαρδιά βράκα που σκεπάζεται με μια δεύτερη από πολύτιμο μεταξωτό. Το πουκάμισο είναι αραχνοΰφαντο λευκό με πολύ πλατιά μανίκια. Τα δύο καβάδια είναι από χρυσοΰφαντη στόφα φερμένη από τη Δαμασκό ή την Κωνσταντινούπολη. Το εξωτερικό καβάδι στολίζεται γύρω-γύρω με γούνα και ουρές ερμίνας. Στην περιφέρεια δένεται τριγωνικό πολύτιμο μαντίλι με τη μύτη πίσω, η τσίπα. Πάνω από την τσίπα μπαίνει μια ολοκέντητη ζώνη που κλείνει με μεταλλικές πόρπες. Στα μαλλιά προσθέσανε 12 κοτσίδες, η καθεμία στολισμένη με 25 γρόσια. Ο κεφαλόδεσμος αποτελείται από ένα σκληρό ψηλό φέσι, σκεπασμένο με τριγωνικό χρυσοκέντητο μαντίλι με τη μύτη προς τα πάνω, τον τζεβρέ. Το στήθος καλύπτεται ολόκληρο με πολύτιμα νομίσματα, κυρίως ντούμπλες και πεντόλιρα.
Σε δεύτερο πλάνο διακρίνουμε γιορτινή φορεσιά των Ελλήνων από την περιφέρεια της Νίγδης.
Η περιοχή της Νίγδης περιελάμβανε πάνω από 22 κωμοπόλεις και χωριά, που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους είχαν ελληνικό πληθυσμό. Οι φορεσιές όπως αυτή από την Νεάπολη (Νεβ Σεχίρ), αποτελούνταν περίπου από τα ίδια τμήματα, με παραλλαγές κυρίως στα χρώματα. Τα δύοι φορέματα – πανωφόρια κατασκευάζονταν από βελούδο ή τσόχα με επίρραπτα κεντήματα από κορδονέτο χρυσό ή σε έντονη χρωματική αντίθεση με το ύφασμα του αντεριού και το τζίπα. Το κεφάλι το στόλιζε μόνο το φακιόλι και συχνά για μοναδικό στολίδι κρεμούσαν στο λαιμό το χρυσό κορδόνι με το ρολόι.
Πληροφορίες : «Ελληνικές Τοπικές Ενδυμασίες» της κας Ιωάννας Παπαντωνίου, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα Ναυπλίου – 1996
