Υπό το πρόσχημα του προσφυγικού προβλήματος, στην Αθήνα δόθηκαν αφειδώς μεγάλες εκτάσεις εκτός των ορίων του σχεδίου για την πλήρη πολεοδομική εκμετάλλευσή τους από ιδιώτες. Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη του επιχειρηματία Μίνωα Κυπριάδη, που απέκτησε μια κατάφυτη περιοχή ανάμεσα στο ρέμα του Ποδονίφτη Πατησίων και της δυτικής πλαγιάς των Τουρκοβουνίων. Σκοπός του ήταν να οικοδομήσει εκεί «υποδειγματική κηπούπολη». Το πολεοδομικό παράλογο της υπόθεσης έγκειται στο ότι αυτή του η πρόθεση ισοδυναμούσε με την επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου εκτός εγκεκριμένου ορίου. Το ημερολόγιο του Κώστα Μπίρη, στελέχους τότε του Αρχιτεκτονικού Τμήματος του Δήμου Αθηναίων, προσφέρει άμεση μαρτυρία για τις αντιδράσεις μελών του Δημοτικού Συμβουλίου κυρίως εξαιτίας των δυσβάσταχτων για το Δήμο οικονομικών επιπτώσεων.

Όταν καταργήθηκε το εγκεκριμένο και εκσυγχρονιστικό σχέδιο Καλλιγά (1926), τα ζητήματα της πολεοδόμησης επιδεινώθηκαν, αφού επανήλθαν σε ισχύ πρόχειρα πυροσβεστικού τύπου διατάγματα, ιδανικά για «παρερμηνείες» και κάθε είδους καταχρήσεις. Ενδεικτικά ο Μπίρης σημειώνει: «Άλλαι διατάξεις έμειναν ανεφάρμοστοι και άλλαι έδωσαν διέξοδον προς κατάχρησιν να εκδίδονται από καιρού εις καιρόν νομοθετήματα τροποποιητικά ή συμπληρωματικά. Εις τρόπον ώστε η νομοθεσία περί σχεδίων πόλεων να ομοιάζει προς μία κουρελού η οποία υφάνθη εξαρχής από διάφορα κουρέλια δια να καλύψει ένα σαλόνι, εις το οποίο άξιζε ένα ταπέτο πολύ καλής ποιότητος…»