Για τον Εφέσιο Αρτεμίδωρο (μέσα 2ου αι. μ.Χ.), η ονειροκριτική είναι κλάδος της μαντικής και μαθαίνεται κυρίως από την εμπειρία. Ιδιαίτερα δημοφιλής στα λαϊκά κυρίως στρώματα, είναι μια τέχνη που ασκείται στην Αγορά των πόλεων και απαντά στην αγωνία των ανθρώπων για το μέλλον. Τα Ονειροκριτικά του αναλύουν μόνο μία κατηγορία ονείρων, τους αλληγορικούς ονείρους, τα όνειρα δηλαδή που προβλέπουν το μέλλον μέσω συμβόλων. Για να αποφανθεί ο ονειροκρίτης αν το όνειρο είναι καλό ή κακό, θα οδηγηθεί στην ερμηνεία του από την αρχή της ομοιότητας ή της αναλογίας.
Στην ελληνική αρχαιότητα όμως, για την προσέγγιση των ονείρων υπάρχει και μια παράλληλη αλλά ανεξάρτητη παράδοση που καταγράφεται στο ιπποκρατικό Περί διαίτης (τέλη 5ου αι. π.Χ.), στην Πολιτεία και τον Τίμαιο του Πλάτωνα. Ωστόσο, την πληρέστερη ορθολογική ανάλυση των ονείρων δίνει ο Αριστοτέλης, ο οποίος θεωρεί το όνειρο προϊόν της ανθρώπινης φαντασίας και το αποδίδει στις μεταβολές της αίσθησης. Η φιλοσοφική ή επιστημονική πραγμάτευση των ονείρων εστιάζεται στο πρόβλημα του εντοπισμού των αιτίων τους και δίνει έμφαση στις ψυχοσωματικές διεργασίες. Ο Κικέρων στο De Divinatione περιγράφει αναλυτικά τα υπέρ της ονειρομαντείας επιχειρήματα του Ποσειδώνιου που, θίγοντας το πρόβλημα του αιτίου των ονείρων, συντάσσεται με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Αν ο αναγνώστης απογοητεύεται από την απουσία ερμηνευτικού συστήματος στο κείμενο του Απολλόδωρου, αποζημιώνεται ανακαλύπτοντας μια ανεκτίμητη πηγή για την πραγματική ζωή των ανθρώπων της εποχής του.