Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
More
Άρθρα: Μικρογλυπτική
Όλες οι φωτογραφίες
Εικ. 1. Το πλακίδιο από μάργαρο. Αρχαιολογικό Μουσείο Θυρρείου.
- +
Ακούστε
από Bίβιαν Στάικου

Ένα μικροτέχνημα του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θυρρείου

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θυρρείου Αιτωλοακαρνανίας εκτίθεται ένα πλακίδιο από μάργαρο με ανάγλυφη εικονιστική παράσταση στην άνω όψη. Το έκθεμα φαντάζει παράταιρο στην προθήκη με τα αγγεία των ελληνιστικών χρόνων, καθώς γίνεται άμεσα αντιληπτό πως πρόκειται για διακοσμητικό αντικείμενο των τελευταίων αιώνων. Βρέθηκε τη δεκαετία του 1960 στα χέρια αρχαιοκάπηλου, κάτοικου Θυρρείου Αιτωλοακαρνανίας, και κατόπιν εκτίμησης από την τότε αρμόδια ΣΤ΄ Αρχαιολογική Περιφέρεια Αχαΐας–Αιτωλοακαρνανίας χαρακτηρίστηκε ως αντικείμενο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος (σημ. 1).

Η παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών έχει, δυστυχώς, ως συνέπεια την απώλεια της ταυτότητας και την αμφισβήτηση της αυθεντικότητας πολλών έργων τέχνης. Το ίδιο συμβαίνει και με το ανάγλυφο πλακίδιο, το οποίο φέρει παράσταση με κλασικιστικά και αρχαιοπρεπή στοιχεία. Ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί κίβδηλο, γιατί δεν μιμείται –και μάλιστα αποτυχημένα, όπως παρατηρείται σε τέτοιες περιπτώσεις– κάποιο εγνωσμένης και αγοραστικής αξίας εικονογραφικό πρότυπο. Με την παρούσα μελέτη επιχειρείται η ταύτιση, η εξακρίβωση της γνησιότητας και η χρονολόγηση του μικροτεχνικού έργου, ενώ παράλληλα αναζητούνται και οι καταβολές της μυθολογικής παράστασης.

Το πλακίδιο είναι ελλειψοειδές, ελαφρώς κυρτό, διαστάσεων 7,5×5,3 εκ. και διατηρεί σε μικρό βαθμό το αρχικό περίγραμμα του μαργαριτοφόρου όστρεου. Το μάργαρο ή αλλιώς σεντέφι (sedef στα τούρκικα) είναι η εσωτερική λεία, κρυστάλλινη, ιριδίζουσα ουσία, που εναποτίθεται σε επάλληλα στρώματα μέσα σε ορισμένα όστρεα. Για να μπορέσει να εξαχθεί το μάργαρο θα πρέπει κατ’ αρχάς να αφαιρεθεί το τραχύ σκουρόχρωμο περίβλημα του όστρεου, διαδικασία ιδιαίτερα απαιτητική και χρονοβόρα. H επεξεργασία των όστρεων για διακοσμητική χρήση πιστοποιείται ανασκαφικά ήδη από την Εποχή του Λίθου (σημ. 2). Η χρήση μικρών πλακιδίων από μάργαρο με την τεχνική της ένθεσης σε άλλα υλικά, όπως π.χ. σε ξύλο, πρωτοεμφανίζεται την Εποχή του Χαλκού και συνεχίζεται ως τις μέρες μας (σημ. 3). Κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά και μετέπειτα στην Πρωτοβυζαντινή εποχή, το μάργαρο χρησιμοποιήθηκε ως ένθετο υλικό σε περίτεχνα ψηφιδωτά που κοσμούσαν δάπεδα, τοίχους ή κόγχες παλατιών και επαύλεων.

Στον τομέα της μικρογλυπτικής, που μας ενδιαφέρει ειδικότερα, ξεχωρίζουμε το ιδιαίτερα σπάνιο ολόγλυφο έργο που παριστάνει λεοπάρδαλη και βρέθηκε σε κτηριακό συγκρότημα της Πρωτοβυζαντινής περιόδου στους Δελφούς (σημ. 4). Οι ανάγλυφες παραστάσεις, σκαλισμένες σε μάργαρο, κάνουν την εμφάνισή τους στη Δυτική Ευρώπη το β΄ μισό του 15ου αιώνα αντλώντας τη θεματογραφία τους από σκηνές της Βίβλου και κοσμώντας σκεύη της εκκλησιαστικής τέχνης (ρετάμπλ Αγίας Τράπεζας, λειψανοθήκες, ροζάρια, σταυροί, εγκόλπια κ.λπ.). Την περίοδο της Αναγέννησης και του Ουμανισμού οι θρησκευτικές αναφορές δίνουν τη θέση τους σε αφηγήματα του κοσμικού ή μυθολογικού κύκλου, οπότε και ξεχωρίζουν οι καμέες με πορτρέτα, λαξευμένα σε μάργαρο. Tον 18ο αιώνα το σκαλισμένο μάργαρο επιστρατεύεται για τη διακόσμηση αγαλματίδιων, μικρών κουτιών, κουμπιών και λοιπών μικροαντικειμένων, ενώ τον 19ο αιώνα επενδύει μπολ πίπας και λαβές μπαστουνιών.

Η παραγωγή των ανάγλυφων έργων μικρογλυπτικής προϋπέθετε τη χειρουργική μαεστρία επιδέξιου τεχνίτη. Η λάξευση του μάργαρου γινόταν σε εξειδικευμένα εργαστήρια αργυροχρυσοχοΐας, όπου χρησιμοποιούνταν τα ίδια εργαλεία με αυτά της κατεργασίας των μετάλλων, του ελεφαντοστού ή των πολύτιμων λίθων. Η δημιουργία του ανάγλυφου μπορούσε να επιτευχθεί και με την εφαρμογή οξέων που διευκόλυναν την κοίλανση των επιθυμητών μερών, αφού προηγουμένως οι επιφάνειες που θα παρέμεναν έξεργες αλείφονταν με κερί για να προστατευτούν.

Το πλακίδιο που εξετάζουμε φέρει άρτια σωζόμενη ανάγλυφη παράσταση, που απεικονίζει ένα αρχαίο χαλκουργείο και πιο συγκεκριμένα ένα εργαστήριο αγαλματοποιίας. Τέσσερις γυμνοί ή ημίγυμνοι τεχνίτες περιβάλλουν άκμονα που εδράζεται σε λιθόκτιστη ορθογώνια βάση. Οι τρεις κρατούν σφύρες και σφυρηλατούν εναλλάξ χάλκινη κεφαλή αγάλματος, ενώ ένας γενειοφόρος μεταλλοτεχνίτης, έχοντας λυγισμένα τα κάτω άκρα, συγκρατεί την κεφαλή με πυράγρα (σημ. 5). Ένας επιπλέον άνδρας εισέρχεται στο χώρο του εργαστηρίου από τα αριστερά κουβαλώντας στην πλάτη κοφίνι, το περιεχόμενο του οποίου δεν είναι ευκρινές (σημ. 6). Στη βάση του άκμονα κείτεται μία ακόμη αγαλμάτινη κεφαλή. Στο βάθος της παράστασης εικονίζεται στιβαρή λιθόκτιστη τοξοστοιχία με τρία διαδοχικά αψιδωτά ανοίγματα, ενώ στο δεξιό άκρο απεικονίζεται αναμμένο μεταλλουργικό καμίνι, κτισμένο με επάλληλες σειρές οπτόπλινθων (opus testaceum) και άνοιγμα στη βάση του.

Aπό τεχνοτροπικής άποψης, η ζυγισμένη σύνθεση σε χαμηλό ανάγλυφο έχει πολυπλοκότητα, γεωμετρική οργάνωση και θεματολογικό κέντρο. Οι μορφές έχουν καθαρά περιγράμματα και ορθές ανατομικές αναλογίες, οι οποίες αντιγράφουν τα ιδεώδη των γυμνών αντρών της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Οι μάζες των σωμάτων γύρω από το αμόνι οργανώνονται σε δύο ζεύγη που κινούνται αντιθετικά, αλλά ισορροπούν και συστρέφονται. Λαμβάνοντας υπόψη το μικρό μέγεθος και τη φύση του υλικού, παρατηρούμε την επιτυχημένη χρήση της προοπτικής για την απόδοση του βάθους, που μας παραπέμπει ευθύς εξαρχής σε αναγεννησιακά ή μετα-αναγεννησιακά πρότυπα. Συνάγεται ότι ο κοσμηματοποιός που λάξευσε το μάργαρο αντέγραψε κάποιο έργο του νεοκλασικού συρμού, το οποίο αντίστοιχα είχε αντλήσει στοιχεία από εικονογραφικά πρότυπα της κλασικής ή ύστερης αρχαιότητας.

Η σκηνή του αρχαίου χαλκουργείου παραπέμπει άμεσα στον μυθολογικό κύκλο του εργαστηρίου του Ηφαίστου, θέμα διαχρονικά αγαπητό στην τέχνη (σημ. 7). Παραστάσεις με το εργαστήρι του Hφαίστου μάς είναι γνωστές ήδη από την αττική αγγειογραφία των κλασικών χρόνων (σημ. 8). Η σύνθεση με τους τρεις Κύκλωπες να σφυρηλατούν όρθιοι τον κεραυνό του Δία (σημ. 9) αποκρυσταλλώνεται στη ρωμαϊκή τέχνη, όπως βλέπουμε σε τοιχογραφίες και ψηφιδωτά πολυτελών ρωμαϊκών επαύλεων (σημ. 10), αλλά και σε εικονογραφημένο χειρόγραφο του Βιργίλιου (σημ. 11) (εικ. 2). Την ίδια περίοδο, ο μύθος του Προμηθέα που κλέβει τη φωτιά από το εργαστήριο του Ηφαίστου παριστάνεται σε δύο ρωμαϊκές μαρμάρινες σαρκοφάγους (σημ. 12). Στη συνέχεια οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης, που αντλούσαν τύπους, μορφές και λύσεις από τα έργα της κλασικής αρχαιότητας ή από τα αριστουργηματικά ανάγλυφα των σαρκοφάγων (σημ. 13), μετέγραψαν με τη σειρά τους το συγκεκριμένο θέμα με διάφορες παραλλαγές, όπως φαίνεται στα έργα των Giorgio Vasari (1511-1574), Jacopo Tintoretto (1518-1594), Francesco Primaticcio (1504-1570), Frans Floris de Vriendt (1517-1570), Antonio Lombardo (1458-1516) κ.ά. Την παράσταση συνέχισαν να πραγματεύονται εκπρόσωποι της τέχνης του Μπαρόκ, όπως ο Diego Velázquez (1599-1660), ενώ από τον 16ο αιώνα και εξής τη βρίσκουμε συχνά σε έργα χαρακτικής και χαλκογραφίας (σημ. 14).

Αναζητώντας, πιο συγκεκριμένα, το έργο που αντιγράφεται στο σεντεφένιο πλακίδιο, θα σταθούμε σε ένα προσχέδιο με κόκκινη κιμωλία, φιλοτεχνημένο το 1620 από τον Ιταλό γλύπτη Allesandro Algardi (1598-1654) (σημ. 15). Oι ομοιότητες τόσο στη διάταξη και στη στάση των μορφών, όσο και στα αρχιτεκτονικά στοιχεία (καμάρες, αναμμένος κλίβανος) είναι εμφανείς.

Η συγκεκριμένη παράσταση, που εικονίζει την Αφροδίτη πάνω σε άρμα να παρακολουθεί την κατασκευή των όπλων για τον Αινεία, αντιγράφηκε κατά κόρον από τον 17ο αιώνα και εξής με διάφορες παραλλαγές. Απεικονίζεται ως εκμαγείο σε πίνακα οπτικής «απάτης» (trompe l’oeil) του Cristoforo Munari (1667-1720) και εικάζεται πως ο καλλιτέχνης είχε στην κατοχή του το συγκεκριμένο εκμαγείο, το οποίο προφανώς έχαιρε της εκτίμησής του (σημ. 16). Η ίδια παράσταση απαντά σε ανάγλυφα κεραμικά πλακίδια (σημ. 17) (εικ. 3), βεντάλιες, προστατευτικά εστίας ή κουτιά διαφόρων ειδών.

Παραλλαγή της παράστασης, που συνιστά κοντινό παράλληλο με το εύρημα του Μουσείου Θυρρείου, βρίσκουμε σε μια καμέα πλάτους 7,6 εκ., η οποία πιθανόν κατασκευάστηκε στη Γερμανία τον 17ο αιώνα και σήμερα φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο (σημ. 18). Στο λευκό όστρακο, που πιθανόν διακοσμούσε το σκέπασμα κουτιού, έχει σκαλιστεί η επίμαχη σκηνή, αλλά επιπλέον εδώ δηλώνεται ο ουρανός και ένας ιπτάμενος ερωτιδέας (εικ. 4). Παρεμφερής είναι και η ανάγλυφη παράσταση που φέρει η ελεφαντοστέινη επένδυση ασημένιας ταμπακοθήκης, η οποία πιθανόν κατασκευάστηκε στη Διέπη της Γαλλίας, στο α΄ μισό του 18ου αι (εικ. 5). Τεχνοτροπικά είναι αμελέστερη σε ό,τι αφορά την απόδοση των μορφών, ενώ η εικονογράφηση περιορίζεται στις τέσσερις μορφές που περιβάλλουν το αμόνι και σφυρηλατούν τον οπλισμό πολεμιστή (σημ. 19). Όπως βλέπουμε, η παράσταση κάθε φορά επιδέχεται αλλαγές, ωστόσο στην περίπτωση του πλακιδίου από το Θύρρειο, ο καλλιτέχνης έχει απομακρυνθεί –άγνωστο γιατί– από το μυθολογικό αφήγημα, καθώς παριστάνει τους Κύκλωπες να κατασκευάζουν αγάλματα, αντί για όπλα.

Εκτός από το εικονογραφικό θέμα, το ελεφαντοστέινο πλακίδιο έχει παρεμφερές περίγραμμα με το σεντεφένιο πλακίδιο από το Μουσείο Θυρρείου. Η άνω πλευρά τους είναι ευθύγραμμη και οι υπόλοιπες κυματοειδείς, προσομοιάζοντας το σχήμα δίθυρου οστράκου σε κάτοψη. Μπορούμε, επομένως, να ισχυριστούμε πως το σεντεφένιο πλακίδιο θα συγκρατιόταν με ασημένιο ή χρυσό πλαίσιο, στο σκέπασμα ταμπακιέρας (tabatière a cage) (σημ. 20). Τέτοιου είδους πολυτελείς ταμπακοθήκες κάνουν την εμφάνισή τους στη Γαλλία στις αρχές του 18ου αιώνα, την εποχή που επικρατούν τα κινήματα του Rococo και του νεοκλασικισμού και παραμένουν σε ζήτηση για περίπου έναν αιώνα.

Χρησιμοποιούνταν κυρίως για τη φύλαξη καπνού, κοσμημάτων ή χρημάτων και φυσικά, λόγω των ακριβών υλικών και των εξεζητημένων περίτεχνων διακοσμητικών στοιχείων που έφεραν, αποτελούσαν σύμβολα πλούτου και κύρους (σημ. 21).

Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως το σεντεφένιο πλακίδιο δεν αποτελεί τέχνεργο του ελληνικού πολιτισμού και κατά συνέπεια δεν έχει θέση στις προθήκες ενός μουσείου αρχαιοελληνικής τέχνης. Αυτό βέβαια σε καμία περίπτωση δεν μειώνει την καλλιτεχνική του αξία, μιας και πρόκειται για ένα εξαίρετο δείγμα ευρωπαϊκής νεοκλασικής τέχνης, κατασκευασμένο από κάποιον προικισμένο κοσμηματοποιό, που ήταν ενεργός στη Δυτική Ευρώπη, πιθανότατα στη Γαλλία, το α΄ μισό του 18ου αιώνα. Το γεγονός ότι το πλακίδιο αποσπάστηκε από το κουτί του, που ίσως έφερε την υπογραφή του καλλιτέχνη σε κάποιο άλλο σημείο, καθιστά την περαιτέρω ταύτισή του σχεδόν αδύνατη, ενώ το πώς κατέληξε στα χέρια ενός αρχαιοκάπηλου από το Θύρρειο είναι ένα ερώτημα που ίσως δεν θα απαντηθεί ποτέ…

 

Bίβιαν Στάικου

Αρχαιολόγος (Εφορεία Αρχαιοτήτων Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδας)

 

* Ευχαριστίες οφείλω στον Αναπληρωτή Καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας, Δρα Πλάτωνα Πετρίδη, και στο συνάδελφο κ. Κλεάνθη Σιδηρόπουλο για τις επωφελείς υποδείξεις τους, στο αρχικό στάδιο της μελέτης μου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Το ιστορικό της υπόθεσης έχει αντληθεί από το αρχείο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδος. Το εύρημα είναι καταγεγραμμένο ως μικροαντικείμενο στον Κατάλογο του Μουσείου Θυρρείου με αρ. ευρ. 45.
2. Κελύφη μαλακίων με οπή ανάρτησης που χρησιμοποιούνταν ως ψήφοι περιδέραιων έχουν βρεθεί σε πολλές θέσεις της Ανώτερης Παλαιολιθικής Εποχής. Στον ελλαδικό χώρο αναφέρουμε την εύρεση 1.500 διάτρητων κογχυλιών στο σπήλαιο 1 στην Κλεισούρα της Πρόσυμνας, βλ. Stiner 2010, όπου και εκτενής βιβλιογραφία για τη διακοσμητική χρήση όστρεων κατά την Παλαιολιθική Εποχή. Δύο δισκοειδείς ψήφοι κατασκευασμένες από μάργαρο αναφέρονται στη Νατούφια θέση Εynan / Ain-Mallaha, ενώ τα περίαπτα από μάργαρο φαίνεται πως πληθαίνουν σε διάφορες θέσεις της Εγγύς Ανατολής από τη Νεολιθική περίοδο και έπειτα, βλ. Βar-Yosef 2005.
3. Για τη διαχρονική χρήση του μάργαρου στην τέχνη βλ. Cambell 2006, τόμ. 1, σ. 130, Ward 2008, σ. 409-411. Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι και η ελληνόγλωσση μελέτη του Π. Πετρίδη (Πετρίδης 2009), όπου συνοψίζονται με μεθοδικότητα οι τύποι των μαργαριτοφόρων όστρεων, οι τρόποι κατεργασίας και τα κυριότερα έργα τέχνης από μάργαρο.
4. Πετρίδης 2009.
5. Η μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλουν οι χειρώνακτες για να σφυρηλατήσουν τη χάλκινη κεφαλή δεν ανταποκρίνεται στον τρόπο κατασκευής των αρχαίων αγαλμάτων που επιτυγχανόταν με μεθόδους χύτευσης. Βλ. ενδεικτικά Mattusch 1988 και για το φινίρισμα της επιφάνειας ή τυχόν επιδιόρθωση ατελειών βλ. Zwicker 1993.
6. Θα μπορούσαμε να εικάσουμε πως μεταφέρει χαλκό, εργαλεία ή νερό.
7. Διαχρονικά αγαπητό θέμα για τους καλλιτέχνες είναι η σκηνή όπου ο Ήφαιστος, μετά από παράκληση της Θέτιδας, κατασκευάζει αήττητα όπλα για τον Αχιλλέα (Ιλιάδα Σ 478-616). Αργότερα ο Βιργίλιος στην Αινειάδα (8.370-386) αναφέρει πως η Αφροδίτη ζήτησε επίσης από τον Ήφαιστο όπλα για τον γιο της Αινεία. Γενικότερα για την παρουσία του Ηφαίστου στους μύθους και την τέχνη βλ. Brommer 1978.
8. Ειδικά για τις παραστάσεις μεταλλοτεχνίας σε ελληνικά αγγεία βλ. Χατζηδημητρίου 2005, σ. 56-57.
9. Στην Αινειάδα (8.452-453) ο Βιργίλιος εξυμνεί τον ρυθμικό τρόπο με τον οποίο οι Κύκλωπες σφυρηλατούν το μέταλλο: «illi inter sese multa vi bracchia tollunt/ Ιn numerum».
10. Ψηφιδωτό με τους Κύκλωπες να σφυρηλατούν τον κεραυνό του Δία κοσμούσε το frigidarium των ρωμαϊκών θερμών στην Ντούγκα της Τυνησίας και πλέον εκτίθεται στο Μουσείο Mπαρντό. Στην Πομπηία ψηφιδωτό με παρεμφερή παράσταση, όπου δηλώνονται με έντονο κόκκινο χρώμα οι φλόγες που βγαίνουν από το καμίνι, κοσμούσε την Οικία των Τεθρίππων, βλ. Βrommer 1978, σ. 74 και 236, αρ. 10, εικ. 15.
11. Vergilius Maro, Publius, Opera (fragmenta), IV sec., Vaticano, Biblioteca Apostolica, Cod. Vat. lat. 3225, Folio VIIIv.
12. Για τη σαρκοφάγο του Μουσείου του Καπιτωλίου βλ. Βrommer 1978, σ. 247, αρ. 11. Ειδικά για τις πρώιμες αποτυπώσεις της σαρκοφάγου βλ. ενδεικτικά Pietro Santi Bartoli Admiranda Romanae antiquitatis et veteris sculpturae vestigia, Romae 1693, πίν. 66 και Bernard de Montfaucon, L'Antiquitée et représentée en figures, Paris: F. Delaulne, 1719. Rare Book and Special Collections Division, Library of Congress (32.1) τόμ. 1, μέρος I, πίν. 24. Η δεύτερη σαρκοφάγος βρίσκεται στο μουσείο του Λούβρου, βλ. Giroire / Roger 2007, 211, αρ. κατ. 143 και Βrommer 1978, σ. 247, αρ. 9.
13. O άμβωνας του Βαπτιστηρίου της Πίζας, έργο που σηματοδοτεί την αρχή της αναγεννησιακής γλυπτικής, θυμίζει έντονα την όψη των ρωμαϊκών σαρκοφάγων, καθώς ο δημιουργός του, Nicola Pisano (1220/1225-1284), μελέτησε επισταμένως τις σαρκοφάγους στο Μνημειακό Κοιμητήριο της Πίζας. Στο σύγγραμμα Della Pittura, ο Leon Βatista Alberti (1404-1472) συμβουλεύει τους ομότεχνούς του να μελετούν ως πρότυπο για τις σκηνές θρήνου τη σαρκοφάγο του νεκρού Μελεάγρου (Moυσείο Chiaramonti, του Βατικανού). Την ίδια σαρκοφάγο μελέτησε και ο Ραφαήλ (1483-1520) για να αποδώσει το νεκρό Χριστό στην Αποκαθήλωση (1507).
14. Βλ. ενδεικτικά τα έργα των Cornelis Bos (1546), Léon Davent (1546-7), Raymond de La Fage (τέλη 17ου αι.) που φυλάσσονται στο Mητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης.
15. Μontagu 1985, τόμ. ΙΙ, σ. 481, αρ. 39, εικ. 221. Το σχέδιο φυλάσσεται στο Hessisches Landesmuseum του Πανεπιστημίου του Darmstadt. Υποστηρίζεται πως ο Algardi δέχτηκε επιρροές από μια ομώνυμη χάλκινη ανάγλυφη πλάκα (1611) του Ολλανδού γλύπτη Andriaen de Vries, βλ. σχετ. Scholten 1998, σ. 187.
16. Μontagu 1985, τόμ. ΙΙ, σ. 415-416.
17. Βλ. το έργο άγνωστου καλλιτέχνη (1686), στο Harvard Art Museums/Fogg Museum, Bequest of Grenville L. Winthrop, αρ. κατ. 1943.1265.
18. Gere κ.ά. 1984, αρ. καταλόγου 859, αρ. καταγραφής στο Βρετανικό Μουσείο 1978, 1002.710.
19. Απόκτημα του μουσείου Victoria & Albert με αρ. καταγραφής A.1075-1910, βλ. Trusted, 2013, αρ. καταλόγου 256, εικ. 270, 1. Διαστάσεις: πλ. 6,3 εκ., ύψ. 2,4 εκ., διάμ. 3,7 εκ.
20. Οι ταμπακοθήκες του 18ου αι διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Σε αυτές που κατασκευάζονταν εξ ολοκλήρου από χρυσό και διακοσμούνταν με πολύτιμες πέτρες και λοιπά διακοσμητικά στοιχεία και σε αυτές των οποίων οι πλευρές, η βάση και το πώμα αποτελούνταν από πλακίδια πορσελάνης, ταρταρούγας, μάργαρου ή ελεφαντοστού. Τα εξωτικά αυτά υλικά προμήθευαν στους κοσμηματοποιούς εξειδικευμένοι έμποροι. Υπήρχε μάλιστα η δυνατότητα αντικατάστασης των πλακιδίων, σύμφωνα με τις επιταγές της μόδας.
21. Le Corbeiller 1966. Γενικότερα για τις ταμπακοθήκες στον ελλαδικό χώρο, βλ. Kαπλάνη 2004.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Bar-Yosef Mayer 2005: Bar-Yosef Mayer D.E., «The Exploitation of Shells as Beads in the Palaeolithic and Neolithic of the Levant», Paléorient 31/1 (2005), σ. 176-185.
  • Brommer 1978: Brommer F., Hephaistos: Der Schmiedegott in der antiken Kunst, Mainz 1978.
  • Cambell 2006: Cambell G. (επιμ.), The Grove Encyclopedia of Decorative Arts, Vol.1-2, Oxford University Press, 2006.
  • Gere κ.ά. 1984: Gere C. / Rudoe J. / Tait H. / Wilson T., The Art of the Jeweller, A Catalogue of the Hull Grundy Gift to the British Museum, τόμ. 1-2, BMP, London 1984.
  • Giroire / Roger 2007: Giroire C. / Roger D., Roman Art from the Louvre, American Federation of Arts in association with Hudson Hills Press, 2007.
  • Καπλάνη 2004: Καπλάνη Γ., Ταμπακοθήκες. Κουτιά καπνού και αρραβώνα, εκδόσεις Ολκός, Aθήνα 2004.
  • Le Corbeiller 1966: Le Corbeiller C., European and American Snuff Boxes 1730-1830, Batsford, London 1966.
  • Mattusch 1988: Mattusch C.C., Greek Bronze Statuary. From the Beginning through the Fifth century BC, Cornell Univ. Press, Ithaca/London 1988.
  • Montagu 1985: Montagu J., Allesandro Algardi, τόμ. 1-2, Yale University Press in Association with the J.Paul Getty Trust, New Haven and London 1985.
  • Πετρίδης 2009: Πετρίδης Π., «Μάργαρον ἐς χείρας τάς εμάς τῇ προτεραίᾳ ἐμπέπτωκεν. Η λεοπάρδαλη των Δελφών και τα αντικείμενα μικροτεχνίας από μάργαρο», στο Ο. Γκράτζιου / Χ. Λούκος (επιμ.), Ψηφίδες. Μελέτες ιστορίας, αρχαιολογίας και τέχνης στη μνήμη της Στέλλας Παπαδάκη-Oekland, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, 2009.
  • Scholten 1998: Scholten F., Adriaen de Vries, 1556-1626: Imperial Sculptor, The Rijksmuseum, The Nationalmuseum, The J. Paul Getty Museum and Waanders Pub., 1998.
  • Stiner 2010: Stiner M.C., «Shell ornaments from the Upper Paleolithic and Mesolithic layers of Klissoura Cave 1 by Prosymnia, Greece», Eurasian Prehistory 7/2 (2010), σ. 287-308.
  • Trusted 2013: Trusted M., Baroque & Later Ivories, Victoria & Albert Museum, V&A Publishing, London 2013.
  • Χατζηδημητρίου 2005: Χατζηδημητρίου Α., Παραστάσεις εργαστηρίων και εμπορίου στην εικονογραφία των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, ΥΠΠΟ (Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Δελτίου αρ. 92), TAΠΑ, Αθήνα 2005.
  • Ward 2008: Ward G.W.R. (επιμ.), The Grove Encyclopedia of Materials and Techniques in Art, Oxford University Press, 2008.
  • Zwicker 1993: Zwicker U., Investigation on Antique Techniques for Joining and Repairing of Bronze Castings. Antiche officine del bronzo: materiali, strumenti, tecniche: Atti del seminario di studi ed esperimenti, Nuova immagine editrice, Siena 1993.