Η βυζαντινή παρουσία στην Κρήτη μοιράζεται στην Α΄ και τη Β΄ βυζαντινή περίοδο, με μία ενδιάμεση διακοπή λόγω της αραβοκρατίας στο νησί. Η Α΄ βυζαντινή περίοδος ορίζεται από τον 5ο αιώνα μ.Χ. μέχρι την αραβική κατάκτηση (824/6). Η Β΄ βυζαντινή περίοδος οριοθετείται ανάμεσα στο 961 (έτος ανάκτησης της Κρήτης από τα βυζαντινά στρατεύματα) και στο 1206, οπότε το νησί περιέρχεται στην κυριαρχία των Ενετών.

Τα χρόνια της βυζαντινής παρουσίας στην Κρήτη σημαδεύονται έντονα από την αραβοβυζαντινή σύγκρουση με αποκορύφωμα την ίδρυση ιδιόρρυθμου αραβικού εμιράτου στο νησί για τουλάχιστον  138 χρόνια (824/6-961). Η γεωστρατηγική της ανατολικής αλλά και της ευρύτερης περιοχής Μεσογείου διαμορφώνεται με νέα δεδομένα λόγω μιας σειράς αραβικών επιθέσεων και κατακτήσεων. Ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα το Βυζάντιο δέχεται μεγάλη πίεση στα σύνορά του, στις περιοχές της Συρίας, της Μεσοποταμίας, της νότιας Μικράς Ασίας και στις κτήσεις του στη Β. Αφρική. Αραβικές επιθέσεις απειλούν τα παράλια των νήσων, όπως συνέβη και στην Κρήτη. Αρχαιολογικές μαρτυρίες μεταφέρουν τον απόηχο κάποιων τέτοιων επιθέσεων/αποβάσεων στα νότια παράλια της Κρήτης αλλά και στο Κάστρο του Ηρακλείου. Η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα αλλά και η ιστοριογραφία συμφωνούν για το γεγονός της σταδιακής εγκατάλειψης των παραλίων πόλεων, τη συρρίκνωση των υφιστάμενων αστικών κέντρων και την παρακμή όποιας οικονομικής και γεωργικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια του 7ου αιώνα στην Κρήτη. Κάτω από αυτό το ιστορικό πρίσμα πρέπει να ιδωθούν οι πληροφορίες που αφορούν τις οχυρώσεις κατά τις δύο βυζαντινές περιόδους στο νησί της Κρήτης.

Α΄ βυζαντινή περίοδος

Ένα πρώιμο οχυρωματικό έργο συναντούμε στα δυτικά όρια της σημερινής Ιεράπετρας (αρχαία Ιεράπυτνα), όπου οχυρωματικός περίβολος προστατεύει το θαλάσσιο μέτωπο της πρωτοβυζαντινής πόλης ήδη από τον 6ο αιώνα (όπως συνάγεται από την ιδιαίτερη μορφολογία της κατασκευής). Ισχυρό τείχος με άφθονη χρήση οπτόπλινθων σώζεται σε αρκετά μεγάλο τμήμα παράλληλο με την ακτογραμμή (εικ. 1). Η τεχνική κατασκευής της τοιχοδομίας του τείχους ομοιάζει με αυτές που συναντούμε σε πρωτοβυζαντινές οχυρώσεις, τόσο στην πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη, όσο και σε σημαντικές πόλεις του ελλαδικού χώρου, όπως η Θεσσαλονίκη και η Νικόπολη. Η σχετικά πρόσφατη (2006-2008), διερεύνηση της οχυρωματικής αυτής κατασκευής προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την οχυρωτική τέχνη στην Κρήτη, επειδή μέχρι σήμερα δεν είχαμε υπόψη μας τόσο πρώιμη βυζαντινή οχύρωση στο νησί. Πιθανότατα, πρόκειται για το μόνο γνωστό οχυρωματικό έργο της Ιουστινιάνειας περιόδου.

Σημαντική οχυρωματική κατασκευή της Α΄ βυζαντινής περιόδου υπήρξε η ακρόπολη της Γόρτυνας. Η Γόρτυνα στη Μεσαρά (περίπου στο κέντρο της Κρήτης με πρόσβαση σε λιμάνια της νότιας ακτής), υπήρξε η πρωτεύουσα της Κρήτης ήδη από τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η οχύρωση του λόφου ανατολικά και βόρεια της εκτεταμένης πόλης (διαφοροποιείται από την ελληνιστική ακρόπολη στο λόφο του Προφήτη Ηλία δυτικότερα), συνίσταται στην κατασκευή μνημειώδους οχυρωματικού περιβόλου που επιστέφει το λόφο παρέχοντας προστασία σε μια ευρύχωρη επίπεδη έκταση. Στο εσωτερικό της ακρόπολης βρισκόταν ήδη  μεγάλο προγενέστερο κτίσμα (γνωστό σήμερα ως Κάστρο). Το τείχος διαθέτει ισχυρό πολυγωνικό πύργο (στην προσβάσιμη δυτική πλευρά), και άλλους τρεις τετράγωνους πύργους (οι δύο καλύπτουν τη ΒΔ και ΝΔ γωνία αντίστοιχα). Η τοιχοποιία αποκαλύπτει τη χρήση δόμων προγενέστερης περιόδου από το άφθονο οικοδομικό υλικό της πρώην ακμάζουσας Γόρτυνας, η οποία κατά τον 7ο αιώνα είχε μετατραπεί σε «σκιά» μόνον της παλαιότερης πρωτεύουσας. Η εξωτερική παρειά του τείχους κτίζεται επιμελημένα με ορθογώνιους προσεκτικά επεξεργασμένους δόμους (εικ. 2), εδράζεται στον θεμέλιο βράχο και η μορφολογία του παραπέμπει στα μεγάλα οχυρωματικά έργα της Άγκυρας, της Νίκαιας, της Κώρυκου, της Μακεδονίας, της Κυδωνίας όπως και σε πολλά σημεία που οικοδομούνται σημαντικά οχυρωματικά έργα κατά τους αιώνες 6ο έως 7ο στην επικράτεια της αυτοκρατορίας κάτω από την απειλή των αραβικών επιθέσεων. Η ακρόπολη της Γόρτυνας φαίνεται ότι επαναχρησιμοποιήθηκε και μετά την αραβοκρατία, όπως μαρτυρεί προσθήκη στα ανατολικά της οχύρωσης, που διαθέτει χαρακτηριστική τοιχοποιία των οχυρώσεων της Β΄ βυζαντινής περιόδου.

Ίσως, το πλέον εντυπωσιακό οχυρωματικό έργο της πρωτοβυζαντινής περιόδου αποτελεί η οχύρωση του λόφου με τη σημερινή ονομασία Καστέλι στα Χανιά, στη θέση της αρχαίας και παλαιοχριστιανικής Κυδωνίας. Μια μνημειώδης κατασκευή οχυρωματικού περιβόλου που εδράζεται στο τείχος της προγενέστερης ελληνιστικής ακρόπολης της Κυδωνίας και χρησιμοποιεί άφθονο υλικό σε δεύτερη χρήση (εικ. 3), μορφολογικό χαρακτηριστικό που παραπέμπει στις μεγάλες οχυρές κατασκευές του 7ου αιώνα στον ευρύτερο χώρο της βυζαντινής Ανατολής. Τετράγωνοι και ορθογώνιοι πύργοι προβάλλουν εξωτερικά στην παρειά του τείχους σε μεγάλο ύψος, σε όλη την έκταση του περιβόλου (εικ. 4), με ξεχωριστό τον μνημειώδους κατασκευής τετράγωνο πύργο στη δυτική πλευρά (προς το λιμάνι). Η πόλη της Κυδωνίας εγκαταλείφθηκε κατά την αραβοκρατία και επανακατοικήθηκε με την έλευση των Ενετών. Η Επιστημονική Επιτροπή Ανάδειξης του Βυζαντινού και Βενετσιάνικου Οχυρωματικού Περιβόλου Χανίων τα τελευταία χρόνια κατέγραψε, ερεύνησε ανασκαφικά και ανέδειξε τις βυζαντινές οχυρώσεις της Κυδωνίας με υπεύθυνο τον αρχαιολόγο Μιχάλη Ανδριανάκη.

Στα πρότυπα των οχυρών ακροπόλεων Γόρτυνας και Κυδωνίας συναντούμε την οχυρή ακρόπολη της Λύκτου στην περιοχή Πεδιάδας στην ενδοχώρα του Ηρακλείου, όπου η ρωμαϊκή πόλη συρρικνώνεται σε μια ισχυρή ακρόπολη με οχυρωματικό περίβολο, ο οποίος περιβάλλει το υψηλότερο άκρο του λόφου. Η τοιχοποιία παραπέμπει σε πρωτοβυζαντινές οχυρωτικές κατασκευές, με την ενσωμάτωση ορθογώνιων δόμων σε επάλληλες σειρές και τη χρήση ισχυρού κονιάματος. Με μέτωπο προς νότια βρίσκουμε ισχυρό ημικυκλικό πύργο μα σαφή αμυντικό προσανατολισμό αφού η Λύκτος βρισκόταν στην οδική αρτηρία που συνέδεε τη νότια ακτή του Ηρακλείου με τα βόρεια παράλια.

Στην ακρόπολη της Ελεύθερνας ο στενός βραχώδης ισθμός, οχυρώθηκε με μεγάλο οχυρωματικό περίβολο που προστάτευε τη μοναδική πύλη εισόδου στην παλαιοχριστιανική πόλη. Σήμερα σώζεται μικρό τμήμα (εικ. 5), της μνημειώδους κατασκευής και μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε τη συγγένεια με τις αντίστοιχες οχυρωματικές κατασκευές αυτής της περιόδου στην Κρήτη.

Στον Κάστελο στο Βαρύπετρο (κοντά στα σημερινά Χανιά, ένα μεγάλο κάστρο της Β΄ βυζαντινής περιόδου), τμήμα του νότιου οχυρωματικού περιβόλου (εικ. 6), αποκαλύπτει μια πρώιμη οικοδομική φάση η οποία μπορεί να τοποθετηθεί στον 7ο αιώνα, όπως και το προτείχισμα της βόρειας πλευράς που διαφοροποιείται μορφολογικά από τον κυρίως οχυρωματικό περίβολο. Τα τμήματα αυτά στο κάστρο του Βαρύπετρου συγγενεύουν μορφολογικά με την οχύρωση της Ελεύθερνας και της Λύκτου.

Στο πάλαι ποτέ Κάστρο, στη θέση που σήμερα βρίσκεται η πόλη του Ηρακλείου, έχει αποκαλυφθεί πρόσφατα μια πρώιμη φάση των οχυρώσεων, πριν από την εποχή της αραβοκρατίας. Στη θέση Μπεντενάκι, πρόσφατη ανασκαφική έρευνα αποκάλυψε τμήμα του θαλάσσιου οχυρωματικού μετώπου πιθανότατα της πρωτοβυζαντινής πόλης (εικ. 7), που αποτελείται από ένα μνημειωδών διαστάσεων τετράγωνο πυργοοικοδόμημα με εσωτερικές αίθουσες και δεξαμενές νερού, κτισμένο κατά τα πρότυπα των οχυρώσεων της Κυδωνίας. Μέχρι σήμερα μόνο εικασίες μάς επέτρεπαν οι λιγοστές πηγές για τη μορφή της πόλης πριν από την αραβοκρατία, αυτή όμως η σημαντική ανασκαφή (σε συνδυασμό με κάποια άλλα σημεία όπου τμήματα του παλαιοχριστιανικού τείχους έχουν αποκαλυφθεί), επιτρέπει να σχηματίσουμε εικόνα για τη μορφή της παλαιοχριστιανικής πόλης, στη θέση όπου σήμερα βρίσκεται το Ηράκλειο.

Την ίδια αυτή περίοδο, όπως προκύπτει από έρευνες οι οποίες είναι σε εξέλιξη, φαίνεται ότι κάποιες παράλιες πόλεις των πρώιμων βυζαντινών χρόνων επιβίωσαν στα δύσκολα χρόνια πριν την αραβοκρατία, λόγω ακριβώς της κατασκευής οχυρώσεων. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η αρχαία Λεβήν (σημ. Λέντας), η Ίνατος (σημ. Τσούτσουρος) και η Χερρόνησος (σημ. Λιμήν Χερσονήσου) στην περιοχή του Ηρακλείου, η Ίτανος στη Σητεία, η ΟαξόςΟξά) στο Μεραμπέλο (σε λόφο ακριβώς «πάνω» πάνω από την Ελούντα στη θέση όπου βρισκόταν η αρχαία Ολούς), η Συία (σημ. Σούγια) στα Χανιά.

Αραβοκρατία

Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τη χρήση των οχυρών κατά την περίοδο της αραβοκρατίας, με εξαίρεση τον αραβικό Χάνδακα (Rhab el Khandaq), το σημαντικό κέντρο αραβικής παρουσίας στην Κρήτη. Αναλυτικές περιγραφές στα κείμενα βυζαντινών ιστορικών μιλούν για μια ισχυρή οχυρωμένη πόλη με ψηλά τείχη και τάφρο να την περιβάλλει. Θεωρήθηκε πως το λεγόμενο αραβικό τείχος της πόλης οικοδομήθηκε εκείνη την περίοδο, μια υπόθεση που μάλλον πρέπει να αναθεωρήσουμε με τα δεδομένα της σύγχρονης ανασκαφικής έρευνας στο βόρειο παραλιακό μέτωπο (Μπεντενάκι) έρευνα που είναι σε εξέλιξη.

Β΄ βυζαντινή περίοδος

Η οκτάμηνη πολιορκία και εκπόρθηση του αραβικού Χάνδακα από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Νικηφόρου Φωκά στα 960-961 ανέδειξαν μία από τις πλέον σημαντικές ιστορικές νίκες στην περίοδο του Βυζαντίου. Η αποκατάσταση της βυζαντινής εξουσίας στο νησί της Κρήτης αποδείχτηκε έργο δύσκολο με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα. Η μακρόχρονη συμβίωση του ντόπιου στοιχείου με το αραβικό στοιχείο είχε ως αποτέλεσμα την εξοικείωση των Κρητών στην παρουσία αστικού αραβικού πληθυσμού. Το γεγονός αυτό σηματοδότησε μία ‒τουλάχιστον δύσκολη‒ προσπάθεια για την αποκατάσταση του κύρους της κεντρικής εξουσίας. Αυτήν τη δύσκολη περίοδο που ακολούθησε την αραβοκρατία τα μεγάλα οχυρωματικά έργα φαίνεται ότι αποτέλεσαν ένα από τα «όπλα» της κεντρικής διοίκησης αφού καθιέρωσαν και το κύρος αλλά και την ασφαλή παρουσία των βυζαντινών δυνάμεων σε συνδυασμό με την παραμονή βυζαντινών στρατιωτικών σωμάτων σε μια προσπάθεια εποικισμού του νησιού. Μεγάλα οχυρωματικά έργα με μνημειώδεις διαστάσεις, δαπανηρές κατασκευές που απαιτούσαν πολυάνθρωπο μόχθο για την κατασκευή τους, απλώθηκαν σε όλη την έκταση της Κρήτης.

Με κεντρικό οχυρωματικό έργο την καστροπολιτεία του Τεμένους (δίπλα στον σημερινό Προφήτη Ηλία, 15 χλμ. νότια από το Ηράκλειο) εδραιώνεται η βυζαντινή παρουσία σε ένα χώρο στην ενδοχώρα, πολύ κοντά στον πρώην αραβικό Χάνδακα. Πρόκειται για μία σύνθετη μεγάλη οχυρωματική κατασκευή, με περίβολο που προστατεύει έκταση περίπου 600 στρεμμάτων, ένα οχυρό οικοδομημένο σε ένα δίκορφο ύψωμα, όπου η δυτική υψηλότερη κορυφή οχυρώνεται με τη σειρά της σε μία ισχυρότατη ακρόπολη, με δικό της οχυρωματικό περίβολο και ισχυρούς πύργους (εικ. 8), ένα κάστρο μέσα σε κάστρο, ένδειξη προφανώς διοικητικής και στρατιωτικής εξουσίας. Ο οχυρωματικός περίβολος διατρέχει το λόφο περιμετρικά, στα άκρα της κρημνώδους πλαγιάς με πύργους ποικίλων σχημάτων (ημικυλινδρικούς, τρίγωνους, πεταλοειδείς). Στη βόρεια και ανατολική γωνία του Τεμένους (όπου το πρανές του εδάφους έχει ομαλή κλίση και επιτρέπει την άνετη πρόσβαση) διακρίνουμε τη διαμόρφωση της εισόδου στο κάστρο, ενώ στο σημείο αυτό αναγνωρίζουμε σήμερα τριπλή σειρά οχύρωσης όπου το προτείχισμα και ο κυρίως οχυρωματικός περίβολος έχουν μνημειώδεις διαστάσεις που μπορούν να συγκριθούν με τις σοβαρές βυζαντινές οχυρωματικές κατασκευές του 10ου αιώνα στην Αρμενική Κιλικία, τα παράλια της Μικράς Ασίας και την Κύπρο (εικ. 9). Η μέριμνα για την επάρκεια ύδατος στο Τέμενος εκτός από τις σκόρπιες δεξαμενές και τον υδατόπυργο της ακρόπολης χαρακτηρίζεται από μία σύνθετη, σπάνια οχυρή κατασκευή στη δυτική πλευρά του λόφου της Ρόκας, όπου προστατευμένη σήραγγα με άνετη κλίμακα οδηγεί από την κορυφή στη βάση του λόφου στις κρυμμένες κινστέρνες που συγκεντρώνουν το άφθονο τρεχούμενο νερό παρακείμενης πηγής. Η καστροπολιτεία του Τεμένους σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Λέοντος Διακόνου αποτέλεσε προσωπική επιλογή του στρατηγού απελευθερωτή της Κρήτης Νικηφόρου Φωκά, όπου έκτισε μία ισχυρή πόλη στην ενδοχώρα («Τέμενος το άστυ ωνόμασε», Λέων Διάκονος, Ιστορία, βιβλ. Β΄ η΄, [επιμ. μετάφρ. σχόλ. Βρασίδας Καραλής], εκδ. Κανάκη, Αθήνα 2000, σ. 140).

Στη δυτική μεριά της Κρήτης, πολύ κοντά στα Χανιά βρίσκουμε τη μεγάλη οχυρωματική κατασκευή του Βαρύπετρου. Ισχυρότατος οχυρωματικός περίβολος με δυνατό προτείχισμα στη βόρεια πλευρά του οχυρού λόφου, όπως και μνημειώδης οχυρωματικός περίβολος με μνημειώδη προπύργια στη νότια πλευρά (εικ. 10) διαμορφώνουν μία άνετη προστατευμένη έκταση πάνω από 400 στρέμματα στην ενδοχώρα της Κυδωνίας που μπορεί να εποπτεύει τον κάμπο του Αλικιανού και όλη την ακτή του κόλπου των Χανίων. Δυτικότερα, στην Κίσαμο, συναντούμε τη σοβαρή οχυρωματική κατασκευή στην ακρόπολη της Πολυρήνιας (εικ. 11). Το κεντρικό ύψωμα της αρχαίας (ήδη οχυρωμένης κατά τα ελληνιστικά χρόνια) πόλης οχυρώνεται με μνημειώδη οχυρωματικό περίβολο, μεγάλους τετράγωνους και κυλινδρικούς πύργους. Στην ενδοχώρα της Κισάμου με μέτωπο προς το ορεινό Σέλινο, νότια, συναντούμε το κάστρο της Μαλάθυρου (εικ. 12), μία ισχυρή οχυρωματική κατασκευή με προτείχισμα και ισχυρό κυρίως οχυρωματικό περίβολο στη νότια πλευρά βραχώδους απόκρημνου λόφου. Ο χώρος δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε στη μεταγενέστερη περίοδο της ενετοκρατίας, διατηρώντας έτσι αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά της μεσοβυζαντινής περιόδου.

Στην ενδοχώρα του Ρεθύμνου βρίσκεται το κάστρο στο Μονοπάρι, όχι μακριά από το παραλιακό Ρέθυμνο. Πάνω σε απόκρημνο λόφο που περιβάλλεται από χείμαρρο και διαμορφώνει απόκρημνες πλαγιές στις οποίες δεν υπάρχει ανάγκη για οχύρωση, σώζεται στη βόρεια προσβάσιμη πλευρά τείχος με τετράγωνους πύργους (εικ. 13), με τη χαρακτηριστική μορφολογία των μεσοβυζαντινών οχυρωματικών έργων. Στην ενδοχώρα του Ρεθύμνου, επίσης, στην είσοδο της κοιλάδας του Αμαρίου συναντούμε την άγνωστη μέχρι σήμερα καστροπολιτεία στην κορυφή του λόφου Βενί, όπου ισχυρός περίβολος περιβάλλει μια ομαλή, επίπεδη έκταση περίπου 525 στρεμμάτων.

Στην περιοχή του Ηρακλείου εκτός από το Τέμενος, συναντούμε το μεγάλο κάστρο στο Μονοφάτσι, όπου σε ευρεία οχυρωμένη έκταση με ισχυρό περίβολο και μεγάλους τετράγωνους πύργους υπήρχε καστροπολιτεία η οποία κατοικήθηκε αδιάλειπτα μέχρι και τον 18ο αι. Νοτιότερα, στην ανατολική Μεσαρά, βρίσκονται τα ερείπια του μεγάλου οχυρού Ριζόκαστρο (αργότερα Belvedere για τους Ενετούς). Ένας χώρος που επίσης κατοικήθηκε μέχρι τον 18ο αι., γεμάτος δεξαμενές νερού, εκκλησίες και ίχνη από ισχυρό οχυρωματικό περίβολο. Πρόκειται για θέση με εξαιρετικό στρατηγικό πλεονέκτημα ελέγχου μεγάλου μέρους της πλέον εύφορης πεδιάδας της Μεσαράς.

Στο ανατολικό άκρο της Κρήτης στην περιοχή Λασιθίου συναντούμε δύο οχυρωματικές κατασκευές με εμφανώς μικρότερες διαστάσεις από εκείνες που ήδη αναφέραμε. Ανατολικά της Σητείας σε παραθαλάσσιο απόκρημνο λόφο, στο Λιόπετρο, σώζονται τα ίχνη κάστρου με τείχος που προστατεύει την ανατολική και νότια πλευρά που φέρει τετράγωνους πύργους. Εντυπωσιακή είναι η παρουσία πολλών θολωτών δεξαμενών αποτελούμενες από έξεργους λίθους σε μία προσπάθεια εξασφάλισης μεγάλων ποσοτήτων ύδατος. Μικρότερη σε έκταση και μέγεθος κατασκευή συναντάται στα Μεσοκάστελα, βόρεια και δυτικά της Ιεράπετρας με καταπληκτική εποπτεία όλης της νότιας ακτής, όπου δύο παραπλήσιοι βραχώδεις λόφοι στέφονται με οχυρωματικό περίβολο στα σημεία όπου ήταν εύκολη η πρόσβαση. Κατά την περίοδο αυτή φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν οι προϋπάρχουσες οχυρώσεις της Λύκτου, που εποπτεύει την πολυάνθρωπη κι εύφορη ενδοχώρα του Ηρακλείου την Πεδιάδα και η ακρόπολη της Γόρτυνας που εποπτεύει την κεντρική και δυτική Μεσαρά, σε συνδυασμό με τις νεόδμητες κατασκευές.

Μία ξεχωριστής σημασίας οχυρή κατασκευή αποτελεί το Κέρατον (σημ. Κερατόκαμπος), ένας απρόσιτος λόφος ύψους 600 μέτρων ακριβώς πάνω από τις μεγάλες παραλίες της Άρβης, του Κερατόκαμπου και του Τσούτσουρου. Πρόκειται για ισχυρό φρούριο με δεξαμενές νερού τετράγωνους πύργους και τείχος στα λίγα μη απόκρημνα σημεία. Πρόκειται για το σημείο, όπου σύγχρονες έρευνες τοποθετούν την απόβαση των Αράβων του Abu Hafs Omar γύρω στα 824/826. Η ανάμνηση της εποίκισης και του αραβικού κινδύνου υπαγόρευσε στη βυζαντινή εξουσία την οχύρωση αυτού του απομονωμένου σημείου με το ρόλο της εποπτείας της κοντινής ευπρόσιτης νότιας ακτής.

Κατά τη διάρκεια της Β΄ βυζαντινής περιόδου οι γενικότερες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές στο χώρο του Βυζαντίου, όπως η εμφάνιση τοπικής αριστοκρατίας και η αυξανόμενη οικονομική δραστηριότητα επηρέασαν και το νησί της Κρήτης. Θρύλοι, παραδόσεις αλλά και γραπτές πηγές μιλούν για εποικισμό μεγάλων οικογενειών του Βυζαντίου στην Κομνήνεια περίοδο. Η ύπαιθρος της Κρήτης αποκτά μεγαλύτερο πληθυσμό που συσπειρώνεται γύρω από τις μεγάλες εύφορες περιοχές, όπως η Πεδιάδα, η Μεσαρά, και το Μαλεβύζι στο Ηράκλειο, ο κάμπος του Ρεθύμνου και της Αργυρούπολης στο Ρέθυμνο, του Αποκόρωνα, και της Κισάμου στα Χανιά, όπως και ο ισθμός Σητείας – Μακρύ Γιαλού στο Λασίθι. Αυτήν την περίοδο η μορφή των βυζαντινών οχυρών στο νησί της Κρήτης αποκτά διαφορετικά μορφολογικά χαρακτηριστικά από εκείνα των μεγάλων μεσοβυζαντινών οχυρώσεων. Οχυρά που κτίζονται σε προσιτές εκτάσεις με ήπιες κλίσεις, πολύ κοντά με τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις και τους οικισμούς, μικρής έκτασης, με σαφώς τετράγωνο σχήμα σε αρκετές περιπτώσεις, όπου τα τείχη είναι μικρότερα σε ύψος και πλάτος, ενώ οι οχυρωματικοί πύργοι λιγότεροι σε αριθμό και τοποθετούνται κοντά στην είσοδο ή στις γωνίες των οχυρών. Τα οχυρά αυτά διαθέτουν συνήθως ακροπύργιο, ενώ συχνά γειτνιάζουν με λαξευτά πατητήρια για την εξαγωγή μούστου αλλά και ελαιόλαδου. Τέτοιες κατασκευές συναντούμε κυρίως στην ενδοχώρα του Ηρακλείου. Γύρω κι εντός του κάμπου της Πεδιάδας (που αποτελεί το χώρο με τον μεγαλύτερο πληθυσμό κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο), συναντούμε το οχυρό των Θόλων, με εποπτεία στον κάμπο του Αλαγνίου, μικρό οχυρό με περίβολο και κεντρικό πύργο. Ο Κάστελος Μελεσών στέκεται στο στρατηγικό πέρασμα που συνδέει τη βόρεια ακτή του Ηρακλείου με την κυρίως έκταση της Πεδιάδας. Μικρής έκτασης οχυρός λόφος με χώρους κατοίκησης και ακροπύργιο. Στον κάμπο δυτικά από τα Λασιθιώτικα όρη στην ευρύτερη περιοχή ΑρκαλοχώριΠεδιάδα οικοδομείται το Καστέλι Πεδιάδας, τετράγωνο οχυρό με ακρογωνιαίους πύργους. Στο κέντρο της ευρύτερης περιοχής, βρίσκεται το οχυρό του Γαλατά, τετράγωνου σχήματος, με ισχυρό οχυρωματικό περίβολο, τρεις ακρογωνιαίους πύργους με κεντρικό οικοδόμημα, ακροπύργιο. Εποπτεύει την διάβαση Πεδιάδας-Αρκαλοχωρίου από τη βόρεια ακτή του Ηρακλείου, καθώς και τον ευρύτερο κάμπο ΒόννηςΑποστόλων. Στα όρια της Πεδιάδας με τη Μεσαρά βρίσκεται το οχυρό της Βιτσιλιάς, το οποίο εποπτεύει όλη τη νότια υποκείμενη εύφορη έκταση έως και τον κάμπο της Μεσαράς. Στα όρια Πεδιάδας-Τεμένους στέκεται το οχυρό στο Καταλαγάρι (εικ. 14), ένα υποδειγματικό κατασκεύασμα που συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά των οχυρών αυτής της μορφής: τετράγωνο σχήμα, μικρή έκταση, κεντρικό πυργοοικοδόμημα, παραπλήσια πατητήρια λαξευμένα σε βράχο, ενώ γειτνιάζει με μεγάλες εκτάσεις αμπελοκαλλιέργειας. Στο Μαλεβύζι σε ένα στρατηγικό σημείο κοντά στο σημερινό χωριό Άγιος Θωμάς βρίσκεται το οχυρό Μέλισα, παρόμοιας κατασκευής με εκείνο του Καταλαγαρίου: περίβολο σε τετράγωνο σχήμα, ακροπύργιο στο κέντρο, ακρογωνιαίους πύργους και λαξευμένους χώρους έκθλιψης οινοστάφυλων. Βορειότερα βρίσκεται το οχυρό Μαλεβύζι, δίπλα στα πλούσια ελαιόφυτα και οινάμπελα του βόρειου Μαλεβυζίου με εποπτεία σε όλη τη βόρεια ακτή του Ηρακλείου και στην ενδοχώρα, όπου όμως μόνο ελάχιστα ίχνη αναγνωρίζονται σήμερα.

Στα Χανιά, στην περιοχή του Αποκόρωνα βρίσκεται το κάστρο στα Κυριακοσέλια, πολύ κοντά στα εδάφη όπου έχουν καταγραφεί βυζαντινές «επισκέψεις» στο Στύλο Χανίων στα χρόνια των Κομνηνών. Οχυρωματικός περίβολος επιστέφει χαμηλό λόφο με λίγους τετράγωνους πύργους. Οι διαφορετικές φάσεις κατασκευής του δυτικού εξώπυργου στην είσοδο μαρτυρεί πως το οχυρό πιθανότατα είχε οικοδομηθεί κατά την Α΄ βυζαντινή περίοδο (εικ. 15).

Στο ανατολικό άκρο της Κρήτης στον ισθμό Σητείας – Μακρύ Γιαλού βρίσκεται επιβλητικό οχυρό (σώζεται μόνο η ενετική ονομασία του), το Μοντ-Φόρτε ‒ περίβολος στο δυτικό άκρο, μικροί πύργοι και ίχνη κεντρικού πυργοοικοδομήματος (εικ. 16). Εποπτεύει μια μεγάλη και πλούσια καλλιεργήσιμη έκταση.

Την ίδια περίοδο, ο πληθυσμός φαίνεται να έχει επιστρέψει στις μεγάλες πόλεις, οπότε το Βυζαντινό Κάστρο (σημ. Ηράκλειο) αποκτά οχύρωση, εν πολλοίς εδραιωμένη στα προγενέστερα τείχη της πόλης. Πρόκειται για μεγάλο οχυρωματικό περίβολο με σταθερά μεσοπύργια διαστήματα που οριοθετούνται από τετράγωνους πύργους κατά το πρότυπο των οχυρωμένων βυζαντινών πόλεων. Επίσης, στο Καστέλι Κισάμου, όπου δεν έχουμε σαφή εικόνα των οχυρώσεων, ο πληθυσμός επανδρώνει αστικό κέντρο. Δεν είμαστε σίγουροι για την κατοίκηση στο Καστέλι των Χανίων την πρότερη Κυδωνία εκείνη την περίοδο, επειδή οι ανασκαφικές έρευνες εμφανίζουν ίχνη επανακατοίκησης μόνο από τον 13ο αιώνα κι έπειτα.

Ολοκληρώνοντας τη συνοπτική αυτή παρουσίαση των βυζαντινών οχυρώσεων στην Κρήτη, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι στο μεγάλο αυτό διάστημα της βυζαντινής παρουσίας (η οποία διακόπτεται από την ταραγμένη περίοδο της αραβοκρατίας) τα μεγάλα οχυρωματικά έργα της πρώτης περιόδου συμπληρώνονται με τις μεγάλες κατασκευές μετά το 961 και με τα μεταγενέστερα οχυρά της Κομνήνειας περιόδου διαμορφώνοντας ένα σύνολο που λόγω της φύσης του εδάφους αλλά και των αυξημένων αναγκών άμυνας αποτελούν ένα ευδιάκριτο οχυρωματικό δίκτυο το οποίο απλώνεται στο σύνολο του νησιού. Η ορατότητα ανάμεσα στις σημαντικές οχυρώσεις αλλά και η συμπληρωματική εποπτεία του ευρύτερου χώρου αποτελούν σημαντικό αμυντικό πλεονέκτημα, έτσι ώστε μπορούμε να τεκμηριώσουμε την άποψη ότι οι οχυρώσεις συνέβαλαν ώστε η βυζαντινή παρουσία στο νησί της Κρήτης να εδραιωθεί οριστικά, μέχρι την έναρξη της ενετοκρατίας στα 1206. Οι Ενετοί χρησιμοποιούν ως σημεία κεντρικού ελέγχου τις βυζαντινές οχυρώσεις, ενώ ένα σημαντικό ζήτημα χρονολόγησης προκύπτει από τον ισχυρισμό κάποιων ενετών χρονογράφων ότι 14 μεγάλες οχυρώσεις κτίζονται εκ θεμελίων από τον Γενουάτη πειρατή Ενρίκο Πεσκατόρε ο οποίος διεκδίκησε την εξουσία της Κρήτης από το 1206 έως το 1211. Πρόκειται για ισχυρισμό ανυπόστατο, στο πλαίσιο της προσπάθειας των νεότερων κατακτητών του νησιού να αποκρύψουν ότι οι διοικητικές και οικονομικές δομές της πρώιμης ενετοκρατίας στηρίχθηκαν ακριβώς στο βυζαντινό δίκτυο οργάνωσης του νησιού που εν πολλοίς αναπτύχθηκε γύρω από τις βυζαντινές οχυρώσεις.

 

Νίκος Μ. Γιγουρτάκης

Αρχαιολόγος, φιλόλογος

Υποψ. Διδάκτωρ Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Παν/μίου Κρήτης