Καταξιωμένος ιδιωτικός ερευνητής, ο Γιώργος Τσούκαλης έχει μια παράπλευρη αδυναμία: είναι στρατευμένος στην πάταξη της αρχαιοκαπηλίας. Στο βιβλίο του Λαθρέμποροι ιστορίας. Επιστροφή των 20 θησαυρών (εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2012), παρουσιάζει είκοσι υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας από το 1991 έως το 2012, τις οποίες έλυσαν ο ίδιος και οι συνεργάτες του. Μας ταξιδεύει εδώ κι εκεί στην ηπειρωτική Ελλάδα, ακολουθώντας τα ίχνη των αρχαιοκάπηλων και της λαθραίας συγκομιδής τους. Υπάρχει αναμέτρηση, υπάρχει σασπένς. Εκείνος προσπαθεί να τους παρασύρει σε παγίδα, οι άλλοι μπλοφάρουν προκειμένου να φυλάξουν τα νώτα τους. Η ατμόσφαιρα έχει κάτι από κατασκοπευτική ταινία ή και θρίλερ.

Η συνεργασία του Γιώργου Τσούκαλη με την Ελληνική Αστυνομία ξεκίνησε το 1991. Η αρχή έγινε στα Μέγαρα με μια μεγάλη ανάγλυφη επιτύμβια πλάκα από μάρμαρο. Ακολούθησαν υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα τόσο διαφορετικά όσο μια αρχηγός κυκλώματος σωματεμπορίας, που είχε παράλληλα οργανώσει μεγάλο δίκτυο αρπαγής και μεταφοράς βυζαντινών εικόνων, ένας ιδιαίτερα γνωστός γκαλερίστας, ένας συντηρητής έργων τέχνης, δύο αντικέρ, ένας απόστρατος συνταγματάρχης, ένας μετρ γνωστού ξενοδοχείου κ.ά. Η σημαντικότερη ίσως υπόθεση αρχαιοκαπηλίας στην Ελλάδα είναι μυθιστορηματική: Ύστερα από πολυετείς ενέργειες, το 1998 επαναπατρίζονται από το Μαϊάμι τα 277 αρχαία αντικείμενα που είχαν κλαπεί από το Μουσείο της Κορίνθου τον Απρίλιο του 1990. Οι δράστες, έχοντας τότε τραυματίσει σοβαρά το φύλακα, είχαν μπει στο μουσείο από τα κεραμίδια. Το 2011, σημειώθηκαν δύο επιτυχίες που ξεπέρασαν κατά πολύ τα ελληνικά σύνορα: Ανακτήθηκαν το «Κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου», ο πίνακας του Ρούμπενς που είχε κλαπεί το 2001 από το Μουσείο Καλών Τεχνών της Γάνδης, και ένα χρυσοκέντητο Κοράνι. Την ίδια χρονιά αποτράπηκε η πώληση ενός αγαλματιδίου της θεάς Εκάτης που προερχόταν από την περιοχή της Κορίνθου ή της Νεμέας.

Τα χρηματικά ποσά που διακυβεύονται είναι διόλου ευκαταφρόνητα. Στο κέρδος προσβλέπουν άλλωστε όσοι ανακαλύπτουν τα περιζήτητα αρχαία και επιθυμούν να τα πουλήσουν, πόσω μάλλον οι διακινητές που αναζητούν ή «έχουν έτοιμο» τον τελικό αποδέκτη. Τρίτο και τελευταίο πρόσωπο αυτής της διαδρομής, ο αγοραστής, ενδέχεται να εμφορείται από αγάπη για τις ελληνικές αρχαιότητες — εκτός εάν η απόκτησή τους ενισχύει απλά το κενόδοξο κοινωνικό του γόητρο. Είναι πάντως διατεθειμένος να πληρώσει αδρά. Και το εμπόριο αρχαιοτήτων καλά κρατεί.