Η ετήσια διάλεξη των Αρχείων της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, με ομιλητή τον καθηγητή Fikret K. Yegül (University of California, Santa Barbara) και θέμα «Our Complicity in this Classical Looting: Triangulating the Past at Sardis 1922-1925».
Στα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του Α′ Παγκοσμίου Πολέμου, η Αμερικανική Εταιρεία Ανασκαφών στις Σάρδεις και οι ανασκαφείς της αφαίρεσαν 58 κιβώτια με αρχαιότητες από την ανασκαφή ως «δώρο» προς το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Αυτό το άκαιρο και ατυχές γεγονός σε μια εποχή που η Τουρκία προσπαθούσε να ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα παραβίαζε την έγγραφη συμφωνία που υπήρχε ανάμεσα στο τουρκικό κράτος και στους Αμερικανούς ανασκαφείς. Τέτοιου είδους παρεξηγήσεις ήταν ενδημικές στην ύστερη Οθωμανική περίοδο, όπου οι κανονισμοί διέπονταν από κακή διατύπωση και η εφαρμογή τους από ασυνέπεια, με αποτέλεσμα τη λεηλασία και την απώλεια πολλών αρχαιοτήτων.
Τελικά, η υπόθεση με τις Σάρδεις διευθετήθηκε με τη «μοιρασιά» του υλικού ανάμεσα στο τουρκικό κράτος και τους Αμερικανούς, μετά από μακρές και δυσάρεστες διαπραγματεύσεις στις οποίες συμμετείχαν επιστήμονες με κύρος, πολιτικοί και επιφανή ιδρύματα, όπως η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών. Η περιγραφή αξιωματούχου του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών ως «συνενοχή σε λεηλασία αρχαίων» καταδεικνύει όχι μόνο τις αντικρουόμενες πολιτικές μιας ανασκαφής σε δύσκολους και μεταβατικούς καιρούς, αλλά και τις αντιλήψεις των πλουσίων υποστηρικτών της ανασκαφής περί πολιτιστικής κληρονομιάς.
Για τους τελευταίους, ενδιαφερόμενους μόνο για τον εμπλουτισμό των αμερικανικών μουσείων με κλασικές αρχαιότητες, η ανασκαφή σε ξένες χώρες ήταν ένα είδος οικονομικής επένδυσης. Εν τέλει, ο διακανονισμός που προέκυψε ανάμεσα στο τουρκικό κράτος και στο Μητροπολιτικό Μουσείο (με το περίφημο κιονόκρανο από το Ναό της Άρτεμης να καταλήγει στη Νέα Υόρκη) αποτελεί μια από τις παλαιότερες περιπτώσεις επιτυχημένης εφαρμογής στην αμφιλεγόμενη πρακτική της «μοιρασιάς» πολιτιστικών θησαυρών («partage»).
