Έκθεση με τίτλο «Μια ιστορία από φως, στο φως» συνδιοργανώνουν το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης και το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, στο πλαίσιο του προγράμματος του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού «Θεσσαλονίκη Σταυροδρόμι Πολιτισμών».
Η έκθεση παρουσιάζει την εξέλιξη των φωτιστικών μέσων από τη βυζαντινή περίοδο (4ος-15ος αι.) έως τις μέρες μας. Σε αυτούς τους 17 αιώνες καταγράφεται η χρήση της φωτιάς για φωτισμό, όπως συνέβαινε και στην αρχαιότητα, αλλά και η μεγάλη τομή με την επινόηση του ηλεκτροφωτισμού, χάρη στην οποία άλλαξε ριζικά ο τρόπος που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται και χρησιμοποιεί τον τεχνητό φωτισμό.
Για πρώτη φορά μια έκθεση παρουσιάζει πτυχές του τεχνητού φωτισμού, από το λυχνάρι ως τον ηλεκτρικό λαμπτήρα, προερχόμενα κυρίως από τη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της, διερευνώντας πέρα από τη χρηστική και την τεχνολογική, οικονομική, και συμβολική διάστασή τους.
Πλήθος από λυχνάρια, πήλινα ή μετάλλινα, καντήλες γυάλινες απλές ή αναρτημένες σε πολυκάντηλα, κεριά-μελισσοκέρια πλεκτά, αντιπροσωπεύουν έναν ολόκληρο κόσμο από φωτιστικά μέσα για την ικανοποίηση τόσο των καθημερινών οικιακών, επαγγελματικών και εκπαιδευτικών αναγκών, όσο και των λατρευτικών και ψυχαγωγικών.
Η έκθεση αναπτύσσεται σε τέσσερις ενότητες: «Φως εκ φωτιάς», «Ο φωτισμός στο Βυζάντιο», «Θεσσαλονίκη: Σταυροδρόμι Πολιτισμών» και «Η μεγάλη τομή».
Η πρώτη ενότητα αναφέρεται στην οικειοποίηση της φωτιάς από τον άνθρωπο, ένα από τα ευεργετήματα της οποίας ήταν και ο φωτισμός, και στις τεχνικές αφής της φωτιάς που ανέπτυξε με την «τριβή ξύλων» ή την «κρούση πυριτόλιθων».
Η δεύτερη παρουσιάζει τα ταπεινά ή περίτεχνα φωτιστικά μέσα που αναπτύχθηκαν κατά τη Βυζαντινή περίοδο με καύσιμη ύλη το λάδι, το κερί, το ζωικό λίπος και τα ρητινούχα ξύλα.
Η τρίτη ενότητα σημειώνει την παρουσία των λατρευτικών κτιρίων τριών θρησκειών στον αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης, τεκμήρια συμβίωσης τριών διαφορετικών κόσμων, του χριστιανικού, του εβραϊκού και του μουσουλμανικού, και εκτίθενται φωτιστικά σκεύη από την άσκηση της λατρείας τους. Γίνεται αναφορά στη χρηστική και συμβολική διάσταση του τεχνητού φωτός στις τρεις σημαντικότερες θρησκείες που σημάδεψαν τη συλλογική ζωή της Θεσσαλονίκης.
Η τέταρτη ενότητα παρουσιάζει τα φωτιστικά σκεύη της παραδοσιακής κοινωνίας με τη χρήση και ορυκτών καυσίμων (πετρέλαιο, αέριο), ενώ υπογραμμίζει τη μεγάλη τομή στην εξέλιξη των φωτιστικών μέσων με την επινόηση του ηλεκτρικού λαμπτήρα στο 2ο μισό του 19ου αι. και την ταχεία διάδοση του ηλεκτροφωτισμού.
Τέλος, μία διαδραστική φωτιστική εγκατάσταση, που έχει στηθεί από την εικαστική ομάδα φωτισμού BEFORELIGHT, καλεί τον επισκέπτη να συνθέσει το δικό του φωτεινό γλυπτό.
Τα εκθέματα, αντικείμενα φωτισμού, προέρχονται από τις συλλογές των δύο Μουσείων και συμπληρώνονται με δάνεια από ιδιωτικές συλλογές, κυρίως όμως δάνεια από τις συλλογές 13 επιπλέον φορέων: Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, ΙΣΤ’, ΙΗ’ και ΚΖ’ ΕΠΚΑ, 7η, 9η και 10η ΕΒΑ, Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης-Μπενάκη, Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος, Λαογραφικό Μουσείο Αρχοντικού Τοσίτσα – Μέτσοβο, Κέντρο Διάδοσης Επιστημών – Νόησις.
