
Το λογότυπο του περιοδικού.
Αυτό που μου κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση στη σχέση του προϊστορικού ανθρώπου με τα σπήλαια είναι η χρήση τους για τη ζωή αλλά και για τον θάνατο, ταυτόχρονα. Οι άνθρωποι επιβίωναν, έβρισκαν καταφύγιο, έτρωγαν και, παράλληλα, κρατούσαν τους νεκρούς τους μέσα σ’ αυτά. Ενίοτε, έβρισκαν και οι ίδιοι τον θάνατο εκεί. Τα σπήλαια φύλαξαν ζωές, γενιές ανθρώπων, θησαυρούς και μυστικά. Τα φύλαξαν για να τα μάθουν οι μελλοντικές γενιές, κράτησαν προστατευμένο το αποτύπωμα τόσων ανθρώπων για τους οποίους δεν θα μάθαινε ποτέ κανείς και θα χανόταν ένα πολύτιμο κομμάτι της εξελικτικής πορείας μας.
Μέσα στα σπήλαια βρίσκουμε τόσες ζωές αποτυπωμένες στην ολότητά τους. Τόσες εικόνες, τόσες αφηγήσεις, αισθήσεις, αποκαλύψεις. Μεταφορά σε χρόνο πολύ μακρινό, αλλότριο αλλά και γνώριμο. Οι σκιές που ρίχνει το φως των λυχναριών να χορεύουν στα τοιχώματα του σπηλαίου. Ο ήχος των εργαλείων, όπως χρησιμοποιούνται σε πολύτιμες στιγμές ασφάλειας και θαλπωρής. Η μυρωδιά του καπνού απ’ τη φωτιά και το υγρό σκοτάδι, ήχοι μεγεθυμένοι, πολλαπλασιασμένοι. Η επιτέλεση των αναγκαίων στους πρώτους χώρους του σπηλαίου και στα ενδότερα τα τελετουργικά που δίνουν μια άλλη διάσταση στη ζωή. Μαγεία και μεταφυσική προστασία, σίτιση και ανάπαυλα. Το μοιράζεσθαι, η αμφίδρομη φροντίδα. Η σιγουριά που προσφέρει η συνύπαρξη, η υπενθύμιση ότι επιβιώνει κανείς όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για τους άλλους.
Ο Ανδρέας Ντάρλας στο εργαστήριο της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας, μελετώντας τα λίθινα εργαλεία από μια παλαιολιθική έρευνα.
Δεν είναι να απορεί κανείς που σε μια χώρα με τόσο εκθαμβωτικές αρχαιότητες οι πρωτόγονοι παραμελήθηκαν. Ο Ανδρέας Ντάρλας, στέλεχος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, είναι από το 2014 Προϊστάμενος της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Paris VI στη «Γεωλογία του Τεταρτογενούς, Παλαιοανθρωπολογία, Προϊστορία», επικεντρώθηκε στη διερεύνηση της Παλαιολιθικής εποχής στην Ελλάδα. Και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι συνέβαλε καθοριστικά στη θεμελίωση αυτoύ του ερευνητικού πεδίου στη χώρα μας.
Άποψη του Θρασυλλείου μεταξύ 1751–1753 από τους J. Stuart και N. Revett (1790, τόμ. II, κεφ. IV, πίν. Ι).
Το 1802 το ακέφαλο άγαλμα καθιστής μορφής από το χορηγικό μνημείο του Θρασύλλου στην Ακρόπολη, που ταυτίστηκε με τον θεό Διόνυσο, αποσπάστηκε για λογαριασμό του λόρδου Έλγιν και μαζί με τα υπόλοιπα γλυπτά του Ιερού Βράχου μεταφέρθηκε στην Αγγλία, όπου και εκτίθεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο.
Η Ευαγγελία Δεϊλάκη (δεύτερη από δεξιά) σε αυτοψία στο σπήλαιο Καμηλάρη Ηρακλείου Κρήτης.
Η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας (ΕΠΣ) είναι υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ισχύον οργανόγραμμα του 2018 (ΠΔ 4/2018), ανήκει στις Ειδικές Περιφερειακές Υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Aρμοδιότητά της είναι η προστασία των σπηλαίων και των παλαιοντολογικών καταλοίπων που συνδέονται με την ανθρώπινη ύπαρξη. Αντίθετα με τις υπόλοιπες εφορείες αρχαιοτήτων, που έχουν χωρική αρμοδιότητα εντός μιας περιφερειακής ενότητας, η ΕΠΣ είναι μία, με αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια. Η έδρα της είναι στην Αθήνα και διατηρεί γραφείο στη Θεσσαλονίκη.
Στιγμιότυπο ανασκαφής από το σπήλαιο Καλαμάκια Μάνης.
Η χερσόνησος της Μάνης συνιστά έναν από τους σημαντικότερους τόπους μαρτυριών για τον Άνθρωπο του Νεάντερταλ στην Ελλάδα και, γενικότερα, στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Πολύχρονες προσπάθειες έχουν φέρει στο φως μεγάλο πλούτο αρχαιολογικών τεκμηρίων, απομεινάρια της δράσης αυτού του προϊστορικού Ανθρώπου σε έναν ιδιαίτερο γεωγραφικό χώρο, επεκτείνοντας την ιστορία του τόπου, αλλά και την πολιτισμική μας κληρονομιά κατά πολλές δεκάδες χιλιετίες.
Η διπλή νεολιθική ταφή στο σπήλαιο Σκοινί 3: αποκάλυψη νεκρών και του κάτω μέρους του πιθαριού. Φωτ.: Α. Ντάρλας.
Τα σπήλαια που βρίσκονται στο δυτικό παράκτιο μέτωπο της Μάνης, από τα νότια της Καρδαμύλης μέχρι το Ταίναρο, αποκαλύπτουν την εκτεταμένη παρουσία νεολιθικών πληθυσμών στη χερσόνησο. Οι πληθυσμοί αυτοί ελάχιστα γίνονται «ορατοί» από υπαίθριες θέσεις, οι οποίες είτε δεν έχουν διασωθεί λόγω διάβρωσης είτε δεν είναι γνωστές λόγω έλλειψης ενδελεχούς έρευνας. Αντίθετα, στα σπήλαια οι νεολιθικοί πληθυσμοί εμφανίζονται μαζικά, είναι διάσπαρτοι και αφήνουν άφθονα υλικά κατάλοιπα. Στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνεται ότι οι ασχολίες τους είναι οικιακές — τουλάχιστον όσο μας επιτρέπουν να κρίνουμε τα ευρήματα από επιφανειακές ή διαβρωμένες επιχώσεις. Ωστόσο, υπάρχουν και σπήλαια με ταφική χρήση, που ερευνήθηκαν ανασκαφικά και αποκάλυψαν καλά διατηρημένα σύνολα στα οποία αποτυπώνονται έθιμα και συμβολισμοί που σχετίζονται με τη μεταθανάτια ζωή.
Μέτωπο Πετροχείλου. Στρωματογραφία Ύστερης και Τελικής Νεολιθικής.
Η μελέτη των φυτολίθων και των σφαιρουλιτών από τα ιζήματα της Αλεπότρυπας στοχεύει πρωτίστως στην αναγνώριση των ειδών των φυτών που οι Νεολιθικοί άνθρωποι έφεραν στο σπήλαιο και στον εντοπισμό της κοπριάς, προκειμένου να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως: α) τον ρόλο των φυτών ανά χώρο και στα εκάστοτε αρχαιολογικά συμφραζόμενα και τη σύνδεσή τους με τις ανάγκες αλλά και τις πρακτικές διαβίωσης, β) τη χρήση του χώρου στις διαφορετικές αίθουσες, και γ) τη διάρκεια, την ένταση αλλά και την πιθανή εποχικότητα χρήσης του σπηλαίου.
Το εσωτερικό της Β’ Κουβελέικης.
Οι δύο Κουβελέικες σπηλιές αναπτύσσονται στις παρειές ασβεστολιθικού όγκου, στα δυτικά όρια της κοιλάδας του Ευρώτα, 5 χλμ. νοτιοδυτικά του Δημοτικού Διαμερίσματος Αλεποχωρίου, σε απόλυτο υψόμετρο 350 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας και σε απόσταση 50 μ. μεταξύ τους. Η συστηματική ανασκαφική έρευνα στα δύο σπήλαια έφερε στο φως σημαντικά ευρήματα που πιστοποιούν την παράλληλη χρήση τους κατά τη Νεότερη και την Τελική Νεολιθική εποχή.
Άποψη του εσωτερικού του σπηλαίου με ανθρώπινα οστά κάτω από σταλαγμιτική κρούστα και αγγεία στο βάθος.
Το σπηλαιοβάραθρο της Ανδρίτσας, στο νοτιοδυτικό τμήμα του νομού Αργολίδας, έγινε γνωστό στους επιστήμονες στις αρχές του 2004. Η εξερεύνηση του άγνωστου μέχρι πρόσφατα χώρου έφερε στο φως ένα σπάνιο εύρημα πρωτοβυζαντινών χρόνων που αποτυπώνει με δραματικό τρόπο τις συνθήκες ανασφάλειας της εποχής και του ταραγμένου περάσματος από την Ύστερη Αρχαιότητα στον Πρώιμο Μεσαίωνα: Στο δάπεδο του σπηλαίου υπήρχαν διάσπαρτα ανθρώπινα σκελετικά λείψανα σε μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες και σε άμεση συνάφεια με πλήθος αντικειμένων — ακέραια πήλινα αγγεία και λυχνάρια, μετάλλινα αντικείμενα προσωπικής και καθημερινής χρήσης και πολυάριθμα νομίσματα. Το σύνολο διατηρήθηκε επί δεκατέσσερις αιώνες επιφανειακά στο δάπεδο του σπηλαίου, ανέπαφο από μεταγενέστερη ανθρώπινη επέμβαση.
Σπήλαιο «Λίμνη Βουλιαγμένης». Ανθρώπινα κρανία και μακρά οστά που αποκαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή.
Το σπήλαιο «Λίμνη Βουλιαγμένης» αναπτύσσεται σε υψόμετρο 50 μ. δυτικά της λίμνης, στην Περαχώρα, σε απόσταση περί τα 300 μ. από τον γνωστό πρωτοελλαδικό οικισμό και 500 μ. από τον δίαυλο που συνδέει τη λίμνη με τον Κορινθιακό κόλπο. Κατά τη διάρκεια σωστικής ανασκαφής που διενεργήθηκε από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας το 1992, αποκαλύφθηκε αρχαιολογικός ορίζοντας που περιείχε κεραμική και ανθρώπινα κατάλοιπα. Πρόκειται για οστεοφυλάκιο της Πρωτοελλαδικής περιόδου (3η χιλιετία π.Χ.), όπως τεκμηριώνεται από την κεραμική.
Καθαρισμός των τοιχωμάτων του σπηλαίου των Ανυγρίδων Νυμφών από την επιλιθική χλωρίδα με τη μέθοδο του ψεκασμού.
Τον Απρίλιο του 1963 το σπήλαιο του Λασκώ της Γαλλίας, με τις περίφημες βραχογραφίες, έκλεισε για το κοινό. Αιτία ήταν οι μικρές πράσινες κουκκίδες που παρατηρήθηκαν πάνω στην ώχρα των βραχογραφιών με τη μοναδική φωτεινότητα. Επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων κατέφθασαν στο Λασκώ για να μελετήσουν και να θεραπεύσουν το σπήλαιο από την ασθένεια που το είχε προσβάλει. Από τότε πολλοί ειδικοί έχουν ασχοληθεί με το πρόβλημα του πράσινου φύκους (επιλιθική χλωρίδα), που εμφανίζεται κυρίως στα σπήλαια τα οποία έχουν αξιοποιηθεί τουριστικά, ενώ για την αντιμετώπισή του έχουν συνταχθεί πολλές μελέτες.
Στην Ελλάδα το φαινόμενο παρατηρήθηκε και μελετήθηκε σε μεγάλη έκταση σε διάφορα σπήλαια για τα οποία έχουν εκπονηθεί μελέτες επίλυσης του προβλήματος. Στην Πελοπόννησο έγινε καθαρισμός των πετρωμάτων στα σπήλαια των Ανυγρίδων Νυμφών στα Λουτρά Καϊάφα του νομού Ηλείας και στο σπήλαιο Βλυχάδας Διρού στον νομό Λακωνίας.
Γενική άποψη της νότιας, φωτεινής αίθουσας.
Το σπήλαιο Νυμφολήπτου βρίσκεται στον νότιο Υμηττό και εμπίπτει διοικητικά στον Δήμο Βάρης–Βούλας–Βουλιαγμένης. Πρόκειται για μοναδικό σε παγκόσμια κλίμακα σπήλαιο, λόγω του είδους, της έκτασης και της παλαιότητας των αρχαίων επεμβάσεων που φέρει στα τοιχώματά του. Επιγραφές και λαξεύματα που διατηρούνται —στην πλειονότητά τους— έως σήμερα αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία για τον χρόνο που δαπάνησε και την προσπάθεια που κατέβαλε τον 5ο αιώνα π.Χ. ο καταγόμενος από τη Θήρα Αρχέδημος, προκειμένου να το μετατρέψει σε χώρο λατρείας «υπό την καθοδήγηση των Νυμφών».
Λίμνη στο τέλος του σπηλαίου Αλεπότρυπα.
Το Σπήλαιο Αλεπότρυπα ήταν γνωστό στη σύγχρονη κοινότητα που ζούσε στην περιοχή του Διρού ως ένα μικρό άνοιγμα, μία οπή, στην πλαγιά του βράχου, στην οποία έμπαιναν μικρά ζώα, όπως αλεπούδες ή κυνηγετικά σκυλιά, και ξαναεμφανίζονταν σε άλλη χρονική στιγμή. Εξ ου και το όνομά του: «Αλεπότρυπα». Εντοπίστηκε και καταγράφηκε επίσημα το 1958 από την Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία και το ζεύγος Πετροχείλου. Λόγω της έλλειψης εποπτείας από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, ενσωματώθηκε σε ένα πλάνο εκτεταμένης τουριστικής εκμετάλλευσης, σε συνδυασμό με το κοντινό σπήλαιο της Βλυχάδας ή Γλυφάδας, που είχε ήδη αναπτυχθεί ως ένα κερδοφόρο τουριστικό αξιοθέατο από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Όσα παραμένουν στις σκιές, όσα παραμένουν κρυφά, απωθημένα στα βάθη και σφραγισμένα στα σπήλαια του νου μας ίσως ανήκουν αιώνια εκεί. Δεν είμαστε έτοιμοι κάθε στιγμή ν’ αντικρίσουμε ό,τι έχουμε απομακρύνει από τη συνείδησή μας. Για κάποια μπορεί να μην είμαστε έτοιμοι ποτέ. Και η αλήθεια γίνεται ένα όπλο ισοπέδωσης στα χέρια όποιου τη χρειάζεται.
Α-λήθεια: το αντίθετο της λήθης. Η λήθη, όμως, θάλπει, προστατεύει. Είναι το πυκνοπλεγμένο κουκούλι μέσα στο οποίο κοιμούνται οι αλήθειες. Πάνω του ακουμπούν και προφυλάσσονται οι ευαισθησίες. Η λήθη δίνει στον άνθρωπο το δώρο της αθωότητας, την ευκαιρία να χαράξει πορείες με τον αέρα πρωτοπόρου, ακόμα κι όταν επιχειρεί να κάνει το ίδιο ταξίδι.
Η άμμος στην κλεψύδρα κυλάει κι οι ευκαιρίες είναι πολύτιμες. Να νιώσει κανείς καινούριος ξανά, ελαφρύς, ελεύθερος. Την πνοή των καινούριων ζητάνε πολλοί και την καταναλώνουν με δίψα όπου τη βρίσκουν. Ίσως να σχεδιάζουν τη δική τους αναγέννηση, στο μεταξύ, ίσως απλά να την ονειρεύονται. Τους αναγνωρίζω ενώ κινούμαι μέσα στο πλήθος. Είναι παντού γύρω μου. Κοιτάζω μπροστά και προσπαθώ να μαντέψω τι έπεται, με την ευχή να μείνουν οι ονειρευτές ανενόχλητοι.
Ο Γιάννης Μπασιάκος στο γραφείο του. Εργαστήριο Αρχαιομετρίας, ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», Ιούνιος 2024.
Πώς γίνεται να βρίσκεσαι στην αχλή του πολύ μακρινού παρελθόντος, δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν, και ταυτόχρονα να αξιοποιείς τις πιο σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους για να φωτίσεις ένα παρελθόν που τελικά δεν είναι τελείως φευγάτο; Ο Γιάννης Μπασιάκος, από τους σκαπανείς στα πεδία της Αρχαιομετρίας και της Γεωαρχαιολογίας, έχει αφιερώσει τις μελέτες του στις δραστηριότητες του προϊστορικού ανθρώπου αλλά και στο φυσικό περιβάλλον και το κλίμα, που συνεχίζουν να μεταβάλλονται μέχρι σήμερα.
Η ανασκαφική τομή Reisch στο σπήλαιο Κεφαλάρι το 1975 (Συλλογή L. Reisch).
Το 2016 τρία κιβώτια με τη Συλλογή παλαιολιθικής πανίδας από το σπήλαιο Κεφαλάρι του Άργους, που ήταν το αντικείμενο μελέτης του Ludwig Reisch, έφτασαν από το Πανεπιστήμιο του Έρλανγκεν στην Αθήνα. Το πρωτογενές αυτό ανασκαφικό υλικό ήρθε να συμπληρώσει τα δεδομένα για τη σημαντική παλαιολιθική εγκατάσταση της Πελοποννήσου.
Ανασκαφή στο βαθύτερο σημείο του σπηλαίου Καταφυγάδι. Εικονίζονται οι αρχαιολόγοι Κ. Τρίμμης και E. Κωνσταντινίδη. Φωτ.: Φ. Έλληνας (2011).
Το Καταφυγάδι, ο «προστατευμένος» τόπος, βρίσκεται σε απόσταση 400 μέτρων νότια της κορυφής Λέσκα, επί της οποίας ανασκαφικές τομές έφεραν στο φως κεραμική της Εποχής του Χαλκού. Το σπήλαιο Καταφυγάδι, σαν χρονοκάψουλα, περιέχει το σύνολο των πολιτισμικών στοιχείων που συνθέτουν τη φυσιογνωμία των Κυθήρων, η οποία διαχρονικά έχει δεχθεί επιρροές (και μετοικούντες) από τη Λακωνία, την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους ή τις ακτές της Αδριατικής.
Άποψη τμήματος της Αίθουσας 5 κατά την ανασκαφή του 1958, από ΝΑ. Αρχείο της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Την ύπαρξη σπηλαίου αφιερωμένου στον Πάνα γνώριζαν και οι περιηγητές του 19ου αιώνα Hobhouse, Dodwell, Chandler και Leake, οι οποίοι είχαν μάταια επιχειρήσει να το εντοπίσουν. Παρόμοιες προσπάθειες είχαν καταβάλει και μεταγενέστεροι ερευνητές του 20ού αιώνα. Το Σπήλαιο Πανός υπέδειξε τελικά, τον Φεβρουάριο του 1958, ο παλαιός αρχαιοκάπηλος Μιλτιάδης Γκίκας στον Καραβασίλη, εργατοτεχνίτη τού αρχαιολόγου της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Ιωάννη Παπαδημητρίου. Σχεδόν έξι δεκαετίες αργότερα, η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας αποφάσισε να διενεργήσει σωστική ανασκαφική διερεύνηση στις επιχώσεις του σπηλαίου προκειμένου να τις προστατεύσει από τις διαρκείς επεμβάσεις αρχαιοκαπήλων.
Η είσοδος του σπηλαίου Σχιστού Κερατσινίου.
Έρευνες σε σπήλαια έχουν αποκαλύψει σημαντικά νέα δεδομένα για τη δραστηριότητα κυνηγών–τροφοσυλλεκτών στα τέλη της Ανώτερης Παλαιολιθικής και τη Μεσολιθική περίοδο σε διαφορετικές περιοχές της Αττικής. Ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας φαίνεται ότι υπάρχουν ήδη από τη Μέση Παλαιολιθική περίοδο. Οι πληροφορίες σχετικά με την πρώιμη προϊστορική κατοίκηση της Αττικής προέρχονται κυρίως από τα σπήλαια Κίτσου στο Λαύριο, Ζαΐμη στην περιοχή μεταξύ Μεγάρων και Κινέτας, Οινόη IV στον Μαραθώνα, Σχιστού Κερατσινίου στη νότια–νοτιοδυτική Αττική και Κουβαρά στην ανατολική Αττική.
Η θέα από το σπήλαιο προς τη θάλασσα (http://www.drakainacave.gr).
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ξεκίνησε υπό την εποπτεία της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας και της αρχαιολόγου Ευαγγελίας–Μιράντας Χατζιώτου μια ανασκαφή στο σπήλαιο που βρίσκεται στη νότια πλευρά του φαραγγιού του Βόχυνα, στον Πόρο της Κεφαλονιάς. Η μελέτη των αρχαιολογικών καταλοίπων που ήρθαν στο φως με τη συστηματική ανασκαφή στο σπήλαιο της Δράκαινας, όπως έγινε ευρύτερα γνωστή η θέση, αποκάλυψαν πολλές πτυχές της ιστορίας της 1ης χιλιετίας π.Χ. για την ευρύτερη περιοχή της κεντρικής Μεσογείου.
Πομπηία. Οικία Μελέαγρου. Πάνας και Έρως με την εποπτεία Παποσειληνού, ντυμένου αρχαιοπρεπώς (1ος αι. μ.Χ.).
Μελετώντας την εξέλιξη της μορφής του Πάνα στη διαδρομή των ιστορικών χρόνων, στο σπήλαιο του Ελικώνα και σε άλλα σπήλαια όπου τα αφιερώματά του είναι συχνά, παρακολουθούμε ταυτόχρονα και την πορεία του από τη θηριομορφία στον εξανθρωπισμό. Από έναν «μαύρο» Πάνα σε έναν «λευκό», που εικονοποιεί ταυτόχρονα και τις δύο πτυχές της Φύσης και της φύσης μας, τη σκοτεινή και τη φωτεινή της πλευρά.
Σπήλαιο Ευριπίδη. Άποψη του φυσικού ανδήρου του σπηλαίου από τα δυτικά, με τις δύο βραχονησίδες στον Όρμο Περιστέρια και τμήμα της Αίγινας στον ορίζοντα (φωτ.: Χρ. Μαραμπέα).
Οι επιφανειακές και ανασκαφικές έρευνες του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων εξελίσσονται συστηματικά σε περιοχές της νότιας και δυτικής Σαλαμίνας από το 1994/1995 μέχρι σήμερα. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται τα αρχαιολογικά χαρακτηριστικά του Σπηλαίου του Ευριπίδη στη νότια Σαλαμίνα, το οποίο ανασκάφηκε συστηματικά κατά τα έτη 1994/1995–2000, και σκιαγραφούνται τα διαθέσιμα αρχαιολογικά δεδομένα της ευρύτερης περιοχής του. Στόχος είναι η ανάδειξη της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας και σημασίας του Σπηλαίου του Ευριπίδη, μοναδικού, από αρχαιολογική άποψη, σε σχέση με τα άλλα σπήλαια της νήσου καθώς συνδέεται με τη μορφή του μεγάλου τραγικού ποιητή.
Το εξωτερικό περιβάλλον μπροστά από την είσοδο του σπηλαίου της Σελινίτσας (φωτ.: Ι. Καμπόλης).
Στο τοπίο της Μάνης, ο τεκτονισμός αποτελεί τον πρώτης τάξης παράγοντα διαμόρφωσης του ανάγλυφου με αποτέλεσμα το επιφανειακό γεωλογικό αρχείο της σχετικής θαλάσσιας στάθμης να εντοπίζεται αποσπασματικό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, σπήλαια με θέση κοντά στη σημερινή ακτογραμμή μπορούν να διατηρήσουν πολύτιμες πληροφορίες για τις παρελθοντικές θαλάσσιες στάθμες και να μας διαφωτίσουν για περιόδους που απέχουν δεκάδες έως εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια από τη σημερινή εποχή.
Πηγές Κορομηλιάς Καστοριάς. Άποψη του σπηλαίου. Φωτ.: Γ. Τράσιας.
Το μεγαλύτερο τμήμα της Βαλκανικής χερσονήσου καλύπτεται από οροσειρές. Η επικοινωνία των πεδινών εκτάσεων μεταξύ τους διασφαλίζεται μέσω των κοιλάδων, των στενωπών και των ατραπών που έχουν δημιουργηθεί στα ορεινά συστήματα και οι οποίες διευκολύνουν την καταφυγή και τη διαφυγή ατόμων, ομάδων ή στρατιωτικών τμημάτων. Επιπλέον, τα βουνά φιλοξενούν εκατοντάδες σπήλαια και μάλιστα επάλληλα, όποτε τα τελευταία έχουν διανοιχθεί σε ρήγματα, σε φαράγγια, στον δρόμο των νερών. Κάποια από τα σπηλιαράκια (φυσικά ή τεχνητά) είναι ικανά να φιλοξενήσουν μικρές σε αριθμό ομάδες ανθρώπων ή λίγα οικόσιτα ζώα. Δίοδοι και σπήλαια καταγράφηκαν στην ατομική και συλλογική μνήμη των οδιτών ώστε να χρησιμοποιούνται όταν παρίσταται ανάγκη.
Λίμνη σε ψηλότερο και μη επισκέψιμο τμήμα του σπηλαίου. Φωτ.: Β. Γιαννόπουλος.
Το σπήλαιο των Λιμνών συνδέθηκε με τη μυθική αρχαιότητα καθώς θεωρήθηκε πως ταυτίζεται με σπήλαιο για το οποίο κάνει λόγο ο περιηγητής Παυσανίας τον 2ο αιώνα μ.Χ. στα Αρκαδικά του. Συγκεκριμένα, ο Παυσανίας αναφέρει τα Αροάνια όρη και ειδικά ένα σπήλαιο σε αυτά, το οποίο συνδέεται με τον μύθο των Προιτίδων, των θυγατέρων του βασιλιά του Άργους Προίτου, που τιμωρημένες από την Ήρα καταλήφθηκαν από τρέλα και κατέφυγαν στα βουνά. Ο μάντης και θεραπευτής Μελάμπους καταδίωξε τις κοπέλες μέχρι το σπήλαιο και από εκεί τις οδήγησε στους Λουσούς, τη φημισμένη ελληνιστική πόλη, όπου με θυσίες και καθαρμούς τις θεράπευσε στο ιερό της Αρτέμιδος, γνωστό ελληνιστικό ιερό της θεάς. Ο Παυσανίας δεν μας δίνει καμία άλλη πληροφορία για το σπήλαιο των Αροανίων, επομένως θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι δεν το επισκέφθηκε ο ίδιος αλλά είχε ακούσει γι’ αυτό και για τον μύθο του.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Στους φυσικούς κύκλους δεν υπάρχει λάθος. Όλη η σοφία βρίσκεται εκεί. Στον τρόπο που αναπτύσσεται και συντηρείται η ζωή, πώς χάνεται, πώς χρησιμεύει, πώς τίποτα δεν είναι περιττό, πώς όλα συμβαίνουν εδώ και τώρα. Η απώλεια και η καταστροφή έχουν ίση αξία με τη γέννηση και την ανάπτυξη. Αρχή και τέλος δεν υπάρχουν στ’ αλήθεια, παρά μόνο μεταβολή.
Η επαφή με ό,τι είναι φυσικό είναι θεραπευτική. Δεν απαιτεί προσπάθεια, υπακούει σε αδρανείς ενυπάρχουσες λειτουργίες, οι οποίες παραμένουν αναλλοίωτες ακόμα κι αν δεν ενεργοποιηθούν ποτέ. Είναι ενθύμηση της αληθινής ταυτότητας, ευθυγράμμιση του βέλους της πυξίδας με τον βορρά. Ό,τι περιέχεται στο φυσικό περιβάλλον είναι επίσης διδακτικό αν παρατηρηθεί. Κάθε μικρό ή μεγάλο κομμάτι της φύσης είναι δάσκαλος. Μεταφέρει ολόκληρη την αλήθεια της. Για τον άνθρωπο αυτά τα μαθήματα είναι η υπενθύμιση όσων έχει χάσει με την αποκοπή του από το φυσικό περιβάλλον. Είναι το τέλος της αντίστασης στους φυσικούς κύκλους, το τέλος της άγνοιας.
Στη φύση μπορεί, πάντως, να στραφεί κανείς έστω για την ομορφιά της. Γι’ αυτό το ιδανικό. Αν όχι για θεραπεία, αν όχι για εξισορρόπηση, αν όχι για τη σοφία και την αλήθεια της, αν όχι για τίποτα άλλο, έστω γι’ αυτό. Για την ομορφιά που συντηρεί την επιθυμία για ζωή.
Ο Φώτης Γεωργιάδης ενώ καταγράφει ευρήματα στην Αποθήκη 8 του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο του 1994.
Κλασικός αρχαιολόγος, φοιτητής του Μιχάλη Τιβέριου, πώς βρέθηκε χωμένος μέσα στις σπηλιές και την Προϊστορία; Και, επιπλέον, όταν βρέθηκε, αυτές του φάνηκαν ελκυστικές και δεν θέλησε πια να τις εγκαταλείψει. Ξύπνησε η αγάπη του για τα βουνά και την ορειβασία που του είχε εμφυσήσει ο πατέρας του; Με επιμέλεια, σχολαστικότητα, ευρύνοια και ευαισθησία καταγράφει, αναλογίζεται, χωρίς να περιορίζεται από το «ειδικό». Και καλλιεργεί μια βαθιά κατανόηση για τις πολιτισμικές μαρτυρίες που συναντά.
Δυαδική ανθρώπινη παράσταση στη βραχοσκεπή «Έγκοιλο Α». Φωτ.: Αρχείο ΥΠΠΟ/ΕΠΣ.
Οι δύο συγγραφείς παρουσιάζουν τις γραμμικές, σχηματικές παραστάσεις που συναντάμε στις βραχοσκεπές της Αριδαίας. Οι παραστάσεις αυτές εμφανίζουν ομοιότητες με βραχογραφίες που έχουν εντοπιστεί στη δυτική Μεσόγειο (Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία), μεταξύ άλλων. Όπως διευκρινίζουν, αυτές «οι σχηματικές απεικονίσεις δεν είναι απαραίτητα προγενέστερες της γραφής. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς τρόπους έκφρασης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά από τους ίδιους δημιουργούς».
Εμπρόσθια όψη του κρανίου του Ανθρώπου των Πετραλώνων (παραχώρηση του εργαστηρίου Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας του ΑΠΘ).
Ο Ανδρέας Ι. Ντάρλας παρουσιάζει ένα από τα σημαντικότερα σπήλαια του ελλαδικού χώρου. Το σπήλαιο Πετραλώνων βρίσκεται περίπου 800 μέτρα βορειοανατολικά του ομώνυμου χωριού της Χαλκιδικής, στους δυτικούς πρόποδες του όρους Κατσίκα. Ανακαλύφθηκε το 1959 από κατοίκους του χωριού που αναζητούσαν νερό για την ύδρευσή του. Το 1960 σε αυτό εντοπίστηκε ένα απολιθωμένο ανθρώπινο κρανίο σε άριστη κατάσταση διατήρησης. Εκείνη την εποχή ήταν το καλύτερα σωζόμενο κρανίο της ηλικίας του στην Ευρώπη και ένα από τα πληρέστερα παγκοσμίως, γι’ αυτό και εύλογα προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον των ανθρωπολόγων όλου του κόσμου.
Η κύρια αίθουσα του σπηλαίου (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Το σπήλαιο των Νυμφών στη Νέα Ηρακλείτσα ερευνήθηκε για πρώτη φορά το 1938 από τον Γεώργιο Μπακαλάκη. Το 1967 η Χάιδω Κουκούλη–Χρυσανθάκη, στο πλαίσιο υπηρεσιακής αυτοψίας, διενήργησε περισυλλογή επιφανειακών ευρημάτων από το εσωτερικό του σπηλαίου. Σχεδόν σαράντα χρόνια αργότερα, το 2006, η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας προχώρησε σε ολιγοήμερη ανασκαφική έρευνα, από την οποία αντλήθηκαν σημαντικές νέες πληροφορίες για την ιστορία του σπηλαίου.
Βόρειο τμήμα. Εστία Πρώιμης Εποχής Χαλκού (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Το σπήλαιο «Δρακότρυπα» βρίσκεται στη Θάσο, 200 μόλις μέτρα βορειοανατολικά του οικισμού της Παναγίας, σε μια κατάφυτη πλαγιά προσανατολισμένη προς την παραλία της Χρυσής Αμμουδιάς.
Το 1972, η Χάιδω Κουκούλη–Χρυσανθάκη, έπειτα από ολιγοήμερη ανασκαφική έρευνα, εντόπισε επιχώσεις της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, καθώς και μικρή ποσότητα αρχαϊκής και κλασικής κεραμικής σε διαταραγμένες επιχώσεις.
Αρκετές δεκαετίες αργότερα, το 2015, η έρευνα του σπηλαίου συνεχίστηκε από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας.
Περιοχή Πετρωτού: Άποψη του φαραγγιού του ποταμού Αγγίτη από ανατολικά (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Η περιοχή «Πετρωτό» τοποθετείται στους νοτιο-ανατολικούς πρόποδες του Μενοικίου όρους, λίγα χιλιόμετρα ανατολικότερα του οικισμού της Αλιστράτης Σερρών. Ήδη από τη δεκαετία του 1970, οι πρώτες ερευνητικές αποστολές, στις οποίες μετείχαν κατά καιρούς η Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Βιέννης και πιο πρόσφατα η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας, προχώρησαν στη χαρτογράφηση της περιοχής και των σπηλαίων της. Αργότερα, η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας επιχείρησε τον εμπλουτισμό των διαθέσιμων πληροφοριών, στοχεύοντας στην αρχαιολογική, κυρίως, τεκμηρίωση των σπηλαίων. Ο συνολικός αριθμός τους ανέρχεται πλέον στα 27. Ωστόσο, στα ήδη γνωστά σπήλαια είναι βέβαιο ότι θα προστεθούν και άλλα, ενώ δεν αποκλείεται η μελλοντική έρευνα να αποδείξει ότι ορισμένα συνδέονται μεταξύ τους.
Άποψη της βραχοσκεπής από βόρεια (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Το σπήλαιο Καταρρακτών αναπτύσσεται στη νότια όχθη του ποταμού Κρουσσοβίτη (ή Αχλαδίτη), παραπόταμου του Στρυμόνα, περίπου δύο χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Σιδηροκάστρου Σερρών. Πρόκειται για ευμεγέθη σχηματισμό, οριζόντιας ανάπτυξης, διανοιγμένο σε λατυποπαγή μαρμάρων. Αποτελείται από μία βραχοσκεπή μεγάλων διαστάσεων και δύο κλειστές παράπλευρες επιμήκεις αίθουσες. Τα ευρήματα από τις έρευνες της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας πιστοποιούν τη μακροχρόνια χρήση του σπηλαίου από την προϊστορία μέχρι και σήμερα.
Σπήλαιο «Ατσπάς». Άποψη της μεγαλύτερης αίθουσας (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Στο δυτικό άκρο της Θάσου, πολύ κοντά στον οικισμό της Σκάλας Μαριών, βρίσκεται το μεγαλύτερο γνωστό σήμερα σπήλαιο του νησιού. Η πρώτη αναφορά του ανάγεται στο 1969 και οφείλεται σε αυτοψία που διενήργησε η Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας (τώρα Εφορεία Αρχαιοτήτων Καβάλας–Θάσου). Τότε, μεταξύ άλλων, διαπιστώθηκε για πρώτη φορά και η αρχαιολογική σημασία του σπηλαίου.
Νεότερες έρευνες από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας οδήγησαν στο να θεωρείται πλέον το σπήλαιο μια κιβωτός πολύτιμων πληροφοριών για τη σχέση των προϊστορικών ανθρώπων με τα σπήλαια και τη λειτουργία τους μέσα στο «αφιλόξενο» σπηλαιοπεριβάλλον.
Αίθουσα στο δεύτερο επίπεδο του Σπηλαίου Αγίου Μηνά με αφιερώματα και διαμορφωμένο δάπεδο. Τοπική Κοινότητα Δραγασιάς, Δημοτική Ενότητα Τσοτυλίου, Δήμος Βοΐου (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Στους ορεινούς όγκους της περιφέρειας της Κοζάνης αναπτύσσεται πληθώρα σπηλαίων. Πολλά από αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί κατά το παρελθόν από τον άνθρωπο, άλλα φαίνεται να χρησιμοποιούνται μόνο σήμερα και άλλα πάλι φέρουν ίχνη διαχρονικής χρήσης. Η συστηματική κατοίκηση της περιοχής από την αρχαιότητα έχει παίξει καθοριστικό ρόλο για την παρουσία του ανθρώπου σε αυτά τα μνημεία της φύσης, τα οποία εναρμονίζονται απόλυτα με το ιδιαίτερο φυσικό κάλλος της περιοχής. Το βέβαιο είναι ότι υπάρχουν και άλλες ανεξερεύνητες σπηλαιομορφές που η μελλοντική έρευνα μένει να εντοπίσει και να ερευνήσει.
Χώρος αγιάσματος με αφιερώματα στο Σπήλαιο «Αρκουδοσπηλιά» (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Το «σπηλαιοπάρκο» των Λουτρών Λουτρακίου (Πόζαρ) είναι το πρώτο και από τα σημαντικότερα στην Ελλάδα. Η ιστορία της εξερεύνησης των σπηλαίων ξεκινάει το 1990 από ερασιτεχνικές σπηλαιολογικές ομάδες, οι επισκέψεις των οποίων αποτέλεσαν την αφορμή για την έναρξη μιας συστηματικής και επιστημονικής ανασκαφικής έρευνας (1992–2007).
Νοσοκομείο των Ανταρτών στο Βροντερό («Σπηλιά Κόκκαλη»). Το εσωτερικό του σπηλαίου μετά τις εργασίες αποκατάστασης του Δήμου Πρεσπών (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Η ευρύτερη περιοχή των Πρεσπών παρουσιάζει σημαντικό οικολογικό ενδιαφέρον, καθώς αποτελεί ενδιαίτημα για πολλά σπάνια είδη. Εκτός, όμως, από τον μοναδικό φυσικό της πλούτο, έχει να επιδείξει και ένα ιδιαιτέρως σημαντικό μνημειακό απόθεμα. Τα αρχαιολογικά ευρήματα από το σπήλαιο Tren, στο νότιο άκρο της Μικρής Πρέσπας, από τη νησίδα Maligrad στο νοτιοδυτικό τμήμα της Μεγάλης Πρέσπας και από τον παραλίμνιο οικισμό του Kallamas βορειότερα, αποδεικνύουν την κατοίκηση της περιοχής ήδη από τη Νεολιθική περίοδο.
Άποψη του ασβεστολιθικού εξάρματος της Θεόπετρας (φωτ.: Γ. Φωτιάδης, 28.7.2013. Αρχείο ΕΠΣ).
Το σπήλαιο της Θεόπετρας βρίσκεται στη βορειοδυτική Θεσσαλία, 5,5 περίπου χλμ. νοτιοανατολικά της Καλαμπάκας και των Μετεώρων, σε υψόμετρο 280 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας και 100 μ. από την πεδιάδα. Διανοίγεται στη βορειοδυτική πλευρά ενός χαρακτηριστικού ασβεστολιθικού εξάρματος, το οποίο δεσπόζει στη γύρω περιοχή.
Τα αποτελέσματα των ανασκαφών στο σπήλαιο υπήρξαν καθοριστικά για την καλύτερη κατανόηση των πρώιμων περιόδων της θεσσαλικής και ευρύτερα της ελληνικής προϊστορίας. Τα ευρήματα αποδεικνύουν τη συνεχή ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή για 130.000 περίπου χρόνια κυρίως, μέσω της τεκμηριωμένης ανασκαφικά παρουσίας της Μεσολιθικής για πρώτη φορά σε προϊστορική θέση της Θεσσαλίας, και τη χωρίς κενά σύνδεση της Παλαιολιθικής με τη Νεολιθική περίοδο, η οποία μέχρι τότε γενικά αμφισβητούνταν.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Η νεκρόπολη της Αγίας Φωτιάς κοιτάζει τη θάλασσα. Αυτή του Κεραμεικού χάσκει στο κέντρο της πόλης. Ένα κενό που προξενεί αμηχανία. Ένα αρχαίο κενό στην κοιλιά της πολύβουης πόλης. Μια αιώρηση ανάμεσα σε βαριά βήματα, όπως στον χορό. Ένα τόσο εκτεταμένο και περίτεχνο κενό. Σαν κρατήρας πρόσκρουσης, σαν περίτεχνη ουλή στο σώμα της πόλης. Δεν είναι προδιαγεγραμμένα να είναι έτσι τα κενά.
Η νεκρόπολη του Πετρά ανήκει περισσότερο στο τοπίο της. Πέτρα στη γη, πέτρα και στα οικοδομήματα των ανθρώπων. Είναι λες και τα γέννησε το τοπίο. Πέτρινο καταφύγιο για την ενθύμηση των ανθρώπων. Ό,τι ήταν πολύτιμο τοποθέτησαν στον τάφο όσοι έμειναν πίσω, αντικείμενα που ανήκαν στον νεκρό, αλλά δεν ανήκουν σε κανέναν πια. Το λυγισμένο σπαθί μόνο λέει την αλήθεια, ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ξανά από τον κάτοχό του, γι’ αυτό ας μην είναι κανενός άλλου. Όλα έγιναν σύμβολα της ζωής. Τα κοσμήματα και τα σκεύη μιλούν γι’ απολαύσεις. Οι θησαυροί από μακρινούς τόπους μιλούν για ταξίδια και κατακτήσεις. Οι τροφές μιλούν για την αφθονία που προερχόταν από τη γη και τη θάλασσα. Οι καμένοι καρποί που προσφέρθηκαν θα μείνουν αναλλοίωτοι όπως το πνεύμα που ταξιδεύει.
Ο David Rupp στην ανασκαφή της νεκρόπολης του Πετρά, το 2020.
Δραστήριος αρχαιολόγος και εκπαιδευτής αρχαιολόγων. Κατά την πολυετή θητεία του στο Πανεπιστήμιο Brock του Καναδά, μεταξύ άλλων δημιούργησε για τους προπτυχιακούς φοιτητές την ειδικότητα στην Αρχαία Τέχνη και Αρχαιολογία, ανέπτυξε την αρχαιολογική πρακτική εξάσκηση στην Κύπρο, το Ισραήλ και την Ελλάδα, ίδρυσε την Αρχαιολογική Εταιρεία του Πανεπιστημίου Brock. Στα χρόνια της ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας του, όταν επικρατούσε η υπερειδίκευση στη Μεσογειακή Αρχαιολογία, σαν ασφαλιστικές δικλείδες λειτούργησαν τα πολύπλευρα, «αναγεννησιακά», επιστημονικά ενδιαφέροντά του.
Λάρνακα από τον Χώρο Τελετουργιών 1 της Νεκρόπολης του Πετρά.
Η αναζήτηση δύο ΥΜ ΙΙΙΒ κιβωτιόσχημων λαρνάκων με χαρακτηριστική διακόσμηση χταποδιών στις μακρές πλευρές τους και διπλών κεράτων σε συνδυασμό με διπλό πέλεκυ στις στενές πλευρές, που συγκαταλέγονταν στα ευρήματα από τις ανασκαφές του Ν. Πλάτωνα στα Αχλάδια Σητείας, είχε μια απρόσμενη εξέλιξη: Οδήγησε στην ταύτιση ενός εργαστηρίου παραγωγής λαρνάκων, ενεργού για δύο περίπου αιώνες, του οποίου η έδρα βρισκόταν στη Σητεία, στον Πετρά πιθανότατα.
Ανασκαφή R.C. Bosanquet 1900 (Αρχείο Βρετανικής Σχολής Αθηνών).
Η Μεταξία Τσιποπούλου παρουσιάζει την ιστορία της έρευνας στον Πετρά ξεκινώντας από τον Έβανς ο οποίος υπήρξε ο πρώτος αρχαιολόγος που επισκέφθηκε την περιοχή της Σητείας και συγκεκριμένα τον Πετρά, στα τέλη του 19ου αιώνα. Το 1900 ο Βρετανός αρχαιολόγος Richard Carr Bosanquet, πραγματοποίησε στον Πετρά μια μικρή έρευνα δύο ημερών, κατανοώντας τη σημασία του ως εξαιρετικού λιμανιού για τις επαφές της Κρήτης με την ανατολική Μεσόγειο. Σχεδόν 50 χρόνια αργότερα, ο Νικόλαος Πλάτων έγραψε ότι στον Πετρά θα έπρεπε να αναζητηθεί ένα μεγάλο κέντρο, βασίζοντας την πρότασή του αυτή στην τοπογραφία και στο πολύ βαθύ και ασφαλές αγκυροβόλιό του.
«Σαράντα δύο χρόνια μετά την πρώτη μου επαφή με τον Πετρά έχουν ανασκαφεί εκεί ένα μινωικό ανάκτορο, τμήμα του εκτεταμένου αστικού οικισμού που το περιέβαλλε, άλλοι δύο οικισμοί, καθώς και ένα βυζαντινό νεκροταφείο, ενώ πλησιάζει την ολοκλήρωσή της η ανασκαφή της μεγάλης ελίτ μινωικής νεκρόπολης που είχε διάρκεια χρήσης τουλάχιστον 1.100 έτη. Είναι πολύ πιθανό ότι τα έργα στον Πετρά θα συνεχίζονται ακόμα για πολλές δεκαετίες, από τις επόμενες γενιές αρχαιολόγων, όπως συμβαίνει με όλους τους εκτεταμένους, μείζονος σημασίας αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημειακά σύνολα» γράφει η Μεταξία Τσιποπούλου.
Το παλαιοανακτορικό τμήμα του ανακτόρου του Πετρά.
Η Μεταξία Τσιποπούλου παρουσιάζει το ιστορικό των ανασκαφών στον Πετρά, που ξεκίνησαν το 1985, και τα αποτελέσματά τους. Όπως επισημαίνει η συγγραφέας, «οι ανασκαφές του Πετρά προσφέρουν την εξαιρετικά σπάνια για την Κρήτη δυνατότητα της παράλληλης μελέτης των χώρων των ζώντων και αυτών των νεκρών».
Η Ματίνα Παπαδάκη κατά τη διαδικασία της επίπλευσης.
Η Μεταξία Τσιποπούλου παρουσιάζει τα πρωτόκολλα που χρησιμοποιούνται στις εργασίες πεδίου στον Πετρά (ανασκαφή, τεκμηρίωση, στερεώσεις αρχιτεκτονικής) και στην ψηφιακή οργάνωση των αρχείων, τη συντήρηση των κινητών ευρημάτων, την επεξεργασία του υλικού και τη μελέτη. Τέλος αναφέρεται σε δράσεις εξωστρέφειας που έχουν λάβει χώρα από το ξεκίνημα ήδη των ανασκαφών, στις εργασίες ανάδειξης του χώρου και στο «όραμά» της για το μέλλον του Πετρά.
Αεροφωτογραφία του Λόφου Ι από νότια.
«Η Κρήτη γνώρισε μια σειρά από αλλαγές κατά το μέσον της 2ης χιλιετίας π.Χ., που διαμόρφωσαν σταδιακά νέα κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Οι αλλαγές αυτές συνδέονται κυρίως με την καταστροφή των ανακτόρων κατά την ΥΜ ΙΒ περίοδο και οδήγησαν στη σταδιακή παύση των λειτουργιών και των δραστηριοτήτων τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί το ανάκτορο της Κνωσού, του οποίου η καταστροφή και η αρχιτεκτονική υποβάθμιση επηρέασε άρδην όλη την Κρήτη και δη την ανατολική πλευρά του νησιού. Σε αυτή την πλευρά, η οποία έδινε διαχρονικά μια αίσθηση απομόνωσης, και ιδιαίτερα στις βορειοανατολικές ακτές της, εντοπίζονται μια σειρά από παράκτιες θέσεις, όπως π.χ. ο Πετράς, που εξελίχθηκαν σε κομβικούς σταθμούς κατά την ΥΜ ΙΙΙ περίοδο».
ΜΜ ΙΑ ανδρική ταφή στην Ταφική Δομή 28.
«Η μελέτη των περιόδων ενός νεκροταφείου ερμηνεύει τις αλλαγές των ταφικών πρακτικών, οι οποίες συνδέονται με κοινωνικούς, οικονομικούς και ιδεολογικούς παράγοντες. Η έρευνά μας επιδιώκει την τεκμηρίωση των αλλαγών των ταφικών πρακτικών και της έκφρασης των προσωπικών και συλλογικών ταυτοτήτων, με οδηγό τη μελέτη των αρχαιολογικών δεδομένων (αρχιτεκτονικά στοιχεία, ενδείξεις εγκατάλειψης ορισμένων ταφικών συνόλων και μεταβολές στη μεταχείριση των νεκρών και στις τελετουργίες)» επισημαίνουν οι συγγραφείς.
MM II σφραγιστικό δακτυλίδι από κράμα αργύρου από το Ταφικό Κτίριο 9 στη νεκρόπολη του Πετρά (φωτ.: Χ. Παπανικολόπουλος, Αρχείο Ανασκαφών Πετρά).
Η ανασκαφή της πρωτομινωικής-μεσομινωικής νεκρόπολης του Πετρά στη βορειοανατολική Κρήτη έχει φέρει στο φως σημαντικές πληροφορίες για τις μεταλλουργικές ικανότητες των ανθρώπων που έζησαν στην περιοχή κατά το α΄ μισό της Εποχής του Χαλκού. Στο άρθρο παρουσιάζονται δύο ιδιαίτερα κοσμήματα από μέταλλο που ξεχωρίζουν για την εικονογραφία και τη μεταλλουργική τεχνική τους.
Ορθογώνιου σχήματος σφραγίδα από αχάτη, πρόσθιες όψεις και αποτυπώματα. Φωτ.:O. Krzyszkowska.
Οι ανασκαφές στη νεκρόπολη του Πετρά έχουν φέρει στο φως περίπου 70 σφραγίδες. Δεδομένου ότι πολλές από αυτές είναι πολυεδρικές, προσφέρουν περισσότερες από 100 σφραγιστικές επιφάνειες προς μελέτη. Στο μικρό δείγμα αυτών που αναλύονται και περιγράφονται στο κείμενο είναι εύγλωττη η αξιοσημείωτη τέχνη που κατείχαν οι Μινωίτες χαράκτες σφραγίδων, οι οποίοι παρήγαγαν μικρογραφικά αριστουργήματα στο τέλος της Παλαιοανακτορικής περιόδου (περ. 1700 π.Χ.).
Σφράγισμα ΥΜ ΙΙΙΑ1 φακοειδούς σφραγιδόλιθου από ίασπη (Αρχείο Ανασκαφών Πετρά, Corpus der Minoischen und Mykenischen Siegel, VS1B-330-1).
Η ανακάλυψη σφραγιδόλιθων από γνωστά, χρονολογημένα ανασκαφικά περιβάλλοντα σε οικισμούς ή σε χώρους τελετουργιών της υστερομινωικής Κρήτης είναι σχετικά σπάνια. Στο κείμενό του ο David W. Rupp παρουσιάζεται τέσσερις σφραγιδόλιθους από τον Πετρά, χρονολογημένους από την ΥΜ Ι ως την ΥΜ ΙΙΙΑ–Β σε αντίστοιχα ανασκαφικά περιβάλλοντα. Δύο από αυτούς προέρχονται από τον ΥΜ ΙΑ οικισμό του Πετρά (Λόφος Ι) και οι άλλοι δύο από τον ΥΜ ΙΙΙΑ–ΙΙΙΓ οικισμό στην Κεφάλα Πετρά (Λόφος ΙΙ).
Πολωτικό μικροσκόπιο με κάμερα στο Ινστιτούτο Μελέτης Προϊστορικού Αιγαίου Ανατολικής Κρήτης.
Η Ελένη Νοδάρου γράφει για τη μακροχρόνια και συστηματική εφαρμογή αναλυτικών μεθόδων στη μελέτη της κεραμικής από τον Πετρά. Όπως επισημαίνει: «Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν η εφαρμογή αναλυτικών τεχνικών σε σύνολα της μινωικής Κρήτης ήταν πολύ περιορισμένη, εφαρμόστηκε η πετρογραφία κεραμικής με τη χρήση πολωτικού μικροσκοπίου στη μελέτη επιλεγμένων δειγμάτων από το ανάκτορο του Πετρά. Έκτοτε και για τα επόμενα 30 χρόνια ακολούθησαν πολλά προγράμματα πετρογραφικών αναλύσεων από τα ανασκαφικά σύνολα του Πετρά: το ανάκτορο, το Σπίτι Ι, την ταφική βραχοσκεπή, τον οικισμό της Κεφάλας και τη νεκρόπολη».
Ανδρικά ειδώλια Πετρά: πιθανή χρήση (Simandiraki–Grimshaw 2020, εικ. 9, σχ.: D. Faulmann, σύνθεση: Α. Σημανδηράκη–Grimshaw).
Ανάμεσα στα ευρήματα του Πετρά ξεχωρίζει μια πολύ ενδιαφέρουσα υποκατηγορία, οι τρισδιάστατες απεικονίσεις, κατασκευές ή συνθέσεις. Από τη συνολική θεώρηση του μέχρι τώρα ανεσκαμμένου υλικού, προκύπτει ότι τα εικονιστικά τέχνεργα του Πετρά περιλαμβάνουν αντικείμενα ποικίλα και μοναδικά στη σύλληψη και την κατασκευή τους — και επομένως πρέπει να θεωρηθούν στο πλαίσιο του πολιτισμικού χωνευτηρίου από το οποίο προήλθαν. Στο άρθρο της η Άννα Σημανδηράκη-Grimshaw ασχολείται με κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα από το σύνολο των τεχνέργων, των οποίων η μελέτη, αν και δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, έχει ήδη αποδώσει σημαντικά στοιχεία.
Αμφορέας από το Ταφικό Κτήριο 5. Μικρογραφικό λίθινο αγγείο.
Η νεκρόπολη του Πετρά έχει αποδώσει πάνω από 200 λίθινα αγγεία στις μέχρι σήμερα ανασκαφές, τόσο στο εσωτερικό των ταφικών κτιρίων, όσο και έξω από αυτά, στους ανοικτούς χώρους τελετουργιών. Τα αγγεία βρέθηκαν είτε ακέραια είτε σε αποσπασματική κατάσταση και σε μεγάλη ποικιλία σχημάτων. Αντικατοπτρίζουν το ρεπερτόριο που απαντά σε όλο το νησί, αλλά παράλληλα μαρτυρούν μια σαφή προτίμηση σε ορισμένα σχήματα και τύπους υλικού.
Heidi M.C. Dierckx
H Heidi M.C. Dierckx γράφει για τα λίθινα αντικείμενα που συνόδευαν τους νεκρούς του Πετρά. Περίαπτα και φυλαχτά που είχαν ως κύριο υλικό τους τον λίθο, με λίγα μόνο παραδείγματα από όστρεο και φαγεντιανή. Μεγάλη ποσότητα οψιανών, στους οποίους περιλαμβάνονται λεπίδες, εργαλεία και άπεργα (απορρίματα της λάξευσης του οψιανού). Τέχνεργα από λειασμένο λίθο τα οποία πιθανόν σχετίζονταν με τους νεκρούς, μεταξύ αυτών θραυσμένα τριβεία, «τελετουργικά» γουδοχέρια, καθώς και πελέκεις, ακονόπετρες και στιλβωτήρες.
Κεφαλή βοοειδούς από τον Χώρο 8 του Ταφικού Κτιρίου 9 (Αρχείο Ανασκαφών Πετρά).
Τη μελέτη του ζωοαρχαιολογικού υλικού από τον Πετρά, η οποία βρίσκεται στο πρώτο στάδιο, αυτό της μακροσκοπικής ανάλυσης, αλλά ήδη προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για τον ρόλο των ζώων στην οικονομία, την κοινωνία και τις αντιλήψεις των κατοίκων του, παρουσιάζει η δρ Βαλασία Ισαακίδου.
Όπως εξηγεί στο άρθρο της, οι ανασκαφές στον Πετρά έχουν φέρει στο φως ένα ευρύ φάσμα από ανθρώπινες δραστηριότητες σε σχέση με τα ζώα, που καλύπτουν όλη την προϊστορική περίοδο στην Κρήτη. Χιλιάδες οστά και δόντια ζώων έχουν συλλεχθεί κατά τη διάρκεια των ανασκαφών υπό τη διεύθυνση της δρος Μ. Τσιποπούλου, τα οποία μελετώνται και δημοσιεύονται σταδιακά, ακολουθώντας τη μελέτη των ανασκαφικών δεδομένων και τη χρονολόγηση των επιχώσεων.
Πεταλίδες από τα ταφικά κτίρια. Φωτ.: Τ. Θεοδωροπούλου.
Οι μακροχρόνιες ανασκαφές στο μινωικό ανάκτορο και στη νεκρόπολη του Πετρά παρέχουν ένα πολύ ενδιαφέρον αρχαιολογικό πλαίσιο για τη μελέτη της εκμετάλλευσης των θαλασσινών από τους Μινωίτες, καθώς προσφέρουν μια μοναδική ευκαιρία για να δούμε λεπτομερώς τη χρήση των θαλάσσιων ζώων σε δύο διαφορετικά κοινωνικά αλλά και χρονικά πλαίσια εντός της ίδιας παράκτιας κοινότητας.
Αρχαιοβοτανικά κατάλοιπα από τα ταφικά κτίρια του Πετρά: α) κουκούτσι ελιάς, β) τσόφλι αμυγδάλου, γ) κουκούτσι σταφυλιού, δ) καρπός σύκου, ε) μπιζέλι, στ) φακή, ζ) πικρός βίκος, η) λινάρι, θ) σπόρος αποφλοιωμένου κριθαριού, ι) σταχίδιο μονόκοκκου σταριού, ια) σταχίδιο δίκοκκου σταριού, ιβ) θυμελαία η τριχωτή, ιγ) σπόρος μολόχας.
Στην ανασκαφή της νεκρόπολης του Πετρά εφαρμόστηκε ένα μεγάλης κλίμακας πρόγραμμα για τη συλλογή, την επεξεργασία και την ανάλυση του συνόλου των αρχαιολογικών ιζημάτων της, γεγονός που επέτρεψε μια εκτεταμένη έρευνα για τυχόν παρουσία φυτικών καταλοίπων στη θέση και για τον ρόλο τους στις ταφικές πρακτικές που ακολουθούνταν εκεί.
Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς του άρθρου: «Η μελέτη των φυτικών καταλοίπων στη νεκρόπολη του Πετρά όχι μόνο πρόσθεσε στοιχεία στις περιορισμένες αρχαιοβοτανολογικές μαρτυρίες από τις μινωικές ταφικές θέσεις, αλλά και διεύρυνε σημαντικά τις γνώσεις μας σχετικά με τα είδη των φυτών που χρησιμοποιούνταν σε αυτές τις δραστηριότητες».
Η ανασκαφέας Μεταξία Τσιποπούλου (στιγμιότυπο από το ντοκιμαντέρ).
Ο Μιχάλης Γιαννακάκης περιγράφει το πώς εμπνεύστηκε αλλά και υλοποίησε το ντοκιμαντέρ του «Πετράς. Η προϊστορική Σητεία».
Σε πρώτο πλάνο το ανάκτορο. Στο βάθος ο λόφος της νεκρόπολης.
Το μνημειακό σύνολο του Πετρά βρίσκεται περίπου 2 χλμ. ανατολικά της πόλης της Σητείας και περιλαμβάνει δύο γειτονικούς παράλιους λόφους ύψους 65 και 80 μ. αντίστοιχα.
Μέχρι σήμερα έχουν ανασκαφεί: Στον δυτικό Λόφο Ι ένα μινωικό ανάκτορο (1900–1450 π.Χ.), τμήμα του αστικού οικισμού που το περιέβαλλε (2800–1300 π.Χ.) και πάνω από τα λείψανα του ανακτόρου νεκροταφείο 33 τάφων της Μέσης Βυζαντινής περιόδου (12ος–13ος αι. μ.Χ). Στον ανατολικό Λόφο ΙΙ μία ασύλητη μινωική ελίτ νεκρόπολη (2900–1750 π.Χ.), που αποτελείται από ταφικά κτίρια με πολύπλοκες κατόψεις και ταφικές δομές (κυρίως λάκκους με λίθινη επένδυση). Στα νότια της νεκρόπολης εντοπίστηκε η αρχαιότερη κατοίκηση της περιοχής με την ανασκαφή ενός οικισμού της Τελικής Νεολιθικής και ΠΜ Ι (3500–2900 π.Χ.). Στα ανατολικά της νεκρόπολης ερευνήθηκε άλλος οικισμός της ΥΜ ΙΙΙΑ–Γ (1400–1100 π.Χ.).

Το λογότυπο του περιοδικού.
Η άνοιξη είναι η αγαπημένη μου εποχή. Για τη φύση είναι πρωτοχρονιά. Η ετήσια παρουσία του περιοδικού ξεκινά κι αυτή τώρα. Οι αρχαίοι μελισσοκόμοι δάμαζαν τις μέλισσες, αλλά δεν μπορούσαν παρά να τις λατρεύουν ταυτόχρονα. Είναι υπεύθυνες για την ανθοφορία, εξάλλου. Το δε μέλι έτρεφε τον ίδιο τον Δία. Η ενασχόληση με τις μέλισσες είχε τόσο αιχμαλωτίσει τη σκέψη του προϊστορικού ακόμα ανθρώπου, που την είχε αποτυπώσει σε χρυσά δαχτυλίδια που βρέθηκαν σε μυκηναϊκούς και μινωικούς τάφους. Σε μια τέτοια μικρογραφία, ο άνθρωπος απεικονίζεται να προστατεύει τις μέλισσες από το μελισσοφάγο πτηνό. Τις προστατεύει με το ίδιο το κορμί του.
Το χώμα φυλάει τους θησαυρούς. Προσωπικοί όπως ένα κόσμημα που δεν άφησε ποτέ τον ιδιοκτήτη του ή συλλογικοί όπως αυτός που πιθανώς άφησε πίσω του ο στρατός του Μεγαλέξανδρου σ’ ένα χωριό της Μολδαβίας, κοιμούνται μέσα στην αγκαλιά της γης. Εκεί τρέχουν και τα υπόγεια νερά, αυτά που οριοθετούν τον Πάνω από τον Κάτω Κόσμο. Ήταν για τους αρχαίους φορείς ζωής αλλά και θανάτου, μεταιχμιακά σημεία, μοιραία στη δύναμή τους να παίξουν τον ρόλο του ζωοδότη ή του δήμιου.
Μεταιχμιακή είναι και η εποχή αυτή της φύσης. Η Περσεφόνη επιστρέφει από τον Άδη και ο Χριστός ανασταίνεται. Η άνοιξη ή Άνοιξη έχει εμπνεύσει τους ποιητές, αφού έχει παίξει βασανιστικά με τις χορδές της καρδιάς τους. Έκανε τον Καρυωτάκη να βλέπει τους κήπους σαν κήπους μελαγχολίας και τον θάνατο των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Σολωμού να είναι χίλιες φορές θάνατος.
Ο κύκλος της φύσης βρίσκεται τώρα στην πιο γλυκιά στιγμή του. Αν ποτέ ενσαρκώνεται η ελπίδα, αυτό γίνεται τώρα. Την άνοιξη η ζωή είναι ζωή.
O Γιάννης Χαμηλάκης. Φωτ.: Nick Dentamaro / Brown University.
Ο αρχαιολόγος Γιάννης Χαμηλάκης αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, έκανε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στην Αγγλία και, μετά από χρόνια διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο του Southampton, είναι τώρα καθηγητής Αρχαιολογίας και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Brown (Ινστιτούτο Joukowsky) των ΗΠΑ. Νεωτεριστής και βαθιά αντι-νεωτερικός, έχει δώσει στην ελληνική αρχαιολογία μια ορμητική θεωρητική ώθηση, ενώ της έχει αποδώσει την πολιτική της διάσταση.
Η βιτρίνα με τα αντικείμενα του «Θησαυρού από το Ολανέστι» στην «ερυθρά» αίθουσα του Μουσείου.
Το 1958, σε ένα χωριό της Δημοκρατίας της Μολδαβίας, βρέθηκε αποθησαυρισμένο ένα σύνολο από μπρούντζινα μέρη αμυντικού οπλισμού – κάποια επιχρυσωμένα. Ο «θησαυρός» περιλάμβανε περικνημίδες, κράνη και ένα λύχνο με εγχάρακτη επιγραφή, μάρτυρα της πολύ διαδεδομένης λατρείας της Εφεσίας Αρτέμιδος στον βόρειο και βορειοδυτικό Πόντο. Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι η αποθησαύριση των αντικειμένων, που τοποθετούνται ανάμεσα στο τέλος του 5ου και το γ΄ τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ., πραγματοποιήθηκε κατά την εκστρατεία του μακεδονικού στρατού εναντίον των Σκυθών (331–330 π.Χ.).
Το Δωμάτιο της Πηγής στην Κνωσό (Evans 1928, εικ. 61).
Σε κατασκευές των μινωικών χρόνων που σχετίζονται με την εκμετάλλευση του πηγαίου νερού, εντοπίστηκαν ευρήματα τα οποία υποδηλώνουν ότι, έστω και περιστασιακά, αυτές χρησιμοποιούνταν ως χώροι απόθεσης προσφορών ή και διεξαγωγής τελετουργικών δρώμενων. Καθώς τα υπόγεια νερά αποτελούν μεταβατικούς «τόπους» ανάμεσα στον Πάνω και τον Κάτω Κόσμο, οι προσφορές και οι τελετουργικές αποθέσεις στο εσωτερικό τους ίσως σχετίζονται με τη λεγόμενη «χθόνια» λατρεία.
Άποψη από ανατολικά του θεάτρου της αρχαίας Θουρίας.
Στη θέση «Ελληνικά» Αμφείας, τα τελευταία χρόνια η αρχαιολογική σκαπάνη φέρνει στο φως το αρχαίο θέατρο της Θουρίας. Χτισμένο σε προνομιακό σημείο, έχει θέα στην απέραντη, εύφορη πεδιάδα της Μεσσηνίας, γνωστή στην αρχαιότητα ως «Μακαρία», αλλά και στα νερά του Μεσσηνιακού κόλπου, που οι αρχαίοι ονόμαζαν «Θουριάτη».
Δεσποτικές εικόνες από το παλαιό τέμπλο του ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στην Αλεξάνδρεια. Φωτ.: Ηλίας Παπαγεωργίου.
Ο ναός του Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Κάιρο είναι το σημαντικότερο και παλαιότερο μνημείο της ορθόδοξης παράδοσης στην Αφρική. Χώρος σπειροειδής, με τέσσερα επίπεδα, συνυφαίνει ιστορία, λατρεία και θρύλους. Σε έναν τέτοιο χώρο, οι σχεδιαστές κλήθηκαν να σκηνογραφήσουν μια έκθεση με εκκλησιαστικά αλλά και πολυπολιτισμικά εκθέματα. Για να τα ενοποιήσουν αλλά και να τα ξεχωρίσουν από το ιστορικό μνημείο που τα φιλοξενεί, επέλεξαν ένα στοιχείο ιθαγενές, το αιγυπτιακό μπλε, που τους προσδίδει κάτι από το χρώμα της νέας τους πατρίδας.
Τα μελισσοκομικά σκεύη αποθήκης στην Κνωσό (Evans 1935, σ. 95, εικ. 109).
Στην Κνωσό ο Evans ονόμασε ένα μικρό δωμάτιο ιδιωτικού σπιτιού «δωμάτιο λατρείας του φιδιού» επειδή θεώρησε ότι τα αγγεία που περιείχε αφορούσαν σε μια τέτοια λατρεία. Η νεότερη έρευνα αναγνώρισε σε αυτά μελισσοκομικά σκεύη στην αποθήκη μελισσοκόμου.
Πέτρος: Ο μαθητής του Χριστού εικονίζεται μετωπικά με ελαφρά στροφή της κεφαλής στα δεξιά (188x82x2 εκ., Μουσείο Ζακύνθου, MZ 145).
Θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής, ενός καλλιτεχνικού ρεύματος που άφησε πίσω του τη βυζαντινή παράδοση και υιοθέτησε δυτικά πρότυπα. Στο ναό του Αγ. Γεωργίου του Πετρούτσου, ο Νικόλαος Κουτούζης φιλοτέχνησε τις εικόνες για τις επτά κόγχες του επιστυλίου του τέμπλου. Οι μορφές, όλες ζωγραφισμένες με λάδι σε ξύλο, χαρακτηρίζονται από γήινη βαρύτητα, ψυχογραφική επάρκεια και δραματική εσωτερική ένταση, στοιχεία που συμβάλλουν στην εκκοσμίκευση της ζακυνθινής εκκλησιαστικής τέχνης.
Ο J.L. Caskey (αριστερά) στην Γκίζα, στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στο άρθρο που υπογράφει η σύζυγός του ξεδιπλώνεται η διαδρομή τού Αμερικανού αρχαιολόγου, ανασκαφέα της Λέρνας στην Αργολίδα και της Αγίας Ειρήνης στην Κέα. Η προσέγγισή του, πρωτότυπη και ιδιοσυγκρασιακή, προσαρμοζόταν στην κάθε ανασκαφική θέση. Συνδυάζοντας την ενδελεχή επιστημονική έρευνα, την παρατήρηση και το ένστικτο, σε διάλογο με το παρελθόν και με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, ο Caskey δεν εντάσσεται σε κανένα από τα θεωρητικά ρεύματα της εποχής του.
Αεροφωτογραφία του νότιου τομέα της ακρόπολης Καστρίτσας.
Ο λόφος της Καστρίτσας, νοτιοανατολικά της λίμνης Παμβώτιδας, δεσπόζει στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, απέχοντας μόλις 10 χλμ. από τα Ιωάννινα και 22 χλμ. από τον αρχαιολογικό χώρο της Δωδώνης. Ο λόφος αποτελεί ένα «αρχαιολογικό παλίμψηστο», στο οποίο έχει καταγραφεί η ανθρώπινη παρουσία από την Ανώτερη Παλαιολιθική περίοδο (22000 π.Χ.) έως τους χρόνους της Τουρκοκρατίας και μέχρι σήμερα. Η ονομασία του λόφου οφείλεται στην οχυρωμένη πόλη που καταλαμβάνει την κορυφή του, σε υψόμετρο 757 μ. από τη θάλασσα και 250 μ. από την επιφάνεια της λίμνης. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ελληνιστική ακρόπολη του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων και μία από τις μεγαλύτερες της Ηπείρου, η οποία αναπτύσσεται σε έκταση 345 στρεμμάτων. Στη βορειοδυτική πλευρά του λόφου βρίσκεται το παλαιολιθικό σπήλαιο Καστρίτσας.

Πλάτων
Ο εξαίρετος λόγιος, σκιαγραφώντας τον παιδικό έρωτα των αρχαίων Ελλήνων, κινείται ευαίσθητα ανάμεσα στην αρχαιογνωσία, τη φιλοσοφία και την ψυχολογία. Ο παιδικός έρωτας, γράφει, χρησιμοποιήθηκε για ν‘αναπτύξει το αίσθημα της τιμής στον πόλεμο αλλά, σε μη στρατοκρατικές πόλεις όπως η Αθήνα, ανάγεται σε σημαντικό παράγοντα ψυχοσωματικής αγωγής. Αυτός ακριβώς ο παιδαγωγικός του χαρακτήρας τον διαχωρίζει από άλλες, χρονικά και γεωγραφικά, ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Αδιανόητες είναι σήμερα οι αξιώσεις που είχε η αρχαία Αθήνα από τους πολίτες της, σημειώνει. Ανώτερες σχολές δεν υπήρχαν πριν τον 4ο αιώνα. Ο έφηβος ώφειλε ν‘αναζητήσει τη μόρφωσή του στην κοινωνία. Κάποιος μεγαλύτερος έπρεπε να του μεταδώσει τις γνώσεις και την πείρα του. Ο πατέρας δεν ενδείκνυται γι‘αυτόν το ρόλο όχι μόνο επειδή στην αρχαιότητα η οικογένεια δεν αποτελεί παράγοντα αγωγής, αλλά και επειδή του λείπει η απόσταση. Όπως «είχαν λεπτότατα παρατηρήσει οι Έλληνες», στη ζωή του εφήβου ο πατέρας οφείλει να αποσύρεται από το προσκήνιο.
Ζευγάρι αγκαλιασμένο στο νυφικό κρεβάτι, πήλινο κτέρισμα σε τάφο στη Μύρινα της Μ. Ασίας, 150-100 π.Χ., Μουσείο Λούβρου.
Έρωτας της ποίησης, Έρωτας του μύθου. Γλυκύπικρο, τον λέει η Σαπφώ, λυσιμελή ο Ησίοδος στην αρχή της κοσμογονίας του. Δημιουργός για τους Ορφικούς, φτερωτός πάρεδρος της Αφροδίτης για τους Ολύμπιους.
Κι ο έρωτας ως βίωμα; Πως μεταφράζεται η δύναμη κι η πρωτοκαθεδρία του στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων; Από τις περιγραφές της σεξουαλικής τους ζωής που οι ίδιοι μας δίνουν, συνάγεται ότι, με την ποικιλομορφία του, ο Έρωτας στηρίζει το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων.
Όσο παράδοξο και αν φαίνεται σ‘εμάς, ο περίφημος «ελληνικός έρως», που αξιοποιεί τη διφορούμενη εφηβική σεξουαλικότητα, πρέπει να νοηθεί ως προπαιδευτικός τόσο της εξέλιξης του ερωτικού συναισθήματος στη «φυσιολογική»σχέση του γάμου, όσο και στη διάπλαση μελλοντικών πολιτών και στην αναπαραγωγή της πόλης. Ο άντρας της κλασικής εποχής έχει τη δυνατότητα να εκδηλώσει τη σεξουαλικότητά του με διάφορες μορφές που μπορεί και να συνυπάρχουν. Η απλή ικανοποίηση του ενστίκτου θεωρείται παρέκκλιση που εικονογραφείται από υπάνθρωπους σατύρους. Σχεδόν πάντα ο Έρωτας είναι παρών. Ποικίλλει μόνον η κοινωνική σχέση που απορρέει απ‘αυτούς τους διάφορους τρόπους έκφρασης της σεξουαλικότητας.
Ήδη από τα επτά τους χρόνια, τα αγόρια αναπτύσσουν τη σεξουαλική τους ζωή στο γυμνάσιο και ειδικότερα στην παλαίστρα. Οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις που δημιουργούνται είναι ασύμμετρες, στα όρια της παιδεραστίας: μεγαλύτερος σε ηλικία, ο εραστής γοητεύεται από το κάλλος του ερωμένου, στον οποίο εκείνος προσφέρει ένα πρότυπο ανδρείας, αρετής και γνώσης. Στις σχέσεις που συνάπτονται, πρώτα στα γυμνάσια, κατόπιν στα συμπόσια, ομοφυλοφιλική και παιδευτική σχέση είναι αξεδιάλυτες.
Το ίδιο ισχύει και για τα κορίτσια, τουλάχιστον στην αρχαϊκή εποχή, στο πλαίσιο όμως χορικών ομάδων που χορεύουν και τραγουδούν σε μυητικές τελετουργίες.
Για τη γυναίκα το πέρασμα στην ωριμότητα γίνεται μέσα από τη «διαβατήρια τελετή» του γάμου που μετατρέπει τις ερωτικές σχέσεις σε κοινωνικές.
Η Χρυσηίδα και η Βρισηίδα της Ιλιάδας είναι οι μυθικές πρόγονοι των ανώνυμων παλλακίδων που, στην κλασική Αθήνα, αποτελούν κοινωνική πραγματικότητα. Γυναίκα ελεύθερη, η παλλακίδα γεννά παιδιά που έχουν δικαιώματα ίσα μ‘εκείνα των νόμιμων τέκνων.
Δούλες, κατά κανόνα, οι πόρνες (από το πέρνημι, πουλάω) αποκτούν όλο και σημαντικότερο ρόλο στις πόλεις που ο πληθυσμός τους μεγαλώνει, χωρίς όμως να απαλλάσσονται από την ξεκάθαρα προσβλητική χροιά, ενυφασμένη στ’όνομά τους.
Ξεχωριστή περίπτωση συνιστούν οι εταίρες. Αυλητρίδες ή χορεύτριες, παρούσες στα συμπόσια των ανδρών, νοικιάζουν τις χάρες τους μόνο για λίγο. Οι χάρες τους όμως, και κάποτε η καλλιέργειά τους, ενδέχεται να είναι τέτοιες που να φέρουν στο παιχνίδι τον Έρωτα: Ασπασία και Περικλής.
Σάτυρος καταδιώκει μαινάδα (από σκύφο).
Εγκλήματα κατά των ηθών ονομάζονται οι πράξεις καταπάτησης των κανόνων που διέπουν τις σεξουαλικές σχέσεις.
Βιασμός: Γυναίκα, άντρας, παιδί ή δούλος είναι τα πιθανά θύματα βιασμού. Αν ο βιασμός οφείλεται σε πάθος, ο δράστης καταβάλλει χρηματική ποινή δύο φορές, μία στο θύμα και μία στην πόλη. Όταν όμως ο βιασμός αποβλέπει στην ατίμωση του θύματος, όχι μόνον το θύμα ή οι συγγενείς, αλλά ο οποιοσδήποτε Αθηναίος μπορεί να κινήσει την δίκη. Η προβλεπόμενη ποινή είναι από χρηματική έως θανατική.
Ἑταίρησις: ο όρος δηλώνει την αντρική πορνεία που εμπλέκει τα σεξουαλικά ώριμα αγόρια (12-20 ετών). Εξίσου τιμωρούνται και τα δύο μέρη της χρηματικής δοσοληψίας. Η ιδιαίτερα βαριά ποινή, πλήρης στέρηση των δικαιωμάτων του πολίτη, απηχεί τον αποτροπιασμό της πόλης μπρος στον ευτελισμό του θεσμοθετημένου παιδαγωγικού έρωτα.
Τα ανώριμα αγόρια προστατεύονται αυστηρά. Θανατική ποινή αντιμετωπίζει όποιος μεγαλύτερός τους παρεισφρέει σε σχολείο.
Για την έκδοση από συγγενείς τιμωρούνται και τα δύο μέρη της χρηματικής συναλλαγής. Και ναι μεν το παιδί απαλλάσσεται, το χρήμα όμως έχει σπιλώσει το μητρώο του: σύμφωνα με το νόμο περὶ δοκιμασίας ρητόρων, έχει χάσει το δικαίωμα της δημόσιας αγόρευσης.
Η προαγωγεία αναγνωρίζεται μόνον αν το θύμα, γυναίκα ή ελεύθερο αγόρι, ήταν ηθικά άμεμπτο. Για τον δράστη, άντρα ή γυναίκα, ο νόμος τον 4ο αιώνα π.Χ. προβλέπει θάνατο.
Αιμομιξία: Χωρίς νομική απαγόρευση, οι σχέσεις ανάμεσα σε ανιόντες και κατιόντες συγγενείς θεωρούνται ανόσιες. Ο γάμος ανάμεσα σε αδέλφια από πατέρα επιτρέπεται, εφ’όσον δεν έχουν την ίδια μητέρα, ενώ η ενδογαμία δεν είναι άγνωστη.
Πέρα από την προστασία της αγνότητας και της ελευθερίας των σχέσεων, το αθηναϊκό δίκαιο μεριμνούσε κυρίως για την πόλη και τους θεσμούς της. Με τα λόγια του Αισχίνη,«ο νομοθέτης έκρινε ότι όποιος πουλάει το ίδιο του το σώμα θα πουλήσει και τα συμφέροντα της πόλης».
Ερωτική σκηνή ζεύγους όπου τα πρόσωπα σχηματίζουν έναν κλειστό κύκλο υπογραμμίζοντας την τρυφερότητα της έκφρασής τους.
Από τα αθηναϊκά ζωγραφισμένα αγγεία με ερωτικά θέματα (6ος-4ος αι. π.Χ.), κάποια έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα και συνδέονται με τη γονιμότητα στη φύση και τους ανθρώπους. Συχνά απεικονίζουν γυναίκα με ή χωρίς παιδί, ιθυφαλλική μορφή, ερωτικές σκηνές. Άλλα πάλι, με κύριο σύμβολο το φαλλό, έχουν αποτροπαϊκό χαρακτήρα, όπως και οι ερμείες. Σε μια τρίτη ομάδα ανήκουν αγγεία με παραστάσεις καθαρά ερωτικές ή και χιουμοριστικές. Η ερωτική απόλαυση αποτυπώνεται και σε ζευγαρώματα θεών με θνητές, ώριμων αντρών με εφήβους. Ωστόσο, η πληθώρα των αγγείων απεικονίζει τη συνεύρεση αντρών με εταίρες ή πόρνες.
Το άρθρο, που συνοδεύει πλούσια εικονογράφηση, καταλήγει με την υπενθύμιση ότι η βικτωριανή ηθική ευθύνεται για την απόκρυψη των ερωτικών παραστάσεων στις αποθήκες των μουσείων.
Η Αφροδίτη της Κνίδου. Ρωμαϊκό αντίγραφο έργου του Πραξιτέλη. Λέγεται ότι η Φρύνη υπήρξε το μοντέλο για το έργο αυτό.
Ο Υπερείδης, δεύτερος μετά τον Δημοσθένη στον «Κανόνα»των Αθηναίων ρητόρων, με αντιμακεδονική στάση, τιμημένος με αποστολές και αξιώματα, το 322 π.Χ. καταδικάζεται από την πόλη του σε θάνατο. Το άρθρο εστιάζει στην προσωπική ζωή ενός ρήτορα ως προς ταἀφροδίσια κατωφερῆ. Συνηθισμένη ήταν η σχέση ρήτορα και εταίρας. Επαγγελματικά επιτυχημένος, ο Υπερείδης μπόρεσε κάποια στιγμή να συντηρήσει ταυτόχρονα τρεις. Έως ότου συνάντησε τη Φρύνη, το πρότυπο του Πραξιτέλη για την Αφροδίτη Κνιδία. Ο Υπερείδης υπερασπίζεται την εταίρα που, στη γιορτή των Ελευσινίων, κολύμπησε γυμνή μπρος στα ιερά, αναδυόμενη όπως η θεά.
Ο αρθρογράφος συμμερίζεται την άποψη του Μεριμέ, που θα ήθελε να μπορούσε ν’ανταλλάξει τμήμα της ιστορίας του Θουκυδίδη με μέρος από το ημερολόγιο της Ασπασίας.
Ερωτική σκηνή σε ορειχάλκινο καθρέφτη από την Κόρινθο. Μέσα του 4ου αι. π.Χ. Μουσείο Καλών Τεχνών Βοστώνης.
Το άρθρο εκτείνεται χρονικά από τους προϊστορικούς χρόνους έως και τους ελληνιστικούς και, γεωγραφικά, από τις δυτικές αποικίες έως τη Μ. Ασία και τις κτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου.
Στην περίοδο της πατριαρχίας, η γυναίκα υπηρετεί τον άντρα από διάφορες θέσεις. Η μονογαμία που καθιέρωσε ο Κέκροψ, αναιρείται στην Αθήνα λόγω λειψανδρίας μόνο στο διάστημα που ακολουθεί τους πολέμους. Γυναίκα και παλλακίδα γεννούν παιδιά εξίσου γνήσια.
Οι εταίρες προσφέρουν στους άντρες ηδονή που αμείβεται αδρά. Η ελάχιστη είναι εξαπλάσια εκείνης που εισπράττει η πόρνη. Φθηνότερες πόρνες ήσαν εκείνες που εργάζονταν υπαίθρια, οι λεωφόροι.
Την Ιερά Πορνεία ασκούσαν αρχικά μέσα στους ναούς οι παρθένοι άπαξ, ως προγαμιαία προσφορά στη θεά. Στη συνέχεια, οι ιερόδουλες, μόνιμες θεράπαινες της θεάς, την ασκούν επαγγελματικά
Πρώτη η Κρήτη καθιερώνει την παιδεραστία νομοθετικά. Επηρεασμένη, η Σπάρτη τη θεσμοθετεί. Τα 150 ζευγάρια του Ιερού Λόχου μιλούν εύγλωττα για τη Θήβα , ενώ η ευχή πλεύσειας εἰς Μασσαλίαν σ’έστελνε σ’έναν παιδεραστικό παράδεισο.
Εἷς ἔρως γνήσιος, ὁ παιδικός ἐστιν, διακήρυσσαν οι Αθηναίοι ρήτορες. Εδώ εμφανίζονται όλα τα συμπτώματα του μεγάλου έρωτα: αϋπνίες, δακρύβρεχτες καντάδες (τα παρακλαυσίθυρα), αυτοκτονίες. Οι εραστές γράφουν το όνομα του αγαπημένου τους στους τοίχους, στα δέντρα, παντού.
Στην Αθήνα, η παιδεραστία επιτρέπεται μόνο στους ελεύθερους άντρες. Στα ανδρικά πορνεία της Αθήνας και του Πειραιά, τα μειράκια ήταν αποκλειστικά δούλοι ή αιχμάλωτοι πολέμου. Η έκδοση επί χρήμασι ελεύθερου άντρα επιφέρει στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων (ἀτιμία). Χωρίς ίχνος θηλυπρέπειας, η ομοφυλοφιλία συνάπτει ισχυρούς δεσμούς, εξ ου και διώκεται από τους τυράννους. Αρκεί να αναλογιστούμε το ζευγάρι του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα.
Το εξώφυλλο του βιβλίου από έκδοση του 1999.
Παρουσιάζεται το ομότιτλο βιβλίο της Claude Mossé (1983). Η ιστορικός αναζητεί στα αρχαία κείμενα τη θέση της γυναίκας στην ανδροκρατούμενη αρχαιότητα (7ος-4ος αιώνας). Το βιβλίο διαπραγματεύεται επίσης το ζήτημα της προίκας, τη θέση της γυναίκας ειδικά στη Γόρτυνα και, γενικά, στη θρησκεία και τον έρωτα.
Η νομική και κοινωνική θέση της γυναίκας ορίζεται αποκλειστικά βάσει της συνέχισης του οἴκου του συζύγου της μέσω της εξασφάλισης νόμιμων απογόνων. Υφάντρες, μαγείρισσες, οικοδέσποινες, κυράδες των δούλων τους. Και αποκλεισμένες από αυτό το«club των ανδρών» που είναι η αρχαία πόλις.
Η θέση του έρωτα και της σεξουαλικότητας στη ζωή της αρχαίας Ελληνίδας μας είναι άγνωστη. Από παραστάσεις, λατρευτικές τελετές, την αθυροστομία της κωμωδίας, αντιληφθήκαμε ότι οι αρχαίοι δεν έπασχαν από σεμνοτυφία. Ψιμύθια και δίαφανες χλαμύδες, λέει η Λυσιστράτη, είναι τα όπλα της ερωτευμένης απέναντι σε συζύγους και εραστές. Ωστόσο, ερωτικά συναισθήματα ομολογούνται μόνο για τις αντρικές ή γυναικείες ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Όταν, τον 4ο αιώνα π.Χ., η πολιτική ζωή παρακμάζει και ο ιδιωτικός βίος αποκτά μεγαλύτερη σημασία, οι θεατρικές ίντριγκες εμφανίζουν έρωτες, πόθους και πάθη στο πλαίσιο συζυγικών σχέσεων.
Η τιμωρία του πόρνου (μοιχού) και της ματαιόδοξης (από εκκλησία της Καστοριάς).
Οι επιλογές ανάμεσα στο Δίκαιο και την Ηθική είναι εκείνες που καθορίζουν τα «εγκλήματα κατά των ηθών». Το κανονικό δίκαιο, επομένως, έχει προχωρημένες αξιώσεις από τα μέλη της Εκκλησίας καταδικάζοντας, για παράδειγμα, όλες τις εκδηλώσεις της σεξουαλικότητας που δεν αποβλέπουν στη σύλληψη τέκνου.
Στο βυζαντινό δίκαιο διαφαίνονται τόσο οι ρωμαϊκές του ρίζες όσο και η επίδραση της χριστιανικής ηθικής. Οι εκτός γάμου σχέσεις, που για πρώτη φορά ποινικοποίησε ο Ιούλιος νόμος (τέλη του 1ου αιώνα π.Χ.), τιμωρούνται με μερική δήμευση της περιουσίας και εξορία. Αν όμως εμπλέκεται μοναχή, ο μεν άντρας θανατώνεται ενώ στη «νύμφη Χριστού» επιβάλλεται ποινή μοιχείας. Ως προς την αιμομιξία, ο Ιουστινιανός επαναδραστηριοποίησε την αυστηρότητα του ρωμαϊκού δικαίου. Ωστόσο οι Ίσαυροι, ενσωματώνοντας τη χριστιανική διδασκαλία, την επεκτείνουν για τους συγγενείς εξ αίματος μέχρι και τον 6ο βαθμό, για τους εξ αγχιστείας μέχρι και τον 4ο, περιλαμβάνοντας και την πνευματική συγγένεια (βάπτιση).
Η Εκλογή των Ισαύρων αντικαθιστά την κεφαλική ποινή με τον ακρωτηριασμό της μύτης σε περιπτώσεις μοιχείας, αιμομιξίας, αρπαγής, «φθοράς» παρθένου. Η τελευταία περίπτωση, νοούμενη ως αφαίρεση «αγαθού», επισύρει περιουσιακή αποζημίωση από τον δράστη. Στους ομοφυλόφιλους, από τα μέσα του 4ου αιώνα, επιβάλλεται θανάτωση με ξίφος, αν και στην πράξη οι ένοχοι παιδεραστίας τιμωρούνται με «καυλοτομή». Ίδια ποινή ισχύει, από την Εκλογή ως το τέλος της βυζαντινής περιόδου, και για τους κτηνοβάτες, ποινικά αδιάφορους μεν στους Ρωμαίους, καταδικαστέους όμως σε θάνατο από το μωσαϊκό δίκαιο. Ενδιαφέρουσα είναι η διάκριση του κανονικού δικαίου μεταξύ κτηνοβασίας και πτηνοβασίας.
Η φαινομενική «στασιμότητα»των πολιτειακών διατάξεων ως προς τη σεξουαλική συμπεριφορά των Βυζαντινών στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου, οφείλεται στο ότι η Εκκλησία και το Δίκαιό της υποκαθιστούν βαθμιαία τομείς της κρατικής δραστηριότητας.
Αδάμ και Εύα, Οκτάτευχος, 12ος αι. (Κωνσταντινούπολη, Κωδ. 8, σ. 43 v).
Ο ιουδαίος Φίλων ο Αλεξανδρεύς (13 π.Χ.-54 μ.Χ.) είναι ο πρώτος που ανέφερε ότι το προπατορικό αμάρτημα ήταν πράξη «σεξουαλική». Όλοι οι μετέπειτα θεωρητικοί τον ακολούθησαν. Το 1984, ο Ζαν Μποτερό αντικρούει αυτή την ερμηνεία με το επιχείρημα ότι, την εποχή που συντάσσονται τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, ο έρωτας και ο ερωτισμός δεν θεωρούνται αμαρτήματα. Μάρτυράς του το Άσμα Ασμάτων. Τέτοια κείμενα, από τα οποία ο Θεός είναι απών, πηγάζουν από τη μεσοποταμιακή παράδοση. Το προπατορικό αμάρτημα συνίσταται στην ανυπακοή που οδήγησε τους πρωτόπλαστους στη γνώση.
Παρατίθενται αποσπάσματα από το Άσμα Ασμάτων στο πρωτότυπο και στη μετάφραση του Γ. Σεφέρη.
Οι φιλήδονες. Εξωνάρθηκας μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους, 1568.
Για τους έρωτες στο Βυζάντιο αντλούμε πληροφορίες από εκκλησιαστικές πηγές (λόγοι Πατέρων, αγιολογικά κείμενα, κανόνες Ιερών Συνόδων) και νομοθετικά κείμενα.
Οι ευκαιρίες να συναντηθούν ένας νέος και μια νέα έχει προβλεφθεί να είναι ελάχιστες. Συχνά οι νεαροί έκαναν καντάδες κάτω από το παραθύρι της εκλεκτής τους. Σπανιότερα αντάλασσαν και φιλιά στο λαιμό και τα μάτια.
Το κορίτσι, βέβαια, θα αποκτήσει σεξουαλικές σχέσεις μετά το γάμο. Ο άντρας όμως έχει δυνατότητα εκτόνωσης στα πορνεία. Ο όροςπόρνη στο Βυζάντιο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα «παρεκκλίνουσας» γυναικείας συμπεριφοράς: είναι και η γυναίκα που συζεί εκτός γάμου, και η μοιχαλίδα, και το κορίτσι που πέφτει θύμα αποπλάνησης ή απαγωγής και βιασμού. Οι περισσότερες πόρνες προέρχονται από κοινωνικά κατώτερες τάξεις, ελεύθερες, δούλες ή αιχμάλωτες.
Με τη φροντίδα του Κράτους ιδρύονται δημόσια πορνεία σε απομακρυσμένες συνοικίες. Ωστόσο, ιδιώτες νοικιάζουν τα σπίτια τους σε πορνοβοσκούς παρά τις αυστηρές κυρώσεις του νόμου. Η αμοιβή που ο πελάτης προκαταβάλλει είναι μικρή. Η φορολογία που επιβλήθηκε στις πόρνες στις αρχές της αυτοκρατορίας καταργείται από τον Αναστάσιο (491-518). Νόμος του Ιουστινιανού που απαγορεύει στους θεατρώνες να ασκούν το επάγγελμα του πορνοβοσκού επιβεβαιώνει ότι, σε μεγάλο ποσοστό, οι θεατρίνες (μιμάδες), οι χορεύτριες και οι αυλητρίδες ασκούσαν και την πορνεία. Στα καπηλειά και τα πανδοχεία, γυναίκες προσφέρουν και ερωτικές υπηρεσίες.
Το Κράτος θεσπίζει νόμους που προστατεύουν τις πόρνες τόσο από τους πορνοβοσκούς όσο και από τους πελάτες. Ευαισθητοποιημένος, ο Ιουστινιανός τις υποστηρίζει νομοθετικά και χρηματικά. Η Θεοδώρα και, αργότερα, ο Μιχαήλ Δ΄ (1034-1041) ιδρύουν οίκους Μετανοίας. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι το συναπάντημα με πόρνη, στη ζωή ή στο όνειρο, θεωρείται ευτυχής οιωνός.
Ποινές προβλέπονται για κάθε μη «αποδεκτή» έκφραση της σεξουαλικότητας. Ειδικά η ομοφυλοφιλία, ο «σοδομιτισμός», εξαιρετικά διαδεδομένη τον 4ο και 5ο αιώνα, αντιμετωπίζει τη συστράτευση Εκκλησίας και Κράτους. Ο Μ. Κωνσταντίνος την ποινικοποιεί. Στο τέλος της αυτοκρατορίας, λόγιοι μοναχοί της επιρρίπτουν την ευθύνη για την υποδούλωση στους Οθωμανούς.
Το Μεγάλο Γυαλί.
Μια νέα ιστορία της σεξουαλικότητας τι ρόλο θα απέδιδε στο συμβολισμό της μηχανής; Τον 19ο αιώνα, στον απόηχο της βιομηχανικής επανάστασης και του Διαφωτισμού, η μηχανή θριαμβεύει την ώρα που ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στο άτομο. Ο συνδυασμός των δύο αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στη «μηχανή εργένη»του Ντυσάν αλλά και σε λογοτεχνικά κείμενα με γραφικές απεικονίσεις καταστάσεων που αφηγείται ο συγγραφέας (Ζαρύ, Ρουσέλ, Κάφκα, Λωτρεαμόν, Βερν). Ακόμη και οι τεχνητές φαντασιώσεις που δημιουργούν οι νέες οπτικές ή ακουστικές εικόνες (κινηματογράφος, ραδιόφωνο κ.ά.) έχουν τώρα μηχανικό και βιομηχανικό υπόβαθρο.
Αποτελούμενη από δύο ισοδύναμα σύνολα, το σεξουαλικό και το μηχανικό, η «μηχανή εργένης» δομείται βάσει των αντιθετικών ζευγών άντρας/γυναίκα και ζωή/θάνατος, μετατρέποντας τον έρωτα σε μηχανική του θανάτου. Το μήνυμα; Ο τεχνολογικός πολιτισμός υποδουλώνει αλλά και απελευθερώνει τον άνθρωπο: απελευθέρωση της σεξουαλικότητας, υποδούλωση στον παγωμένο ασκητισμό ενός υπέρμετρου ναρκισσισμού. Άξονας της απελευθέρωσης γίνεται η επιθυμία. Όλο το ερωτικό δυναμικό του ανθρώπου, απαλλαγμένο από την υποχρέωση της τεκνοποιίας, στρέφεται στην ελεύθερη αναζήτηση της απόλαυσης. Ωστόσο, η μηχανοποίηση συμβολίζει την μοναξιά του ανθρώπου, την μετατροπή του έρωτα σε θάνατο.
Το άρθρο εικονογραφείται από έργα που παρουσιάστηκαν, το 1976 στο Παρίσι, στην έκθεση «Μηχανές εργένηδες».
Σ. Βικάτος, Το χριστουγεννιάτικο δένδρο (αχρονολόγητο;). Λάδι σε καμβά, 77x105 εκ. Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδος.
Πόσα από τα αισθήματα που θεωρούμε δεδομένα και παγκόσμια δεν είναι παρά τα πολιτισμικά μας στερεότυπα; Άλλοι λαοί σε άλλες εποχές, αλλά και η σύγχρονή μας ανάδυση της πατρικής στοργής, αναθεωρούν το μύθο της μητρικής αγάπης ως συναισθήματος φυσικού και αυτονόητου. Ακόμη και η 4η εντολή του μωσαϊκού νόμου που ανταμείβει το σεβασμό των παιδιών προς τους γονείς, υποδεικνύει πως ίσως το συναίσθημα αυτό δεν είναι φυσικό αλλά διδάσκεται.
Το πρότυπο της πατρικής-συζυγικής εξουσίας ανάγεται μεν στην Ινδία αλλά είναι σε πλήρη ισχύ και στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Ο Αριστοτέλης το θεωρητικοποιεί ανάγοντάς το στη φυσική κατωτερότητα της γυναίκας. Αν και ο λόγος του Χριστού στηρίζει το μυστήριο (και όχι το συμβόλαιο) του γάμου στην αγάπη και την ισότητα των δύο φύλων, η εβραϊκή προέλευση της χριστιανικής θρησκείας βαραίνει: στην Εύα δεν οφείλεται η καταστροφή του ανθρωπίνου γένους; Ο απόστολος Παύλος κηρύσσει την ανωτερότητα του άντρα, στον οποίο η γυναίκα οφείλει υπακοή όπως στον Κύριο.
Τα οστρακοειδή εξακολουθούν να θεωρούνται αφροδισιακή τροφή.
Αφροδισιακή τροφή θεωρούσαν οι αρχαίοι τους βολβούς αλλά και τους κοχλιούς. Το πρώτο σαλιγκαροτροφείο οργανώθηκε στη Ρώμη το 50 π.Χ. Ανάλογες ιδιότητες αποδίδονται και στα αυγά, ενώ η φήμη των οστρακοειδών επέζησε ως σήμερα.
Τα ρεβύθια ξεχωρίζουν ανάμεσα στα όσπρια και τα καρότα ανάμεσα στα λαχανικά. Για το μαρούλι, αφροδισιακό για τους Αιγύπτιους, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν διαμετρικά αντίθετη άποψη.
Το Wasa, ανάμεσα στα δύο πλωτά ανυψωτικά μηχανήματα κατά τη διάρκεια της επιχείρησης διάσωσής του.
Έφυδρο ονομάζεται το ξύλο που διαποτίστηκε λόγω παρατεταμένης παραμονής σε υγρό περιβάλλον, όπως είναι η θάλασσα, οι βάλτοι, τα πηγάδια. Το έφυδρο ξύλο υφίσταται βιολογικό εκφυλισμό από βακτηρίδια, μύκητες ή και σκουλήκια εντόμων. Το περιεχόμενο σε υγρασία, επομένως η απορροφητική ικανότητα του ξύλου, επηρεάζει τη μέθοδο συντήρησης. Στόχος της συντήρησης είναι η απομάκρυνση του νερού χωρίς την πρόκληση συρρίκνωσης. Οι μέθοδοι συντήρησης περιγράφονται αναλυτικά.
Οι αρθρογράφοι επέλεξαν ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ένα ναυάγιο υπό ιδανικές συνθήκες. Το πλοίο Wasa ναυπηγήθηκε το 1625 για τον βασιλιά Γουσταύο Αδόλφο της Σουηδίας. Στα τρία του χρόνια, το πλοίο ανατράπηκε και βυθίστηκε μέσα στο λιμάνι της Στοκχόλμης. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα πλοίο καινούργιο, με εξακριβωμένη ταυτότητα, που ναυάγησε σε προφυλαγμένο περιβάλλον βάθους 30 μ. Όταν διασώθηκε, το 1961, είχε περάσει 333 χρόνια στο βυθό.
Το άρθρο κλείνει με την πραγματιστική επισήμανση ότι, παρά τις προόδους στις μεθόδους συντήρησης, τον αποφασιστικό ρόλο διαδραματίζουν τα διαθέσιμα κονδύλια.
Η δυτική όψη του καθολικού της Βαρνάκοβας.
Σύγχρονο περίπου με τα Μετέωρα, το μοναστήρι της Βαρνάκοβας κοντά στη Ναύπακτο, ιδρύθηκε τον 12ο αιώνα και γνώρισε μεγάλη ακμή στους βυζαντινούς χρόνους. Στην Τουρκοκρατία χάνει τη δύναμή του και, το 1826, ανατινάζεται από τη στρατιά του Κιουταχή. Το καθολικό ξαναχτίζεται το 1831. Αυτή την τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα και κυρίως ναό αποτύπωσε ο Α. Ορλάνδος το 1919.
Η κτητορική επιγραφή του 1831 μνημονεύει τον Ιωάννη Καποδίστρια που ενέκρινε 2.400 φοίνικες για την ανοικοδόμηση, ζητώντας παράλληλα από τον Έκτακτο Επίτροπο Ανατολικής Ελλάδος Κ. Μεταξά να τον τηρεί ενήμερο. Ο Μεταξάς, με τη σειρά του, απευθύνεται στον αρχιτέκτονα της Ανατολικής Ελλάδος Α. Κάλανδρο. Άλλωστε, με ψήφισμα του Κυβερνήτη, απαγορευόταν η οικοδομή ή η επισκευή χωρίς την έγκριση του σώματος των «επί των οχυρωματοποιών και αρχιτεκτονικής αξιωματικών». Ο Κάλανδρος κατηύθυνε πράγματι τις εργασίες αλλά είναι αμφίβολο αν ο ίδιος επισκέφθηκε το ναό. Το μόνο στοιχείο που είναι σίγουρα δικό του έργο είναι το καμπαναριό, που συνηγορεί υπέρ της επτανησιώτικης καταγωγής του αρχιτέκτονα. Ο Μεταξάς σε αναφορά του εξαίρει την "επιτηδειότητα", του Κάλανδρου. Πράγματι, το κόστος για την Κυβέρνηση περιορίστηκε στους 1800 φοίνικες.
Έγγραφα από τα αρχεία της Μονής και από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους περιγράφουν γλαφυρά τις συμφωνίες, τα κοστολόγια σε είδος και σε χρήμα, τις οδηγίες, τις συνεννοήσεις για την ανοικοδόμηση του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Ακρόπολις Αθηνών (σχέδιο Charles Nicod, 1912).
Το άρθρο διαπραγματεύεται την έννοια του όρου «κλασικός», όπως εφαρμόζεται στα γράμματα και τις τέχνες της αρχαίας Ελλάδας. Ο όρος ετυμολογείται από τον λατινικό classicus, που έχει ταξική προέλευση και προσδιόριζε την ανώτερη και πλουσιότερη ρωμαϊκή τάξη. Ξεπερνώντας την εποχή τους, την περίοδο ανάμεσα στους Περσικούς πολέμους (481-479 π.Χ.) και το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (323 π.Χ.), οι αρχαιοελληνικές «κλασικές» δημιουργίες αναδείχθηκαν σε υποδειγματικό πρότυπο. Έγιναν ο χρυσούς κανόνας με τον οποίο συγκρίθηκαν και αναμετρήθηκαν πολιτισμικά επιτεύγματα από όλες τις εποχές σε όλο τον κόσμο.
Ο αρθρογράφος παραθέτει αποσπάσματα που στηρίζουν τον όρο «κλασικός», όπως αυτός καθιερώθηκε ιδεολογικά από τη γερμανική επιστήμη του 19ου αιώνα.
Αγιογράφηση του Αγήνορα Αστεριάδη στο ναό της Παλαιάς Επισκοπής Τεγέας.
Ο βυζαντινός ναός της Παλαιάς Επισκοπής, σήμερα αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αρχικά χτίστηκε πάνω στο κοίλο του αρχαίου θεάτρου της Τεγέας, με υλικά από το θέατρο, τις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες και το μεσαιωνικό τείχος. Ο ναός χρονολογείται στον 11ο αιώνα, ίσως και στο δεύτερο μισό του 10ου. Ταξινομείται στους ναούς ανατολικού τύπου με νάρθηκα και, ειδικά, στον πεντάτρουλο τύπο του ναού της Αγίας Σοφίας.
Η Παλαιά Επισκοπή ήταν σταυροπηγιακή και ανήκε οργανικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, μετά την επανάσταση όμως περιήλθε στον Τεγεατικό Σύνδεσμο. Ανήσυχος και δραστήριος, ο ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του Συνδέσμου Λεωνίδας Σβώλος διοργανώνει το 1885 το πρώτο πανηγύρι για τον Δεκαπενταύγουστο και καλεί τον Τσίλερ για να αναστηλώσει το ναό. Η αναστήλωση, που ολοκληρώνεται στις 20 Νοεμβρίου του 1888, είναι το πρώτο εκτός Αθηνών έργο του διάσημου αρχιτέκτονα.
Στη δεκαετία 1930-1940 ο ναός φιλοτεχνείται. Ο μαρμαρογλύπτης Νίκος Σκαρής κατασκευάζει το τέμπλο και τον δεσποτικό θρόνο, η Έλλη Βοϊλα φτιάχνει δυο μωσαϊκά έργα ενσωματωμένα στο τέμπλο και ο ξυλογλύπτης Θανάσης Νομικός τα βημόθυρα της ωραίας πύλης και των πλαϊνών θυρών. Ο ναός όμως αποκτά και διάσταση εικαστικού χώρου, καθώς διασώζει το μεγαλύτερο και σημαντικότερο έργο του ζωγράφου Αγήνορα Αστεριάδη. Ο Αστεριάδης ανέλαβε ν‘αγιογραφήσει το ναό και οκτώ δεσποτικές εικόνες του τέμπλου. Όπως ο φίλος του Σπύρος Βασιλείου, αναζήτησε τα στοιχεία της τέχνης του στην πηγή που λέγεται Ρωμιοσύνη. Με τη μέθοδο της ξηρογραφίας, δούλεψε στην Παλαιά Επισκοπή από το 1936 ως το 1939, αποδίδοντας το νόημα της βυζαντινής τέχνης φιλτραρισμένο μέσα από τη φρεσκάδα της νεοελληνικής ζωγραφικής. Στο άρθρο παρατίθεται κατάλογος των εκκλησιών που αγιογράφησε ο Αστεριάδης.
Το εξώφυλλο του βιβλίου "Ελληνική Λαϊκή Φορεσιά".
In this introduction the love for boys in ancient Greece is related in excellent prose. Here the author’s knowledge of ancient customs, philosophy and psychology are very much in evidence. The love of youths in ancient Greece, he writes, was a means of encouraging valor in battle. In cities such as Athens which was not a military state, the love for boys became a means towards training the young. It is exactly this educational nature that distinguishes this sort of relationship from homosexual relationships of other times or places. The author of the introduction notes that much more was expected of the youth in ancient Athens than would be conceivable today. Higher education was not taught in schools before the 4th century so a young man would have to seek education in the society he moved in. The older man would pass on his knowledge and experience of life to the younger one. A father would not be suited to this work since in ancient Greece families were not supposed to teach their children and what’s more a father would be too involved in his son to impart knowledge to him. As “the Greeks have so subtly pointed out” a father should tactfully withdraw from a youth’s life.
I. From adolescence to maturity: In order to present a brief survey on sexual love in ancient Greece we will simply follow the various phases of sexual development of the adult, from adolescence to maturity, examining at the same time the conditions and rules justifying sexuality. 1. Adolescence: It is quite significant that the vocabulary of the ancient Greek language does not distinctly express the differentiation of the sexes during the infantile age. Thus, a unique word-term “παiς” applies both to girls and to boys and only the article suggests the gender. Language, however, cannot be considered the only indication of social structure. Indeed, both in Archaic Sparta and in the Hellenistic state, the boys were separated from their families soon after their seventh birthday. The two basic means of education both in Sparta and Classical Athens, were the same; gymnastic education that aimed at the development of the students’ mental and physical potential, and artistic education that aimed at imparting knowledge of and training in the art of the Muses. Thus young Greeks spent most of their time in the gymnasium. This location provided the background for the first testimonies of his sex life. The numerous representations on pottery inform us of the age of the partners of this first erotic relationship. The homosexual relation involves a mature man and an ephoebos. In this institutional homosexual love the lover appears both as the tutor of the beloved and as the guarantor of the moral virtues and knowledge that the youth ought to obtain through this relation. In this way, homosexual and educational qualities are closely related. During adolescence, girls were also educated via similar homosexual relations. If, however, more emphasis is given to the physical appearance of girls than to their moral perfection, the reason is that beauty in a female unleashes the power that inspires love and calls a man to sexual intercourse. 2. Marriage: The prerequisites of maturity for a man in ancient Greece are citizen status and enrollment in the army. While for a woman, the prerequisite is the ritual of marriage. 3. Beyond Marriage: Since Homeric times heroes are seen settling concubines in their homes. In theatrical plays and in the speeches of Athenian orators the concubine seems to have equal rights with the legal wife regarding her children. However, apart from the sexual activity a man had in his home, he was also entitled to retain relations with prostitutes. According to Demosthenes, “prostitutes were for sexual pleasure, concubines for everyday care and wives for the creation of legal descendents and the guarding of the house”. These manifold, delicate, social relations caused social crises that varied from disapproval to acceptance. II. The rule and the exception: As in every society, so in the Greek, there is a dominant sexual rule. For the Greek of the Classical period his sexual activity is accompanied by feelings of love only under certain circumstances; in marital relations, homosexual relations, relations with concubines or prostitutes. These relations are characterized by duration in time and by an exchange based on friendship, that is a mutual relation founded on trust. The conclusion we draw is that Eros creates between males and females a network of relations that stands above simple sexual satisfaction; educational homosexuality, economic benefit from marriage and reproduction of the species through the institution of marriage.
Modern penal law considers acts that contravene the principles ruling sexual relations as moral crimes. According to the Attic law of the classical period the rape of a woman, man, child or slave, the sexual intercourse between a man and a child, prostitution of men, the pandering of boys by their relatives and incest were considered moral crimes. The provision of the Athenian legislation regarding these crimes served to protect freedom of will in sexual life, the purity of certain relations that ought to remain beyond sexual activity and the very nature of the sexual act that in certain cases should be expressed within the frame of genuine and natural attraction and far from economic motives. This legislation did not only defend moral values but it also protected the city and its institutions. The ancient legislator by approving or disapproving certain acts aimed, above all, to endow the citizens with such virtues as to become able to defend the existence and the smooth function of the social and political principles of their city.
On certain Athenian painted vases of the 6th to the 4th century BC the erotic scenes are of a religious nature and relate to fertility in general or specifically human fertility.A woman is often shown, with or without a child, also erect phallic figures and erotic scenes. Other paintings with phalluses as their main figures are meant to avert evil as are the Hermes pillars.There is a third category of vases with erotic or humorous scenes. The pleasures of lovemaking are shown with gods coupling with mortals or grown men with youths.On most vases however, men are shown having intercourse with courtesans or prostitutes. The article is beautifully illustrated and ends with a reminder that it is Victorian morals that are to blame for the hiding away of erotic vase paintings in museum basements.
Hypereides, the orator, was born in 390 BC into a wealthy family and was educated close to Plato and Isocrates. In 343, accusing Philocrates of treason he took the chance to make his debut in the political scene and to declare his ideological principles that definitely put him on the side of Demosthenes. For many decades he was one of the best defenders in court of ordinary civilians. His speeches, simple and clear, without rhetoric schemes, were nevertheless strong, persuasive and effective. Throughout his life he strove and fought for his ideas. Athens, his native city, honoured him for his ethos and services with many offices. In spite of his personality and commitment he was condemned to death, tortured and executed in 322.
Born on the island of Lesbos at the end of the 7th century BC, the poet was brought up with the freedom that went with her aristocratic origins. She had a daughter Kleida by her husband Kerkolas. The bittersweet passion she expressed for young girls on the verge of marriage were considered unnatural by later generations. This is probably why an unrequited love for Faon was ascribed to Sappho as the reason for her drowning herself.
The social organization of ancient Greeks and their perception of sex and life in general vary depending on place and time. Our perception of these matters and the status they hold for us are very different. For this reason, any possible approach must be made not before we have discarded our own ethical code and we have tried to fully understand those men who determined their own way of life and ethics. Sexual love for ancient Greeks was one of the high points of life, therefore they pursued it in various ways. The restraints and guilt we have today were not indulged in. Greeks lived closer to nature than we do and most of all they sought happiness in the ephemeral. As a result their perception of sex is dramatically different from that of the Christian religion. This article refers to two major phases, that of matriarchal society, a period offering only scarce data, when woman had not yet been enslaved by man and enjoyed absolute freedom in sex, and that of partiarchal society. Here are also examined, marriage, prostitution of both sexes, concubinage, the role of the whores, polygamic exceptions in the monogamy of the Greeks, self -eroticism and variations on sexual intercource and finally sodomy, that in ancient Greece had a significant, social, ethical political and artistic effect.
The article is a presentation of Claude Mossé’s book with the same title. The historian Claude Mossé searches ancient Greek texts for the role played by women in the male dominated society of the 7th to the 4th century BC. The book also deals with the question of dowry and the role played by women in Gortyna specifically, whether in matters of religion or of love.
The provisions of the penal code represent one of the best sources of information for comprehending the social conditions in a specific place and time as well as throughout the history of mankind. The sphere of moral crimes is of special significance, because it reveals the established social ethics as well as the boundaries between Law and Ethics. This article refers to the acts that according to the Byzantine legislator's point of view transgressed contemporary social ethics.
Filon Alexandreus the Judaean (13 BC-54 AD) was the first to speak of the original sin as a sexual offence. This dogma was embraced by all subsequent theoreticians of the Fall of Man. This interpretation of the gospels was refuted in 1984 by Jean Bottero who argued that at the time when the Old Testament was being drawn up, love and sex were not considered to be crimes. Bottero quotes the Song Of Songs as evidence. Such writings from which God is notably absent are in the Mesopotamian tradition. Original sin lies in the disobedience that led Adam and Eve on the path to knowledge.
The appearance of Christianity brought with it a new ethical code and a new way of life. The continence and purity implicit in Christianity are altogether different to the liberalism of antiquity. Byzantium becomes the vehicle of Christianity, while the duality of the Church state, closely interrelated, stands as the main support of the Byzantine world. Therefore, whatever does not fit into the ethical model determined by this duality is looked upon as contemptible and condemnable. The erotic mood of the Olympic pantheon which mirrors the approach and mentality of the ancient Greeks is in direct conflict with the instructions of Christian ethics. Sex can no longer be accepted as a source of pleasure and is justified only as a means of procreation. This could be considered characteristic of contemporary ethics, as far as the attitude towards the manifold variations of sexuality is concerned.
The rapid mechanization of society, as a result of the industrial revolution, seriously affected the erotic-sexual life of man so that if we had to rewrite the history of sexuality, we would accord a major role to the machine as symbol . The bachelor machine, a term introduced by Duchamp for the lower part of his work "The Big Glass;the Bride is Stripped Naked Even by her Bachelors" is considered to be one of the most representative examples of the "mechanical" representation of eroticism. Duchamp's work is an imaginary construction that is based on the duality of manlwoman. The concept of the "Bachelor machine" can also be found in literature (Jules Verne, Edgar Allan Poe, Franz Kafka etc.). It expresses two ideas, that of sexual liberation and of isolation, as they materialized in the developed industrial society of the late 19th and early 20th century, an isolation, however that can lead to death, a procedure conceived by the French writer Carrouges, who correctly regarded solitude and isolation as the means to transform sexual love into a death-machine.
Many of the emotions one takes for granted as being common to all, are no more than cultural stereotypes. Various peoples of the world living in other ages make us review the myth of a mother’s love being natural and self-evident. This comes with the new, emerging concept of a father’s love. The 4th commandment recognises a child’s respect for his parents raising the question that this attitude might not be natural but acquired. The origins of paternal and conjugal authority are to be found in India but can also be traced back to Greco Roman antiquity where such authority was in full sway. Aristotle puts male authority into its theoretical context, attributing male dominance to the physical inferiority of the female of the species. Although the word of Christ bases the mystery of marriage (and not the contract) on love and respect between the two sexes, the Jewish provenance of Christianity still counts. Did not Eve bring on the Fall of Man? Saint Paul preaches the superiority of man to whom woman owes total obedience as to the Lord her God
The ancients thought that eating bulbs and snails were powerful aphrodisiacs. The first snail farm was organized in Rome in the year 50 BC. Eggs were thought of as having the same aphrodisiac effect while shellfish are even today rumoured to arouse desire. Out of lentils and vegetables, chickpeas and carrots stand out, while the ancient Greeks held a different opinion about lettuce which was held in great esteem as aphrodisiac food by the Egyptians.
The term "waterlogged wood" refers to any wood that has been saturated by water it has remained immersed in for a long period of time. This article examines the procedure of wood's degeneration,the new qualities that the wood possesses as well as the determining factors for the wood's being preserved. As an example here in this article Swedish wreck of the ship Wasa that was sunk in 1628 is referred to.
The Monastery of Varnakova was built in the 12th century AD and prospered greatly during the Byzantine period. Its decay, beginning during the years of the Turkish occupation, was completed by the fire of 1826 set by the army of Ibrahim Pasha. The monastery was rebuilt in the years following the liberation. A. Orlandos, who studied the monastery in 1911, reached the conclusion that the early church also displayed a central dome but he had doubts whether the new dome perfectly corresponded to the older structure. He also determined the location of the outer and inner narthex, both mentioned in old codices, and considered the two pilasters adjacent to the colonnade and facing the bema to be the continuation of the dividing walls once existing between the prothesis and the diaconicon. Furthermore, he believed that the bema apse had a hemi-hexagonal shape and that the new church was equal in width to the older, but unequal in length. However, a series of documents from the National General Archives cast new light on the reconstruction of the catholicon. Reconstruction work commenced in 1831 according to the plans made by the architect Andreas Gasparis Kalandros, an army lieutenant. In the spring of the same year the monks of the monastery signed a contract with three Epirot craftsmen and applied to Governor Kapodistrias for financial support based on the budget made by Kalandros. Mentioned in the contract are the proportions of a new church, determined on the basis of the old foundations, the roofing of the edifice with three series of domes and with a central, dominant one and the building materials as well as the addition of a bell-tower. The information provided by the aforementioned documents leads to the conclusion that Kalandros, who was appointed supervisor of the construction works, had never visited the monument, therefore certain mistakes he made in the plan seem natural. The terminology employed in the contract, the form of the bell-tower and the close relations of Kalandros with the commissar of Eastern Greece, Metaxas, indicate that the architect of the Monastery of Varnakova originated from the Ionian Islands. The reconstruction of the monastery complex was completed in 1838, which is also the date of the execution of the wooden templon of the catholicon.
The term “classic” is of Roman origin and derives both from the word classis meaning order in Latin and the word classicus, applying to the Roman citizens of the upper, wealthy class. For the first time the term was used by the author of “Noctes Atticae” (XIX, 8,15) Gellio. In his text, the “scriptor classicus” means the celebrated author. Later, the term “classici” came out to indicate those prominent authors and artists that had been selected as representatives of their art by the Alexandrian scholars of the 3rd and 2nd centuries BC. In all modern European languages, the term “classic” held a dual content, meaning either the high quality of an accomplishment or creation or referring to certain historic phases that are considered as exemplary , perfect and consequently prototypes for previous and later creations. But what exactly is classic and what is not? Classic is an example of the equilibrium between perpetual movement and continuous peace. It is the challenge of infinity in harmony with the finite both in space and in time. As regards art, according to Schadewald, “classic is the work in which the artist shows his ability to conceive life as an entity and at the same time to express and render this entity in detail. The work of art or the poetic work is like a dancing group; each dancer performs his part, nevertheless the effect of the group is harmonic”. The content of classic does not apply exclusively either to aesthetics or religion or philosophy or socio-economy, since its essence and character is broader than each of these disciplines and includes them all. Finally, the achievement of the classic cannot be considered as an utopia, because it was made manifest in antiquity – the ripe fruit of the Greek concept of life at its most happy moment.
In the 6th century AD Amykli is a small settlement located in the region of Ancient Tegea, but nevertheless a fortified village and episcopate of the district. The original Byzantine church of the village was erected on the site of the ancient theatre of Tegea (Roman phase: 146-330 AD.). In the 19th century and according to contemporary travelers the church lay in ruins. In 1888 however, the architect Ziller was commissioned with the execution of the plans for the restoration of the church, the first project he undertook outside the Greek capital. In 1932 the decoration of the church with wall-paintings started, after a new restoration of the building. This challenging work was executed by Agenor Asteriades and it represents the major artistic product of the painter's career. Asteriades had a perfect knowledge of folk and byzantine tradition, therefore, both the repertoire and style he employed for the wallpaintings originate from this dual source.

Το τρενάκι του Πηλίου.
Το αφιέρωμα της Αρχαιολογίας συνοδεύει το δεύτερο Διεθνές Αρχαιολογικό Συνέδριο της Λυών (17-22 Απριλίου 1990) που οργανώνουν οι αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων της Θεσσαλίας, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών της Γαλλίας και το Πανεπιστήμιο του Μπόχουμ της Δυτικής Γερμανίας.
Aν η χριστιανική εποχή εκπροσωπείται λαμπρά από τις βασιλικές της Νέας Αγχιάλου και τα Μετέωρα, αν το Πήλιο, η Αγιά, τα Αμπελάκια, η Τσαρίτσανη διασώζουν την παραδοσιακή νεότερη αρχιτεκτονική και αν το «τραινάκι του Πηλίου» κηρύχτηκε διατηρητέο μνημείο, η ανάδειξη των μνημείων της αρχαίας Θεσσαλίας δεν είναι ικανοποιητική. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου, που κατασκευάστηκε το 1909 για να στεγάσει τις ελληνιστικές γραπτές στήλες της Δημητριάδος, εξακολουθεί να είναι το μόνο οργανωμένο Μουσείο.
«Αποτροπαϊκό προσωπείο» με χαρακτηριστική διακόσμηση της Μέσης Νεολιθικής από τη θέση Άγ. Γεώργιος 3. Πρώτο μισό 5ης χιλιετίας.
Νεολιθικός οικισμός Σέσκλου. Γραπτό αγγείο της Μέσης Νεολιθικής.
Το Σέσκλο κατοικήθηκε για πρώτη φορά στα μέσα της 7ης χιλιετίας (Προκεραμική περίοδος). Ο οικισμός εκτείνεται πάνω στο λόφο Καστράκι, που ονομάστηκε «Ακρόπολη», και στη γύρω του περιοχή. Στα οικήματα αυτής της περιόδου τοίχοι από κλαδιά και λάσπη υψώνονταν πάνω σε ελλειψοειδή αβαθή ορύγματα. Βρέθηκαν λεπίδες από πυριτόλιθο και οψιανό, πέτρινα και οστέινα εργαλεία, κοσμήματα και ειδώλια από πέτρα και πηλό.
Τα σπίτια της Αρχαιότερης Νεολιθικής Ι ήταν μονόχωρα, τετράγωνα, με λίθινο θεμέλιο, καλαμωτούς τοίχους και ξυλόπηκτη στέγη. Στην Αρχαιότερη Νεολιθική ΙΙΙ τα σπίτια έχουν τοίχους από ωμά πλιθιά και δάπεδο από πατημένο πηλό. Ως προς την κεραμική της Αρχαιότερης Νεολιθικής (6η χιλιετία), την πρώτη φάση χαρακτηρίζει η μονοχρωμία, τη δεύτερη (Πρωτοσέσκλο) η εμφάνιση των πρώτων γραπτών αγγείων και την τρίτη (Προσέσκλο) η επικράτηση των μονόχρωμων αγγείων.
Στη Μέση Νεολιθική (5η χιλιετία), ο οικισμός αποκτά πρωτοφανή έκταση και αρχιτεκτονική οργάνωση, σημειώνεται αύξηση της γραπτής κεραμικής και βελτίωση της τεχνικής του ψησίματος, μεγάλη χρήση λίθινων εργαλείων και αφθονότερη χρήση οψιανού από τη Μήλο. Σχεδόν όλα τα αρχιτεκτονικά λείψανα στον σημερινό αρχαιολογικό χώρο της «Ακρόπολης» προέρχονται από την τρίτη φάση της Μέσης Νεολιθικής (ΜΝ). Πάνω στο λόφο, κεντρικότερο κτίσμα είναι το «μέγαρο» και, πλάι του, το σπίτι του κεραμέα. Όλα τα σπίτια της ΜΝ έχουν λίθινο θεμέλιο, πλίνθινη ανωδομή και δικλινή στέγη με δοκούς σκεπασμένη με πηλό. Η γραπτή κεραμική του «πολιτισμού του Σέσκλου» είναι χαρακτηριστική, ιδίως στην ώριμη φάση της (linear style) όταν διακοσμητικές ταινίες με φλογόσχημα πέρατα περιβάλλουν το αγγείο, συνήθως λεκανίδα. Ο οικισμός στο τέλος της ΜΝ ΙΙΙ Β καταστράφηκε από πυρκαγιά.
Νεολιθικός οικισμός Διμήνι. Εγχάρακτο αγγείο της Νεότερης Νεολιθικής.
Πάνω σε χαμηλό λόφο, το Διμήνι κατοικήθηκε πρώτη φορά στη Νεότερη Νεολιθική, στο τέλος της 5ης χιλιετίας. Μοναδικό αρχιτεκτονικό στοιχείο του οικισμού είναι οι περίβολοι. Πρόκειται για έξι λιθόκτιστες, ανισοϋψείς μάντρες που κατασκευάστηκαν σταδιακά γύρω από το λόφο κατά ζεύγη. Οι δύο πρώτοι περίβολοι ορίζουν μια ευρύχωρη κεντρική πλατεία. Τέσσερις στενόμακροι διάδρομοι, που διαπερνούν όλους τους περιβόλους ακτινωτά, χωρίζουν τον οικισμό σε τέσσερα μεγάλα τμήματα. Σε κάθε τμήμα χτίζονται ανάμεσα στα ζεύγη των περιβόλων δυο τρία μεγάλα σπίτια με παράπλευρα παράσπιτα. Ανάμεσα από τα σπίτια δημιουργείται κοινόχρηστη αυλή. Αντίθετα από τον Χρ. Τσούντα, που πίστευε ότι το κεντρικό μέγαρο Α ήταν η κατοικία του «άρχοντα» και ότι οι περίβολοι σχημάτιζαν ένα οχυρωματικό σύστημα για την προστασία του, ο Γ. Χουρμουζιάδης είδε τους περιβόλους ως απλά ρυθμιστικά στοιχεία στο πλαίσιο μιας πρώιμης πολεοδομικής αντίληψης, που προσδιόριζαν τις θέσεις όπου μπορούσαν να αναπτυχθούν σπίτια.
Στην κεραμική, η φάση «Διμήνι» περιλαμβάνει «γραπτά» αγγεία, συνήθως φιάλες, και εγχάρακτα. Από την καθημερινή ζωή των κατοίκων βρέθηκαν πολλές λεπίδες από πυριτόλιθο και οψιανό, πέτρινα και οστέινα εργαλεία, πήλινα σφονδύλια και πηνία, κοσμήματα από κόκαλο, πέτρα ή κοχύλια και πολλά ανθρωπόμορφα ειδώλια.
Στην αρχή της 3ης χιλιετίας, το Διμήνι ερημώνεται σχεδόν ολοκληρωτικά. Από μεσοελλαδικό οικισμό βρέθηκαν σπίτια και κιβωτιόσχημοι τάφοι. Ιδιαίτερα σημαντικά όμως είναι τα αρχιτεκτονικά λείψανα της Υστεροελλαδικής περιόδου που αποκαλύφθηκαν στην πεδιάδα ανάμεσα στο λόφο και τη θάλασσα. Από τον μυκηναϊκό οικισμό αποκαλύφθηκαν φαρδύς δρόμος και πέντε μεγάλες ιδιωτικές κατοικίες που χρονολογούνται στην ΥΕ ΙΙΙ, στο τέλος του 12ου αιώνα π.Χ.
Σκόπελος. Χρυσή λαβή ξίφους από τον τάφο στη θέση Στάφυλος.
Στις περισσότερες από τις μυκηναϊκές θέσεις του νομού παρατηρείται μια συνέχεια από τα νεολιθικά χρόνια ως το τέλος των μυκηναϊκών ή και πέρα από αυτό. Το καλύτερο παράδειγμα αδιάσπαστης συνέχειας προσφέρουν οι Φερές. Κάτω από το ναό του Θαυλίου Δία του 4ου αιώνα π.Χ., που ανασκάφηκε ΒΔ της μαγούλας Μπακάλη, αποκαλύφθηκαν ίχνη παλαιότερων ιερών, του 6ου, του 7ου και 8ου αιώνα π.Χ., καθώς και κεραμική μυκηναϊκής περιόδου και ειδώλια, γεγονός που δηλώνει συνέχεια στη λατρεία. Από την πολύ εκτεταμένη μυκηναϊκή πόλη βρέθηκαν λείψανα μυκηναϊκών σπιτιών, θαλαμοειδής τάφος με αγγεία της ΥΕ Ι και ΥΕ ΙΙ, κεραμικός κλίβανος κ.ά.
Άλλες μυκηναϊκές θέσεις στο νομό είναι η Πέτρα, η Μαγούλα Αϊδινιώτικη, η Μαγούλα Αλμυριώτικη, τα Ζερέλια, ο Κάτω Μαυρόλοφος, ο Πτελεός, όπου αποκαλύφθηκαν πέντε θολωτοί τάφοι, η Πύρασος, οι Φθιώτιδες Θήβαι, η Φυλάκη, η θέση «Κεφάλα» στη Σκιάθο και η θέση «Στάφυλος» στη Σκόπελο.
Στην περιοχή του Βόλου αναπτύχθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα τρεις οικισμοί. Στα «Παληά» στο Κάστρο του Βόλου αποκαλύφθηκε μυκηναϊκό «ανάκτορο» της ΥΕ ΙΙΙΒ περιόδου, ενώ βρέθηκαν ειδώλια του τύπου Ψ και Φ της ΥΕ ΙΙΙB-C και όστρακα αγγείων με παραστάσεις πολεμιστών της ΥΕ ΙΙΙC. Υπομυκηναϊκά και πρωτογεωμετρικά λείψανα προηγούνταν των μυκηναϊκών, ανάμεσά τους, παιδικοί πρωτογεωμετρικοί τάφοι.
Στο Διμήνι, ήδη από το 1886, 300 μ. ΝΔ από το λόφο με τον νεολιθικό οικισμό, είχε ανασκαφεί μεγάλος θολωτός τάφος της ΥΕ ΙΙΙ Α2 περιόδου με διάμετρο 8,50 μ., γνωστός ως Λαμιόσπιτο. Στο εσωτερικό της θόλου είχε χτιστεί λάρνακα από άψητες πλίνθους. Στα ευρήματα περιλαμβάνεται θησαυρός από χρυσά κοσμήματα, χάντρες, περιδέραια από υαλόμαζα, ελεφαντοστέινα εξαρτήματα και χάλκινα όπλα. Δεύτερος, συλημένος θολωτός τάφος της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου με διάμετρο 8,30 μ., αποκαλύφθηκε στη ΒΔ πλευρά του λόφου. Φέρει και αυτός ανακουφιστικό τρίγωνο πάνω από το υπέρθυρο κι έχει εσωτερικά κτιστή λάρνακα από πλακαρές πέτρες. Στη διάρκεια των ανασκαφών του νεολιθικού οικισμού βρέθηκαν στο λόφο δύο κιβωτιόσχημοι τάφοι με κτερίσματα της ΥΕ ΙΙΙΑ2 περιόδου, πήλινα ειδώλια σε σχήμα Φ, γραπτή ραμφόστομη πρόχους, σφαιρικό αλάβαστρο, χειροποίητο matpainted αγγείο και δύο θήλαστρα με γραμμικό διάκοσμο. Το 1980, στην πεδιάδα ανάμεσα στο λόφο και τη θάλασσα, ήρθε στο φως φαρδύς δρόμος και πέντε μεγάλες ιδιωτικές οικίες. Αυτό το εκτεταμένο μυκηναϊκό κέντρο, που κατοικήθηκε τουλάχιστον από την ΥΕ ΙΙΙΑ και εγκαταλείφθηκε στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ περιόδου, συνδέεται με το μεγάλο μυκηναϊκό ανάκτορο στο λόφο με τα νεολιθικά λείψανα. Οι δύο θολωτοί τάφοι είναι ασφαλώς βασιλικοί ενώ δεν αποκλείεται η ταύτιση αυτού του κέντρου με την Ιωλκό.
Στη χερσόνησο Πευκάκια απέναντι από το Βόλο, θέση που ο Δ.Ρ. Θεοχάρης είχε ταυτίσει με τη μυκηναϊκή Νήλεια, παρατηρήθηκε συνεχής κατοίκηση από τη Νεότερη Νεολιθική ως την ΥΕ ΙΙΙΒ. Εισαγμένα ευρήματα αποκαλύπτουν πως ο εμπορικός σταθμός συνέδεε την ενδοχώρα με την Τροία, τα Βαλκάνια, τις Κυκλάδες. Πάνω από τα μεγαροειδή και αψιδωτά μεσοελλαδικά σπίτια βρέθηκε νεκροταφείο με κιβωτιόσχημους τάφους και προέκτασή του με χτιστούς ορθογώνιους τάφους με είσοδο.
Κάνθαρος από τη Λαμία.
Η Θεσσαλία, ταυτισμένη αρχαιολογικά με τον νεολιθικό πολιτισμό, είχε καταχωρηθεί στην περιφέρεια του μυκηναϊκού κόσμου μέχρις ότου τα πρόσφατα ευρήματα την αναδείξουν σε σημαντικό τμήμα του. Παίρνοντας τον Όμηρο κατά γράμμα, στην κοιλάδα του Σπερχειού, ανάμεσα στη Θεσσαλία και τη Φωκίδα, πρέπει να αναζητηθεί το βασίλειο του Αχιλλέα. Από σωστικές κυρίως ανασκαφές προήλθαν ευρήματα που επιτρέπουν την εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων για την Ύστερη Εποχή του Χαλκού και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου στην κοιλάδα. 1. Ο Όμηρος αλλά και μεταγενέστερες γραπτές πηγές πρέπει να θεωρηθούν αξιόπιστοι μάρτυρες της παρουσίας Μυκηναίων εδώ. 2. Τα μέχρι στιγμής μυκηναϊκά ευρήματα συντονίζονται με τις εξελίξεις της τέχνης που γνωρίζουμε και από τη Θεσσαλία και από το νότο. 3. Η κεραμική και οι τύποι των κοσμημάτων της Πρωτογεωμετρικής εποχής δείχνουν στενότερη σχέση με τη Θεσσαλία. 4. Στη Μυκηναϊκή εποχή, η ταφική πρακτική, όμοια με εκείνη της νοτιότερης Ελλάδας, είναι οι θαλαμωτοί οικογενειακοί τάφοι που ανοίγονταν για κάθε νέο νεκρό της οικογένειας. Εξαίρεση αποτελεί στη Γλύφα ταφικός τύμβος με κιβωτιόσχημους τάφους που, αντίθετα, είναι συνηθισμένο φαινόμενο στη Θεσσαλία. 5. Στην Πρωτογεωμετρική εποχή ποικίλοι είναι οι τάφοι που χρησιμοποιούνται: παλιοί μυκηναϊκοί θαλαμωτοί τάφοι (Μπικιόρεμα) ή νέοι (Λαμία), μεγάλοι πίθοι πλαγιασμένοι (Συκά Υπάτης), κιβωτιόσχημοι και λακκοειδείς (Στυλίδα). Ίσως την προτίμηση καθόριζε η οικογενειακή ή φυλετική παράδοση. 6. Σε όλες τις περιπτώσεις που οι σκελετοί βρέθηκαν στη θέση τους, τόσο σε μυκηναϊκές όσο και σε πρωτογεωμετρικές ταφές, φαίνεται ότι οι νεκροί είχαν ταφεί συνεσταλμένοι.
Πήλινο τεφροδόχο με καμένα κόκαλα.
Από τους χαμηλούς ταφικούς τύμβους που απλώνονται σε αρχαϊκό νεκροταφείο έκτασης μεγαλύτερης των 600 στρεμμάτων, έχουν ανασκαφεί δύο, στο «Ξηρόρεμα» και στα «Καραέρια». Στο Ξηρόρεμα, ψηλότερα από τους αρχαϊκούς τάφους (τέλος 7ου αιώνα), είχαν προστεθεί έξι τάφοι των κλασικών χρόνων. Και στους δύο τύμβους, οι τάφοι απλώνονται με ακτινωτή διάταξη προς το κέντρο τους. Οι τάφοι των δύο τύμβων ήταν αβαθείς λάκκοι με σχήμα εσωτερικά ορθογώνιο ή ελλειψοειδές και εξωτερικά σχεδόν πεταλόσχημο. Κάποιοι είχαν τοιχώματα από ασβεστολιθικές πλάκες, άλλοι από εσωτερική ξερολιθιά και εξωτερική επένδυση από πλάκες. Η επικάλυψη γινόταν πρόχειρα με μεγάλες ασβεστολιθικές πλάκες. Στον πυθμένα των τεφροδόχων αγγείων είχαν τοποθετηθεί τα καμένα κόκαλα των νεκρών και πάνω τους τα κτερίσματα. Τα χάλκινα τεφροδόχα ήταν απλοί λέβητες και τα πήλινα, κυρίως αμφορείς, κρατήρες και υδρίες, ήταν διακοσμημένα με άνθη, ταινίες, γιρλάντες ή και υδρόβια πτηνά. Τα πήλινα αγγεία μιμούνται στη διακόσμηση αττικά θέματα των ύστερων γεωμετρικών χρόνων ή σε σχήμα και διακόσμηση μιμούνται τα αντίστοιχα κορινθιακά. Από τα σιδερένια όπλα, που συνολικά ξεπερνούν τα 650, οι μάχαιρες, τα μαχαιρίδια και οι αιχμές των δοράτων έχουν βρεθεί και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας αλλά τα μεγάλα ξίφη ανήκουν σε ντόπια παραλλαγή του τύπου Naue II. Το πιο αναπάντεχο εύρημα όμως ήταν τα σιδερένια μέρη τριών αρμάτων που βρέθηκαν στον τύμβο Καραέρια και προέρχονται από τετράτροχες άμαξες μεταφοράς γεωργικών προϊόντων. Άλλωστε, ο τύμβος Καραέρια περιέχει μόνο ανδρικές ταφές, πρόκειται δηλαδή για πολυάνδριο.
Η στήλη του Θεότιμου.
Η πρώιμη ιστορία της Λάρισας χάνεται στην αχλύ αβέβαιων παραδόσεων. Γνωρίζουμε ότι οι λίγες αριστοκρατικές οικογένειες των γαιοκτημόνων κυβέρνησαν την πόλη για αιώνες συμπεριλαμβάνοντας στην ατομική τους περιουσία τους «πενέστες»», τους δούλους που αποτελούσαν τη μάζα του λαρισαϊκού πληθυσμού. Ελεύθεροι πολίτες ήταν οι ιδιοκτήτες μικρής αγροτικής γης, οι τεχνίτες και οι έμποροι. Η Λάρισα, όπως και οι άλλες θεσσαλικές πόλεις, διέκριναν την εμπορική από την «ελεύθερη αγορά», που στέγαζε τους ναούς, τα δημόσια οικοδομήματα και τις κατοικίες των αρχόντων, ενώ η είσοδος σε αυτή ήταν απαγορευμένη στους αγρότες, τους χειρώνακτες και τους τεχνίτες. Πρωτεύουσα της Πελασγιώτιδας, μιας από τις τέσσερις θεσσαλικές τετραρχίες, και έδρα της νομισματικής και πολιτικής ένωσης των Θεσσαλών τον 6ο και 5ο αιώνα π.Χ., η Λάρισα παρέμεινε τον 4ο αιώνα έδρα του «Κοινού» των Θεσσαλών. Τους δύο πρώτους αιώνες, επί της ταγείας των Αλευάδων, η Λάρισα αναδείχθηκε σε πρώτη δύναμη στη Θεσσαλία. Από το 404 π.Χ. όμως ως το 354 π.Χ., οπότε ο Φίλιππος ο Β΄ επενέβη δραστικά, οι Λαρισαίοι υπέστησαν την εξουσία σειράς Φεραίων τυράννων. Από το 197 π.Χ., όταν αρχίζει η Ρωμαιοκρατία στη Θεσσαλία, η Λάρισα είναι έδρα των ρωμαϊκών στρατευμάτων και έδρα του νέου Κοινού των Θεσσαλών που συγκροτήθηκε από τους Ρωμαίους. Μετά τον Αύγουστο αρχίζει η παρακμή της πόλης.
Τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι λιγοστά σε μια πόλη που κατοικήθηκε στην ίδια θέση για αιώνες. Τα τείχη, κατασκευασμένα από ωμά πλιθιά, δεν σώθηκαν. Από το ναό του Κερδώου Απόλλωνα, όπου στήνονταν τα ψηφίσματα της πόλης, βρέθηκαν σπόνδυλοι δωρικών κιόνων και τεράστια δωρικά κιονόκρανα. Πολυάριθμα αρχιτεκτονικά μέλη εντοιχισμένα στο τούρκικο Μπεζεστένι, πιθανόν προέρχονται από το ναό της Πολιάδος Αθηνάς των κλασικών χρόνων, όπου τοποθετούνταν οι αποφάσεις του Κοινού των Θεσσαλών. Οι σωστικές ανασκαφές αποκάλυψαν συγκροτήματα πολλών κατοικιών ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, δομημένων με το «ιπποδάμειο»σύστημα. Σε πολυτελή κατοικία του τέλους του 3ου αιώνα π.Χ. βρέθηκε το παλαιότερο ψηφιδωτό δάπεδο της Θεσσαλίας. Στους ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη απόκτησε πλήρες δίκτυο αποχέτευσης.
Το πρώτο από τα δύο αρχαία θέατρα υπέστη στους ρωμαϊκούς χρόνους αλλοιώσεις και μετατράπηκε σε αρένα για την τέλεση θηριομαχιών και μονομαχικών αγώνων. Στο δεύτερο θέατρο, εκτός από θεατρικές παραστάσεις, φαίνεται πως τελούνταν αγώνες φιλολογικοί, χορευτικοί και μουσικοί στη μεγάλη πανθεσσαλική γιορτή της Λάρισας, τα «Ελευθέρια», προς τιμήν του Ελευθερίου Διός.
Στα νεκροταφεία που εκτείνονται περιμετρικά γύρω από την πόλη και χρονολογούνται στα κλασικά, ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια, εμφανίζονται τα εξής είδη τάφων: μαρμάρινες μονολιθικές σαρκοφάγοι, κιβωτιόσχημοι, κεραμοσκεπείς, πήλινες λάρνακες, οστεοθήκες, κτιστοί με τούβλα, ταφικοί πίθοι και ανοιχτές ταφές.
Τα ερείπια του ναού του «Θαυλίου Διός». Άποψη από ΝΑ.
Σε «σημαντικό κέντρο των συγκοινωνιών» αναδείχθηκαν οι αρχαίες Φέρες χάρη στη θέση τους. Λείψανα αρκετών προϊστορικών οικισμών βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή σε χαμηλούς γήλοφους ή μικρά υψώματα, τις «μαγούλες». Στις αρχές της Πρωτοχαλκής περιόδου όμως, η ίδια η θέση των Φερών, φυσικό οχυρό και με τα νερά της Υπέρειας Κρήνης, προσήλκυσε τους πρώτους κατοίκους. Ο πυρήνας αυτού του οικισμού είναι η «Μαγούλα Μπακάλη». Η εξαιρετικής ποιότητας κεραμική από τη Μεσοχαλκή περίοδο μαρτυρεί ήδη μιαν ακμή που θα κορυφωθεί στα μυκηναϊκά χρόνια. Εδώ ανήκουν ο Άδμητος και η Άλκηστη, και ο γιος τους Εύμηλος. Αλλά και οι λαξευτοί θαλαμοειδείς τάφοι που αποκαλύφθηκαν. Η επόμενη φάση ακμής θα σημειωθεί στους κλασικούς χρόνους. Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. η πόλη κόβει τα πρώτα αργυρά νομίσματα. Στο τέλος του αιώνα αποκτά τυραννίδα. Ως τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., οπότε η πόλη θα βρεθεί υπό την κυριαρχία των Μακεδόνων, οι τύραννοι κατορθώνουν να αναλάβουν την ηγεσία του Κοινού των Θεσσαλών. Οι Ρωμαίοι θα επανιδρύσουν το Κοινό στο οποίο οι Φέρες θα καταλάβουν και πάλι ηγετική θέση.
Από τον 13ο αιώνα μ.Χ. και μετά, η θέση των Φερών ονομάζεται Βελεστίνο. Ο ομώνυμος οικισμός θα ακμάσει από την Τουρκοκρατία ως σήμερα. Ο Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής σημείωσε πολλά από τα μνημεία της ιδιαίτερης πατρίδας του σε ένα είδος τοπογραφικού σχεδίου που ενέταξε στη «Χάρτα της Ελλάδος» (τέλη του 18ου αιώνα). Από τις αρχαίες Φέρες αποκαλύφθηκαν ερείπια του τείχους των κλασικών χρόνων, τα ερείπια του ναού του «Θαυλίου Διός» του 4ου αιώνα π.Χ., και εντυπωσιακά πολλοί κεραμικοί κλίβανοι διαφόρων εποχών. Πλούσια κτερισμένοι και φροντισμένοι κιβωτιόσχημοι τάφοι σε τύμβο του ΒΔ νεκροταφείου των Φερών διατήρησαν σε πολύ καλή κατάσταση κτερίσματα από οργανικές ύλες.
Γραπτή στήλη δυο πολεμιστών.
H Δημητριάδα οφείλει το όνομά της στον Δημήτριο τον Πολιορκητή που την ίδρυσε το 293/92 π.Χ. Δύο οικισμοί από το τέλος της Νεότερης Νεολιθικής εποχής δίνουν στην περιοχή το ιστορικό της βάθος. Από την Πρώιμη και Μέση Χαλκοκρατία βρέθηκαν μεγαροειδείς οικίες και κεραμική. Πριν από τη Δημητριάδα, στην περιοχή είχαν ακμάσει οι Παγασές, στη θέση πιθανόν όπου βρέθηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα σπιτιών με υστεροαρχαϊκή κεραμική και νεκροταφείο της κλασικής εποχής.
Το 194 π.Χ. οι Ρωμαίοι ιδρύουν το Κοινό των Μαγνήτων και η Δημητριάδα γίνεται πρωτεύουσά του. Το 168 π.Χ. η Ρωμαϊκή Σύγκλητος ανακηρύττει τους Μάγνητες ανεξάρτητους και απαιτεί να κατεδαφιστούν τα τείχη της Δημητριάδας. Στο μιθριδατικό πόλεμο (88-86 π.Χ.) όμως, τα παράλια της Μαγνησίας λεηλατούνται και οι Δημητριείς, ενισχύοντας τα τείχη τους, χρησιμοποιούν ως οικοδομικό υλικό τις γραπτές επιτύμβιες στήλες της κάτω νεκρόπολης. Οι στήλες, που έτσι διατήρησαν τα χρώματά τους, μας πληροφορούν για την τεχνική της μεγάλης ζωγραφικής, τη διακίνηση ξένων στην πόλη, την τοπική λατρεία.
Το α΄ μισό του 3ου αιώνα π.Χ., κτίστηκε ένα οχυρωμένο «Ανάκτορο», με άνδηρα και ισχυρά τείχη, και με περίστυλη αυλή με δωρικούς κίονες. Εδώ, όπου και η Ιερή Αγορά και ο ναός της Άρτεμης Ιωλκίας, πάλλεται η καρδιά της πόλης. Απέναντι από το Ανάκτορο κτίστηκε το Θέατρο και σε λόφο ψηλότερά του το Ιερό ή Ηρώο.
Η βασιλική Α «της Δαμοκρατίας», από το όνομα της δωρήτριας των ψηφιδωτών, γνώρισε πέντε οικοδομικές φάσεις (αρχή 4ου-τέλη 6ου αιώνα). Βρέθηκαν επίσης κοσμικό αψιδωτό κτήριο με ψηφιδωτό δάπεδο και μικρό λουτρικό κτίσμα. Στην περιοχή του νότιου λιμανιού, βρέθηκε κοιμητηριακή βασιλική του τέλους του 4ου αιώνα με ψηφιδωτά στο δάπεδο του πρεσβυτερίου.
Τμήμα του δυτικού σκέλους του τείχους.
Νότια από τη Λάρισα και μπροστά στο επίμηκες ανατολικό τμήμα της δυτικής θεσσαλικής πεδιάδας, η αρχαία Φάρσαλος έλεγχε από τη θέση της τους δρόμους επικοινωνίας με τη Νότια Ελλάδα. Γενέτειρα του Αχιλλέα, σε περιοχή με συνεχή κατοίκηση από τη Νεολιθική εποχή, η Φάρσαλος ευημερούσε κατά τους αρχαϊκούς χρόνους, έκοψε δικά της νομίσματα πριν από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., κι έφτασε στο απόγειο της ακμής της μετά τα μέσα του 4ου αιώνα, στα χρόνια της κατάληψης της Θεσσαλίας από τους Μακεδόνες.
Η συνολική περίμετρος του τείχους της δεν πρέπει να ξεπερνούσε τα 5 χλμ. ενώ η ακρόπολη ήταν τειχισμένη χωριστά. Το ευάλωτο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης προστατευόταν με 11 πύργους, έναντι των επτά που σώζονται στο υπόλοιπο τμήμα του τείχους. Στους άξονες των κεντρικών δρόμων επικοινωνίας με τις γύρω περιοχές ανοίγονταν οι κύριες πύλες του τείχους.
Ο ντόπιος τεφρός–σκουρότεφρος ασβεστόλιθος αποτέλεσε την πρώτη ύλη για την κατασκευή του τείχους. Ο τρόπος δόμησης στο μεγαλύτερο τμήμα του είναι το ισόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα. Σε τμήμα του ανατολικού σκέλους χρησιμοποιήθηκε το πολυγωνικό σύστημα (α΄ μισό του 5ου αιώνα π.Χ.) που έχει κτιστεί πάνω σε τείχος του 6ου αιώνα π.Χ., κατασκευασμένο από ακανόνιστους ογκόλιθους τοποθετημένους τυχαία. Το ισόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα χρονολογείται στις πρώτες δεκαετίες του 4ου αιώνα π.Χ. Τέλος, το νοτιοδυτικό σκέλος του τείχους που έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με το έμπλεκτο σύστημα ανήκει στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.
Ασημένια σκουλαρίκια από το νεκροταφείο της Αργιθέας (4ος αι. π.Χ.).
Τα χωριά της ανατολικής και δυτικής Αργιθέας στα ορεινά του νομού Καρδίτσας αποτελούσαν στην αρχαιότητα τμήμα της Αθαμανίας. Η Αθαμανία, περιοχή της κεντρικής Πίνδου, περιλάμβανε τη νοτιοανατολική Ήπειρο στο χώρο που καλύπτουν τα Αθαμανικά όρη (Τζουμέρκα) και τη δυτική ορεινή Θεσσαλία, όπου μια σειρά κορυφών της Πίνδου σχηματίζει «ορεινό τείχος» ανάμεσα στην Αθαμανία και τη Θεσσαλία. Το τοπίο της χώρας των Αθαμάνων καθιστούσε την περιοχή ιδανική για κτηνοτροφία. Ανάμεσα στις μεγάλες περιοχές της Αιτωλίας, της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, οι δρόμοι που εξασφάλιζαν την επικοινωνία της Αθαμανίας την καθιστούσαν και, στρατηγικά, θέση–κλειδί στην κεντρική Ελλάδα.
Ο Απολλόδωρος μάς πληροφορεί ότι ο τόπος οφείλει την ονομασία του στον βασιλιά Αθάμα. Οι περισσότεροι ερευνητές θεωρούν τους Αθαμάνες ελληνικό φύλλο που εγκαταστάθηκε ανάμεσα στη Θεσσαλία και την Ήπειρο τη 2η χιλιετία π.Χ. Για την προϊστορική περίοδο δεν έχουν βρεθεί αρχαιολογικά στοιχεία. Οι Αθαμάνες εμφανίζονται στα κοινά των Ελλήνων γύρω στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. και κατά καιρούς θα συμμαχήσουν με τους Λακεδαιμόνιους, τους Αθηναίους, τους Μακεδόνες αλλά θα στραφούν και εναντίον τους. Μακεδονική επαρχία το 191 π.Χ., η Αθαμανία το 168 π.Χ. δήλωσε υποταγή στη Ρώμη. Ως το 175 π.Χ. περίπου, οπότε οργανώνονται σε Κοινό, οι Αθαμάνες είχαν κληρονομική βασιλεία με πιο ονομαστό τους βασιλιά τον Αμύνανδρο. Βασική λατρευτική τους θεότητα ήταν η Διώνη. Λάτρευαν ακόμη την Αθηνά, τον Δία, την Αφροδίτη και τον Απόλλωνα.
Τα ερείπια οικισμών και οχυρών των ιστορικών χρόνων που συνήθως βρίσκονται κατά μήκος αρχαίων δρόμων και διαβάσεων δύσκολα μπορούν να ταυτιστούν με τις πόλεις που αναφέρει ο Τ. Λίβιος. Η Αργιθέα, πιθανότατα πρωτεύουσα της Αθαμανίας, τοποθετείται κοντά στο χωριό Αργιθέα (Κνίσοβο). Ερευνητές και περιηγητές έχουν επιχειρήσει να ταυτίσουν τη Θευδορία ή Θεοδωρία, την Τετραφυλία, την Ηράκλεια, τη Χαλκίδα, το Πότναιο ή Πότνειο, το Αθήναιο και την Αιθιοπία ή Εθοπία. Κοντά στη θέση «Παλαιόκαστρο» του χωριού Πετρωτό, όπου βρέθηκαν ερείπια ελληνιστικού οχυρού, στη θέση «Πουρναράκια», αποκαλύφθηκε τμήμα του νεκροταφείου του οχυρού με κιβωτιόσχημους τάφους και κτερίσματα αιχμές δοράτων, ξίφος, αγγεία, νομίσματα, χάλκινες διπλές περόνες. Στο χώρο της αρχαίας Αργιθέας αποκαλύφθηκε αναλημματικός τοίχος, τοίχοι οικιών και σημαντικό τμήμα του ανατολικού νεκροταφείου της πόλης, ενώ εντοπίστηκε και άλλο νεκροταφείο στη δυτική πλευρά. Οι κιβωτιόσχημοι τάφοι χρονολογούνται από τον 4ο ως τον 1ο αιώνα π.Χ. Οι κτερισμένοι τάφοι περιέχουν αγγεία, λυχνάρια, υφαντικά βάρη, νομίσματα, ξίφη, αιχμές δοράτων, μαχαίρια, πόρπες, περόνες, σκουλαρίκια κ.ά. κοσμήματα. Σε δύο επιγραφές αναφέρονται τα ονόματα Σταθμοννώ και Κρατείας.
Στο θεσσαλικό κάμπο: κόβεται το χορτάρι για τα ζώα (φωτ. Δ. Λέτσιου).
Στον 2ο αιώνα μ.Χ., τη Θεσσαλία ζωντανεύουν μόνο τα αστικά κέντρα Λάρισα, Υπάτη, Δημητριάς και οι Φθιώτιδες Θήβες, λαμπρό χριστιανικό κέντρο που θα καταστρέψουν τον 7ο αιώνα οι Βελεγιζίται, ένα από τα σλαβικά φύλα που επέδραμαν στη Θεσσαλία για πάνω από τρεις αιώνες. Τον 10ο αιώνα οι Θεσσαλοί υποφέρουν από τις βουλγαρικές επιδρομές, τον 11ο αιώνα εμφανίζονται οι Βλάχοι ή Κουτσόβλαχοι, και στα τέλη του αιώνα αλλεπάλληλες είναι οι επιδρομές των Νορμανδών. Συγχρόνως, η ίδρυση αποικιών από Εβραίους, Βενετούς, Πισάτες και Γενουάτες δημιουργεί αξιόλογη εμπορική κίνηση στα λιμάνια του Παγασητικού. Τη Φραγκοκρατία στη Θεσσαλία (1204-1222) διαδέχθηκε η δεσποτεία διαφόρων βυζαντινών ευγενών. Έχοντας από το 1309 δοκιμάσει την κυριαρχία των Καταλανών, η Θεσσαλία θα ξαναγίνει βυζαντινή επαρχία το 1333 αλλά όχι για πολύ.
Το 1348 ολοκληρώνεται η κατάκτησή της από τους Σέρβους που, αναγνωρίζοντας χρυσόβουλλα και άλλα δημόσια έγγραφα, κατοχύρωσαν τις γαιοκτησίες των θεσσαλών αρχόντων και την εκκλησιαστική περιουσία. Επί Τουρκοκρατίας, προκειμένου να κατοχυρώσουν τις περιουσίες τους οι άρχοντες αλλαξοπίστησαν και οι χιλιάδες Τούρκοι που μεταφέρθηκαν από το Ικόνιο καλλιεργούσαν τα κτήματά τους ως δουλοπάροικοι. Προνόμια επέτρεψαν σε ορισμένες κοινότητες να ακμάσουν (Μηλιές, Ζαγορά, Τύρναβος, Αμπελάκια, Ραψάνη, Τσαρίτσανη κ.ά.). Η Θεσσαλία προσαρτήθηκε στο ελληνικό κράτος το 1881.
Φθιώτιδες Θήβες (Νέα Αγχίαλος). Βασιλική Μαρτυρίου. Λεπτομέρεια ψηφιδωτού δαπέδου από το νάρθηκα.
Από πολύ νωρίς διαδόθηκε ο χριστιανισμός στη Θεσσαλία που μόλις το 732-733 μ.Χ. πέρασε στη δικαιοδοσία του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως όντας νωρίτερα, ως μέρος του ανατολικού ιλλυρικού, στη δικαιοδοσία του Πάπα Ρώμης. Διάσπαρτα είναι τα παλαιοχριστιανικά κτήρια, κυρίως βασιλικές. Τέσσερις βασιλικές, οι τρεις με ψηφιδωτά δάπεδα, εντοπίστηκαν στο νομό Τρικάλων. Στο νομό Καρδίτσας, τρίκλιτη βασιλική ελληνιστικού τύπου, χτίστηκε πάνω σε ιερό της Αθηνάς, ενσωματώνοντας αρχαίο υλικό στην τοιχοδομία της. Τέσσερις είναι οι βασιλικές στο νομό Λάρισας. Στο χώρο της βασιλικής του Φρουρίου βρέθηκαν πολλοί τάφοι, ο πρώτος από τους οποίους ανήκει πιθανόν στον Άγιο Αχίλλειο, πρώτο αρχιεπίσκοπο Λάρισας. Περιστέρι με κλαδί ελιάς μέσα σε κύκλο ήταν το κεντρικό θέμα του ψηφιδωτού δαπέδου στο νάρθηκα της βασιλικής Ελασσόνας. Κατά την αποκόλλησή του αποκαλύφθηκαν τάφοι καλυβίτες και δίδυμος καμαροσκεπής. Βρέθηκαν επίσης παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο, δεξαμενή και ένα αστικό κτίσμα του 7ου αιώνα μ.Χ. με μεγάλο ψηφιδωτό δάπεδο. Εικονίζονται ο Διόνυσος και μορφές που σχετίζονται με τη λατρεία του, ο Πάνας, σκηνές κυνηγιού και προσωποποιήσεις των τεσσάρων εποχών, θέματα «εθνικών», απομονωμένα ανάμεσα στα ψηφιδωτά δάπεδα των βασιλικών με τα γεωμετρικά σχήματα, τα παγόνια και τα πουλιά που πάνε να πιουν από το «ύδωρ της ζωής», τα λίγα φυτικά μοτίβα. Τα σημαντικότερα και περισσότερα παλαιοχριστιανικά μνημεία της Μαγνησίας αποκαλύφθηκαν στις Φθιώτιδες Θήβες (Νέα Αγχίαλος) και στη Δημητριάδα. Το μεγαλύτερο μνημείο της Νέας Αγχιάλου είναι το συγκρότημα τριών επάλληλων βασιλικών «του Αρχιερέως Πέτρου» που καταλαμβάνουν χώρο 7.000 τ.μ. έχοντας κτιστεί πάνω σε μυκηναϊκά και υστερορρωμαϊκά ερείπια. Άλλες βασιλικές είναι του Αγίου Δημητρίου, του Επισκόπου Ελπιδίου, η βασιλική Μαρτυρίου, οι βασιλικές Ε΄και Θ΄, μια κοιμητηριακή βασιλική, τρίκλιτος ιδιότυπος ναΐσκος, υπόκαυστα, ιδιωτική έπαυλη, παλαίστρα και γυμνάσιο, πλακόστρωτη λεωφόρος, βαπτιστήριο, «επισκοπικό μέγαρο», νεκροταφείο, συγκρότημα δημοσίων κτηρίων και μεγάλο κτήριο με ψηφιδωτά δάπεδα. Στην αρχαία Δημητριάδα βρέθηκε η βασιλική της Δαμοκρατίας, κοσμικό αψιδωτό κτήριο και κοιμητηριακή βασιλική. Στον Βόλο αποκαλύφθηκαν τμήματα του τείχους, βασιλική, λουτρό και νεκροταφείο. Βασιλικές και άλλα παλαιοχριστιανικά λείψανα βρέθηκαν και σε άλλες πόλεις και οικισμούς (Πλατανίδια, Λάι, Θεοτόκου, Χόρτο, Λεφόκαστρο, Μηλίνα και Ολιζών) και, από τις Βόρειες Σποράδες, στη Σκιάθο, τη Σκόπελο και την Αλόννησο.
Στρατιωτικός Άγιος.
Τα πρώτα δείγματα βυζαντινής αγιογραφίας ανήκουν στον 10ο αιώνα και βρίσκονται στο ναό της Παναγίας, στην επαρχία Αγιά του νομού Λαρίσης. Στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Καλαμπάκα, οι άγιοι Βλάσιος, Πολύκαρπος Σμύρνης και Φωκάς αποδίδονται με τρόπο που προδίδει προ-παλαιολόγεια τέχνη στα τέλη του 12ου αιώνα. Ο ζωγραφικός διάκοσμος στο ναΐδριο της Ζωοδόχου Πηγής ή της Παναγίας Δούπιανης, τόπο τέλεσης της κυριακάτικης λειτουργίας για τους αναχωρητές των Μετεώρων, χρονολογείται στα τέλη του 12ου ή στις αρχές του 13ου αιώνα. Κοντά στα Τρίκαλα, ιδρύθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα ο ναός της «Πόρτα-Παναγιάς» ως το Καθολικό της μονής των «Μεγάλων Πυλών». Της ίδιας εποχής είναι η πρώτη φάση των τοιχογραφιών του και τα εντοίχια ψηφιδωτά, μοναδικά σε όλη τη Θεσσαλία. Ο 14ος αιώνας εκπροσωπείται από τη μονή της Παναγίας της Ολυμπιωτίσσης στην Ελασσόνα και εκείνη της Υπαπαντής των Μετεώρων. Ο τοιχογραφικός τους διάκοσμος εικονογραφεί δύο αντίρροπα ρεύματα. Η μονή της Παναγίας επιλέγει την τέχνη των Παλαιολόγων, την ονομαζόμενη «μακεδονική σχολή». Στη μονή της Υπαπαντής παραμένει η αρχαϊκή τεχνοτροπία, ρεύμα συντηρητικό που καλλιέργησαν κυρίως οι μοναχοί.
Η ζωγραφική του 16ου αιώνα, ακρογωνιαίος λίθος της ιστορίας της θρησκευτικής τέχνης, τροφοδότησε όλη τη μεταβυζαντινή τέχνη της Θεσσαλίας. Οι μονές των Μετεώρων, του Αγίου Βησσαρίωνος, της Παναγίας της Κορώνας, της Παναγίας της Άνω Ξενίας, του Αγίου Βασιλείου της Ρεντίνας, της Πέτρας, της Παναγίας της Σπηλιάς, οι ναοί των Αγράφων, των Χασίων, των Αντιχασίων, του Τυρνάβου κ.ά. αγιογραφούνται από δόκιμους ζωγράφους όπως ο Θεοφάνης ο Κρητικός και ο Τζώρτζης ο Κωνσταντινουπολίτης.
Οι αδελφοί Μόσχος και Φράγκος Στραβοένογλου, κτήτορες της Μονής Ρεντίνας (1662).
Τα Άγραφα, με το ειδικό καθεστώς αυτοδιοίκησης που τους παραχωρήθηκε από τις αρχές του 15ου αιώνα, γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Οι παραστάσεις κτητόρων αλλά και το πλήθος των αρχόντων στις κτητορικές επιγραφές σε περιοχές μάλιστα με ισχυρές οικογένειες, εντάσσει τις μορφές αυτές στη βυζαντινή παράδοση του 14ου και του 15ου αιώνα.
Από τις έντεκα παραστάσεις κτητόρων, οι εννέα είναι λαϊκοί. Στη Μονή Κορώνας (1587) παριστάνεται ο κτήτωρ Ανδρέας Μπούνος με πολυτελή ενδυμασία, όπως και ο κτήτορας της γειτονικής μονής Πέτρας (1625) που πιθανόν ταυτίζεται με τον Παναγιώτη Κουσκουλά ή Μορφέση. Ο ίδιος σε μεγάλη ηλικία εμφανίζεται και στην επιγραφή της τοιχογράφησης (1646) του ναού της Ζωοδόχου Πηγής Μεσενικόλα. Το 1644 στη Μονή Βλασίου ζωγραφίστηκαν οι κτήτορες Γεώργιος Γραμματικός κι ο γιος του Κωνσταντίνος που ανήκαν στο «επίσημο γένος των Σλουτζιάριδων». Οι κτήτορες της Μονής Ρεντίνας (1662), τα αδέλφια Μόσχος και Φράγκος Στραβοένογλου, άρχοντες κι αυτοί, έχουν ενδυμασίες εξίσου πολυτελείς με εκείνες των κτητόρων της Μονής Βλασίου. Πιο απλά ντυμένοι είναι ο άρχοντας Θεοδόσιος Τζιοπέλης, κτήτωρ της Μονής Σπινάσας (1651), και ο ανώνυμος κτήτωρ του ναού του Χριστού στο Πετρίλιο (1662) που εικονίζεται με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους. Με τη γυναίκα του Αγόρω εμφανίζεται και ο Αποστόλης Μουσουράης στο ναό του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Άγραφα. Στο παρεκκλήσι του Προδρόμου της Μονής Κορώνας (1739) ο κτήτωρ Αποστολάκης από τα Βραγγιανά φοράει κι αυτός μακρύ πανωφόρι με γούνινη επένδυση (τζουμπέ) και σκούφο. Η πιστή απόδοση των ενδυμασιών καθιστά τις παραστάσεις αυτές και ένα πολύτιμο ενδυματολογικό αρχείο.
Ιερά Μονή Βαρλαάμ, παρεκκλήσι των Τριών Ιεραρχών. Ο Μυστικός Δείπνος (ζωγράφος Ιωάννης Ιερεύς εκ Σταγών, 1637).
Στη σκιά της κρητικής σχολής και των Μετεώρων, όπου ο Θεοφάνης ο Κρης τοιχογράφησε την Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά (1527) και ο Τζώρτζης την Ιερά Μονή Δουσίκου (1557), τα Τρίκαλα και οι Σταγοί (Καλαμπάκα) αναπτύχθηκαν σε σημαντικά καλλιτεχνικά κέντρα. Ο «Ιερεύς Ιωάννης εκ Σταγών» τοιχογράφησε με τους γιους του το παρεκκλήσι των Τριών Ιεραρχών της Μονής Βαρλαάμ (1637). Ο Νικόλαος Καστρήνσιος ή Καστρίσιος, και αυτός από τους Σταγούς, τοιχογραφεί το παλαιό Καθολικό της Μονής Αγίου Στεφάνου Μετεώρων. «Εκ Σταγών» υπογράφει και ο Γεώργιος που εικονογραφεί τον μονόχωρο ναό των Αγίων Αποστόλων έξω από τη Σαρακίνα. Σε τμήμα τριπτύχου στη Μονή Μεταμορφώσεως Μετεώρων αναφέρεται το όνομα «Γεώργιος ιερεύς εκ Σταγών». Ο Δημήτριος «εκ Τρίκκης» ιστορεί το 1637 το εσωτερικό του ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στην επαρχία Τρικάλων και με το ίδιο όνομα υπογράφει ο ζωγράφος που το 1675 ιστορεί το παρεκκλήσι των Εισοδίων της Θεοτόκου της Μονής Αγίου Βησσαρίωνος.
Βίλα Κοντού στα Άνω Λεχώνια.
Τα είκοσι τέσσερα χωριά του Πηλίου γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη στα χρόνια της Τουρκοκρατίας χάρη στην τοπική αυτοδιοίκηση που εξασφάλισαν, την εύφορη γη τους με τα τρεχούμενα νερά, την εύκολη θαλάσσια μεταφορά και τις επενδύσεις που έκαναν οι εξ Αιγύπτου Πηλιορείτες. Στις αρχές του 18ου χτίστηκαν ορισμένοι πύργοι, ενώ στο β΄ μισό του 18ου αιώνα και κυρίως στις αρχές του 19ου χρονολογούνται τα αρχοντικά του Πηλίου που ανήκουν στον τύπο του βορειοελλαδίτικου σπιτιού. Πρόκειται για τριώροφες κυρίως κατασκευές με έντονο φρουριακό χαρακτήρα, λιθόκτιστες εκτός από τμήματα του τελευταίου ορόφου που είναι κατασκευασμένα από ελαφρά υλικά (τσατμάς). Προεξέχοντας, τα τμήματα αυτά δημιουργούν τα γνωστά σαχνισιά. Στον τελευταίο όροφο υπήρχε ο «καλός οντάς». Ο πλούσιος ζωγραφικός, ξυλόγλυπτος και λιθανάγλυφος διάκοσμος καθιστά πολλά αρχοντικά έργα τέχνης.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα άρχισε να εμφανίζεται ένας τύπος σπιτιού που συνδυάζει λαϊκά και αστικά νεοκλασικά στοιχεία, τοπικά γνωστός ως αιγυπτιώτικος ή αποικιακός, καθώς συνδέεται με τους εξ Αιγύπτου πλούσιους Πηλιορείτες. Η χρήση μικτών στοιχείων διατηρήθηκε μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881, οπότε καθιερώνεται ο νεοκλασικισμός. Μετά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, το Πήλιο γίνεται ο χώρος όπου πλούσιοι αστοί χτίζουν τις βίλες τους. Οι πιο αξιόλογες από αυτές στολίζουν τους τοίχους και τις οροφές τους με πλούσια γύψινη ή ζωγραφική διακόσμηση με θέματα παρμένα από τη μυθολογία και την αρχαία ελληνική ιστορία.
Τον πολεοδομικό σχεδιασμό των χωριών συμπληρώνουν οι κρήνες, λιθόκτιστες κατασκευές, απλές ή σκεπαστές. Από τα τέλη του 19ου αιώνα οι κρήνες προδίδουν την επιρροή του νεοκλασικισμού.
Άποψη του Αρχαιολογικού Μουσείου Βόλου.
Ένα κομψό, νεοκλασικό κτήριο που κατασκευάστηκε με δωρεά του Α. Αθανασάκη στεγάζει από το 1909 το Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου. Το έναυσμα της ίδρυσής του έδωσαν οι γραπτές επιτύμβιες στήλες της ελληνιστικής Δημητριάδας. Αυτές οι στήλες απέσπασαν τη μεγαλύτερη φροντίδα του Δ.Ρ. Θεοχάρη στην επανέκθεση του 1961, που τις τοποθέτησε πάνω σε ενιαίο βάθρο από μαύρο μάρμαρο στις αίθουσες 2 και 4 και κατά μήκος των τοίχων τους καλύπτοντάς τις με συνεχείς υαλοπίνακες. Σε προθήκες εκτέθηκαν στην αίθουσα 2 ευρήματα από διάφορες μυκηναϊκές θέσεις της Θεσσαλίας, κτερίσματα από πρωτογεωμετρικούς και γεωμετρικούς τάφους του Καπακλί και της Πασπαλιάς και αναθήματα από το ναό του Θαύλιου Δία στο Βελεστίνο και από το ιερό της Αθηνάς στη Φίλια Καρδίτσας. Εκτέθηκαν επίσης τα ωραιότερα δείγματα κλασικών και ελληνιστικών χρόνων. Επηρεασμένος από τη νέα άποψη για τα μουσεία που προέτασσε τον εκπαιδευτικό τους ρόλο έναντι του αισθητικού, στην επανέκθεση του 1975 ο Γ.Χ. Χουρμουζιάδης κατάργησε τις προθήκες δημιουργώντας αίσθηση αμεσότητας. Στη συνέχεια επέλεξε τα αντικείμενα της έκθεσης όχι βάσει της καλλιτεχνικής τους αξίας αλλά βάσει της σπουδαιότητας που είχαν στις κοινωνικές διαδικασίες. Τον νεολιθικό πολιτισμό ανέδειξε χρησιμοποιώντας φιλικά του υλικά, όπως τοιχάρια αργολιθοδομής, λινάτσα, πέτρα, καλάμι. Στις αίθουσες 5 και 6 οι τάφοι και τα ταφικά ευρήματα τέθηκαν στην υπηρεσία μιας ανασκόπησης της λατρείας των νεκρών. Το 1985, το επιστημονικό προσωπικό του Μουσείου αποφάσισε να οργανώνει στην αίθουσα 1 περιοδική έκθεση με ευρήματα από πρόσφατες ανασκαφές.
Αγγείο με εμπίεστες νυχιές της αρχαιότερης νεολιθικής φάσης.
Η έρευνα της προϊστορίας στη Θεσσαλία στηρίχτηκε ως τώρα σε ανασκαφές σε υπαίθριους νεολιθικούς οικισμούς (μαγούλες). Πρώτος ο Δ. Θεοχάρης αναφέρθηκε στο σπήλαιο της Θεόπετρας λόγω των εργαλείων της Μέσης Παλαιολιθικής εποχής που εντοπίστηκαν εκεί. Από ασβεστόλιθους της Ανώτερης Κρητιδικής περιόδου, η σπηλιά δεν έπαψε ποτέ να χρησιμοποιείται ακόμη και πρόσφατα ως καταφύγιο ή στάνη. Η τυπολογία των λίθινων εργαλείων πιστοποιεί την κατοίκηση του σπηλαίου κατά τη Μέση και την Ανώτερη Παλαιολιθική εποχή. Η τυπικά θεσσαλική κεραμική από την Αρχαιότερη, Μέση και Νεότερη Νεολιθική εποχή εμφανίζει δείγματα από τις τυπολογίες του Σέσκλου, Τσαγγλιού, Αράπη κ.ά., ενώ βρέθηκαν λίγα όστρακα των αρχών της Χαλκοκρατίας και λιγότερα ντόπιας μυκηναϊκής κεραμικής.
Πέτρινος τοίχος και άλλες ενδείξεις για την ύπαρξη κτισμάτων περιμένουν την ερμηνεία τους. Τα νεολιθικά ευρήματα περιλαμβάνουν σφονδύλια, οστέινες βελόνες του ραψίματος, οστέινο κουταλάκι, κοσμήματα από κοχύλια, λίθινα εργαλεία, μυλόλιθους. Από το οστεολογικό υλικό διαπιστώνεται ότι οι κάτοικοι ήταν κυνηγοί ελαφιών, αγριόχοιρων κ.ά. ζώων που τα κουβαλούσαν ολόκληρα στη σπηλιά, όπου τα τεμάχιζαν και τα έψηναν στη φωτιά, πριν τα φάνε - ενδεχομένως με την παρέα σαρκοβόρων.
Η ανασκαφή της Θεόπετρας προσφέρει για πρώτη φορά την απόδειξη συνεχούς κατοίκησης στο ίδιο σπήλαιο από την Παλαιολιθική ως το τέλος της Νεολιθικής εποχής. Πρόκειται για δύο εποχές που οι αρχαιολόγοι θεωρούν διαφορετικές καθώς καθεμιά τους είχε διαφορετικές περιβαλλοντολογικές συνθήκες.
Το μυκηναϊκό Νεκρομαντείο στο Παλαιόκαστρο Γορτυνίας.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Thessaly is one of the regions where research into the Neolithic Age in Greece started thanks to the pioneering projects carried out by Chr. Tsoundas, in the dawn of the century, and by A. Wace and M. Thompson later on. It is, also, in Thessaly that sites with Paleolithic tools were found ( on the banks of the river Peneios, close to Larissa) and were systematically researched for the first time in Greece due to the efforts of V. Milojcic and D. Theocharis, in the 1950s and 1960s .Intense research into the Neolithic Age in Thessaly has continued in the recent decades and has produced interesting results, some presented in this article. Due to the topographic work carried out in the last twenty years, about 100 new Prehistoric settlements have been located in the east Thessalian plain, thus raising their number to approximately 250 in this area. Furthermore, it has been established that the hilly circuit around the plain was densely inhabited in the Neolithic Age. The excavations at Souphli Magoula and Platia Magoula Zarkou brought to light the oldest known cremation burials in Greece, dating from the Early Neolithic period, in the first case.In the second case 300 m. north of the settlement an organized cremation cemetery dating from the beginning of the Late Neolithic period was found. Stratigraphic excavations in the aforementioned two settlements and in Makrychori 2, in combination with the conclusions of previous research, contributed to the elucidation of certain phases of the Neolithic Age, as well as to the ascertainment of the continuous evolution of Neolithic ceramics in Thessaly. The correct dating of the black burnished pottery of the so-called Larissa Culture in the beginning of the Late Neolithic period is of special importance, since this pottery frequently occurs elsewhere in the Balkans. Furthermore, of significant importance are the new data concerning the ideology and customs of Neolithic humans. In Platia Magoula Zarkou a clay house model with figurines was found, which had been placed under the floor of a Late Neolithic house as a foundation offering. Certain accidental surface finds, such as an "apotropaic mask" of the Middle Neolithic period, the figurine of a "thinker" and a group of two embracing figurines, combined with the aforementioned research results, lead to extremely interesting conclusions: Many kinds of artistic expression, as well as a variety of customs which appear in the historic era or in advanced prehistoric periods, are, in fact, deeply rooted in the Neolithic Age.
The prehistoric settlement is located close to the present village of Sesklo, fifteen kilometres to the SW of Volos. The settlement lies on the Kastraki hill, bounded by two streams and better known as the"Acropolis", and on the surrounding area. The first excavations were carried out on the "Acropolis" under Chr. Tsoundas (1901-1902). In 1956 D. Theocharis conducted a new excavation on the hill and after 1972 another dig in the adjacent area lasted until 1977. Sesklo was originally inhabited in the middle of the seventh millennium. The rare architectural remnants dating from this period are a few elliptic pits dug in the hard soil- Later, in the sixth millennium, houses with stone foundations are built on the "Acropolis" and the surrounding area. Almost all the architectural remnants visible today on the archaeological site belong to the Middle Neolithic period (fifth millennium), when the settlement shows an astonishing development. This period is identified with the "Civilization of Sesklo" and is characterized by the architectural layout of the settlement, the increase of painted ceramics - with a parallel improvement of firing -and also by an extensive use of stone tools. Around 4.400 BC the settlement is abandoned for more than 500 years, as a result of a natural disaster, fire or earthquake. In the Late Neolithic period Sesklo is partially reinhabited, strictly in the "Acropolis" area.
The settlement of the Late Neolithic period is located on a low hill to the NW outskirts of Dimini village, five kilometres to the SW of Volos. Excavations were mainly carried out in the beginning of our century under the archaeologists V. Stais and Chr. Tsoundas (1901-1903) and were continued later under Professor G. Chourmouziadis (1974-1977). Dimini is a large and well organized Neolithic settlement which has been researched quite extensively. The architectural remnants discovered so far show a thoroughly organized Neolithic community characterized by a unique feature, the enclosures. The settlement is enclosed by six stone built folds, the enclosures, constructed in pairs. The two first enclosures circumscribe the central courtyard; four radial, narrow corridors starting from this court divide the settlement into four sectors. The houses are arranged around the central court and between the pairs of enclosures. According to the excavational data, the first inhabitants settled on the hill in the early years of the fifth millennium. Two millenniums later the hill settlement was abandoned with the exception of the "megaron A" of the central court and a few houses to the south of the hill that continued to be inhabited. The graves on the hill and some houses on the NE hill slope date from the Middle Helladic period. Later, in the Late Helladic period, the most important Mycenaean settlement of the region develops down on the plain, eastward of the hill.
At the innermost part of Pagasiticos Bay, to the the west and to the south of the present town of Volos, three settlements developed with small differences in their time of foundation and abandonment. They show a parallel growth from the Late Neolithic to, approximately, the end of the Mycenaean period. These settlements are the so-called "Palia" -identified by D. Theocharis including Ancient lolkos, Dimini and Peukakia. From all three only the first has continuously been inhabited down to today. However, these three locations together represent a major Mycenaean centre. At Velestino, where ancient Pheres are located and in the area of the Bakali Magoula a prosperous Mycenaean settlement thrived. Also in the vicinity of Velestino the settlement called Petra is located on the shores of the drained Karla lake. The places called Aidiniotiki, Almyriotiki, Zerelia, Phylaki, Pteleosand Hagioi Theodoroi magulae are locations in the Almyros region that seem to had been inhabited from the Neolithic penod down to to Hellenistic years, at least some of them. As regards the Mycenaean finds in the North Sporades islands, a settlement on Skiathos (Kephala) and a tomb on Skopelos (Staphylos) have been so far located.
Until recently Thessaly has been considered as belonging to the periphery of the Mycenaean world, an approach based, mainly, on the scarcity of available information. This picture has been radically changed, since the conclusions of recent research speak for an area quite significant within the boundaries of the Mycenaean world. However, the data supplied lately by a number of excavations are not sufficient for the formation of a final theory as regards the Spercheios Valley during the Late Bronze and Early Iron Age. Nevertheless, they can support certain conclusions: 1. The Spercheios Valley, like Phocis and Thessaly, belongs to the sphere of the Mycenaean world. It seems that Homer as well as later ancient authors and poets, who relate Achilles with this area,give after all a reliable account of the presence of Mycenaeans in this region. 2. The up-to-date Mycenaean finds echo parallel artistic evolutions of their time as they were formulated in the southern Mycenaean centres and also exhibit influences from Thessaly. 3. Ceramics as well as the types of bronze jewels, dating from the Early Geometric period, show a close dependence on the art of Thessaly. 4. The burial practice is identical with that of Southern Greece.Family chamber-tombs were used exclusively for the burial of a family member. The Glypha tumulus with the cist graves is an exception to this rule a phenomenon, however, quite usual in Thessaly where the chamber-tombs are rather a rarity. 5. A variety of graves are used during the Early Geometric period.Old Mycenaean chamber tombs are reused (Bikiorema) or new are dug (Lamia).Large pithoi parallel to the ground with the dead in an embryo-like position (Syka, Hypati) or elsewhere cist and shaft graves (Stylis) prevail. It seems that the choice of a certain type of grave can be interpreted as a family or tribal tradition.
An extended cemetery consisting of tumuli and dating from the Archaic period has been located at Hagios Georgios. Quite a few ancient tombs, containing collective burials and rich offerings have been discovered, the result of a prolonged archaeological research in two tumuli. These tombs, rectangular inside and horse-shoe shaped outside, were constructed with slabs of limestone. Clay or bronze ash urns had been placed on the tomb pavements.These urns preserved the cremated bones of the dead and their funerary offerings, mainly bronze clasps and iron weapons (swords, spearheads, small and large knives and arrowheads). In two tombs of the same tumulus the iron parts of three chariots have been found. The chariots must have been used for the cremation and thus they were also cremated. The custom of cremation prevails in this cemetery. The corpses must have been cremated at a place nearby from where the incinerated bones were transferred in big urns.
Ancient Larissa, like the present town, occupied the north eastern part of the Thessalic plain close to the bank of Pineios River.Inhabitation of this location has been uninterrupted since the Neolithic period. The hill called "Phrourio" (= castle) used to be the ancient acropolis where the temple of the patron goddess Athena as well as the sanctuaries of various other deities stood. A limited number of architectural remnants, besides the two theaters, have been preserved from the ancient town of Larissa. Nevertheless, quite a few indications, as regards the probable location of public edifices, have resulted from archaeological research. The course of the ancient town walls is considered to be identical with that of the Turkish fortification. The "free" agora coincides with the central square of the present town. The temple of Kerdoos Hermes was probably located at the present square of Ethnarchis Makarios. A great number of the archaeological finds, which come from the excavations of the ancient town and its cemeteries are on display at the local Archaeological Museum of Larissa.
The ancient town of Pherae, one of the bigger and more important settlements of Thessaly, occupied such a suitable location as to become a transportation centre in antiquity. Its surrounding area was already inhabited in the Neolithic Age, while on the very site of ancient Pherae inhabitants had already settled at the beginning of the Early Bronze Age. The life of the settlement presents a remarkable continuity of three thousand years, its phases of prosperity coinciding with the Mycenaean era, during the years, that is, of Admetos, Alkestes and Eurnelos as well as with the years of the Pheraic tyranny in the fourth century BC. In the Roman period the town of Pherae was abandoned. During the years of Turkish occupation the settlement of Velestino revived here and prospers until today. The celebrated figure of the Greek Revolution, Regas Velestinlis or Pheraeos, comes from here. He was the first to be interested in the monuments of his native place and marked many of them on a topographic map of Pherae.This map was included in the "Χάρτα της Ελλάδος» (Map of Greece), which was drawn by him at the end of the eighteenth century. The systematic archaeological research in Pherae started in the early twentieth century by important archaeologists of their time (Tsoundas, Wace, Thompson, Arvanitopoulos, Bequignon) and is still being carried on quite intensively. The visible monuments of Pherae are only a few. To the SW of the town lie the two hills of the Acropolis. The "Magoula Bakali", which is the nucleus of the settlement,and the hill of St. Athanasios or of "Panaghia" on which the fourth century BC walls stand. The legendary spring, the so-called "Hypereia Krene", still exists in the middle of the ancient town, while the ruins of the "Thavlios Zeus" temple have been preserved to its NW side. The recent excavations reveal many aspects of the everyday life of the town, especially of the Hellenistic period. The agora area has been identified as well as the potters' quarters and parts of private dwellings. The most important cemeteries, to the SE and NW along with certain isolated tumuli of the Classical and Hellenistic period lie close to the roads leading to the other major Thessalic towns of antiquity.
The site occupied by the Hellenistic town Demetriada had already been inhabited from the Neolithic period (Peukakia peninsula and westwards of the Theater). In the Peukakia peninsula and to the south a thriving settlement of the Early, Middle and Late Bronze Age developed. It became an important commercial centre via which the Thessalic inland communicated with distant lands such as Thrace, Asia Minor, the Aegean Islands and Southern Greece. In the same area the town of Pagasses reached its prime in the classic period. Demetriada was founded in 293/2 BC by Demetrios Poliorcetes, who united adjacent small villages. The thus created town became a fortified military station of the Macedonian kings. The town, enclosed by a strong wall built according to the pseudo-isodomic system, was organized in two sectors, the Eastern and Western one. The so-called Anaktoron, built on a natural hill, and the Sacred Agora with the temple of Artemis lolia at its centre, prevail in the eastern sector.The town, part of the same sector, is laid out in building quarters according to the Hippodamian town-planning. The Theater and the Heroon in the western sector were built opposite to the Anaktoron. From the first century AD onward, Demetriada started diminishing. The pilasters of the Roman aqueduct, the two Early Christian basilicas and the houses with the mosaics date from this late, dull phase of the town. In the middle of the sixth century AD, Demetriada was abandoned and its inhabitants emigrated to the site of Kastro (Palia) of Volos. The newcomers named the site Demetriada which remained thus known throughout the Middle Ages.
The remains of ancient Pharsalus lie on the northern slope of a hill of the Narthakion mountain and occupy almost the same area as the modern town. Although the ancient circuit is preserved mainly on the southern part of the hillside, its total length is estimated as no more than 5 kms. During the Byzantine era the ancient acropolis was reused but the town itself was restricted considerably to a small area just below it. The acropolis was of equal importance in the post Byzantine period as repairs of the previous walls or construction of new ones bear witness to. A series of eleven small towers one close to the other protected the easily accesible southwestern flank of the city. Besides, seven other towers dispersed over several parts of the circuit are visible as well as four gates and two posterns. Two of the gates opened onto the acropolis walls. At least four succesive periods of construction of the ancient walls have been identified, as can be concluded by the study of the preserved parts of the walls and the results of archaeological excavations. First in the series is that part of the walls built to a manner akin to the dry and rubble system with large and irregular blocks . This method of building serves as evidence dating the walls back to to the 6th century BC. The greatest part of the circuit is consistently built as an isodomic trapezoidal with quarry or hammer face and dates well back into the first decades of the 4th century BC. The headers and stretches system dates to not long after, probably in the middle of the same century. The city flourished in the second half of the 4th century BC under the support offered by its alliance with the Macedonian kings.
Athamania on the mountainous land of Pindos ranges between Epirus, Thessaly and Aetolia. Acheloos River, the ancient Inachos, runs across this land forming steep and deep ravines. The communication between Epirus and Thessaly was made possible only by mountainous passages.A network of roads crossing the land made Athamania an important political, financial and military place in antiquity. Athamas was the eponymous hero of the Athamanes who are mentioned as an Epirotan tribe, while after the second century BC they are considered to be Thessalians. They appear on the Greek scene in the early fourth century BC. Athamania flourished in the late third and early fourth century BC when the land was ruled by king Amynandros. An inscription of around 165 BC. mentions "The Commons of Athamanes" an institution further certified by another, later inscription of around 80 BC. Archaeological data of the historic period have been located in various sites of the area. Titus Livius mentions four towns of Athamania, Theudoria or Theodoria, Tetraphylia, Heracleia and Argithea, the latter being the capital of the region. Argithea is located by various travellers close to the omonymous village (Knisovo). At the site "Ellinika" of Argithea, where the ruins of an ancient town have been preserved, a part of the town cemetery has been excavated. The cist-shaped graves are made of limestone slabs. Many tombs contain various offerings such as pottery, weapons, jewelry, coins and other suitable objects. The inhabitants of Athamania were mainly cattle-breeders since the climate and landscape of their region favoured this occupation. To overcome the steep formation of their land they had to create small soil embankments for cultivation. Their towns were not fortified since nature provided them with the best possible protection. Athamanes, a competent society, even issued their own coin bearing the inscription ΑΘΑΜΑΝΩΝ and the representation of Athena or Dione, their patron goddesses.
Thessaly, birthplace and cradle of Greek civilization, extended during the Early Christian, Byzantine and Post-Byzantine period over quite a remarkable area. Its boundaries were to the east the line starting from the mouth of Peneios River and reaching Thermopyles. To the south, Locrida, Phocida, Dorida and Aetolia. To the west, Athamania, Acarnania and Amphilochia, and to the north, the Macedonian districts of Elimea and Pieria. Already by the first century AD, inhabitants of Thessaly had become Christians, while until the fourth century AD only a few urban centres had developed, such as Larissa, Hypati, Demetrias and Phiotides Thebes. The latter, from the years of Constantine the Great on, grew and became an important Christian centre. This shows in the significant archaeological finds and by research and study of the bishops' lists (Notita Dignitatum) . The large geographic expanse along with the fertility of the land of Thessaly attracted the "interest" - realized in invasions-of a great number of barbaric races and tribes (Visigoths, Huns, Slavs, Bulgarians, Serbs) and nonbarbaric ones (Franks, Catalans). Turkish hordes liberated Thessaly from the Serbs only to rule over it for almost five centuries (early fifteenth -late nineteenth century).
The monuments being gradually brought to light through excavations bear witness to the importance of Thessaly during the first Christian centuries and its prominent role in the evolution of culture in general. The Christian faith found in Thessaly a most fertile soil and a considerable segment of its population had become Christians already in the first centuries of the Christian era. However, the question of who was the first herald of the new faith still remains a matter of dispute.Possibly it was Herodion, one of the seventy apostles or St. Andrew or even Onesimos, a follower of St. Paul, who is specifically mentioned in St. Paul's Epistle to Philemon. We lack precise information on Church administration. From the years of Constantine the Great until the first half of the eighth century the province of Thessaly had been subject to eastern Illyricum, under the jurisdictum of the Pope, and especially to the administration of Macedonia that was excercised by the Metropolitan of Salonica, a vicar to the Pope. A considerable number of Early Christian monuments, mainly basilicae, as well as secular monuments, public and private have been preserved within the geographical circuit of present day Thessaly. The most important of them are listed below in counties: A. County of Trikala: Early Christian basilica at the site Prophetes Elias; basilica (?) in the castle of Trikala; Early Christian basilica (church of the Dormition of the Virgin); Early Christian basilica at the side of the the national road that connects Larissa with Trikala. B. County of Karditsa: Basilica at the site Chamamia. C. County of Larissa: Early Christian basilica in the castle of Larissa; Early Christian basilica, unidentified as yet; Early Christian cemetery on the east of the Larissa castle; secular building; cistern; basilica of Elassona; Early Christian basilica of Pyrgeto. D. County of Magnesia: Seventeen monuments in Nea Anchialos; two in ancient Demetriada; basilica at Achilleio; a considerable number of Early Christian ruins and remnants in the town of Volos and on the islands of Skiathos, Skopelos and Alonnessos.
Although examples of Byzantine monumental painting appear in Thessaly quite early, the wall-painted Byzantine monuments of this region have not been systematically studied. The church of Panagia at Vathyremma preserves samples of tenth century art, while close to Hagioi Anargyroi Monastery a cave-asceterio displays fragments of twelfth century painting. Wall-paintings, dating from the same period, have also been preserved elsewhere in Thessaly. Various other murals, which can be assigned to the so-called Macedonian School of painting, as well as to the "archaic" style,date back to the thirteenth and fourteenth century. Sixteenth century painting in Thessaly, a mainstay in the history of the religious art, is represented in a series of important monuments, such as the Monasteries of Meteora or that of Hagios Bessarion. These wall-paintings, along with those of the seventeenth and eighteenth century, compose a precise record of the expansion of post-Byzantine art in Thessaly. Some of the forementioned monasteries have been decorated by celebrated painters of their time, such as Theophanes the Cretan or Tzortzis the Constantinopolitan. These works of art prove in addition that the so called "Cretan School" of painting developed and evolved considerably in Thessaly.
The region of Agrapha was prosperous during the years of the Turkish occupation since already from the early fifteenth century its rulers had granted it with a special status of self-administration. In the following century and especially after the Treaty of Tamasion (1525), the communities of Agrapha were administered by a council seated at Neochori. Certain portraits of donors in churches bear reliable witness to the civilization which had developed in the region of Agrapha they also supply us with information on the society of their time. These representations of eleven, altogether, donors date from the sixteenth (one portrait), seventeenth (eight) and eighteenth century (two portraits). They show the artist or artists' effort to precisely render the age and costumes of the represented persons (hair, beard, ornaments), but not individual features. However, the representation of such a number of donors clearly shows the economic welfare of the region as well as the high religious feeling of the enslaved Greeks during the years of Turkish occupation.
The Cretan School of painting is represented in the county of Trikala by a remarkable series of wall-painted monuments such as those to be seen at the monasteries of Meteora. Two famous hagiographers, the celebrated Theophanes the Cretan and Tzortzis have decorated and signed their work there, Theophanes in the Hagios Nicolaos Anapausas Monastery (1527) and Tzortzis in the Doutsikou Monastery (1557). Two important artistic centres Trikala and Stagoi, the present Kalambaka, rise from the painting tradition of these two monasteries and flourish. Therefore,distinguished painters from these parts of Greece create works in which the typical elements of the Cretan School are more than apparent. However, only very few of these hagiographers mention the place of their origin in the dedicatory inscriptions. This omission has not been explained as yet with a sound argument.
Twenty four villages, known from the itineraries of Greek and foreign travellers, were created and developed on Mount Pelion during the years of the Turkish occupation. Many of them still preserve sufficiently their original features, therefore they number among the most important traditional settlements of Greece. Their old, impressive manors date from the second half of the eighteenth and mainly from the early nineteenth century. These are two and three-storied edifices, built with stone, besides certain parts of the upper storey that display a lighter construction (tsatmas). This construction by its gradual projection in all directions creates the typical elements known as sachnisia (= oriels), which are pierced by windows and skylights. A great number of these manors are richly decorated with wall-paintings, wood and stone carvings of such a quality and craftmanship that makes them unique art works of their kind. A new type of house exhibiting a combination of neoclassical and traditional architectural elements appears in the middle of the nineteenth century and remains in use until the liberation of Thessaly, in 1881 - Such houses belong to rich Greeks from Egypt, who returned and settled down on Mount Pelion during these years. From 1881, when Thessaly once again became part of Greece, neoclassical architecture is established as the official building style and so remains until the first quarter of the twentieth century.
The mode of exhibition of the ancient objects in the Museum of Volos is dictated by both an aesthetic and by their educational evaluation. The re-exhibition in rooms 2 and 4 (D. Theocharis) has followed the beaten path.Objects were chosen on the basis of their aesthetic value and have been displayed as the most representative examples of a certain phase of civilization. In contrast to this approach the re-exhibition in rooms 3, 5 and 6 (G. Chourmouziadis) realizes the notion that the museum must be a museum of the History of Civilization; therefore, the visitor, regardless of his educational background, is informed of the cultural physiognomy of various historic unities. Finally, the temporary exhibition in room 1, organized by the scientific staff of the Museum of Volos, served the need that recently discovered archaeological material be publicly displayed. It is stressed that a museum is, above all, a place of creative cooperation between scientists, restorers, workmen, etc., whose objective it is to obtain new information through systematic research.
Theopetra Cave can be found on the NE side of the big rock that lies at the right hand of the road which leads from Trikala to Kalambaka. The cave was inhabited for the first time in the Middle Paleolithic period and was used continually until the end of Neolithic period. From the neolithic phase there is beautiful pottery, typically thessalian, as well as flint implements and bone tools, other clay objects and a wall made of stone. From the paleolithic phase, upper and middle, there are also flint implements and bone tools which characterize the period. Animal species that are represented in the bone material are sheep and goat, cow, pig, deer, dog, badger, hare and tortoise. There are also some human bones. C14 analysis has given a date about 38.000 B.P., but this is not from the deepest levels of the cave.
Αριστογείτων, γύρω στα 477-476 π.Χ., ρωμαϊκό αντίγραφο (Μουσείο Νεαπόλεως).
Οι αρχαϊκές κόρες των αρχών του 6ου αιώνα π.Χ. ντυμένες με τον πέπλο παραχωρούν στα μέσα του αιώνα τη θέση τους στις κόρες που φορούν ιωνικό χιτώνα με πολλαπλές πτυχώσεις. Στο τέλος της περιόδου, στην «κόρη με τα αμυγδαλωτά μάτια» αποδίδεται εσωτερικός κόσμος.
Στην κλασική εποχή (480-336 π.Χ.), στην πρώιμη περίοδο της γλυπτικής (αυστηρός ρυθμός: 480-450 π.Χ.), τα σώματα αποκτούν αυστηρή αρμονία κινήσεων και μια ηρεμία που τα απομακρύνει από το ρεαλισμό. Στη συνέχεια, το πάνω μέρος του σώματος στρέφεται και ο καλλιτέχνης πετυχαίνει τέλεια ισορροπία. Γνωστά παραδείγματα του διασκελιζόμενου τύπου είναι το σύνταγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα και του Ποσειδώνα (ή Δία) από το Αρτεμίσιο. Είναι επίσης η εποχή που αποδίδεται σημασία στην έκφραση και στα συναισθήματα, πράγμα που εξηγεί γιατί αυτή την περίοδο αρχίζει και η κατασκευή πορτρέτων.

Odysseus, landing naked on the island of the Phaeacians (Corfu), tells us how the function of clothing is to protect the body by covering it. The clothing bestowed on Odysseus either by goddesses or mortal women makes him the object of female desire. Cloaks and mantles become dominant features in the sculptures of antiquity. Around 720 BC it became common practice for men to be portrayed naked while women were usually shown dressed. Nudity, both in life and in art was part of the homoerotic culture of the time and closely connected with the gymnasiums and symposiums and spread during the 7th or 8th century BC because of the Olympic Games.
The nude and the dressed, as antithetical and at the same time supplementary practices, compose one of the many pairs of counterpoint categories which condition and signify the human thought and behavior, therefore the culture in its evolutionary perspective. In the framework of the Aegean civilizations of the 2nd millennium BC, especially in the Minoan but also in the Cycladic and Mycenean civilizations of the Late Bronze Age, the dialogue between nude and dressed, in practical as well as in symbolic level, is exclusively known to us through the various manifestations of art. Particularly interesting is the study of the religious expressions of the subject, on which we are mainly focused in this article. Issues primarily discussed are the complete nudity of humans as well as the meaning of the first dressing of boys -in the framework of the rites de passage — , the rare complete nudity of the deities and also the symbolic stressing of the penis and the female breasts through dressing choices. Reference is also made to the attire of the priesthood and the sacred clothes of deities; the dedication of the latter seems to function as the ritual nucleus of important feasts, many of which will also survive in the historic years.
The female attire of Crete is one of the most characteristic creations of the Minoan civilization. The study of the iconographic data leads to the identification of the stages of development the attire went through from the Pre-palatial to the Neo-palatial period. During the Old Palace period the basic components of the attire skirt, vest, girdle and hat-are combined in various ways, thus forming distinct ensembles. However, the most typical item of the female attire in this era is the hat, which appears in seven different types. The study for grouping the articles of clothing, according to the evidence the clay idols from the peak-sanctuaries offer, leads to the identification of local dress particularities and to the distinction between central and regional sanctuaries on the basis of the prevailing dressing combinations. A competition develops among women of various social groups that aims to the improvement of their social status in the under creation palatial system. The focal point of a woman's appearance during the Neo-palatial period is shifted from the hat to the skirt, while the most radical change is undoubtedly the laying bare of the breasts. This phenomenon can be interpreted through the women's necessity to upgrade their role in the fully developed palatial system. In this case the bare breasts function as symbols of fertility in its metaphysical dimension. In addition, it has been established that the luxurious garments of the Neo-palatial era are worn by women of the elite, who, according to the existing evidence, are dressed in them for important ceremonial events.
The movements of Odysseus in the epic poem, rhapsodies 5, 6, 7 and 19, are observed and analyzed on the basis of certain fundamental psychoanalytic concepts. According to the author of the article, what is sought in the development of Odyssey is the description of the psychic process, necessary for the evolution of a man's psyche. The basic characters of the poem are regarded not as individuals but as personifications of the various psychic junctures which must be experienced by a man for the formation of his identity. Odysseus' course can be considered a route from a basically Narcissistic to an Oedipodean position. Prerequisite of this course is the existence, at the beginning, of a second person, that of the mother, and later of a third one. that of the father. Calypso, Nausica, Arete, Penelope are considered as the females -or the multiple personality of only one woman- who function first as a screen on which Odysseus' psychological contents and needs are projected, and later as the intermediate and facilitating grades for his further advancement. The garment is considered as a symbol of the female desire in the particular phases that are described.
The numerous controversial comments and the information about books referring to the unknown "Homeric glosses» offer irrefutable evidence that the Greeks of the historic period were ignorant of the meaning of many Homeric words. Therefore, one has to search again for the lost orig¬inal meaning of the words as they appear in their context and at the same time to fall back on the very items and practices described in the epos. Following up the course of the textile decoration, through the description in the epos, and its impact on vase-painting and sculpture is doubly elucidating: on the one hand it reveals the transformation of the decorative motifs in their transition from vases to textiles and vice versa; and on the other it casts light on the lost meaning of some relevant Homeric terms. For instance, the Homeric adjectives «τερμιόεις», «δινωτός» and «σιγαλόεις» can probably be interpreted through the techniques of textile decoration as they have affected the embellishment of solid objects. Thus, the term «τερμιόεις" seems to signify whatever has a neatly done selvage, «δινωτός» applies to whatever is decorated with the meander motif, while «σιγαλόεις» means the fully-embroidered or dotted.
For the collective intellectuality of ancient Greece nudity represents the characteristic feature of the image of athlete, as it has been illustrated through the perfection and harmony of the bodies which have been praised by the poets and modeled in bronze and marble by the sculptors. Nevertheless, the issue of the athletic nude presents a certain complexity.However, the ancient sources, from the Homeric epos onwards, testify to the use of a kind of protective device for the genitals, a sort of girdle, as it is pictured on Attic black-figured vases. Thucidides (1.6.5) supplies valuable information on this subject, attributing the introduction of nudity in the games to the environment of Sparta, and especially to Orsippos, a runner from Megara. The absolute nudity in the games is a habit that prevails later and coexists with the general culture of the Gymnasium, in which nudity is considered as ideal and becomes a habitus to the youths, thus contributing to the creation of the image of the καλός καγαθός (= comely and virtuous) citizen.
Apart from the odd moment of naturist bliss, most of us, most of the time, wear clothes. Yet we rarely pause to consider the social conventions and cultural values that influence us -and that we later silently advertise -as we go about the daily business of choosing appropriate things to wear. In late fifth-century democratic Athens this intersection of clothing and ideology was frequently explored by artists, orators and playwriters. In the public rhetoric of ancient Athens, late fifth-century styles of dress reproduced a complex scheme of cultural categories and the relations between them, providing a unique repertoire of symbols, through which democratic society represented itself to itself. This article focuses on the converse aspect of the ideological significance of clothing in late fifth-century Athens, initially glimpsed through the comic filter of Aristophanes: the use of dress by those critical of the values of democratic society to articulate profoundly anti-democratic sentiments. It examines the evidence for the existence of the so-called Laconizers -young aristocrats who signaled their discontent with Athenian democracy by copying the austerity of Spartan dress codes- in Athens during the late fifth century. Contrary to the conventional view which would have such individuals as a characteristic feature of the fifth-century political landscape, close reading of Aristophanes in fact reveals a rich diversity of subversive clothing practices hitherto obscured by the deceptively simple rubric of «Laconism», i.e. the accusation of harbouring political sympathies with Sparta. Most striking of all is the appropriation of exotic foreign styles of dress by an aristocratic minority, eager to re-articulate the status of the aristocrat. Close examination of this trend, as it is reflected in Athenian art, seeks to highlight just how effective a political tool clothing could be during the last decades of the fifth century.
The article focuses on the different types of footwear worn by ancient Greeks. The ancient Greek names of sandals, shoes, boots and slippers are given with relevant citations from passages of ancient writers. The names of footwear are considered according to five small groups, devoted to those known from the early archaic ripe and late archaic, the classical, the Hellenistic and the Roman period, respectively. Then, visual evidence on ancient sandals, shoes and boots is considered and representations in vase-painting, reliefs and statues are examined. Furthermore, the influence of the general artistic trends throughout antiquity -especially that of the Near-East styles on the changing types of Greek footwear, and sandals in particular - is considered, while the most reliable conclusion on the correspondence between the ancient names and the important types known from visual evidence is presented. Finally, an attempt is made to justify the habit of dressing of certain figures of the Greek myths or of the everyday life - depicted in visual arts- with specific types of footwear.
In studying thoroughly the way the ancient Greeks perceived masculine nudity, one has to take under consideration the fact that the civilization of the Classical period was a man-centered culture. The representation of the nude male body was considered to be a symbol of masculinity and pride, directly connected with aesthetic and moral values. On the one hand, these values consisted of the ideal proportions in the representation of the muscular system in sculpture, while they referred to the overall apearance in vase painting. These figurative ideals that have been revived in our modern world through the German romanticism have created a model for the mature male body or the body of the kouros, the male youth. The praised plastic properties of the marble can perfectly convey the plasticity of the mascular system. On the other hand, nudity as a value greatly affected the ideal of perseverance, the virtue of the hoplite and as a result the cultural physiognomy of the adult, the mature citizen.
Several prehistoric settlements have been located on the rough and harbourless northeastern coast of Imvros island, four of which are presented in this article. They lay on low hills, next to the junction of streams and the sea. The scheme of organization and the form of fortification of these settlements, as well as the large number of scatered surface sherds and flintstone tools have led to a dual conclusion: first, these settlements have been inhabited since the end of the Neolithic period; and second, their prime coincides with the Early Bronze Age, an era characterized by movements of population and activities relevant to the very early phase of shipping and bronze trading. The Imvros settlements belong to the broader group of important centres of the northeastern Aegean, which continue to surprise us at their extention, quality of organization and the high cultural standards of their finds.
The Mycenaean chamber tombs, these important technical achievements, the oldest monumental burial constructions in Europe, are more numerous in Messenia than in any other region in Greece, even more numerous than in Argolis, where Mycenae, the center of the most important and powerful Mycenaean state, are situated. Located in the domain of the Mycenaean kingdom of mythical Nestor, these wondrous burial structures, dating from the mid-sixteenth to the twelfth century BC, urgently demand to be restored, protected and elevated in order to become accessible to whomever is interested in them, scholar or visitor. The Direction of Reconstruction of Ancient Monuments of the Greek Ministry of Culture, in collaboration with the Ephorate of Prehistoric and Classical Antiquities responsible for the area, have worked out a project for the restoration and elevation of the chamber tombs of Messenia, which has been submitted to be financed from the Third Community Support Framework.

Εργαστήριο συντήρησης.
Η συντήρηση καθιερώνεται από τον 16o αιώνα και εξής με τη δημιουργία συλλογών και μουσείων. Μέχρι τον 19ο αιώνα και στο πλαίσιο της αντίληψης περί συναισθηματικής προσέγγισης των έργων τέχνης, ο συντηρητής εκφράζει τα γούστα μιας αναπτυσσόμενης αστικής κοινωνίας που προβάλλει περισσότερο το «φαίνεσθαι» παρά το «είναι». Η διεύρυνση της έννοιας της πολιτιστικής κληρονομιάς τον 20ό αιώνα καλύπτει τόσο το «είναι» όσο και το «χρήσιμο». Ο ρόλος του συντηρητή αλλάζει, η καλλιτεχνική προσέγγιση συνδυάζεται με την επιστημονική, με σκοπό να αποκατασταθούν οι διαδικασίες παραγωγής του αντικειμένου.
Δεξιά, Παναγία Βρεφοκρατούσα (17ος αι.). Aριστερά, το επάνω τμήμα του κεφαλιού της επιζωγραφισμένης Βρεφοκρατούσας (19ος αι.).
Συντήρηση είναι η προσπάθεια για την παρεμπόδιση ή, έστω, την επιβράδυνση της φθοράς των αντικειμένων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Περιλαμβάνει: την επιστημονική εξέταση, θεραπεία και αποκατάσταση των αντικειμένων και τη φροντίδα για τις κατάλληλες συνθήκες αποθήκευσης ή έκθεσης. Επίσης περιλαμβάνει την προληπτική συντήρηση, την αποτελεσματικότερη μέθοδο θεραπείας.
Ο 19ος αιώνας θεωρείται η απαρχή της ιστορίας της συντήρησης ή τουλάχιστον της συστηματικής προστασίας των μνημείων. Σε αυτό συνέβαλαν οι αρχαιολογικές ανασκαφές που συμπορεύτηκαν με την ανάδειξη των εθνικών κρατών. Το 1877 ο William Morris ιδρύει το σύλλογο για την Προστασία των Αρχαίων Κτιρίων. Όμως μέχρι και τον 19ο αιώνα, οι επεμβάσεις δεν αντίκεινται στην παραποίηση ενώ εξακολουθούν να επιδιώκουν κάποιο ολοκληρωμένο αποτέλεσμα, σύμμορφο με τα γούστα της εποχής. Στη φθορά του χρόνου επομένως ερχόταν να προστεθεί και η φθορά από τις επεμβάσεις «συντήρησης». Στις αρχές του 20ού αιώνα αρχίζει η θεωρητική συζήτηση για την έννοια του μνημείου και τη σημασία της προστασίας. Βιέννη 1905, συνάντηση συντηρητών. Το Διεθνές Συνέδριο Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, Αθήνα 1931, έδωσε τη «χάρτα των Αθηνών». Οι καταστροφές από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο αυξανόμενος αριθμός των ανασκαφών και των ευρημάτων έκαναν οξύτερο το πρόβλημα της συντήρησης. Το 1950 ιδρύεται το Διεθνές Ινστιτούτο για τη Συντήρηση (IIC) και το 1952 εμφανίζεται το περιοδικό Studies in Conservation. Υπό την αιγίδα της Unesco ιδρύονται το ICOM (1949), το ICCROM (1959), το ICOMOS (1965). Σε πολλές από τις συναντήσεις της η Unesco διατύπωσε και καθιέρωσε αρχές, ενώ οι διεθνείς οργανισμοί με τα συνέδρια, τη βιβλιογραφία, την έκδοση βιβλίων, το συμβουλευτικό τους ρόλο κ.ά. ανέπτυξαν τον επιστημονικό χαρακτήρα της συντήρησης και την καθιέρωσαν ως επάγγελμα με ποικίλες ειδικότητες.
Σελίδα από Ευαγγέλιο του 13ου αι. με μικρογραφία του Δ. Πελεκάση των αρχών του 20ού. Μουσείο Μπενάκη (αρ. 34, 4, φ. 210).
Στην Ελλάδα, η πρώτη συστηματική συντήρηση έργου τέχνης με ιστορική σημασία αφορά τα ψηφιδωτά στο Δαφνί και έγινε από τον Βενετό Νόβο ανάμεσα στο 1892 και το 1894. Τον Νόβο διαδέχθηκαν «ζωγράφοι». Ο Φώτης Κόντογλου, ο Φώτης Ζαχαρίου, ο Δημήτρης Πελεκάσης που ήταν ζωγράφοι δούλεψαν πολλά χρόνια ως συντηρητές. Απηχώντας μια μακρά παράδοση, ο μοναχός και ζωγράφος Διονύσιος από το Φουρνά, τον 18ο αιώνα στην Ερμηνεία της Ζωγραφικής τέχνης, αναφέρεται στην επισκευή φθαρμένων εικόνων και μεταφέρει την άποψη ότι ο κατασκευαστής είναι ο καλύτερος επιδιορθωτής. Στο μεσοπόλεμο κάποιοι ζωγράφοι απόκτησαν όνομα και ως συντηρητές εικόνων από ιδιωτικές συλλογές. Τον ζωγράφο ως παραχαράκτη ενσαρκώνει ο Δ. Πελεκάσης (1811-1973) που δούλευε και για το Δημόσιο και για ιδιώτες.
Η κατάσταση θα αλλάξει μόνο μετά το 1960. Η Χάρτα της Βενετίας (1964) θέτει τις αρχές για την προστασία, την αναστήλωση και τη συντήρηση των μνημείων. Η Συντήρηση διεκδικεί την αυτονομία της ως επιστημονικός κλάδος. Παράλληλα, στην Ελλάδα η Αρχαιολογική Υπηρεσία διευρύνει πολύ τις εργασίες και το προσωπικό της και εγκαινιάζει τον νέο κλάδο των «Ζωγράφων Αναστηλώσεως». Ποικίλες ήταν οι προελεύσεις μαθητείας των συντηρητών του Υπουργείου. Το 1967 ιδρύεται ιδιωτική, μέση σχολή, τμήμα των Σχολών Δοξιάδη, που διδάσκει και συντήρηση. Η τριετής αυτή σχολή παύει να λειτουργεί το 1975. Στον Οργανισμό που φτιάχνει το Υπουργείο Πολιτισμού δημιουργείται μεν Διεύθυνση Συντηρήσεως αλλά λεκτικά αγνοείται η ειδικότητα των Συντηρητών. Στη θέση τους συνυπάρχουν οι «Ζωγράφοι Αναστηλώσεως» και οι «Μουσειακοί Γλύπτες και Ζωγράφοι». Από την εποχή του Νόβο σημαντικότερος ως σήμερα σταθμός είναι η λειτουργία από το 1985-86 του Τμήματος Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης του Τ.Ε.Ι. Αθηνών. Η συγγραφέας ολοκληρώνει περιγράφοντας τα μαθήματα του Τμήματος και απαντώντας στην κριτική που του γίνεται.
Ραδιογραφία με ακτίνες –Χ τμήματος του μηχανισμού των Αντικυθήρων.
Η σωστή συντήρηση των αρχαίων μνημείων και αντικειμένων είναι προϊόν συνδυασμένης προσπάθειας συντηρητών –καλλιτεχνών και συντηρητών– επιστημόνων που υποστηρίζονται από κάποιο ερευνητικό φυσικοχημικό εργαστήριο.
Για κάποια ανασκαφικά ευρήματα, η συντήρηση έχει ρόλο σωστικό. Οργανικά υλικά που επέζησαν επί χιλιετίες κονιορτοποιούνται μόλις έρθουν σε επαφή με το οξυγόνο. Η ανασύσταση του βασιλικού υφάσματος της Βεργίνας και του Λευκαντιού από μια μάζα λάσπης έδωσε εκπληκτικά αποτελέσματα.
Η φωτογράφιση με ακτίνες Χ και ένα εξοπλισμένο φυσικοχημικό εργαστήριο επέτρεψαν στους ανασκαφείς να διακρίνουν, μέσα από ένα μίγμα από σώμα και ρούχα, όλα τα μέρη της καταπληκτικής φορεσιάς και τα κοσμήματα της βασίλισσας Arnegonde που βρέθηκε το 1959 στις κρύπτες του Saint-Denis.
Οι συστηματικές ραδιογραφήσεις στον Δημόκριτο αποκάλυψαν ότι τα περίεργα μπρούτζινα σκουριασμένα κομμάτια από το ναυάγιο των Αντικυθήρων ανήκαν σε εξαιρετικά πολύπλοκο αστρονομικό μηχανισμό με 32 γρανάζια.
Εκτός από τη διάσωση και την εξασφάλιση της μακροβιότητας του αντικειμένου, η συντήρηση αποβλέπει και στην αποκατάσταση της αρχικής του μορφής. Όμως, οι επεμβάσεις που γίνονται, τα υλικά που χρησιμοποιούνται, ενδέχεται να καταστρέψουν κάποια πληροφορία ή και να παραπλανήσουν τη μετέπειτα εργαστηριακή έρευνα και χρονολόγηση.
Ο συγγραφέας περιγράφει τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία αρχαιολογικών αντικειμένων ανάλογα με το υλικό τους, επισημαίνοντας τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν σε μελλοντική τεχνολογική τους εξέταση. Συζητούνται: τα υφάσματα, το έφυδρο ξύλο, το οστό και ελεφαντοστό, τα κεραμικά, τα μεταλλικά αντικείμενα, τα μάρμαρα, και τα ζωγραφικά έργα (πίνακες, εικόνες, τοιχογραφίες). Τη βελτίωση των αποτελεσμάτων της συντήρησης εξασφαλίζουν φυσικοχημικές τεχνικές: η φωτογράφιση με υπέρυθρο φως, η φωτογράφιση με μονοχρωματικό φως νατρίου, η μακρο- και μικρο-φωτογραφία, η φωτογράφιση με υπεριώδη ακτινοβολία, η ραδιογραφία και η νετρογραφία. Τις μεθόδους αυτές συνοδεύουν και αναλυτικές τεχνικές, ιδιαίτερα σημαντικές στην έρευνα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων συντήρησης.
Κεφάλι ορειχάλκινου πολεμιστή του Ριάτσε, πριν και μετά την αποκατάστασή του στο C.R.A. της Φλωρεντίας.
Με αφορμή τις έκτακτες ανάγκες αποκατάστασης που επέφερε η καταστροφική πλημμύρα του Άρνο στη Φλωρεντία το 1966, ιδρύθηκε το Κέντρο Συντήρησης της Αρχαιολογικής Εφορείας της Τοσκάνης (C.R.A.). Αξιοποιώντας την εμπειρία αυτή, είκοσι χρόνια αργότερα το Κέντρο απασχολεί πολυκλαδική ερευνητική ομάδα εξήντα ειδικών επιστημόνων που εντάσσουν στα ενδιαφέροντά τους και μια αισθητική της αποκατάστασης, συμβατή με τις νέες μουσειολογικές απαιτήσεις. Από τα μεγάλα έργα αποκατάστασης του Κέντρου, που επεμβαίνει κάθε χρόνο σε 2.500-3.000 αντικείμενα από την Ιταλία και το εξωτερικό, γνωστότερα είναι το αγγείο «François», η «Σαρκοφάγος των Συζύγων» του Λούβρου, το αέτωμα του «Τελαμώνα», οι ορειχάλκινοι πολεμιστές του Ριάτσε. Το Κέντρο καθόρισε δύο απλές αρχές για την αποκατάσταση-συντήρηση:
1. Η αρχαιολογική αποκατάσταση κάνει ευανάγνωστα στον ειδικό τα αυθεντικά τμήματα του αντικειμένου. Συγχρόνως, συμπληρώνοντας τα τμήματα που λείπουν με διακρινόμενο τρόπο εξασφαλίζει τη συνέχεια της φόρμας («ολοκλήρωση») και στερεώνει το αντικείμενο, που είναι πια έτοιμο να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας έκθεσης. Αυτή η «έντιμη» αποκατάσταση χρησιμοποιεί προϊόντα και τεχνικές που δεν θέτουν σε κίνδυνο το αντικείμενο και που μπορούν ανά πάσα στιγμή να αφαιρεθούν (αντιστρεψιμότητα).
2. Η παρέμβαση αποκατάστασης πρέπει να επιβραδύνει, αν όχι να αναστέλλει, τη φθορά του αντικειμένου.
Στην «ολοκλήρωση» των κεραμικών, οι συντηρητές του Κέντρου αντικατέστησαν το γύψο και τη γομολάκα με ένα πλαστικό προϊόν από κερί, χρωστικές ουσίες και ρητίνη, που το ονομάζουν «κερί». Στη συμπλήρωση των μετάλλων, πρώτα αντιμετωπίζονται οι τυχόν πλαστικές παραμορφώσεις. Ενεργώντας ανάλογα εν ψυχρώ ή εν θερμώ ο συντηρητής διαμορφώνει το παραμορφωμένο αντικείμενο. Για τις «ολοκληρώσεις», ευδιάκριτες και πάντα αντιστρεπτές, χρησιμοποιείται μια ρητίνη πολυεστέρα που περιέχει σκόνη αλουμινίου.
Η τοιχογραφία της ανοίξεως α) τη στιγμή της αποκάλυψής της στη Σαντορίνη και β) στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Με τον όρο «αρχαιολογική συντήρηση» εννοούμε τις επεμβάσεις στο πεδίο της ανασκαφής, τα πρώτα σωστικά μέτρα με χαρακτήρα προληπτικό. Ο γενικός κανόνας είναι η διατήρηση, κατά την αποκάλυψη και αμέσως μετά, των συνθηκών που περιέβαλλαν τα αντικείμενα μέσα στη γη. Αυτή η διατήρηση θα εξασφαλίσει και τα σωστά αποτελέσματα των αναλύσεων της αρχαιομετρίας. Καθώς ο χαρακτήρας των επεμβάσεων είναι προσωρινός, η αρχή της αντιστρεψιμότητας των υλικών οφείλει να γίνεται σεβαστή. Η αύξηση των ανασκαφικών προγραμμάτων, που πολλαπλασιάζει τις περιπτώσεις καταστροφής, και η αύξηση του αριθμού των αρχαιομετρικών αναλύσεων, που πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο για λανθασμένα αποτελέσματα, είναι από τους σημαντικότερους λόγους που καθιστούν επιβεβλημένη την παρουσία της αρχαιολογικής συντήρησης στις ανασκαφές.
Ναός Απτέρου Νίκης. Κρύσταλλα γύψου μέσα σε αργιλοπυριτική φλέβα του μαρμάρου.
Για τη διάβρωση της πέτρας από την ατμοσφαιρική ρύπανση υπεύθυνος είναι ο άνθρωπος. Οι πιο συνηθισμένοι ρυπαντές είναι: α) τα οξείδια του αζώτου και β) τα οξείδια του θείου που αντιδρούν με το ανθρακικό ασβέστιο του μαρμάρου και του ασβεστόλιθου και σχηματίζουν γύψο (Ακρόπολη, Ελευσίνα, Αψίδα του Γαλέριου). Από τις μορφές φυσικής διάβρωσης η απλούστερη είναι ο παγετός που πλήττει πέτρες με λεπτούς πόρους (Αρχαία Πέλλα, Ναός Επικούριου Απόλλωνα, Ακρόπολη Καλύβας Νομού Ξάνθης). «Μάργες» ονομάζει η γεωλογία τις λασπόπετρες που διαβρώνονται ακόμη και από τη βροχή. Από τέτοιες πέτρες είναι συχνά κατασκευασμένα τα θεμέλια αρχαίων κτιρίων (Αρχαία Αγορά Αθήνας, Δελφοί). Την πιο «ύπουλη» μορφή διάβρωσης προκαλούν τα διαλυτά άλατα. Σε πορώδεις πέτρες το υλικό καταρρέει με μορφή ψιλής σκόνης, ενώ όλο και μεγαλύτερα κοιλώματα σχηματίζονται στην επιφάνεια. Αυτή η αρρώστια της πέτρας ονομάζεται «κυψέλωση» («alveolation»). Ένα μνημείο πάντως σπάνια εμφανίζει μόνο μία μορφή διάβρωσης (Β τοίχος της Ακρόπολης, Ακρόπολη της Λίνδου). Στην Ελλάδα, η στρατηγική στράφηκε κάποτε από την αντιμετώπιση του αποτελέσματος στην αντιμετώπιση του αιτίου. Μια χώρα με τόσα μνημεία θα χρειαζόταν ειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και μεγάλα, πανάκριβα μηχανήματα. Αυτό το τελευταίο κάνει αδύνατη την ύπαρξη αποκεντρωμένων εργαστηρίων. Παρατίθεται σχετική βιβλιογραφία.
«Σταύρωση». Εικόνα με τρία στρώματα ζωγραφικής (9ος, 10ος, 13ος αι.). Φωτογραφία στο ορατό.
Για την αναζήτηση της μικροστρωματογραφικής δομής, της τεχνολογίας κατασκευής και για τον εντοπισμό μη ορατών νεότερων ή παλαιότερων επεμβάσεων στο αισθητικό αποτέλεσμα, ξεχωρίζουν οι μέθοδοι που αξιοποιούν τη φυσικοχημική συμπεριφορά των υλικών κατασκευής σε ακτινοβολίες διαφορετικού μήκους κύματος. Η μέθοδος της υπέρυθρης ρεφλεκτογραφίας, όπως και όσες χρησιμοποιούν διάφορες ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες (υπέρυθρη, ορατή, υπεριώδη, ακτίνες Χ, ακτίνες γ, κ.ά.), ανήκει στις «μη καταστρεπτικές» μεθόδους ανάλυσης. Προτάθηκε για την έρευνα των ζωγραφικών έργων τέχνης από τον J.R.G. van Asperen de Boer γύρω στο 1970. Η μέθοδος εκμεταλλεύεται τη διεισδυτικότητα των υπέρυθρων ακτίνων διαμέσου των χρωματικών στρωμάτων, που εξαρτάται από το βαθμό απορρόφησης και σκέδασης της ακτινοβολίας στο εσωτερικό του χρωματικού στρώματος, από την κατ’ όγκο συγκέντρωση της χρωστικής στο μέσο και από το πάχος του χρωματικού στρώματος. Η ανίχνευση της υπέρυθρης ακτινοβολίας που τελικά εξέρχεται πραγματοποιείται με τη βοήθεια ηλεκτρονικού συστήματος που μετατρέπει αυτή τη μη ορατή ακτινοβολία σε οπτική εικόνα υψηλής ποιότητας.
H μέθοδος εφαρμόστηκε σε τέσσερις εικόνες του Βυζαντινού Μουσείου της Αθήνας με σκοπό να επιβεβαιωθεί η αξία της και να αναδειχθούν οι διαγνωστικές της δυνατότητες. Πρόκειται για:
α) τη «Σταύρωση» με τρία στρώματα ζωγραφικής (9ος, 10ος, 13ος αιώνας)
β) την «Παναγία Βρεφοκρατούσα» του 14ου αιώνα
γ) τον «Άγιο Γεώργιο» του 14ου αιώνα
δ) τη «Σταύρωση» του 18ου αιώνα
Φυσικές χρωστικές ύλες: κίτρινη ώχρα, κόκκινη ώχρα, μαλαχίτης.
Ανάλογα με την προέλευσή τους, τα χρώματα κατατάσσονται σε ορυκτά, συνθετικά και οργανικά και, ανάλογα με το ειδικό τους βάρος, σε βαριά, μέτρια και ελαφρά. Η γωνία υπό την οποία πέφτει το φως, η πυκνότητα του χρώματος κ.ά. επηρεάζουν την ανάκλαση του φωτός. Κάθε χρώμα έχει τη δική του χρωματική δύναμη και τη δική του καλυπτική ικανότητα. Συνδετικά των χρωμάτων έχουμε πέντε: την τέμπερα, το λάδι, το φρέσκο, τα εγκαυστικά και τα μικτά. Τα κυριότερα χρώματα είναι το violet, τα bleus (azurite, bleu verditer, bleu égyptien, indigo, outremer, smalt και bleu de Prusse), τα πράσινα (μαλαχίτης, terre verte, vert de gris, φυτικά πράσινα), τα κίτρινα (ώχρα, zaune citron, orpiment, zaune de Naples, zaune indien), τα κόκκινα (rouge indien, terre de Sienne brulée, rouge anglais, κιννάβαρη, μίνιο), τα οργανικά κόκκινα (cochenille και kermès, bois de Brésil, laque de garance, sang de dragon), τα καφέ (terre d'ombre nat, brun van Dyck), τα καφέ οργανικά (καφέ μούμιας, άσφαλτος ή κατράμι, sepia) και τα λευκά (κιμωλία, blanc de Saint-Jean, blanc d'Espagne, γύψος).
Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα, «Οδηγήτρια», Μουσείο Μπενάκη αρ. 3018. Στάδιο καθαρισμού της ζωγραφικής επιφάνειας.
Πρόκειται για την εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας «Οδηγήτριας» που βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη (αρ. 3018). Ο Ξυγγόπουλος που δημοσίευσε το 1936 τον κατάλογο των εικόνων του Μουσείου πίστευε ότι ανήκε στο α΄ μισό του 17ου αιώνα και ότι προερχόταν από το περιβάλλον του Εμμ. Λαμπάρδου. Στο πίσω μέρος της εικόνας με λατινικά γράμματα υπάρχει ο αριθμός 1623. Η υπέρυθρη φωτογράφιση αποκάλυψε τις φυσικές και μηχανικές φθορές αλλά και θέματα τεχνικής σχετικά με τα λάμματα, τη γραφή της πτυχολογίας, τα «ανοίγματα» και το λαμμάτιασμα με χρυσοκονδυλιά γύρω από το λαιμό της Παναγίας και το μανίκι του Χριστού. Η υπεριώδης φωτογράφιση πληροφόρησε για το βερνίκι και για κάποιες επιζωγραφίσεις. Το στερεοσκοπικό μικροσκόπιο εκλέπτυνε τις πληροφορίες. Μετά τον καθαρισμό στο πρόσωπο της Παναγίας φάνηκε ότι ο ζωγράφος χρησιμοποίησε πινελιές κόκκινου χρώματος, καθαρό κιννάβαρι, στη μία πλευρά των σαρκωμάτων για λόγους φωτοσκίασης. Φάνηκε επίσης ότι στο χρύσωμα χρησιμοποίησε φύλλα χρυσού ασυνήθιστα μικρής διάστασης (6 εκ.) και ότι χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος με το ρακί ή αυτή του «κολλητικού της λινοκοπίας» χωρίς αμπόλι. Στη συνέχεια, με τομές στη ζωγραφική επιφάνεια σε μεγέθυνση στις 200 φορές φάνηκε η δομή των χρωματικών στρωμάτων, η σύνθεση των κόκκων του χρώματος και η χρωματική τους πυκνότητα. Τομές έγιναν από το «μαφόριο» της Παναγίας, από το φόρεμα του αριστερού Αγγέλου, από το δεξί χέρι της Παναγίας και από το ιμάτιο του Χριστού. Από τις έρευνες προέκυψε και ότι ο ζωγράφος χρησιμοποίησε στην παλέτα του σε μεγάλη ποσότητα το ονομαζόμενο «στουπέτσι».
Το κεφάλι της Παναγίας α) πριν από τη συντήρηση και β) μετά τον καθαρισμό και την αισθητική αποκατάσταση.
Η εικόνα του Μουσείου Μπενάκη με αρ. ευρετηρίου 3051 χρονολογείται στο β΄ μισό του 15ου αιώνα και αποδίδεται στον Ανδρέα Ρίτζο. Ένθρονη, η Παναγία στον τύπο της Πλατυτέρας περιστοιχίζεται από αγγέλους. Στο αυτόξυλο πλαίσιο το επάνω μέρος καλύπτουν σκηνές από τη ζωή του Χριστού, ενώ στα πλάγια και κάτω εικονίζονται απόστολοι και άγιοι. Η εικόνα έχει σχέδιο γραμμένο με κόκκινο χρώμα και όχι εγχάρακτο όπως συμβαίνει με όλες σχεδόν τις εικόνες.
Η εικόνα είχε υποστεί σημαντική αισθητική αλλοίωση από αλλεπάλληλα στρώματα οξειδωμένου βερνικιού και από τουλάχιστον τρεις κύριες επεμβάσεις. Για τη μελέτη της χρησιμοποιήθηκαν διάφορες μέθοδοι: ακτινογράφηση μέσα από στερεοσκοπικό μικροσκόπιο, τομές ζωγραφικής, ανάλυση χρωστικών με περίθλαση ακτίνων Χ που έγινε στο «Δημόκριτο», κ.ά.
Πριν από τον καθαρισμό της εικόνας έγινε εξονυχιστική έρευνα, ενώ ο κατάλληλος διαλύτης εντοπίστηκε με το Test R. Feller. Στο ξύλινο υπόβαθρο αποκαλύφθηκαν κενά που σε πολλά σημεία έφθαναν στην προετοιμασία της ζωγραφικής. Την απεντόμωση ακολούθησε ο εμποτισμός του ξύλου με συνθετική ρητίνη σε θάλαμο κενό αέρος, έτσι το ξύλο ενισχύθηκε και ως κάποιο σημείο μονώθηκε. Τα κενά συμπληρώθηκαν με πηχάκια ξύλου BALSA. Ακολούθησε η αισθητική αποκατάσταση που στόχευε κυρίως το σχέδιο που διασπούσαν τα διαγώνια σπασίματα και οι φθορές του ξύλου.
Άποψη του συγγραφέα είναι ότι η συντήρηση οφείλει να αποκαθιστά το έργο στην αρχική του μορφή απαλλάσσοντάς το από όλα τα στοιχεία που το αλλοιώνουν, οξειδωμένα βερνίκια, επιζωγραφίσεις κ.ά. Άλλωστε να καταρρίψει επιθυμεί το μύθο περί φθοράς και αλλοίωσης της μορφής ενός έργου εξαιτίας της παρέμβασης του συντηρητή.
Έργο του Β. Χατζή. Καθαρισμός από τις θειώσεις της ατμόσφαιρας, τα οξειδωμένα βερνίκια και τις επιζωγραφίσεις.
Πάνω σε ύφασμα ζωγράφισαν πρώτοι οι Αιγύπτιοι ενώ αυτή την τεχνική τελειοποίησαν τον 15ο αιώνα οι Βενετοί μεταφέροντας τη ζωγραφική σε τεντωμένο ύφασμα. Αν η συντήρηση είναι ο συγκερασμός τέχνης και επιστήμης, η συντήρηση ειδικά του υφάσματος παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες: οι ίνες του υφάσματος προκαλούν κινήσεις και παραμορφώσεις, οι φθορές από το χρόνο και την ατμόσφαιρα είναι μεγαλύτερες στο ύφασμα απ’ ό,τι σε συμπαγή υλικά. Για τον καλό προγραμματισμό της σωστικής επέμβασης προηγούνται πειράματα, φωτογραφίσεις κ.ά. Ο καθαρισμός δεν επιτρέπει επιπόλαιες κινήσεις. Από τις πολύ λεπτές επεμβάσεις είναι η προστασία και στερέωση του χρώματος στο υπόστρωμά του. Οι βελατούρες είναι τρομερά ασθενικές στους διαλύτες καθαρισμού. Στις επιζωγραφίσεις, αν υπάρχει συνδετική ύλη (βερνίκι, ζωική κόλλα), οι δύο επιφάνειες διαχωρίζονται και το δεύτερο στρώμα μεταφέρεται σε άλλη υποδομή. Αλλιώς, η επιζωγράφιση καταστρέφεται. Αισθητική απώλεια θεωρείται η αποκόλληση του ζωγραφικού χρώματος. Αυτή όμως η αποκατάσταση δεν μπορεί να τυποποιηθεί γιατί κάθε έργο έχει τη δική του προσωπικότητα. Η συντήρηση ολοκληρώνεται με το πέρασμα ενός λεπτού στρώματος βερνικιού. Απαιτείται φροντίδα των συντεταγμένων υγρασίας (40-50% Η), της θερμοκρασίας (18º C-25ºC), του ορατού φάσματος, έλεγχος των ακτινοβολιών UV. Σε πίνακες μεγάλης αξίας τοποθετείται μπροστά από τη ζωγραφική επιφάνεια προστατευτικό κρύσταλλο (Mirogard) που μειώνει την ανακλαστικότητα.
Τοιχογραφημένη εκκλησία σε συνθήκες εγκατάλειψης…
Η τοιχογραφία, οργανικό μέρος ενός μνημείου, αποτελείται α) από την τοιχοδομή που είναι το υποστήριγμά της, β) από το κονίαμα που είναι το υπόστρωμα του έργου και γ) από τη ζωγραφική επιφάνεια. Οι μόνες γραπτές μας πηγές είναι ο Βιτρούβιος και ο Πλίνιος για την αρχαιότητα, για την Αναγέννηση ο G. Gennini και ο G. Vassari. Ο Διονύσιος ο εκ Φουρνά μας πληροφορεί για τη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή περίοδο.
Οι τοιχογραφίες φθείρονται από την επίδραση της υγρασίας, τη δράση των αλάτων, τη μολυσμένη ατμόσφαιρα, βιολογικούς παράγοντες, την επίδραση του φωτός, τη δράση του ανέμου, τις νεότερες επεμβάσεις, φυσικά αίτια (σεισμός, καθίζηση εδάφους), την ερείπωση του μνημείου με τις επιπτώσεις της. Τέλος, οι τοιχογραφίες που αποκαλύπτονται σε ανασκαφή πρέπει να διατηρούνται στις συνθήκες υγρασίας και θερμοκρασίας στις οποίες βρέθηκαν.
Της συντήρησης προηγείται η λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της εισόδου υγρασίας στην τοιχοδομή του μνημείου και ο έλεγχος θερμοκρασίας και σχετικής υγρασίας του περιβάλλοντος στο εσωτερικό του κτιρίου. Τα στάδια της συντήρησης περιλαμβάνουν την προκαταρκτική εξέταση, τον καθαρισμό της ζωγραφικής επιφάνειας πριν από τη στερέωσή της και τη στερέωση του υποστρώματος. Στις εξαιρετικές περιπτώσεις που εφαρμόζεται αποτοίχιση της τοιχογραφίας ακολουθείται μία από τις εξής τρεις μεθόδους: α) αποτοίχιση μόνο της ζωγραφικής επιφάνειας (strappo), β) αποτοίχιση της ζωγραφικής μαζί με το κονίαμα ή μέρος του κονιάματος (stacco) και γ) απόσπαση και μεταφορά της ζωγραφικής, του κονιάματος και της τοιχοδομής (stacco a massello). Το νέο υπόστρωμα στο οποίο θα τοποθετηθεί η αποτοιχισμένη τοιχογραφία πρέπει να πληροί τόσο αισθητικά όσο και φυσικοχημικά/μηχανικά κριτήρια.
Αφαίρεση υγρασίας και στέγνωμα των υφασμάτων σε ψηφιδωτό δάπεδο με τη μέθοδο της υπέρυθρης ακτινοβολίας.
Για να είναι δυνατή η αποκόλληση των ψηφιδωτών δαπέδων πρέπει να αφαιρεθεί η υγρασία που ενυπάρχει σε αυτά. Τα μέσα που ως τώρα επιστρατεύονταν ήταν η ηλεκτρική σόμπα, το αερόθερμο ή η φλόγα προπανίου (πάνω από φύλλο λαμαρίνας). Τα υφάσματα που χρησιμοποιούνται για την αποκόλληση κολλάνε πάνω στο ψηφιδωτό είτε με «ψαρόκολλα» είτε με κόλλα «Movilit». Έως ότου στεγνώσει η ψαρόκολλα που έχει διαλυτικό της το νερό, η υγρασία ανεβαίνει ξανά στην επιφάνεια αχρηστεύοντάς την. Η Movilit στεγνώνει γρήγορα γιατί έχει διαλυτικό το ασετόν αλλά, πέραν του ότι ακριβώς γι’ αυτό είναι ανθυγιεινή, αλλοιώνει και τα χρώματα των ψηφίδων.
Οι συγγραφείς αποφάσισαν να εφαρμόσουν μια μέθοδο που αναφέρεται στην έκδοση του ICCROM «Mosaics», No1 για τη χρήση υπέρυθρης ακτινοβολίας πάνω σε υγρές επιφάνειες. Οι λαμπτήρες υπέρυθρης ακτινοβολίας θερμαίνοντας ομοιόμορφα και σε βάθος αφαίρεσαν την υγρασία από τα ψηφιδωτά. Η μέθοδος αυτή επιτρέπει τη χρήση της ψαρόκολλας που πλέον στεγνώνει πολύ πιο γρήγορα.
Το λάβαρο του Θέρισου στεγνώνει κάτω από κομμάτια κρύσταλλο με ειδικά βάρη.
Η συγγραφέας παρέχει λεπτομερή οδηγό για τη συντήρηση της ευρύτατης κατηγορίας των υφασμάτων. Αν και οι ίνες των υφασμάτων είναι από οργανικά κυρίως υλικά, στις προβιομηχανικές φορεσιές των λαογραφικών συλλογών λόγου χάρη, συχνά εμφανίζονται υλικά πολλά και διάφορα όπως δέρμα, χαρτί, χάντρες γυάλινες ή πλαστικές, μεταλλικά ελάσματα, χρυσοκλωστές, φτερά κ.ά. Ο συντηρητής επομένως οφείλει να γνωρίζει για όλα τη χημική τους σύσταση και δομή, τον τρόπο κατεργασίας και κατασκευής αλλά και τη συμπεριφορά τους σε ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων.
Η προκαταρκτική εξέταση έχει δύο στάδια. Στο πρώτο, καταγράφονται όλες οι ορατές λεπτομέρειες, δομή υφάσματος, ανάλυση κεντήματος κ.ά., ακόμη και εάν το γνέσιμο είναι δεξιόστροφο ή αριστερόστροφο. Στο δεύτερο στάδιο, με μικροσκόπιο, χρωματογραφία λεπτού στρώματος, διάθλαση ακτίνων Χ ή χημικές μεθόδους, αναλύονται οι βαφές και τα στερεωτικά τους, εντοπίζονται ύλες που χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατεργασία κ.λπ. Στην προκαταρκτική εξέταση ανήκει και ο προσδιορισμός του βαθμού καθαριότητας του υφάσματος.
Οι εργασίες συντήρησης περιορίζονται στο να κάνουν ένα ύφασμα ασφαλές για έκθεση, αποθήκευση ή χρήση έχοντας αποκαταστήσει την ολότητά του και την αισθητική του.
Ο καθαρισμός του υφάσματος μπορεί να είναι επιφανειακός, τοπικός (spot-cleaning), ή να γίνεται με πλύσιμο, διαδικασία πολύ λεπτή που ακολουθείται από το στέγνωμα. Αν το ύφασμα είναι λεπτό και ευαίσθητο, υποστηρίζεται με επιλεγμένα υφάσματα που έχουν νωρίτερα υποστεί την απαραίτητη προετοιμασία. Τέλος, η συντήρηση καλείται να αποφασίσει ποια είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος παρουσίασης του αντικειμένου.
Το λάβαρο του Θέρισου, που χρησιμοποιήθηκε στην επανάσταση της Κρήτης του 1905, εικονογραφεί το άρθρο με στάδια της συντήρησής του.
Μηχανικός καθαρισμός γυάλινου ρωμαϊκού αγγείου σε στερεομικροσκόπιο.
Το 1985 βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη ρωμαϊκός τάφος του 3ου αιώνα μ.Χ., απ’ όπου προέρχεται το μπουκάλι από φυσητό γυαλί που παρουσιάζεται εδώ. Το υλικό του είναι γυαλί τύπου «σόδας-ασβέστου», δηλαδή από οξείδια νατρίου, οξείδια ασβεστίου και διοξείδιο του πυριτίου, που για τον υαλουργό σήμαινε: άμμος + σόδα + ασβεστόλιθος. Η μέθοδος της εμφύσησης επικράτησε από τα ρωμαϊκά χρόνια. Το μπουκάλι ήταν σπασμένο σε πολλά κομμάτια, καλυμμένα με λάσπη. Φανερή τάση για αφυάλωση (devitrification) δεν υπήρχε. Για τον καθαρισμό χρησιμοποιήθηκε μίγμα από ίσα μέρη αιθυλικής αλκοόλης και απιονισμένου νερού σε συνδυασμό με μηχανικό καθαρισμό και στη συνέχεια μπάνιο σε αιθυλική αλκοόλη. Οι περιοχές που αφυαλώνονταν στερεώθηκαν με 5% Paraloid B72 σε ακετόνη. Για τη συγκόλληση χρησιμοποιήθηκαν Loctite Glass Bond για το σώμα και Profix Spezioal-Kleber (Porzellan/Glas) για τη λαβή. Τα λίγα κενά έμειναν ασυμπλήρωτα.
Επανακατασκευή των βοτσαλωτών δαπέδων στο αρχοντικό Βούρλη.
«Το αρχοντικό του Βούρλη» είναι η συριανή ονομασία οικίας που βρίσκεται στη συνοικία «Βαπόρια» της Ερμούπολης, ιδιοκτησίας Αλεξάνδρας Μαυρογορδάτου-Πετρίτζη. Το μεγαλοαστικό αυτό σπίτι κτίστηκε το 1886 και ανήκει στα νεοκλασικά κτίρια της 8ης περιόδου. Είναι διώροφο, λιθόκτιστο και έχει εμβαδόν 210 τ.μ. Η συντήρησή του έγινε σε δύο στάδια. Στο πρώτο, με δάνειο που η ιδιοκτήτρια πήρε από την Κτηματική Τράπεζα με τη συγκατάθεση του Υπουργείου Περιβάλλοντος, αντιμετωπίστηκαν τα προβλήματα στη θεμελίωση με την εξυγίανση και την ενίσχυσή της.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, με τη συγκατάθεση ΥΠΠΕ και ΕΟΤ και βάσει νομοσχεδίου «περί ενισχύσεως της τουριστικής ανάπτυξης» που επέτρεπε τη μερική χρηματοδότηση του έργου, επισκευάστηκε όλη η ανωδομή. Ταυτόχρονα με τις εργασίες συντήρησης άρχισαν και οι εργασίες μετατροπής του κτίσματος σε ξενώνα.
Καθαρισμός του κρανίου ΛΑΟ Ι/Σ 2 στο θάλαμο αμμοβολής.
Είκοσι χρόνια μετά την τυχαία ανακάλυψη του κρανίου των Πετραλώνων, συστηματικές παλαιοανθρωπολογικές έρευνες οδήγησαν στο νέο πλειστοκαινικό εύρημα του ελλαδικού χώρου σε παραθαλάσσια σπηλιά στο Απήδημα της μέσα Μάνης. Το κρανίο αποκολλήθηκε μαζί με το συμπαγές γεωλογικό στρώμα στο οποίο ήταν ενσωματωμένο με φορητό βενζινοκίνητο κομπρεσέρ. Τον Δεκέμβριο του 1985, τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Τα πετρώματα που περιέβαλλαν το κρανίο αφαιρέθηκαν με καλέμια. Για την απομάκρυνση του τελικού στρώματος χρησιμοποιήθηκε οδοντιατρικό τουρ και κρουστικό κομπρεσέρ. Σε δύσκολα σημεία χρησιμοποιήθηκε λεπτή αμμοβολή. Τον καθαρισμό ανέλαβαν οι έμπειροι συντηρητές Γιάννης Δαμίγος, Δημήτρης Κομνινακίδης, Τάσος Μαγνησαλής και Πέτρος Καίσαρας.
Ο αρχαιολογικός χώρος Πετρών.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Restoration of works of art became an established practice from the 16th century onward with the creation of art collections and museums. Up to the 19th century, in context of the belief in an emotional approach to works of art, the restorer brought to his work the middle class tastes in art which had more to do with “appearance” than with “reality”. In the 20th century, the notion of a “cultural heritage” spread, bringing with it the notion both of the “real” and of the “useful”. The role of the restorer changes in the 20th century, the artistic approach combines with the scientific approach and so the method followed becomes that of restoring the process of creation of the object.
Restoration is the overall effort to restrain and delay the decay of objects, which represent our cultural heritage. Restoration includes the scientific examination, treatment and restoration of objects as well as the creation of special, suitable conditions in which they should be stored or exhibited. Any attempt at restoration should be ruled by respect for the authenticity of the objects and the various messages they convey, being historic documents. However, restoration has undergone many, successive transformations through a long period of time until it came to obtain its current style. Until the beginning of our century all restoration work bore the personal seal of the restorer and the artistic tendencies of each period. In most cases the treatment was worse than the "disease". Restoration today is a scientific branch with many chances and potentialities for a full development.
The restoration of the mosaics of Daphni monastery in 1892-1894 represents the first systematic restoration of a work of art with historic significance. The restoration work was undertaken by the Italian Francesco Novo, who was especially invited for this assignment by the Greek state. Novo was succeeded by a number of Greek painters, all empirical in the art of restoration, who continued a long established trandition. Creators of utilitarian or artistic objects have always been considered as their natural restorers, therefore, painters were the most suitable people to restore any damaged work of painting. This attitude and mentality did not change even in the nineteenth century, when the systematic protection and preservation of monuments began. Scientific restoration started after the War and it was only around 1960 that it managed to gain an international reputation. It is then that Greek restorers, educated abroad, appear. At the same time the Greek Archaeological Service considerably expanded its activities, undertook the systematic restoration of many monuments and employed many empirical restorers. Between 1967 and 1977, a few attempts in the private sector were made for the creation of restoration schools of collegiate level, but they were shortlived. When these attempts failed all possibility of studying restoration in Greece disappeared. Today the Archaeological Service employs 343 restorers; 181 with an elementary education, 135 are high school graduates and only 27 have a university degree. Therefore, the institution in 1985 of a Restoration School of university level in the Technologic Educational Institute of Athens, is an important stage in the history of the protection and preservation of monuments in Greece. In spite of the serious shortcomings of the school today, and the hard criticism it has faced, the institution of this school undoubtedly paves the way for the recognition of the restorer's profession, the scientific education of the new restorers and consequently for the modernized, scientific and professional restoration of monuments.
The problems of conservation of ancient remains are now much better understood but not necessarily solved. The aim is to preserve the objects in the most permanent way, but at the same time not to alter or lose any of the historical information they convey. Furthermore, the conservator must also bear in mind that the physical and chemical nature of objects should not change because this would jeopardize various analyses and examinations which could be made in the future for provenance or technological investigations. This paper gives a brief account of the most common methods used for conservation today, stating where necessary the evolution in methodology and philosophy and the possible effect the various treatments may have on further analyses. The account by no means comes from expertise in conservation but rather from a layman's point of view. However, the necessity of approaching the conservation problem in an in terdisciplinary way is projected. The treatments applied to ancient objects must be the result of systematic research by specialists in laboratories equipped with the most sophisticated scientific apparatus. The conservators who have the experience with various materials and weathering products should seek the back up of such laboratories Modern techniques used today to assist and guide the conservator include infrared reflected photography, ultra-violet fluorescence, sodium lamp monochromatic light, x-ray and y-ray radiography, neutron radiography, microphotography. thin section and scanning electron microscope examination, and in addition all sorts of analyses such as. micro-probe analysis, x-ray fluorescence, PIXE (involving accelerated protons), x-ray diffraction etc. The above are briefly described with some examples of application.
The Restoration Centre of Florence in the twenty years of its existence has not only carried out a series of restoration projects in antiquities but has also functioned as a centre of research into the deterioration of archaeological materials. The success and international reputation of the Centre are due not only to its principles and orientation, which dictate an efficient research and a creditable restoration, but mainly to its staff and means. Its 3.500 square metres include fully equipped laboratories for restoration, physicochemical and biological analysis and photographic ateliers, where sixty specialists solve annualy all the restoration problems of approximately 2.500 - 3.00 antique metal and ceramic objects. Among the methods invented by the restorers of the Centre are two techniques for filling / substituting missing parts of ceramics and metal-work. Some of the most important restoration works executed in the Centre are the François Vase, the Pediment of Telamon, the Sarcophagus of the Married Couple of the Louvre and the bronze male statues of Riace.
Archaelogical restoration also includes the restoration of excavational finds, movable or not. Its role and contribution are very important because, due to its intervention, the shock and the disastrous effects to which the finds are subjected at the critical moment of their discovery, are minimized and smoothed. Therefore, restoration has, in addition, a preventable character, since if done correctly and in time during an excavation, it will make unnecessary a lot of restoration work in the future.
The decay of stone monuments is due to a combination of factors caused by nature and man. The task of dealing with this problem is hard if not unfeasible. The various "protection materials", which in past decades had been considered as efficient, have today been proven, at least in their majority, unsuccessful, since progressively they create more problemes than they solve. Therefore, we experience today a strong tendency towards more "traditional" stabilization materials, the search for new protection materials and the intention of treating the reason behind deterioration rather than the deterioration itself.
The article deals with the advantages and diagnostic possibilities of the non - destructive method of infrared reflectography, a useful tool for the physicochemical study of Byzantine icons. The principle of the method — with some reference to the visual behaviour of the pigment layers as regards the infrared radiation — and the equipment used for its application are also described. The application of this method to four especially chosen Byzantine icons of the Byzantine Museum of Athens showed the existance of damages and overpaintings as well as the artist's initial drawing on the ground preparation; it also led to an approximate identification of the pigments used in the successive layers of the painting.
In order to understand and appreciate the painting of past centuries we must have a good knowledge of the pigments that prevailed at least until the end of the eighteenth century, their qualities and properties, such as the form of their grains, specific gravity, colour strength, opacity as well as the mediums used for their application. Finally we must always take into consideration the effect of falling or reflecting light on the surface of the painting.
The restoration works done on the Virgin Hodegetria icon, no 3018, of the Benaki Museum, Athens, offer us a good opportunity to stress the importance of restoration for the study and evaluation of works of art. The methods applied for the diagnosis and restoration of the damages of the icon brought to light a series of data which help us to understand the painter's technique and draw conclusions as regards the dating of the work, since the work bears no signature or date of execution. The exposure of the painting to infrared and ultraviolet radiation revealed vandalisms and overpaintings, gradation of high-lights, density of varnish, etc. The careful examinaton of the painting surface with the help of a micro-stereo - scope disclosed the technical characteristics of the painter. Red lines (cinnabar) have been used for the smooth transition from the lighted to shadowed areas, while brown brush strokes, precede the pictorial description of the hair and seem to play the same role. The radiography of the work revealed the hagiographer's incised sketch of the Virgin and Child. The sections made on the layer of painting showed that the lacquer on the Virgin's ma-phorion belongs to the later layer of painting, while the underpaint has an orange colour. For the angels' garments, on the contrary, a thick layer of lacquer has been used as underpaint on which the high lights are painterd. The flesh is coloured yelllow-pink and the underpaint grey-green. Finally, the pigment analysis with X-rays produced the underpaint of the Virgin's maphorion, the mineral ochre content of haematitic origin and the use of pure cinnabar in the red brush-strokes. The result of this entire effort was worthy since it yielded beyond doubt the artist's technique at the time when the icon must have been painted.
This icon, measuring 87x65 cm., dates from the second half of the fifteenth century and although unsigned is ascribed to the hagiographer Andreas Ritzos. All research methods and facilities available in the restoration laboratory of the Benaki Museum have been employed for the diagnosis, location of damages and study of the painting technique, while the pigments' analysis was carried out in the centre of Nuclear Research "Democritus". The existance of overpaintings executed in various times and the extensive damage of the wood due to wood-eating insects were the two major problems of the icon. Therefore, special effort was made during restoration for the removal of all over-paintings so that the painting could appear in its original form The missing parts of the deteriorated wood were substituted with balsa wood, while the entire wooden painting support was saturated with synthetic resin. Finally, an attempt for colouring was made only in the areas where both the painting and its preparation were fully damaged.
The use of textiles as a material for painting originates from ancient Egypt; it was adopted by the Byzantines and was fully developed during the Renaissance period. The reasons for the wide range and popularity which this technique gained, were more or less financial and social. Painting on textiles is especially sensitive to various environmental conditions. Therefore, its restoration and conservation is difficult and complex. The problem of protection, stabilization of paint on the painting ground, consolidation of the textile with the use of new materials are issues long debated. Each work of painting is unique and presents its own problems. Consequently, the restoration materials used and the methods employed for its rescue vary. The choice of restoration materials depends on the condition and relevant problems of the specific work, the materials it is made of and the space where it will be exhibited in the future. The homogeneity of materials and thermodynamic of masses must be meticulously observed during every phase of restoration. The instability of the painting ground, the weak colours and the variety of varnishes, which are typical features of this kind of painting, oblige us to be very careful and patient while cleaning the painting surface. The varnish transparency must be adjusted to the theme represented, the materials used and the space in which the work will be exhibited.
Wall paintings consist of three basic parts, the layer of painting, the plaster ground and the wall / masonry support. The type and extent of deterioration and / or damage of wall paintings depends mainly on environmental conditions. The process of restoring wall paintings is usually long and complicated and involves the cleaning of the painting layer, consolidation of the painting layer and the plaster ground, detachment of wall paintings, if necessary, and the creation of new supports for the detached wall paintings.
One of the major problems in detaching floor mosaics from the ground is moisture. Recently, however. the method of exposing the mosaics to infrared radiation has yielded excellent results and seems to have solved the moisture problem very satisfactorily. All measurements and experiments neccessary for the application of the method were carried out with the full assistance of the scientific staff of Patras University. This new method has been proven much better than all others applied so far for the reasons that it does not damage the mosaics, dries the mosaics much deeper, costs less, contributes to better working conditions and is quite harmless to the restorers' health.
Textiles represent part of man's history of civilization, since all over the world textiles have beeen produced from very early on. Only a few textiles have survived from antiquity and they have been found in tombs where climatological conditions favoured their preservation. During the Byzantine era and the Middle Ages textiles were considered to be precious objects and they are mentioned in wills. Many of these textiles and others dating from later periods are today exhibited in museums or private collections. Both museums and collectors have the duty to protect and preserve them, not only for the present but also for generations to come, as representative examples of the history of civilization. No matter how an extensive restoration a textile may need it must always be carried out by specialized restoration in well equipped laboratories.
A glass bottle, found in a Roman tomb of the third century BC. was restored in the laboratories of the Archaeological Museum of Thessaloniki. The bottle is made of transparent blown glass with a slight green tinge. Although broken, it is in good condition except for a small area suffering from devitrification. The object was cleaned with ethyl alcohol and de-ionized water in equal parts (dry mud) then mechanically with a scalpel and pin (surface, holes and difficult - to -reach areas). The devitrificated areas were coated with 5% Paraloid B72 in acetone. The adhesives used were Loctrite Glass Bond for the body and Profix Spezial - Kleber (Porzellan / Glas) for the handle. The few missing areas were not gapfilled.
The “Vourlis mansion” is the name of a residence that stands in the neighbourhood called “vaporia” (boats), in Ermoupolis. Belonging to Alexandra Mavrogordatou-Petritzi, this upper middle-class mansion was built in 1886 and is a neoclassical house of the 8th period. It is a two-storey house, made of stone and covers an area of 210 square metres. Restoration of the house took place in two stages. During the first stage, the owner took out a loan from the Mortgage Bank with the approval of the Ministry of the Environment. During this first stage the foundations of the house were repaired and reinforced. Four years later, the Ministry of Culture together with the Tourist Board (EOT) approved partial funding of works on the house. With the support of the law condoning “financial support of touristic development” the actual house was repaired. At the same time that repairs took place, the mansion was converted into a luxurious hostel.
Twenty years since the fortuitous discovery of the Petralona skull, the new Pleistocene find in the Helladic area — the result of a systematic Paleoanthropologic research — was found in a concrete geologic bed in a cave by the sea at Apidema, Mesa Mani. The location of petrified cranial bones in a recess of the inner side of a coastal cave at Apidema gave the initiative for an intensive Paleoanthropologic research, which started in 1978. Two years later and while detaching other finds, a second skull was brought to light. This skull, found in the same cave recess and next to the first, was in better condition since its side adjacent to the outer surface of the rock was protected by a sediment two to six mm. thick; therefore, its identification as human was much facilitated and beyond doubt. The extremely difficult cleaning of the human petrification, executed in the laboratories of the National Archaeological Museum, proved that the skufl belongs to an ancestral figure of modern man and is especially important to the Paleoanthropology of Greece. The discharge of the skufl from the various rocky materials covering it, must be credited to the persistent and toilsome efforts of the experienced restorers J. Damigos, D. Komninakidis, T. Magnisalis, and P. Kesaras, who for two months, worked on this project with the help of modern technical devices such as the dental grind.

W. Blake, Εκάτη.
Η ετυμολογία συνδέει τη «μαγεία» με την Περσία αλλά αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αν και άγνωστο πότε εμφανίστηκε στην Ελλάδα, η «μαγεία» μαρτυρείται ήδη από την αρχαϊκή εποχή. Στο περιθώριο της επίσημης λατρείας και έξω από την πόλη, με τον αντικοινωνικό χαρακτήρα της, απευθύνεται στους δαίμονες των νεκρών ή σε χθόνιους θεούς, όχι ικετεύοντας αλλά «εξαναγκάζοντάς» τους με τρόπο μηχανικό. Τους περιοδεύοντες «μάγους» συνόδευαν τα ονόματα ἀγύρτης, γόης, μάντις, και η περιφρόνηση των εκπροσώπων της ορθολογικής σκέψης. Από την ελληνιστική περίοδο και εξής, η μαγεία γίνεται πιο μυστηριακή, αντλώντας στοιχεία από ανατολικές θρησκείες και παραδόσεις της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου.
Γνωστικός ίασπις.
Όχι μόνον οι θετικιστές αλλά και οι θιασώτες μιας εξιδανικευμένης αρχαιότητας φρίττουν μπρος στο «τρισάθλιο» αντικείμενο της μαγείας, το οποίο και απαξιούν να αναγνωρίσουν ως γνωστικό. Κατά τον αρθρογράφο, ακόμη και οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι ενοχλούνται από τα «ετερόκλιτα» στοιχεία της που αντιστέκονται στη δική τους συστημική προσέγγιση. Εξέχοντα ρόλο στην αντεπίθεση έπαιξε ο Αυστριακός Alfons Barb ήδη από το 1925. Το φυλακτήριον προς ημίκρανον που δημοσίευσε τότε, ταφικό εύρημα από τον 3ο αιώνα μ.Χ., θυμίζει έντονα την Ευχή ημικράνη που βρέθηκε σε χειρόγραφο του 16ου αιώνα από τη νότια Ιταλία. Η Άρτεμις Εφεσία και ο Ιησούς Χριστός, αντίστοιχα, καλούνται να προφυλάξουν από τον πονοκέφαλο. Αργότερα, ο ίδιος υποστήριξε ότι ορισμένες παραστάσεις της Παναγίας ανάγονται στον αρχαίο δαίμονα του πονοκεφάλου Antaura. Ο Barb ειδικεύτηκε επίσης στον «γνωστικό» σφραγιδόλιθο «Αβράξας», δημοφιλέστατο κατά την Αναγέννηση. Το άρθρο συζητεί μια κατάρα που επί δύο σχεδόν χιλιετίες συνοδεύει ξόρκια κι απειλές, «όπου σκυλί δεν αλυχτά και κόκορας δεν κράζει», καταλήγοντας στο ερώτημα αν το θέμα αυτό ανήκει στο υπόβαθρο της Ανατολής.
Αρχαϊκός χαλκιδαϊκός αμφορέας.
Η αλληλεπίδραση της τελετουργίας, της ποιητικής παράδοσης και των μαγικών απεικονίσεων πάνω σε φυλαχτά που εισήχθησαν στην Ελλάδα από την Εγγύς Ανατολή, δημιούργησαν την ομηρική μάγισσα Κίρκη. Σε σφραγίδες και φυλαχτά, κυρίως από τη Συρία και την Παλαιστίνη, εμφανίζεται η Πότνια θηρών γυμνή, δέσποινα που αφεντεύει τ’ αγρίμια. Η απεικόνισή της πάνω σε όπλα έχει αποτροπαϊκή χρήση. Η δύναμή της πηγάζει από την κυριαρχία της πάνω στα θηρία και από τη μετωπική έκθεση του γυμνού της σώματος. Ξελογιάστρα για τον εχθρό που τη βλέπει, προστατεύει τον πολεμιστή που την φέρει στην ασπίδα του. Άγρια θηρία συχνάζουν και στο περιβάλλον της Κίρκης που, στα αρχαϊκά αγγεία, εμφανίζεται γυμνή με τονισμένο το τρίγωνο του εφηβαίου. Επικίνδυνη και σαγηνευτική, συνδυασμός που θυμίζει τα ανατολίτικα φυλαχτά, θα μετατραπεί σε φυλαχτό του Οδυσσέα όταν αυτός την υποτάξει. Θεά στην Οδύσσεια, τι κάνει την Κίρκη μάγισσα; Αν και τα όρια θρησκευτικών και μαγικών τελετουργιών δεν είναι πάντα σαφή, οι τελευταίες διακρίνονται για την αντικοινωνικότητά τους. Η Κίρκη προσφέρει στους συντρόφους του Οδυσσέα φαγητό που ταιριάζει σε νεκρούς. Προσθέτει στο φαγητό τους δηλητήριο. Τους χτυπά επιθετικά με ραβδί, όργανο μαγικό. Κι όμως, μόλις η σεξουαλικότητά της «εξημερωθεί» από τον Οδυσσέα, η αντικοινωνική μάγισσα μετατρέπεται σε αρωγό και συμπαραστάτη του.
Ορφέας, Ευρυδίκη, Ερμής.
Το άρθρο πραγματεύεται τη σχέση νεκρών και ζώντων. Στα μαντεία των νεκρών, το ρόλο του μεσάζοντος έπαιζαν οι γόητες (από το ρήμαγοάω, θρηνώ), επιδιώκοντας είτε να κατευνάσουν τους νεκρούς, είτε να τους δραστηριοποιήσουν ενάντια σε κάποιον ζωντανό, είτε να εξασφαλίσουν την ευμένειά τους για τον πελάτη τους. Ο Ηρόδοτος διηγείται την ιστορία του τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου και του φαντάσματος της γυναίκας του Μέλισσας. Γνωστή είναι και η ιστορία του Σπαρτιάτη Παυσανία που δολοφονήθηκε στο ναό της Αθηνάς. Θεσσαλοί γόητες ή ψυχαγωγοί κατάφεραν να κατευνάσουν το φάντασμά του. Η Κλυταιμνήστρα ζητάει από την Ηλέκτρα να κάνει σπονδές, προκειμένου να κατευναστεί το φάντασμα του Αγαμέμνονα. Σπονδές σε τρίστρατα αφιερώνονταν και στην αφέντρα των φαντασμάτων Εκάτη. Πινακίδες με κατάρες που στοχεύουν τους ανταγωνιστές τοποθετούνται σε τάφους, πηγάδια ή κάτω από ναούς θεοτήτων που σχετίζονται με τον Κάτω Κόσμο. Οι επικλήσεις των μάγων για συνεργασία στρέφονται προς κόρες και εφήβους που χάθηκαν αδόκητα, σε θύματα φόνου ή σε άταφους νεκρούς. Περίανδρος και Άτοσσα ζητούν από τους νεκρούς γνώσεις που οι ίδιοι δεν κατέχουν. Τα καθήκοντα του γόητος, επίκληση νεκρών και μύηση σε μυστήρια, συνδυάζονται στη μορφή του Ορφέα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι Έλληνες, που δεν αισθάνονται άνετα με τους γόητες, τους αποδίδουν ξένη καταγωγή.
Βακχίς, αντίγραφο έργου του Σκόπα.
Γιατί, ενώ σε χριστιανικές εικόνες αποδόθηκαν ευεργετικές ιδιότητες, οι «ειδωλολατρικές» παραστάσεις θεωρήθηκαν πηγή δυνάμεων του διαβόλου; Η μαγική δύναμη που ασκούσε η απεικόνιση έως τον 1ο αιώνα μ.Χ. έληξε άραγε με την επικράτηση της Civitas Christiana; Αφήνοντας αυτό το ερώτημα να αιωρείται, ο αρθρογράφος ξεδιπλώνει μια ιστορία που αρχίζει από τον Δαίδαλο και καταλήγει στη ρωμαϊκή περίοδο. Νήμα του η αγαλματοφιλία. Η πίστη στο έμψυχο των αγαλμάτων μαρτυρείται ήδη στο δέσιμό τους για να μη φύγουν από την πόλη, όπως συμβαίνει με το ξύλινο ξόανο της Απτέρου Νίκης στην Αθήνα και του Ενυαλίου στη Σπάρτη. Δείγμα μιας «θεατρικής νοοτροπίας» θεωρείται η επάλειψη των γλυπτών με διάφανο κερί από τον Πραξιτέλη για να δείχνουν οι μορφές ολοζώντανες. Πιστεύοντας σε μια τέχνη ικανή να ξεπεράσει την απομίμηση της φύσης, ο πλατωνισμός ενισχύει την πίστη στα ζωντανά αγάλματα. Τουλάχιστον δύο εραστές αγαλμάτων τον 3ο αιώνα π.Χ. οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία. Η αγαλματοφιλία ριζώνει στη Ρώμη. Πραξιτέλης και Σκόπας θεωρούνται ικανοί να εμφυσήσουν μέσω μαγείας εσωτερική ζωή, τον Έρωτα, στην καρδιά του αγάλματος. Ο Έρωτας τώρα μπορεί να επηρεάσει τη σκέψη του ποιητή και των ανθρώπων. Ιερή δύναμη αποδίδεται τόσο στη Βακχίδα του Σκόπα όσο και στον ΄Ερωτα του Πραξιτέλη.
Σφραγιδόλιθος με αταύτιστη θεότητα.
Ο συγγραφέας στήνει έναν ζωντανό διάλογο ανάμεσα σε δύο νοικοκυρές, τη Φλαβία, μια εκρωμαϊσμένη Αιγύπτια, και τη Θοήριν, Ελληνίδα ειδωλολάτρισσα, εμπνευσμένο από ένα εγχειρίδιο των χρόνων του Αυγούστου (30-14 π.Χ.) με οδηγίες για την εκτέλεση μαγικών τελετών. Ωστόσο, το πιο εκπληκτικό εύρημα σε τάφο του 4ου αιώνα μ.Χ., είναι «η μαγική βιβλιοθήκη των Θηβών», με βιβλία και κυλίνδρους γραμμένα σε τέσσερις γλώσσες (ιερατική, δημοτική, κοπτική, ελληνική). Μαγικά σύνολα, ευρήματα με κέρινα ειδώλια και ξόρκια μέσα σε αγγεία, εικονογραφούν τις οδηγίες της για ερωτικά γητέματα που πρέπει να τοποθετούνται σε τάφους ανθρώπων που πέθαναν πρόωρα ή βίαια. Αυτά τα ανήσυχα πνεύματα (νεκυδαίμονες) μπορεί να θέσει ο μάγος στις προσταγές του.
Μετά τα ερωτικά, θέματα υγείας, και ιδιαίτερα ο πυρετός, αντιμετωπίζονται με φυλαχτά και ξόρκια γραμμένα σε πάνω από έξι γλώσσες, όπου συχνά συμφύρονται, χωρίς ειρμό, ανάκατα ονόματα. Το κλίμα της Αιγύπτου διέσωσε και δεκάδες από τα ερωτήματα που απευθύνονταν στα μαντεία για πρόβλεψη του μέλλοντος. Πάνω από χίλια είναι τα μεταλλικά κυρίως ελάσματα που προέρχονται από όλο τον τότε κόσμο, με γητέματα καλής τύχης ή κατάρες προς ανταγωνιστές και αντιζήλους. Χιλιάδες είναι και οι «γνωστικοί» σφραγιδόλιθοι στους οποίους αποδίδεται δύναμη από το ίδιο το ορυκτό αλλά και από το χρώμα του. Με σκαλισμένα μαγικά λόγια και σύμβολα της εμπνεύσεως του κάθε μάγου, «ενεργοποιούνταν» με τελετές καθαγιασμού πριν επιδοθούν στον πελάτη.
Ελληνοαιγυπτιακοί μαγικοί σφραγιδόλιθοι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορικής περιόδου.
Ελάχιστα γνωρίζουμε για την ιστορία των 5.000 περίπου μαγικών σφραγιδόλιθων που έζησαν από τα χρόνια του Αυγούστου ως τα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. Η νέα αυτή σφραγιδογλυφία εμφανίζει πέντε διακριτά γνωρίσματα: α) απεικονίζονται θεότητες και δαίμονες είτε τελείως άγνωστοι είτε αγνώριστοι, β) οι επιγραφές είναι ακατάληπτες για τον αμύητο αφού, αν και σε ελληνικό αλφάβητο, δεν βγάζουν νόημα στα ελληνικά (π.χ.: ΑΒΡΑΣΑΞ, ΒΑΙΝΧΩΩΩΧ), γ) ο τρόπος χάραξης του κειμένου αποκλείει τη χρήση τους ως σφραγίδων δ) πλάι στα κείμενα και τις παραστάσεις χαράζονται κρυπτογραφικά σύμβολα, οι χαρακτῆρες, που καθένας τους θεωρείται η μυστική σφραγίδα κάποιου θεού, ε) σε ειδική τελετή «καθαγιασμού», ο μάγος φορτίζει το χαραγμένο πετράδι με μαγική δύναμη.
Χαρακτηριστική της δυσκολίας αποκρυπτογράφησης πολύσημων μορφών από τους «αμύητους» ερευνητές είναι ένας ἀλεκτοροκέφαλος με ανθρώπινο κορμό κλεισμένο σε θώρακα και με φίδια αντί για πόδια. Στο δεξί κρατάει μαστίγιο και με το αριστερό κυκλική ασπίδα με την επιγραφή ΙΑΩ, όνομα του θεού του Ισραήλ στα ελληνικά.
Οι θεραπευτικοί μαγικοί λίθοι, πάντα πράσινοι, φέρουν λεοντοκέφαλο φίδι με ακτινωτό στέμμα και ένα χαρακτῆρα από τρεις λοξές γραμμές, το «σύμβολο του Χνούβι». Απηχώντας την επίδραση των πλανητών στην υγεία, ο Χνούβις κυριαρχεί στο διάχωρο του ζωδιακού κύκλου που αντιστοιχεί στο στομάχι. Αποτροπαϊκοί της δυσπεψίας, η αποτελεσματικότητά τους επιβεβαιώνεται και από τον Γαληνό.
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
«Σκαλίζοντας» πίσω από την αισθητική παρουσίαση των μουσειακών συλλογών που απασχολεί τη μουσειογραφία, η μουσειολογία ερευνά λόγους, τρόπους, αιτίες που δημιούργησαν τις συλλογές, καθώς και την αξιολογική τους επένδυση σε σχέση με τον ιδεολογικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό ρόλο του σύγχρονου μουσείου. Παιδί της δεκαετίας του 1960 στο εξωτερικό, οι μουσειακές σπουδές μόνον πρόσφατα αποτέλεσαν ξεχωριστό επιστημονικό και επαγγελματικό τομέα στην Ελλάδα. Ανακοινώνεται ένα αφιέρωμα στη μουσειολογία που θα αρθρωθεί σε τέσσερα τεύχη της Αρχαιολογίας. Αναφέρονται οι συντελεστές του παρόντος τεύχους και οι επιμέρους τομείς που θα καλυφθούν στα επόμενα τρία τεύχη.
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρχές 20ού αιώνα.
Με έτος ίδρυσης το 290 π.Χ. και αφιερωμένο στις Μούσες, το Μουσείον της Αλεξάνδρειας με τη Βιβλιοθήκη του αναδείχθηκε στο μεγαλύτερο ερευνητικό και πολιτιστικό κέντρο της εποχής του. Ωστόσο, η γενεαλογία του μουσείου εντοπίζεται στην αναγεννησιακή Ιταλία όπου, για πρώτη φορά, ο όρος μουσείο περιγράφει τη συλλογή του Λαυρέντιου των Μεδίκων. Ξεπερνώντας τις ιδιωτικές συλλογές, δύο πανεπιστημιακά μουσεία ιδρύονται στα τέλη του 17ου αιώνα στη Βασιλεία και την Οξφόρδη. Το δημόσιο μουσείο καθιερώνεται με την ίδρυση του Βρετανικού Μουσείου το 1753 και του Λούβρου το 1793. Γνήσιο παιδί του Διαφωτισμού, το Λούβρο έχει ελεύθερη είσοδο, παρέχει μικρό οδηγό στους επισκέπτες και συνοδεύει τους πίνακες, ταξινομημένους κατά σχολή, με επεξηγηματικές λεζάντες. Ευρωπαϊκές βασιλικές οικογένειες ανοίγουν τις συλλογές τους στο κοινό, δημιουργώντας μουσεία όπως το Πράντο ή το Ερμιτάζ. Στις αρχές του 19ου αιώνα, τα μουσεία έχουν ήδη συνδεθεί με το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας. Ο 20ός αιώνας διακρίνεται από την έμφαση στο πρόσφατο παρελθόν που εκδηλώνεται στα λαογραφικά μουσεία (υπαίθρια και οικομουσεία) και στα μουσεία προβιομηχανικής ιστορίας.
Στην Ελλάδα, τα μουσεία είναι εξαρχής δημόσια και αναπόφευκτα συνδέονται με τις αρχαιότητες. Ο Καποδίστριας ιδρύει το 1829 το πρώτο μουσείο στην Αίγινα. Το 1834, το Θησείο ορίζεται ως «Κεντρικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον» και συνεχίζει να λειτουργεί ως το 1935. Πρώτο στην Ελλάδα χτίστηκε το Μουσείο της Ακρόπολης (1864-74), πρωτοπόρο και στην έκδοση μουσειακών οδηγών. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, που τελικά θεμελιώθηκε το 1866 σε οικόπεδο που δώρησε η Ελένη Τοσίτσα, ολοκληρώθηκε από τον Τσίλλερ το 1899. Ανοιχτό καθημερινά πρωί και απόγευμα, το μουσείο είχε επώνυμες αίθουσες, προθήκες με τίτλους και λεζάντες σε πολλά εκθέματα. Ακολούθησε το μουσείο της Σπάρτης και της Ολυμπίας, τα έξοδα κατασκευής του οποίου καλύφθηκαν από τον Ανδρέα Συγγρό. Στο τέλος του 19ου αιώνα χτίζονται μουσεία στο Αμφιαράειο, το Σχηματάρι, την Ελευσίνα και την Επίδαυρο. Τον 20ό αιώνα ιδρύεται το Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας (1914), το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης (1918), το Μουσείο Μπενάκη (1930). Μετά το 1960 χτίζονται πολλά νέα κτίρια και, ιδίως μετά το 1970, ιδρύονται λαογραφικά μουσεία απ’ άκρου σ’ άκρο. Το Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης ιδρύεται το 1994 και, το 1976, στεγάζεται η Εθνική Πινακοθήκη που είχε ιδρυθεί το 1900. Οι σύγχρονες τάσεις χαρακτηρίζονται από την ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, το «άνοιγμα» προς το κοινό, τον εκσυγχρονισμό των μουσείων μέσω της ηλεκτρονικής τεκμηρίωσης των συλλογών τους και, θετικότερο απ‘ όλα, την καθιέρωση κρατικής μουσειακής πολιτικής.
Διάγραμμα για τη σχέση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής στα μουσεία.
Ευρωπαϊκό πολιτισμικό φαινόμενο, τα μουσεία εκφράζουν τις αξίες του μοντερνισμού και της βιομηχανικής κοινωνίας της εποχής που τα δημιούργησε. Στον μοντερνισμό, η δημιουργία «μετα-αφηγήσεων» στηρίζεται στην πίστη σε μια αντικειμενική πραγματικότητα που τα τεκμήριά της στεγάζονται στα μουσεία. Στην τέχνη που εκτίθεται εκεί, οι βορειο-ευρωπαϊκές ηθικές αρχές της εργασίας και της αυτοδυναμίας βρίσκουν την απτή μορφή τους. Ο ιουδαιο-χριστιανικός γραμμικός χρόνος που κινείται προς τα εμπρός και η πίστη στο άτομο αντανακλώνται στα εκθέματα που οργανώνονται γύρω από σπουδαίες προσωπικότητες και ζωγράφους. Η ιδεολογία του καπιταλισμού επηρεάζει τη σχέση με τα αντικείμενα του υλικού πολιτισμού. Ένα σύνολο κληροδοτημένων κοινωνικών αντιλήψεων που απορρέουν από τις μοντέρνες «αφηγήσεις» βρίσκεται στην καρδιά του συλλέγειν και, στη συνέχεια, στην καρδιά των μουσείων. Η σύγχρονη μουσειακή θεωρία εστιάζει στην κριτική παράδοση που αναλύει τη φύση και τη λειτουργία των μουσείων, ενώ διατηρεί μια αμφίδρομη σχέση με τη μουσειακή πρακτική. Και εδώ, η θεωρία δεν διακρίνεται από την πράξη: κάθε απόφαση για τα μουσεία απορρέει από ένα πολιτισμικό πλαίσιο και έχει πολιτισμικές συνέπειες.
Πώς διαμορφώνεται η ερμηνεία της εικόνας;
Επιμελητής της ανθολογίας «Η Νέα Μουσειολογία» (1989), ο αρθρογράφος επανέρχεται σε κάποια από τα ερωτήματα που εξέφραζαν τότε τον προβληματισμό γύρω από τα βρετανικά μουσεία. Για να περάσουν τα μηνύματα μιας έκθεσης, για να επιτευχθεί ο διδακτικός της στόχος, υποστηρίζει, ο τρόπος παρουσίασης ενισχύεται από λεζάντες, πίνακες, ακουστική ξενάγηση, κατάλογο. Πρόκειται για μια «ρητορική πράξη πειθούς», μια αφήγηση, που δύσκολα ισορροπεί με την αισθητική λειτουργία της παρουσίασης. Κι όμως η αισθητική προκλητικά ενυπάρχει σχεδόν σε όλα τα αντικείμενα θέασης. Η τέχνη της έκθεσης, όχι η επιστήμη της ή η τεχνική της πλευρά, απαιτεί ματιά σκηνογράφου. Τη σύγκριση με τη θεατρική παράσταση υποβάλλουν κυρίως ο τρισδιάστατος χώρος και το στοιχείο του χρόνου, ο «ρυθμός» μιας έκθεσης. Τώρα, το επιτακτικό αίτημα είναι μια «Νέα Ευαισθησία», μια ευαισθησία όχι μόνο στις οπτικές αξίες των αντικειμένων αλλά και στις σχέσεις τους με το χώρο.
Επανεξετάστε την αυθεντία του μουσείου!
Στο εμπεριστατωμένο κείμενό τους, οι αρθρογράφοι αντλούν από τη μεταμοντέρνα θεωρία που αποδομεί το «αυταπόδεικτο» της έννοιας του μουσείου, αναδεικνύοντάς το σε άλλη μια κοινωνική κατασκευή. Οι σημερινές αξίες της υποκειμενικότητας, της σχετικότητας, της ρευστότητας, της διαφορετικότητας δυναμιτίζουν τις ίδιες τις ιστορικές καταβολές του μουσείου. Η μεταφορά του κειμένου εφαρμόστηκε και εδώ: ας πούμε, παρέχεται στο κοινό «αυθεντικό, από καθέδρας» κείμενο ή ενθαρρύνονται οι διαφορετικές αναγνώσεις; Η στοιχειοθέτηση της σχέσης γνώσης και εξουσίας καθιστά ολοφάνερο ότι το μουσείο, ως διαμεσολαβητής γνώσης ανάμεσα στον όποιο διαφορετικό πολιτισμό και το κοινό της έκθεσης, δεν μπορεί να είναι ούτε «αθώο» ούτε «αντικειμενικό». Από την ώρα όμως που το μουσείο αναστοχάζεται, άρχισε και να το συνειδητοποιεί. Αυτό που κάποιοι θεωρούν ως απομυθοποίησή του, δεν είναι παρά το άνοιγμα του μουσείου στις νέες προκλήσεις. Ενδεικτικές είναι οι τολμηρές εκθέσεις γύρω από θέματα που συνήθως δεν θίγονται γιατί είναι «λεπτά». Παράδειγμα, η οργάνωση στο Λίβερπουλ έκθεσης για το ρόλο της πόλης στο διαμετακομιστικό εμπόριο δούλων. Τα μουσεία, επιφορτισμένα και αυτά με τη συντήρηση του «κανόνα», αναπότρεπτα είναι «πολιτικά» ιδρύματα. Ο διάλογος είναι ανοιχτός και οι αντιπαραθέσεις για τα ζητήματα που δημιουργούνται ζωηρές. Ωστόσο, το πλαίσιο δεν μπορεί παρά να είναι ο αυτο-αναστοχασμός και η επίγνωση ότι το μουσείο καθρεφτίζει την κοινωνία που το γέννησε.
Τρύπανο περιστρεφόμενο με τη βοήθεια τόξου.
Από τις δύο μεθόδους διάτρησης λίθινων εργαλείων που χρησιμοποιήθηκαν στην έσχατη Προϊστορία, πειραματικά ανασυσταίνεται η ονομαζόμενη θηλυκή στειλέωση, στην οποία ο στειλεός εισέρχεται στο εργαλείο. Η μέθοδος αυτή είναι συνθετότερη, απαιτεί πολλά βοηθητικά σύνεργα και έχει ως βασικό εργαλείο το σωληνοειδές τρύπανο, φτιαγμένο από καλάμι ή διάφυση μακριού οστού, όπως μαρτυρούν ημιτελή αρχαιολογικά ευρήματα. Η περιστροφή του τρυπάνου διευκολύνεται από την παλινδρομική κίνηση δοξαριού που το σχοινί του έχει τυλιχτεί μια φορά γύρω από το τρύπανο. Την παρουσία δοξαριού γνωρίζουμε από αρχαίες παραστάσεις και εθνολογικά παράλληλα. Με τον ίδιο τρόπο ανοίγονταν οπές και σε πέτρες που το εσωτερικό τους αφαιρούσαν με σμίλη. Σε τέτοιες τρύπες στηρίχτηκε η ξύλινη επένδυση στο λουτρό του ανακτόρου της Τίρυνθας. Μινωίτες και Μυκηναίοι αυτή τη μέθοδο χρησιμοποίησαν για τη διάνοιξη του εσωτερικού λίθινων αγγείων. Με σωληνοειδή τρητήρα κατεργάστηκαν τα λίθινα γλυπτά τους οι Αζτέκοι, ενώ εθνολογικές μαρτυρίες καταγράφουν την τεχνική στους Αβορίγινες, τους Εσκιμώους, τους Ινδιάνους και, ως σήμερα, στους Ινδούς.
Τα σύνεργα περιγράφονται αναλυτικά: το τρύπανο, το δοξάρι, η χορδή, το προστατευτικό της παλάμης, το υλικό προετοιμασίας του σημείου διάτρησης και η άμμος, ως υλικό τριβής. Η ποιότητα εργασίας στα λίθινα προϊστορικά εργαλεία με οπή προδίδει εξειδικευμένο συνεργείο. Παράλληλα, η απαιτούμενη μεγάλη κατανάλωση μυικής ενέργειας υποδεικνύει την ύπαρξη αποθεμάτων τροφής και, επομένως, μόνιμες αγροτοποιμενικές εγκαταστάσεις.
Γενική άποψη της Ακρόπολης από τα δυτικά.
Σε όλη της την ιστορική πορεία, χώρος λατρείας στην αρχαιότητα, οχυρό στη Λατινοκρατία και την Τουρκοκρατία, η Ακρόπολη δεν είχε χρήση συμβολική αλλά στέγασε πλήθος ανθρώπινων δραστηριοτήτων πλην μιας: την εμπορευματοποίησή της. Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την εγκαθίδρυση των Βαυαρών, εισάγεται η γερμανική κλασικιστική θεώρηση του κόσμου που μεταφράζεται από τους Έλληνες σε ακραία πατριωτική προγονολατρεία. Ο βράχος θα γίνει «ιερός», με την εθνοκεντρική έννοια του όρου, ασάλευτη, πέτρινη ναυαρχίδα του έθνους που πάνω της κυματίζει η ελληνική σημαία! Η φιλοσοφία συντήρησης των μνημείων της αντανακλά επί ενάμιση αιώνα το νέο περιεχόμενο που τους αποδόθηκε: σκοπός είναι να «καθαρθεί» η Ακρόπολη από κάθε ίχνος υστερότερων επεμβάσεων ώστε ν‘ αποκατασταθεί το κλασικό «αρχαίον κάλλος». Πολιτιστικό προσκύνημα των καλλιεργημένων περιηγητών του 19ου αιώνα, η Ακρόπολη μετατράπηκε τον 20ό σε τουριστικό αξιοθέατο. Η πλημμυρίδα επισκεπτών σε εποχή αιχμής δεν επιτρέπει πια τη διερευνητική βίωση του ιστορικού χώρου. Πριν μόλις δυο γενιές, μπορούσες να επισκεφθείς τον σηκό του Παρθενώνα με την πανσέληνο. Γιατί, λοιπόν, να αποκλείσουμε ότι στο μέλλον η θέασή της δεν θα επιτρέπεται παρά μόνον από αερόστατα και με τηλεσκόπια;
Ο υπαρξιακός και συναισθηματικός δεσμός των Αθηναίων με το τοπόσημο της πόλης τους δεν αίρεται, ούτε όταν αυτοί δεν το επισκέπτονται. Η ύπαρξή της Ακρόπολης τους είναι βίωμα, προϋπόθεση ζωής, όπως η θάλασσα και τα βουνά γύρω τους. Πέρα από την απαραίτητη βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών, τη σωστή συντήρηση και αναστήλωση, πρέπει να διασφαλιστεί η προσβασιμότητα του χώρου. Γιατί τα μνημεία επιζούν όσο οι άνθρωποι τα φέρνουν στη σκέψη και την καρδιά τους.
Διαμόρφωση ανασκαφής Οικίας Πρόκλου.
Παρουσιάζεται η πρόταση που κατέθεσαν οι μελετητές της Εταιρείας Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων της Αθήνας. Με κεντρική ιδέα την Αρχαία Πόλη, σχεδιάζεται η μεγαλύτερη πολεοδομική παρέμβαση των τελευταίων ετών στην Αθήνα, που θα μπορούσε ακόμη και ν‘αποτελέσει τον πιο ενδιαφέροντα υπαίθριο πόλο αναψυχής όλης της Ευρώπης. Δεν πρόκειται για απλή πεζοδρόμηση αλλά για τη δημιουργία και ανάπλαση κοινόχρηστων και ελεύθερων χώρων που θα εντάξουν τα μνημεία στον ζωντανό ιστό της πόλης και θ‘αποδώσουν στους κατοίκους γαλήνιους περιπάτους στις αρχαίες διαδρομές. Στην περιοχή της Ενοποίησης οι ειδικοί σχεδιάζουν τη διέλευση ελαφρύ λεωφορείου και αργότερα τραμ. Η "Οικία Μακρυγιάννη" προτείνεται να κατεδαφιστεί, οι οδοί Μητσαίων, Καρυατίδων, Παρθενώνος, Ερεχθείου και Προπυλαίων πεζοδρομούνται. Αποκαλύπτεται η Οικία Πρόκλου και, με την απαλλοτρίωση του γωνιακού οικοπέδου, η αρχαιολογική έρευνα επεκτείνεται. Για αντίστοιχο λόγο προτείνεται και η κατεδάφιση, στη συμβολή Δ. Αρεοπαγίτου και Προπυλαίων, της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων με το παρακείμενό της κτήριο. Προτείνεται επίσης η κατεδάφιση των κτισμάτων που κρύβουν την ενότητα Αρείου Πάγου και Πνύκας. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο σχεδιασμός ενοποίησης του Κεραμεικού με την Αρχαία Αγορά αφού θα δώσει την ευκαιρία να αποκαλυφθούν σημαντικές αρχαιότητες.
Άποψη από το Θέατρου του Διονύσου.
Σε αντίστιξη με την αρχαία ελληνική πόλη, παρουσιάζονται οι αλλαγές που επέφερε η ρωμαϊκή κατάκτηση. Τιμοκρατικά κριτήρια επικρατούν, ο πολιτικός άντρας υποκαθίσταται από τον πλούσιο χορηγό. Στο ελληνόφωνο τμήμα της αυτοκρατορίας, οι ιεροί και οι στεφανίτες αγώνες έχουν έπαθλα τιμητικά, ενώ οι θέμιδες χρηματικά. Οι αγώνες πολλαπλασιάζονται, γίνονται θέαμα και κολακεύουν τον κατακτητή. Η κινητικότητα των αθλητών είναι μεγάλη, κάποιοι είναι επαγγελματίες, σε κάποια αγωνίσματα συμμετέχουν γυναίκες. Ο αθλητισμός δεν μένει ανέγγιχτος από την οικονομική διαφθορά και φαίνεται πως μόνον οι Ολυμπιακοί αγώνες δεν «πωλούνταν». Από ανασκαφική μαρτυρία γνωρίζουμε ότι οι Ολυμπιακοί, μέχρις ότου τους καταργήσει το 394 μ.Χ. ο Θεοδόσιος, συνεχίζονται τουλάχιστον ως το 385 μ.Χ.
Βυζαντινές κατοικίες του 11ου αιώνα, πίσω από την οχύρωση της Κάτω Πόλης.
Γενέτειρα μιας βραχύβιας δυναστείας αυτοκρατόρων, πρωτεύουσα του «Ανατολικού Θέματος», γνωστό από την πτώση του στους Άραβες το 838, το Αμόριο έσβησε μετά την ήττα του Ρωμανού Δ΄ από τον Αλπ Αρσλάν. Η αρχαιολογική έρευνα άρχισε το 1987 από τον R. Martin Harrison. Μοναδικός στη Μ. Ασία κεραμικός κλίβανος βρέθηκε στην Άνω Πόλη. Στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο χρονολογείται η τρίκλιτη βασιλική στην Κάτω Πόλη, με πλούσιο μαρμάρινο διάκοσμο. Μετά από πυρκαγιά, ανοικοδομήθηκε ως μεσοβυζαντινή βασιλική με τρούλλο, με μαρμάρινο δάπεδο, τοιχογραφίες και ψηφιδωτά από γυάλινες και χρυσές ψηφίδες στην οροφή. Ο αρχαιολογικός χώρος, που καταλαμβάνει 70 εκτάρια, αναμένεται να αποδώσει πολλά σημαντικά ευρήματα αν συνεχιστούν οι ανασκαφές.
Στατήρ Μιθριδάτου ΣΤ΄ Ευπάτορος.
Στο Ιλίου Μέλαθρον, κατοικία του Ερρίκου Σλήμαν που έφτιαξε ο Τσίλλερ, ο επισκέπτης κινείται ανάμεσα σε τοιχογραφίες, οροφογραφίες και ψηφιδωτά δάπεδα. Από τις συλλογές του Μουσείου που αριθμούν 600.000 νομίσματα, με πολλούς «θησαυρούς», και 15.000 τέχνεργα, εκτίθεται πάνω από το 1%. Αύξηση της προσβασιμότητας του κοινού προσφέρει η χρήση νέων τεχνολογιών. Την έκθεση υποστηρίζουν ο εμπεριστατωμένος Οδηγός και η ηλεκτρονική εφαρμογή με οθόνες αφής και με θεματική αναζήτηση. Με πλουσιότατη βιβλιοθήκη, με την πολυσχιδή του δραστηριότητα αλλά και με τη στήριξη του Σωματείου των Φίλων του, το Μουσείο καθιερώνεται ως κέντρο έρευνας και πόλος έλξης ειδικών και ευρύτερου κοινού.
Από τη Νέα Υόρκη στον παγκόσμιο ιστό.
Με ένα «κλικ», ένα αυξανόμενο πολυεθνικό κοινό πληροφορείται, επισκέπτεται και αναπτύσσει ποικίλη διαδραστική δραστηριότητα με τα μουσεία, τις συλλογές, τις εκδόσεις, τα πωλητήριά τους. Τα μουσεία συναγωνίζονται ως προς τις ιστοσελίδες που αποτυπώνουν τη φυσιογνωμία τους, προσφέροντας συγχρόνως ένα ενημερωτικό οδηγό στον επισκέπτη, δικτυακό ή πραγματικό, για να προετοιμάσει μια επίσκεψη ακόμη και «στα μέτρα του».
Η αρθρογράφος του αφιέρωματος στη Μουσειολογία, με αφορμή το συνέδριο για τα Μουσεία και τον παγκόσμιο ιστό (Museums and the Web 99), μας εισάγει στις εφαρμογές της πληροφορικής που έχουν μετατοπίσει μέρος της μουσειακής δραστηριότητας στο Ίντερνετ.
Παρουσιάζονται και σχολιάζονται οθόνες, δυνατότητες αναζητήσεων ή διαδραστικές εμπειρίες από το Βρετανικό Μουσείο, το Λούβρο, τις Βερσαλλίες, το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, το Μουσείο του Orsay, την Kunst-und Ausstellugshalle, την Εθνική Πινακοθήκη της Washington, το Prado.
Σε θέματα συνεργασίας, άρα και εκπαιδευτικής διαδικασίας, τα μουσεία επιστημών, όπως το Exploratorium του San Francisco, αναπόφευκτα πρωτοπορούν στην εκμετάλλευση του δικτύου Ίντερνετ ως εργαλείου. Παρέχονται ηλεκτρονικές διευθύνσεις για συνδυαστική έρευνα που θα ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο για την «τελευταία λέξη» στις προοπτικές και τις αναζητήσεις γύρω από την παρουσία των Μουσείων στο Ίντερνετ.
Το εξώφυλλο του βιβλίου.
Από το έργο με τίτλο Σύνταγμα των παλαιοχριστιανικών δαπέδων της Ελλάδος του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έχουν εκδοθεί δύο τόμοι για τα ψηφιδωτά δάπεδα των νησιών, της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας. Τα ψηφιδωτά δάπεδα της Θεσσαλονίκης είναι η πρώτη από τις δύο αυτοτελείς ενότητες του τρίτου τόμου για τα δάπεδα Μακεδονίας και Θράκης. Στο βιβλίο της, η Π. Ασημακοπούλου - Ατζακά αρχειοθετεί, τεκμηριώνει και ταυτίζει ένα υλικό αποσπασμένο από το χώρο του εξάγοντας, επιπλέον, ιστορικά και καλλιτεχνικά συμπεράσματα.
Οι λέοντες της Δήλου.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Hundreds of charms preserved on papyrus, parchment, silver, gold and precious stones in Greek, Demotic (ancient Egyptian cursive hieroglyphics) and Coptic (the native Egyptian language written in Greek letters from about the 1st century until the 8th century AD.) have been found in Egypt. The humorous scenario presented in this article is based on one of these texts and gives a picture of the main magical beliefs and practices current in Egypt under Augustus.
A general outline is drawn of the ancient sculptor as a magician, as the maker of live statues. The important function attributed by literary tradition to Daedalus in making live statues is discussed and the Near-Eastern roots of this belief are briefly considered. The evolution of this belief from Homeric times down to the Classical and late-Classical periods is presented, with emphasis given to the periods dominated by the "theatrical mentality", as well as by a taste for a refined finish of the statue's surface. Agalmatophilia is analysed, especially its evidence and development from the 4th century BC until the time of Apollonius of Tyana. The beliefs that a) marble statues already existed inside the blocks of stone, and that the sculptor simply liberated them, removing the superfluous material, and b) that some statues could speak, were typical of the Hellenistic and Roman Imperial mentality. Finally, the late antique and early Christian concept of statues as magical and the assertion that statues are only material is presented. The continuity of the magical power of images in Byzantine culture is also touched upon.
The general project tor the Unification of Athens' Archaeological Sites is a very ambitious plan, which aims at the creation of a network of major cultural landmarks, such as the principal monuments and archaeological sites of the city, connected to one another with a sequence of open spaces, common green, service facilities and areas designated for cultural activities and recreation. The area under consideration refers mainly to Dionyssiou Areopagitou and Apostolou Pavlou streets being made pedestrian passages, two axis forming the backbone of the Archaeological Park. The walkway links most of the important monuments of Athens (Olympeion, Acropolis, Filopappos, Ancient Agora, Keramikos). This site under suitable cirmcumstances and the appropriate management may become the most interesting recreation center of Europe, offering a historical walk through the ages.
The museum as an institution, is directly connected with the habit of collecting objects and underwent a continuous evolution through the centuries, before obtaining its present form as a place in which civilization is not only presented but also produced. Starting with the collections of ancient Greece and Rome and the Museum of Alexandria and continuing with the private collections of the Renaissance and the scientifically classified collections of the period of Enlightenment, we end up with the public museum of the nineteenth century and the cultural-museum centres of our time. This article attempts a survey of the evolution of museums in time and place.
During the late archaic period of Greek history, there emerged a class of professionals who specialized in rituals used to control the dead, many of which could be described as "magical". The word for this specialist, γόης, and the word for his art, γοητεία, in fact became common terms for what we now call "magician" and "magic". The γόης, as we see him in classical Greece, particularly did three things. 1) He appeased and averted ghosts who were out of control and causing trouble for the living. His techniques included creating statues of the ghosts, feeding those statues and then either binding them, to stop the ghost from moving, or leaving the statues in the wilderness. 2) He could call up ghosts to serve the living. Sometimes the ghosts gave prophecies; sometimes they could be forced to hurt individuals among the living with whom the γόης or his client were angry. 3) He developed rituals in which the living could participate, that guaranteed that when they died, their own ghosts would be happy in the afterlife. In this role, the γόης was closely connected to the development of mystery cults in Greece.
Greek magic, often dismissed as a subject of study because it does not reinforce the concept of an "ideal" classical past, has been taken up again in the last years by the amateur social anthropologist as a kind of "case-book" for reconstructing "models" for ancient behaviour-patterns. As a subject of study in its own right, however, it can be richly rewarding to the historian of ideas and traditions. To give but one example, research into the ancient magical texts reveals that such expresions as στα άγρια τα βουνά, που δεν λαλάν κοκκόρια, ούτε γεννάται νύφη και γαμβρός in present-day spells and incantations spoken against the Evil Eye have antecedents going back to almost two thousand years ago.
The ideological function of Greek athletics changed during the Roman period. While in the Classical era athletics represented a stage of preparation in the career of future citizens/soldiers, in the Roman age it served the new ideology of "bread and circuses". In many cities, especially those of Asia Minor, athletic games were organized as part of the new, imperial cult, while the introduction of professionalism led gradually to the adoption of negative practices such as bribery and to the elimination of the idealistic side of athletics.
Two elements are discernible in the persona of Homer's Circe, the first witch in western literature. First, the magical image of the naked goddess an α Mistress of Animals who combines sexuality with danger. The inspiration behind this image most probably came to Greece from the Near East in the form of amulets or images engraved on weapons. Secondly, the ritual practices of anti-social magic determine her actions: she gives the wrong food, more appropriate for the dead than for the living, she uses a wand, and she dispenses poisons (pharmaka). And yet, this anti-social witch is capable of turning into a helper, once her sexuality is "domesticated" by a man. It is a significant point in the Circe's story of the Odyssey that she is transformed from a dangerous adversary to a helper and sees Odysseus safely through his most threatening adventure, namely the descent into the underworld. Circe the sorceress becomes the protector of Odysseus and his men. In other words, she herself assumes the function of the apotropaic amulet. The interaction of ritual, magical amulets and texts produced a story, the unforgettable literary merits of which we owe to the poet of the Odyssey.
The drilling of tools with grinded stones is a technique often applied during Late Prehistory. The two prevalent methods of drilling of the time are suggested mainly by unfinished artefacts. The first method, simple and extremely time-consuming, was already in use from the Upper Palaeolithic period on less hard materials (antlers, teeth, shells) and comprised the piercing of the object with a hard pyritic stone (e.g. pyrites, quartz). The second method, which is the subject of this article, is more complicated and requires substantial "technical backup", since its "technological chain" includes a multitude of auxiliary implements. However, the basic implement is the tubular drill. In context of this experimental approach, the drilling of various kinds of stone was attempted using pieces of reed, which is a par excellence "pyritic" plant, meaning a hard plant.
The purpose of this article is to present in brief some of the problems related to the interpretation of objects, collections and ideas in a museum. Therefore, it attempts to demonstrate that apart from displaying exhibits and communicating with the visitor,interpretation is the way in which the museum understands and evaluates its exhibits in context of the civilization this material belongs to. Such interpretation should be an integral part of the institution and programme of the museum, it should dictate its activities and choices thus marking all cultural and social creativity.
By the early Roman imperial period, magical gemstones, a new genre of glyptics, begin to appear. These gems represent a distinctive range and combination of representational motifs and inscriptions,the stones generally feature inscribed figures of deities and demons hitherto unknown to the Graeco-Roman and Egyptian pantheons; in some cases the known classical deities appear in a new iconographical context. This novelty consists of a) inscriptions, which are often formulaic and which to the uninitiated have no apparent meaning (ονόματα βάρβαρα) in Greek and b) cryptographic signs, or χαρακτήρες. These gemstones, some 5000 in number were made according to recipes, and after their engraving they were supernaturally charged with potency by a magician. Here various representations and functions, especially those involving a combination of sympathetic and therapeutic magic, are examined in some detail.
The Acropolis was primarily, in its age-long history, a site with various functions. Fortified resort and precursor of the Mycenaean megaron,in Prehistoric times it was an area of worship dedicated to the chthonic deities and the mythical heroes of Attica. In the classical period it was the sacred precinct of the gods and treasury to the Attic alliance .In the Hellenistic and Roman era, a consecrated place, inspiring admiration and worthy of visiting. The Acropolis was an episcopal seat in the years of the Byzantine Empire and a fortified palace of the Frankish, Catalan and Florentin despots in the late Medieval period, also in the Years of the Ottoman rule, a fortified upper town, incorporating the residence of the Turk commander of the garrison of Athens. This site, in its extremely long historical course, has experienced almost all human activities but one, its commercialization, and that is especially significant. The Acropolis of Athens today, deprived of any functional use, the object of artistic and scientific admiration, and the holy landmark of the Greek nation, does not rise remote and haughty above the city, but stands inviting generations of people to enjoy it. However,under the circumstances created by mass tourism, visiting the Acropolis is not an easy task. The circulation of visitors around the limited archaeological site, covering only three acres, has become difficult (average:15,000 visitors per day, 3000 per hour in top season), also it is difficult to comfortably view the monuments and to experience its historical character. Apart from the improvement of environmental conditions and the discreet restoration of the monuments, the most important thing to be preserved and guaranteed is the accessibility of the Acropolis. Monuments do not only survive because of their structural preservation, but live as long as people keep them alive in their hearts and minds.
Published in 1989, the anthology The New Museology, edited by the author of the present article, addressed some of the most important issues which then formed part of the contemporary debate about the role and function of museums in Britain. This article reviews some of the questions raised in that anthology, in particular that of the central function of display amongst the other activities on which museums engage. Whether the display of objects should be considered a science or an art, and, if an art, how it might be thought to relate to other art forms. The author argues that the science of display, that is the technical aspect of display, is fairly easy to teach. But the art of display is a very different matter. It means developing, above all, a very special kind of visual sensibility which relates intimately to specific ways of seeing, and therefore, of interpreting and understanding. In this respect, the art of the exhibition designer closely resembles that of the stage designer; indeed, the comparison between display, regarded as an intrinsically theatrical act, and the art of theatre is an instructive one. This comparison is briefly analysed in the last part of the article.
Museums have a central place in the cultural pattern of modern Europe and of the European-influenced world. Museums, objects and collections are the three faces of a cultural triangle, each showing different features to the world, but together making up a whole. The study of the various theories and cultural traditions that lie behind museums, the role of museums in contemporary society and the symbolic nature of objects, collections and exhibitions are an essential part of the work of museum professionals. They relate to their everyday practice, and every single museum decision is a philosophical act which arises from a cultural context and has cultural implications. Museums and their collections are a part of the wider world of society and its material culture, and so a cultural study of museums must both reflect that world, and lead to its better understanding.
Χάρτης της Μεσογείου όπου σημειώνονται τα εφτά θαύματα του κόσμου.
Πάνω σ’ ένα χάρτη της Μεσογείου με σημειωμένα τα εφτά θαύματα, ένα πλοίο ξεκινάει το ταξίδι του από τη Ρώμη προς την Αλεξάνδρεια, τον πρώτο του σταθμό. Από μακριά φέγγει ο Φάρος, που ζωντανεύει μέσα από τις περιγραφές των περιηγητών.

Λεπτομέρεια από το χρυσό έλασμα που κοσμούσε τον γωρυτό της Βεργίνας.
Γωρυτός ονομάζεται η θήκη για τα βέλη και το τόξο έφιππου πολεμιστή. Δερμάτινη ή ξύλινη, η θήκη καλύπτεται με χρυσό έλασμα. Τέσσερις γωρυτοί έχουν βρεθεί στη Νότια Ρωσία και το εξάρτημα αυτό θεωρείτο τυπικά σκυθικό μέχρις ότου, το 1977, ήρθε στο φως ο γωρυτός της Βεργίνας. Οι φυσικές και χημικές αναλύσεις των μετάλλων θα ελέγξουν την υπόθεση ότι οι γωρυτοί είχαν κατασκευαστεί σε ελληνικό εργαστήριο.
Προανακτορική περόνη σε σχήμα μαργαρίτας από το Νεκροταφείο Μόχλου (Μουσείο Αγ. Νικολάου αρ. 3109).
Εκτός από τον μικρασιατικό ποταμό Πακτωλό, οι αρχαίοι θεωρούσαν πηγή χρυσού και τον ποταμό Ορόντη στην εξωτική Σκυθία. Για να διαχωρίσουν τον ανοιχτόχρωμο ποταμίσιο χρυσό από τους κόκκους της άμμου, οι Σκύθες χρησιμοποιούσαν προβιά που, προς το τέλος της διαδικασίας, έπαιρνε όψη χρυσόμαλλου δέρατος. Το χρυσάφι κατέκλυσε την Ελλάδα μετά τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου, δίνοντας τεράστια ώθηση στη μεταλλοτεχνία. Επηρεασμένοι από τους Πέρσες, οι Έλληνες τεχνίτες χρησιμοποιούν ημιπολύτιμους λίθους. Σ’ έναν κόσμο που του αποδίδει και μεταφυσικούς συμβολισμούς, το ελληνικό κόσμημα των προχριστιανικών χρόνων έχει διεθνή αναγνώριση.
Χρυσά νομίσματα έκοψαν πρώτοι οι Λύδες γύρω στον 7ο αιώνα π.Χ. Μέχρι την εποχή του Φιλίππου Β΄, χρυσά νομίσματα κόβονταν μόνο σε περιόδους κρίσης.
Η σπανιότητα και κυρίως η αιώνια λάμψη του πολύτιμου μετάλλου που δεν οξειδώνεται το έκαναν ιδανικό σύμβολο του θείου. Τα χρυσά αφιερώματα της αρχαιότητας μπαίνουν, με νέα μορφή, στους χριστιανικούς ναούς.
Εικονογραφούνται η σφυρήλατη τεχνική, η έκκρουστη, η διάτρητη, η χρήση μήτρας, η διακόσμηση με σμάλτο, η κοκκίδωση και ο ένθετος διάκοσμος.
Προανακτορικά φυλλοφόρα κλωνάρια από το Νεκροταφείο Μόχλου (Μουσείο Αγ. Νικολάου).
Καθώς οι άνθρωποι έλιωναν τα παλαιότερα χρυσά αντικείμενα για να αξιοποιήσουν εκ νέου το σπάνιο μέταλλο, αρχαία αντικείμενα από χρυσό επιβιώνουν μόνο εφόσον διασώθηκαν σε κάποιον ασύλητο τάφο. Τα κοσμήματα της πρωτομινωικής ΙΙ περιόδου (2900/2600-2300/2200 π.Χ.) προέρχονται κυρίως από τους τάφους του Μόχλου, στην ομώνυμη νησίδα κοντά στη βόρεια ακτή της επαρχίας Σητείας. Το νεκροταφείο που αποτελείται από διάφορους τύπους ορθογώνιων τάφων, ανέσκαψε ο Αμερικανός R. Seager στις αρχές του αιώνα. Στα πεταμένα χώματα της ανασκαφής του βρέθηκαν σκόρπια μικρά κομψοτεχνήματα αλλά και ένας κανονικός θησαυρός, φυλαγμένος σε συμπιεσμένο ασημένιο αγγείο. Αποκαλύφθηκαν λεπτοδουλεμένα αλυσιδάκια, βραχιόλια και μικρές ταινίες ταφικής χρήσης αλλά και πολλά σκόρπια φύλλα που, συνδυασμένα σε μικρά κλωνάρια, στόλιζαν τα μαλλιά. Διπλωμένο και σφιγμένο σαν μπαλίτσα, διασώθηκε ένα διάδημα, το λαμπρότερο κόσμημα ολόκληρης της προανακτορικής χρυσοχοΐας. Πρόκειται για μια ταινία που, με έκτυπη «κοκκίδωση», στολίζουν τρία σχηματοποιημένα κρητικά αγρίμια (αίγαγροι). Μοναδικότητα στο αντικείμενο προσδίδουν οι τρεις πανύψηλες διπλές κεραίες σε σχήμα V από λεπτό έλασμα και ταιριαστό διάκοσμο. Στις πλατύτερες άκρες τους περιγράφεται μικροσκοπικό αγρίμι. Οι κομψές κεραίες του διαδήματος, που είχε πραγματική και όχι ταφική χρήση, τρεμόπαιζαν με κάθε κίνηση της κεφαλής. Το διάδημα επέτρεψε να διορθωθούν παρερμηνείες ανάλογων κοσμημάτων ως ταφικών προσωπίδων ή και διακοσμητικών ταινιών. Επανέφερε επίσης τη συζήτηση γύρω από τον χρυσοφόρο τόπο που προμήθευε τους Μινωίτες. Αν και οι εργαστηριακές εξετάσεις λείπουν, ο αρθρογράφος εκτιμά ότι η Λυδία και ο θρυλικός Πακτωλός τροφοδοτούσαν τους Κρήτες με χρυσάφι, υλικό που συνδεόταν με μαγικοθρησκευτικές και κοσμολογικές αντιλήψεις.
Χρυσός πάνθηρας από διάκοσμο ασπίδας.
Την πρώτη χιλιετία π.Χ., ιρανόφωνα νομαδικά φύλα κατέκλυσαν τις στέπες της Ευρασίας. Ο κοινός τους πολιτισμός, που καλλιτεχνικά εκφράζεται με τον ζωόμορφο ρυθμό, ονομάστηκε συμβατικά «σκυθικός» από τα φύλα των Σκυθών που ζούσαν στο δυτικό τους άκρο, πάνω από τη Μαύρη θάλασσα. Στην ίδια πολιτισμική ενότητα εντάσσονται οι φυλές της Νότιας Σιβηρίας αλλά και οι Σαρμάτες που, εκτοπίζοντας τους Σκύθες, δημιούργησαν στο χώρο τους σημαντικό πολιτισμό τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ.
Ο Ηρόδοτος παραδίδει ότι οι νομάδες Σκύθες, που αντλούσαν την καταγωγή τους από τον Δία ή τον Ηρακλή, δεν είχαν πόλεις και οχυρά. Ωστόσο, η ανασκαφική έρευνα τον διέψευσε ως προς τους γεωργούς που έζησαν από τον 7ο έως τον 2ο αιώνα π.Χ. γύρω από τον Δνείπερο. Οι Σκύθες θυσίαζαν μόνο στον Άρη και με το αίμα αιχμαλώτων ράντιζαν τον συμβολικό του βωμό, λατρευτική πρακτική που απηχείται στην Ιφιγένεια εν Ταύροις. Οι νεκροί θάβονταν σε αβαθείς λάκκους με κτερίσματα, ορισμένοι μαζί με το άλογό τους. Τους ηγεμονικούς τάφους καλύπτουν μεγάλοι τύμβοι. Στη σκυθική τέχνη διακρίνονται τρεις περίοδοι: η πρωτοσκυθική (7ος-6ος αι. π.Χ.) και η μεσοσκυθική (5ος-4ος αι. π.Χ.) χαρακτηρίζονται από τον ζωόμορφο ρυθμό που, στη δεύτερη περίοδο, εμφανίζει τάση για σχηματοποίηση και εμπλουτίζεται με ζώα πέρα από τα ελάφια, τους αίγαγρους και τα αιλουροειδή που απεικονίζει η πρώτη. Η επαφή των Σκυθών με τις ελληνικές αποικίες της Μαύρης θάλασσας συντελεί στη μεγάλη ακμή της τέχνης τους τον 4ο αιώνα π.Χ. Στην υστεροσκυθική περίοδο (τέλη 4ου και α΄ μισό 3ου αι. π.Χ.) εμφανίζονται ανθρωπόμορφες παραστάσεις και ο ζωόμορφος ρυθμός γίνεται πιο αφαιρετικός. Ο ίδιος ρυθμός χαρακτηρίζει και τα φύλα που έζησαν από τον 7ο ως τον 3ο αιώνα π.Χ. στη Νότια Σιβηρία από τα οποία γνωρίζουμε μόνο τον πολιτισμό των μεταλλωρύχων Ταγκάρ και τους τύμβους των Αλτάι. Οι μεγάλοι πέτρινοι τύμβοι της αριστοκρατίας των Αλτάι, με τον πάγο που σχηματίστηκε στους αρμούς τους, διατήρησαν τα κτερίσματα σε «βαθιά ψύξη». Σώθηκε το αρχαιότερο χαλί του κόσμου, μεταξωτά υφάσματα, δερμάτινα και ξύλινα μέρη ιπποσκευών. Ο πλούτος και η εκπληκτική τεχνική των κτερισμάτων αυτού του σκυθοσιβηρικού ρυθμού εντυπωσίασαν και τον αυτοκράτορα Πέτρο Α΄, του οποίου η Σιβηρική Συλλογή στεγάζεται στο Ερμιτάζ.
Στη δύση του σκυθικού πολιτισμού εμφανίζονται οι Σαρμάτες. Αφομοιώνοντας σκυθικά και ιρανικά στοιχεία, διαμορφώνουν έναν ανεξάρτητο ζωόμορφο σαρματικό ρυθμό που καθυποτάσσει την αισθητική στην πρακτική σκοπιμότητα. Δυο αιώνες αργότερα Γέτες και Ούνοι σκορπίζουν τα σαρματικά φύλα.
Λεπτομέρεια από τον κρατήρα του Δερβενιού.
Από εργαστήρια στην Αττική, την Κόρινθο και τη Β. Ελλάδα, έφθασαν ως εμάς καθρέφτες, υδρίες, οινοχόες, σίτουλες και κρατήρες με σφυρήλατο ανάγλυφο διάκοσμο. Ο τύπος του πτυκτού κατόπτρου στολίζεται με θέματα από έργα ζωγραφικής ή γλυπτικής. Οι χάλκινες ή ασημένιες υδρίες διακοσμούνται κάτω από τη λαβή, όπως και οι οινοχόες.
Το 1962, σε μικρό κιβωτιόσχημο τάφο στο Δερβένι (Θεσσαλονίκη), βρέθηκε ο μεγάλος κρατήρας του Δερβενιού (330-320 π.Χ.). Η αττική τέχνη του και η ιωνική τρυφερότητα του σχεδίου υποδεικνύουν ένα γλύπτη και τορευτή από ιωνική πόλη της Χαλκιδικής που μαθήτευσε στην Αθήνα. Το χρυσαφί του χρώμα οφείλεται στη μεγάλη περιεκτικότητα του χαλκού σε κασσίτερο. Τα αγαλμάτια, οι ελικωτές λαβές και η βάση είναι χυτά, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του αγγείου, από τη βάση ως το μέσον περίπου του λαιμού, αποτελείται από μεγάλο, σφυρηλατημένο έλασμα. Μικρότερο έλασμα σχηματίζει το πάνω μέρος του λαιμού και η συγκόλληση των δύο συμπίπτει με τη διαχωριστική του γραμμή.
Στην κύρια όψη του κρατήρα απεικονίζονται ο Διόνυσος και η Αριάδνη με συνοδεία πάνθηρα. Το ζευγάρι περιβάλλουν Μαινάδα και κυνηγός (Πενθέας;) σε εκστατικό χορό. Κάτω από κάθε λαβή, από μία Μαινάδα έτοιμη να σπαράξει χίμαιρα συνδέει την κύρια με την πίσω όψη, που απεικονίζει οργιαστικό χορό Μαινάδων υπό το βλέμμα Σιληνού. Το επάνω τμήμα του λαιμού στολίζει ζωφόρος με δώδεκα ζώα, άγρια θηρία και επίδοξα θύματα. Υπερκοσμημένες είναι οι λαβές του αγγείου. Στις πλευρές της καθεμιάς, τον ώμο του κρατήρα στολίζουν τέσσερα επίθετα συμπαγή αγαλμάτια: Διόνυσος, δύο Μαινάδες και Σιληνός. Στο ιωνικό κυμάτιο του λαιμού, επιγραφή ταυτίζει τον ιδιοκτήτη του
Χρυσό βυζαντινό νόμισμα.
Το χρώμα και τη λάμψη του ήλιου δανείζονται τα χρυσοποίκιλτα εξαρτήματα που ντύνουν την κοσμική και εκκλησιαστική εξουσία στο Βυζάντιο. Το επίσημο νόμισμά του δεν θα μπορούσε να είναι παρά χρυσό ατόφιο. Το 312, ο Μ. Κωνσταντίνος χτύπησε τον «aureum solidum», τον «στέρεο χρυσό», τον «σόλιδο», το γνωστό Κωνσταντινάτο που ζυγίζει 24 καράτια.
Νομισματική υποτίμηση μπορούσε να γίνει με ελάττωση του βάρους και ο νόμος τιμωρεί αυστηρά όσους ξύνουν τα νομίσματα. Επίσημα το έκανε ο Νικηφόρος Φωκάς για να αντιμετωπίσει τις πολυδάπανες εκστρατείες του εναντίον των Αράβων. Η πιο συχνή επίσημη νοθεία όμως γίνεται με την ελάττωση της καθαρότητας του πολύτιμου μετάλλου. Σ’ αυτήν θα καταφύγει ο Αλέξιος Κομνηνός, την ώρα που η αυτοκρατορία απειλείται από Βορρά, Δύση και Ανατολή. Τα 24 καράτια του Μ. Κωνσταντίνου ύστερα από δέκα αιώνες μένουν μόλις 12, μαρτυρώντας τις δυσχέρειες των καιρών. Ως τα μέσα του 11ου αιώνα όμως, το «υπέρπυρο» βυζαντινό νόμισμα μένει σταθερό και καθαρό, βγαλμένο μέσα από τη δοκιμασία της φωτιάς (χρυσό «ολοκότινο»), από τα νομισματοκοπεία της Πόλης, της Θεσσαλονίκης και, στα παλιά, καλά χρόνια, από τα κρατικά εργαστήρια της Σικελίας, της Καρχηδόνας, της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας. Με αυτό εμπορεύονται πάντα τα έθνη και είναι δεκτό απ’ άκρου σ’ άκρο της γης, μαρτυρεί ο Κοσμάς Ινδικοπλεύστης. Απηχώντας και διαδίδοντας το μεγαλείο του Βυζαντίου, απεικονίζει τη στρατιωτική του ισχύ στη χλαμύδα του αυτοκράτορα, το θεοστήρικτο της αρχής του στον Άγγελο ή τον Χριστό που τον στέφει, την οικουμενικότητα της εξουσίας του στη σφαίρα και το σκήπτρο του. Η λαϊκή φαντασία θα το επενδύσει με υπερφυσική δύναμη και θα το κάνει φυλαχτό.
Ο Ευαγγελισμός (5ος αι., Ρώμη, Σάντα Μαρία Ματζόρε).
Αντανακλώντας τον πλατωνικό Κόσμο των Ιδεών, η βυζαντινή ζωγραφική επιδιώκει με το φως του χρώματος να αποκαλύψει την άυλη υπόσταση του κόσμου. Ιερή Γραφή για τους αγράμματους χριστιανούς, η ζωγραφική αποκτά διδακτικό, αποκαλυπτικό χαρακτήρα. Το φως, που ταυτίζεται με τον Θεό, καταλύοντας την υλική τους υπόσταση ενώνει τα πάντα σε ένα Όλον. Αυτήν ακριβώς την ενότητα αποδίδει το χρυσό φόντο των ψηφιδωτών δίνοντας υπερβατική διάσταση στο χώρο. Άλλωστε, ο συμβολισμός του χρυσού τον συνδέει με τις έννοιες του πολύτιμου, του άφθαρτου και αναλλοίωτου, του θεϊκού.
Ο χρυσός στα ψηφιδωτά εμφανίζεται ήδη από τον 3ο-4ο αιώνα αλλά η χρήση του φθάνει στο απόγειό της τον 9ο-11ο αιώνα, μετά την Εικονομαχία. Η εντοίχια ψηφιδωτή διακόσμηση στηρίζεται σε κύβο από γυαλί ή πέτρα που θυμίζει πολύτιμο λίθο. Για το χρυσό φόντο, επιλέγονται γυάλινες ψηφίδες με ελαφρά κίτρινη ή κόκκινη απόχρωση. Στη μία τους πλευρά τοποθετείται λεπτό φύλλο χρυσού που καλύπτεται από λεπτό γυαλί. Ως την εικονομαχία, το χρυσό φόντο δεν έχει μεγάλη εξάπλωση. Από κάποια ψηφιδωτά απουσιάζει, ενώ σε άλλα περιορίζεται σε μια χαμηλή ζώνη. Το πρώτο ψηφιδωτό με χρυσό (3ος-4ος αι.) προέρχεται από τη νεκρόπολη κάτω από τον Άγιο Πέτρο του Βατικανού και απεικονίζει τον Χριστό ως ήλιο. Το χρυσό φόντο γενικεύεται στη Ροτόντα της Θεσσαλονίκης (5ος αι.) αλλά, την ίδια εποχή, στη Ραβέννα και τη Ρώμη επιβιώνουν νατουραλιστικά θέματα που περιορίζουν την έκτασή του. Τα καλύτερα δείγματα ενιαίου χρυσού φόντου, όλα του 11ου αιώνα, βρίσκονται στον Όσιο Λουκά στη Φωκίδα, στο Δαφνί στην Αττική και στη Νέα Μονή της Χίου.
Η γλαυκώπις Αθηνά σε αρχαϊκό αθηναϊκό τετράδραχμο. Εντυπωσιακό παράδειγμα σφαιρικής απόδοσης του ματιού.
Γύρω στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ., διάφορα μικρασιατικά εργαστήρια απεικονίζουν μεγάλη ποικιλία ζώων με τεχνική που θυμίζει τους μινωικούς και μυκηναϊκούς σφραγιδόλιθους. Λίγο αργότερα χαράσσονται θεϊκά σύμβολα ή και τοπικά φυτά. Στο γύρισμα του 6ου προς τον 5ο αιώνα, η Δήλος χαράζει στα νομίσματά της λύρα και στους αρχαϊκούς στατήρες της Μήλου εικονίζεται μήλο.
Η ανθρώπινη μορφή προσεγγίζεται τον 6ο αιώνα με τη χάραξη θεών και ηρώων. Στο μεμονωμένο κεφάλι, αρχικά το μάτι απεικονίζεται μετωπικά και με έντονο σφαιρικό σχήμα. Στην αρχή της νομισματοκοπίας οι ανδρικές απεικονίσεις είναι σπανιότερες, ενώ συχνά απεικονίζεται η αποτροπαϊκή Γοργώ.
Η απεικόνιση συγκεκριμένου προσώπου με ατομικά χαρακτηριστικά δεν ήταν επιτρεπτή. Στους περσικούς Δαρεικούς, ο «μεγάλος βασιλιάς» αποδίδεται συμβολικά ως τοξότης. Συμβολική θεωρείται και η απεικόνιση του Θεμιστοκλή με κεφάλι πολεμιστή. Στα νομίσματα που ο Αρταξέρξης τού επέτρεψε να κόψει, χαράχτηκε το όνομα, ή το μονογράφημα ΘΕ, αλλά όχι η μορφή του.
Οι Έλληνες βασιλείς δεν τολμούν ακόμη να διαπράξουν αυτή την ιεροσυλία. Στα αργυρά του τετράδραχμα, ο Φίλιππος Β΄ θα χαράξει το κεφάλι του Ολυμπίου Διός.
Στις σατραπείες της Ανατολής όμως, η επαναστατική αντίληψη της χάραξης ενός συγκεκριμένου θνητού εμφανίζεται ήδη στα 412/411 π.Χ., σε νόμισμα με τη μορφή του Τισσαφέρνη. Άλλο νόμισμα, γύρω στο 413-373 π.Χ., σώζει το πορτραίτο του Φαρνάβαζου. Σώζονται επίσης νομίσματα με δυνάστες της Λυκίας και τα ονόματά τους γραμμένα στην τοπική γλώσσα. Ωστόσο η νομισματοκοπία της περιοχής, πρόδρομος των ελληνιστικών πορτραίτων, έχει ελληνικό χαρακτήρα. Ένα από τα ωραιότερα δείγματα είναι οι αργυροί στατήρες του Έλληνα δυνάστη Περικλή που κόπηκαν γύρω στο 380-360 π.Χ.
Χελώνες από μόλυβδο (Δελφοί) και χάλκινος πέλεκυς (Κύπρος)
Η αρχαιομετρία μελετά με φυσικοχημικές μεθόδους τη σύσταση και τις συνθήκες επεξεργασίας των αντικειμένων που διαμορφώνουν τη φύση και τη χρήση ενός υλικού. Για παράδειγμα, ο χαλκός, πολύ μαλακός για την κατασκευή όπλων, αναμεμειγμένος με κασσίτερο αποκτά σκληρότητα μεγαλύτερη κι από τον σίδηρο. Η συμβολή της αρχαιομετρίας είναι απαραίτητη στην απάντηση τριών ερωτημάτων: ηλικία, προέλευση, τρόπος κατασκευής. Για την ηλικία χρησιμοποιούνται ο άνθρακας -14, η θερμοφωταύγεια ή ο αρχαιομαγνητισμός. Για την προέλευση ενδιαφέρει το ορυχείο απ’ όπου εξορύχθηκε το μετάλλευμα. Οι ανεπαρκείς γνώσεις μας για τα ορυχεία της αρχαιότητας, σε συνδυασμό με τεχνικά προβλήματα που θέτει η επαναχύτευση των αντικειμένων, αντιμετωπίστηκαν με τα ισότοπα του μολύβδου που ανιχνεύονται στα περισσότερα κράματα. Ως προς την τεχνολογία κατασκευής, διακρίνονται δύο στάδια. Στο πρώτο ερευνώνται τα υπολείμματα της εκκαμίνευσης, δηλαδή οι σκουριές. Στο δεύτερο, στην περίπτωση του χαλκού για παράδειγμα, η εκκαμίνευσή του, που αποτελείται από πολλά στάδια, είχε ως αποτέλεσμα να κατακάθεται στο βάθος του καμινιού το σχετικά καθαρό μέταλλο με τη μορφή ημισφαιρίου. Οι χελώνες ή ο πέλεκυς ήταν το σχήμα με το οποίο συνήθως γίνονταν οι εμπορικές συναλλαγές του καθαρού μετάλλου.
Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Τζιμισχής κρατάει στα χέρια το Καθολικό. Γραμμική απεικόνιση τμήματος της τοιχογραφίας του Καθολικού (1535)
Το αρχαιότερο και το μεγαλύτερο μοναστήρι του Αγίου Όρους, η Μεγίστη Λαύρα, ιδρύθηκε το 963 από τον Όσιο Αθανάσιο, που σκοτώθηκε το 1002 κατά τη διεύρυνση του Καθολικού της. Το Καθολικό, πρότυπο για τις περισσότερες μονές του Όρους αλλά και για μονές στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, έχει σήμερα την εξής όψη: Από τον τετραγωνικό πυρήνα ενός είδους σταυροειδούς ναού, προεκτείνονται προς βορρά και νότο δύο ημικυκλικές κόγχες, τα χοροστάσια ή χοροί για τους ψάλτες. Προς τα δυτικά, συνάπτεται ευρύχωρος νάρθηκας, η λιτή. Στη λιτή είναι προσκολλημένα, στα βόρεια και νότια, από ένα παρεκκλήσι. Τη λιτή και τα δύο παρεκκλήσια ενώνει στα δυτικά επιμήκης υαλόφρακτος εξωνάρθηκας.
Οι Έλληνες και ξένοι μελετητές που εξέτασαν το Καθολικό της μονής στηρίχτηκαν στη σημερινή του μορφή, όπως αποκρυσταλλώθηκε το 1899. Δύο σχολές, του Gabriel Millet και του Joseph Strzygowski, αναγνωρίζουν αντίστοιχα: α) τον τύπο του εγγεγραμμένου τετρακιόνιου σταυροειδούς ναού, εμπλουτισμένο με τις αψίδες των χορών, με νάρθηκες και πλάγια παρεκκλήσια, β) μια τυπολογία τρίκογχου ναού, με παλαιοχριστιανικές, αρμενικές ή γεωργιανές επιδράσεις. Με ασφαλή χρονολογικά πατήματα προς τα πίσω, ο αρθρογράφος «ξεφλουδίζει» τις μεταγενέστερες αλλαγές και προσθήκες επιχειρώντας να φθάσει στον τύπο της αρχικής κατασκευής. Την κάτοψη του Καθολικού αποτυπώνει το 1744 ο Κιωβίτης καλόγερος Vasilij Grigorovič Barskij. Τρεις απεικονίσεις του Καθολικού, οι δύο ζωγραφισμένες μέσα στο ναό και η τρίτη σε χαλκογραφία, αναπαριστούν τη μορφολογία του στον 16ο αιώνα, αναλλοίωτη από το τέλος του 11ου. Με μελέτη των πηγών και με αυτοψία, επιχειρηματολογείται ότι: α) το αρχικό σχέδιο της Λαύρας δεν ήταν τρίκογχο, τριαψιδωτό ή τρίφυλλο, β) τα παρεκκλήσια δεν υπήρχαν στο αρχικό σχέδιο, γ) η διεύρυνση του Οσίου Αθανασίου συνίστατο στην προσθήκη των δύο χοροστασίων.
Λαβή από κατσί της Παναγίας της Θεραπειώτισσας.
Η ταφική χρήση του θυμιάματος μαρτυρείται από τον 4ο αιώνα, ενώ η λατρευτική μόλις από τον 5ο. Τα περισσότερα θυμιατήρια κατασκευάζονταν από κράματα του χαλκού. Τα ευτελέστερα ήταν πήλινα και τα πολυτελέστερα ήταν από ασήμι και χρυσό, διακοσμημένα με νιέλο και σμάλτο. Παρουσιάζονται έξι αδημοσίευτα και ένα δημοσιευμένο θυμιατήρι. Ένα κιβωτιόσχημο με σύμπλεγμα λιονταριού και κάπρου κοπτικής τέχνης (αρ. εισ. 11533), δύο σε τύπο δισκοπότηρου με διάτρητο σκέπασμα (αρ. εισ. 11470, 11527), ένα θυμιατήρι αναρτημένο από αλυσίδα (αρ. εισ. 11526) και τρία κατσιά, καθιστά θυμιατήρια με πλατιά λαβή (αρ. εισ. 11469, 11402, 21502). Τα τρία πρώτα (5ος ή 6ος αιώνας) είναι αιγυπτιακής προέλευσης. Τα αναρτημένα από αλυσίδα θυμιατήρια είναι εν χρήσει σε όλα τα χρόνια της αυτοκρατορίας. Είναι τόσο δημοφιλή όταν απεικονίζουν σκηνές της Καινής Διαθήκης, όπως αυτό, ώστε θεωρούνται ενθυμήματα της προσκύνησης στους Αγίους Τόπους. Τα κατσιά, από τα οποία τα δύο πρώτα είναι μοναδικά, δεν αναφέρονται πριν από τον 11ο αιώνα και φαίνεται πως είχαν νεκρικό χαρακτήρα.
Το κατσί με αρ. εισ. 11469 (β΄ μισό του 13ου αιώνα) είναι το πολυτελέστερο από τα ελάχιστα θυμιατήρια της σχετικής βιβλιογραφίας. Σφυρήλατο, αρχικά επίχρυσο, έχει εγχάρακτη και εμπίεστη λαβή, διακοσμημένη με σμάλτο. Στην επιφάνειά της διαγράφονται ολόσωμοι οι δύο στρατιωτικοί Άγιοι Θεόδωρος και Δημήτριος. Η λαβή από κατσί της Παναγίας της Θεραπειώτισσας στην Κωνσταντινούπολη με αρ. εισ. 11402 (περί το 1300), είναι χυτή με εγχάρακτο διάκοσμο. Μέσα στο οξυκόρυφο τόξο της προβάλλει σε έξεργο ανάγλυφο η Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα στον τύπο της Οδηγήτριας και οι επιγραφές: ΜΗ(ΤΗ)Ρ Θ)ΕΟΥ) Η ΘΕΡΑΠΙΩΤΗΣΑ και Ι(ΗΣΟΥ)Σ Χ(ΡΙΣΤΟ)Σ.
Κατσί διακοσμημένο με σμάλτο με τους Αγίους Θεόδωρο και Δημήτριο.
Στο άρθρο αυτό περιγράφονται μεθοδικά τα στάδια συντήρησης των χάλκινων αντικειμένων. Λόγοι αισθητικής αλλά και προστασίας επιβάλλουν τη διατήρηση της πατίνας. Καθώς καμία μέθοδος καθαρισμού δεν εγγυάται την απομάκρυνση των ιόντων χλωρίου που φθείρουν σημαντικά τα κράματα χαλκού, είναι απαραίτητη η σταθεροποίηση του υλικού. Στο τελικό στάδιο, το αντικείμενο προστατεύεται με ανθεκτικό και αβλαβές διαφανές βερνίκι και αποθηκεύεται στις κατάλληλες συνθήκες. Κάθε αντικείμενο έχει τις ιδιαιτερότητές του, εξ ου και η θεραπεία του είναι εξατομικευμένη. Περιγράφονται αναλυτικά τα στάδια συντήρησης για τα επτά θυμιατήρια του Μουσείου Μπενάκη με αρ. ευρ. 11533, 11470, 11527, 11526, 11469, 11402 και 21502.
Κατσί με διάτρητη λαβή.
Ο εντοπισμός της ποσοστιαίας σύστασης των κραμάτων στο υλικό ενός αντικειμένου δεν διευκολύνει μόνο τη συντήρησή του αλλά συμβάλλει στην επαγωγική διαδικασία που, σε συνδυασμό με την τεχνική, εντοπίζει τον τόπο προέλευσης. Η κλασική χημική ανάλυση και η φασματομετρία ατομικής απορρόφησης χρησιμοποιήθηκαν για τα θυμιατήρια του Μουσείου Μπενάκη με αρ. εισ. 21502, 11469 και 11402 που, αν και κατασκευασμένα με βάση το χαλκό, εμφανίζουν διαφορετική απόχρωση. Αν και τα τρία είναι μπρούντζινα, εμπεριέχουν και άλλα χημικά στοιχεία, ανάμεσα στα οποία και άργυρο. Η παρουσία του μπορεί να οδηγήσει στην πηγή προέλευσης του χαλκού.
Υδροδοχείο τύπου Βα.
Τα αγγεία, τυχαία ευρήματα σε εκσκαφές οικοδομών, είναι από ερυθρό πηλό, άλλοτε γυαλωμένα κατά τόπους άλλοτε όχι. Διακρίνονται δύο τύποι. Τα υδροδοχεία τύπου Α (17ος-18ος αι.) έχουν σφαιρική κοιλιά, στενό λαιμό και ελαφρά διευρυμένο στόμιο. Η μακρά προχοή πλησιάζει πολύ προς το λαιμό. Στον τύπο Β διακρίνονται δυο ομάδες: Στην ομάδα Βα τα αγγεία έχουν πεπλατυσμένη σφαιρική κοιλιά και φαρδύ, μακρύ λαιμό. Πολλά, υποτυπώδη ανθέμια στολίζουν κυκλικά το άνω μέρος της κοιλιάς. Τα αγγεία της ομάδας Ββ έχουν σχεδόν ωοειδή κοιλιά, μικρή σε σύγκριση με το μέγεθος του λαιμού που φέρει εφυαλωμένη ταινία. Ο τύπος Β χρονολογείται στα τέλη του 16ου-αρχές του 17ου αιώνα.
Χάρτης της Κεφαλλονιάς.
Ο φυσικός διαμελισμός του νησιού σε τέσσερα τμήματα εκδηλώνεται πολιτικά στην τετράπολη που αναφέρει ο Θουκυδίδης: Κράνη, Σάμη, Πάλη και Πρώννοι. Το νησί, αν και ακατοίκητο στην πρώιμη ιστορική εποχή, εμφανίζει εκτεταμένα μυκηναϊκά νεκροταφεία της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου (13ος-11ος αι. π.Χ.). Ίσως να ήταν και τότε χωρισμένο σε τέσσερα μικρά βασίλεια, με σημαντικότερο εκείνο της Κράνης. Την ύπαρξη χωριών μαρτυρούν οι διάσπαρτες συστάδες οικογενειακών τάφων με περιεχόμενο που υποδηλώνει απλοϊκό, αγροτικό πληθυσμό. Εντοπίστηκαν τάφοι θολωτοί και θαλαμωτοί. Κάπως νεότεροι και πολύ πιο διαδεδομένοι, οι θαλαμωτοί είναι σκαμμένοι σε βράχο με σειρές από βαθιές ταφικές θήκες στο εσωτερικό. Ήσαν προσβάσιμοι από είσοδο με διαμορφωμένη θύρα και σκαμμένο δρόμο. Μετά από κάθε χρήση, ο δρόμος καλυπτόταν ξανά με χώμα και την αρχή του δήλωναν λίθινες στήλες. Λόγω της ανακομιδής των οστών, τα κτερίσματα δεν βρέθηκαν στην αρχική τους θέση, ενώ τα πολυτιμότερα είχαν αφαιρεθεί. Με εξαίρεση μια ομάδα κρατήρων, πρόκειται κυρίως για απλά και μικρά πήλινα σκεύη από ωχρό πηλό, φτιαγμένα βιαστικά στον τροχό, ψημένα πρόχειρα, με φτωχό γραμμικό διάκοσμο. Παράλληλα κατασκευάζονται και χονδροειδή χειροποίητα σκεύη. Τους άντρες συνόδευαν τα όπλα τους: κοντά χάλκινα ξίφη και μαχαίρια, δόρατα με χάλκινες αιχμές, σμίλες και λίθινα ακόνια. Ο γυναικείος ταφικός στολισμός περιλαμβάνει περιδέραια, διαδήματα, δαχτυλίδια, περίαπτα, κουμπιά, σφηκωτήρες για τα μαλλιά. Είναι φτιαγμένα από χρυσό, από χαλκό, από χάντρες διαφόρων υλών ή από υαλόμαζα. Το ένδυμα στερέωναν χάλκινες περόνες και πόρπες. Η παντελής απουσία σιδήρου χρονολογεί τα νεκροταφεία της Κράνης πριν από τις αρχές του 11ου αιώνα π.Χ.
Οι πολεμιστές του Ριάτσε
Gorytos is the name for a case for bows and arrows carried by warriors on horseback. This case was made either of wood or of leather and was gold plated. Four such quivers have been found in Southern Russia and were considered as a typically Scythian piece of armour until in 1977 the Vergina quiver was brought to light. Chemical analysis of the metalwork will prove whether or not this case for bows and arrows was manufactured in a Greek workshop or not.
Gold, in Greek mythology, is connected with countries of the East: even today the Paktolos of Chrysorroa River is spoken of, the sand of which came mixed with the precious metal. Besides the gold dust of the rivers that contained silver, mineral gold was also to be found in the veins of rocks. Various sources of gold are mentioned as existing on Greek territory but all were poor and soon exhausted. The study of golden objects (jewels, coins, textiles, painting mosaics) can supply us with extensive information about the techniques used in antiquity. The various techniques that are exclusive to a goldsmith were developed quite early on (ex. filigree and granulation).
In the cemetery of Mochlos, an island close to the northern shore of Crete, there was accidentally found a treasure of jewels which offer us an excellent picture of the goldsmith's work, during the third millenium. Of exceptional importance is the diadem, with free-standing antennae. This allows us to reconstruct the form of similar artefacts that were found before previous finds and to revise our views on funeral masks. The influence of this type of diadem is evident in paintings and terracotta figurines of the late minoan period. Gold, which was rare at the time, must have been imported from Asia Minor or Egypt, although the possibility that small quantities also existed in Crete cannot be ruled out.
During the first millennium BC, Iranian speaking tribes overflowed the steppes of Eurasia, from the Carpathian Mountains to the Sinic Walls, and created a civilizatiom common to all of them which is known to us as the Scythian. Works of art, astonishing in number and wealth, most of them in gold, have been found in tombs, fortified settlements and Greek colonies. Objects made of sensitive materials, cloth, wool and fur that would normally have hardly been kept from decay were kept preserved by the Siberian ice in the tombs of Altai.
The Derveni Crater dates back to the decade 330-320 BC. It is a masterpiece of metalwork of the 4th century BC. The main body of the vase is of the passion of Dionysus shown in relief. Four attached cast statuettes adorn the shoulder of the vase. The study of the technique employed for this crater supplies us with some extremely important information about the evolution of metalwork during the second half of the 4th century BC.
The fortunes of the golden byzantine coin follow the fortunes of the Byzantine Empire. "Το νόμισμα" or "Κωνσταντινάτο", as it is commonly known, is the first money to combine the three characteristics that make it the perfect coin. It is "solidum, integrum et totum". This fact makes it internationally accepted as currency and it circulates everywhere in the then known world. During the 11th century, because of the difficulties of the Byzantine Empire, “a sickness of the byzantine currency" is spoken of. Alexios Comnenos debases the coinage. Nevertheless, the Byzantine golden coin remains a symbol, even when worn round around the neck as jewelry.
Gold is common to mosaic backgrounds in all phases of Byzantine art. After the iconoclasm it is extensively used for the creation of a unified golden background, while known examples of such a background in early Byzantine art are few and far between. Gold, due to its natural properties symbolizes in Byzantine art and literature the eternal World of God, the Divine Light and the Revelation. Thus, gold illuminates the universe with the divine light and reveals at the same time the reason common to all things, namely God. In this use of a uniformly golden background the fundamental, Byzantine view of oneness is placed on a formal, aesthetic, level.
In the early age of the coinage (approximately at the end of the 7th century BC), the prevalent theme on coins, coming mainly from the Asia Minor workshops, is of a variety of animals. The front face of the coins is later decorated with various attributes of the gods. The representation of humans is still rare until the 6th century B.C. when figures of gods enrich the repertoire of coin iconography. The satraps of Asia are the first to issue coins with human figures, symbolizing themselves. The effort for a realistic representation of the human figure started in the mid 4th century BC, and paved the road for the Hellenistic coin portrait. In the next issue: the representation of Alexander the Great on coins and the most characteristic portraits of the Hellenistic period.
Archaeometry is a relatively new discipline that applies physical, earth and biological science to archaeology. It aims at answering some fundamental questions raised in modern archaeology such as provenance of raw materials, and the dating and technology of man-made objects It is hoped that, in the long run, the elucidation of this type of questions will, eventually, lead to a better understanding of the creativity, sensitivity and overall way of thinking of the men and women who manufactured and used the artefacts we examine today.
Megisti Lavra, oldest and largest monastery on the Holy Mountain of Athos, was founded in 930 AD by St. Athanasius since called the Athonite. It is certain that some buildings in the compound as e.g. the Catholicon (main church) can be traced back to this early period. The Catholicon whose main features consist of a central core of the crossing–square type, enriched by side-apses, double narthexes, and side chapels, is considered to have served as the model for the churches of Athos in general, as well as for many more in Greece and the Balkans. The Catholicon of Megisti Lavra, together with the other Catholica, form a special type of church, whose main characteristic is the existence of side-apses, serving as special stands for choruses of chanters, hence their name of choroi, or chorostasia. The origin of this type of church with side-apses, known as athonite, provoked diverse theories. Some scholars consider this type as being an enrichment of the cross - in – square for liturgical needs, while others believe it to be a triconch or tri-apsidal type, stemming from Georgia or Armenia. But although side apses were always considered as belonging to the initial Lavra Catholicon, they have been added to an already existing building. This fact matches information given in contemporary texts. The Vita of St. Athanasius, believed to have been written about 1010 AD, states that the latter was killed by accident, when he fell from the scaffolding, while “enlarging” the church. Further research has also proved that side-chapels and outer-narthexes are also later additions. Thus, if the present complex is stripped of its extensions, what remains must be the initial Athanasian building. This rather simple church belonged in a way to the cross-type and most probably originates from Constantinople. The addition, during a second stage, of the side apses was the result of functional needs. Thus, it may be concluded that the athonite type of church was not imported but was born and evolved in the Mountain.
The censers of the Benaki Museum presented here are all copper alloys. Depending on their form, these can be put into four categories: a) Box shaped, with a lion grasping a boar on its sliding lid, from Egypt (no. 11533), b) Chalice-shaped with a hemispherical cover, from Egypt (nos. 11470, 11527), d) The so-called "katsi" type, a funerary censer with a broad handle (nos. 11469, 11402, 21502). The two first of these censers are the most elaborately decorated ones and they enrich considerably our knowledge of paleologian(?) metalwork.
Ideally the conservation / restoration of ancient copper objects should leave the patina intact for aesthetic reasons and for the purpose of better preservation. The original surface of the object (shape and size) should also be shown to better advantage. The conservation / restoration can be obtained by mechanic and / or chemical cleaning. In the case of the Benaki Museum's censers, the conservation process included the cleaning and the fixing of the objects in an air vacuum. Last they were covered with an acrylic varnish.
Determination and evaluation of the components that make a metal alloy are indispensable for the conservation and restoration of metallic objects,also determining the origin of the metal the object is made of and the workshop where it was made. It also provides some information on the technological background of the bronze foundries. We have analyzed the Benaki Museum's censers no. 21502, 11469 and 11402).
Two types of early post Byzantine ceramics have been found in Larisa: 1. Waterspots of type A. found 80-120 cm. below the present ground level. These feature a spherical belly and wide base, a narrow neck and a long spout rising close to the neck. They belong to the 17th-18th centuries. 2. Waterspots of type B. Group a. are with a spherical belly broadening at the poles of the pot, while the neck is wide and long. In Group b. the belly is strongly pressed along the diameter of the sphere and is small compared to the size of the neck. These belong to the 16th- 17th centuries.
During the later Mycenaean age (LH III B, C period, which is 13th -11th cent. BC), an intense settlement activity is observed in the geographically closed terrain of the plain of Krani on the island of Cephalonia. The clusters of tombs at Kokkolata, Mazarakata, Metaxata, Lakithra and Diakata show evidence of corresponding villages built on the slopes of the hills around the plain. The whole area most probably formed an administrative unit, a kingdom, and its Centre was the Acropolis of Krani on the innermost spot of the bay (the present Koutavos Bay). The analysis of the content of the tombs (kterismata) and the funeral ritual and customs are, for the time being, the main source of information about the level of civilization of the inhabitants and their contacts with other areas of the Mycenaean world. The complete presentation and scientific elaboration of the finds of the tombs along with the anthropological examination of the bones found in them are still an ongoing the pursuits of a research program in the area still in process.

Η Μάντω Οικονομίδου στο Νομισματικό Μουσείο.
Χαρακτήρ είναι ο τίτλος του τιμητικού τόμου-αφιερώματος που προσφέρθηκε το 1977 στην επίτιμη Διευθύντρια του Νομισματικού Μουσείου, Μάντω Οικονομίδου. Ο αμφίσημος τίτλος, που παραπέμπει βέβαια στη νομισματική, δηλώνει παράλληλα και τη σπανιότητα που αναγνώριζαν στο χαρακτήρα της Μάντως Οικονομίδου οι πολλοί μαθητές, φίλοι και συνάδελφοι που της αφιέρωσαν τα άρθρα τους (έκδοση ΤΑΠΑ).
Έχοντας σπουδάσει Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, η Μάντω Οικονομίδου εξειδικεύτηκε με υποτροφία στην Αμερικανική Νομισματική Εταιρεία της Νέας Υόρκης. Μελέτησε επίσης Νομισματική στο Cabinet des Médailles στο Παρίσι, στο Heberden Coin Room του Ashmolean Museum της Οξφόρδης, στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου και στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο του Βερολίνου.
Το κατώφλι του Νομισματικού διάβηκε για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1953 και επί έξι χρόνια εργάστηκε εκεί εθελοντικά. Το 1959 τοποθετήθηκε Επιμελήτρια Αρχαιοτήτων στη Νομισματική Συλλογή, τη διεύθυνση της οποίας ανέλαβε το 1964. Μετά από τριακονταετή διευθυντική θητεία αποχώρησε τον Ιούνιο του 1994, έχοντας περάσει πάνω από 40 χρόνια στην οδό Τοσίτσα. Κι όμως, το 2009, κατάφερε να χωρέσει μια ολόκληρη ζωή σε ένα μικρό αυτοβιογραφικό βιβλιαράκι που επιγράφεται Τοσίτσα 1. «Τίποτα δεν γίνεται χωρίς συνεργασία, τίποτα δεν γίνεται χωρίς αγάπη», μας είπε.
Εκθέσεις, συνέδρια, αναρίθμητες τιμητικές διακρίσεις διεθνώς. Πνεύμα οργανωτικό και ανοικτό σε κάθε νεωτερισμό, στελέχωσε το Νομισματικό με νέους επιστήμονες και οδήγησε πολλούς άλλους σε δημοσιεύσεις και διδακτορικές διατριβές προτείνοντας υλικό από το τεράστιο απόθεμα του Μουσείου. Πεδία δράσης πολλαπλά: ταξινόμησε το αρχείο του 19ου αιώνα με την ιστορία του Μουσείου, ξεκίνησε τις ηλεκτρονικές καταγραφές, τα εκπαιδευτικά προγράμματα. Ως προς την ανάλυση νομισμάτων, έθεσε τις βάσεις για τη συνεργασία του Μουσείου με το ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» και το Πολυτεχνείο Κρήτης. Πολύτιμο για τους ερευνητές αποδείχθηκε το Αρχείο Νομισματικής Κυκλοφορίας (ΑΝΚ), που τηρείται στο Μουσείο και αποτελείται τόσο από ανασκαφικά νομίσματα όσο και από καταγραφές ιδιωτικών συλλογών και κατασχέσεων.
Με μεγάλη συγκίνηση το περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες δημοσιεύει τη συνέντευξη που παραχώρησε η Μάντω Οικονομίδου στην Αγγελική Ροβάτσου το καλοκαίρι του 2014, λίγους μήνες πριν από το θάνατό της.
Μεγάλος πύργος στο ανατολικό τμήμα της οχύρωσης του οικισμού του Κάστρου.
Παρά τη δημοσιότητα που έχει λάβει παγκοσμίως ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων, το ίδιο το νησί παραμένει σχετικά άγνωστο. Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται μια ιστορική περιδιάβαση του δύσβατου τόπου που βρίσκεται ανάμεσα στην Κρήτη και στα Κύθηρα. Σταθμοί της τα ίδια τα ευρήματα και οι επιγραφές.
Η «Υψηλή Γέφυρα Σερβίων» και η τοπική κοινότητα Νεράιδα. Άποψη από νότια.
Η λειτουργία του Υδροηλεκτρικού Σταθμού Πολυφύτου της ΔΕΗ, από το 1974 και μετά, είχε ως αποτέλεσμα τα νερά της τεχνητής λίμνης να κατακλύσουν το νότιο τμήμα της λεκάνης Κοζάνης-Σερβίων, αλλοιώνοντας ριζικά το ποτάμιο οικοσύστημα του Αλιάκμονα και των άμεσα συνδεδεμένων με αυτό ρεμάτων, και καταστρέφοντας την ιδιαίτερου κάλλους παραποτάμια περιοχή. Μαζί τους κατακλύστηκε ή αποκαλύφθηκε βίαια και διαβρώθηκε το σύνολο σχεδόν των υλικών καταλοίπων του παραποτάμιου πολιτισμού, σηματοδοτώντας μία από τις μεγαλύτερες πολιτισμικές καταστροφές, σε πανελλήνια τουλάχιστον κλίμακα.
Η θέση Κασιάνη Λάβας από ανατολικά. Στο λόφο οικιστικά κατάλοιπα της Αρχαιότερης Νεολιθικής, της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού και της Ελληνιστικής εποχής. Δυτικά του λόφου το φυσικό πέρασμα του Σαρανταπόρου.
Η κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα αποτελεί μια πυκνοκατοικημένη περιοχή ήδη από την Αρχαιότερη Νεολιθική και καθ’ όλη τη διάρκεια των προϊστορικών και ιστορικών χρόνων, ενώ η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή ανάγεται στην Παλαιολιθική εποχή. Σε όλες τις εποχές παρατηρείται έντονη μετακίνηση εντός της κοιλάδας, η θέση κατοίκησης μεταβάλλεται συχνά και συνήθως μεταφέρεται σε όμορα πλατώματα ή λοφίσκους, όπου και μπορεί κανείς, συχνά με σχετική ευκολία, να ανιχνεύσει τη συνέχεια της κατοίκησης.
Αλμυρός Αίγειρας: Ταφή στο εσωτερικό σαρκοφάγου.
Με πυκνή και συνεχή κατοίκηση από τη Νεολιθική εποχή ως τις μέρες μας, η παραλιακή ζώνη από τα σημερινά σύνορα της Αχαΐας με την Κορινθία μέχρι το Αίγιο κρύβει ιδιαιτέρως σημαντικά ευρήματα που αλλάζουν ριζικά την εικόνα που είχαμε ως τώρα για την περιοχή.
Ζωόμορφο ειδώλιο από τον Βρύσινα.
Η κορυφή του Βρύσινα είναι πολύ κοντά σε κατοικημένες περιοχές αλλά η ίδια δεν είναι κατοικήσιμη. Πολύ συχνά κρύβεται στα σύννεφα, σχεδόν πάντα δέρνεται από αέρηδες, και πηγές νερού υπάρχουν πολύ πιο χαμηλά. Επομένως μια μόνιμη κατοίκηση είναι σχεδόν αδύνατη. Γι’ αυτό η ανθρώπινη παρουσία δεν είναι διαχρονική. Απαντά σε μεγάλο βάθος χρόνου αλλά σποραδικά, και πιθανότατα είναι εποχιακή. Συνδέεται με φαινόμενα εξαιρετικά του ανθρώπινου βίου, έκτακτης προσέλευσης και επιβεβαίωσης συλλογικότητας, όπως π.χ. με τακτές τελετουργίες ή έκτακτες συγκεντρώσεις.
Ανθρωπόμορφο γυναικείο ειδώλιο από τον Βρύσινα.
Στα επτά χρόνια της ανασκαφής του Ιερού Κορυφής του Βρύσινα ήρθαν στο φως ποικίλα κεραμεικά αγγεία πόσης και εστίασης που χρησιμοποιούνταν για τελετουργικούς σκοπούς, αλλά και μεγάλος αριθμός πήλινων ειδωλίων, κυρίως ζωόμορφων. Ανάμεσα στα ευρήματα ξεχωρίζει η παλαιοανακτορική λίθινη τετράπλευρη σφραγίδα που φέρει εγχάρακτα σημεία της μινωικής ιερογλυφικής γραφής.
Άποψη της βόρειας πλευράς του Καθολικού της Κόκκινης Εκκλησιάς.
Η Παναγία Βελλά κτίστηκε στα τέλη του 13ου αιώνα και γνώρισε την ύψιστη ακμή της κατά την περίοδο του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου. Ιδρύθηκε στη στρατηγικής σημασίας οδική αρτηρία που ένωνε την Άρτα με τα Τρίκαλα και την Ήπειρο με τη Θεσσαλία. Αν και αφιερωμένος στο Γενέσιο της Θεοτόκου, ο ναός είναι πιο γνωστός ως Κόκκινη Εκκλησιά.
Τέμπη. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, A. Ortelius, 1590.
Η Κοιλάδα των Τεμπών αποτελεί πόλο έλξης των περιηγητών για περισσότερα από 2.000 χρόνια. Η γειτνίαση με τον μυθικό Όλυμπο, η σχέση της με πλήθος επεισοδίων της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκεί, αλλά και το ειδυλλιακό φυσικό κάλλος της καθιστούσαν επιβεβλημένο το «προσκύνημα» από κάθε ταξιδιώτη της Ελλάδας.
Χάλκινη κεφαλή Κόρης, που βρέθηκε στην Ονιθέ Γουλεδιανών. Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.
Στην περιοχή Ονιθέ, ΝΑ από το σημερινό Ρέθυμνο και σε απόσταση 18 χλμ. απ’ αυτό, βρίσκεται μια αρχαία, αταύτιστη πόλη. Η ονομασία της δεν είναι γνωστή αλλά, απ’ ό,τι, φαίνεται, καταλάμβανε το ΝΑ τμήμα της επικράτειας της αρχαίας Ρίθυμνας.
Ο ερειπιώνας της Ονιθές έχει κατά καιρούς ταυτιστεί με τις αρχαίες πόλεις Οσμίδα και Φαλάννα. Η ακμή της πόλης τοποθετείται στα αρχαϊκά χρόνια (7ος-6ος αι. π.Χ.), όμως ίχνη ανθρώπινης παρουσίας εντοπίζονται από τη Νεολιθική εποχή (4η χιλιετία π.Χ.) και, με ορισμένα κενά, φτάνουν ως τις μέρες μας.
Πρόσβαση στην Ονιθέ εξασφαλίζει το περιφερειακό οδικό δίκτυο που οδηγεί από το Ρέθυμνο στο χωριό Γουλεδιανά και, στη συνέχεια, ένας αγροτικός δρόμος που διαμορφώνεται στα βόρεια του οροπεδίου της Ονιθές.
Το οροπέδιο έχει σχήμα τριγωνικό, με την κορυφή του τριγώνου προς το νότο, όπου συναντάται και το μεγαλύτερο υψόμετρο. Το πλάτωμα αποτελεί, κατά βάση, μια προεξοχή στις νότιες υπώρειες του όρους Βρύσινα, το οποίο κυριαρχεί με τον όγκο του στην ευρύτερη περιοχή του Ρεθύμνου. Προς νότο, ανατολικά και δυτικά η περιοχή της Ονιθές απολήγει σε εξαιρετικά απότομες πλαγιές, γεγονός που την καθιστά φυσικά οχυρή θέση.

The molluscs are organisms who live in defined ecosystems. Their presence in an archaeological site reveals at least a part of the activities of the inhabitans. If the sea-shell is punched, then it has probably been used as an ornament or implement. As regards the Greek area in particular, our information on the importance of sea-shells is limited. From what we know until today, sea-shells have been mainly used for nutrition and decoration, while their use as tools has not been evidenced as yet. Their significance, especially for nutrition, will be better elucidated, when the relevant material from the cave of the Cyclope on Youra island will be published. The study of the material found in the Greek area leads to the conclusion that the species used and their purpose of use present both sequence and continuity.
From the Medieval period on, the Bible was the source of all theories concerning the origin of man and Prehistory. The impulse for a more realistic interpretation of Prehistoric tools was given by the explorations of the 15th and 16th century. They brought to light the existance of primitive people who were practising hunting and collecting and were using stone and bone tools. Later the observation of the succession of the finds containing strata started, a fact which introduced the dimension of time in the study of the History of Nature and man. The acceptance of the contemporary presence on earth of man and the mammals -which had been considered as ante diluvium- as well as the reconciliation of Natural Science and Archaeology were achieved in the mid-19th century by the French J. Boucher de Perthes. In the second half of the 19th century the promotion of Palaeolithic Archaeology is owed to the excavations at the caves and rock-shelters in NW France. The research objective was to define the evolution of the Palaeolithic and its chronological framework, The work of E. Larnet and H. Christy but mainly that of G. de Mortillet contributed to this direction. The first half of the 20th century is marked by the activity of H. Breuil who studied a great number of Palaeolithic works of art. Together with D. Peyrony they re-examined the archaeological material from old excavations and established the subdivisions and the cultural sequence of Late Palaeolithic. In the second half of our century F. Bordes, who was the first to use Statistics, invented a method for studying tool groups and introduced a theory, according to which the similarities or differences of the tool groups are owed to cultural and chronological reasons. He also contributed significantly to the development of Experimental Archaeology and especially to the sector of the technology of stone chipped tools. A. Leroi-Gourhan advanced the ethno-archaeologic study of Palaeolithic sites and applied to his excavations the method of the horizontal uncovering of strata: he also engaged himself with Palaeolithic art. "New Archaeology" turned towards Palaeolithic Archaeology, by proposing the theory of the functional interpretation of stone tool groups, which, however, was not successful in its application. Finally, the Soviet school promoted the study of habitation and dwelling structures by applying in a wide range the method of the horizontal uncovering of strata as well as the research of the lithic use-wear.
The research objective of the Palaeolithic is the representation of the way of man's life in his natural environment, the natural and human sediments as well as the archaeological material which comes to light in the caves, rock-shelters and open air sites -which have functioned as habitation and activity locations- function as sources. The research methodology includes two phases: the fieldwork and the treatment of the material in the laboratory. The interdisciplinary cooperation of many specialists, such as archaeologists-prehistorians, geologists, sedimentists, palaeobotanologists, palaeoontologists-archaeozoologists, is the necessary prerequisite for a successful research. The fieldwork starts with a survey which seeks to locate as many sites as possible, to determine their nature and to evaluate their significance. It is followed by an excavation trench which aims at: the establishment of a first stratigraphic sequence; the estimation of the number and arrangement of the human sediment strata; their chronology and the abundance or not of the archaeological material. The fiedwork leads to the proper excavation of the site, which is performed either according to the method of the vertical stratigraphic trench or according to that of the horizontal uncovering of strata. The laboratory treatment of the material completes the data of the first phase and contributes to the solution of three main problems; that of dating, of the representation of the natural environment and of the human habitation and activity. It employs methods of relative and absolute dating, such as Carbon 14, the K40-A40 method and thermoluminescence. It analyses the sediment samples in order to elucidate the natural and mainly the climatologic factors, effective during the period of the site inhabitation. It examines the vegetable fossilized remnants (pollen, seeds) and the bone residues of animals in order to determine the flora and fauna of the period. Both flora and fauna reflect the climatologic circumstances of the period. Finally, it studies the archaeological material coming to light, which, in the case of a Palaeolithic site, includes dwelling components (hearths, walls, trenches, etc.), groups of implements made of stone or bone raw materials, burials, ornaments and works of art.
The Palaeolithic commences around 2.6 million years in Africa, with the appearance of the first stone implements chipped by man, and concludes in 10,000 years, a period which is characterized by the melting of glaciers and the steady improvement of climate. It is divided in three stages, the Early, Middle and Late Palaeolithic which reflect the technologic development of tools, although often they coincide with the paleoanthro-pologic evolution and the climatologic changes. The Early Palaeolithic (2.6 million - 200,000 years) starts in Africa with the Oldowan cultural phase, which is characterized by implements of the chopping type, and is continued in Europe with the Acheulean phase, the typical tool of which is the biface, that is developing simultaneously with the Clactonian and Tayacian phase. The Middle Palaeolithic (200,000-35,000 years) is characterized by the Mousterian cultural phase which expands over the broader European area and the Middle East. The flake technique prevails and its most typical type of implements are the points and the scrapers, while at the same time the Levallois technique is developed. The metaphysic concern of man is expressed by the burials, which then appear. The Late Palaeolithic (35,000-10,000 years) exhibits many novelties, which are connected with the appearance of Homo sapiens. The stone implements come to perfection by the invention of the blade technique. Characteristic types of tools are the end-scraper and the burin. New materials of animal origin, such as bone, mammoth tusk and deer antler, are used now for the making of implements. The aesthetic criterion is evolved and is expressed in the development of ornaments and in the appearance of art which culminates during the same period. The cultural sequence of the Late Palaeolithic presents a great variety, depending on the geographic region. However, in the broader European area the Aurignacian, Gravettian, Solutrean, Magdalenian and Epigravettian phases prevail, which, to a certain extent, also occur in Greece.
Caves, rock-shelters and open air sites were the places of settlement of Palaeolithic man. Depending on the character of the settlement we distinguish the permanent or camp-base, which was comprising mainly dwellings, the killing-sites as well as the butchering-sites. We have a very good knowledge of the function of a broader area of habitation and trafficking of human groups only as regards these regions which present a dense habitation and have been thoroughly studied. There, already since the Middle Palaeolithic, a series of small, clearly defined territory exists, each comprising a main permanent or camp-base and a row of satellite sites around it, where other activities, such as hunting, collecting, working of stone raw materials, were taking place. The structural element of dwellings which have been preserved are protective low walls, heaps of stones, hearths, pits, pave surfaces, piles of mammoth bones and tusks, etc. The oldest remains of dwellings came to light at the locations Olduvai and Melka Kontoure in Africa and were dated around 1.7 million years ago. In Europe, sites of Early Palaeolithic dwellings have been located in France (Solheilac, Terra Amata, Lazaret) and in Italy (Isemia, La Pineta), while many other dwellings of the Middle Palaeolithic have been located in the broader European area (Molodova, Fontmaure). The inhabitation of caves has also produced structures which offered to man shelter from cold and humidity. The Late Palaeolithic presents a great variety of materials and forms of dwellings. In West Europe stone was used for pavements and low protective walls, while the superstructure was made from perishable materials, such as wood. The dwellings had a circular form and lied on the surface of the ground (Pincevent. Etiolles, etc). In East Europe animal materials were used, such as mammoth tusks. The form of structures, of large dimensions in general, varied, while most of the dwellings lied almost under the ground (Meziritch, Kostenki). In Greece, dwelling structures of the Late Palaeolithic came to light at the site Kleidi in Epirus.
The economy of the Palaeolithic period was based on the direct exploitation of nature and the close environment, which supplied the animal, vegetable and mineral raw materials, necessary for nutrition, tool-making, energy production, building of dwellings, clothing, orndments and art. The major economic activities were hunting, collecting and fishing. Hunting was the main way of approaching the animal world. During the Archaic Palaeolithic cadaver devouring and hunting, primarily of small animals, coexisted. With the appearance of Homo erectus the hunting methods, based on the use of fire and new weapons, facilitated the systematic hunting of big mammals. The climate aggravation, which commenced during the Middle Palaeolithic, resulted to the elimination of species and thus to the specialization of hunting, which also continued in the Late Palaeolithic. The introduction of animal materials in technology caused a real revolution: now the bone spearheads and the spear throwers offered new possibilities. Collecting was primarily directed to vegetable materials, from which only the pollen, seeds and charcoals supply information on the vegetable world, although they do not specify the preferences of Palaeolithic man. Molluscs were also collected for nutrition as well as for decoration. The bone remains offish and their representation in art prove the exercise of fishing in lakes and rivers but also in the sea. However, this activity would be fully developed only towards the end of the Late Palaeolithic. Finally, the production, use and control of fire significantly changed the potentialities of man and his relation with environment. The oldest traces of fire, in the form of hearth, were located in more than one European sites and were dated around 400,000 years.
Man started to bury the dead during the Middle Palaeolithic. The geographic distribution of graves from this period is quite broad. Burial sites have been located in West Europe, Near East and in Asia, as far as Uzbekistan. The oldest of them have been found in Skhul and Tabun in Near East and are about 120.000 years old. The practice of burial is the same for both sexes: a trench is dug, the corpse is covered with a slab, burial offerings -tools, animal horns or even flowers- are placed by the dead. The burials of the Late Palaeolithic have been better preserved, therefore they are more numerous. They occur in every cultural phase and are distributed throughout Europe, from Siberia (Malta) to West France (Cro-Magnon, La Madeleine). During the Late Palaeolithic special attention was paid to the construction of the grave. The burials vary, being individual or group ones, while examples of double or triple graves occur. The body orientation and its position present a wide variety. All burials contain offerings, however, in certain cases these offerings are significantly numerous as at the site Sungir in Russia. In Greece, Palaeolithic burials are unknown as yet.
Ornaments appear in the beginning of the Late Palaeolithic. They mainly come from burials but also from dwellings and comprise natural finds and shaped articles. Animal teeth are the oldest ornaments and come from certain animals such as fox, wolf, bear. The canines and incisors are prefered, which bear a hole at the fang and an incised decoration. Sea-shells form another important group, Paleolithic man was collecting fossilized sea-sells, however live species were always more numerous. The presence of sea-shells is indicative of emigration, exchange and broader contacts of the Palaeolithic population. The shaped objects comprise pendants and beads. The pendants are rare, they appear in a variety of shape and have an incised geometric or realistic decoration with the representation of animals, reptiles and birds. Figurines, mainly female, also belong to pendants. The beads have a spherical or hemispherical shape and are made of animal raw materials. They are found by thousands in Palaeolithic sites and they rarely copy forms of abstract representations of Palaeolithic art. In Greece, ornaments occur in sites of the Late Paleolithic, such as at Kleidi in Epirus.
Art appears in the Late Paleolithic and reaches its climax in the Magdalenian. The works of art which have survived represent only a part of the Palaeolithic artistic production and especially the one which is made of hard natural, or animal material. The works of art are divided in two categories: the movable works of art, which comprise tools, weapons, pendants and incised slabs; and the art of caves, which includes works of sculpture, engraving and painting. Palaeolithic art was developed and expanded in the European area exclusively. In regions such as the Francocantabrian zone it occurs frequently, while elsewhere it appears sporadically or it is absent. The art of caves prevails in Western Europe, while in Eastern Europe the mobiliary art is found in abundance. The subject repertoire comprises animals, the horse and bison having the leading role. Human figures, hands and signs also appear. Narrative representations or compositions are absent as well as any attempt to indicate landscape. All the known techniques have been used in yellow, orange, brown and black colours, while green and blue are excluded. According to A. Leroi-Gourhan, Palaeolithic art presents four stages of evolution; in the preliminary stages the figures are modelled in a completely schematic and linear way, while later their caracteristics start to become standard. The artist follows the proportions of the visual reality, but still the subjective motion prevails. The works of prime are full of realism, power and expression; the combination of painting, engraving and relief is now developing. The theories concerning the interpretation of this art have followed the evolution of the anthropologic thought from the 19th century until today. In Greece, Palaeolithic art is unknown as yet.
The Quaternary, the most recent and short geologic period in the Earth's 4.5 billion years long history, is characterized by the appearance of Man and the large glaciers. Hence sedimentation is directly related to cold climatic conditions and to rapid changes in sea-level. These in turn are related to alternations of short climatic cycles (cold-warm, glacial and interglacial stages). The theory of glaciers was first developed in the Alps, where four major glacial stages (Gunz, Mindel, Riss. Wurrn) were discribed. In Greece, traces of glaciers have been identified, among others, in Olympus, Pieria and Athamania mountains. Glacier accumulation and glacial processes are directly related with the volume of the ocean water and consequently with variations in sea-level. However, fluctuations of eustatic sea-level do not depend only on climatic changes, but also on the isostatic and tectonic processes active in each region. In Greece, traces of Pleistocene marine deposition or erosion have been identified in many sites along the external Aegean Arc (Ionian Islands, W. Peloponnese, Crete, Dodecanese)- During Holocene there was an intense tectonic activity in the Eastern Mediterranean. In Greece this tectonic activity was evident, either as uplift like in NW Euboea, or as subsidence, as in Argolid.
Knowledge about the environment during the Pleistocene is still quite limited, especially as Environmental Archaeology is only recently participating in this exploration. All the branches of Archaeobotany are involved and, amongst others, the main ones being Palynology, Palaeoethnobotany and Wood studies. Each branch brings in a different source of information, in as much as, all and each one separately, contributes, in different and complementary ways, to the understanding of the environment of Prehistoric man. The area of exploration is not only understanding what was the vegetation like, but also grasping what was man's behaviour in and towards that environment and how the dialogue between man and the environment evolved through time. This study has used, mainly, published pollen data and the Palaeoethnobotanical investigation of Franchthi cave in Argolid. Our knowledge about the flora of the Pleistocene is still far from complete. There is a great need for studying more thoroughly radio-carbon dated pollen samples and involve all branches of Environmental Archaeology, in order not only to understand the vegetation succession between and within glacials, interglacials and interstadials, but also to conceive how man interacted with his environment through space and time.
The study of humanity fascinates humans. The main question we ask is this: why are humans so different from their closest relatives? In this paper the hominid species of the last 5 millennia are treated. Also, their hominid adaptations are described giving primacy to bipedal walking which predates the expansion of the brain. What characters make Australopithecines, which are considered a stable evolutionary package? A pattern, that does not exist today, but is intermediate between apes and humans. The problem of assigning fossils to Homo habilis is debated today in the Anthropological circles. Are they one highly dimorphic species, or two different species, one Homo habiiis and the other still unnamed? What follows them is a stable and long lasting species, Homo erectus, that was to become the first human type to spread from Africa to Asia. Homo erectus was either followed or overlaped in time by the "archaic" Homo sapiens, a variable species whose better known representatives are the Neanderthals. These late Neanderthals were highly evolved humans but probably not our direct ancestors. The disappearance of Neanderthals from Europe and W. Asia (Levant), may have had to do with the appearance of the anatomically modern Homo sapiens, a species far superior behaviourally.
In Europe, the Quaternary, a period which started around 1,8 million years ago -according to a generally accepted, although much debated, theory-, is characterized by significantly extensive glacial and mid-glacial climatologic phenomena. The study of fauna, which was directly affected by climatologic conditions, contributes to the understanding of man's environment during the Palaeolithic period. In the Heliadic area, a great part of our information on the Quaternary comes from Palaeontology, a science which investigates life in the past. Thus, we possess essential information on the animal species (morphology, biometry) and their evolution. However, the connection of Palaeontology with Prehistory is only at its beginning, since relevant, significant analyses -with the exception of studies referring to the rocky shelters of Epirus during the Early Palaeolithic- are for the time being almost absent: those concerning man s management of the environment, methods of obtaining games, the fauna composition in the settlements, the periodic choice of animal species, the age of comestible animals, the exploitation of animals as raw materials for tool equipment, the choice of hunting spots and temporary residence. The chief game of man and carnoyores were the herbivorous animals; their presence in the encampment is related to the climatologic data of each period and to the geomorphology of each site. For example, deers are abundant in the fauna, especially that of the Upper Palaeolithic. The elk appears sporadically, while the megaceros occurs in Middle Palaeolithic strata. The mammoth and the hairy rhinocerus appear rather incidentally (e.g. Drama's basin), as well as in a quite south latitude (e.g. Megalopolis basin). The wild goat is an animal of the inaccessible, rocky regions (e.g. Epirus, Franchthi in Peloponnese), while the horse requires flat plains (Drama's basin in Thessaly). The carnovores (bears, wolves, foxes, lions, hyaenae of the caves, panthers, wild cats, lynx, etc) either were hunted by men or killed by their game, a well known picture of the cave fauna. In this article, on the basis of the available data, we try to follow the evolution of species from the Lower to the Upper Pleistocene and to present the ecologic framework of each period, regardless of whether or not the bones were found in archaeological contexts.
On the initiative of the Archaeological Service of the Fribourg canton (Switzerland, in charge: D. Ramseyer) an International Meeting was held at Marigny (Chalain Lake France) on the 29th and 30th of September 1994, in cooperation with the Direction of Conservation of Museums of Jura Region (France, in charge: M.- J. Lambert). The topic of the meeting was: Archaeology and Erosion. Protective Measures for the Preservation of Lakeside, Settlements. The organizers' objective was to facilitate the contact between specialists, in conservation on the one hand and in preserving sites of ecologic and archaeological significance on the other. In this meeting the first of its kind in Europe, expert scientists were participating who had taken protective measures for stemming lake-shore erosion and preserving archaeological sites in riparian, underwater and marshy areas. The significance of these Prehistoric sites is unique, both for the international cultural heritage and science, since the objects and architecturai structures made of organic materials, mainly wood, have been preserved in an excellent state due to the humid conditions of their environment; thus, the method of dendrochronology can be successfully applied for the accurate dating of these finds. The scientific reports and discussions were targeting to the evaluation of the preservation efforts and to the improvement of the systems tested so far. Even if the results were not always positive, their presentation helped so that the same mistakes to be avoided in the future. The evaluation of the methods used in various countries and under different environmental conditions proved that each case should have been thoroughly studied before taking any measures; and also that their efficiency should have been sooner estimated. The experience obtained so far is based on experimentations which are, however, susceptible of criticism and improvement. Needless to say, that it is extremely difficult to be decided to which of the numerous sites, endangered by erosion, must be given the first priority.

Αλχημιστής βασανιζόμενος δια να αποκαλύψη το μυστικόν του, 1541
Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος στην Αλχημία ερευνάται η σχέση αυτής της επιστήμης με την αρχαία φιλοσοφία και η εξέλιξή της στην αρχαιότητα. Μεταξύ των έργων των αρχαίων φιλοσόφων περιλαμβανόταν πάντοτε και μια πραγματεία περί Αρχής Μίας, που έγινε Αρχημία και στη συνέχεια Αλχημία. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι ο Πλάτων, στον Τίμαιο, μας παρέχει ένα πλήρες έργο αλχημίας. Ωστόσο, η Αλχημία ως όρος και ως πρακτική αναφαίνεται ξαφνικά την περίοδο της πτώσης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αναπτύσσεται στο Μεσαίωνα, χωρίς ποτέ να ξεπερνά τα όρια της απόκρυφης διδασκαλίας. Για τους αλχημιστές είχαν σημασία τα σύμβολα, καθώς θεωρούσαν ότι οι εικόνες και τα σύμβολα ενσωμάτωναν τη φύση των ουσιών. Ξεχωριστή θέση κατείχε η αναζήτηση της αιώνιας ζωής διαμέσου των δυνάμεων ή ορισμένων διεργασιών συγκεκριμένων υλικών - όπως η φιλοσοφική λίθος ή η μεταστοιχείωση των αγενών μετάλλων σε χρυσό. Οι αλχημιστές ακολουθώντας τις διδαχές των αρχαίων φυσικών φιλοσόφων προσπαθούσαν να αναπαραγάγουν τις συνθήκες δημιουργίας του κόσμου μέσα στους κλιβάνους τους. Οι αλχημιστικές θεωρίες μεταβιβάστηκαν στους Άραβες και τους δυτικούς συγγραφείς του Μεσαίωνα. Όμως, η Αλχημία έγινε κάποια στιγμή ωφελιμιστική επιστήμη, αποσκοπώντας στην μετατροπή μετάλλων σε χρυσό ή στην εύρεση του αρχικού στοιχείου που θα χάριζε την αιώνια νεότητα. Οι άρχοντες χρησιμοποιούσαν τους αλχημιστές για δικό τους όφελος , δίνοντάς τους τη δυνατότητα να έχουν εργαστήρια για τα πειράματά τους αλλά κρατώντας τους ως ομήρους.
Οστάνης ο Μήδος, δάσκαλος του Βώλου της Μένδης, μικρογραφία του 17ου αι.
Φαινομενικά, η ιστορία της Αλχημίας είναι αρκετά σκοτεινή, εφόσον είναι μια επιστήμη χωρίς αποδεδειγμένη φανερή αξία. Αναφαίνεται ξαφνικά στους χρόνους της πτώσεως του ρωμαϊκού κράτους, τους πρωτοχριστιανικούς αιώνες, και διαμέσου μυστηρίων και συμβόλων αναπτύσσεται κατά τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα, χωρίς ποτέ να ξεπερνά τα όρια απόκρυφης διδασκαλίας η οποία εδιώκετο και, οι χειριστές της, επιστήμονες και φιλόσοφοι, συγχέονταν με μανιακούς και αγύρτες, κάποτε και με εγκληματίες. Οι περισσότεροι μελετητές της Αλχημίας, ως αρχαιότερες γραπτές μαρτυρίες γι’ αυτήν, δέχονται σχετικά αποσπάσματα Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων των πρωτοχριστιανικών αιώνων, όπως και τους ελληνιστικούς παπύρους της Αιγύπτου, που φυλάσσονται στη Λυών και γράφτηκαν τον 3ο και 4ο αιώνα. Ανάλογα είναι και τα αλχημικά ελληνικά χειρόγραφα που φυλάσσονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων, από την εποχή του Φραγκίσκου Α΄, καθώς και ποικιλία, ελληνικών πάλι, χειρογράφων σε περγαμηνές, του 10ου έως και 12ου αιώνα, τα οποία βρίσκονται στην Βιβλιοθήκη του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Τα κείμενα των περισσοτέρων συγγραφέων και οι πραγματείες που περιέχονται στα χειρόγραφα αυτά, υπάρχουν και σε παπύρους του 8ου αιώνα, γραμμένα από πολυγράφους Βυζαντινούς και Άραβες. Είναι ενδιαφέρουσα η αντιπαραβολή αυτών των κειμένων προς τα κείμενα του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους και άλλων Ελλήνων φιλοσόφων, ακόμα και προσωκρατικών, διότι δίνει απροσδόκητες διασαφηνίσεις σχετικά με τις θεωρίες των πρώτων αλχημιστών.
Ο Περσεύς ελευθερώνει την Ανδρομέδα, λεπτομέρεια από τοιχογραφία της Πομπηίας (Εθνικο Μουσείο Νεαπόλεως)
Μέσα από την προϊστορική παράδοση εξηγείται το παλαιότερο ερώτημα στην ιστορία του ανθρώπου, το πρόβλημα της αρχής του κόσμου, της πρώτης Αρχής − ο όρος Αρχή, έννοια πολυσήμαντη, δηλώνει τη χρονική αρχή αλλά και την αιτία. Διερευνώνται οι απαρχές της Αλχημίας στην ποίηση, τη μαντική και τη φιλοσοφία, κυρίως στις θεογονίες και τις κοσμογονίες, αλλά και στις θεωρίες των προσωκρατικών φιλοσόφων. Γίνεται αναφορά στην πρώτη ομάδα αλχημιστών, η οποία περιλαμβάνει πρόσωπα μυθικά, θεία: τον Ερμή, την Ίσιδα και τον Αγαθοδαίμονα. Τα ονόματα αυτά συνδέονται με την Αίγυπτο, με τους λεγόμενους Γνωστικούς και τον Ποιμάνδρη.
Οι αλχημιστές στο εργαστήριό τους είχαν όλα τα στοιχεία της δημιουργίας –γη, ύδωρ, αέρα και πυρ– στην διάθεσή τους. Με έναν πολυποίκιλο εξοπλισμό από φιάλες και καμίνια, πλούτιζαν την γνώση τους στην μαγεία της χημείας με αλλεπάλληλα πειράματα, τα οποία τους έδωσαν την ευκαιρία να ερμηνεύσουν τα θαύματα που έβλεπαν, σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα, όπως το φυσικό, το πνευματικό και το ψυχικό. Γι’ αυτούς, η επιστήμη και η θρησκεία ήταν ένα και συνόψιζαν τις ανακαλύψεις που έκαναν στα εργαστήριά τους, με σύμβολα, τα οποία ανεφέροντο στην ψυχή, το σώμα και το πνεύμα. Η σκοπιά τους ήταν καθολική. Δεν κατεκερμάτιζαν και εξειδίκευαν την γνώση τους, όπως κάνει ο σημερινός επιστήμων, αλλά έβλεπαν το σύνολο της φύσεως με ανθρώπινους όρους, σαν μια μεγάλη κοινότητα προσωπικοτήτων, οι οποίες ζούσαν, σκέπτονταν, αισθάνονταν, απολάμβαναν την ζωή και τελικά, εν γνώσει τους, πέθαιναν για να ξαναϋπάρξουν, έχοντας η καθεμία την φιλοσοφική της λίθο. Για τον κάθε αλχημιστή η λίθος του ήταν κάτι σαν το λυχνάρι του Αλαντίν: μπορούσε να μεταστοιχειώσει τα αγενή μέταλλα σε χρυσό και τους πυριτόλιθους σε πολύτιμα πετράδια, αλλά και να κάνει τα φυτά, τα άνθη και τα δέντρα να αναπτύσσονται με θαυμαστό τρόπο, να δώσει στον κάτοχό της την ικανότητα να βρίσκει χαμένα πρόσωπα και να επικοινωνεί με τα πουλιά και τα ζώα, ή να ζει άνευ τροφής και να συνομιλεί με τους αγγέλους. Κατά μία νεωτέρα παράδοση, ο Μωυσής, ο Σολομών και ο Ερμής ο Τρισμέγιστος ήσαν οι μόνοι που κατείχαν αυτή την τελευταία λίθο, διά της οποίας, εντελώς φυσικά, έκαναν αυτά που εμείς σήμερα αποκαλούμε θαύματα.
Τα επτά μέταλλα της γης προσωποποιημένα (Museum hermeticum reformatum, 1678)
Στη μελέτη εξηγείται η σημασία των συμβόλων για τους αλχημιστές, καθώς θεωρούσαν ότι οι εικόνες και τα σύμβολα ήταν «πραγματικά» και ότι ενσωμάτωναν την ουσιαστική φύση των ουσιών. Στις απαρχές του πολιτισμού κάθε γνώση έπρεπε απαραιτήτως να φέρει ένα θρησκευτικό και μυστικιστικό ένδυμα, και κάθε φυσική ενέργεια ταυτιζόταν ή αποδιδόταν στους θεούς. Όμως, κάποτε άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι οποιοδήποτε έργο υλοποιείται δυνάμει της ανθρώπινης λογικής, η οποία το προγραμματίζει, και της ανθρώπινης δραστηριότητος, η οποία το υλοποιεί. Τότε εγκαινιάστηκε μια νέα περίοδος στην πορεία της ανθρωπότητας, κατά την οποία ήκμασαν οι λεγόμενες “ενδιάμεσες επιστήμες” της Αστρολογίας, της Αλχημίας, της Δυνάμεως των Λίθων, και της Ιατρικής των φυλακτών.
Τα κείμενα του Ομήρου και του Ησιόδου περιέχουν κάποια έντονα στοιχεία ανορθολογισμού, τα οποία δεν συνάδουν με άλλα σημεία που έχουν σαφώς φυσική επιστημονική υπόσταση. Στους ανορθολογισμούς των ομηρικών και ησιόδειων κειμένων, μερικοί βλέπουν τα δείγματα μιας παραπλεύρου της φιλοσοφίας στοχαστικής διεργασίας, η οποία τότε έφερε τον τίτλο «θεία και ιερά τέχνη», αλλά παρέμεινε γνωστή ως Αλχημία. Επίσης μια απλή σύγκριση ορφικών και πυθαγορείων κειμένων με αλχημιστικά συγγράμματα δείχνει καθαρά ότι οι Πυθαγόρειοι υπήρξαν συνεχιστές των Ορφικών, αλλά και ότι οι καθαρτικές τους τελετουργίες παραπέμπουν ασφαλώς στο ιερό έργο της Αλχημίας.
Ορισμένοι μελετητές της Αλχημίας διακρίνουν στα αρχαιότατα ελληνικά κείμενα αποσπάσματα αινιγματικά και γριφώδη, σαφώς Αλχημικά. Στην πεποίθησή τους, τους ενισχύει, πέραν της αποκρυφιστικής παραδόσεως, ο πίναξ των συμβόλων της «ιεράς τέχνης», ο οποίος, παραβαλλόμενος με πίνακες συμβόλων ιερογλυφικών, μινωικής γραμμικής γραφής Α και Β, δίδει εμφανώς την ταυτότητα κοινών συμβόλων. Αν δηλαδή συγκρίνουμε τους πίνακες αυτούς με έναν απλό πίνακα αρχαίων αλχημικών συμβόλων στοιχείων, διαπιστώνομε πως το 25% των χημικών συμβόλων του πίνακος ταυτίζονται απολύτως με σύμβολα των μινωικών πινάκων. Εάν συγκρίνομε τα υπόλοιπα αλχημικά σύμβολα, με κάποια ανοχή σε διαφορές μικρών λεπτομερειών, θα αντιληφθούμε ότι και αυτά τα σύμβολα αντιστοιχούν σε ιδεογράμματα ή και σε απλά γράμματα.
Το ίδιο συμβαίνει και με πίνακες αλχημικών συμβόλων νεωτέρων εποχών, όπως αυτός του Ισαάκ Νεύτωνος. Σε αυτόν υπάρχουν κάποια νεώτερα σύμβολα, τα οποία προστέθηκαν με την πάροδο των αιώνων και χαρακτηρίζουν ύλες, τις οποίες δεν χρησιμοποιούσαν οι αρχαιότεροι αλχημιστές, αλλά τα βασικά στοιχεία, όπως τα μέταλλα, συμβολίζονται με σύμβολα γραφής της προϊστορικής μινωικής Κρήτης.
Ο θείος Δράκων (H. Reussner, Pandora, 1582)
Οι πρώτοι εισηγητές της επιστημονικής αντίληψης του κόσμου, ως προς την πρώτη αρχή του, αλλά και ως προς το γενεσιουργό αίτιο ήταν ο Θαλής ο Μιλήσιος (έζησε περί το 600 π.Χ.) και οι οπαδοί της Ιωνικής Σχολής. Ο Θαλής δεχόταν ότι το ύδωρ ήταν η πρώτη ύλη, από την οποία γεννήθηκαν τα πάντα, ενώ ο σύγχρονός του Αναξιμένης πρέσβευε ως αρχή των πάντων τον αέρα. Αυτός, όταν είναι μανιώδης, γίνεται πυρ και όταν πυκνώνει γίνεται νέφη και ύδωρ, γη και λίθοι. Τις πρώτες αυτές αόριστες ιδέες, οι οποίες μαρτυρούν μια πρώιμη παρατήρηση, διαδέχονται άλλες εμβριθέστερες.
Ο Παρμενίδης και οι Ελεάτες, οι οποίοι αναφέρονται από τον Ζώσιμο, δέχονται τη μονιμότητα. Τα πάντα ανάγονται σε ένα Ον, αιώνιο και ακίνητο, και σε αυτό πίστευαν και οι αλχημιστές όταν έλεγαν: «Ένα το παν και από το παν γίνεται το όλο σύνθεμα» ή κατά την εντονότερη έκφραση των μυστικών αξιωμάτων, που είναι γραμμένα στους συγκεντρωτικούς κύκλους του Δράκοντος (ο Αγαθοδαίμων ή θείος Δράκων, ο οποίος προσφωνείται και ως Όσιρις, του οποίου η κεφαλή είναι ο ουρανός, σώμα του ο αιθέρας, πόδια του η γη και το νερό γύρω του ο Ωκεανός, που γεννάει τα αγαθά και τρέφει την οικουμένη), «Ένα είναι το παν και δι’ αυτού το παν και σ’ αυτό το παν και αν δεν έχει το παν δεν είναι τίποτε το παν».
Οι αλχημιστές δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να ακολουθούν τις διδαχές αυτών των μεγάλων φυσικών φιλοσόφων και να προσπαθούν να αναπαραγάγουν τις συνθήκες δημιουργίας του κόσμου μέσα στους κλιβάνους τους, με τον κατάλληλο συνδυασμό των φυσικών σωμάτων, σύμφωνα με την επιταγή του Ερμού του Τρισμέγιστου «ό,τι είναι επάνω, στον μακρόκοσμο, είναι ακριβώς το ίδιο και κάτω, στον μικρόκοσμο». Έτσι έχουμε τις μονιστικές θεωρίες του νερού (εικ. 7) στον Θαλή, του αέρα στον Αναξιμένη, του πυρός στον Ηράκλειτο και τις πολυαρχικές του φωτός και του σκότους –τουλάχιστον κοσμολογικά– στον Παρμενίδη, του ύδατος, του αέρος, της γης και του πυρός –που συνδυάζονται κάτω από τον ενεργειακό παράγοντα της έλξης και της απώθησης, με τις προσωποποιημένες δυνάμεις της αγάπης και του μίσους– στον Εμπεδοκλή. Ακόμα τη θεωρία των πραγμάτων και του ρυθμιστή νου, στον Αναξαγόρα. Τέλος, ως απάντηση στην ελεατική θεωρία και θέση του όντος και του μη όντος, τη θεωρία των ατόμων και του κενού στον Δημόκριτο.
Ο αρχαιότερος κατάλογος των Ελλήνων αλχημιστών, οι οποίοι απέκτησαν καθολικό κύρος, των Οικουμενικών, όπως τους αποκαλούσαν οι σύγχρονοί τους, είναι αυτός του Ανεπιγράφου Φιλοσόφου (Βιβλιοθήκη της Λυών, χφ. 2327, φ. 169, χφ. Αγίου Μάρκου, φ. 79): «Αφού προηγουμένως δώσαμε τα θεωρήματα της χρυσοποιίας, θα προχωρήσουμε στους κορυφαίους της τέχνης αυτής. Πρώτος είναι ο Ερμής ο Τρισμέγιστος, όπως λέγεται, που πήρε την προσωνυμία διότι προσέθεσε τρεις δυνάμεις ενεργείας στη χρυσοποιία, αλλά και πέρα από αυτήν διέκρινε τα όντα σε τρεις διαστάσεις. Αυτός είναι ο πρώτος συγγραφέας του μεγάλου τούτου μυστηρίου». Στον κατάλογο αυτόν, τα ονόματα των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων θεωρούνται και ονόματα πραγματικών αλχημιστών συγγραφέων, οι οποίοι αναφέρονται στις περισσότερες πραγματείες που σώζονται.
Το έτος του Μέτωνος, σύμφωνα με μεσαιωνική απεικόνιση (Lamber de Saint-Omer, Liber Floridus, περ. 1120)
Χάρτης της Κύπρου (G. Hill, A History of Cyprus, τ. 1)
Με αφορμή το όνομα της πόλεως της Λεμεσού (προέλευση και σημασία) και αφού αποδειχθεί ικανοποιητικά, μέσα από την εξέταση της βυζαντινής χειρόγραφης παράδοσης, ότι το αρχικό μόρφημα ήταν Νεμεσός και προήλθε από ένα ιερό Νεμέσεως των ελληνορωμαϊκών χρόνων, γίνεται προσπάθεια να προσδιορισθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η θέση του Αγίου Τύχωνα, στις βορειοανατολικές παρυφές της αρχαίας Αμαθούντος, καθώς επίσης να διευκρινιστεί χρονολογικά η έναρξη της λατρείας της Νεμέσεως στην Κύπρο και να αποκωδικοποιηθεί η πολιτισμική σημασία της. Όλες οι επιμέρους ενδείξεις συγκλίνουν στο λογικό συμπέρασμα ότι τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα που σφράγισαν την ιστορία της κλασικής Αθήνας κατά την περίοδο των αγώνων του Κίμωνος περί την Κύπρον (470/69-451 π.Χ.) έδωσαν μετά το θάνατό του στο Κίτιο και τη συνθήκη του Καλλία (449 π.Χ.) την έμπνευση για την εικαστική μεταμόρφωση και την εξιδανικευμένη μεταστοιχείωση της ιδέας της Αθηναϊκής Ηγεμονίας, όπως εκφράζεται διά στόματος Περικλέους μέσα από τον Θουκυδίδη (Β62), στον αγαλματικό τύπο της Νεμέσεως του Ραμνούντος. Το ανάθημα πρέπει να στήθηκε ένα δυο χρόνια μετά το θάνατο του Περικλέους, όταν η Αθήνα ήλπιζε ακόμη πως θα εξέλθει νικήτρια από τον εμφύλιο πόλεμο. Απομένει να διασαφηνιστεί το κυπριακό σκέλος του προβλήματος, στο ιερό της Αφροδίτης στην Αμαθούντα και στο ιερό του Απόλλωνος Υλάτη στο Κούριο.
Άποψη της έκθεσης, ενότητα Ο Χρυσός των Μακεδόνων
Με αφορμή τη χρήση των θεματικών ενοτήτων στην επανέκθεση του ανακαινισμένου Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης (2001-2006, βλ. Αρχαιολογία και Τέχνες 102 (2007), σ. 73-82) διαπιστώνεται ότι η παρουσία των τριών στοιχείων που τις αποτελούν (αντικείμενο-έκθεμα, κείμενο, εικόνα, δηλαδή σχέδιο, φωτογραφία, χρήση ηλεκτρονικών μέσων) αποτελεί όχι μόνο το πλέον επικοινωνιακό μέσο για την προσέγγιση του παρελθόντος, αλλά και τον καταλληλότερο μηχανισμό για την εφαρμογή στην πράξη θεωρητικών απόψεων για το παρελθόν.
Ξενία Μυκόνου, αρχιτέκτων Άρης Κωνσταντινίδης, 1960
Μετά το 1950 η Ελλάδα θα εισέλθει στην λεγόμενη περίοδο της «Ανασυγκρότησης» κατά την οποία, θα κατασκευσθούν αξιόλογα αρχιτεκτονικά έργα.Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα έργα του Δημήτρη Πικιώνη, όπως η διαμόρφωση του χώρου γύρω από την Ακρόπολη και το λόφο του Φιλοπάππου, η Παιδική Χαρά στη Φιλοθέη, η οικία Ποταμιάνου στην Φιλοθέη, και η οικία Γκαρή στο Ψυχικό.
Ο αρχιτέκτων Άρης Κωνσταντινίδης θα σχεδιάσει τα Ξενία Άνδρου, Καλαμπάκας και Μυκόνου,τα αρχαιολογικά μουσεία Ιωαννίνων και Κομοτηνής καθώς και τις μονοκατοικίες στο Παγκράτι και την Ανάβυσσο. Ενας νέος αρχιτέκτονας ο Νίκος Βαλσαμάκης, θα σχεδιάσει μία σειρά κτηρίων με τις αρχές του μοντέρνου κινήματος, όπως το Ξενοδοχείο «Αμαλία» και οι πολυκατοικίες στις οδούς Σεμιτέλου 5, Σεμιτέλου & Βας.Σοφίας, Μαυρομματαίων 41 στην Αθήνα, καθώς και μια σειρά μονοκατοικιών, όπως την οικία Λαναρά στην Ανάβυσσο και την οικία της οικογενείας του στην Φιλοθέη.
Σημαντικά είναι τα έργα του αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου, όπως το εργοστάσιο FIX οι μονοκατοικίες στο Ψυχικό, την Γλυφάδα, και το Καβούρι, το Θέατρο του Λυκαβηττού, και το Γυμνάσιο-Λύκειο του Αγίου Δημητρίου Αττικής.Στα πλαίσια της τουριστικής ανάπτυξης της Αττικής, θα κατασκευασθούν δύο πολύ σημαντικά ξενοδοχεία, το Χίλτον στην Αθήνα από τους αρχιτέκτονες: Εμ.Βουρέκα – Πρ.Βασιλειάδη & Σπ.Σταϊκο, και το Μόντ Παρνές στην Πάρνηθα από το αρχιτέκτονα Παύλο Μυλωνά.
Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950-60 θα προκηρυχθούν σημαντικοί αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί. Όπως αυτός για την Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα των αρχιτεκτόνων Δ.Φατούρου – Ν.Μουτσόπουλου & Π.Μυλωνά, για το συγκρότημα της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ των αρχιτεκτόνων Ν.Δεσσύλα – Δ.Κονταργύρη – Α.Λαμπάκη & Π.Λουκάκη, και για το συγκρότημα της Νομικής και Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ με αρχιτέκτονες τους Κ.Παπαϊωάννου & Κ.Φινέ. Επίσης για την Θεολογική Σχολή στην Αθήνα με αρχιτέκτονες τους Λ.Καλυβίτη & Γ.Λεονάρδο, και τον επιβατικό σταθμό του Ο.Λ.Π στον Πειραιά με τους αρχιτέκτονες Ι.Λιάπη & Η.Σκρουμπέλο.
Ιδιαίτερα σημαντικά από τα έργα της περιόδου είναι τα δύο (2) κτήρια που σχεδιάστηκαν από δύο αρχιτέκτονες διεθνούς φήμης. Πρόκειται για την Αμερικανική Πρεσβεία του Walter Gropius και τον επιβατικό σταθμό στο Ανατολικό Αεροδρόμιο του Ελληνικού Αττικής του Eero Saarinen.
Άποψη του κτιρίου από την οδό Δημ. Πολιορκητού
Η μελέτη αφορά κτίριο που χτίστηκε περίπου το 1900, αποτελεί νεότερο μνημείο, ενώ έχει χαρακτηριστεί έργο τέχνης. Η θέση του, στην Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης, αποτελεί τμήμα του ευρύτερου αστικού κέντρου της πόλης και έναν από τους πιο αξιόλογους παραδοσιακούς οικισμούς της Ελλάδας. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα πυκνοδομημένη περιοχή σήμερα, που οι ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι κατοικείται συστηματικά επί Τουρκοκρατίας.
Το κτίσμα αναπτύσσεται σε τρεις στάθμες (ισόγειο, πρώτος και δεύτερος όροφος) και στο νοτιοδυτικό τμήμα του οικοπέδου υπάρχει διαμορφωμένος αύλειος χώρος. Το ισόγειο είναι μικτής χρήσης, κατοικία και αποθήκες (παλαιότερα καταστήματα). Καθένας από τους δύο ορόφους αποτελεί και ξεχωριστό διαμέρισμα-κατοικία. Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του κτιρίου δεν πηγάζουν μόνο από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, όπως συμβαίνει με την πλειονότητα των κτιρίων στην Άνω Πόλη, αλλά και από το νεοκλασικισμό. Το εξωτερικό του κτιρίου είναι αρχιτεκτονικά από τα πιο ενδιαφέροντα στην Άνω Πόλη με την ύπαρξη του διπλού σαχνισιού να εντυπωσιάζει στην κύρια όψη. Η πλάγια όψη χαρακτηρίζεται από έντονη διακοσμητική διάθεση. Αντίθετα με το εξωτερικό, το εσωτερικό του κτιρίου παραξενεύει με τη λιτότητά του.
Κατασκευαστικά και ως προς τον κατακόρυφο άξονα, το κτίριο αποτελείται από φέρουσα τοιχοποιία (συνδυασμός λιθοδομής, τοίχων από τσιμεντόλιθους και τσατμά), ενώ ως προς τον οριζόντιο άξονα ο φέρων οργανισμός μορφώνεται από ξύλινες ή σύνθετες δοκούς. Το πιο σημαντικό πρόβλημα του κτιρίου αφορά το δομικό του οργανισμό. Πρόκειται για την απόκλισή του από την κατακόρυφο, γεγονός που συνεπάγεται μια σειρά προβλημάτων (απομάκρυνση των εγκάρσιων τοίχων, παραμόρφωση ανοιγμάτων). Η χρήση του κτιρίου προτείνεται να διατηρηθεί. Έτσι, εφόσον αντιμετωπιστούν όλα τα δομικά και αισθητικά του προβλήματα, θα εξασφαλιστεί η παράταση ζωής ενός κτιρίου και ως μνημείου της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, αλλά και ως βιώσιμος χώρος, που αποτελούσε άλλωστε και τον πρωταρχικό του στόχο.
Οικία Β. Καραγιάννη (πρώην Αυγουστάκη). Γενική άποψη της ανασκαφής
Από τις συνηθέστερες εφαρμόσιμες λύσεις στη διατήρηση αρχαιολογικών καταλοίπων κατά τη διάρκεια κυρίως σωστικών ανασκαφών είναι η κατάχωση των αρχαίων, ύστερα από λεπτομερή καταγραφή, φωτογραφική και σχεδιαστική τεκμηρίωση. Η ανεύρεση τέχνεργων υψηλής αισθητικής, όπως περίτεχνων ψηφιδωτών δαπέδων, οδηγεί συχνά τους ανασκαφείς σε διλήμματα για την in situ διατήρησή τους σε έναν ευρύτερο διαμορφωμένο, αλλά απαλλοτριωμένο αρχαιολογικό χώρο ή την απομάκρυνσή τους από τον ανασκαφικό χώρο ύστερα από την αποκόλλησή τους, για την οποία απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η εξεύρεση της καλύτερης και εφικτότερης τεχνικής μεθόδου απόσπασής τους. Στο παραπάνω περιγραφόμενο πλαίσιο, σε σωστική ανασκαφή στην πόλη της Ρόδου, αποφασίστηκε η κατάχωση των αρχαίων και η αποκόλληση των περίτεχνων ψηφιδωτών δαπέδων κατά τμήματα, τα οποία μεταφέρθηκαν στα εργαστήρια συντήρησης της ΚΒ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, με άμεσο στόχο τη μουσειακή έκθεσή τους.
Γενική άποψη της περιοχής Κάβος με το τζαμί
Από τον Ιούλιο του 2007 λειτουργεί στο μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί), στο Καστελλόριζο, μόνιμη έκθεση της ιστορικής συλλογής του νησιού. Αποτελείται κυρίως από έγγραφα και φωτογραφίες, που σχετίζονται με τη νεότερη ιστορία του, από τον 19ο αιώνα ως την καταστροφή του το 1943 και την ενσωμάτωσή του με την Ελλάδα το 1948. Η έκθεση εστιάζει στην εποχή της αλλοτινής ακμής του Καστελλορίζου, τότε που ήταν μία από τις πιο αξιόλογες ναυτικές δυνάμεις στη Μεσόγειο, με πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων και στην εποχή της παρακμής που ακολούθησε, σηματοδοτούμενη από το έντονο ρεύμα μετανάστευσης και τις διαδοχικές καταστροφές που υπέστη κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων.
Το Γαλαξίδι με την εκκλησία του Αγίου Νικολάου που δεσπόζει
Η συντακτική επιτροπή του περιοδικού σκέφτηκε πως θα ήταν ευχάριστο για τους αναγνώστες μας να βρίσκουν κάθε τόσο μια πρόταση για εκδρομή. Μια εκδρομή σε γνωστά μέρη που όμως θα τους αποκαλύψει κάτι καινούργιο!
Για πρώτο προορισμό διαλέξαμε το Γαλαξίδι, γνωστό για το στόλο του, από τον 18ο και τον 19ο αιώνα, αλλά με άγνωστη ιστορία κατά την αρχαιότητα.
Στην παρουσίαση θα βρείτε χρήσιμες πρακτικές πληροφορίες (πού να μείνετε ή πού να φάτε...), την ιστορία της πόλης και της περιοχής αλλά και τα αξιοθέατα που μπορείτε να επισκεφθείτε.
Αρχική οθόνη του Achemenet
Το δίκτυο Achemenet είναι αφιερωμένο στο περσικό βασίλειο κατά την περίοδο των Αχαιμενιδών (περίπου 550-330 π.Χ.), από την ίδρυση δηλαδή της βασιλικής δυναστείας από τον Κύρο έως την κατάκτησή του από τον Μέγα Αλέξανδρο. Ο δικτυακός αυτός τόπος δημιουργήθηκε το 2000 από τον Pierre Briant, καθηγητή στην έδρα της ιστορίας και του πολιτισμού του Αχαιμενιδικού βασιλείου και της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου στο Collège de France. Το περιεχόμενο γράφουν και επιμελούνται ο P. Briant και οι συνεργάτες του, μέλη ενός διεθνούς δικτύου ερευνητών. Οι ιστοσελίδες διατίθενται στα γαλλικά και τα αγγλικά, σε ελεύθερη πρόσβαση.
Το σμιλεμένο σανδάλι που οδήγησε τους επιστήμονες στη σκέψη ότι πρόκειται για άγαλμα του αυτοκράτορα Αδριανού.
Ειδήσεις: Λαθρανασκαφές στην περιοχή του Ολύμπου, άγαλμα του Αδριανού, ανασκαφές Δεσποτικού, αναστήλωση του Παρθενώνα, νεώσοικοι Μικρολίμανου, κ.ά.
Εκθέσεις: Ιόνιο Πέλαγος, Τουταγχαμών στο Βρετανικό Μουσείο, Κρυμμένο Αφγανιστάν.
Συνέδρια: Αρχιτεκτονική παράδοση την Εποχή του Χαλκού, Αρχαιολογικό έργο των Πανεπιστημίων στην Ελλάδα, Τεκμηρίωση, ψηφιοποίηση και ανάδειξη των Συλλογών της Αμερικανικής Σχολής, Ακρωτήρι Θήρας.
Διαλέξεις: Διαλέξεις Απριλίου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή, Δρακόσπιτα, Αρχαία Άργιλος, κ.ά.
Βιβλία: Martin Jones, Feast-Why humans share food, Μιχάλης Τιβέριος,Όψεις του αρχαίου ελληνικού κόσμου. (Αν)επίκαιρες αρχαιογνωστικές συμβολές, Carl Blegen, Marion Rawson, Οδηγός στο Ανάκτορο του Νέστορα, κ.ά.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Στα Αρχαιομετρικά Νέα μπορείτε να διαβάσετε:
- Γεωαρχαιολογικές μελέτες: νέες τάσεις
- KENTRO: Το ενημερωτικό δελτίο του INSTAPEC
- Θερινό σχολείο για τα αρχαία μέταλλα στο UCLA
- Το 37ο Διεθνές Συμπόσιο Αρχαιομετρίας (ISA 2008), 12 - 18/5/2008
- Άλλα συνέδρια με ενδιαφέρον για την αρχαιομετρία

Το λογότυπο του περιοδικού.
Το τεύχος 135 εγκαινιάζει μια σειρά αφιερωμάτων στις ξένες αρχαιολογικές σχολές οι οποίες έχουν παράρτημα στην Ελλάδα, παρουσιάζοντας το έργο της Γαλλικής Σχολής Αθηνών, της παλαιότερης όλων. Έρχεται μάλιστα σε μια σημαδιακή στιγμή — την πλέον ταιριαστή, όπως φαίνεται. Αυτή την άνοιξη γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, η οποία υπήρξε η αφορμή να εγκατασταθούν επίσημα στη χώρα μας οι λάτρεις και μελετητές του ελληνικού πολιτισμού από άλλες χώρες.
Αυτό είναι ένα τεύχος φιλίας. Φιλίας ανάμεσα σε έθνη, φιλίας ανάμεσα σε ανθρώπους. Όλο το τεύχος έχει μεταφραστεί από τα γαλλικά από τη φίλη μου, Κατερίνα Γούλα. Η αγάπη για τη γαλλική γλώσσα ένωσε τους δρόμους μας πριν από πολλά χρόνια. Σήμερα διαπιστώνω πόσο σπουδαίο δώρο είναι να έχει κανείς στη ζωή του ανθρώπους με τους οποίους να επιζητά συνεχώς το κοινό έδαφος, με απόλυτο σεβασμό πάντα στην αμοιβαία ελευθερία.
Ο φίλος μάς βλέπει καθαρά. Η ματιά του είναι απαλλαγμένη από τις προσδοκίες που έχουν από εμάς όσοι βρίσκονται πιο κοντά στον πυρήνα της ζωής μας. Η ευημερία μας είναι το τέλος των προσδοκιών του.
Ας γίνει εδώ μια μνεία σε όλους αυτούς τους οποίους ξεχωρίζουμε και μας ξεχωρίζουν απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, βλέπουμε αμφότεροι αυτό που είναι ο άλλος και το αγκαλιάζουμε. Ας γίνει μια μνεία στη φιλία την ίδια.
H Veronique Chankowski (φωτ.: EFA, Ειρήνη Μίαρη).
Παθιασμένη με τη μελέτη της αρχαίας Ελλάδας, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Λυόν 2, δεν εγκατέλειψε ποτέ την αγαπημένη της Γαλλική Σχολή Αθηνών με την οποία την συνδέουν παλιοί δεσμοί. Η επιπρόσθετη ικανότητά της στον συντονισμό διεθνών προγραμμάτων σμίλεψαν μια ιδανική υποψηφιότητα για τη διεύθυνση της πρώτης ξένης Σχολής που εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Μια μεγάλη Σχολή με αδιαμφισβήτητο γόητρο. Μια παγιωμένη ελληνογαλλική σχέση σφυρηλατημένη μέσα από τις περιπέτειες της ιστορίας.
Η κρίση του Πάρη. Ψηφιδωτό δάπεδο (μάρμαρο, ασβεστόλιθος και υαλόμαζα), από την Οικία με το Αίθριο στην Αντιόχεια επί Ορόντου (σημερινή Αντάκυα, Τουρκία), περ. 115-150 μ.Χ. Ύψος: 1,86 μ., πλάτος: 1,86 μ. Παρίσι, Λούβρο. Φωτ.: © 2013 Musée du Louvre / Thierry Ollivier.
Αφροδίτη της Μήλου, Νίκη της Σαμοθράκης. Το σημερινό Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων του Λούβρου ιδρύθηκε το 1793 και καλύπτει το σύνολο του ελληνορωμαϊκού κόσμου της Μεσογείου. Πρόκειται για μια από τις ωραιότερες και πιο ολοκληρωμένες συλλογές αρχαίας ελληνικής τέχνης. Οι αρχαιολογικές αποστολές από τον 19ο αιώνα το εμπλουτίζουν κυρίως με τμήματα αρχιτεκτονικών γλυπτών. Το ιστορικό της συγκρότησης του Τμήματος μάς το αφηγείται ο πλέον αρμόδιος, ο ίδιος ο διευθυντής του Μουσείου του Λούβρου.
Το λογότυπο της Γαλλικής Σχολής Αθηνών.
Οι αποστολές της Γαλλικής Σχολής Αθηνών από την ίδρυσή της έως σήμερα.
Ο Ναός του Διός στον Στράτο της Ακαρνανίας που ανασκάφηκε από τον A. Joubin (Απρ.–Ιούλ. 1892) / EFA 2806.
Η Γαλλική Σχολή Αθηνών είναι κυρίως γνωστή για τις μεγάλες ανασκαφές που έχει πραγματοποιήσει στη Δήλο, στους Δελφούς, στη Θάσο, στους Φιλίππους και στα Μάλια. Αυτές οι μεγάλες επιχειρήσεις επισκιάζουν πολυάριθμες έρευνες, λιγότερο λαμπερές εκ πρώτης όψεως, πολύ χαρακτηριστικές όμως της προσήλωσης του ιδρύματος στις ποικίλες και άγνωστες όψεις του ελληνισμού. Αυτές οι έρευνες εκτός των μεγάλων αρχαιολογικών χώρων μαρτυρούν επίσης την πρωτοκαθεδρία της «αυτοψίας» ή της έρευνας πεδίου στις αποστολές των επιστημονικών μελών της Σχολής.
Η τούμπα του Ντικιλί Τας. Σε πρώτο πλάνο, το ρωμαϊκό ταφικό μνημείο (φωτ.: Pascal Darcque).
Το χρονικό των ανασκαφών μιας γαλλοελληνικής συνεργασίας συμπλέκεται με την ιστορία μιας προϊστορικής τούμπας στην ανατολική Μακεδονία. Η τούμπα, που είναι από τις μεγαλύτερες στα Βαλκάνια και από τις θέσεις της Νεολιθικής εποχής με την παλαιότερη και την πιο σταθερή κατοίκηση, αναμένεται να απαντήσει και στα ερωτήματα που θέτει η νεολιθικοποίηση της περιοχής στο β΄ μισό της 7ης χιλιετίας π.Χ. Με ποιες τεχνογνωσίες έφτασαν οι πρώτοι αγρότες στην Ευρώπη;
Ακραιφία, Πτώιον: το μεσαίο άνδηρο μετά τις ανασκαφές. Φωτ.: EFA / M. Holleaux, 1891.
Οι επιστημονικές αποστολές στη Βοιωτία, στα τέλη του 19ου αιώνα, εύστοχα χαρακτηρίζονται ως η πρώτη «μεγάλη ανασκαφή» της Γαλλικής Σχολής. Οι πρώτοι ερευνητές, με συστηματικότητα και μεθοδικότητα, ανέσκαψαν, μελέτησαν και δημοσίευσαν —συχνά μετ’ εμποδίων— τα ευρήματά τους, ιδίως τις επιγραφές και τα γλυπτά. Οι αποστολές κατευθύνθηκαν στο Πτώιον, όπου βρίσκονται το ιερό και ο ναός του Απόλλωνα Πτώου, στις Θεσπιές, στην Κοιλάδα των Μουσών, στο Καστράκι, στην πόλη της Ακραιφίας.
Αεροφωτογραφία της περιοχής της Αμαθούντας από τα δυτικά, 1991. Φωτ.: P. Aupert / EFA (Φωτογραφικό αρχείο, Υ.1530).
Έπειτα από αιώνες εγκατάλειψης, ο οικισμός της Αμαθούντας (αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ.) οργανώθηκε γύρω από μια ακρόπολη, με το ιερό της Μεγάλης Θεάς στην κορυφή της και το βασιλικό ανάκτορο χτισμένο στα μισά του λόφου. Κυρίαρχη γλώσσα φαίνεται πώς ήταν η ετεοκυπριακή, χαρακτηριστική της Αμαθούντας κατά την Κλασική περίοδο. Γιατί η γλώσσα αυτή επιβίωσε μόνο στην Αμαθούντα; Είναι άραγε οι «ανυπότακτοι» Αμαθούσιοι οι απόγονοι του προελληνικού πληθυσμού του νησιού;
Μάλια. Αεροφωτογραφία του αρχαιολογικού χώρου, ο Βορράς αριστερά (G. Cantoro).
Στα Μάλια η Γαλλική Σχολή επικεντρώνεται στην επιφανειακή έρευνα της πεδιάδας, στην ανασύσταση του αρχαίου τοπίου και στη μελέτη και ανασκαφή διαφόρων κτηρίων στον αρχαιολογικό χώρο.
Στον Ανάβλοχο, μια κοινότητα στο λυκαυγές των πρώτων πόλεων, οι πρόσφατες αποστολές διερευνούν ταυτόχρονα χώρους κατοίκησης καθώς και ταφικούς και θρησκευτικούς χώρους.
Οι έρευνες στη Δρήρο ανέδειξαν την ελληνιστική φάση μιας ισχυρής πόλης, με μνημειακό πολιτικό κέντρο και με σημαντικό αστικό σύνολο.
Ψηφιδωτό από την Οικία των Προσωπείων: στην κεντρική σκηνή ο Διόνυσος ιππεύει πλαγίως έναν πάνθηρα ανάμεσα σε δύο Κενταύρους (© EFA).
Η Δήλος είναι ο μεγαλύτερος αρχαιολογικός χώρος της Ελλάδας και ταυτόχρονα το μικρότερο νησί της στο οποίο ιδρύθηκε πόλη−κράτος.
Η διαδρομή μας έχει ως σημείο εκκίνησης το δυτικό παραλιακό μέτωπο, την αγορά και το ιερό του Απόλλωνα. Η διαδρομή συνεχίζει με τις Συνοικίες της Λίμνης, του Σταδίου και του Ινωπού για να καταλήξει στον Κύνθο και στη Συνοικία του Θεάτρου.
Στις οικιστικές περιοχές και στην εμπορική ζώνη του δυτικού παραλιακού μετώπου, όλα τα σπίτια και όλα τα καταστήματα χτίστηκαν ή ανασκευάστηκαν ευρύτατα στο β΄ μισό του 2ου αιώνα π.Χ. ή στις πρώτες δεκαετίες του 1ου αιώνα π.Χ. Πολύ πιο σημαντική είναι η χρονολογική διαφοροποίηση των μνημείων που βρίσκονται εντός των ιερών αλλά και των δημοσίων κτηρίων που είναι διάσπαρτα στην πόλη. Στη Δήλο του 100 π.Χ., νεότερα σπίτια και εμπορικά κτήρια συνυπήρχαν με μια δημόσια αρχιτεκτονική κληρονομιά που είχε σωρευτεί από τον 6ο αιώνα π.Χ.

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης.
Στην Ελλάδα, Αρχαιολογική Υπηρεσία και αρχαιολογικός νόμος είναι από τους παλαιότερους στην Ευρώπη. Από την ίδρυσή του, το νέο κράτος επένδυσε στην αρχαιολογική κληρονομιά για να αναδείξει την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα των Ελλήνων. Η στάση αυτή λειτούργησε ανασταλτικά στις διαδικασίες ανάπτυξης της αρχαιολογίας και των αντίστοιχων πανεπιστημιακών σπουδών. Σήμερα πλέον η Αρχαιολογική Υπηρεσία έχει άμεση ανάγκη αλλαγών και εκσυγχρονισμού.
Στη δεκαετία του 1980 η Υπηρεσία βρέθηκε για πρώτη φορά με τόσο πολλούς αρχαιολόγους χάρη σε δυο συνεχείς διαγωνισμούς και τη μονιμοποίηση εκατό αρχαιολόγων που δούλευαν ως τότε αποσπασματικά. Ωστόσο, η ανάγκη προβολής της πολιτισμικής κληρονομιάς, που είχε αρχίσει να απασχολεί ένα αυξανόμενο κοινό, βρήκε την Υπηρεσία απροετοίμαστη. Ό,τι είχε καθυστερήσει λόγω έλλειψης προσωπικού και επιστημονικής δεοντολογίας έγινε ξαφνικά ιδιαίτερα πιεστικό. Στις ανασκαφές, στη συντήρηση και την αναστήλωση, που πραγματοποιεί η Αρχαιολογική Υπηρεσία με αυτεπιστασία, διαπιστώνεται ένα διπλό πρόβλημα: οι παλαιοί τεχνίτες, εργάτες και φύλακες έχουν φύγει χωρίς να έχει ληφθεί πρόνοια να διαμορφωθούν καινούριοι επαγγελματίες. Όπως και σε άλλους τομείς της ελληνικής κοινωνίας, η μετάβαση από έναν παραδοσιακό τρόπο δουλειάς σε έναν ορθολογιστικό δεν κατορθώθηκε. Ο ανορθολογισμός που χαρακτηρίζει τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, η αντίσταση στις αλλαγές, η απογοήτευση και η περιθωριοποίηση των στελεχών της οδηγούν μια ιστορική Υπηρεσία σε μαρασμό. Παραδείγματα από την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία δείχνουν λύσεις που δόθηκαν σε χώρες με ανάλογη δυσκινησία των παλαιών τους υπηρεσιών.
Ακολουθεί αναλυτικό σχεδιάγραμμα των Διευθύνσεων και των Εφορειών της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας με τα στοιχεία επικοινωνίας τους.
Η Αρχαιολογική Εφημερίς, το κύριο επιστημονικό όργανο της Αρχαιολογικής Εταιρείας από το 1837.
Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1837 με πρωτοβουλία του Κωνστ. Μπέλιου. Από το 1859 ως το 1894, γραμματέας της είναι ο Στέφανος Κουμανούδης. Τον διαδέχεται ο Παναγιώτης Καββαδίας (1895-1909, 1912-1920), έπονται οι Γεώργιος Οικονόμος (1924-1951) και Αναστάσιος Ορλάνδος (1951-1979). Από το 1979 ως το 1988, Γεν. Γραμματεύς ήταν ο Γεώργιος Μυλωνάς. Από το 1988, Πρόεδρος της Εταιρείας είναι ο Γεώργιος Σ. Δοντάς και Γενικός Γραμματέας ο Βασίλειος Χ. Πετράκος. Πέρα από το εκδοτικό της έργο, η Εταιρεία έχει τρία ετήσια περιοδικά, τα Πρακτικά, την Αρχαιολογική Εφημερίδα και το Έργον. Από το 1988 εκδίδει και το τριμηνιαίο περιοδικό Μέντωρ.
Μυστράς, Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.
Μέσα σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα εμποτισμένη με τη λατρεία του κλασικού, ο Γεώργιος Λαμπάκης ιδρύει το 1884 τη Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία Το 1899 ιδρύεται η πρώτη Εφορεία Χριστιανικών και Μεσαιωνικών Αρχαιοτήτων και το 1914 το «Χριστιανικόν και Βυζαντινόν Μουσείον».
Η Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων δημιουργείται το 1977 περιλαμβάνοντας δεκατρείς Εφορείες Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών. Έργο της είναι η προστασία, μελέτη και ανάδειξη των μνημείων (εκκλησιών, μοναστηριών, αρχοντικών, οικισμών κ.ά.) και των κινητών έργων τέχνης (εικόνων, χειρογράφων, εκκλησιαστικών κεντημάτων κ.ά.) που είναι παλαιότερα του 1830. Η ιδιομορφία του έργου της Διεύθυνσης πηγάζει από τη σύνδεση ναών, μοναστηριών και απειράριθμων εικόνων με τη λατρευτική ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων Καλαμάτας μετά από τους τελευταίους σεισμούς.
Στον Οργανισμό του ΥΠΠΕ (1977), η «αναστήλωση» ορίζεται ως η μελέτη και εκτέλεση «οιουδήποτε τεχνικού έργου συντηρήσεως, στερεώσεως, αναστηλώσεως, αποκαταστάσεως, διαμορφώσεως περιβάλλοντος χώρου και προστασίας των μνημείων». Οι τρεις Διευθύνσεις Αναστηλώσεως του ΥΠ.ΠΟ. είναι αρμόδιες α) για τα Αρχαία Μνημεία (από τα προϊστορικά έως και τα ρωμαϊκά), β) για τα Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά (μνημεία ως το 1830 και όλα τα εκκλησιαστικά), ενώ γ) η Διεύθυνση Πολιτιστικών Κτηρίων και Αναστηλώσεως Νεοτέρων Μνημείων φροντίζει μεταξύ άλλων και για την αρχιτεκτονική κληρονομιά του Νεότερου Κράτους.
Στα αναστηλωτικά έργα, που εκτελούνται είτε με αυτεπιστασία ή με εργολαβίες, τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται η λύση των Επιτροπών που αναλαμβάνουν την ευθύνη της μελέτης και της επέμβασης σε ένα μνημείο, όπως έγινε με τη Συντήρηση των Μνημείων Ακροπόλεως Αθηνών ή του ναού του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες. Οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι που μετέχουν σε αυτές τις Επιτροπές δεν είναι η μόνη όψη της συνεργασίας της Υπηρεσίας με τα Πανεπιστήμια που εκτελούν ερευνητικά προγράμματα με ανάθεση του ΥΠΠΟ, συμμετέχουν σε Διεθνή Συνέδρια και καλύπτουν την ανάγκη για εργαστηριακές έρευνες.
«Η διαδικασία της αποκαταστάσεως είναι μια επέμβαση υψηλής εξειδικεύσεως που επιβάλλεται να γίνεται κατ’ εξαίρεση», λέει ο Χάρτης της Βενετίας και συνιστά τη δημοσίευση των σχετικών μελετών, όπως και τη δημιουργία ενός Αρχείου Επεμβάσεων στα μνημεία. Το ζητούμενο της υψηλής εξειδίκευσης δυναμιτίζεται στην Ελλάδα τόσο από την έλλειψη μεταπτυχιακών σπουδών όσο και από τη χαμένη ευκαιρία της μεταλαμπάδευσης των παραδοσιακών τεχνικών από τους παλαιούς τεχνίτες στους νέους. Η Διακήρυξη του Άμστερνταμ και η Σύμβαση της Γρανάδας διατύπωσαν την αρχή της ολοκληρωμένης διατήρησης (conservation integrée) που εντάσσει τα αναστηλωτικά προγράμματα σε μια γενικότερη πολιτισμική, περιβαλλοντική και χωροταξική πολιτική. Η αρχή αυτή αποτελεί σήμερα την προτεραιότητα στην ευρωπαϊκή πολιτική προστασίας των μνημείων.
Συντήρηση αρχαιοτήτων.
Τη Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαιοτήτων απαρτίζουν το Τμήμα Συντήρησης και το Τμήμα Έρευνας. Λόγω έλλειψης προσωπικού και εργαστηρίων, το Τμήμα Έρευνας δεν λειτούργησε ποτέ. Οι τριακόσιοι σαράντα τρεις υπάλληλοι του Τμήματος Συντήρησης, που κρατάει συντονιστικό ρόλο, εργάζονται στα διακόσια πέντε περιφερειακά εργαστήρια Μουσείων και Εφορειών, που είναι συνήθως υποτυπωδώς εξοπλισμένα. Απαραίτητη θεωρείται η διάρθρωση της Κεντρικής Υπηρεσίας σε Τμήματα κατά ειδικότητα που θα αντιστοιχούν σε ισάριθμα εργαστήρια. Η Συντήρηση θα περιλαμβάνει: Τμήμα φορητών εικόνων, πινάκων-ελαιογραφιών, τοιχογραφιών, ψηφιδωτών, ξυλογλύπτων, χειρογράφων-χαρτιού κλπ., υφαντών, οργανικών ανασκαφικών ευρημάτων, μετάλλων, κεραμικών-γυαλιού, λιθίνων. Τα τμήματα αυτά θα συμπληρώνει ένα Τμήμα Εφαρμοσμένης Έρευνας για τη Συντήρηση.
Ο ζωγραφικός διάκοσμος του Ιλίου Μελάθρου μετά από τις εργασίες συντήρησης.
Στην αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Εκτελέσεως Έργων Μουσείων υπάγεται και κάθε νέα κατασκευή που εκτελείται μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους. Τη Διεύθυνση συναποτελούν τα Τμήματα: α) Δημοπρατήσεως, β) Εκτελέσεως και Επιβλέψεως, γ) Ελέγχου και Παραλαβών. Τα έργα της περιλαμβάνουν έργα συντήρησης, συχνά σε μουσεία που δεν έχουν συντηρηθεί ποτέ, έργα βελτιωτικά (συστήματα ασφάλειας και πυρασφάλειας, κλιματισμός κ.ά.) αλλά και τις αναγκαίες επεκτάσεις παλαιών μουσείων εξαιτίας των αυξανόμενων ανασκαφικών ευρημάτων. Επιβλέποντας μικρά έργα σε όλη την επικράτεια, το προσωπικό της Διεύθυνσης αναλώνεται σε συνεχή ταξίδια.
Η λύση είναι η Αποκέντρωση των Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου. Οι Περιφερειακές Τεχνικές-Αναστηλωτικές Διευθύνσεις που θα δημιουργηθούν θα αναλαμβάνουν τη διεκπεραίωση των έργων της περιφέρειάς τους. Παράλληλα, θα μπορούν να συνεργάζονται με κάποιο ιδιαίτερο Τμήμα Συντήρησης Κτηρίων που θα έχει συντονιστικό ρόλο και μένει να δημιουργηθεί.
Corpus Vasorum Antiquorum, σειρά που εποπτεύει το Κέντρο Ερεύνης της Αρχαιότητος.
Το Κέντρο Ερεύνης της Αρχαιότητος ιδρύθηκε το 1977 με σκοπό την «έρευνα της Ιστορίας, της Τέχνης και του Πολιτισμού εν γένει της Ελληνικής Αρχαιότητος, εν συναφεία δε προς ταύτην και της Ρωμαϊκής». Το σκοπό αυτό υπηρετεί η μελέτη άμεσων και έμμεσων γραπτών πηγών και αρχαιολογικού υλικού. Τα ερευνητικά προγράμματα αφορούν στη μελέτη της Νεολιθικής, Κρητομυκηναϊκής, Κλασικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας. Στο Κρητομυκηναϊκό και το Κλασικό πρόγραμμα ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη θρησκευτική ζωή και τις λατρευτικές πρακτικές. Στο Κέντρο καταρτίζεται Βιβλιογραφικό Αρχείο της Προϊστορικής Ελλάδας. Επίσης, το Κέντρο εποπτεύει και συντονίζει τις διεθνείς σειρές της Ακαδημίας Corpus Vasorum Antiquorum, Tabula Imperii Romani και Corpus Signorum Imperii Romani.
Το Μουσείο Μπενάκη.
Το Μουσείο, που ίδρυσε το 1930 ο Αντώνης Μπενάκης, υπηρετεί με τις συλλογές του μια κεντρική ιδέα: την ανασύνθεση της ιστορικής-πολιτισμικής συνέχειας του Ελληνισμού σε ολόκληρο το ανάπτυγμα του χώρου και του χρόνου του. Η κατασκευή μιας νέας πτέρυγας θα δημιουργήσει ένα Μουσείο κεντρικό, όπου θα αποκατασταθεί η θρυμματισμένη εικόνα της Ελλάδας. Οι υπόλοιπες συλλογές θα αυτονομηθούν σε περιφερειακά παραρτήματα: το σπίτι και το εργαστήριο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα θα στεγάσει το σύνολο των συλλογών του, οι κούκλες της Μαρίας Αργυριάδη θα ζωντανέψουν το Μέγαρο της Βέρας Κουλούρα. Στο σπίτι της Πηνελόπης Δέλτα τα έργα προχωρούν ενώ εξετάζεται η αξιοποίηση της δωρεάς του Λάμπρου Ευταξία στον Κεραμεικό.
Πρακτικά του συνεδρίου ASMOSIA III που πραγματοποιήθηκε στον Δημόκριτο, το 1993.
Διεθνούς αναγνώρισης χαίρει το Εργαστήριο Αρχαιομετρίας, που ιδρύθηκε επίσημα το 1987 και αποτελεί μετεξέλιξη παλαιότερων Προγραμμάτων που είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1965. Το Εργαστήριο εκμεταλλεύεται τη σημαντικότατη υλική, επιστημονική και τεχνική υποδομή του Δημόκριτου και τη βιβλιοθήκη του.
Στόχος του Εργαστηρίου είναι η εξαγωγή εξειδικευμένων πληροφοριών από αρχαιολογικά αντικείμενα, μνημεία και υλικά με φυσικοχημικές μεθόδους (C-14, ακτίνες-Χ, θερμοφωταύγεια, μικροανάλυση κ.ά.). Στο φάσμα των δραστηριοτήτων του περιλαμβάνονται: η χρονολόγηση παντός τύπου οργανικών υλικών, κεραμικών, ανθρωπολογικών και παλαιοντολογικών ευρημάτων· μελέτες κεραμικής τεχνολογίας, έλεγχοι αυθεντικότητας κεραμικών αντικειμένων και χαρακτηρισμός εργαστηρίων· προσδιορισμός του τόπου προέλευσης του μαρμάρου αρχαίων γλυπτών και εντοπισμός αρχαίων λατομείων· μελέτες προέλευσης αρχαίων μετάλλων και καταγραφή των αρχαίων μεταλλείων· χαρακτηρισμός των χρωστικών υλικών και τεχνολογίας τοιχογραφιών (Ακρωτήρι Θήρας) και διακοσμήσεως μαρμάρινων μνημείων (ταφικές στήλες του νεκροταφείου Βεργίνας)· μελέτη και χαρακτηρισμός χαρτιού και μελέτες θερμικής κατεργασίας οργανικών υλικών και πυριτολίθων.
Το Εργαστήριο στελεχώνουν δέκα επιστήμονες και πολλά από τα προγράμματα με τα οποία ασχολείται πραγματοποιούνται μέσα από ένα εθνικό και διεθνές δίκτυο συνεργασιών. Πρόσφατα, μέσω του Εργαστηρίου, η Ελλάδα πέτυχε την ανάθεση από το ΝΑΤΟ ενός πιλοτικού προγράμματος με θέμα «Τεχνολογίες για τον πολιτισμό». Επί σειρά ετών το Εργαστήριο οργανώνει Σεμινάρια Αρχαιομετρίας-Αρχαιολογίας-Συντήρησης και εκδίδει το εξαμηνιαίο περιοδικό «ΔελτΑ».
Το λογότυπο του Μουσείου Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η θεωρητικά ικανοποιητική εικόνα του προγράμματος σπουδών για φοιτητές με αρχαιολογική κατεύθυνση στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας υπονομεύεται από μια σειρά παράγοντες. Βασικό πρόβλημα είναι ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός των σπουδαστών που δημιουργεί ανομοιογένεια ενδιαφέροντος και επιπέδου, καθώς και αδυναμία ουσιαστικής εποπτείας από τον διδάσκοντα. Τα Τμήματα σταθερά ζητούν μειωμένους αριθμούς εισακτέων. Το δεύτερο πρόβλημα αφορά την οργάνωση της πραγματοποίησης του προγράμματος. Στο πλαίσιο ενός εξαμηνιαίου μαθήματος, προσφέρονται περισσότερα θέματα από περισσότερους διδάσκοντες και ο φοιτητής έχει να επιλέξει ένα από αυτά. Ωστόσο, αυτή η ελευθερία επιλογής οδηγεί στην πραγματοποίηση ενός τυχαίου προγράμματος που δεν περιλαμβάνει ενημέρωση σε βασικούς τομείς της επιστήμης.
Τρίτο πρόβλημα προκαλεί η νοοτροπία του ενός, ελληνικού «συγγράμματος» που, στον αντίποδα της κριτικής ενημέρωσης μέσα από τη διεθνή βιβλιογραφία, δημιουργεί εθισμό στην εκμάθηση μιας έτοιμης γνώσης.
Ο χωρισμός των Τμημάτων της παλαιάς Φιλοσοφικής Σχολής πρόσθεσε ένα τέταρτο πρόβλημα. Η μείωση της φιλολογικής παιδείας προς όφελος της ιστορικής-αρχαιολογικής ειδίκευσης στερεί τους αρχαιολόγους από την απαραίτητη άμεση γνώση της γραπτής παράδοσης και της σκέψης του κόσμου που μελετούν.
Όλα τα παραπάνω προβλήματα σε συνδυασμό αποτυπώνονται στο πτυχίο που παίρνουν οι σπουδαστές.
Από το 1988 το Πανεπιστήμιο Αθηνών παρέχει μεταπτυχιακές αρχαιολογικές σπουδές που αρθρώνονται σε δύο κύκλους: ο πρώτος είναι διετής και καταλήγει στην απόκτηση διπλώματος αντίστοιχου με το master, ο δεύτερος είναι αφιερωμένος στην εκπόνηση διατριβής. Οι σπουδές αυτές προσφέρουν τη δυνατότητα πλήρους υπέρβασης των υφισταμένων αδυναμιών του προπτυχιακού προγράμματος.
Φοιτητές του Τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης μελετούν ευρήματα από ανασκαφές.
Ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, οι αρχαιολόγοι εστίαζαν στην αναπαράσταση και ερμηνεία των στοιχείων που συνθέτουν έναν «πολιτισμό». Η «δημοκρατική» αρχαία Ελλάδα αναδεικνύεται σε αδιαμφισβήτητο πολιτισμικό πρότυπο και η αναζήτησή της καθιερώνεται τον 19ο αιώνα ως το κατεξοχήν αντικείμενο της κλασικής αρχαιολογίας. Στις αρχές του 20ού αιώνα οι αρχαιολογικές ανησυχίες στρέφονται προς την κατανόηση και ερμηνεία ιστορικών διαδικασιών, αναζητώντας τα αίτια και όχι πια μόνο τα αποτελέσματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Οι νέες εξελίξεις έρχονται σε έντονη αντίθεση προς την παραδοσιακή αρχαιολογική πολιτική στην Ελλάδα που, θεμελιωμένη μέσα στο κλίμα του ρομαντικού κλασικισμού, προσφέρει τότε το ισχυρότατο πολιτικό επιχείρημα ότι οι Νεοέλληνες είναι απευθείας απόγονοι των αρχαίων. Κύριο μέλημα της πολιτείας ήταν η διάσωση της πατρογονικής κληρονομιάς. Το θέμα της σε βάθος μελέτης της αρχαιότητας δεν θεωρήθηκε εξίσου επιτακτικό καθώς, μεταξύ άλλων, επικρατούσε και η «ρεαλιστική» αντίληψη ότι η σχετική μελέτη γινόταν ούτως ή άλλως στο εξωτερικό.
Αυτή την αντίληψη απηχεί η παραδοσιακή πλέον θέση της πολιτείας, ότι ο ρόλος της διδασκαλίας της αρχαιολογίας στο ελληνικό πανεπιστήμιο δεν είναι η διεύρυνση της σχετικής γνώσης αλλά η μεταφορά ενός ήδη παρασκευασμένου προϊόντος. Το Πανεπιστήμιο της Κρήτης, οργανωμένο σύμφωνα με την εκπαιδευτική φιλοσοφία του αρμόδιου υπουργείου, δεν είναι σε θέση να καλύψει μόνο του τις «σύγχρονες επιστημονικές ανάγκες» της κλασικής αρχαιολογίας, υποβιβασμένης στο επίπεδο της πατριδογνωσίας. Δεν έχει καν γίνει συνειδητό ότι η ελληνική αρχαιολογία είναι ένα πολύ μικρό τμήμα της επιστήμης της αρχαιολογίας, ενώ η πολιτεία συνεχίζει να επενδύει το μέγιστο τμήμα των δραστηριοτήτων των αρχαιολογικών τμημάτων στην εκπαίδευση υποψηφίων καθηγητών μέσης εκπαίδευσης.
Η Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Στα χρόνια ίδρυσης του νεοσύστατου κράτους, η κοινότητα στόχων ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο και την Αρχαιολογική Υπηρεσία οδήγησε στον εναγκαλισμό τους. Το πρόγραμμα του Αρχαιολογικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στοχεύει κατά μεγάλο μέρος στην προετοιμασία των φοιτητών για τη διπλή επαγγελματική τους ιδιότητα ανάμεσα στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και τη Μέση Εκπαίδευση. Ο διαχωρισμός του αντικειμένου σε προϊστορική, κλασική και βυζαντινή αρχαιολογία διατηρεί στεγανά που εμποδίζουν την επικοινωνία ιδεών, μεθόδων και τεχνικών μεταξύ τους. Αρχαιολογική θεωρία και μέθοδος κατακερματίζονται. Το κενό καλούνται να καλύψουν μαθήματα όπως η μουσειολογία, η αρχαιομετρία, η χρήση των υπολογιστών στην αρχαιολογία κ.ά.
Το περιεχόμενο των αρχαιολογικών μαθημάτων διαμορφώνει την αρχαιολογική συγκρότηση όσων καταφέρουν να περάσουν τη στενή πύλη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Η φυσιογνωμία της αρχαιολογικής έρευνας όμως καθορίζεται και από την ίδια την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Η σχέση είναι αμφίδρομη. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελούν οι εισαγωγικές εξετάσεις στον κλάδο. Στα θέματα των εξετάσεων δεν περιλαμβάνεται κανένα που να σχετίζεται με τη θεωρία ή τη μέθοδο της αρχαιολογίας, εφόδια απαραίτητα στο πεδίο, αποκλείοντας έτσι την ελληνική αρχαιολογία από τη διεθνή θεωρητική συζήτηση. Πλήρως απουσιάζουν ερωτήσεις σε θέματα όπως η βιοαρχαιολογία, η αρχαιολογία του περιβάλλοντος, η καταγραφή και τεκμηρίωση ανασκαφών κ.ά. που οι φοιτητές στη Θεσσαλονίκη διδάσκονται. Η σχεδόν «φετιχιστική» εμμονή με τα αντικείμενα-πράγματα ή με τον κλασικό πολιτισμό διατρέχει όλα τα θέματα. Η επιλογή των θεμάτων των εξετάσεων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας προκαταλαμβάνει κάθε προσπάθεια σπουδών που αναζητούν διαφορετικές περιοχές. Αν ο φαύλος κύκλος δεν σπάσει, οι δυο χώροι θα λειτουργούν ασύμπτωτα και η προοπτική αυτή είναι δυσοίωνη για το μέλλον και των δυο.
Σημαντικά προβλήματα επαγγελματικής αποκατάστασης αντιμετωπίζουν οι αρχαιολόγοι.
Παρά την ποικίλη εκμετάλλευση της αρχαίας κληρονομιάς, κρατικός σχεδιασμός για την παροχή κονδυλίων και την αύξηση των θέσεων των αρχαιολόγων δεν υπάρχει. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία προκηρύσσει ειδικό διαγωνισμό μόνο όταν κενωθούν κάποιες από τις 300 θέσεις των μονίμων υπαλλήλων της. Η ύλη των εξετάσεών της υποτιμά τις πολλές ειδικότητες που έχουν πλέον αναπτυχθεί και υποβαθμίζει το πτυχίο και τις μεταπτυχιακές σπουδές των υποψηφίων. Γραφειοκρατικές αρμοδιότητες που βαρύνουν τους αρχαιολόγους της Υπηρεσίας λειτουργούν σε βάρος της ερευνητικής τους εργασίας, περιορισμένης ήδη από την έλλειψη πλήρως ενημερωμένων βιβλιοθηκών, ερευνητικών προγραμμάτων, ερευνητικών σεμιναρίων κ.ά. Προτάσεις και περιστασιακές μεταρρυθμίσεις είναι ανώφελες, αν δεν αναθεωρηθεί η οργάνωση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και δεν συντονιστεί μαζί της το πρόγραμμα των πανεπιστημιακών σπουδών.
Η διδασκαλία της Αρχαιολογίας θα ήταν αποτελεσματικότερη αν στηριζόταν στην αρχή της κατανομής των μαθημάτων κατά θεματολογία.
Περιορισμούς στο ερμηνευτικό πλαίσιο της αρχαιολογίας θέτει η πρόσδεσή της στο «άρμα» της Ιστορίας της Τέχνης, γεγονός που δεν της επιτρέπει να οριστεί ως «κατανόηση των κοινωνιών του παρελθόντος μέσα από τη μελέτη των υλικών τους καταλοίπων», να λειτουργήσει στο πλαίσιο της ανθρωπολογίας, να αξιοποιήσει μεθόδους και έννοιες από άλλες επιστήμες και να επιδιώξει τη διαλεκτική επανασύνδεσή της με την ιστορία.
Ενώ μια πιο αποτελεσματική οργάνωση θα στηριζόταν στην αρχή της κατανομής των μαθημάτων κατά θεματολογία, οι θεματικές ενότητες οργανώνονται ακολουθώντας χρονολογική διαίρεση. Όχι μόνο υποβάλλονται έτσι οι αντιλήψεις του εξελικτισμού του 19ου αιώνα αλλά υπονοείται και η αυτονόμηση του χρόνου ως διάστασης, η ταύτιση των κοινωνικών αλλαγών με το χρόνο.
Η διδασκαλία μεροληπτεί. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, τα μαθήματα αφορούν δυο χρονικές φάσεις, την κλασική εποχή και την «πρωτοϊστορία». Τα έργα της κλασικής τέχνης σήκωσαν το βάρος της απόδειξης της ιστορικής συνέχειας ανάμεσα στο κλασικό παρελθόν και το νεοελληνικό έθνος. Η πρωτοϊστορία επωμίστηκε την απόδειξη της αλήθειας των ομηρικών επών.
Από τον κατάλογο των προσφερόμενων μαθημάτων απουσιάζουν:
Η ιστορία της αρχαιολογίας και η διερεύνηση του κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο επιτελούνται οι θεωρητικές και μεθοδολογικές εξελίξεις.
Η συζήτηση γύρω τα θεωρητικά και μεθοδολογικά ρεύματα στην αρχαιολογία, από τη «νέα αρχαιολογία» έως την «αρχαιολογία της διαδικασίας» και τη συσχέτισή τους με την ερμηνεία του αρχαιολογικού υλικού.
Η εκπαίδευση των αρχαιολόγων σε τεχνικές αποκάλυψης, συλλογής και ανάλυσης του αρχαιολογικού υλικού.
Οι οικολογικές και οικονομικές παράμετροι των κοινωνιών του παρελθόντος.
Ο προβληματισμός γύρω από τις σχέσεις αρχαιολογίας και κοινού.
Εξωτερική όψη της βιβλιοθήκης της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής.
Χορήγηση άδειας για τη διενέργεια αρχαιολογικών επεμβάσεων εντός Γαλλίας απαιτεί ο νόμος Carcopino του 1941. Σε κάθε περιοχή, ένας γενικός διευθυντής πολιτιστικών υποθέσεων εκπροσωπεί το Υπουργείο Πολιτισμού και ελέγχει τον περιφερειακό συντηρητή αρχαιολογίας. Ο περιφερειακός συντηρητής, σε συνεννόηση με το Ανώτερο Συμβούλιο Αρχαιολογικής Έρευνας, προγραμματίζει τις ανασκαφές και φέρει όλη την ευθύνη του συνόλου της αρχαιολογικής τεκμηρίωσης.
Εκτός από το Υπουργείο Πολιτισμού, αρχαιολογικές δραστηριότητες χρηματοδοτούν άμεσα και τρεις άλλοι φορείς: το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας, το υπουργείο Εξωτερικών και το Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS). Για τους φοιτητές αρχαιολογίας προβλέπονται διαστήματα πρακτικής εξάσκησης (stages) σε ανασκαφές. Από ειδική εκπαίδευση περνούν τόσο οι συντηρητές όσο και οι αρχιτέκτονες. Οι πτυχιούχοι αρχαιολόγοι που υπηρετούν στην περιφέρεια στρατολογούνται με διαγωνισμό που τους οδηγεί στη Σχολή Εθνικής Κληρονομιάς, επαγγελματική Σχολή που δημιούργησε τα στελέχη του Υπουργείου Πολιτισμού.
Τις σωστικές ανασκαφές διεξάγουν 1500 συμβασιούχοι που αμείβονται κυρίως από επιχειρήσεις δημοσίων ή εγγειοβελτιωτικών έργων. Οι αρχαιολόγοι που εργάζονται στο εξωτερικό προσλαμβάνονται με ειδικούς διαγωνισμούς. Το συντριπτικό βάρος των «κλασικών» αρχαιολογιών δεν είχε αφήσει την εθνική αρχαιολογία να αναπνεύσει. Κατά το έτος Αρχαιολογίας (1990) όμως, το ενδιαφέρον που επέδειξε η πολιτική εξουσία ανήγαγε την εθνική αρχαιολογία σε θέμα πολιτικό και όργανο γοήτρου.
Η κεντρική αίθουσα της βιβλιοθήκης του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου (φωτ. E. F. Gehnen).
Το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο ιδρύθηκε το 1874 και από το 1888 στεγάζεται στο υστερονεοκλασικό κτήριο που έκτισε ο Ernst Ziller με τη συνεργασία του Wilhelm Dörpfeld . Επί των ημερών του Dörpfeld (1887-1912), η επιστημονική αίγλη του Ινστιτούτου επηρέασε αποφασιστικά την ελληνική αρχαιολογία. Το Ινστιτούτο ανέλαβε ανασκαφές σε όλα σχεδόν τα μέρη της Ελλάδας. Ωστόσο, οι μακρόχρονες ανασκαφές του διεξάγονται στην αρχαία Ολυμπία, την Τίρυνθα, τη Σάμο και τον Κεραμεικό. Για κάθε χώρο ανασκαφής υπάρχει ειδική επιστημονική σειρά δημοσιεύσεων με τόμους που κυμαίνονται από δέκα ως τριάντα. Μικρότερες έρευνες και άρθρα δημοσιεύονται στο περιοδικό του Ινστιτούτου, το Athenische Mitteilungen. Η Βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου, το Φωτογραφικό του Αρχείο και τα Αρχεία των ανασκαφών είναι βεβαίως προσιτά σε επιστήμονες όλων των εθνικοτήτων. Το Ινστιτούτο διοικείται από δύο Διευθυντές. Από το δεκαμελές επιστημονικό του προσωπικό, τα δύο μέλη είναι αρχιτέκτονες. Υπάγεται στο Υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας, χρηματοδοτείται από τον ετήσιο κρατικό προϋπολογισμό αλλά επωφελείται και από τα βοηθήματα δημόσιων ή ιδιωτικών ιδρυμάτων.
Η Βρετανική Σχολή Αθηνών.
Τα αρχαιολογικά θέματα στην Αγγλία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα τριών φορέων. Η Εθνική Κληρονομιά (National Heritage) είναι σύμβουλος της Κυβέρνησης. Η Βρετανική Ακαδημία χρηματοδοτεί όλες τις Βρετανικές Σχολές στο εξωτερικό. Η Αγγλική Κληρονομιά (English Heritage) επιδιώκει να δημιουργήσει τη μακροχρόνια διατήρηση και την ευρεία κατανόηση και απόλαυση του Ιστορικού Περιβάλλοντος.
Η Βρετανική Σχολή, όπου στεγάζεται και η βιβλιοθήκη του George Finlay, ιδρύθηκε το 1886. Στη Βιβλιοθήκη της Σχολής, που διαθέτει πάνω από 60.000 τόμους, υπάρχει αίθουσα χαρτών, φωτογραφική συλλογή και πρωτότυπα αρχεία από πολλές ανασκαφές της. Έχει επίσης βιβλιογραφικό και αρχειακό υλικό που αφορά την πιο πρόσφατη ελληνική ιστορία. Σε συνεργασία με άλλους οργανισμούς στην Αθήνα σήμερα δημιουργείται ηλεκτρονικός κατάλογος 400.000 τόμων. Το Εργαστήριο Φιτς, που έχει επικεντρωθεί στα πετρογραφικά και χημικά χαρακτηριστικά των κεραμικών και στη γεωφυσική έρευνα αρχαιολογικών χώρων, οργανώνει συνέδρια και σεμινάρια αρχαιομετρίας. Η Βρετανική Σχολή συνεργάζεται με την Αρχαιολογική Υπηρεσία στην Κνωσό, τις Μυκήνες, τη Σπάρτη, το Παλαίκαστρο, το Λευκαντί, τη Χίο και την Περαχώρα. Στην Κνωσό η Σχολή διαθέτει στέγη και μόνιμο επιμελητή, μικρή βιβλιοθήκη και Στρωματογραφικό Μουσείο.
Κάθε Σεπτέμβριο η Σχολή οργανώνει μαθήματα για φοιτητές και κάθε δυο χρόνια προσφέρει μαθήματα σε διδάσκοντες. Υποτροφίες, βραβεία και επιχορηγήσεις για μεταπτυχιακή έρευνα δίνονται κάθε χρόνο. Η Σχολή εκδίδει την Επετηρίδα της, τα Archaeological Reports, από κοινού με την Εταιρεία για την Προαγωγή των Ελληνικών Σπουδών, και ταSupplementary Volumes. Τα Fitch Laboratory Occasional Papers είναι σειρά αφιερωμένη σε τρέχοντα επιστημολογικά θέματα με έμφαση στο αρχαίο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.
Η Βρετανική Σχολή Αθηνών.
Το Υπουργείο Πολιτισμού στην Ιταλία ιδρύθηκε το 1975 αποσπώντας από το Υπουργείο Παιδείας τα θέματα πολιτισμικής κληρονομιάς. Οι Εφορείες, περιφερειακά όργανα του Υπουργείου, συναπαρτίζουν την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Η στελέχωση της Υπηρεσίας γίνεται με διαγωνισμό που καλύπτει τις θέσεις κάθε περιοχής. Εκτός από τις Εφορείες, τα Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα και τις Ξένες Σχολές, αρχαιολογική έρευνα γίνεται και από ιδιωτικούς Αρχαιολογικούς Συνεταιρισμούς. Εφορείες και Ξένες Σχολές δημιουργήθηκαν τον 18ο αιώνα, ενώ οι άλλοι οργανισμοί ιδρύθηκαν μετά τη δεκαετία του 1960. Οι Εφορείες διακρίνονται σε α) Αρχαιολογικές, β) σε Εφορείες για τα Καλλιτεχνικά και Ιστορικά Αγαθά και γ) σε Εφορείες για τα Αρχιτεκτονικά Αγαθά και για το Περιβάλλον. Οι Εφορείες ονομάζονται «μεικτές» όταν στη δικαιοδοσία τους εμπίπτουν πολιτισμικά αγαθά διαφόρων τύπων. Τέλος, «ειδικές» ονομάζονται οι Εφορείες που φροντίζουν συλλογές Μουσείων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Το Ολλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών.
Αν και στις Κάτω Χώρες η επιτόπια αρχαιολογική εργασία συντονίζεται και διεξάγεται κυρίως από την Κρατική Αρχαιολογική Υπηρεσία, άδειες ανασκαφών χορηγούνται μόνιμα σε τέσσερα Πανεπιστήμια, σε ένα μουσείο και σε έντεκα δήμους που έχουν διορίσει ειδικό δημοτικό αρχαιολόγο. Η Κρατική Αρχαιολογική Υπηρεσία, που ιδρύθηκε το 1947, διαθέτει επιστημονικό τμήμα με δέκα επαρχιακούς αρχαιολόγους, τμήμα προστασίας μνημείων και τμήμα αποκατάστασης μνημείων. Οι επαρχιακοί αρχαιολόγοι διορίζονται από την Υπηρεσία ως επιθεωρητές και επόπτες των επιτόπιων αρχαιολογικών εργασιών που διεξάγονται στις επαρχίες. Η Υπηρεσία δημοσιεύει τα αποτελέσματα στο περιοδικό της Berichten van de Rijksdienst voor het Oudheidkundig Bodemonderzoek. Στην πράξη, δημοτικοί και επαρχιακοί αρχαιολόγοι σηκώνουν το βάρος των σωστικών ανασκαφών. Εδώ και κάποια χρόνια αρχαιολογικές εργασίες γίνονται βάσει συμβάσεων από το ίδρυμα R.A.A.P. που ειδικεύεται στις μη καταστρεπτικές μεθόδους έρευνας. Επόμενοι στόχοι της Κρατικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας είναι ο συντονισμός της έρευνας στον τομέα της «αστικής αρχαιολογίας» και η εφαρμογή των συμφωνιών της Διάσκεψης της Μάλτας.
Το λογότυπο του Ινστιτούτου της Δανίας στην Αθήνα.
Ανεξάρτητο κεφάλαιο στο Νόμο περί Οικονομικού Προϋπολογισμού της Δανίας αποτελεί η Κρατική Υπηρεσία Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, το κεντρικό όργανο πολιτισμικών, μουσειακών και αρχαιολογικών έργων και δραστηριοτήτων.
Η Αρχαιολογική Επιτροπή, με αποκεντρωτική διάρθρωση και δημοκρατική δομή, είναι αρμόδια για τον γενικότερο συντονισμό των αρχαιολογικών εργασιών και παρέχει συμβουλευτική γνώμη στον Κρατικό Έφορο.
Ο Κρατικός Έφορος Αρχαιοτήτων, πρόεδρος της διεύθυνσης του Εθνικού Μουσείου της Δανίας και πρόεδρος της Αρχαιολογικής Επιτροπής, είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή του νόμου. Τα 150 περίπου μουσεία της Δανίας υπάγονται στο Νόμο περί Μουσείων που διαφέρει σε κρίσιμα σημεία από ανάλογους νόμους των άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Αρχαιολογικές δραστηριότητες αναλαμβάνουν κυρίως τα τοπικά μουσεία που έχουν δημιουργηθεί από πολίτες και που έχουν λειτουργική αυτοτέλεια βάσει της αποκεντρωτικής τους διάρθρωσης. Σε τοπικό επίπεδο συνεργάζονται μέσω των Δημοτικών Συμβουλίων Μουσείων και σε εθνικό επίπεδο συντονίζονται από την Κρατική Επιτροπή Μουσείων. Σαράντα οκτώ από αυτά τα μουσεία, διάσπαρτα σε όλη τη χώρα, έχουν δικαίωμα να ασκούν αρχαιολογική δραστηριότητα στα όρια του γεωγραφικού τους διαμερίσματος. Στα μουσεία αυτά αποστέλλονται όλα τα σχέδια όλα τα σχέδια οικοδόμησης, πολεοδομίας κ.ά. καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αρχαιολογικής εργασίας στη Δανία αποτελούν οι «εκσκαφές έκτακτης ανάγκης».
Στην υπηρεσία του Κρατικού Εφόρου υπάγεται ο «Νόμος περί αρχαίων ευρημάτων της Δανίας, που ισχύει από το 1737, και τα θέματα ενάλιου αρχαιολογίας. Ενάλιο εύρημα που κρίνεται άξιο διατήρησης μεταβιβάζεται στη Διεύθυνση Δασών και Φύσεως του Υπουργείου Περιβάλλοντος.
Αφίσα από έκθεση της Συλλογής Ν.Π. Γουλανδρή στο Παρίσι.
Νόμος και νομολογία αναγνωρίζουν μόνο μια απόκλιση από τον απόλυτο και αποκλειστικό χαρακτήρα της κυριότητας του κράτους επί των αρχαίων, το ιδιόρρυθμο δικαίωμα κατοχής του ιδιώτη. Ο συγγραφέας, καθηγητής στη Νομική Σχολή της Αθήνας, προσπαθεί μέσα από το αστικό δίκαιο να ανακαλύψει νέους δρόμους για την εξασφάλιση της επιθυμητής sedes materiae, που θα συμβάλει στην αποτελεσματική προστασία των ελληνικών αρχαιολογικών θησαυρών και στην παραμονή τους στο γεωγραφικό χώρο όπου πολιτισμικά ανήκουν.
Άποψή του είναι ότι η προστασία του ιδιώτη-κατόχου μέσω των σχετικών αγωγών για την άρση της διαταράξεως και ανάκτηση της κατοχής και μέσω της αυτοδύναμης προστασίας, αφενός, και η αναζήτηση του κέρδους από την παράνομη χρήση αλλότριου αρχαιολογικού αγαθού, αφετέρου, συμβάλλουν στην αποτελεσματικότερη προστασία των πολιτισμικών αγαθών. Ο ιδιώτης-κάτοχος έχει και το κίνητρο (την αισθητική απόλαυση και την αποκομιδή του κέρδους) αλλά και τον έλεγχο πάνω στο αγαθό, πράγμα που τον καθιστά ιδανικό «φύλακα κηδεμόνα» των συμφερόντων όχι μόνον των δικών του αλλά και του κράτους. Περαιτέρω θετική συνέπεια της αναγνωρίσεως αναζητήσεως του κέρδους αποτελεί η ευχέρεια που παρέχεται στο κράτος, ως κύριο των πολιτισμικών αγαθών, να εξασφαλίσει μια αξιόλογη πηγή εσόδων.
Διατηρημένες τρίχες σε μούμια.
Ζωικά μικροκατάλοιπα είναι τα ανθρώπινα υπολείμματα και σε αυτά ανήκουν τα εύθραυστα δείγματα τριχών από το τριχωτό της κεφαλής. Όπως το σχήμα της κεφαλής, η ίριδα των ματιών, η μύτη και τα αυτιά, έτσι και το χρώμα και το σχήμα των τριχών συνιστούν σημαντικούς φυλετικούς χαρακτήρες. Βοστρυχοειδείς τρίχες έχουν οι Πυγμαίοι και άλλες φυλές της Κεντρικής και Νότιας Αφρικής, λεπτές και κυματοειδείς είναι οι τρίχες στις Λευκές φυλές, στους Βόρειους Αφρικανούς και τους Αυστραλούς, χοντρές και ευθύγραμμες στις Κίτρινες φυλές. Η νέα προσέγγιση στη μελέτη των ανθρώπινων καταλοίπων ενδιαφέρεται να προσδιορίσει κάθε πιθανή σχέση ανάμεσα στη διατήρηση των δειγμάτων και τα ποικίλα ταφικά περιβάλλοντα. Δείγματα από διάφορες περιοχές φανερώνουν ότι υπολείμματα μαλλιών διατηρούνται σε εδάφη ελώδη και υγρά, σε τοποθεσίες με θερμό, ξηρό κλίμα και αμμώδες έδαφος αλλά και στους πάγους. Στη διατήρηση των μαλλιών σημαντικό ρόλο παίζει ο τύπος του εδάφους: καλύτερα είναι τα όξινα και υγρά εδάφη, με ελλιπή ποσότητα οξυγόνου, άρα ακατάλληλα για την ανάπτυξη διαβρωτικών μικροοργανισμών. Ωραίο παράδειγμα συμβολής του ταφικού εθίμου στη διατήρηση των μαλλιών αποτελούν οι ταφές των αρχαίων Ινδιάνων του Pecos Pueblo που, καλύπτοντας το κεφάλι του νεκρού με κάποιο κεραμικό, συνέβαλαν στη συντήρηση τμημάτων του τριχωτού.
Τμήμα των δυτικών τειχών της Θεσσαλονίκης όπου εντοιχίστηκαν τα μαρμάρινα έδρανα του θεάτρου.
Από την ανασκαφή δυο γειτονικών οικοπέδων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης αποκαλύφθηκαν τμήματα καμπύλων τοίχων, μικρό μόνο μέρος ενός τεράστιου κτηρίου κατάλληλου να στεγάσει ρωμαϊκά θεάματα αλλά και αγωνίσματα της κλασικής αρχαιότητας. Πρόκειται για «το καλούμενον στάδιον», όπως ονομάζουν οι βυζαντινές πηγές το θέατρο της Θεσσαλονίκης. Η ανεύρεση αυτού του θεάτρου-σταδίου επαναφέρει στο προσκήνιο θέματα θρησκείας και ιστορικής τοπογραφίας. Στην ενεπίγραφη ιστορική τοιχογραφία της βασιλικής του Αγίου Δημητρίου, έφιππος αυτοκράτορας απεικονίζεται μπροστά σε καλλιμάρμαρο στάδιο κατευθυνόμενος προς μια βασιλική στα δυτικά του. Αν το στάδιο συσχετιστεί με το κτήριο θεαμάτων και η εκκλησία με την πεντάκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική που βρίσκεται στα θεμέλια γύρω από το χώρο της Αγίας Σοφίας, η λιτή επιγραφή «η αγία εκκλησία η εν τω σταδίω» δέχεται νέα ερμηνεία.
Γνωρίζουμε ότι την παραμονή της γιορτής του Αγίου μια τελετή υπενθύμιζε την αρχή και την τελείωση του μαρτυρίου του. Πομπή με τη συμμετοχή σύμπαντος του κλήρου και του λαού ξεκινούσε από μια μικρή σχετικά εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία της Καταφυγής, τόπο θανάτου του Αγίου, και κατέληγε στο ναό του Αγίου Δημητρίου, τόπο της ταφής του. Η ιερότητα του χώρου γύρω από την Αγία Σοφία, η σχέση του με το μαρτύριο του Αγίου Δημητρίου και η λειτουργία ασύλου στην περιοχή συνηγορούν υπέρ της τοποθέτησης του ναού της Καταφυγής στο εναπομείναν ανατολικό τμήμα της πεντάκλιτης βασιλικής που βρίσκεται στα θεμέλια της Αγίας Σοφίας.
Ο Ανδρέας Μουστοξύδης.
Ο Κωνσταντίνος Δημ. Σχινάς, Υπουργός «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως», υπογράφει τον Ιούλιο του 1834 την «Δηλοποίησιν», μια γνωστοποίηση για την απώλεια αρχαιοτήτων από το Εθνικό Μουσείο κατά το διάστημα που έφορος και διευθυντής ήταν ο Ανδρέας Μουστοξύδης. Με την κίνηση αυτή ολοκληρώνεται η πολιτική δίωξη του Κερκυραίου λόγιου που είχε δρομολογηθεί ήδη από το Μάρτιο του 1832.
Ο Μουστοξύδης, ύστερα από πρόσκληση του Κυβερνήτη, φθάνει στην Αίγινα τον Οκτώβριο του 1929. Οργανώνει την εθνική παιδεία και συνδέει το όνομά του με την ίδρυση της Βιβλιοθήκης και του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Η ευρυμάθεια και το πολυσχιδές των ενδιαφερόντων του συμπεριλάμβαναν και την αρχαιολογία.
Η άκομψη αποπομπή από το αξίωμά του το Μάρτιο του 1832 έχει την «πρωτιά» της πολιτικής δίωξης λόγιου άνδρα στο νεοελληνικό κράτος εξαιτίας του πολιτικού του φρονήματος και των διασυνδέσεών του με έναν πολιτικό ηγέτη και το κόμμα του. Οι φήμες ότι ο Αυγουστίνος Καποδίστριας ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την Ελλάδα δημιούργησαν στους Αιγινήτες έντονες υποψίες ότι και ο άλλος Κερκυραίος θα αναχωρούσε συναποκομίζοντας πλήθος αρχαιοτήτων από το μουσείο.
Το 1845 ο Κωλέττης θα καλέσει τον Μουστοξύδη στην Ελλάδα: «και ως διευθυντής των αρχαιοτήτων και ως καθηγητής λατινικής και ιταλικής φιλολογίας και ως πολλά άλλα επιτηδευόμενος δύνασαι τα μέγιστα να ωφελήσης την κοινήν Πατρίδα». Ίσως τα λόγια του Κωλέττη να δείχνουν μεταμέλεια και διάθεση πολιτικής συγγνώμης, ο Μαυροκορδάτος πάντως δεν ενέδωσε.
Κτήρια της αρχαίας Ολυμπίας σε κόμικ με τον Αστερίξ.
Αρκετά «κόμικς» τοποθετούν τη δράση των ηρώων τους στην αρχαιότητα, όπως ο Αστερίξ, ή παρουσιάζουν εικόνες παλαιότερων ή και διαφορετικών πολιτισμών, με τους οποίους ένας Τεν-τεν έρχεται σε επαφή χάρη στα περιπετειώδη ταξίδια του. Από τέτοια εικονογραφήματα, τα παιδιά διαμορφώνουν αντιλήψεις και αντλούν γνώσεις που πρέπει όμως να ελέγχονται για την αξιοπιστία τους.
Στον Τεν-τεν η ακρίβεια της αναπαράστασης των διαφόρων πολιτισμών είναι μοναδική. Ο Hergé, προκειμένου το σχέδιό του να είναι πιστό, περνούσε αμέτρητες ώρες σκιτσάροντας, μέσα σε μουσεία ή από βιβλία, ανθρώπους και αντικείμενα. Ωστόσο, άλλα κόμικς περιέχουν ανακρίβειες και αναχρονισμούς. Στον «Αστερίσκιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες», οι δρομείς στο στάδιο της Ολυμπίας δεν εμφανίζονται γυμνοί αλλά ντυμένοι ενώ το χωμάτινο ανάχωμα, που πάνω του κάθονταν οι θεατές, έχει αντικατασταθεί από περιποιημένες κερκίδες. Όσο για τα κόμικς που εμπνέονται από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη, εκεί οι αναχρονισμοί αφθονούν.
Αντί να ελέγχει, πράγμα δύσκολο, την εγκυρότητα των κόμικς, ο δάσκαλος καλείται να δανειστεί για τη διδασκαλία του εκείνα τα χαρακτηριστικά τους που τα καθιστούν ελκυστικά στα παιδιά. Το ένα είναι το χιούμορ. Το άλλο είναι η ζωντανή απόδοση των απλών ανθρώπων και της καθημερινής τους ζωής που απουσιάζουν από τα εγχειρίδια της Ιστορίας. Στην Ελλάδα δυο επιτυχημένες εκπαιδευτικές εφαρμογές είναι η εικονογράφηση του βιβλίου της βυζαντινής ιστορίας για την Ε’ τάξη του Δημοτικού και το πρόγραμμα του Βυζαντινού Μουσείου με τον αγιογράφο Μαρκιανό.
Το Καποδιστριακό Ορφανοτροφείο της Αίγινας που στέγασε το πρώτο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Ελλάδας.
Η Αρχαιολογική Υπηρεσία ιδρύθηκε το 1833. «Φαεινή κρηπίδα» της Υπηρεσίας χαρακτήρισε ο Χρήστος Καρούζος τον δεύτερο αρχαιολογικό νόμο που η Ελλάδα απόκτησε το 1899. Ωστόσο, η φαεινή κρηπίς υπέστη τόσες αλλαγές, ώστε η κωδικοποίησή της το 1932 να εμπεριέχει πλήθος αντιφάσεων. Ο νόμος του 1932 δημιούργησε ένα θεσμό ημιδημόσιου χαρακτήρα, τους ιδιώτες συλλέκτες, που στην πράξη λειτούργησε, και λειτουργεί, ως παρααρχαιολογική ιδιωτική «υπηρεσία». Οι διατάξεις περί προστασίας των αρχαιοτήτων που περιλαμβάνονται στον ίδιο νόμο απέτρεψαν καταστροφές ή βλάβες από πλευράς πολιτών. Η πολιτική εξουσία όμως (1968, 1975) αγνόησε τις απαγορεύσεις προκειμένου να εξυπηρετήσει μεγαλοεπενδυτές και το είδος της ανάπτυξης που ακολουθεί η Ελλάδα τα τελευταία 40 χρόνια. Με νόμο του 1977, παύει να απαιτείται η «σύμφωνη» γνώμη του Αρχαιολογικού Συμβουλίου και η εκάστοτε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου αποφασίζει ακόμη και κατ’ αντίθεσή του.
Το βασικό κύτταρο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας υπήρξε πάντα η Εφορεία Αρχαιοτήτων. Ένα από τα πρώτα προβλήματα που τέθηκαν αφορούσε το άριστο μέγεθος μιας Εφορείας αλλά και την εσωτερική της οργάνωση, συνυφασμένη με την επαρκή στελέχωση με το κατάλληλο προσωπικό. Μια από τις πιο σημαντικές ρυθμίσεις ενός νέου Οργανισμού του ΥΠ.ΠΟ. θα είναι η άριστη ανακατανομή του προσωπικού μεταξύ των μονάδων του. Άλλα προβλήματα αφορούν την αναμόρφωση των αρμοδιοτήτων και του έργου της κεντρικής υπηρεσίας καθώς και τη δημιουργία ενιαίου φορέα για την προστασία των αρχαιοτήτων και μνημείων της χώρας. Τέλος προβάλλει και ένα ερώτημα: πόσο ποσοστό του προϋπολογισμού ανήκει στην προστασία του μνημειακού πλούτου μιας χώρας όπως η Ελλάδα;
Το Παλαιό Κτίριο του Αρχαιολογικού Μουσείου Μυτιλήνης.
Στο εκλεκτικιστικό αρχοντικό της οικογένειας Βουρνάζου στεγάζονται τα αντικείμενα του Αρχαιολογικού Μουσείου Μυτιλήνης, που προέρχονται από τις ανασκαφές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στη Λέσβο (νεολιθικά ως ελληνιστικά χρόνια), της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην προϊστορική Θερμή και τη μυκηναϊκή Αντίσσα και του Καναδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στη Μυτιλήνη. Η νέα έκθεση, που εγκαινιάστηκε τον Ιούνιο του 1991, ακολουθεί χρονολογική σειρά και έχει παιδευτικό χαρακτήρα. Από τα εκθέματα ξεχωρίζουν οι ιεροί νόμοι, τα ψηφίσματα και οι συμφωνίες ανάμεσα στην πόλη της Μυτιλήνης και της Φώκαιας, της Μυτιλήνης και της Ρώμης, ανάγλυφα με παράσταση νεκροδείπνων και του Θράκα Ιππέα, τα ψηφιδωτά της οικίας Μενάνδρου (4ος αιώνας μ.Χ.)
Αν και αθέατα, τα πόδια του Ηνίοχου αποδίδονται ρεαλιστικά.
Ο συγγραφέας εξαίρει τη διδακτική αξία του Ηνιόχου. Για χρόνια τον προσπερνούσε σχεδόν αδιάφορα, λέει, μαγεμένος από τους Δίδυμους του Άργους. Ώσπου κάποια φορά πρόσεξε πόσο ρεαλιστικά αποδίδονται τα πόδια του. Ωστόσο, το σύμπλεγμα, στο οποίο ο Ηνίοχος ανήκε, ήταν τοποθετημένο σε ψηλό βάθρο, τα λεπτοδουλεμένα πόδια του δεν ήταν ορατά. Ο Ηνίοχος αναδεικνύεται σε χειροπιαστό δείκτη της τελειότητας του κλασικισμού. Το δίδαγμα είναι ότι, στην κλασική περίοδο, έβλεπαν το γλυπτό ως ενιαίο σύνολο, χωρίς να το διαιρούν σε μέρη, επειδή έβλεπαν τον κόσμο ενιαίο. Οι απόπειρες αντιγραφής του κλασικισμού απέτυχαν γιατί έμειναν στη μορφή και όχι στην εσωτερική ουσία.
Μπουζούκια, η εξέλικη του αρχαιοελληνικού τρίχορδου. Συλλογή Μουσικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
The beginning of the last decade of our century found the Greek Archaeological Service to be controlled by a legislation dating from1899-1932 and incompletely codified sixty years ago. Therefore it is not only full of contradictions, menacing penalties and provisions unsuitable to the present constitution and the international contracts signed by Greece; but it has also become partially powerless due to later additions and exceptions- The handicaps imposed by this legislation, and the absence of inter-European borders from 1.1.1993 will find the Greek Archaeological Service watching rather passively its movable archaeological heritage being «smuggled» and transported easily and illegally to a united Europe. Furthermore, on the basis of the EC relevant directive all reserved rights on the historic and artistic treasures that "emigrated" are abolished after thirty or seventy-five years. Regarding the organization of the Ephorate of Antiquities, the vital cell of the Archaeological Service, a series of essential steps have urgently to be taken: The reinforcement of the existing Ephorates of Prehistoric and Classical Antiquities and the increase of Ephorates of Byzantine Antiquities and those of Modern Monuments; the rational distribution of work through specialized departments, internal restructuring, redistribution of personnel, modernization and efficient staffing of the museums so that they will function no more as mere warehouses of beautiful objects of obscure ancestry. Also necessary is the significant increase of staff for the efficient guarding of antiquities, systematic excavations, documentation of archaeological finds, organization of temporary exhibitions, promotion of archaeological sites, restoration of monuments. Cases, that are being presently evaluated by the Central Archaeological Council, should be examined by local councils instituted for just such a purpose and a flexible service for the effective protection of monuments must be also included in the forementioned scheme. Finally, the full financial support of the State for the preservation of the archaeological treasures of a country like Greece is the indispensable, essential factor for the successful application of all realistic proposals.
Established in the late nineteenth century, the Italian Archaeological Institute of Athens is under the Italian Ministry of Culture. Alone or in collaboration with universities it undertakes excavational projects in Greece, always under the supervision of the local archaeological Ephor; it can also set up exhibitions with other relevant organizations. It employs staff after a screening and its proper function depends on human potential. Possible cooperations with other European Archaeological Services are subject to the legislation and the directives of the European Common Market.
Archaeological work in the Netherlands is carried out and coordinated mainly by the Rijksdienst voor het Oudheidkundig Bodemonderzoek (ROB = Civil Archaeological Service). Permission for archaeological excavations, apart from the ROB, is permanently granted to four of the Netherlands universities, one museum, and eleven municipalities that employ an archaeologist who is a specialist in his field. The Archaeological Civil Service was established in 1947 and is divided into three major sectors.The Department of Research, staffed with ten provincial archaeologists, the Department of Restoration/Conservation of Monuments, and the Department of Reconstruction of Monuments. A few years ago ,the RAAP Institute, a specialist in non-destructive methods of research, had undertaken archaeological projects on a contract basis. One of the future projects of ROB, concerning the coordination of research in the field of "urban archaeology", is going to be carried out on the historic cities of the Netherlands.
Archaeological work in France is subjected to the so-called Carcopino Law of 1941. The Ministry of Education and Culture has a Sub-Direction of Archaeology that depends on the Direction of National Heritage. In each province the Ministry is represented by a General Director of cultural affairs, to whom the regional curator of antiquities is subordinate. The regional Archaeological Service has the responsibility for the observance of legislation regarding excavations and archaeological discoveries, the use of the land and the subsoil, the protection of archaeological remnants, the use of metal detectors. The regional curator prepares the scheduling of excavations and has the responsibility for the total archaeological documentation. The Supreme Council of archaeological research grants the permission for scheduled or rescue excavations. The Ministry of Education and Culture is not the only civil service dealing with archaeology. Three more ministries directly finance archaeological activities, while five major Institutes operating abroad (one of which is the French Archaeological School of Athens), which are partially or totally involved in archeological work, depend on the Ministry o( Education and Culture. Finally, the CNRS (Ministry of Research and Space) finances groups of scientists who are active in archaeology. For an archaeologist, the only way to obtain a proper scientific knowledge is by going to university, while the excavational projects can supply him with practical experience. Archaeologists in France are employed after a screening. The work of rescue excavations is carried out by 1500 archaeologists on contract who are paid by various state budgets. The necessary credits are managed by a non-profit organization, the AFAN (Union of National Archaeological Excavations), established in 1974. While universities play an important role in theoretical archaeological education, they have a rather poor contribution to its practical application. Archaeology in France is going through a phase of "development crisis" that affects personnel (education and employment), the administrative organizations (Ministry and Supreme Archaeological Council relations), and the archaeological policy of the country (partial privatization of archaeological activities).
Established in 1874, it is subordinate to the German Ministry of the Exterior and is financed by the annual state budget of that country,by German institutions and by individuals. It has carried out excavations all over Greece, usually with the cooperation of Greek archaeologists. The most important of them, going on for many years with some intervals, are in ancient Olympia (since 1875), Tiryns (since 1884), the island of Samos (since 1910) and Kerameikos in Athens (since 1913). A series of publications and rich photographic material is available for each excavation, while a library comprising 65.000 volumes supports the scientific research. The Institute is housed in a neoclassic building designed by Ziller with the contribution of Dörpfefd, whose time marked a culminating point of the institution. Unfortunately, during the years of German occupation the results of the Institute's work were twice destroyed.
The organization of archaeological affairs is slightly different in England, Wales, Scotland and Northern Irland. The Committee of Historic Monuments in England is a consultant of the government on archaeological subjects. Some other organizations function more or less in the same way. The British Academy finances the British Archaeological Schools abroad and offers research scholarships; some companies of Ihe private sector also offer such scholarships, while the local authorities maintain their own archaeological services. The companies of land-improvement finance the archeological works required prior to their own operations, while the powerful amateurish element is represented by the Council of British Archaeology. The English Heritage was established in April 1984. Its objective is to create the circumstances for the long term preservation, greater understanding and enjoyment of the Historic Environment for the sake of the present and future generations; to achieve its goal it combines experts' advice, cultural education, representational examples, sound arguments, effective interference and financial support. The English Heritage is basically ruled by the Archaeological Monuments and Districts Law of 1979 and is directed by Commissioners and a President who is appointed by the Secretary of the National Heritage. Its cooperation with other European Organizations is achieved through the Council of Europe. The British School of Athens, which celebrated its centennial in 1986, is supported financially mainly by allowances coming from the British Academy, although the money for research, studies and excavations usually comes from donations and contributions. It organizes archaeological missions and excavations and offers a series of courses of various levels, lectures and seminars annually. The British School owns a building complex in Athens where among others the following services are housed; George Finley's library, another library of 60,000 volumes, an archive of maps and photographs, and the Fitch Archaeometry Laboratory (ceramics). It has also maintained in Knossos, Crete a small library and a Stratigraphical Museum. The British School of Athens publishes various important periodicals.
The Archaeological Service of Denmark depends heavily on the large number of local museums, staffed with an educated personnel. The approximately 150 museums of the country are controlled by the Museums Law, which sets the objectives of these institutions and the regulations of all activities regarding antiquities and archaeology. The person responsible for applying this legislation is the State Ephor of Antiquities, the President of the National Museum and of the Archaeological Committee. The local cultural/historic museums, that are state supported , have the main responsibility for archaeological activities. These museums, created thanks to citizens' initiative, are scattered throughout the country and have the right to undertake archaeological projects in their vicinity after the approval of the Archaeological Committee. The basic prerequisites that a museum must have in order to be granted with such an approval is to count among its staff at least one archaeologist, to have a sufficient budget as well as the architectural facilities for the realization of the project. The major part of the archaeological work is represented by the so-called emergency excavations, carried out before or right after the erection of buildings or other construction works. The State Ephor of Antiquities or usually an interested local museum authorized by him has the legal right to be present, through its representative, wherever soil works are executed and to send a report for any finds discovered during these works to the Ephor. The local museums participate in the financing of archaeological projects , unless the work is executed by a public authority. The Museums Law has been created on the principle of the decentralization of museums. The relation between the Archaeological Institute and the Archaeological Service of Denmark is the following: the Institute must obtain the approval of the Ministry of Culture for its projects, and depending on its scheduled works, it cooperates with the local Ephorates of Antiquities. Administratively it belongs to the Ministry of Education and is financed mainly by the private sector. Thus the Insitute's research and the realization of its projects do not depend on the state budget.
The theater-stadium in Thessaioniki is a significant, unexpected find. Besides its religious significance — it is related to the martyrdom of St. Demetrius, patron saint of the city— and the historic topography that have been approached, new questions have been raised regarding the city-planning axis and the identification of other disputable buildings of Thessaioniki . Besides its importance as a unique building in Northern Greece and a place where ancient Greeks congregated during the Roman period, the discovery of the theater-stadium is a break through where the established historic topography of the city is concerned and redefines the factors for identifying more buildings which either have already been excavated in Thessaioniki or will be in the future.
Comics are included as a source of knowledge and information on the history of mankind along with movies and certain television series, in the visual mass media that are addressed to children. A great number of comics are published, in Greece as well as abroad, where the majority comes from, where the various periods of antiquity are used as a background for their heroes' deeds and activities. Although these comics undoubtedly offer to children a knowledge of history, their character, reliability and quality is worth looking into.
It was established in 1930 by Antonis Benakis and it mainly comprises Greek collections of the Postbyzantine period The top priority for the Benaki Museum is the recreation of the historic-cultural continuity of Hellenism in the full evolution of space and time. The rich library, the historic and photographic archives, the restoration laboratories for icons and ceramics as well as the Museum's collections are available to scholars, while educational programs are organized for pupils and students. A new wing is going to be added soon to the existing building for the better promotion of the Museum's numerous exhibits and thus the historic-cultural continuity of Hellenism will be thoroughly shown and taught. A number of other collections and the activities related to them will become autonomous in a series of new annexes. The latest aquisition of the Benaki Museum is the oeuvre of the great contemporary Greek painter Nicos Hatzikyriakos-Ghika, known simply as Ghikas, who donated his collection of works to the Museum together with the estate on 3 Kriezotou Str. in downtown Athens, where his home and studio are housed and where an art gallery with his paintings has already opened.
Although the Greek State depends considerably on its ancient heritage, both for tourism and national reasons, there are few places available to Archaeology graduates. The limited number of archaeologists who get the opportunity to participate in research programs —mostly through nepotism, regardless of objective evaluation— gain nothing more than a temporary occupation and a meagre salary. If there is a vacancy in the 300 permanent positions of the Archaeological Service —the main administrative, research and restoration/conservation entity of the country,both university degrees and postgraduate studies, for which the state offers scholarships, are downgraded and the candidates, as common civil servants, have to pass examinations on a very wide spectrum of subjects (numismatics, inscriptions, etc.). Depending on their field of interest, Prehistoric and Classic or Byzantine archaeology, these candidates have to possess a vast knowledge of information ranging from the Prehistoric Age to the Late Roman period or from the fourth century AD up to and including the eighteenth century. It would be much fairer if they could be evaluated on the basis of university calendars, curriculum vitae, letters of recomendation and an oral interview. An ideal solution would be the employment of needed specialities not by each Ephorate but by province; or alternatively the establishment of local Institutes staffed with specialized archaeologists. All the forementioned proposals point at the necessity for a generous budget that will permit the increase of work positions. Responsible information, open excavations and archaeological exhibitions should at the same time acquaint the public with the painstaking work and cultural contribution of archaeologists.
This service, that had the Ephor of Antiquities M. Michailidis as its first Director, was created in 1977 by the newly established Ministry of Culture to which it administratively belongs. At the same time the Direction of Reconstruction of Byzantine and post-Byzantine Monuments (DRBP) was created, while the restoration of portable icons, wall-paintings, mosaics, manuscripts and historic documents was undertaken by the Direction of the Restoration οf Antiquities. The objective of the DRBF is the study, protection, preservation and publication of the Byzantine and Postbyzantine monuments of the country: churches, monasteries, fortresses, castles, mansions and settlements that date before 1830, as well as portable works of art, artistic heirlooms and objects of historic significance in general. It also takes the necessary steps -in collaboration with the Church- so that the architectural physiognomy of the Christian monuments under reconstruction to be preserved in the best possible way since their rescue and study is of national importance.
In order to meet the current scientific demands in the contents of Classic Archaeology, the University of Crete, like every other university, must acquire its own distinctive physiognomy through cultivating various scientific sectors within the framework of so-called Greek Archaeology; the latter in spite of its importance represents only a small part of this science. Professional training must also be distinguished by scientific efficiency. The support of new scientists who expect to make a serious career in archaeology is more than a necessity as well as their specialization that will allow the distribution of work and means. Finally, archaeologists must be kept informed on the current scientific issues of their field.
In order to meet the current scientific demands in the contents of Classic Archaeology, the University of Crete, like every other university, must acquire its own distinctive physiognomy through cultivating various scientific sectors within the framework of so-called Greek Archaeology; the latter in spite of its importance represents only a small part of this science. Professional training must also be distinguished by scientific efficiency. The support of new scientists who expect to make a serious career in archaeology is more than a necessity as well as their specialization that will allow the distribution of work and means. Finally, archaeologists must be kept informed on the current scientific issues of their field.
The legal protection through law-suits is an absolute necessity of the individual possessing an archaeological object for the cessation of disturbance and the regaining of its possession, on the one hand; and through claims for profiting from the illegal use of an archaeological object that belongs to somebody else, on the other, contributes to the more effective protection of cultural goods. The individual-possessor has the motive, that is both the aesthetic pleasure and profit, but he also has control over the object.These are legal properties that promote him to the position of «guardian» both of his interestt and the state's and that of all who care about the protection of our cultural heritage. An additional positive outcome arising from the possibility of claiming a profit is that the state, the primary possessor of all cultural goods, is thus given the opportunity to obtain for itself a significant source of income.
Human hair is a "new" valuable material for study and research by the archaeologist. It is discovered mainly in excavations of burials. It provides us with information about the race, sex, age, and health of people, as well as about the habits and the social and cultural context of the period under investigation. Because of its fragility ,this material is rarely found. Its preservation is difficult and depends on the environmental conditions at the time of the burial and the degree of their stability over the years. Finally, there is always a danger of breaking the hair when collecting it from the soil. Today human hair, discovered in archaeological sites, adds a new topic of interest to the study of the palaeoenvironment and to anthropology.
In the University of Thessaloniki, like in all universities of the country,the field of archaeology is divided into three major sectors, i.e. Prehistoric, Classic and Byzantine archaeology. This division is related to the course of evolution of the science of archaeology in Greece, although its value is now questionable, given the important relevant theoretical issues that are discussed internationally. The main obstacle in dividing the field of archaeology into minor sectors with autonomous characteristics is the existence of inflexible borders which block the exchanging of ideas, methods and techniques. A situation of the past cannot be entirely or correctly perceived if it lacks a sound theoretical basis that unifies the existing evidence and gives it the right scientific proportions. Museology, Archaeometry, technical analysis of ceramics, excavation techniques, the use οf computers as well as Statistics form a part of the curriculum of the Department of Archaeology of the Thessaloniki University and match the three basic theoretical divisions of archaeology mentioned above. However, even this advanced approach does not solve the problem of the lack of unity between theory and practice. The Greek Archaeological Service, essentially an administrative institution is unable to function as a scientific pioneer, therefore the University of Thessaloniki has to speed up its pace by introducing new courses and readjusting the existing ones. If this does not happen, the relation between the Archaeological Service and the University of Thessaloniki will become a vicious cycle in which these two parts will keep on functioning indifferently in a sort of self-complacent vacuum: an ill-omened prospect for the future of both, in a country which is changing rapidly.
University studies in Greece are not related to the perspective of a professional career in a specific service. The majority of graduates of the Department of History and Archaeology can choose either to be employed as high school teachers, a few enter the Archaeological Service, and even fewer do research or have an academic career. For the future employees of the Archaeological Service a degree in History and Archaeology of archaeological orientation- is required by Law. The effectiveness of the curriculum of studies in Archaeology at the Athens University is hampered by three main factors: a. The excessive number of students in each course, b. The choice made by students of semester courses at the beginning of studies, which is usually superficial since the student lacks the necessary background and relevant information, c. The complex issue of the one "Greek" entry in the necessary bibliography. The combination of the forementioned negative factors decisively affects the graduates degree. Since 1988 Athens University offers postgraduate studies in Archaeology that create the possibility of overcoming the existing weaknesses of the undergraduate programme.
It was officially established in 1987 as the final realization of an earlier project dating from 1965. It has gained international recognition due to its long, original and pioneering activity. Its objective is the examination of archaeological objects, monuments and materials through physics and chemical methods (C-14, X-rays: microanalysis) and the consequent generation of special information thai contributes to the fuller understanding of our cultural history. Such information includes dating, technological studies, the derivation of raw materials, the location and recording of ancient quarries and mines, the identification of pigments, paper and all sorts of archaeological inorganic material, as well as authenticity tests on ceramics. The laboratory is staffed with ten scientists and many of its projects are completed through a national and international network of clolaborations. It has recently been assigned by NATO with a pilot project, titled "Technologies for Civilization". The archaeometry lab "Democritos" also organizes seminars and twice a year brings out the periodical "Delta".
The Direction of the Restoration of Antiquities, which also covers the needs of the cultural sector, administratively belongs to the Ministry of Culture. Since its establishment in 1978, its main objective is the coordination and supervision of restoration work all over the country, and has compiled volumes on restoration and conservation, perhaps unique in Greece. The Direction is divided into the Department of Restoration proper and the Department of Research, although the latter still remains inactive due to lack of specialized personnel and properly equipped laboratories. The research needs are usually covered by the Center of Stone, the chemical laboratory of the National Archaeological Museum, the Center of Nuclear Research "Democritos", the Institute of Geological Studies of Greece, etc. Needless to say that the Department of Restoration has to be further staffed with scientists of all relevant specialities in order to create the prerequisites for the essential change of approach to the restoration of antiquities in Greece . The actual advancement of the Department of Restoration is necessary, so that restoration work might contribute effectively not only to the conservation of objects of our cultural heritage but also to the deeper understanding of the scientific problems and historical events related to the object under restoration.
The purpose of the Center is "the research of History, Art and Civilization of Greek Antiquity in general and of Roman Antiquity ". Research programs refer to the study of Neolithic, Creto-Mycenean, Classic and Roman antiquity on the basis of written sources and preserved archaeological material. Most of these programs were planned and scheduled in the mid-1980s, when the then personnel was relatively sufficient. The Center supervises and coordinates international projects of the Academy in cooperation with the relevant committees of the institution. Its library comprises about 2.500 volumes of archaeological and historic interest.
This article looks both at the underlying principles of the organisation and the content of the teaching of archaeology in Greek universities as well as at some of its consequences. The main conclusion is that at most Archaeology Departments there exists a strong bias towards certain periods (the classical period and the late bronze age) and certain approaches (mainly the art-history approach in the German tradition). Several important aspects of the past and the theoretical and issues on methodology receive little attention.The (University of Thessaloniki is to a large degree, an exception).Consequently, the training of future archaeologists is inadequate and, furthermore, certain ideological stereotypes are being maintained within modern Greek society.
The objective of this service is the carrying out of all work regarding museums and archaeological sites in general. The Direction is divided into the following departments; Auctions, Execution and Supervision, Inspection and Delivery. 95% of the works are auctioned and then carried out by building- contractors, while minor projects or other works that require skilled and specialized personnel are done by craftsmen or relevant employees from the Ministry of Culture. The Administration is staffed, among others, by twenty-nine persons whose knowledge and skills cover all the necessary specialities. The major problems this service has to solve are generated by the poor condiltion of the old museum buildings and the postponement of their reconstruction, owing to the lack of funds. The proposals for improving this situation include the decentralization of the central technical services that can be achieved by creating regional ones; the classification of the works on a regional (conservation, repairs) or national (constructions, extentions) level; and the creation of a specific Department of Building Restoration. Basic prerequisite of all proposals is the replacement of the present, ill-functioning programme of the Ministry of Culture by a modern one which will have been drawn up with the participation of all interested parties.
The Greek Archaeological Service was established in the nineteenth century, soon after the Independence of the Greek State. The present managerial structure of the Restoration Service is made up of three branches, i.e. the Direction of Ancient, Byzantine and Postbyzantine, and Modern Monuments. Due to the broadening concept of architectural heritage the present qualified personnel has been proven inadequate to meet the increasing demands. The old building materials and structures, the effects of climate change, the damaging pollution and the usually destructive human activities have made it imperative to intervene in order to rescue monuments or totally reconstruct them. The relevant studies and plans, are continuously being adjusted and modified while the project is carried out.They are worked out by the Service engineers or are commissioned to the private sector. The competent Administration put forward each project to the Central Archaeological Council and depending on the monument's date, is responsible for bringing it about. Recently, the overall study and realization of reconstruction works handed over to committees that can manage the necessary finances with more flexibility. The universities participate in these committees and also in relevant reseach programmes. Each Administration has to keep its own archives, since a central computerized one does not exist. However, in spite of the difficulties that the Service faces, the reconstruction and restoration of monuments keeps on being efficient and effective. Needless to say that the rescue and consequently the revival of traditional working techniques is of the utmost importance. The proper preservation of monuments in a suitable environment has become a top priority in the European policy for the protection of monuments.
Αμφιφορεύς, αμφορεύς: αγγείο που το κρατούν από τις δυο του λαβές. Συχνά όμως ως λαβή χρησίμευε και η βάση του.
Με φαρδιά κοιλιά ανάμεσα σε βάση στενή και σχετικά στενό λαιμό, ο αμφορέας παίρνει το όνομά του από τις δυο κατακόρυφες λαβές που ξεκινούν από το χείλος ή το λαιμό και καταλήγουν στους ώμους του. Αγγεία αποθήκευσης αλλά κυρίως μεταφοράς και εμπορίου με περιεκτικότητα που φτάνει τα 18-22 λίτρα, συχνά βρίσκονται κατά εκατοντάδες σε αρχαία ναυάγια. Ανάμεσα σε άλλες χρήσεις, οι αμφορείς έγιναν ταφικά αγγεία ή, κομμένοι από τη μία πλευρά, φέρετρα για βρέφη.
Το όνομα «αμφορεύς» εμφανίζεται στις πινακίδες της συλλαβικής γραφής Β πριν ακόμη ο Όμηρος ονομάσει έτσι τα αγγεία με το κρασί που ο Τηλέμαχος μεταφέρει από την Ιθάκη στην Πύλο.

Πλακίδια με λιοντάρι που επιτίθεται σε ταύρο, από τα Σπάτα.
Κυκλώπειο τείχος παράλληλο με τα αναχώματα του μεγάλου αγωγού της Κωπαίδος.
Πρωτοκυκλαδική ελλειπτική πυξίδα από χλωριτικό σχιστόλιθο, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Ακέραιο αντικείμενο από λιθάργυρο.
Ομοίωμα ταλάντου με επιγραφή από την Έγκωμη.
Χρυσό κύπελλο από λεπτό έλασμα με έκτυπη διακόσμηση δελφινιών. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Σειρά πρισματικών λεπίδων από οψιανό της Μήλου. Ακρωτήρι Θήρας.
Χρυσές ψήφοι κατασκευασμένες σε μήτρα, 13ος αι. π.Χ. Από το Νέο Καδμείο της Θήβας.
Κύμβη από ορεία κρύσταλλο, με λαβή σε σχήμα λαιμού και κεφαλής πάπιας. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Ανάγλυφο πλακίδιο από φαγεντιανή. Ιερά Θησαυροφυλάκια του Ανακτόρου της Κνωσού, 17ος-15ος αι. π.Χ.
Η γέννηση της Αθηνάς. Αττικό μελανόμορφο τριποδικό εξάλειπτρο, 570-565 π.Χ. Λούβρο.
Λεπτομέρεια από την ύφανση του ενδύματος της Ιέρειας από τη Δυτική Οικία. Ακρωτήρι Θήρας.
Ποσοστιαία κατανομή των διαφόρων τύπων τάφων ανά εποχή.
Ελλειψοειδής σφενδόνη χρυσού δαχτυλιδιού με λατρευτική παράσταση. Μυκήνες, Θησαυρός Δροσινού.
Ασημένια πλακίδια 4ου αι. π.Χ. από το ιερό της Δήμητρας στη Μεσημβρία-Ζώνη.
Πήλινη γυναικεία προτομή, πιθανότατα θεότητας του Κάτω Κόσμου από το κλασικό νεκροταφείο της Αμφίπολης.
Το εξώφυλλο του βιβλίου.
Εξαιρετικής τέχνης κεφαλή κούρου της αρχαϊκής εποχής που αποκαλύφθηκε στη νησίδα Δεσποτικό.
The definition of the ancient Greek word “Techne” (Art) was a skill needed in the making of some object, regardless of this object being functional (craft) or beautiful (art). In this special feature, technology is examined as a whole, without specifically focusing on technical achievements. The interest lies in the system in which a need is born, the human ingenuity to meet this need, and the repercussions on society as a whole when a certain technology prevails. Many references are made to the interaction between society, economy and technology as well as to the complex procedure of society absorbing an innovation which will, in turn, be incorporated into “tradition”.
It is beyond doubt today that the Greek tribes were distinguished, from the Mycenaean age to the Late Antiguity, for their persistent love of technology. Thus, it is reasonable to presume that such an attitude towards life would have been impressed on the mythological and religious beliefs of the Greeks. As a matter of fact, the role of technology in the mythology and religion of ancient Greece is a fundamental one: the Cyclopes/metal workers participate in the original triple deity (mans. Cyclopes, Hecatoncheires), Gaea hands to Cronus the "sharp" scythe, and the Cyclopes invent the ultimate weapon, the thunderbolt, for the sake of Zeus, which would enable him to emerge victorious in the struggle of the gods against the Titans. Even in the Olympian phase of the ancient Greek religion Zeus, by inviting Prometheus to participate in the creation of the World, has essentially consented to offering to mankind the technological Wisdom. Thus. the original fault of creation is restored and "men become affluent". So, it seems that technology for the Greeks was the blessed by the gods complement of the powers of nature.
The manner in which the basic building materials –stone, clay and wood- are combined to create the load bearing system of a building is of major significance in construction. The earlier structures (7th millennium B.C.) are built with wood, while clay as a building material has an equally long history. Timber is used in the reinforcement of clay or stone walls in the form of horizontal beams embedded In the wall. Vertical posts are also included in later times. There are indications that the participation of wood In wall construction was an antiseismic measure. The covering of a building -gabled or flat root- is not always easy to identify. The difference between the structure logic of an elongated narrow edifice of the "megaroid" type covered with a gabled roof (Thessaly, North Aegean) and that of a rectangular house with a flat roof (South Aegean, Crete) is striking and is reflected in the course of development of the two types, as for example in their potentials of horizontal and vertical expansion. It is not accidental that multi-storied houses appear very early in the South Aegean where flat roofs prevail. Roof tiles are the most undisputable evidence of gabled roofs (House of Tiles, Lerna, 3rd millennium B.C.). Their use throughout the Mycenaean era is widespread. Fortification walls represent the earliest technical works on a large scale dating back to the 5th millennium B.C. (Strophilas, Andros), with most renown the walls of the Mycenean era. The stone vaulted tombs of the same era are also monumental works of a large scale, reaching 14 m in height and diameter. The relieving triangle and corbelling are true Inventions of the time. Linear B tablets refer to the to-ko-do (masonry builder) and the to-ko-to (carpenter) implying respective expertise.
Greece is an exceptionally mountainous country. Therefore the few areas that displays the appropriate relief for intense agricultural use have played an important role in its eνolutιon and haνe become centers of cultural development. The need for a more effective exploitation of plain land demanded the technical occupation of man with various natural phenomena, in order the menace of flood and drought to be dealt with electively. The peak of the technical achievements in Iand reclamation works both of the Mycenaeans in the Peloponnese and the Minyans in Boetia is dated from the fourteenth and thirteenth centurιes B.C. They are innovating and unique in Europe works, which secured the flowing ουt οf water from inhabited and cultivated districtsΙs in ρperiods of abundant water and, correspondingly, their supply with water in periods of drought. The main characteristic οf the Mycenaean waterworks was the basin technique that consisted ίn the construction of dens or locks that had a medium height but usuaIIy a substantial width and a length expanding of many kiIometers. The most sρectacular technical works of the Mycenaean era are the big piρeIines. mainly that of Kopais, but aIso those of the Pheneos valley and Tiryns. The great advantage of the waterworks was their automation, since after their construction they only needed maintenance without any technical back up. During the second half of the second millenium B.C. the Minyans created and exploited a magnificent and extensiveνe system of waterworks ίn order to control the creation of artificial lakes in Boeotia. The biggest and longest maιn, most of the earthworks of the ρeriod and the largest artificial lake of early Greece were created in the Minyan Kopais.
Although in the Homeric Epic there are many references to ships, the question is whether they describe the Mycenaean or simply the Geometric sea-going vessels. The aim of this article is to present the evidence, the methodology and the results of an interdisciplinary research project on the form and the shipbuilding tools, materials and techniques of Mycenaean ships. Unfortunately, no Mycenaean shipwreck has been excavated so far. In consequence, in order to draw safer conclusions, we had to undertake a comparative study of the written sources on nautical technology from the Linear B tablets, the Homeric epic and the later literary evidence as well as the available LHIIIC archaeological data. The study also took in account evidence on ships and shipbuilding techniques from earlier and contemporary Bronze Age civilizations in Northeastern Mediterranean. Finally, in order the above mentioned issues to be examined in the historical context of the LHIIIC period, the research had to deepen in various fields of Mycenaean civilization, such as technology (woodworking, metallurgy), economy, and even natural environment. Some of the results as well as the questions that remained unanswered after the completion of the archaeological study on the form of the Mycenaean oared vessels were approached through Experimental Archaeology. The analysis of the design and structure of an eikosoros (20- oared sailing vessels) was the subject of a complete technical study and of experiments using not only models – in a 1:10 scale-, but also full-scale sailing and steering samples.
This article refers to metal technology and particularly to its Impact on trade in the Bronze Age. After a theoretical introduction to the evolution of metallurgy and metal, working, it concentrates on the strategic role of metals for the production of weapons and on the necessity of alloying copper with tin. The sources supplying tin are examined as well as: the explosion of sophisticated metalworking techniques during the period of the "Shaft graves phenomenon", the interest of the central authorities in obtaining metals and producing export-oriented artifacts, and the various mechanisms used in the exchange networks. Then the article focuses on the standard mainly used In the circulation of raw metals, that is the ox-hide-shaped ingots traded in mostly coastal areas of the Central and Eastern Mediterranean, which were also found in abundance in two Bronze Age shipwrecks. Finally, specific information, which has been reinforced by archaeometric investigation, is given as regards the copper and tin ingots discovered in a ship that was sank off the southern coast of Asia Minor, near the present day Uluburun. while sailing from Syrian ports and Cyprus to a Mycenaean destination.
Copper and its alloys played an important role in the economic and technological development that is apparent in the Bronze Age. In order to obtain copper and tin, the two basic components of bronze, as well as other metals, the civilizations of the Mediterranean had to develop contacts and intricate exchange systems. Many factors led the island of Cyprus to the center of the commercial networks that developed in this period. First, Cyprus, even today is considered one of the richest countries in copper in the world, and already since the end of the Middle Bronze Age (1900-1600 B.C.) Cypriot copper was exported to neighboring countries. Second, the island. due to its geographic position in the Eastern Mediterranean, functioned throughout its history as a crossroad between the West and the East and as intersection of the commercial trade routes. The importance of Cyprus as a copper producer and exporter in the Late Bronze Age has been revealed by archaeological research carried out both on the island and in the neigh boring countries, while archaeo- metallurgical research on the island has shed light on issues concerning the technology of copper production from sulphide ores.
The remnants of a small workshop and hundreds of litharge fragments have been recovered during a rescue excavation in Lambrika, Attica (Koropi). The litharge finds have the shape 0f a small shallow bowl and most of them bear at their bottom ten small hemispherical depressions arranged in three series. These litharge items derive from a metallurgy workshop of silver/lead of the Early Helladic I period (3200- 2800 B.C.), the earlier one located in the Aegean region. Three circular pits dug in the ground have been found (1.5-1 m. diameter and 0.50 m. depth), and among them five small cavities (0.19 m. diameter and 0.10 m. depth) coated with a whitish clay have been scooped. The correspondence of dimensions of the litharge finds to the cavities leads to the conclusion that the latter were purposed for the manufacturing of the former. So far, only a few litharge samples of similar form, proving the application of the cupellation method, that can be dated from the EH I period or the preceding one, are known: One from the Earlyheladic settlement at Koropi, another one from the Final Neolithic building at Merenta. A similar litharge comes from the site Habuba Kabira in Syria and belongs to the second half of the fourth millennium B.C. The systematic typological and analytical study of these litharge fragments will elucidate a series of important issues relevant to the early metallurgy of silver in the Aegean.
The technology of chipped stone is related with the strategic choices that have been made in order the raw material used for the fashioning of stone implements to be obtained and shaped. The technology of chipped stone in the Bronze Age Aegean, which is examined as regards its obtainment, production and use or consumption, is a complex phenomenon that is connected to the new technical, economic and cultural parameters formed after the third millennium B.C.. Significant changes are observed as regards the way the raw material is obtained as well as the transport and use of obsidian in the Cyclads and its distribution from there to Eastern Greece and to the broader area of its dissemination. It has been ascertained an expansion of the transport network of this volcanic glass to Northern Greece and Eastern Aegean and to the Asia Minor coastal area. Concurrently, new networks of transporting obsidian from remote sources of this material appear, such as the Carpathians and Cappadocia, The production of obsidian blades is the result of the widely spread pressure technique used in the manufacture of elongated prismatic blades. As regards consumption, the Bronze Age retouched implements are few. Blades are mainly used for basic activities in the household or for more specialized ones in the workshop. The discovery of obsidian blades in a particular context, like that of a burial, implies the use of this artifact in areas having a symbolic meaning. In conclusion, the third and second millennium B.C. marks the end of this sophisticated chipped stone technology.
Undoubtedly stone vessels represent an important and distinguished creation. Although they do not belong to the objects necessary for the everyday life, nevertheless they are important, because they directly refer to the level of development and achievements, the aesthetics, the values and belief of the society that has produced and used them. They stand out thanks to the peculiarity of the material they are made from, which results from the natural colour, durability and difficulty in workmanship of stone. Our knowledge of the way the raw material could be transformed to a vessel is limited, because the available information is meager and fragmentary. Since a fully equipped workshop of a stone carver has not been found as yet, it is the vases themselves, mainly the unfinished ones and the waste. that supply the indications of their manufacturing. Therefore. the testimonies deriving from the broader area of Near East are valuable. Thus, we can conclude in general that the entire carving procedure -carving of the exterior, scooping out of the Interior- was carried out in the workshop; and that the tools of the early stone carving were gradually replaced by more advanced ones, made of bronze in particular. The first stage included the rough forming of the volumes through hammer-hewing. The smoothing out of the surfaces followed that was achieved using blades and chisels. The tools for the hollowing of the open and shallow forms and shapes were blades, solid grinding implements and, later, chisels. The use of chisels for the processing of soft stones continued throughout the Bronze Age, while the employment of drill represented a novelty in the hollowing of vessels. Rotating. originally. between the palms and later with the help of a bow and crank, it became the indispensable tool of the stone carver, while sand and ground abrasives, such as emery and quartz, were required additionally for hard stones. When the hollowing was completed. then the final elaboration of the vase exter or followed, which included the rendering of particular details of its form, the finishing and the polishing of the artifact.
The art of weaving in the Bronze Age is characterized as developed, particularly due to the representations of luxurious textiles depicted in wall paintings. The archaeological evidence is insufficient and consists in preserved parts of looms, which however are few, given that most of them are perishable. Traces of textiles have been recently located, as for example at Akrotiri on Thera island, which are astonishing finds not only for the variety of their weaving techniques, but also for the exquisite refinement of these artifacts. It is obvious that the main achievement is the technical human abilities through which these excellent works have been produced and not the technical properties of the weaving instruments in themselves.
Alongside metals iνory (hippopotamus and/or elephant) first appears in the Aegean as a luxury import into the Prepalatial Crete. During the period of the first Palaces the range and size of products increased there and the working techniques were perfected, leading to a heyday of the craft in the phase of the Second Palaces. Thenceforth, the Mycenaeans maintained the expertise in Crete and throughout the Aegean. Their output differs somewhat in style and diversity of objects produced. Elephant and hippopotamus iνοries are different in their manner of growth and thus to a degree in how they are worked and resist time and decay. The craftsmen employed a varying toolkit (blades, points, saws, chisels and drills), mostly of copper/bronze and sometimes probably of reed/cane lor drίll-heads; they relied much on abrasiνes to cut, shape and polish their artifacts. Confirmed working areas are not common; we can guess that the social position of these craftsmen depended on those elite clients who made use of their products. The manufacture of three sets of maΙeria is reviewed in some more detaίl: the Palaikastro "kouros", the inlays from the House of lvories at Knossos and sundry pieces from Mainland Greece (1rom Athens and Mycenae).
Vitreous materials manufacture was a "high teen" technology which first started in the Near East and Egypt and later spread to the Aegean. Vitreous materials were appreciated for their resemblance to precious stones which were considered to have special properties: they were imbued with beneficial magic. With time, however, they became even more appreciated for the very magic that was involved in their manufacture: the dull, colourless raw materials were transformed in the kiln into a brilliant artefact. The manufacture of first faience and blue frit and later glass meant that precious objects could become available not only to the elite but to almost all social classes. The royal courts remained the centres of production since it was they who could afford the first class technicians and the best raw materials as well as high aesthetic standards. Faience could be made anywhere, while blue frit and glass were made in specific countries in the Near East and Egypt from whence they could be exported to other countries - thus widening Bronze Age trade/exchange networks.
The mold is undoubtedly the oldest "machine" in the history of the material civilization, which changed drastically the rhythm of production through the standardization and mass production of all sorts of artifacts. Its impact on the field of metalwork has been appreciated for the manufacturing of bronze implements and weapons in particular already since the early third millennium B.C. The role of mold is intensified and increased in the framework of the palatial societies of Minoan Crete and Mycenaean Greece, especially through the production of various gold, faience and glass paste prestige goods. In this way, through the standardization and the multiplication of "images", it also contributed to the creation and dissemination of an artistic koine during the Late Bronze Age. The culmination of the use and performance of mold coincides with the fourteenth and thirteenth centuries B.C. It becomes obvious from the production of jewellery -mainly embossed glass paste or more seldom gold foil beads- that it responds to and meets the new ornament orientations and needs of the Mycenaean world. The relevantly numerous molds and the countless jewels dating from these two centuries prove beyond doubt the predominance of a galloping fashion which, due to the use of the inexpensive glass paste, was spread throughout all social strata. Mycenae is probably the major center of jewellery production and the provenance of most of the available until today molds. The Linear B tablets from this site testify for the local activity of a group of craftsmen, the so-called kuwanowokoi, who must be conceived as artisans working glass paste, a low-priced substitute for lapis lazuli. Needless to say that the importance of a mold depended on the number of carved matrices it bore - up to 23(!) on an example from Mycenae. However, the carving of the various matrices should have been the responsibility of a skilled expert, who must be sought among the ranks of the seal engravers of the period, recorded, as we believe, on the Linear B tablets by the term kowirowoko.
Herodotus, the father of History, already stresses in the fifth century B.C. the particular historical and cultural importance of ancient Thrace, when he remarks that "the nation of the Thracians is greatest", which today has become obvious thanks to the relevant archaeological discoveries in the area. The great number of archaeological finds that Makri and Mesimvria-Zoni, two distinguished sites in this area, have yielded made possible the reconstruction of everyday life in the Prehistoric age and in the classical and Hellenistic periods in such sectors as the building of houses, the organization of space and town- planning, cult and religion, the various occupations of the inhabitants, the burial practices etc.
The glyptic of the Early Mycenaean period of mainland Greece initially follows the artistic tradition of Neopalatial Minoan Crete. Lentoid and almond-shaped seals are extensively used for sealing purposes well through the Mycenean era, while Mycenaean seals and gold signet rings -especially those found in the Shaft Graves at Mycenae - are exclusively used for their own artistic merit as jewellery and not for bureaucratic purposes. The thorough examination of the iconography used on this artistic production has led to the conclusion that a distinct, purely "mainland" glyptic style was gradually been developed around the Late Helladic period, which exhibits the following characteristics: a. The overall treatment of human figure and its position both in space and in intaglio representations show the stylistic weakness and the technical inconsistency of the Mycenaean engravers. b. The development of a genuine "Mycenaean" epic tradition and religious ideology that are reflected in scenes depicting battles, duels and religious rites. c. The use of motifs that symbolize the Mycenaean idea of the celebration of death by means of war and hunting scenes in which the military and hunting equipment is stressed. d. The appearance of a female, military in character, deity who adorns a number of seals, signet rings and fresco fragments as well. e. The number of collections and accumulations of Late Helladic -and Mlnoan- seals from excavated graves (Mycenae, Vapheio) and cemeteries (Medeon) proves that the Mycenaean elite regarded many glyptic items as valuable objects, "heirlooms" so to speak, and exceptional artistic creations.
This article presents a preliminary analysis of a sample of 40.393 ancient Greek graves that are correlated to the data of geographic distribution, palaeodemography and burial customs from the Mesolithic epoch up to the Byzantine era. The sample can be considered statistically large for most of the scientific topics presented here and thus it results to a satisfactory approach to the general picture. The interrelation between the different chronological periods and the various burial traditions, such as the grave types, the degree of kterisis and the grave orientation, cannot be accidental. The various interpretations given to related issues are open to further debate, considering also that a more extensive analysis is required in order to be clarified specific and general conjectures, in relation to their chronological settings.

Θήκη, αντιπροσωπευτικός τύπος τάφου της Μέσης Εποχής του Χαλκού, Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου.
Από τη νεολιθική εποχή διαφαίνεται μια τάση απομάκρυνσης των τάφων από τους οικισμούς αλλά τα οργανωμένα νεκροταφεία επικρατούν από τη Μέση Εποχή του Χαλκού και πέρα. Ο απλούστερος τρόπος ταφής είναι ο ενταφιασμός του νεκρού που τοποθετείται σε πλάγια, συνεσταλμένη στάση. Αντιπροσωπευτικότεροι τύποι τάφων είναι ο λάκκος, ο κιβωτιόσχημος και η θήκη, ενώ έχουν βρεθεί και τάφοι λαξευτοί σε στέρεο βράχο. Από τους τύμβους, που επισημαίνουν έναν τάφο ή, συχνότερα, πολλούς τάφους, διακρίνονται δύο κατηγορίες: οι μικροί με διάμετρο ως 7 μ. και οι μεγάλοι με διάμετρο 10-20 μ. Μια παραλλαγή του τύμβου αποτελεί ο Κύκλος Β των Μυκηνών που περιείχε είκοσι τέσσερις τάφους και έχει εσωτερική διάμετρο 27 μ. Ευρήματα που ερμηνεύτηκαν ως ίχνη από θυσία ή οι βόθροι έθεσαν το ζήτημα της «λατρείας των νεκρών». Ωστόσο, οι υποθέσεις δεν επαληθεύονται καθώς προσκρούουν στην παντελή έλλειψη αρχαιολογικών δεδομένων για τη λατρεία εκείνης της εποχής. Τα κτερίσματα στους τάφους είναι αντικείμενα κοινής χρήσης που βρέθηκαν αδιάκριτα σε τάφους των δύο φύλων ακόμη και σε παιδικές ταφές. Πρόκειται για πήλινα αγγεία, μινυακά και αμαυρόχρωμα, κοσμήματα, εργαλεία και όπλα. Η συγγραφέας επισημαίνει ότι η υιοθέτηση σύγχρονων αξιολογικών όρων («πλούσια», «φτωχά» κτερίσματα) δεν αποδίδει την ακριβή σημασία των ταφικών προσφορών που μας είναι άγνωστη.
Κρανίο (δεξιά πλευρά). Διακρίνονται οι κηλίδες αίματος
Στο υστερομινωικό νεκροταφείο των Αρμένων (περίπου 1425-1200 π.Χ.) έχουν ήδη ανασκαφεί πάνω από 140 λαξευτοί θαλαμοειδείς τάφοι. Οι περισσότεροι είναι στραμμένοι προς το μεσομινωικό Ιερό του Βρύσινα. Το νεκροταφείο βρίσκεται νότια από το Ρέθυμνο και η θέση του οικισμού δεν έχει ακόμη εντοπιστεί. Η μελέτη των σκελετών και τα ταφικά ευρήματα υποδεικνύουν μιαν αυτάρκη αγροτο-κτηνοτροφική κοινότητα που χρησιμοποιούσε το μαλλί και τα υφαντά για το ανταλλακτικό της εμπόριο. Η ύπαρξη ταφών σε διακοσμημένες λάρνακες μαρτυρεί μια κοινότητα εύρωστη που δεν είναι πολιτισμικά απομονωμένη. Τα ταφικά ευρήματα του λαξευτού τάφου 67 πιστοποιούν τη χρήση του από το 1400-1300 π.Χ. περίπου, για άτομα ιδιαίτερα εύπορα. Από αυτά, ο σκελετός 67Ε ανήκει σε δυνατό, 25χρονο άντρα, που έπασχε από μελιτοκοκκική οστεομυελίτιδα, βρουκέλωση, επαγγελματική ασθένεια των κτηνοτρόφων. Δεν ήταν αυτή όμως η αιτία του θανάτου του. Ο ακρωτηριασμός του δεξιού του χεριού και ίχνη από δέκα διαφορετικά χτυπήματα στα οστά του, μάλλον από πέλεκυ, προδίδουν φονική ενέργεια. Τον νεκρό περιβάλλουν όλα του τα όπλα, πράγμα σπάνιο για το νεκροταφείο των Αρμένων. Πιθανόν το θύμα να σκοτώθηκε σε μονομαχία για την επίλυση διαφορών.
Επιτύμβια στήλη της Αμφαρέτης με το εγγόνι της, περ. 430/20 π.Χ., Μουσείο Κεραμεικού.
Το άρθρο διατρέχει το χρόνο από τη μυκηναϊκή ως την ελληνιστική περίοδο. Στη μυκηναϊκή Αθήνα, οι ταφές γίνονται σε τάφους θαλαμοειδείς και λακκοειδείς. Την εποχή του Σιδήρου, οι ταφές σε ορθογώνιους λάκκους συνυπάρχουν με την καύση των νεκρών. Γύρω από την τεφροδόχο τοποθετούνται τα λιγοστά κτερίσματα, πήλινα ή χάλκινα. Στην πρωτογεωμετρική περίοδο, η καύση των νεκρών είναι συχνότερη και οι τάφοι σημαδεύονται από μικρό τύμβο. Τα κυρίως ταφικά αγγεία είναι οι υδρίες. Στη γεωμετρική περίοδο των αγγείων του Διπύλου, η καύση των νεκρών υποχωρεί. Σημειώνονται ομαδικές ταφές σε λάκκους, περίκλειστες από περίβολο. Ανάμεσα στα σημάδια που διακρίνουν τους τάφους είναι και αγγεία: κρατήρες για τους άντρες, αμφορείς για τις γυναίκες. Τα κτερίσματα περιλαμβάνουν χρυσά κοσμήματα, όπλα, πήλινα ομοιώματα. Οι νεκρικές σκηνές της εικονογραφίας περιγράφουν τη νεκρική τελετή: πρόθεση, εκφορά και μοιρολόι, με πιθανή την ύπαρξη χορού και πομπής με άμαξες. Ο Δημοσθένης αργότερα θα περιγράψει αυτό το τελετουργικό που επαφίεται στις γυναίκες. Η έξαρση της νεκρικής τέχνης στην αρχαϊκή περίοδο κάμπτεται στα τέλη του 6ου αιώνα. Τώρα οι καύσεις ξεπερνούν αριθμητικά τις ταφές, οι τάφοι σημαδεύονται με τύμβους που έχουν στην κορυφή τους ένα αγγείο, μια στήλη ή και το άγαλμα κούρου ή κόρης. Στην κλασική περίοδο οργανώνεται στον Κεραμεικό η επιβλητική Ταφική Οδός. Οι λευκόχρωμες λήκυθοι είναι το χαρακτηριστικό κτέρισμα. Συνεχίζεται το έθιμο της κάλυψης μιας ταφής με τύμβο που στην κορυφή του στήνεται μια επιτύμβια στήλη, ένα αγγείο ή ένα άγαλμα. Από τον 4ο αιώνα και ύστερα οι στήλες πληθαίνουν αλλά και απλουστεύονται. Στην ελληνιστική περίοδο, οι ανώνυμοι τάφοι είναι απλοί και αυστηροί ενώ οι πλούσιοι και διάσημοι διαθέτουν εντυπωσιακά μνημεία και μαυσωλεία.
Άμαξα σε νεκρική πομπή (αρχαϊκή εποχή).
Πριν περάσει στο δεύτερο έτος του πολέμου, στο δεύτερο βιβλίο των Ιστοριών του, ο Θουκυδίδης παρεμβάλλει την περιγραφή της δημόσιας ταφής που έγινε στην Αθήνα. Ο Ηρόδοτος, στις δικές του περιγραφές ταφής, και με εξαίρεση όσες αποτελούν μοναδικά γεγονότα, όπως αυτή που ακολούθησε τη μάχη των Πλαταιών, αποβλέπει συνήθως στην κατάδειξη της ετερότητας που διακρίνει τους βάρβαρους –ή ακόμη και τους Σπαρτιάτες– από τον κανόνα που λέγεται «Ελλάδα». Όμως, με τον «σοβαρό» ιστορικό Θουκυδίδη τα πράγματα διαφέρουν. Πώς πρέπει να αντιληφθούμε αυτήν του την «παρέκβαση»; Η συγγραφέας προτείνει να στραφούμε στο έπος και την επική αξία του κλέους. Η σύγκριση με τον Όμηρο (ραψωδία Ψ της Ιλιάδας) μας υποβάλλει την ιδέα ότι ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας τις διαδοχικές φάσεις μιας τελετής, οικοδομεί το κλέος. Ο ιστορικός περιγράφει πρώτα την αιώνια ταυτότητα της πόλης ορίζοντας τη δημόσια ταφή ως πάτριον νόμον. Ακολουθεί η ευγένεια, η αριστοκρατική καταγωγή. Η πρόθεσις των λειψάνων, η τοποθέτησή τους σε κυπαρισσένιες θήκες και η εκφορά τους πάνω σε αμάξια είναι τρία χαρακτηριστικά που θυμίζουν αριστοκρατικές ταφές. Αριστοκρατικό ιδεώδες, δημοκρατική πρακτική. Πάνω απ’ όλα όμως, η περιγραφή θέλει να αναδείξει τον πολιτειακό χαρακτήρα της τελετής: ο Θουκυδίδης με επιμονή αναφέρει πως καθενός τα κόκαλα βρίσκονται στη θήκη της φυλής που ανήκε. Η ιστορική διήγηση κάνει τον επικήδειο μια πράξη λόγου με απώτερο σκοπό να παράγει το πολιτικό στοιχείο, αυτή την ιδεατότητα. Ο ιστορικός έχει τώρα προετοιμάσει το έδαφος για τον ρήτορα του επιτάφιου λόγου που θα συγκροτήσει μια πόλη πρότυπο.
Αττική λευκή λήκυθος, 470-460 π. Χ. Νεκρική στήλη χωρίζει τον επισκέπτη του τάφου από το αγόρι.
Τρία είναι τα ορόσημα στην ιστορική εξέλιξη του θεσμού της διαθήκης στην ελληνική αρχαιότητα: ο νόμος του Σόλωνα, η σιωπηρή εξέλιξή του στη νομική πρακτική του 4ου αιώνα π.Χ. και, τέλος, η διάδοση της διαθήκης κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Ο θεσμός της διαθήκης, που συμπίπτει με την εξασθένηση του θεσμού του οἴκου, δεν απηχεί παρά το πνεύμα ατομικισμού που συνοδεύει τη νομική αναγνώριση της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο νόμος του Σόλωνα προέβλεπε ότι, όταν δεν υπάρχουν γνήσιοι γιοι, μπορεί κανείς να αφήσει την περιουσία του σε όποιον θέλει. Οι πρώτες διαθήκες με στόχο την υιοθεσία απέβλεπαν στην εξασφάλιση διαδόχου για τα περιουσιακά αγαθά και την κοινή λατρεία του οἴκου. Στην κλασική Αθήνα ο αρχαϊκός νόμος διευρύνθηκε προς δύο κατευθύνσεις: α) οι διαθήκες παύουν να έχουν μοναδικό αντικείμενό τους την υιοθεσία και περιλαμβάνουν την επιθυμία διάθεσης μετά θάνατον της περιουσίας του συντάκτη, β) η ύπαρξη γνήσιων γιων δεν αφαιρεί το δικαίωμα σύνταξης διαθήκης από έναν πατέρα που θέλει να καταμερίσει την περιουσία του. Ο θεσμός της ἐπικλήρου κόρης, που υποχρεώνεται να παντρευτεί τον πλησιέστερο εκ πατρός συγγενή, απαντά στο πρόβλημα της συνέχισης του οίκου όταν δεν υπάρχουν ούτε γιοι ούτε διαθήκη. Η διαδικασία σύνταξης διαθήκης στους κλασικούς και τους ελληνιστικούς χρόνους περιγράφεται γλαφυρά. Στην ελληνιστική εποχή, οι διαθήκες απαλλάσσονται από τους περιορισμούς του Σόλωνα. Ο θεσμός της επικλήρου πέφτει σε αχρηστία, οι θυγατέρες έχουν κληρονομική μερίδα ακόμη κι αν υπάρχουν γιοι. Διατάξεις που εξασφαλίζουν μια δίκαιη μεταχείριση των πλησιέστερων κληρονόμων, προαναγγέλλουν τη νόμιμη μοίρα των νεότερων δικαίων.
Ο Θάνατος σε αττική λήκυθο του 5ου αι. π.Χ. (Βρετανικό Μουσείο D.59).
Η Νύχτα αγκαλιάζει τους δίδυμους γιους της, Ύπνο και Θάνατο, στη λάρνακα του Κύψελου στην Ολυμπία (570 π.Χ.), ο ένας σκοτεινός ο άλλος ανάλαφρος. Ο Όμηρος τους περιγράφει να μεταφέρουν τον νεκρό Σαρπηδόνα στη Λυκία και, στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., η τέχνη απεικονίζει τη σκηνή με τα φτερωτά αδέλφια. Ο Ευριπίδης θα βάλει τον Ηρακλή να νικήσει τον Θάνατο αποσπώντας του την Άλκηστη. Σε αττική λήκυθο του 5ου αιώνα π.Χ. με τα δυο αδέλφια, ο Θάνατος απεικονίζεται σαν άξεστος και τραχύς πολεμιστής, σαν «Αντρειόβλαχος», που λέει και το μοιρολόι.
Γοργώ, μαρμάρινο προσωπείο των αρχών του 6ου αι. π.Χ. (Μουσείο Ακροπόλεως).
Τόσο στην αρχαία ελληνική μυθολογία όσο και στην Παλαιά Διαθήκη η γυναίκα σχετίζεται με το θάνατο. Το μήλο της γνώσης που η Εύα δίνει στον Αδάμ ορίζει και τη θνητή μοίρα των ανθρώπων. Για την καταστροφή τους φτιάχνει ο Δίας την Πανδώρα που οι θεοί στολίζουν για να την κάνουν ακαταμάχητη παγίδα για τους άντρες. Η Γοργώ και η Κήρα εκπροσωπούν τρομαχτικές μορφές του θανάτου, ενώ οι Σειρήνες, οι Άρπυιες και οι Σφίγγες, με τη σαγήνη που ασκούν, σμίγουν το θάνατο με τον έρωτα.
Το πολυάνδριο του Φαληρικού Δέλτα (Α. Κεραμόπουλλος, Ο αποτυμπανισμός, εικ. 12).
Στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, οι θανατικές ποινές που επέβαλαν τα δικαστήρια ήταν είτε η δηλητηρίαση με κώνειο, είτε ο κατακρημνισμός, είτε ο «αποτυμπανισμός». Σε αρχαίο νεκροταφείο που αποκαλύφθηκε στο Φαληρικό Δέλτα, βρέθηκε πολυάνδριο των αρχαϊκών χρόνων με 17 ταφές ανδρών χωρίς κτερίσματα. Το 1923, ο Α. Κεραμόπουλος απέδειξε ότι πρόκειται για εκτελέσεις εγκληματιών με «αποτυμπανισμό». Ο γυμνός κατάδικος, ξαπλωμένος σε σανίδα, καθηλώνεται σε αυτήν με πέντε κλοιούς, στα τέσσερα άκρα και στο λαιμό. Η σανίδα στήνεται όρθια και στερεώνεται στο έδαφος έτσι ώστε ο κατάδικος να κρέμεται. Έπεται ο λιθοβολισμός του. Κατά τον Κεραμόπουλο, οι εγκληματίες του Φαλήρου είναι πειρατές που επέδραμαν στις αττικές ακτές.
Ο Διόνυσος ταξιδεύει με το πλοίο του. Κύλικα του Εξηκία (530 π.Χ.), Μόναχο.
Η συγγραφέας αντλεί από επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας αλλά και από αρχαίες ελληνικές επιγραφές για να δημιουργήσει ένα αρχείο του ανθρώπινου πόνου μπρος στο χαμό του ζώου που τον συντρόφευε. Θρηνεί κανείς για τα άλογα που του είχαν προσφέρει νίκες σε αγώνες. Αλλά και για εκείνο που συνόδευε στον πόλεμο το αφεντικό του. Αν το άλογο, ζώο δαπανηρό, αγγίζει μια περιορισμένη ομάδα, δεν συμβαίνει το ίδιο και με το σκύλο. Το ένα μετά το άλλο εμφανίζονται τα επιγράμματα για σκυλιά κυνηγιάρικα, παιχνιδιάρικα, φύλακες. Ωστόσο, δεν περιορίζεται εδώ η ευαισθησία και η αγάπη των αρχαίων για τα ζωντανά πλάσματα γύρω τους. Ένα κατσικάκι, ένας κόκορας, μια πέρδικα, κάποιο μελωδικό πουλί. Τριζόνια και τζίτζικες που μαγεύουν με το τραγούδι τους. Όλοι αυτοί οι σύντροφοι θάβονται επιμελώς. Πίσω από τη Στοά του Αττάλου αποκαλύφθηκε το 1950 ταφή σκύλου με «νεκρόδειπνο» ένα βοϊδοκόκαλο τοποθετημένο κοντά στη μουσούδα του. Η έλλειψη ταφής αυξάνει τη θλίψη. Τα δελφίνια, με εμπιστοσύνη κουβαλούν το πτώμα του συντρόφου τους στην ακτή για να το θάψουν οι φιλόμουσοι άνθρωποι. Η έγνοια να μη μείνει άταφο το νεκρό ζώο αντανακλά το δέος μπροστά στο άταφο πτώμα που διαποτίζει την αρχαία ελληνική σκέψη. Τα επιτύμβια των ζώων δεν είναι απομονωμένα. Συνδέονται με τους θρήνους ζώων για το χαμό των ανθρώπινων φίλων τους, ενώ οι σχέσεις των ανθρώπων με τα ζώα εντάσσονται σε διάφορα λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και βιολογικά ρεύματα της αρχαιότητας.
Πήλινο άρμα νεκρικό από τάφο του Αργυρούντος (εκφορά).
Στο τυπικό της αρχαίας ελληνικής κηδείας και του πένθους διακρίνουμε τέσσερις φάσεις: την πρόθεση του νεκρού, την εκφορά, τον ενταφιασμό και τις τιμές που του γίνονται σε τακτές ή έκτακτες χρονικές στιγμές μετά την κηδεία. Στο άρθρο αυτό οι συγγραφείς πραγματεύονταιν τις πρώτες δύο φάσεις. Κανονικά την κηδεία αναλαμβάνουν οι «επιβάλλοντες», οι κληρονόμοι. Ο νεκρός λούζεται και κόβονται τα μαλλιά του. Τα μαλλιά τους κόβουν και οι μαυροντυμένοι συγγενείς. Η πρόθεση γίνεται την επομένη μέρα του θανάτου και έχει κύριο στόχο την πιστοποίηση ότι ο νεκρός δεν πέθανε με βίαιο τρόπο. Στο μέσο του δωματίου τοποθετείται το νεκρικό κρεβάτι με τον στολισμένο νεκρό. Γύρω από το νεκροκρέβατο στήνονται οι νεκρικές υδρίες. Η «σύνοδος» των συγγενών και φίλων που έχουν προσκληθεί ονομάζεται «περίδειπνον». Η πολιτεία μάταια επιχείρησε να μετριάσει την υπερβολή του θρήνου των γυναικών που φτάνουν να σκίζουν τις σάρκες τους. Τα χαράματα της τρίτης μέρας γίνεται σιωπηλά η εκφορά που οφείλει να ακολουθεί ευθεία πορεία. Στην πομπή προηγούνται οι άντρες και οι γυναίκες ακολουθούν. Μόνο οι πολύ κοντινές συγγενείς και οι γυναίκες άνω των 60 ετών επιτρέπεται να συνοδεύσουν το νεκρό ως τον τάφο. Την επομένη του ενταφιασμού, με ειδικό τελετουργικό απομακρύνεται το μίασμα από την οικία. Ο νόμος επιμένει στην όσο το δυνατό μικρότερη διάρκεια του πένθους που δεν πρέπει να ξεπερνά τους τρεις μήνες για τους άντρες και τους τέσσερις για τις γυναίκες.
Μια από τις τοξωτές πύλες που περνούσε ο επισκέπτης στο νεκρομαντείο της Εφύρας.
Το φημισμένο νεκρομαντείο της Εφύρας που βρίσκεται κοντά στον Αχέροντα ποταμό και την Αχερουσία λίμνη, θεωρείτο πολύ παλιό. Στον Όμηρο, εκεί στέλνει η Κίρκη τον Οδυσσέα για να ανταμώσει τον Τειρεσία. Ο Λουκιανός, στο έργο του Μένιππος ή νεκυομαντεία (161-162 μ.Χ.), περιγράφει ζωντανά τις τελετές.
Στο άρθρο περιγράφεται το ιερό, κτισμένο την ελληνιστική εποχή, η υπόγεια αίθουσά του με οροφή που στήριζαν ημικυκλικά τόξα, οι τοξωτές πύλες που έπρεπε να διαβεί ο επισκέπτης και όλο το τελετουργικό. Το νεκρομαντείο κατέστρεψαν οι Ρωμαίοι το 167 π.Χ.
Η γραπτή επιτύμβια στήλη του Δημητρίου (3ος αι. π.Χ.) από τη Δημητριάδα της Θεσσαλίας, Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου
Η εξαιρετική ζωγραφική που αποκαλύφθηκε στη Βεργίνα αφαιρεί την καλλιτεχνική πρωτοπορία αλλά δεν μειώνει τη σημασία των μεταγενέστερων ζωγραφισμένων νεκρικών στηλών του 3ου αιώνα π.Χ., που βρέθηκαν από τον Απόστολο Αρβανιτόπουλο στις αρχές του 20ου αιώνα στη Δημητριάδα της Θεσσαλίας.
Παρουσιάζονται η στήλη του Δημητρίου, η στήλη της Αρχιδίκης και η στήλη της Ηδίστης.
Το Μνημείο των Νηρηίδων (περ. 400 π.Χ.) από την Ξάνθο της Λυκίας βρίσκεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο.
Από τη μυκηναϊκή περίοδο με τους θολωτούς τάφους κτισμένους με το εκφορικό σύστημα και πολυτελή, λαξευτή τοιχοποιία, ξεχωρίζουν οι «θησαυροί» του Ατρέα στις Μυκήνες και του Μινύου στον Ορχομενό της Βοιωτίας. Από τη γεωμετρική εποχή ως το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., την αγάπη και το σεβασμό προς τους νεκρούς μαρτυρούν τα υπέργεια ταφικά μνημεία: τα γεωμετρικά αγγεία του Διπύλου, επιτύμβιοι κούροι και κόρες, τα επιτύμβια ανάγλυφα, οι αττικές στήλες, οι λευκές λήκυθοι, τα ναόσχημα κτίρια. Τον 4ο αιώνα, στη Μικρά Ασία ανεγείρονται επιβλητικά ταφικά μνημεία με λαμπρότερο το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού (350 π.Χ.). Πρότυπά του υπήρξαν το «Μνημείο των Νηρηίδων» στην Ξάνθο της Λυκίας (περίπου 400 π.Χ.) και το «Ηρώον του Γκιούλμπασι» στην ίδια περιοχή. Μεταγενέστερος είναι ο γνωστός ως «Λιοντάρι της Κνίδου» (350 π.Χ.) τάφος και ο τάφος στα Μύλασα (315 π.Χ.). Ο τύπος των μακεδονικών τάφων χαρακτηρίζεται από υπόγειο θολωτό θάλαμο που στεγάζεται με κυλινδρική καμάρα και από ναόσχημη πρόσοψη που διακοσμείται με ιδιαίτερη φροντίδα. Εκτός από τους βασιλικούς τάφους της Βεργίνας που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα, διατηρείται ο τάφος των Λευκαδίων κοντά στη Νάουσα (μέσα του 2ου αι. π.Χ.) και ο τάφος της Βεργίνας του Κ. Ρωμαίου. Οι μνημειώδεις τάφοι και τα μαυσωλεία της ρωμαϊκής εποχής (τάφοι του Αυγούστου και του Αδριανού) είχαν περίκεντρη διάταξη και αυτός ο τύπος των ταφικών κυκλικών κτισμάτων εξαπλώθηκε και στις επαρχίες της αυτοκρατορίας. Στην Ανατολή εμφανίζονται μαυσωλεία και ναόσχημοι τάφοι (Ρώμη, Τερμησσός, Haidra), ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ταφικά μνημεία της Πέτρας. Η πρώιμη χριστιανική εποχή των διωγμών χαρακτηρίζεται από τις κατακόμβες και τα «μαρτύρια», τους τάφους των μαρτύρων. Με την επικράτηση του χριστιανισμού, τα «μαρτύρια» διαμορφώνονται σε περίκεντρα ή σταυρικά μεγαλοπρεπή κτίρια, ενώ παράλληλα αρχίζουν να κτίζονται τα χριστιανικά μαυσωλεία. Το σημαντικότερο τέτοιο ταφικό μνημείο είναι ο Πανάγιος Τάφος με την εκκλησία της Ανάστασης στα Ιεροσόλυμα. Τα καλύτερα δείγματα στη Ρώμη αποτελούν το Μαυσωλείο της Αγίας Ελένης, της Αγίας Κωνσταντίας και του San Stefano Rotondo. Το μαυσωλείο του Κωνσταντίνου σε άμεση επικοινωνία με το ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη μαρτυρεί την τάση της ενσωμάτωσης των άλλοτε αυτόνομων κυκλικών κτιρίων στα θρησκευτικά συγκροτήματα. Στη Δύση συνεχίζεται ο τύπος του αυτόνομου κυκλικού μαυσωλείου στο μαυσωλείο του Θευδέριχου στη Ραβέννα (526) και στους τάφους των βασιλέων Χλοδοβίκου και Χιλδεβέρτου στο Παρίσι (6ος αι.). Ωστόσο, ιδιαίτερα τον 10ο και 11ο αιώνα, παρατηρείται εντυπωσιακή διάδοση του τύπου της ενσωματωμένης ροτόντας σε αρχιτεκτονικό συγκρότημα. Στη βυζαντινή περίοδο (867-1453) δεν υπάρχουν μεγάλα ταφικά μνημεία. Μόνο στα όψιμα χρόνια της εμφανίζονται τα ταφικά παρεκκλήσια εικονογραφημένα με την Ανάσταση των νεκρών. Διακρίνονται τα ταφικά παρεκκλήσια της Μονής της Χώρας (1313) και της Μονής Παμακαρίστου (1310) στην Κωνσταντινούπολη. Στους νεότερους χρόνους, το 1837 ιδρύεται το Α´ Νεκροταφείο της Αθήνας και αναδεικνύεται σε γλυπτοθήκη του 19ου αιώνα. Στην επιτύμβια αρχιτεκτονική και γλυπτική κυριαρχούν τα αρχαιοπρεπή θέματα. Τύπο «μαυσωλείου» επιδιώκουν να αποκτήσουν τα νεοκλασικά μνημεία του τύπου των μονόπτερων ναΐσκων (τάφοι Σλήμαν, Κούππα, Πιπινέλη, Ζωγράφου κ.ά.).
Συγχωροχάρτι.
Από τον 16ο αιώνα, ζωντανοί και νεκροί εξαγοράζουν μια θέση στον παράδεισο. Καταβάλλοντας ένα αντίτιμο, αποκτούν τη γραπτή διαβεβαίωση ότι οι αμαρτίες τους παραγράφηκαν, παίρνουν δηλαδή συγχωροχάρτι. Τα συγχωροχάρτια για τους ζώντες κυκλοφορούν σε έντυπη μορφή από τα μέσα του 17ου αιώνα και η έκδοσή τους είναι προνόμιο του Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Τα συγχωροχάρτια για τους νεκρούς, που τυπώνονται από τις αρχές του 19ου αιώνα, εκδίδονται αποκλειστικά από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Το γεγονός ότι το συγχωροχάρτι τοποθετείται ανάμεσα στα χέρια του νεκρού την ώρα της ταφής του δεν επιτρέπει να ερευνηθεί με χρονολογική ακρίβεια αυτό το σπάνιο είδος εγγράφου.
Ο όσιος Σισώης.
Ο όσιος Σισώης μόνασε τον 4ο αιώνα στην έρημο της Θηβαΐδας. Οι πρώτες του απεικονίσεις τον 16ο αιώνα συμπίπτουν με το ρεύμα της απαισιοδοξίας στη φιλοσοφία που χαρακτηρίζει την ορθόδοξη ανατολή μετά την άλωση της Πόλης. Γέρος με λιγοστά μαλλιά και μακριά γένια, ο όσιος Σισώης απεικονίζεται πλάι σε ανοιχτούς τάφους, ακόμη και πλάι στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αναλογιζόμενος τη ματαιότητα της ζωής και το αναπόφευκτο του θανάτου. Παρουσιάζονται οι απεικονίσεις του στη Μονή της Παναγίας Μαυριώτισσας, στη Μονή της Λαύρας και στη Μονή Ξηροποτάμου στον Άθω, στη Μονή Βαρλαάμ στα Μετέωρα και στη Μεγίστη στο Καστελόριζο.
Ο Διγενής. Χαρακτικό του Σπ. Βασιλείου.
Το βίωμα του θανάτου όπως εκφράζεται στο δημοτικό τραγούδι θέτει σε κίνηση μια διαδικασία σημασιοδότησης και ιεράρχησης αξιών προσφέροντας έτσι πρόσφορο πεδίο για τη μελέτη της λαϊκής βιο-κοσμοθεωρίας. Τα κατεξοχήν τραγούδια του θανάτου είναι τα μοιρολόγια, μονωδιακοί θρήνοι γυναικών, και τα τραγούδια του Κάτω Κόσμου και του Χάρου, τραγούδια ομαδικά. Το χωροταξικό τους σύμπαν διαιρείται σε Απάνω και Κάτω Κόσμο. Οι αρνητικοί ορισμοί του Κάτω Κόσμου δείχνουν ότι δεν υπάρχει θεωρία θανάτου και μέλλουσας ζωής. Η μεταβολή που φέρνει ο θάνατος διερμηνεύεται με μεταφορές. Άλλοτε πρόκειται για ταξίδι χωρίς γυρισμό, άλλοτε ο θάνατος σηματοδοτείται ως μια μορφή αυθαιρεσίας που αντίκειται με δόλο ή βία ενάντια στον άνθρωπο. Τέλος, οι αλληγορίες, οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις που αντλούνται από τη φυσική κυρίως περιοχή, δανείζουν στο θάνατο αγαπημένου προσώπου σχήματα ευρύτερων καταστροφών. Από τα κεντρικά θέματα τόσο στα μοιρολόγια όσο και στα τραγούδια του Χάρου, είναι η προβολή των αξιών του Απάνω Κόσμου που κορυφώνεται στον έπαινο του νεκρού. Έτσι μετασχηματίζονται από θρήνο για το θάνατο σε ύμνο για τη ζωή. Στη βιοθεωρία που εκφράζεται ο θάνατος δεν έχει θέση, παραμένει γεγονός αφύσικο που αντιμάχεται το ανθρώπινο βίωμα της επίγειας αθανασίας.
Το φυτό κώνειο.
Διάφορες ποικιλίες κώνειου φυτρώνουν στην Ελλάδα. Στην Αττική το φυτό φτάνει τα 2μ ύψος. Το δηλητήριό του περιέχεται κυρίως στο σπόρο και τα άνθη του. Πιθανόν ο στρατηγός Θηραμένης από την Κέα (404 π.Χ.) να ήταν ο πρώτος που πήρε κώνειο. Ο Πλάτων μας αναφέρει τα συμπτώματα του Σωκράτη, τα στάδια της παράλυσης και τον γρήγορο θάνατο.
Ανισαράκι. Η θάλασσα αποδίδουσα τους νεκρούς.
Η εικονογραφία της Δεύτερης Παρουσίας διαμορφώθηκε και εξελίχθηκε από τον 11ο ως τον 15ο αιώνα. Πολλά είναι τα ξωκλήσια στην Κρήτη που διατηρούν τέτοιες τοιχογραφίες. Για την παρουσίαση του θέματος επιλέγονται εδώ τρία μνημεία που βρίσκονται όλα στη δυτική ενδοχώρα του νομού Χανίων, γύρω από το χωριό Κάντακα. Δύο από αυτά, ο Άγιος Προκόπιος στο Λειβαδά και η Παναγία στο Ανισαράκι, δεν είναι χρονολογημένα. Αντίθετα, επιγραφή χρονολογεί στα 1409-1410 τον Άγιο Γεώργιο στα Πλεμενιανά. Αν και οι ναοί βρίσκονται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο και έχουν κοινά εικονογραφικά στοιχεία, δεν υπάρχει κοινή σύλληψη στη σύνθεση. Η Δεύτερη Παρουσία στο Λειβαδά διαφέρει από τις άλλες δύο εκκλησίες και πλησιάζει το βυζαντινό πρότυπο του 11ου και του 12ου αιώνα τόσο στη σύνθεση όσο και στο περιεχόμενο. Αντίθετα, οι τοιχογραφίες στο Ανισαράκι και τα Πλεμενιανά δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη Δεύτερη Παρουσία παρά στην Κρίση.
Τα λουλούδια στον τάφο συμβολίζουν την ανάσταση της ψυχής.
Η εικόνα ίσως αποτελεί την πιο εύγλωττη έκφραση της ανθρώπινης αγωνίας μπροστά στη φθορά του θανάτου. Οι απεικονίσεις των νεκρών έχουν μακρά ιστορία: μούμιες με ζωγραφιστά πορτρέτα, αγάλματα. Από τον 20ό αιώνα περιλαμβάνουν και τη φωτογραφία που τυπώνεται ανεξίτηλα πάνω σε πορσελάνη ενώ περιβάλλεται από αμάραντα πλαστικά λουλούδια.
Ο πύργος στη νησίδα Μπούρτζι χρησιμοποιούνταν ως κατοικία των δημίων.
Ο συγγραφέας παραθέτει τα συμπεράσματα της αρχειακής του έρευνας που αποκαλύπτει ότι η θανατική ποινή στην καποδιστριακή περίοδο σπάνια εφαρμόστηκε και μετέπειτα, ως τις αρχές του 20ού αιώνα, δεν συνάντησε την αποδοχή του ελληνικού λαού. Ιδιαίτερα το Ναύπλιο αποσπά την προσοχή αφού το Παλαμήδι ήταν ο κύριος τόπος εκτελέσεων ενώ στο Μπούρτζι διέμεναν οι δήμιοι που ήταν αλλοδαποί. Το «λειτούργημα» του δημίου καθιερώθηκε, όπως και η λαιμητόμος, με την έλευση του Όθωνα. Παρατίθενται ζωντανά περιστατικά από τον Τύπο της Αργολίδας που καταδεικνύουν τον αποτροπιασμό του πληθυσμού που έφτασε να λιθοβολήσει ή και να δολοφονήσει τους δήμιους και να κάψει τη λαιμητόμο τους.
Τεύχος 11
Μάιος 1984
O θάνατος στην Aρχαιότητα - Διαθήκες των Aρχαίων - Aρχιτεκτονική και θάνατος
Άλλα θέματα
Σελίδες: 80-81
«Η σκάλα της ζωής του άνδρα»
Η λαϊκή αυτή ζωγραφιά που συναντούσαμε κυρίως σε ταβέρνες συμπυκνώνει ολόκληρη την ιδεολογία μιας ανδροκρατικής κοινωνίας. Στη βάση αυτής της κλίμακας, στο κεντρικό σημείο, υπενθυμίζεται ο καταστροφικός ρόλος της Εύας. Η γυναίκα, σύζυγος και μητέρα, συντροφεύει τον άντρα μόνο στα δύο από τα εννέα σκαλιά της ζωής του. Το αντιθετικό ζευγάρι που σχηματίζουν τα φύλα δεν είναι το μόνο. Ο άντρας διακρίνεται σε νέο και γέροντα, σε παραγωγικό και μη. Η παραγωγικότητα είναι εκείνη που καθορίζει και την κορύφωση της αντρικής ζωής στο ψηλότερο σκαλοπάτι της: γύρω στα 40 με 50 είναι η ηλικία της απόλυτης επαγγελματικής επιτυχίας.
Κουκουναριές Πάρου. Γενική άποψη της ακρόπολης που κατοικήθηκε από τον 12ο έως τον 7ο αι. π.Χ.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
The iconography of the Last Judgment in Byzantine art basically emerged in the 11th century, while in the four following centuries it was additionally developed and enriched as a result of the awakening and maturity of the individual conscience that enabled believers to consider the questions of life and death for themselves. Many rural chapels in Crete are decorated with wall paintings of the Last Judgment. To illustrate this specific subject, three monuments are selected, all of them located around the village Kandaka in the province of Khania. One of the churches, honoring the name of St. George, according to an inscription, dates back to to 1409 – 1410, while the other two, honoring the names of St. Prokopios and the Virgin Mary respectively, are not dated. By examining the Last Judgment frescoes in these churches we reach the following conclusions. The choice of the individual, secondary subjects that form the composition of the Last Judgment, as well as their position in this complex representation, have probably been influenced by the iconography of the East or have been dictated by specific limitations. Crete, located far from the art centres of the Byzantine world, accepts their influence but transforms the prototypes into representations with an archaic look about them.
Animals competing in the field, animals as warriors, hunters, and as true and loyal companions and servants of man, deserve a grave as humans do. Certain funeral epigrams of the Anthologia Palatina refer not only to the death of the horse and dog, the best companions of man, but also to the death of other animals (kid, rooster, partridge, dolphin) and even insects (cicada, cricket) that either wander free in nature or have become “part” of a home. Since the way leading to Hades is followed equally by humans and animals, animals also have the right to be buried in order to reach the Underworld. If man fails or neglects to bury an animal, then the sorrow for the lost life becomes stronger. The expression of love and mourning for the death of an animal is only a fraction of the much dealt with subject of the relation between man and animal in the ancient Greek world. Archaeological excavations may never bring to light the minute tomb of a cicada or a cricket since its life starts and ends in the verses of some epigrams of the Anthologia Palatina. Through these verses, however, the anguish and sorrow of the living for the loss of the “other” is fully manifested, even if this “other “ is an animal. Man’s concern for the burial of the dead animal reflects in a way man’s own fear at the sight of a corpse that did not for some reason deserve to have a proper burial, a fear with which ancient Greek thought is imbued.
The issue of exculpating briefs was a practice that gradually developed into a common element of Christian Orthodox reality. Via this "certificate", obtained through "economic contribution to the church", dead and living believers could assure their place in Christian Paradise. The practice of issuing exculpating briefs became a general rule in the 16th century, while the last relevant certificate was issued in 1955. TThe exculpating briefs were hand written until the mid-17th century, when they became printed. They were issued by the four Patriarchates of the Orthodox east under Turkish rule.That of Constantinople, of Alexandria, Antioch and Jerusalem. They could refer to a single person or to more. The Patriarch of Constantinople alone had the authority to issue exculpating briefs regarding sins or deeds. The earlier known exculpating brief in the Greek language is the one issued in the name of Dositheos Notaras, Patriarch of Jerusalem.
Since prehistoric times man has shown an exceptional interest in death. As soon as the various religious theories regarding the dead body were formed, the grave became a focal point of interest and was developed in many types and forms. Therefore, we will try to illustrate as fully as possible some examples that have a special significance in the evolution of funerary architecture. The funerary monuments of the Mycenaean period mirror the great importance given to life after death and are extraordinary achievements for their time. A variety of over ground funerary monuments is furnished by the geometric period. These may not present direct architectural interest but they are indeed masterpieces of plastic art and vase painting. The most significant funerary monuments belong, however, to the 4th century BC. The best known and celebrated funerary monument of antiquity was, undoubtedly, the Mausoleum of Halicarnassus (350 BC), one of the seven wonders of the antique world. The monument was commissioned by Mausolos, dynast of Halicarnassus, to the architects Pythaeos and Satyros, who also wrote a book on it,lost today. The serious transformations of Greek society following the death of Alexander the Great contributed to the the great effect the luxurious and impressive monuments of the rulers of the East had on Greek architecture. The monumental Macedonian graves form a distinct group. The underground vaulted chamber and the temple-shaped façade carefully decorated – although destined to be hidden under a mound of earth – are typical characteristics of these graves. The tradition of Greek funerary architecture was passed on to Rome, the cultural heir of Greek civilization, and was enriched with new varieties of style. Tombs and mausoleums, usually cyclical in plan, characterize the Roman period. Christianism brought along the theory that terrestrial life was nothing more than a temporary interval for eternity, therefore death had to obtain a new content and meaning. The funerary buildings of the early Christian age are of insignificant architectural interest with the exception of martyria that aimed to focus attention on the exemplary – for believers – life and death of the pioneers of the new faith. The establishment of Christianity as the official religion of the new empire by Constantine the Great contributed to the continuation of the already existing tradition in funerary monuments with one innovation.The incorporation of the monuments in religious architectural complexes. It is not until the 19th century when, with the decree of 1834, the first properly organized cemeteries appear. The new social and political conditions have a direct effect on funerary architecture. The continuously rising Greek middle class of the 19th century, wishing to commemorate its economic, political and artistic and military success, commissioned the most famous contemporary artists with the execution of the final proof of its wealth and power. The Second World War puts under control the luxury of human vanity.
The extent to which death as a theme affects universal and biological concerns can be used as a key to research or even as a criterion for the determination of a cultural system. From this point of view the Greek folk-song represents a most significant case, where the experience of death puts human values in perspective thus creating an extremely suitable plane for the study of bio-cosmotheory. We will approach the subject from this point of view. In the poetry of a people like the Greeks, whose modern history is a long series of hardships, the problem of death is not, of course, limited to the category of songs specifically related to mournful occasions. Almost equally often it can be traced to heroic songs, where the attitude towards death usually serves as the criterion of heroism. In ballads, the adventure of life in its mythical or social dimensions is interlaced with bloody incidents or an experience of death. Expatriation songs, due to their lamenting character, stand very close to death lamentations. In the adages and in the purely banquet and dancing songs the prospect of death creates the well-known motif of “carpe diem”. Here we deal only with songs that specifically deal with death.These can be classified in two distinct groups, lamentations and songs of the Underworld or songs of Charon (=ruler of death). The lamentations are mournful songs that are related to the folk customs and rituals of the preparation and burial of the dead. They represent a direct expression of the pain and sorrow for the loss of a certain person and therefore they have an extemporizing character. The songs of Charon form a thematic group of allegories originating from the Middle-Ages, combined with themes of frontier poetry. They do not refer to specific persons but they create a mythical tale of the struggle between life and death through personification of the opponent forces. Lamentations and songs of Charon, in spite of their difference in character and style, share basic concepts so as to compose, finally, a common approach towards life and death.
Since it is not possible for us to examine in a single article the ancient burials throughout Greece in antiquity, we will limit our study to Athens, one of the most lively centres of Greece. The Mycenaean settlement of Athens was built on the Acropolis hill and its cemetery lay at its foot to the west. The graves of the Athenian cemetery have the form and shape of a pit or chamber with vaulted graves, a kind unique to this site, as nothing similar has been found in the rest of Attica. During the Iron Age, the corpses were cremated and the ashes, placed in a vase, were buried in the grave along with the offerings. Kerameikos becomes the burial area in the early geometric age, while another cemetery of the same period has been located at Nea Ionia, Attica. The graves containing the ashes of the dead were cyclical pits with a smaller trench in the centre, properly dug so as to accept the cinerary vase. The mouth of this vase was closed either by a slab or shard or by a smaller vase. The famous Dipylon vases, named after the site where they were found (Dipylon of Kerameikos) date from the Geometric Age. The iconic representations of this period led the specialists to the conclusion that the death ritual consisted of the exposure of the dead and the funeral, the lamentation and probably the procession, accompanied by dances. The peaking of funerary art is one of the characteristics of the archaic period. Many of the surviving monuments are works of celebrated contemporary artists. However, in the late 6th century BC a decline in this art is obvious, a phenomenon explained by the political and economic situation. During the archaic period the burning of the dead becomes more frequent as opposed to burial. The corpses are cremated in a grave that is up to two meters deep. The information on the Classic era, both excavational and literary, is ample. The inner side of the grave is covered by a layer of mortar; a sarcophagus containing the corpse or its ashes is placed in the grave. Various indicative signs such as statues, funerary stelae, stone or ceramic vases etc. stand on the grave.
Certain burials are simply mentioned by the ancient historian because they are unique, significant facts, therefore they do not need further interpretation or literary elaboration. The burial of the victorious Greek warriors killed in the battle of Plateae, as mentioned by Herodotus furnishes a good example. The various Greek city-states express their political and consequently their cosmotheoretical status through the burial customs they practice. Sparta exhibits a hierarchical concept, Tegea, Athens and various other cities proclaim the idea of equality before death, while those Greeks who collaborated with the invaders hid their absence from battle in empty tombs that, of course, deceived no one. What, however, can be the purpose of the historian who describes in detail all the phases of a ritual, common and identical in every case? Thucydides, a most solid historian, mentioned only rituals of historic significance.One can possibly interpret Thucydides’ text by thinking of the epos, since epic values and mainly the cleos i.e. glory that is kept alive as long as it is narrated, are relevant to historic writing. In the Iliad, an entire rhapsody is dedicated to Patroclus’ burial although further back the lamentation of Achilles deeply colours the narration. For Thucidides the description of the burial ritual is the means that, due to her heroes, and celebrated citizens, secures Athens’ place in eternal memory. Therefore, Epitaphios, the speech given by Pericles, transforms the praise of the citizens into a hymn to the city. The description of a burial ritual given within the frame of a historic narration places the time of the historic facts into a timeless present. As a result, Epitaphios becomes the model for any reference to Athens, for any consideration of the city. However, the funeral oration Pericles invents for the sake of posterity, presents Athens as an ideal city and stands as a model in itself. If one had to draw only from Thucidides, one would have to altogether ignore funeral games, an indispensable element of funeral and festive rituals that took place annually in remembrance of citizens who lost their lives fighting for Athens. In the Thucididian text the funeral games, where living citizens participate in a noble competition for real values have been purposely omitted, since the historian had a unique goal, to prove that the person of the citizen reaches its highest moment in the figure of the Athenian dead thus, the city realizes itself in a state of glory.
Among 500 skeletons found at the Late Minoan cemetery at Armenoi Rethymnon, Crete, 67E is the only individual who presents incontestable evidence of having met with a very violent and premature death. The finds in his family tomb indicate a degree of affluence or social prominence. The deceased was a young man about 25 years old. He was fairly tall and his skeleton shows he was physically robust and energetic, although his natural vigor may have been impaired due to brucellosis. On several parts of his body (arms, thighs and shins), there are traces of cuts which must have been caused by a sharp, heavy instrument, probably an axe. His right hand, in which perhaps he held a weapon to defend himself, had been completely severed at the middle of the forearm, since the rest of the bones of this arm were not recovered from the tomb. Traces of what very much resemble blood stains are easily visible on several bones, including the skull. His premature and violent death may have followed a duel or murder attempt. Perhaps through his social position or because of some other social problem of the period, he had incurred someone's dislike or jealousy, alternatively he may have caused offence and been challenged to a duel.
Soon after death had occurred the close relatives of the dead had to take care of practicalities i.e. the exposition, the funeral and the burial of the corpse. In the day following the death the sad event was announced by a servant or was indicated by a pitcher, placed in front of the front door of the dead. The corpse was washed and laid out on a bed. The relatives cut their hair and wore mournful garments. They also invited friends for the exposition of the dead that took place the day after. The lamentation and the traditional mourning performed by professional women lasted throughout the second day. The funeral itself took place on the third day at dawn. The procession was silent and followed the public road. The women attended from a distance and with the exception of very close relatives they were not allowed to approach the graveyard. The next day the house was sprinkled with sea water, was daubed with earth and finally was washed so as to be cleaned from the contamination of the corpse. Then, sacrifices were offered to the household gods. The relatives had to mourn the male for three and the female for four months.
Death and burial are marked by various customs expressed through speech and action. Archaeology deals with the visual segment of burial customs such as formation of the site, mode of burial, preparation of the dead etc. The burial customs used in a society bear witness to its structure. Since, however, the relevant testimonies from the Bronze Age are scarce, the unanswered questions are many. Man, since early times had faced the problem of the burial of his companions urgent due both to the deterioration of the human body and its natural consequences, that is illness, epidemics etc. At first he dug pits, while later he prepared better constructions. During the Bronze Age there is a clear tendency for locating the tombs away from the settlements and gathering them in a cemetery. Rare proof of the existence of cemeteries date from the Mid-Neolithic period, while organized cemeteries appear from the Bronze Age onwards. During this period, the bodies are mainly placed in a foetal position and the graves range from the common pit to the box-shaped grave and the theke. The graves are often marked with artificial low hills forming tombs. The burial offerings accompanying the dead man signify his way of life and the society he belonged to and consist mainly of objects of everyday use, identical with those excavated in nearby settlements.
The will as a legal document became customary when the social and political circumstances of the ancient world permitted the awakening of individualism that consequently affected the arts, the law and the institutions. Three are the landmarks in the historic evolution of the institution of the will in antiquity. Solon's law, that enabled the childless couple to dispose of their property by will, the silent evolution of this law in the legal practice of the 4th century BC and finally the great popularity that wills gained during the Hellenistic period. In the Classical period, although the law of Solon was still effective, the Athenians were writing wills even when they had legitimate sons with the purpose of dividing their property evenly between heirs or to bequeath a certain part of their property to a third person. The type and content of the will in the Hellenistic age had no relation whatsoever to the Solonian law. Citizens and foreigners, men and women both, received equal treatment as regards their right to dispose of their property after death. The Hellenistic wills were usually rich and interesting in content. They contained a description of the testator, his name, age and profession; they mentioned whether he was illiterate or not. In some cases someone had written the will on behalf of the testator; they also stated that the testator was sane and that the document had to be considered as declaration of last will; then the witnesses and heirs were mentioned and the provisions prohibiting the violation of the will terms followed. The document was signed by the testator and the witnesses and once more reference was made to the provisions of the will. Occasionally the executor of the will was mentioned who was usually the royal family. The established form as well as the content of the wills of the Hellenistic period,was normally drawn up by a notary, herald of the modern public wills.
In ancient Greece people condemned to death by the court were executed either by taking hemlock or by being thrown over a precipice or, finally, by death “on the board’. Poisoning of the condemned with hemlock was first practiced towards the end of the 5th century BC. Rather than a mode of execution, poisoning must be considered as an exhortation to suicide, after all, a merciful treatment of the condemned, since his corpse was delivered after death to his relatives for burial. In throwing a criminal over a precipice, an executional practice common not only in Athens but also in Sparta, Delphi, Corinth, and probably in Thessaly, the convict was pushed over a high and steep cliff into a deep trench called Varathron in Athens, Kaeadas in Sparta and Korakes at Thessaly. This mode of execution was rather reserved for religious or political criminals, as was also the case with poisoning, but it involved in addition a prohibition of burial. Throwing over a precipice is not mentioned after 406 BC and the new trench dug by the Athenians in the 4th century was most probably purposed to accept the otherwise executed convicts. The third type of execution is mentioned in classic literature but in a laconic way. Nowhere has a detailed description survived. According to later lexicographers the execution was performed with the help of the “tympanon” (= drum), a wooden death instrument. This interpretation had not been disputed before the second decade of our century, when the archaeologists Kourouniotis and Pelecidis discovered an ancient cemetery in the area of Phaliron, impressive for its dense burials. Among the 86 graves excavated, one of the early Archaic period was quite significant, since 17 men had been buried in it without any burial offerings. Each skeleton wore an iron ring around the neck, the hands and the ankles with sharp projections still preserving wooden remnants. Judging from this evidence one can conclude that each dead body had been stretched on a board, 50-55 m. wide and had been kept still with the help of any rings that were nailed on the board. In 1923, the archaeologist Keramopoulos proved in his internationally recognized study that the aforetold grave of Phaliron reveals the most common, legal mode of executing criminals that had been used from the pre-Solonian period until the 4th century B.C. Based not only on the archaeological finds but also on literary sources like Thesmophoriazouses, Aristophanes’ comedy (verse 930 and following), Keramopoulos’ theory proved beyond doubt that death on the board was the means of execution of the 17 men buried in Phaliron.
The twin brothers Hypnos and Thanatos (Sleep and Death), are depicted on the Kypselos urn in Olympia (570 BC), lying in the arms of their mother Night.One is dark and the other weightless and light. Homer describes them carrying the body of Sarpedon to Lycia and the scene with the winged brothers is actually depicted in art belonging to the end of the 6th century BC.Euripides made Hercules defeat Death taking Alcestis away from his influence. The two brothers are depicted on an Attic lekythos of the 5th century BC where Death is shown as a coarse, uncouth warrior, as “Andreiovlachos” (a fearless peasant) as the funeral dirge calls him.
Both in ancient Greek mythology as in the Old Testament women are connected with death. The apple offered to Adam by Eve from the Tree of Life determines mankind’s mortal fate. Zeus sends Pandora to mortals for their destruction. The gods adorn her to make her irresistible to men. The Gorgon and Kera represent the grimness of death, while the Sirens, the Harpies and the Sphinx being fatally attractive are shapes where love and death combine fatally.
The famed oracle of the dead Ephyra is very old, lying near the river of the dead Acheron, and lake Acherousia. In Homer this is where Circe sends Odysseus to meet Teiresias. In his play Menippos or the Necromancy (161-162 BC), Loukianos provides a lively description of the rites that were held there. This article describes the temple that was built in Hellenistic times, the underground chamber whose roof was held up by semi-circular arches, the arches under which the visitor to the oracle had to pass in order to enter, also all the ritual is described. The necromancy was destroyed by the Romans in 167 BC.
The high quality paintings discovered in Vergina preceded the painted stelae of the 3rd century BC. This in no way detracts from the artistic importance of the later stelae which were discovered at the beginning of the 20th century by Apostolos Arvanitopoulos at Demetrias in Thessaly. Here we present the three stelae, of Demetrius, of Archidike and the stele of Hediste.
The blessed (holy) Sisoes was a hermit in the desert of Thebais during the 4th century. He is first portrayed in icons of the 16th century. These portrayals of the holy Sisoes are in the pessimistic, depressed spirit characteristic of the Orthodox East after the Fall of Constantinople. Hosios Sisoes is depicted as a balding,old, man with a long beard standing next to an open grave, sometimes the grave being that of Alexander the Great. Hosios Sisoes is shown speculating on the futility of life and on the inevitable end that comes to all mortals. In this article we present the portrayal of the devout Sisoes at the Monastery of the Virgin Mavriotissa, at the Monastery of Lavra,and the Monastery of Xiropotamos on mount Athos, at the Monastery of Varlaam at Meteora and at Megiste on Castelorizo.
Different varieties of hemlock grow in Greece. In Attica the plant reaches 2 metres in height. Its poison is contained mainly in the plant’s seeds and flowers. General Theramenes from Kea (404 BC) was probably the first to take hemlock. Plato writes of Socrates’ symptoms after taking the poison, the stages of his paralysis and his quick death.
Images give eloquent expression to man’s eternal agony in the face of the inevitable decay brought on by death. There is a long tradition of images of the dead in the past, such as mummies with painted portrait faces or statues of the deceased.Photographs of the dead in the twentieth century belong to the same tradition, where the picture is printed indelibly on porcelain, surrounded by unfading plastic flowers.
The conclusion the author came to after looking into the records of the death penalty is that under the rule of governor Capodistrias, the death penalty was rarely enforced and never, even up to the twentieth century met with the approval of the Greek people. The author concentrates on the town of Nauplion. Executions were held on the fortress Palamedi, while the castle of Bourtzi was where the executioners lived. The executioners who were employed were always foreigners. With the enthronement of king Otto the “function” of the executioner came to be established. So was the guillotine. The author of the article presents lively instances of executions as described by the local Argolida press. These articles demonstrate the population’s repugnance at the death penalty. Often executioners were stoned or killed and the guillotine burned to the ground.
The popular painting of the steps in a man’s life was to be found mainly in tavernas and in this painting we find condensed the entire ideology of a male-orientated society. At the base of the steps, in the centre of the picture, Eve is shown reminding us of her catastrophic role. Only in two of the nine steps in a man’s life is he accompanied by a woman whether his wife or mother. Apart from the contrast shown between man and woman, there are more contrasting pairs in the picture. There is a youth and an elderly man, a productive and non-productive man. This characteristic of being useful in life is what determines the peak of a man’s life. He stands on the highest step at the age of about 40 or 50 years old, at which age he is at the height of his professional powers.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Ο πλάνης, η φιγούρα που ενσαρκώνει την ποίηση του Μποντλέρ, αρνείται να υποταχθεί, αρνείται να υποταχθεί στην εποχή του, στην ταχύτητά της. Δεν είναι συμβατός με αυτήν, δεν είναι αφομοιώσιμος. Κρατά τα στοιχεία αυτά που τον κάνουν να ξεχωρίζει, που αποτελούν μέρος της ταυτότητάς του, δεν τα θυσιάζει για χάρη της ομοιομορφίας, δεν ενδίδει στην ευκολία του ανήκειν.
Είναι καμιά φορά επώδυνο να ξεχωρίζει κανείς. Ο Μποντλέρ και στη ζωή και στο έργο του ακολούθησε τη φωνή που παραινεί τους τρελούς αυτού του κόσμου να διαφυλάξουν τα όνειρά τους, γιατί, όπως λέει η φωνή στο ομώνυμο ποίημά του, τα δικά τους είναι ωραιότερα. Η φωνή αυτή τον επέλεξε και την επέλεξε κι αυτός, ενώ βρισκόταν, όπως αφηγείται, στριμωγμένος με την πλάτη στη σκοτεινή Βαβέλ της βιβλιοθήκης του.
Το κέρας της Αμάλθειας, το σύμβολο της αφθονίας υπάρχει ως διακοσμητικό στοιχείο σε οικοδόμημα χτισμένο πάνω σε πύργο του Φρουρίου της Βαβυλώνας. Πολυπολιτισμικότητα και αφθονία. Η πολυφωνία, όμως, δεν ταυτίζεται με την αφθονία, συχνά είναι απλώς φασαρία. Είναι σαν την οχλοβοή στο μέσο της οποίας είναι εξόριστος ο ποιητής, όπως τόσο οξυδερκώς περιγράφεται η μοναξιά του στο ποίημα Άλμπατρος του Μποντλέρ.
Στους πλάνητες αυτού του κόσμου εύχομαι ολόψυχα να μην υποκύψουν ποτέ στις σειρήνες της κανονικότητας, να συνεχίσουν να περιδιαβαίνουν στο περιθώριο της ζωής αλλά και εντός της, για να μας θυμίζουν να μην προδίδουμε τα όνειρά μας.
Η Χρυσούλα Παλιαδέλη.
Η Χρυσούλα Σαατσόγλου–Παλιαδέλη είναι σήμερα ομότιμη καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας στο Τμήμα Ιστορίας–Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), στο οποίο είχε η ίδια φοιτήσει. Αγαπημένοι της δάσκαλοι ο Γεώργιος Μπακαλάκης και ο Μανόλης Ανδρόνικος. Πτυχιούχος πια, διετέλεσε βοηθός του Γιώργου Δεσπίνη (1972–1975) και, στη συνέχεια, του Μανόλη Ανδρόνικου (1975–1984). Το 1975 εντάχτηκε στην ομάδα της συστηματικής ανασκαφής του ΑΠΘ στη Βεργίνα και υπήρξε μέλος της όλα τα χρόνια της ανασκαφής της Μεγάλης Τούμπας που αποκάλυψε τους βασιλικούς τάφους (1976–1980). Από το 1982 έχει την επιστημονική ευθύνη για την έρευνα του Ιερού της Εύκλειας, στην αγορά των Αιγών, πανεπιστημιακή ανασκαφή την οποία διευθύνει από το 2001. Το εντυπωσιακό εύρημα του 2008–2009 από τον τομέα του Ιερού της Εύκλειας εικονογράφησε το δραματικό τέλος που επεφύλαξε ο Κάσσανδρος στη γενιά των Τημενιδών. Για την αρχαία Μακεδονία και τη Βεργίνα έχει συγγράψει μονογραφίες και αρχαιολογικούς οδηγούς. Έχει εκπαιδεύσει τους φοιτητές και τις φοιτήτριές της στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική, την πλαστική, τη ζωγραφική και την επιγραφική τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Έχει επίσης συμμετάσχει σε ελληνικές αποστολές στην Αίγυπτο, το Πακιστάν και το Ουζμπεκιστάν και έχει δώσει πλήθος διαλέξεων σε συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Η διδακτορική της διατριβή, Τα επιτάφια μνημεία από τη Μεγάλη Τούμπα της Βεργίνας, εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη από το ΑΠΘ το 1984 (Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής, Παράρτημα αρ. 50). Η Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας (αρ. 231) εξέδωσε το 2004 το βιβλίο της Βεργίνα. Ο τάφος του Φιλίππου. Η τοιχογραφία με το κυνήγι. Από τα άρθρα της επιλέξαμε εδώ το «The arts at Vergina – Aegae, the cradle of the Macedonian kingdom», στον συλλογικό τόμο των εκδόσεων Brill, τον οποίο επιμελήθηκε ο Robin J. Lane Fox, Brill’s Companion to Ancient Macedon. Studies in the Archaeology and History of Macedon, 650 BC–300 AD (Leiden/Boston 2011).
Η αρχαιολογία τη γοήτευσε, έχει πει, γιατί συνδυάζει τη γνώση με τη χρήση της κοινής λογικής, γιατί είναι η πιο ορθολογική από τις θεωρητικές επιστήμες και η περισσότερο ανοικτή στη συνεργασία με τις θετικές. Ωστόσο, δεν ενδιαφέρεται μόνο για τον αρχαίο πολιτισμό. Την ενδιαφέρει πρωτίστως ο πολιτισμός της καθημερινότητας, ο οποίος βλέπει ότι μας λείπει. Και αυτό τη θλίβει. Όπως έχει εξομολογηθεί σε συνέντευξή της: «Ζούμε στον τόπο μας λες και δεν είναι δική μας αυτή η χώρα και αντιμετωπίζουμε τα κοινά σαν να ήταν ξένα».
Όμως, η Χρυσούλα Σαατσόγλου–Παλιαδέλη, το γένος Σαδικάριο, ίσως είχε αναπτύξει ευαίσθητη πολιτική συνείδηση για έναν πρόσθετο λόγο. Η μητέρα της, η μικρή τότε Ζάννα, το 1943 στοιβάχτηκε μαζί με όλη της την οικογένεια στο τρένο για το Άουσβιτς. Ήταν μία από τους λιγοστούς Εβραίους της Θεσσαλονίκης που γύρισαν από την κόλαση.
Το ενδιαφέρον της για τα κοινά το έχει εκδηλώσει πολλαπλά: Όταν η Θεσσαλονίκη έγινε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1997, όταν ο Γιώργος Παπανδρέου το 2009 της πρότεινε μια θέση στο Ευρωκοινοβούλιο. Ίσως λιγότερο γνωστή είναι η συμμετοχή της στην Ανεξάρτητη Αρχή για τη Διασφάλιση της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ) ή στις Επιτροπές Ερευνών και Δημοσίων Σχέσεων του ΑΠΘ.
Το βορειοανατολικό τμήμα των ανασκαφών του Τύρα.
Λίγα χρόνια πριν από το ξέσπασμα της ιωνικής εξέγερσης, άποικοι από τη Μίλητο ίδρυσαν στον Εύξεινο Πόντο την Οφιούσσα. Τον 4ο αιώνα π.Χ. η πόλη μετονομάστηκε σε Τύρα. Οι άποικοι συγχρωτίστηκαν με τους ντόπιους «βαρβάρους» και ανέπτυξαν ευρύ δίκτυο εμπορικών σχέσεων. Ο Τύρας επιβίωσε ως τον 4ο αιώνα μ.Χ. Mεγάλο μέρος από τα ερείπιά του καλύφθηκε από το μεσαιωνικό οχυρό Άκκερμαν.
Γενική άποψη του μικρού θεάτρου της Αμβρακίας.
Είδαν οι Κορίνθιοι την προνομιακή φυσική θέση και ίδρυσαν εκεί την Αμβρακία, τη σημαντικότερη πόλη–κράτος της βορειοδυτικής Ελλάδας μετά την Κέρκυρα. Ο βασιλιάς Πύρρος την έκανε πρωτεύουσά του. Μετά από κάποιους αιώνες σιγής, σε χρόνους μεσοβυζαντινούς, μια άλλη πόλη αναδύθηκε στη θέση της. Τη λέγαν Άρτα και στέριωσε πάνω στα ερείπια της στοιχειωμένης Αμβρακίας.
Το έργο της Ayşe Erkmen «On Water», εμπορευματοκιβώτια, δοκοί χάλυβα, σχάρες χάλυβα, 6.400x640 εκ. διάδρομος, στην έκθεση Skulptur Projekte Münster του 2017, Μύνστερ. Ευγενική παραχώρηση: LWL–Museum für Kunst und Kultur (Westfälisches Landesmuseum), Münster/Henning Rogge. © Ayşe Erkmen.
Αν ο πλάνης του 19ου αιώνα είναι, όπως γράφει ο Baudelaire, ο «ήρωας της μοντέρνας ζωής», τότε η αντιβολή του με τον σύγχρονο φιλότεχνο αναδεικνύει τον δεύτερο σε «ήρωα της μεταμοντέρνας κατάστασης». Στο άρθρο εξετάζεται η έννοια της περιπλάνησης και γίνεται αναφορά σε σημαντικές εκθέσεις, όπου οι αντισυμβατικές εκθεσιακές πρακτικές που εφαρμόστηκαν προϋπέθεταν την περιπλάνηση του θεατή.
Άποψη του αγγλικού νεκροταφείου. Φωτογραφία από τηλεκατευθυνόμενο τετρακόπτερο, 2017.
Η ίδρυση του εγγλέζικου νεκροταφείου το 1675 για την ταφή προτεσταντών Άγγλων πολιτών μαρτυρεί την ύπαρξη παροικίας στη Ζάκυνθο πολύ πριν από τα χρόνια της Αγγλικής Προστασίας. Ανάμεσα στα απλά μνήματα, σκαλισμένα με τα προσωπικά στοιχεία των νεκρών, με επικλήσεις και επιγράμματα, διακρίνονται ταφικά μνημεία με γλυπτικές δημιουργίες ανώνυμων λιθοξόων που, επηρεασμένες από την Αναγέννηση, το αυστηρό Μπαρόκ και τον δυτικότροπο Νεοκλασικισμό, ανασύρουν στοιχεία αρχαιοελληνικής αισθητικής.
Το κεφάλι του αλόγου από το έργο «O Μέγας Αλέξανδρος». Ο εφαπτομενικός φωτισμός αποκαλύπτει τη μορφολογία της επιφάνειας (φωτ.: ARTICON).
Συστατικά στοιχεία της «ναΐφ» τέχνης του Θεόφιλου, που προδίδουν και συνθήκες της καθημερινότητάς του, διαγνώστηκαν χάρη στις σύγχρονες, μη καταστρεπτικές μεθόδους που εφάρμοσε το Εργαστήριο ARTICON του ΤΕΙ Αθήνας σε πέντε έργα του λαϊκού ζωγράφου από τη συλλογή του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης.
Ένα από τα δύο κιονόκρανα με θέμα τη γλαύκα της θεάς Αθηνάς.
Η εισαγωγή εκλεκτικιστικών στοιχείων, όπως το κέρας της Αμάλθειας ή η γλαύκα της Αθηνάς, σε έναν από τους σημαντικότερους χριστιανικούς ναούς της Μέσης Ανατολής, στόχευε στην ανάδειξη της ελληνικότητας του Πατριαρχείου και της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής του μνημείου.
Μήτρα Ελληνιστικής περιόδου για την κατασκευή πήλινων πωμάτων οριζόντιων κυψελών. Φέρει την επιγραφή ΕΜΒΙΟΥ. Αρχαιολογική Συλλογή Αεροδρομίου Αθηνών.
Πληροφορίες για την άσκηση της μελισσοκομίας δεν έχουν διασωθεί παρά ελάχιστες στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Όμως, οι Λατίνοι παρέχουν πολύτιμα στοιχεία που επιτρέπουν τη διαμόρφωση ακριβούς εικόνας, τουλάχιστον για την Ιταλική και την Ιβηρική χερσόνησο. Τα κενά έρχεται να καλύψει η αρχαιολογική έρευνα σε συνδυασμό με τα εθνογραφικά παράλληλα.
Το ιερό του Ιππολύτου στα δυτικά της αρχαίας πόλης (αεροφωτογραφία).
Η αρχαία Τροιζήνα βρισκόταν λίγο δυτικότερα του σημερινού ομώνυμου χωριού της βορειοανατολικής Πελοποννήσου. Τα μνημεία της είναι γνωστά κυρίως από την εκτενή περιγραφή του Παυσανία (II.30.5–32.10), ο οποίος μνημονεύει πολλά λατρευτικά οικοδομήματα και άλλα δημόσια κτήρια που είδε εκεί, παραθέτοντας ταυτόχρονα αρκετά στοιχεία για τις μυθικές παραδόσεις της πόλης. Σημαντικές είναι και οι μαρτυρίες ξένων περιηγητών που την επισκέφθηκαν στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα (Fourmont, Chandler, Dodwell, Gell, Stackelberg, Pouqueville, Prokesch von Osten, Blouet, Puillon Boblaye, Curtius, Bursian κ.ά.), καθώς μας άφησαν αξιοσημείωτες περιγραφές των ερειπίων που ήταν ορατά πριν από την έναρξη των ανασκαφών.
Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή της αρχαίας πόλης άρχισαν από τον Legrand στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίστηκαν από τον Welter στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ορισμένα από τα αντικείμενα που έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Legrand εντοπίστηκαν στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και τώρα κοσμούν την έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Πόρου, ενώ η τύχη των κινητών ευρημάτων των ερευνών του Welter παραμένει άγνωστη. Οι σωστικές ανασκαφές της Εφορείας Αρχαιοτήτων ξεκίνησαν το 1979 και μέχρι σήμερα έχουν φέρει στο φως πολλά αξιόλογα ευρήματα, προερχόμενα κυρίως από δύο μεγάλα νεκροταφεία, το ένα στα ανατολικά και το άλλο στα δυτικά της πόλης. Τα σημαντικότερα από αυτά εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιώς και κάποια άλλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πόρου.
Το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας Τροιζήνας είναι θαμμένο κάτω από πυκνοφυτεμένα περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα, αλλά όσα από τα μνημεία της έχουν αποκαλυφθεί ή παρέμειναν ορατά από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, καθώς και η διεξοδική περιγραφή του Παυσανία, μαρτυρούν ότι ήταν μια πολύ σπουδαία πόλη. Μόνο το τέμενος του Ιππολύτου, το οποίο βρισκόταν έξω από τα τείχη της, έχει ανασκαφεί σε μεγάλη έκταση και τώρα αποτελεί τον επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο της Τροιζήνας. Στο ιερό αυτό λατρεύτηκε αρχικά ως ήρωας και κατόπιν ως θεός ο νεαρός γιος του Θησέα, τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα αλλά χωρίς ανταπόκριση η μητριά του Φαίδρα, με αποτέλεσμα να βρουν και οι δύο τραγικό θάνατο.

Πυρηνόμορφα εργαλεία.
Αντλώντας έμπνευση από τη Νέα Αρχαιολογία και κυρίως από τις εργασίες του A. Leroi-Gourhan, η μελέτη της Παλαιολιθικής εποχής ξεπέρασε τα όρια της στρωματογραφίας και της τυπολογίας των εργαλείων. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός της βρέθηκαν η ζωή και οι δραστηριότητες του προϊστορικού ανθρώπου, σε συνδυασμό με το εξελικτικό του στάδιο και το φυσικό του περιβάλλον. Η τυπολογία παραμένει βέβαια το βασικό εργαλείο του αρχαιολόγου αλλά η κατανόηση του παλαιολιθικού ανθρώπου απαιτεί παράλληλες μελέτες, όπως είναι η σχετική με την οικονομία της πρώτης ύλης. Στη μελέτη μιας λιθοτεχνίας, σημαντικές πληροφορίες για την οικονομία της πρώτης ύλης δίνουν: α) η αναλογία των διαμορφωμένων εργαλείων προς τα αδιαμόρφωτα αποκρούσματα, β) η συχνότητα των πυρήνων και ο βαθμός εξάντλησής τους, γ) το πλήθος των λίθινων αντικειμένων μιας θέσης και δ) ειδικότερα για τη Μέση Παλαιολιθική, ο βαθμός χρήσης της τεχνικής Λεβαλουά (Levallois). Πολύ μεγάλης σημασίας είναι επίσης η απόσταση που χωρίζει τον καταυλισμό από την πηγή της πρώτης ύλης. Ένα πολύ καλό παράδειγμα για την οικονομία της πρώτης ύλης προσφέρει η λιθοτεχνία του σπηλαίου Lazaret στη Νίκαια της Γαλλίας. Η λιθοτεχνία του, που τοποθετείται στην αρχή του μεταβατικού σταδίου από την Αχελαία προς τη «Μουστέρια με άφθονα ξέστρα», ονομάστηκε «Προμουστέρια». Από τα πετρώματα που είχαν χρησιμοποιηθεί, πυριτόλιθος, χαλαζίας, πυριτιωμένος ασβεστόλιθος και αργιλικός ασβεστόλιθος, και την επεξεργασία τους προκύπτει ότι ο άνθρωπος της Μέσης Παλαιολιθικής εποχής, αξιοποιώντας κατάλληλα τις δυνατότητες που του πρόσφερε το περιβάλλον και κάνοντας μεγάλη οικονομία δυνάμεων και χρόνου, εκδηλώνει ήδη «σοφία».
Αυλή στο σημερινό Ακρωτήρι. Τίποτα δεν απορρίπτεται. Όλα περιμένουν τη σειρά τους να ξαναχρησιμοποιηθούν.
Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας.
Η 25η επέτειος του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας γιορτάστηκε στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στις 23 Μαΐου 1990 με την ομιλία του καθηγητή Ιστορίας J. Donald Hughes (Πανεπιστήμιο του Denver). Ο ομιλητής, που ειδικεύεται στην περιβαλλοντική ιστορία και την οικολογία των αρχαίων πολιτισμών, υποστήριξε ότι η ελληνική αρχαιότητα μπορεί και σήμερα να εμπνεύσει την ανάπτυξη περιβαλλοντικής συνείδησης. Στα αποσπάσματα που παρατίθενται εδώ αναφέρονται τρία παραδείγματα: α) το διάσπαρτο από ιερές περιοχές αρχαίο τοπίο, β) η μύηση των κοριτσιών στη μυστηριώδη σχέση με τα ζώα από την Άρτεμη στη Βραυρώνα και γ) η συμβολή της φιλοσοφικής σκέψης ενός Πυθαγόρα ή ενός Θεόφραστου στην περιβαλλοντική εκπαίδευση.
Ρυτό σε σχήμα υποδήματος. Θαλαμωτός τάφος, Βούλα Αττικής, 14ος αι. π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Με εικονογράφηση που καλύπτει το φάσμα από την κυκλαδική ως τη χριστιανική τέχνη, η συγγραφέας παρουσιάζει τον αρχαίο ελληνικό στοχασμό για το έμψυχο σύμπαν μέρος του οποίου είναι και ο άνθρωπος. Τη φύση που περιγράφει ο Όμηρος οι λυρικοί θα τη διακρίνουν στο «άγριο», ανέγγιχτο τοπίο και σε εκείνο που δημιουργείται με ανθρώπινη παρέμβαση. Σε ύμνο θα μετατρέψουν οι Αλεξανδρινοί τη χαρά της ζωής που αντλούν από τη φύση. Σε χορικό της Αντιγόνης (στ. 332-375), ο Σοφοκλής συμπυκνώνει σε δυνατές εικόνες τις επεμβάσεις του πολυμήχανου ανθρώπου στον κόσμο που τον περιβάλλει. Μόνο το Θάνατο δεν μπορεί να δαμάσει.
Ζευγάρωμα χταποδιών: Το αρσενικό απλώνει, για να δείξει στο θηλυκό, το πλοκάμι που χρησιμεύει στο ζευγάρωμα.
Τα βιογραφικά στοιχεία του Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.) σχετίζονται άμεσα με το επιστημονικό του έργο. Συγγραφέας βιβλίων ιατρικής και φυσικής, ο πατέρας του Νικόμαχος ήταν γιατρός στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Β΄. Επί είκοσι χρόνια, ο Αριστοτέλης μαθητεύει στην Ακαδημία του Πλάτωνα και, μετά το θάνατο του δασκάλου, θα εγκατασταθεί στη Μικρά Ασία και από εκεί στη Λέσβο. Τα έργα του μαρτυρούν την εντατική έρευνα που πυροδότησε η πλούσια χλωρίδα και πανίδα του νησιού και τις πληροφορίες που συγκέντρωσε από τους ντόπιους. Τη Λέσβο εγκαταλείπει το 343 π.Χ. για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του 13χρονου Αλέξανδρου. Οι μακεδόνες βασιλείς χρηματοδοτούν τις επιστημονικές του συλλογές, ενώ απεσταλμένοι του Αλέξανδρου του φέρνουν από την Ασία όλα τα αξιοπερίεργα είδη αυτής της ηπείρου. Το 335 π.Χ., ο Αριστοτέλης επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει τη δική του Σχολή στο Λύκειον.
Οι έρευνες του Αριστοτέλη για τη Ζωολογία και τη Βιολογία συμπεριλαμβάνουν παρατηρήσεις ανατομικές και εμβρυολογικές. Φαίνεται ότι είχε κάνει ανατομικές έρευνες σε περισσότερα από πενήντα ζώα αλλά και σε ανθρώπινα έμβρυα. Στα τρία του μεγάλα βιολογικά έργα, Περί ζώων ιστορίας, Περί ζώων μορίων και Περί ζώωνγενέσεως, μνημονεύει περίπου 500 ζώα και περιγράφει αναλυτικά όργανα του σώματος, τρόπους αναπαραγωγής, τροφικές συνήθειες, οικοσυστήματα. Δεν λείπουν βέβαια ανακρίβειες που οφείλονται στην έλλειψη μέσων παρατήρησης ή σε μυθομανείς πληροφοριοδότες. Το γεγονός δεν επισκιάζει τον μνημειώδη χαρακτήρα του έργου του, θεμέλιο μιας επιστήμης που παρέμεινε αναλλοίωτη ως το 1800.
Η Κωνσταντινούπολη από χειρόγραφο του 15ου αιώνα.
Στη διάρκεια της πρωτοβυζαντινής περιόδου η φροντίδα για τις πόλεις εκδηλώνεται με αντιπλημμυρικά έργα, με δρόμους που ανοίγουν σήραγγες στα βουνά, με ανοικοδομήσεις ύστερα από σεισμούς, με έργα για την υδροδότηση. Στην Κωνσταντινούπολη η αισθητική φροντίδα για τις προσόψεις των σπιτιών και η χωροθέτησή τους ρυθμίζεται νομοθετικά: η θέα προς τη θάλασσα δεν πρέπει να εμποδίζεται, η ύψωση ενός σπιτιού δεν πρέπει να «κόβει» το φως από το σπίτι του γείτονα. Προδιαγραφές θεσμοθετούνται για τα ρείθρα, τα αποχωρητήρια και τους υπονόμους. Ωστόσο, μετά τον 7ο αιώνα το αστικό τοπίο προοδευτικά αγροτοποιείται ενώ οι αυτοκράτορες χρηματοδοτούν πλέον μόνο έργα αμυντικά.
Νεαρός με το γάιδαρό του από μωσαϊκό του Μεγάλου Παλατίου της Κωνσταντινούπολης.
Το Περί κτισμάτων του Προκόπιου είναι η κυριότερη πηγή για τις παρεμβάσεις των Βυζαντινών στη φύση: αλλαγές στην κοίτη ποταμών, διάνοιξη σήραγγας στα βουνά, κατασκευές για την υδροδότηση των πόλεων. Στις πόλεις της πρωτοβυζαντινής περιόδου, συγκεκριμένες πολεοδομικές διατάξεις ρύθμιζαν την ανέγερση των κατοικιών, νομοθετημένη ήταν η κρατική μέριμνα για τα υδραγωγεία, τους υπονόμους, την οδοστρωσία και την καθαριότητα των δρόμων. Οι βυζαντινές πόλεις ήταν στενά δεμένες με την αγροτική οικονομία. Τα κείμενα που προορίζονταν για χρήση των οικονομικών υπαλλήλων της εποχής μάς πληροφορούν για τους τύπους των αγροτικών συνοικισμών, τα ημερομίσθια, τις τιμές των προϊόντων, τα προβλήματα των γεωργών. Κινητήρια δύναμη της βυζαντινής αγροτικής οικονομίας ήταν ο θεσμός των παροίκων, ιδιαίτερα για την καλλιέργεια των μεγάλων αγροκτημάτων του θρόνου, της Εκκλησίας, των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και των μεγάλων γαιοκτημόνων. Από τον φοβερό λιμό του 927-928, που ανάγκασε πολλούς αγρότες να πουλήσουν τη γη τους σε εξευτελιστική τιμή, επωφελήθηκαν οι «δυνατοί». Η πολιτική των Παλαιολόγων αύξησε κι άλλο τη δύναμή τους σε βάρος των μεσαίων ιδιοκτητών.
Τις αντιλήψεις των Βυζαντινών για τον κόσμο εκφράζει η Χριστιανική Τοπογραφία του Κοσμά του Ινδικοπλεύστη. Στην εποχή του Ιουστινιανού οι ψηφοθέτες παρεμβάλλουν στο διάκοσμο του δαπέδου των εκκλησιών κοσμολογικά ή γεωγραφικά θέματα. Σκηνές από την αστική και αγροτική ζωή των Βυζαντινών εμφανίζονται σε ψηφιδωτά, μικρογραφίες χειρογράφων, σε αντικείμενα μικροτεχνίας και σε υφάσματα. Η επίγεια ζωή στην παλαιοχριστιανική τέχνη δηλώνεται με την αλληγορία των μηνών και τις αντίστοιχες αγροτικές δραστηριότητες ενώ στη βυζαντινή τέχνη οι απεικονίσεις των αγροτικών δραστηριοτήτων συνδυάζονται με χωρία της Βίβλου. Σε Ευαγγέλια, Ψαλτήρια και λειτουργικές Ομιλίες εικονίζονται ελεύθεροι επαγγελματίες των πόλεων, όπως συμβολαιογράφος, σιδεράς, πλανόδιος έμπορος, ιστουργοί, συνεργείο οικοδόμων.
Η πάλη του Ηρακλή με τον ποταμό Αχελώο σε αττικό ερυθρόμορφο στάμνο. Περ. 530-500 π.Χ. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.
Οι βασικές αρχές της οικολογίας, υποστηρίζουν οι συγγραφείς, έχουν τις ρίζες τους στη σκέψη και τη ζωή των αρχαίων Ελλήνων. Σε αντίθεση με τον ιουδαϊσμό και το χριστιανισμό που ανέδειξαν τον άνθρωπο σε κυρίαρχο επί της γης, η αρχαία ελληνική θρησκεία όριζε το σεβασμό του περιβάλλοντος και τη σωστή σχέση του ανθρώπου στο οικοσύστημα. Η «ενότητα» της φύσης, η επίδρασή της στην ανθρώπινη συμπεριφορά και η ανάδειξή της σε υπόδειγμα μέτρου για την ανθρώπινη κοινωνία χαρακτηρίζει τη σκέψη των Προσωκρατικών και του Ιπποκράτη. Στα έργα των φιλοσόφων ανιχνεύονται οι έννοιες της εντροπίας και της ανακύκλησης. Για τον Ξενοφώντα και τον Αριστοτέλη, που ασχολήθηκαν με την οικονομία, η φυσική τάξη πρέπει να μένει απαραβίαστη, η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων να είναι έλλογη και να μην ξεπερνά το επίπεδο της αυτάρκειας.
Η ποιότητα του εδάφους έχει επίπτωση στον ανθρώπινο χαρακτήρα και την κοινωνική οργάνωση αφού τα εύφορα εδάφη δημιουργούν στέρεο δεσμό με τη γη, ενώ τα άγονα σπρώχνουν τους κατοίκους τους σε άλλες δραστηριότητες. Η επιλογή υγιεινής τοποθεσίας ήταν το πρώτο κριτήριο για τη χωροθέτηση των αρχαίων ελληνικών οικισμών που οριοθετούσαν τις χρήσεις γης κατά τομείς προς όφελος μιας σωστής πολεοδομικής εξυπηρέτησης. Δημόσια κτήρια που δεν έχαναν την αίσθηση του «μέτρου» και απλές ιδιωτικές κατοικίες εναρμονίζονταν με το περιβάλλον. Νομοθετικά μέτρα για τη ρύπανση στις πόλεις, την καθαρότητα του νερού, την εγκατάσταση βυρσοδεψείων κ.ά. συνδύαζαν τη δημόσια υγιεινή με τη φροντίδα του περιβάλλοντος.
Η Ακρόπολη πνιγμένη από το νέφος της Αθήνας.
Από τα άρθρα 24 και 117 § 3 και 4 του Συντάγματος, που προβλέπουν την προστασία του περιβάλλοντος ως αυτοτελούς έννομου αγαθού, απορρέει ο πολιτικός χαρακτήρας της, η δυνατότητα των πολιτών να ενεργοποιήσουν και να συμμετάσχουν στις διαδικασίες. Το ισχυρότερο όπλο στα χέρια των πολιτών είναι το ένδικο μέσο της αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η αίτηση μπορεί να ασκηθεί από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (δημοτικές, κοινοτικές αρχές) ή και ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα (περίοικοι εργοστασίου, κάτοικοι περιοχής). Στην ιδιότητα του περίοικου εμπλέκεται το κριτήριο της οικολογικής γειτνίασης που παίρνει υπόψη την επικινδυνότητα της ενδεχόμενης οικολογικής διατάραξης και τη γεωγραφική εμβέλεια της βλάβης.
Tο πέρασμα από το Διοικητικό Δίκαιο στο Αστικό σηματοδοτεί την ιδιωτικού δικαίου έκφανση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον. Θεωρώντας τα κυριότερα περιβαλλοντικά αγαθά κοινά και κοινόχρηστα, η αστική νομοθεσία αναγνωρίζει επάνω τους το δικαίωμα χρήσης που απορρέει από το δικαίωμα της προσωπικότητας. Η προστασία του περιβάλλοντος εξασφαλίζεται έμμεσα και με τις διατάξεις για την προστασία της κυριότητας και της νομής αλλά και με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Τέλος, ενδιαφέρουσα είναι η διάταξη του άρθρου 29 (ν. 1650/1986) που καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη προκειμένου περί οικολογικών ζημιών καθώς προϋποθέτει α) πράξη ή παράλειψη «παράνομη» που προκαλεί υποβάθμιση του περιβάλλοντος και β) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ παράνομης συμπεριφοράς και οικολογικής ζημιάς.
H «Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη», που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1987, προσφέρει το νομοθετικό θεμέλιο για την ανάπτυξη κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής και κοινοτικού δικαίου για την προστασία του περιβάλλοντος.
Ο παραδοσιακός οικισμός της Οίας στη Σαντορίνη είναι ο πρώτος διατηρητέος οικισμός της Ελλάδας.
Σε αντιδιαστολή με το φυσικό περιβάλλον, το Σύνταγμα του 1975 ορίζει ως πολιτιστικό περιβάλλον «τα ανθρωπογενή στοιχεία του πολιτισμού και χαρακτηριστικά, όπως αυτά διαμορφώθηκαν από την παρέμβαση και τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον, περιλαμβανομένων των ιστορικών χώρων και της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής εν γένει κληρονομιάς της χώρας». Το έννομο αυτό αγαθό, του οποίου την προστασία το Σύνταγμα του 1975 καθιέρωσε και κατοχύρωσε, περιλαμβάνει δύο ενότητες: α) ιστορικούς και αρχαιολογικούς χώρους και β) κτήρια που κρίνονται «διατηρητέα» και οικισμούς «παραδοσιακούς». Όταν ένας χώρος χαρακτηριστεί με υπουργική απόφαση ιστορικός και αρχαιολογικός, στην ατομική ή μη ιδιοκτησία που βρίσκεται μέσα στον χαρακτηρισμένο χώρο τίθενται αμέσως περιορισμοί που φτάνουν ως την απαλλοτρίωση. Για οικοδομήματα παλαιότερα του 1830 ή μεταγενέστερα που όμως συνδέονται με ιστορικά πρόσωπα ή χαρακτηρίζονται ως έργα τέχνης, χρειάζεται άδεια της Διοίκησης για οποιαδήποτε οικοδομική εργασία ή επισκευή. Οι περιορισμοί έχουν οικονομικό αντίκτυπο για τον ιδιοκτήτη που καλείται να καλύψει τα έξοδα. Αν όμως ο δικαστής κρίνει ότι αυτά ξεπερνούν ένα εύλογο ποσό, το Σύνταγμα επιτρέπει στον ιδιοκτήτη να απαιτήσει τη συμμετοχή του Δημοσίου. Τέλος, από το 1986 μια σειρά αποφάσεων του ΣτΕ έφερε στην επιφάνεια τη δυνατότητα που έδινε στον ιδιοκτήτη άρθρο του κωδικοποιητικού νόμου 5351/32 να ανακτήσει το ακίνητό του αν, σε αίτησή του για απαλλοτρίωση, η Διοίκηση έμενε άπρακτη επί διετία. Το Σύνταγμα του 1975 όμως επεκτείνει την υποχρέωση του Κράτους για αυξημένη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος εις το διηνεκές.
Πραξιτέλης, «το παιδί του Μαραθώνα», 340-330 π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Ο χρόνος γένεσης του θεσμού της αθηναϊκής εφηβείας διχάζει τους ερευνητές που συνασπίζονται σε δύο στρατόπεδα. Το πρώτο επικαλείται την αυθεντία του Wilamowitz και υποστηρίζει ότι ο θεσμός καθιερώθηκε μόλις το 335 π.Χ., χρονιά που ο Επικράτης, ρήτορας και δημαγωγός, διέθεσε ένα υπέρογκο ποσό για να «ιδρύσει» και να συντηρήσει το θεσμό. Απλά για να «διευρύνει» το θεσμό, διορθώνουν οι άλλοι. Η πόλη των Αθηνών, επανέρχονται οι πρώτοι, αφυπνίστηκε μετά την πανωλεθρία στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.) και καθιέρωσε τη στρατιωτική εκπαίδευση ως υποχρεωτική. Υπήρχαν και προηγούμενες ευκαιρίες αφύπνισης, λέει ο αντίλογος. Άλλωστε, συνεχίζουν, θα τους επέτρεπε ο Αλέξανδρος, την ίδια χρονιά που κατέστρεψε τη Θήβα, να ανοίξουν αυτοί τις πύλες του εφηβείου;
Η πρώτη ομάδα επιστρέφει με ένα διπλό επιχείρημα. Επιστρατεύει τη σιγή των κλασικών που έζησαν πριν από το 335 π.Χ., ειδικά του Πλάτωνα, συνδυάζοντάς την με τις μαρτυρίες Πλάτωνα και Ξενοφώντα περί πλήρους ελευθερίας των εφήβων. Η σιγή οφείλεται, λένε οι άλλοι, στο ότι ο θεσμός είναι τόσο κοινότοπος όσο και τα Απατούρια. Ο δε Πλάτωνας δεν αναφέρει ούτε την εκπαίδευση των ορφανών. Όσο για την ελευθερία των «εφήβων», η λέξη είναι αμφίσημη και εδώ αναφέρεται στις ηλικίες 14-18, όχι στις ηλικίες 18-20. Τέλος, η πρώτη ομάδα ανασύρει από το οπλοστάσιό της επιγραφή του 334/3 π.Χ., που είναι η αρχαιότερη από όσες αναφέρονται στο θεσμό της εφηβείας.
Η δεύτερη ομάδα υποστηρίζει την παλαιότερη χρονολόγηση προβάλλοντας τα εξής επιχειρήματα:
1. Σε μαρμάρινη στήλη των Αχαρνών (β΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ.) διασώζεται ο όρκος των εφήβων που χαρακτηρίζεται «πατροπαράδοτος». Ο Λυκούργος διασώζει τον όρκο που έδιναν οι έφηβοι της πόλης στο ναό της Αγλαύρου και μας πληροφορεί ότι αυτόν απομιμήθηκαν οι Έλληνες στις Πλαταιές (479 π.Χ.). Τον όρκο στο ναό της Αγλαύρου αναφέρει ο Αλκιβιάδης στον Πλούταρχο αλλά και ο Δημοσθένης στον Περί παραπρεσβείας.
2. Το αγγείο που βρίσκεται στο Μουσείο Ερμιτάζ στο Λένινγκραντ και απεικονίζει ορκωμοσία εφήβου είναι μελανόμορφου ρυθμού, ασύμβατου με τη χρονολόγηση του θεσμού στο 335 π.Χ.
3. Σημαντικές πληροφορίες που συνηγορούν υπέρ της αρχαιότητας του θεσμού προσφέρει ο Αισχίνης μιλώντας για τον εαυτό του στην περίοδο της εφηβείας όταν διατέλεσε και περίπολος.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων.
Το Λυγουριό, κτισμένο πάνω στα ερείπια της αρχαίας Λήσσας, ζει σήμερα στη σκιά του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου. Η συγγραφέας επισύρει την προσοχή στα μνημεία του που αξίζει να βγουν από την αφάνεια. Πρόκειται για την Πυραμίδα και για πέντε εκκλησάκια, τα τρία μεταβυζαντινά, που περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια.
Μόνο η ΒΑ γωνία σώζεται από την Πυραμίδα που ο Παυσανίας περιγράφει να έχει απεικονισμένες ανάγλυφες ασπίδες, συνδέοντάς την με τον πόλεμο των γιων του βασιλιά του Άργους, του Προίτου και του Ακρίσιου. Υποστηρίχτηκε ότι η Πυραμίδα κτίστηκε γύρω στο 400 π.Χ. ως μικρό παρόδιο οχυρό και μόνο μετά την εγκατάλειψή της έγιναν στο χώρο ταφές.
Δικιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο, ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονα χρονολογείται στο τέλος του 11ου αιώνα με νάρθηκα και σπαράγματα τοιχογραφιών του 12ου αιώνα. Εντυπωσιακή είναι η εντοίχιση αρχιτεκτονικών μελών από το Ασκληπιείο ή άλλα αρχαία κτήρια. Σταυροειδής εγγεγραμμένος τετρακιόνιος με οκτάπλευρο τρούλο είναι ο ναός της Παναγίτσας, που η κτητορική του επιγραφή χρονολογεί στο 1701. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκτεταμένη του εικονογράφηση. Ίδιου τύπου είναι ο ναός της Αγίας Μαρίνας με κτητορική επιγραφή που τον τοποθετεί στο 1713. Δυστυχώς, οι τοιχογραφίες του έχουν μαυρίσει και απολεπίζονται. Δικιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο είναι ο ναός του Αγ. Ιωάννη Θεολόγου, σπουδαίο μνημείο του 13ου αιώνα. Τέλος, μέσα σε ειδυλλιακό τοπίο βρίσκεται η βασιλική του Αγίου Μερκουρίου, καθολικό μεγάλης ανδρικής μονής που ιδρύθηκε στις αρχές της Τουρκοκρατίας και ερημώθηκε το 1835. Απλό εκκλησάκι με δίρριχτη κεραμοσκέπαστη στέγη βλέπει τις θαυμάσιες τοιχογραφίες του να καταστρέφονται.
«Τηγανόσχημο» σκεύος από τη Σύρο (ΠΚΙΙ περιόδου).
Τα αρχαιολογικά δεδομένα μάς επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια σαφέστερη εικόνα για τη ζωή των Κυκλαδιτών της τρίτης χιλιετίας π.Χ. και μας αποκαλύπτουν τον καθοριστικό ρόλο που έπαιζε στις νησιώτικες κοινωνίες τους το πλοίο. Από τη δεύτερη φάση της πρώιμης εποχής του Χαλκού (ΠΚΙΙ/2800-2300 π.Χ.) προέρχονται οι χαραγμένες παραστάσεις πλοίων πάνω στην κυκλική επιφάνεια των «τηγανόσχημων» σκευών. Η μία, υπερυψωμένη άκρη τους επιστέφεται από το σκαρίφημα ψαριού μαζί με ένα «λάβαρο-σημαία». Το γεγονός ότι ο Σ. Μαρινάτος, περιγράφοντας τη μικρογραφία του ναυαγίου από το Ακρωτήρι της Θήρας (1500 π.Χ.), αναφέρει ότι ο πρόβολος είναι πρόσθετο αντικείμενο που φέρει διάφορα σύμβολα και προσαρμόζεται στην πρώρη ως εξάρτημα «σημαιοστολισμού», δίνει λαβή στο συγγραφέα να ερμηνεύσει την επίστεψη της υπερυψωμένης άκρης του πλοίου στα «τηγανόσχημα» σκεύη ως μακρύ «καμάκι» με το οποίο είχε νωρίτερα αλιευτεί ένα μεγάλο ψάρι. Πρόσθετη μαρτυρία προσφέρει όστρακο «τηγανόσχημου» αγγείου από τη Φυλακωπή της Μήλου (ΠΚΙΙΙ/2300-2000 π.Χ.). Στην πρύμνη πλοίου με πολλά κουπιά στέκεται ανθρώπινη μορφή, ο κυβερνήτης, κρατώντας μεγάλο κουπί που χρησιμεύει ως πηδάλιο. Πρόκειται για την πρωιμότερη ως σήμερα λεπτομερειακή απεικόνιση αιγαιοπελαγίτικου πλοίου.
Το ξενοδοχείο «Ακταίον» στο Νέο Φάληρο έφερε τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της βιεννέζικης σχολής του αναγεννησιακού κλασικισμού
Ο συγγραφέας έρχεται να συμπληρώσει άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 29 της Αρχαιολογίας. Εκεί συνέδεε τυπολογικά την Αγορά του Άργους με άλλα έργα του Τσίλλερ ενώ αναφερόταν και στον «δημοτικό γεωμέτρη» Πάνο Καραθανασόπουλο.
Η έρευνα του καθηγητή στο ΕΜΠ Μάνου Μπίρη έφερε πάλι στο προσκήνιο τον Καραθανασόπουλο, έναν από τους επιδέξιους χειριστές της «σχολής» του Τσίλλερ –ίσως και συνεργάτη του. Δύο από τα πιο γνωστά του έργα στην Αθήνα δεν σώθηκαν: το ξενοδοχείο «Ακταίον» του Νέου Φαλήρου και η «Στοά Πεσματζόγλου» απέναντι από την Εθνική Βιβλιοθήκη.
Ως προς την Αγορά του Άργους, τα σχέδια του Κώστα Μακρή για την αναστήλωσή της εγκρίθηκαν από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων στο τέλος του 1988. Από τα σχέδια της Ερμίνας Λειβαδίτη-Θεοφίλη για την κατασκευή στεγάστρου και την επικάλυψη του δαπέδου, το Συμβούλιο ενέκρινε μόνο το πρώτο.
Το σπίτι του Μακρυγιάννη στο Άργος όπως ήταν το 1984.
Η παράλειψη ουσιαστικής μνείας της ελληνικής ιστορίας από την «κοινή» ευρωπαϊκή ιστορία και ο σάλος που εκ των υστέρων προκλήθηκε δίνει στο συγγραφέα την αφορμή να «ξεσπάσει» και για άλλα κακώς κείμενα. Στιγματίζει την αδιαφορία και την αδράνεια, το θράσος και την άγνοια, την έλλειψη φαντασίας της Πολιτείας, και χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την κλοπή στο Μουσείο της Κορίνθου που φέρνει στο προσκήνιο την αθλιότητα του (μη) συστήματος προστασίας της πολιτισμικής κληρονομιάς.
Ο Ερρίκος Σλήμαν.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
The interest of an excavation on a Paleolithic site until recent years lay exclusively in the study of stratigraphy, paleontological remnants and the typology of tools. It is quite indicative that tools which did not appeal to the aesthetic standards of the excavator or retouched remainings were not even collected. This was because tradition had assigned the Paleolithic period to the science of geology, since geology had studied it first. Therefore, this period was in a way examined as a mere phase of the geological evolution; consequently, the focus of interest was placed on stratigraphy as well as on the successive development of fauna and of lithic industry. Recently, however, under the influence of New Archaeology and the decisive role of A. Leroi - Gourhan's work the life and activities of prehistoric man in combination with his evolutionary stage and natural environment have become the main objective of research. Thus, the Paleolithic period has today become a subject of interdisciplinary studies, while the primary concern during the excavation of a site as well as during the study of finds is that all information relevant to the aforementioned phases be collected and documented. Within this context the study of raw material economy, technique and typology of stone implements produces very useful data on prehistoric man; furthermore, it informs us how prehistoric man handled time and time again the problem of his dependence on the areas which could supply him with the raw material for necessary implements. Fundamental prerequisites for such a study is the careful and meticulous collection of all implements found in an excavation; also, the considerable size of the excavated area so that il can be representative of the entire prehistoric location. Unfortunately, the earlier excavations have not been carried out according to these standards and thus such a thorough study of their finds would be impossible. Consequently, a vast number of finds will remain insufficiently researched and more or less scientifically invalid.
Acting as human entities,one at a time or all together, humans act and affect their environment. The choice of their intervention on the environment assigns to them the name and character of their occupation. They are farmers or cattle-breeders. Or they contribute to the formation of their environment: They are builders, carpenters or blacksmiths. But always by choice. However, to "choose" at the same time means to"reject", since we prefer this over the other. People are defined not only by what they do, but also and equally by what they do not do. What they get out of their surrounding world is of equal importance to their existence to what they do not get. Consequently, the individual or the society is defined not only by what they get, but also by what of it they keep and what they discard. What we consider as useless or worthless matter, when, where and how we get rid of it, surely represents a part of our identity both as individuals and as a community, like the clothes which characterize our appearance or the architecture which regulates our relation with the surrounding space. Garbage, refuse consumer goods, trash, the secondary wortd of the deficient, superfluous or unsuccessful production equally set the boundaries and potentialities of a community as the technical achievements which are considered positive.Tools and devices, ships, textiles, weapons, agriculture and cooking. Leftovers and their mode of utilization reveal the community's ideology and the way its members conceive their relationship with vast nature or their participation in nature's evolution as clearly as the various artistic representations and epic poems and probably more directly.
Aristotle was bom in 384 BC in Stagira, a small town of NE Chalkidiki peninsula. His father, Nikomachos,was the doctor of Amyndas II, King of Macedonia. Aristotle at the age of seventeen emigrated to Athens, where up to the age of thirty-eight he attended Plato's Academy studying a variety of sciences. In 354 BC he presents his own ideas and thoughts in his Dialogues. After Plato's death, he left Athens and settled in Assos, where he instituted a school; three year later, having been invited by Theophrastos, he travelled to Mytilene where the natural environment offers him a strong initiative for his research. The landscape of the island, forests, waters, animals as well as its inhabitants, and his acquaintance with fishermen, hunters and farmers furnish substantial material for his later works. In 342 Philipp II, King of Macedonia invites Aristotle to Macedonia and assigns to him the education of his son and heir Alexander the Great. However, Aristotle owes his fame to his reputation as a researcher in Zoology and Biology. In his biological writings he appears to have a good knowledge of over five hundred animal species, while his desriptions indicate that he must have performed anatomic research on more than fifty of them. In his three voluminous biological works he gives a full and detailed description of the various animal characteristics. The work of Aristotle never passed into oblivion. In eighth century Byzantium his writings enjoy fame and high reputation, while in the twelfth century they are translated into Latin and gain publicity in the West. Aristotle is the father of Biology, which retained the principles, content and form, that he had introduced and defined, until the nineteenth century.
Byzantine people, living in an environment tamed millenniums ago, continued to face, change and exploit nature and its phenomena. Throughout the Early Byzantine era men show a special concern for their city, an attitude characteristic to ancient Greeks and Romans. The efforts of imperial governors and city officials and in a minor degree these of individuals are directed towards works best suited to the accommodation, adaptation and exploitation of nature's powers and potentialities. The legislation ruling town-planning proves the interest of the state in matters pertaining to the best possible aesthetic, practical and hygienic organization of cities. As the Early Christian period expires crucial changes take place in urban civilization.This shows in the different attitude taken towards the function and use of the environment causing many urban features to be spoiled.
Each and every citizen of the Byzantine Empire, either living in the urban centres or in the country, had a strong bound with land and its production. The Byzantine towns were heavily depending on rural economy, not only because they were having a direct financial relation with their suburbs, but also because most of their inhabitants were working in the fields. The coexistance of the purely civil functions with the rural ones affects to a great extent the social structure of towns. The country side adjacent to a town depends on it and is thoroughly influenced by it, while it supplies the urban centre with agricultural products. The social and financial structure in Byzantium is affected by the schemes of production prevailing in the country. The relation of the Byzantine man with his natural environment and his intervention in the physiognomy of habitation along with the written documents, monuments and excavational finds, help us a great deal to approach and estimate better his real proportions. The social status of a Byzantine is mainly defined on the basis of the land he owns since what really accounts in a man's wealth is his property in real estate. The extensive land property is cultivated by paid land workers and peasants. The village is a substantial unit of production which includes wheat and grapewine fields, brooks, mills as well as its inhabitants, their fields and gardens, trees and animals. The main urban centres of Byzantium, smaller in size than the present cities, were offering a wide range of opportunities for work, education, entertainment and for an ecclesiastic, political or administrative career. The simple man of the Byzantine country - alike his Roman predecessor - bases his existance on the fertility of the fields and the temper of nature. His main concern is his family, home and production. The role that the natural environment has played in the human life and activity is absolutely decisive as it also becomes obvious through the research and study of Byzantine documents. Various scenes depicting the urban and rural life of the Byzantines appear in mosaics, illustrated manuscripts, Minor Arts objects and textiles. In Early Christian art the earthly life is represented through the allegories of months and seasons in the form of rural activities. While in Byzantine art the iconographic repertoire adopts farmer's activities, such as plowing, sowing, harvesting, pruning and fruit gathering, to illustrate the Old and New Testament texts. Rural scenes are also used to illustrate Menologia, Gospel books, liturgical Sermons as well as ancient texts, which are meticulously copied and decorated in the Byzantine scriptoria. The bloom of urban life is connected with the revival of the towns and the consequent creation of a middle class consisting of craftsmen and merchants. The miniatures of certain manuscripts offer additional information on the businessmen who were inhabiting the main or secondary urban centres of Byzantium. Thus, a variety of professions is represented in Psalters, Gospels and Sermons, such as notary, blacksmith, peddler, loom makers, even a team of builders. Scenes depicting urban everyday life are also decorating floor mosaics, consular diptychs and Minor Arts items. The Byzantine man being earthbound relies his wealth and prosperity on nature's mood and temper, therefore he sometimes tries to understand and tame it and others to appease it by prayers and magic acts of apotropaic character.
The basic principles of Ecology originate from the thought and life of the ancient Greeks. The holding of nature in respect as well as the governing rule of moderation in every human pursuit is the optimum law and guide. The pursuit of self-sufficiency, rational reduction, the division of needs into those that are necessary and those that are superfluous, creative work and the aesthetic of the environment must become our goals it we want to claim a high quality of life and to safeguard the existence of planet Earth in the future.
With the exception of the State Council's jurisprudence, which has repeatedly in recent years faced the issue of environment protection with special sensitivity, Greek justice, in general, has not had the chance to deal sufficiently with the pollution of the environment and its relevant problems. Both in the public and private law of our country there exist a number of appropriate provisions as opposed to the law of foreign countries with environmental problems. There, quite often, it is asked of the legislalor and of the law to enact a legislation in support of an already established juridical practice. However, the absence of a wide jurisprudence in Greece is not so much due to the scarsity of environmental cases as to the inertia of the citizens that can be explained either by ignorance of the law or by indifference or even by financial shortcomings in the face of involvement in a lawsuit. Provisions for the protection of the environment have been included in the legislation of public and private law. Article 24 of the Constitution establishes the rights of the environment as an individual, social and political right. This means that every administrative act can be brought before the State Council, so that its agreeability or not with the content of the article 24 may be judged. Needless to say that this procedure is activated only if an individual or legal entity, which has a legitimate interest, asks for the invalidation of such a harmful to the enviroment administrative act. To facilitate the protection of the environment the State Council has broadened the content of the legal interest, since it is more than a necessary prerogative for an appeal. In Civil Law the environment is protected: 1. By the provisions referring to public goods (air, sea, running waters, sea-shore, forests, squares, streets, groves, etc.), which are the most important environmental goods, in combination with those referring to the protection of personality. Both Civil Law and jurisprudence fully accept that the individual has the right to use and enjoy these goods. This right can be legally protected through the suits for present suspension and future recovery of any act harmful to the goods and for compensation due to moral hazard. 2. By the provisions referring to the protection of ownership and posession in combination with those of the Neighbourhood Law. 3. By the article 29 of L. 1650/1986 on the protection of the environment. This article establishes civil responsibility for the recovery of ecological damage regardless of the liability of the person causing the damage (real objective liability); or through the article 914 of Civil Law on tori liability (recovery of ecological damage and moral hazard, CL 932).
Our civilization, which has both a tangible and an intangible side to it, was born of the dialectical relationship between Man and environment. The material part of our civilization that is more tangible and concrete, forms the so called "cultural environment", which may be preserved by enacting special legal dispositions for its protection. The legislator relies on science and art in order to define it, and has set until now many rules of law of various legal validity- even constitutional articles for its preservation. The law, of course, has to make such protection concrete and effective. For many years the "Council of State" has judged, that archaeological and historical sites as well as "traditional' buildings and settlements, need to be declared as such by the Administration by a personal administrative act, It is also requested that permission be granted by the Administration for any kind of work on them. The property may also be confiscated for an archeological search and excavations or if it hinders the view of or access to a monument." Traditional" buildings, in particular, are liable to the same legal dispositions even it they are dilapidated and the cost of restoration is disproportionate. In this case the charge of restoration is transferred to the State or to the Local Administration. There are also restrictions on the external appearence of buildings which are included in "traditional" settlements: The Greek tribunals are real bastions for the protection of our "cultural environment". The "Council of State" specifically, based upon the 1975 Constitution wherein this protection is introduced, has even pronounced as unconstitutional a disposition of law.Justice, in general, accomplishes its mission by interpreting and completing the Law and by supporting the Administration in taking the right decisions.
Adolescence in ancient Athens had a dual significance, that of the physical maturity of a youth as well as the maturity of his personality that granted him the right to be enrolled as a citizen of the state. Therefore, the birth of the institution of adolescence has become a much researched topic by various sciences and an issue of controversy among scholars. Two quite different theories have prevailed so far. The first defines the year 335 BC as the starting point for millitary education. While the second accepts a much earlier date, undefined as yet, which in any case must be placed before the time of Epicrates. The eclectic presentation of the sound arguments supporting both theories along with our commentary has shown the inherent difficulties of those problem and has proven the superiority of the theory favouring the ancientness of the institution. The reader of this article will easily agree that the institution of epheboea (= adolescence) was born long before the notorious year 335 BC. and that the solidily of this conclusion relies on the following two decisive testimonies: a. The orator Lycourgos' statement that the oath of the Athenian ephebos has served as a model for a similar one, which was composed shortly before the battle of Plataeae. b. All the information relevant to the orator Aeschines' adolescence. The aforementioned testimonies prove as most probable that the origin of the institution of adolescence is deeply rooted in Athenian history and that it dates centuries before the defeat of the Athenians at Chaeroneia.
On the way to the ancient theater of Epidaurus the visitor passes by the village of Lygourio, which remains unnoticed since the focus of interest is the sacred site of the healing god, lying ahead. However, the area around Epidaurus offers to the favourably disposed, willing visitor a number of sites and monuments worthy of his attention. First, Lygourio village itself which has been built on the ruins of the ancient Lissa, a settlement that lasted from the Prehistoric until the Roman period. According to Pausanias, Lissa was in his days a small town with a temple dedicated to Athena that also contained a xoanon of the goddess. Dominating Lissa was the mountain Sapyselaton (presently Arachnaion) with altars dedicated to Zeus and Hera to whom sacrifices were offered when rain was needed. The so-called "Pyramida" is a "rare" and worth noticing monument of debatable use and date.Unfortunately, it has been completely neglected and thus, it is steadily deteriorating. It should be restored and publicized, since examples of pyramidal buildings in Greece and especially in Argolida are rare. Five more monuments are hidden in the shadow of Epidaurus.These are small post-Byzantine churches, some with beautiful wall-painted decorations. They should also be restored and publicized, regardless of how "humble" they may appear, as they are part of our cultural heritage and bear witness to the artistic and other history of our country.
The geographic position of the Cyclads was the main factor for the creation and development of a great civilization during the Early Bronze Age. Archaeological data gives us a vivid picture of the Cycladites' life in the third millennium BC. Ships played a decisive role in their activities and development and greatly contributed to their financial and cultural achievements. The purpose of this article is to introduce certain issues and to give some answers as regards the ship and its role in the island communities. The issues arise from two representations of ships on "pan-shaped" utensils, that combined with the up-to-date archaeological data can lead us to the following theory, that the island inhabitants had developed a satisfactory knowledge of shipbuilding already since the Early Bronze Age. The depiction of a ship can also be interpreted as a medium clearly conveying important information about the insular societies of the third millennium BC. Certain Cycladic customs, as well as thoughts and ideas regarding the social structure of the islands are echoed in the depiction of the ship of that remote civilization.
Ποσειδώνας, Απόλλωνας και Άρτεμη. Ανατολική ζωφόρος του Παρθενώνα (442-438 π.Χ.).
Τρεις είναι οι γλύπτες που σφράγισαν το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. Ο Μύρων, όπως δείχνει το αντίγραφο του «Δισκοβόλου» του, καταφέρνει να κλείσει στο σώμα την ακρότατη μορφή της κίνησης. Με τον «Δορυφόρο», ο Πολύκλειτος μεταδίδει την ισόρροπη ένταση ανάμεσα στη στάση και την κίνηση, το σώμα και το πνεύμα. Και τους δύο όμως ξεπερνάει η τέχνη του Φειδία που ξεδιπλώνεται στις γλυπτικές συνθέσεις του Παρθενώνα. Βαθιά λαξευμένες πτυχές κυματίζουν δίνοντας στα πλούσια ενδύματα πνοή, ενώ οι γραμμές του σώματος διαγράφονται με σαφήνεια. Τα πρόσωπα έχουν μια έκφραση ηρεμίας και περίσκεψης, τα συναισθήματα αποσιωπώνται.

Ιn Byzantium, women’s headdresses eventually came to cover the entire face, even the empress’s face was covered. The art of weaving seems to have been a conservative one, seeing that a Coptic child’s mantle dating from the 8th or 9th century AD, appears to have been woven on a type of loom used in Egypt since the 16th century BC. The body of an elegant lady dressed in a western fashion Renaissance outfit was found buried at the church of Aghia Sophia in Mystras. However, portraits of the donors in murals of 14th to 16th century churches of Rhodes show that the Greek, middle-class inhabitants of the island of Rhodos showed their preference for Byzantine fashions. As for the picture of the Virgin Mary Hodighitria in the church of Berbaka in Argolida, the child’s thin, short shirt carries theological symbolism belonging to the Orthodox Church.
Professor Nikolaos Drandakis excavated in 1955 a series of subterranean, built and vaulted, in their majority, tombs under the west and south stoa of Hagia Sophia in Mystras. which yielded, among other finds, remnants of a dressing ensemble. A woman's attire of the first half of the fifteenth century is the best preserved item of this ensemble. It consists of two silk, frilled dresses, worn the one above the other, a ribbon for supporting and decorating the hair, and a pair of leather shoes, from which only the soles have been preserved. It belongs to a young woman, who, judging from the characteristics of her clothing -the ample use of silk, frilled fabrics and the overlying dresses -, should be a member of Mystras' aristocracy. The remnants of a gentleman's outfit also supply a lot of information about the dressing habits of the late fourteenth and early fifteenth century in the Despotate. This item consists of a long silk, frilled dress, buttoned along its front, and, quite probably, of a similarly silk kerchief, a common accessory of an aristocrat's wardrobe. The rest pieces of the dressing ensemble are in a too fragmentary condition to enrich our knowledge of the clothing of the period. However, distinct among them is a woolen material, which might have been used as leggings, and some silk, decorative bands with an embroidered or woven embellishment, gilt beads or metallic yarns, which could be components of a diadem or a head-cover. The dressing ensemble from Mystras attests the perseverance of the ruling class of Byzantium in specific clothing models, valued through time; it also substantiates the commercial relations of the Despotate of Moreas with the west, mediaeval Europe and the broader cultural osmosis between East and West in sectors of everyday life, such as the garment, during the Palaeologan era (thirteenth-fifteenth cent.).
The issue of a woman's hair-style and headdress in Byzantium, although is especially interesting, has not been thoroughly studied as yet. Relevant information is supplied by certain epigrams of the Anlhoiogia Palatine, the sermons of the Church Fathers, texts of educational character and also by the romances of the Palae-ologan age. Through these sources we establish that women in the Byzantine age were especially concerned with their appearance and utilized all available means to beautify their looks. Thus, the most common hair-style was the braids, the bun and the ringlets. arranged like today's hair-do, while the use of wig a contributed to the rich volume of hair. A net or a bonnet, holding the hair tightly, was the ordinary headdress that was usually complemented by the maphon-on, an ample piece of cloth covering the head and falling on the shoulders. Quite often, however, a long cloth enfolded the hair, like a turban, instead of the maphorion. The hagiological texts refer only to the life and martyrdom of holy women and not to their appearance. In Byzantine art women with an uncovered head are depicted only in few occasions and represent characteristic iconographical types, such as the various personifications or Eve in scenes of the Old Testament. In the Christological or the Mariological cycles only the young girls or the maidservants are represented with the head uncovered. As a rule the female figures in Byzantine art wears the maphorion, although there are many representations of female donors whose headdress consists of a simple, short white cloth that reaches the shoulders. The depiction of the mid-wife in the Nativity of Christ is of special interest: this figure was particularly respected in Byzantine society, therefore the artists drew attention to her participation in the scene through her headdress, which, owing to its luxurious decoration or to its originality of form, is quite often very impressive. On the other hand, while the sources are sparing as regards the real appearance of the ladies of aristocracy, their representation in art is characterized by striking luxury and stresses the individuality of the figure depicted. A kind of local fashion seems to appear after the Fourth Crusade (thirteenth cent.), which survives until today in the costumes of folk art.
This article deals with the phenomenon of covering a woman's head in the Mediterranean world throughout the ages, especially in ancient Greece and Byzantium. From the study of the literary and epigraphical sources arises that both social practice and religion have dictated the covering of a woman's head and body as well as the minimalization of luxury in a woman's attire. This confinement was exercised in the framework of social control in societies ruled by the counterpoint notions of "honor" and "dishonor", such as the Mediterranean societies, at least until recently.
This loom-shaped child's tunic was woven to cross shape in one piece - body and sleeves -, with the hood whip-stitched to the body. The weaving begun with the right sleeve, then the two sections of the warp were added. It is woolen, tapestry woven throughout. with ornaments of purple wool and undyed linen. The garment was folded after the course of weaving ana sewn. Reinforced selvedges, finishing cords, fringes and weft twining remain intact. The decoration of the tunic consists of clavi and medallions, and, in regard to the designs, the stylized birds, fishes and circles are motives of earlier origin. As related material indicates, it is assumed that the tunic was woven on a two-beam vertical loom, which had a shed rod, a heddle rod, but not a reed. The weaver was facing the right side of the textile. The quality of the material and the careful technical execution prove the high standards of weaving arc textile art in Egypt, the country of provenance of the tunic, during the eighth and ninth centuries AD, the period from which this garment is dated.
In the years following Iconoclasm, changes may be observed in both the pose and the costume of the Christ-Child in depictions of the Virgin Hodegetria. Exami¬nation of an example of the clothing worn by the infant Christ in a fresco representation of the Hodegetria, in the church of Merbakas in Argolis. reveals several deviations from the pre-lconoclast iconographic type, in¬cluding one detail which may be related to the Dominican associations of the church.
Rhodes, the largest island of the Dodecanese, was not important only during antiquity, but continued to play a crucial historical role also in the Byzantine age. In the early fourteenth century it was occupied by the Order of the Knights of St. John of Jerusalem, who sought a new base of operations in order to regain the Holy Land from the Ottomans. The settlement of the knights and many merchants from the West changed the physiognomy of the island. A new local aristocracy emerged, active mainly in the towns, which developed a Franco-Greek taste. This new situation naturally affected the life and culture of the island. Its influence can also be established in the dressing habits of the inhabitants, which are documented in religious wall-paintings and especially in representations of donors. The major dressing characteristics on Rhodes are the following two: The preference, with only a few exceptions, of the Greeks for the Byzantine attire; and the evolution and variety of this costume, comparable, however, to that of the Venetian-ruled Crete or of the Frankish-ruled Cyprus, although the western influence is sometimes more obvious on the costumes of these islands. Needless to say, that the remarks mainly concern the attire of the nobility and not that of the everyday, hard-working, people, whose type of dress remains unchanged, dictated by age-long functional needs. A basic feature of the medieval costume is a series of dresses, worn the one above the other, with wisely cut openings, through which, not only the variety, quality and decoration of the garments could be directly observed, but also the social and economic status of their bearer could be evaluated. On the basis of the aforementioned donors' representations four garments can be established as standards: the undershirt and the cloak for women, the undershirt and a variety of coats for men.
An effort is made in this article for the detection and identification of historic textile dyes that were used in the Helladic region. Dyes have already been used before the means covering basic human needs were invented, and the art of spinning and weaving were created. The first yarns appear around 9,000 BC, while the invention of the loom seems to date from around 7,000 BC. Basic dyeing procedures were unknown in western and northern Europe, as opposed to central and south Asia, the Middle East, the Caucasus area, Egypt, Asia Minor and Greece, where basic dyeing techniques were already used in early years. The prehistoric inhabitants of the Aegean, especially the Minoans, were capable of dyeing various natural materials, particularly the wool. Wall-paintings on the island of Crete, the "crocus collector" in the Akrotiri on Thera, the "Mycenaean" lady in the National Archaeological Museum in Athens, illustrate the favorite costumes and dyes of the period, among which the red, yellow, orange and blue colour prevails. Only a few natural historic dyes are in use today, a rather strange phenomenon, considering that only natural dyes existed just one hundred years ago. The article also presents a classification, in alphabetical order, of the plans yielding the main dyes which have been in use from antiquity until about one hundred years ago in the Mediterranean basin. In addition, the historical and geographical identity of the plant is pictured, and the relevant information is completed with the basic dyeing-stuff, supplied by each plant, which is responsible for the final colouring.
If we want to understand the meaning of the representations decorating the fifth century BC Attic vases, we have to analyze them in their entirety and details. These representations, under a fictitious simplicity, develop an ensemble of indications that cause the intervention of time, which controls the narration. For this reason, there are more than one concepts of time in these depictions, the one of the narration, the other of the myth, which are transferred in the time of use of the vessel. This absence of temporality must be contrasted with the successive decorative bands of some vases, which are embellished with a series of boats or dolphins in the sea, in the water that is, which not only is represented on, but also contained in the actual vessel. In this multiplication of the subject, the smouldering rotation -that has marked the vase during its manufacturing and can be read through the rhythms of plasticity- transmits a motion to the dolphins and boats, eternally floating on the water, the water that is mixed with and scented by the wine. However, the movement created by the game of kottavos. that is the actual rotation around the handle, this time invalidates the repetition. Thus, the unit becomes a substitute for the successive series. Finally, we wonder whether the optical illusion of motion is intentional or not. If the answer is positive, then we reach the conclusion that the potters/painters of the Attic vases have invented after all the cinema, even before it was actually invented.
According to ancient sources, the oracle of Orpheus in Lesvos island was famous in antiquity. Hoewever, its exact location has remained unknown until today. The authors of this article present new evidence and data which can very probably identity the cave (=spelios) of Antissa on the west Lesvos with the popular oracle.
The first expedition of the Greeks to the valley of the Indus River (the present Pakistan) was focused on the survey of the river's course. For the first time the Greeks have been acquainted with the people of this area during the reign of the great Achaemenid monarch Darius I (552-486). The second contact, the expedition of Alexander the Great in 326 BC, has been more dynamic and effective. As a result, the entire valley of the Indus River came temporarily under Greek control. Although this situation was a short-lived phenomenon, it paved the way for later invaders from Central Asia. We can follow the course of Alexander through the narration of Arrianus and other Greek historians. Thus, the first expedition of Alexander to India proved to be ephemeral, while the second Greek invasion lasted longer. A remarkable effect of the Greek influence on Pakistan is the art of Gadara. In spite of the fact that this art appeared long after the years of the Greek rule in Pakistan, its traditions, established by the Greek artists, became a most popular vehicle of expression and a valuable deposit to be developed by later local artists. Another aspect of the Greek influence on Pakistan is represented by the Greek coins of Bactria.
This article investigates the phenomenon of athletics as a social plasm, in the light of its profiteering aspect, which today tends to undermine not only the athletic spirit, but also the system of values of the society in general. The questions to be answered are the following: what exactly is the profiteering character of the athletics, what reasons have created this modern phenomenon, how this problem can be solved? On the basis of modern data there is the possibility the profiteering character of athletics to be refuted, so that the athletics to regain their lost originality. Prerequisite for the success of this objective is the radical reconstruction of the social structure and system of values, which will be carried out in parallel with a reformation in education, so that the latter, now being a servant, will become the creator of society. Thus, the models and standards of success of modern society will be replaced by paragons of values, so that a new conception will be formed, completely different from the glorification of performance and records, which will add a new moral content in athletics.
The blacks, being a minority, neither became a subject to Byzantine writers nor played a distinguished role in the society of the period. The documentation of the presence of blacks in the Byzantine society is attempted on the basis of the literary sources and the few examples of their representation in floor and mural mosaics and in miniatures of manuscripts. The most usual terms with which the Byzantine texts refer to the people of the black race are "Ethiopians", "Blacks'', "Indians", ' Nigers", etc. Sporadic information about biack kings, warriors, officials, bandits, saints, vagabond beggars, demons and slaves occur in hagiological, historical and philological texts. Conclusively, we can say that, in spite of the Greco-Roman tradition and the doctrines of the Christian Church in regard to the equality of the human race, there existed in Byzantium a popular racism, which attributed to the black people diabolic characteristics, since the devil was depicted like an Ethiopian, with or without horns, wings and tail, or mocked their racial diversity, since a segment of the people believed that the black color of the skin was a typical feature of ugliness.
The Imaret and the dwelling complex of the founder of the last Egyptian dynasty are two of the most important urban features of the historic center of Kavala. Nowadays their destiny is connected with the viability of a firm, in spite of the Law 1490/8 of 1984, which provides the restoration and revival of real estates "for the benefit of cultural causes of both sides", that is the Greek and the Egyptian one. Having as starting-point the lodgings of Mohammed AN, two urban interventions have been carried out: the first, that caused the tearing down of a large number of houses, was the construction of Imaret, which housed educational and charitable functions; the second had to do with the formation of the royal square, which was decorated with the statue of his lordship. The mansion, although it was inconspicuously incorporated in the urban network in its initial phase, is today a sticking out architecture. Since the mid-war years it has been used as a museum, forming an entity with the royal square. The worries of the Egyptian part and of the local society for its preservation are justifiable, however the perspective to be reused as a restaurant, and thus to be treated as a merchandise, at the expense of both societies, on the one hand monopolizes the development targets connected with this monument, and on the other shrinks and reduces the public space of the city.
The animals and plants play an important role in the understanding of ancient societies. They are not only environmental indicators, but they also reveal information about the food, economy, burial customs, diseases and everyday life in antiquity in general. A plethora of evidence, resulting from the research on the animal and plant residues, comes from many important prehistoric sites of Cyprus. Mammals, birds, fish, shells and plants are called with their common but also their scientific names and unfold their wealth. However, the study of the relevant bibliography is indispensable for those who are particularly interested in this subject.

Το «Χρυσοπράσινο φύλλο» του Μ. Θεοδωράκη πρωτακούστηκε το 1965 στο «Νησί της Αφροδίτης» του Γ. Σκαλενάκη (στίχοι: Λ. Μαλένης).
Τόπος σύνθεσης και σημείο σύγκρουσης ανατολικού και δυτικού κόσμου, η Κύπρος, μετά τον πλήρη της εξελληνισμό στις αρχές του 11ου αιώνα π.Χ., αναδεικνύεται στην ελληνική Μεγαλόνησο που συμμερίζεται μεγάλο μέρος από τις τύχες του μητροπολιτικού χώρου. Ασσύριοι, Λουζινιανοί και Βενετοί, Πέρσες, Αιγύπτιοι, Οθωμανοί πάτησαν το νησί. Κερδίζοντας την ανεξαρτησία του από τους Βρετανούς με ένοπλο αγώνα, η μισή του έκταση έμελλε το 1974 να υποδουλωθεί και πάλι στους Τούρκους. Ο κυπριακός ελληνισμός στρέφεται στις βαθιές του ρίζες και στη στενότερη επαφή με την όμαιμη μητροπολιτική Ελλάδα στον αγώνα του για μια Κύπρο ενιαία, ακέραιη και ανεξάρτητη.
Το κάστρο της Πάφου. Το σύμβολο της πόλης είναι ένας φράγκικος πύργος μέσα σε περίβλημα της ενετικής περιόδου.
Χοιροκοιτία, ακεραμική περίοδος (5800-5250 π.Χ.). Χαρακτηριστικός τρόπος ταφής.
Μπρούτζινο βαρίδιο σε σχήμα κεφαλής Αφρικανού.
Η κοινωνικοοικονομική ζωή του νησιού κατά την Υστεροκυπριακή περίοδο αναπτύχθηκε γύρω από το χαλκό. Αναπόφευκτες και ανεξέλεγκτες, οι επαφές με άλλους λαούς έκαναν τους Κύπριους αμυντικούς και κλειστούς γεγονός που, σε συνδυασμό με τη γεωμορφολογία του εδάφους, επέβαλε την ευρεία ανάπτυξη των διοικητικών κέντρων κατά περιοχές. Ο Άγιος Δημήτριος, οικισμός της ΥΚΙΙγ που σημείωσε αλματώδη ακμή μεταξύ του 1325 και του 1225 π.Χ., ήταν κοντά σε μεταλλεία εξόρυξης χαλκού. Παρά την ύπαρξη των μεταλλείων, εργαστήρια τήξης χαλκού σαν αυτά της Έγκωμης ή της Τούμπας του Σκούρου δεν βρέθηκαν, κατασκευάζονταν όμως ορειχάλκινα βαρίδια. Στον Άγιο Δημήτριο αποκαλύφθηκε κτίριο με μεγάλους πελεκητούς λίθους (άσλαρ), που θεωρήθηκε το διοικητικό κέντρο, και ήρθε στο φως ασύλητος αρχοντικός τάφος, από τους πλουσιότερους της Κύπρου. Εμπορικές σχέσεις μαρτυρούν τα κτερίσματα από χρυσό ή ελεφαντόδοντο. Οι σφραγίδες με κυπρομινωική γραφή που βρέθηκαν υποδηλώνουν καταγραφή στοιχείων ιδιοκτησίας και εμπορίου.
Πόλεις όπως η Έγκωμη, η Μόρφου, η Αγία Ειρήνη, το Κίτιον ή κέντρα σαν το Μαρώνι και τη Χαλά Σουλτάν Τεκέ όφειλαν την άνθησή τους στην ύπαρξη χαλκού που εμπορεύονταν χάρη στην εγγύτητά τους προς τη θάλασσα. Στη θέση Χαλά Σουλτάν Τεκέ, ενδεικτικές για την πυκνή και παρατεταμένη χρήση του λιμανιού είναι οι πολλές άγκυρες που είχαν ενταχθεί ως οικοδομικό υλικό σε τοίχους ιερών αλλά και κοινών χώρων.
Στο πλαίσιο της λατρείας της γονιμότητας, τα γυναικεία πτηνόμορφα ειδώλια των κουροτρόφων και ο ταύρος συμβόλιζαν το θηλυκό και το αρσενικό στοιχείο. Οι ανασκαφές στην Έγκωμη και το Κίτιο δείχνουν ότι η κατά κάποιον τρόπο θεοποίηση του χαλκού καθιστούσε τους ιερείς την ανώτατη αρχή.
Πήλινο αγαλματίδιο θεάς, πιθανόν του 11ου αι. π.Χ. Αδιαμφισβήτητη η κρητική επίδραση. Λάρνακα, Μουσείο Πιερίδη.
Για τον αποικισμό της Κύπρου από τους Αχαιούς, οι πολλές εκδοχές που παραδίδονται ελέγχονται από τα αρχαιολογικά ευρήματα στο νησί. Γύρω στο 1225-1200 π.Χ. σημειώνεται μια μετακίνηση πληθυσμού από τον ελληνικό χώρο προς την Κύπρο, άλλοτε πυκνή άλλοτε αραιή, που κρατάει ως τις αρχές του 11ου αιώνα.
Λέγεται ότι την πόλη της Πάφου έκτισε ο βασιλιάς της Τεγέας Αγαπήνωρ. Οικιστές της πόλης των Σόλων είναι ο Ακάμας και ο Φάληρος και της πόλης των Χύτρων ο Χύτρος. Ο Δημοφώντας παραδίδεται ως κτίστης της Αίπειας. Η Λάπηθος και η Κερύνεια είχαν οικιστές τον Πράξανδρο και τον Κηφέα. Το Ιδάλιο, όπου λατρευόταν και ο Απόλλων «Άμυκλος», είχε οικιστή τον Χαλκάνορα. Την πόλη Γόλγους έκτισαν οι Σικυώνιοι και το Κούριο οι Αργείοι. Της Σαλαμίνας οικιστής είναι ο Τεύκρος, γιος του Τελαμώνα από τη Σαλαμίνα του Σαρωνικού. Ο Τεύκρος επιβάλλεται στην προελληνική πόλη της Έγκωμης (1225-1200 π.Χ.) και δρομολογεί τον εξελληνισμό της. Γύρω στα 1100 π.Χ. νέο κύμα Ελλήνων εγκαθίσταται στην πόλη που εξελληνίζεται πλήρως. Σύντομα η πόλη θα μετακινηθεί 2 χλμ. ανατολικότερα με το όνομα «Σαλαμίνα».
Στη Γεωμετρική εποχή (αρχές 11ου αιώνα-750 π.Χ.) η Κύπρος είναι πια σχεδόν εντελώς εξελληνισμένη. Οι εμπορικές ανταλλαγές είναι πυκνές. Από τις αρχές του 11ου αιώνα επικρατεί ο μυκηναϊκός θαλαμωτός τάφος με μακρύ κατηφορικό «δρόμο». Στο β΄μισό του 8ου αιώνα π.Χ., με την εντατικοποίηση των σχέσεων Κύπρου – Αιγαίου, η Κύπρος αποκτά ελληνική συνείδηση. Αυτό μαρτυρεί η αναβίωση νεκρικών εθίμων από την Ιλιάδα σε τάφους της Σαλαμίνας και της Πάφου.
Αμφορίσκος από την Αμαθούντα με προτομή της Μεγάλης Θεάς, εμπνευσμένη από την Αιγυπτία Αθώρ. Λάρνακα, Μουσείο Πιερίδη.
Πρόκειται για την περίοδο που μεσολαβεί ανάμεσα στη γεωμετρική και την κλασική, από τα μέσα του 8ου ως τον 5ο αιώνα π.Χ. Στη διάρκειά της, η ήδη πλουραλιστική τοπική παράδοση εμπλουτίζεται με ρεύματα από όλες τις γειτονικές χώρες. Από την πρώτη χιλιετία οι Φοίνικες διαμεσολαβούν στις σχέσεις της Κύπρου με την Ανατολή. Οι βασιλείς του νησιού διατέλεσαν φόρου υποτελείς στους Ασσύριους, τους Αιγύπτιους και τους Πέρσες.
Το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό της κυπροαρχαϊκής τέχνης είναι η υπεραφθονία του «θρησκευτικού υλικού» κάθε μορφής. Αναρίθμητα είναι επίσης τα αστικά και τα αγροτικά ιερά. Τεμένη απαντούν κυρίως στις αγροτικές περιοχές. Φαίνεται πως για τελετουργικούς λόγους έσπαζαν τα αγάλματα και τα ειδώλια πριν τα ρίξουν στους αποθέτες. Καλύτερα διατηρημένο είναι το υλικό που βρέθηκε μέσα στα ιερά όπως αυτό της Αγίας Ειρήνης, όπου αγάλματα και ειδώλια ήταν διατεταγμένα γύρω από αυγόσχημη πέτρα. Άλλο παράδειγμα λιθολατρείας είναι ο βαίτυλος της Αφροδίτης στα Κούκλια της Πάφου. Στη θρησκευτική εικονογραφία επικρατούν ο Μεγάλος Θεός, η Μεγάλη Θεά και ένας νεαρός θεός που ενσαρκώνει συχνά τη βλάστηση. Έχοντας σύμβολο το περιστέρι, το λιοντάρι, τη σφίγγα ή το φίδι, η Μεγάλη Θεά που αργότερα θα γίνει η Αφροδίτη, είναι η ίδια θεά με την Ιστάρ, την Αστάρτ, την Κυβέλη, την Ίσιδα και την Άθω, κ.ά. Με τη Μεγάλη Θεά ζευγαρώνει ο Μεγάλος Θεός που έχει ουράνια φύση και χαρακτηριστικά του Δία, του Απόλλωνα αλλά και του Βάαλ, του Άμωνα, του Χατάτ, του Ενλίλ και του Τεσούπ. Συχνά έχει τη μορφή του «Ηρακλή-Μιλκάρτ». Εμβληματικά του ζώα είναι κυρίως ο ταύρος και ο κριός, ζώα ιερά που, πριν από την επικράτηση των ανθρωπόμορφων παραστάσεων, μπορεί να επέτρεπαν την εκδήλωση της επιφάνειας του θεού. Σε αυτό θεωρείται ότι χρησίμευαν τα πολλά ειδώλια ταύρων που βρέθηκαν στο ιερό της Αγίας Ειρήνης. Ο Μεγάλος Θεός μπορεί να παρασταθεί ως κριοκέφαλος όπως ο Άμων ή σαν άνθρωπος με κέρατα κριού όπως ο Ζευς Άμων.
Το κυπροαρχαϊκό πάνθεο και την εικονογραφία χαρακτηρίζει ο έντονος συγκρητισμός ανάμεσα σε αυτόχθονες θεότητες και τις αντίστοιχες ελληνικές, φοινικικές και αιγυπτιακές. Έτσι, στα νομίσματα της Λαπήθου φαίνεται ότι η φοινικική Ανάτ είναι ομόλογη της Αθηνάς και στα φοινικικά νομίσματα του Κιτίου, ο Μεγάλος Θεός Μιλκάρτ, σύντροφος της Αστάρτης, δανείζεται την όψη του Ηρακλή. Το συμβατικό διπλό όνομα του «Ηρακλή – Μιλκάρτ» επινοήθηκε για τις διφορούμενες παραστάσεις που ταυτίζονται με τον Μιλκάρτ όταν βρίσκονται σε φοινικικά ιερά ή με τον Μεγάλο Κύπριο Θεό αν βρεθούν στα ιερά των Γόλγων και του Βουνιού.
Ασημένιο νόμισμα της Πάφου με το κεφάλι της Αφροδίτης στη μία όψη και περιστέρι στην άλλη (4ος αι. π.Χ.).
Ανάμεσα στο 545 και το 525 π.Χ. οι Κύπριοι βασιλείς υποτάσσονται στους Πέρσες χωρίς όμως να χάσουν την κυριαρχία τους. Απόδειξη, η κοπή νομισμάτων. Νομίσματα ανεπίγραφα ή με μόνο δυο τρεις συλλαβές είναι σχεδόν αδύνατο να ταυτιστούν ενώ τα επικεκομμένα νομίσματα βοηθούν σημαντικά στη χρονολόγηση. Ο βασιλιάς της Σαλαμίνας Ευέλθων (560-525/20 π.Χ.) είναι από τους πρώτους που έκοψαν νομίσματα. Γνωρίζουμε ότι νομίσματα κόπηκαν και στην Πάφο και στο Ιδάλιο. Στο Κίτιο τα ονόματα των βασιλιάδων είναι φοινικικά και γραμμένα με φοινικικούς χαρακτήρες, ενώ στη Λάπηθο η επιγραφή είναι μεν στα φοινικικά αλλά τα ονόματα είναι φοινικικά ή ελληνικά. Στο Μάριο, ελληνικά ίσως και φοινικικά ονόματα γράφονται στο κυπριακό συλλαβάριο – αν και ενδέχεται η πίσω όψη να φέρει επιγραφή στα φοινικικά. Στην Αμαθούντα τον 4ο αιώνα π.Χ. ο ροδιακός σταθμητικός κανόνας αντικαθιστά τον περσικό. Αν οι τύποι των νομισμάτων τον 4ο αιώνα δεν άλλαξαν στην Αμαθούντα και το Κίτιο, σε πολλά κυπριακά νομισματοκοπεία είχε διεισδύσει η ελληνική τέχνη. Στη Σαλαμίνα κόβονται νομίσματα με το κεφάλι του Ηρακλή κι αργότερα μόνο με ελληνικές θεότητες. Οι επιγραφές τους είναι στα κυπριακά και τα ελληνικά. Φανερή ελληνική επίδραση προδίδουν τα νομίσματα του Μαρίου με θεούς και μυθικές σκηνές, με επιγραφές δίγλωσσες. Παρόμοια, η Λάπηθος απεικονίζει Αθηνά και Ηρακλή, όπως και η Πάφος που επιπλέον εμφανίζει και την Αφροδίτη, τον Απόλλωνα και τον Δία.
Το 332 π.Χ. οι Κύπριοι βασιλείς δηλώνουν υποταγή στον Αλέξανδρο που κόβει τα δικά του νομίσματα. Η ανεξάρτητη κυπριακή νομισματοκοπία με τους δικούς της τύπους εκλείπει μαζί με τους βασιλείς, το 310 π.Χ.
Δύο ρωμαϊκά νομίσματα με αναπαράσταση του ναού της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο.
Πρόκειται για τη διαχρονική Κύπρια θεά που η λατρεία της ήταν επίσημη αλλά και λαϊκή. Πηγές και ανασκαφές συνδυάζονται στο ναό της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο, κέντρο του βασιλείου της Πάφου. Ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού είναι δάνειο από τους Φοίνικες, κτισμένος όπως ο φοινικικός ναός στα Κύθηρα. Αναδυόμενη λίγο νοτιότερα από την πόλη, η Αφροδίτη πήρε το όνομα Παφία. Στη λατρεία της θεάς σημαντικός ήταν ο ρόλος της δυναστείας των Κινυράδων στην Παλαίπαφο που, μοναδικοί βασιλείς και μοναδικοί ιερείς της Αφροδίτης, διατήρησαν τη λατρεία της θεάς όπως την παρέλαβαν από τη Φοινίκη.
Παρά την εξάπλωση του χριστιανισμού, επίθετα της Παναγίας όπως «Αφροδίτισσα» ή «Χρυσοπολίτισσα» παρατείνουν τη λατρεία της θεάς. Στην Αφροδίτη «κουροτρόφο» παραπέμπει και η επίκληση της Παναγίας «Γαλαταριώτισσα». Από το ναό της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο προέρχεται η κωνική πέτρα που αναπαριστά τη θεά και απεικονίζεται σε ρωμαϊκά νομίσματα.
Τα αναθήματα που βρέθηκαν επαληθεύουν τις αρχαίες πηγές: η Αφροδίτη λατρευόταν σε όλο το νησί και είχε τους ναούς και τα ιερά της σε λόφους κοντά στη θάλασσα. Οι πηγές δεν αναφέρουν το Κίτιον όπου βρέθηκε επιβλητικός φοινικικός λαός της Αφροδίτης – Αστάρτης. Από τις άγκυρες που βρέθηκαν εκεί, αφιερώματα ναυτικών, συνάγεται ότι η θεά λατρευόταν και ως προστάτιδά τους.
Ψηφιδωτό με το Θησέα και το Μινώταυρο από την Έπαυλη του Θησέα στη Νέα Πάφο (3ος αι. μ.Χ.).
Τα ψηφιδωτά της Κύπρου εκτείνονται από τα πρώτα ελληνιστικά χρόνια ως τις αραβικές επιδρομές του 7ου αιώνα μ.Χ. Ένα ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ιδίωμα αναπτύχθηκε στο νησί με σαφείς επιρροές από τις ανατολικές ακτές της Μεσογείου και τον κόσμο της Αντιόχειας.
Στην ελληνιστική περίοδο ανήκει παράσταση της Σκύλλας φτιαγμένη από βότσαλα περίπου το 300 π.Χ. στη Νέα Πάφο. Άτεχνο ψηφιδωτό από μεγάλα βότσαλα που εικονίζει υδρία και δελφίνι είναι του 2ου αιώνα π.Χ. Το αρχαιότερο ψηφιδωτό από πραγματικές ψηφίδες (1ος αι. π.Χ.–1ος αι. μ.Χ.) διακοσμούσε το κυκλικό δάπεδο Βαλανείου στο Κίτιον. Από τα τέλη του 2ου έως τις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ. όμως, αρχίζει μια σειρά ψηφιδωτών με μυθολογικές παραστάσεις που θα συνεχιστεί αδιάκοπη ως τον 6ο αιώνα. Η πιο θαυμαστή σειρά διακοσμεί την πρωτεύουσα, τη Νέα Πάφο. Στην Οικία του Ορφέα (τέλη 2ου–αρχές 3ου αιώνα μ.Χ.), ψηφιδωτό με τον μυθικό ήρωα φέρει επιγραφή με το όνομα του ιδιοκτήτη. Στην ίδια περίοδο χρονολογούνται τα ψηφιδωτά της Οικίας του Διονύσου. Η ποικιλία των μυθολογικών τους παραστάσεων εντυπωσιάζει: Νάρκισσος, Τέσσερις Εποχές, Θρίαμβος του Διονύσου, Φαίδρα και Ιππόλυτος, Πίραμος και Θίσβη, Ποσειδών και Αμυμώνη, Απόλλων και Δάφνη, Αρπαγή του Γανυμήδη και η μεγάλη παράσταση με τον Ικάριο, τον Διόνυσο και την Ακμή και τους πρώτους που ήπιαν κρασί. Στην Έπαυλη του Θησέα βρίσκονται τρία ψηφιδωτά, ο Θησέας και ο Μινώταυρος (3ος αιώνας), ο Ποσειδώνας και η Αμφιτρίτη (4ος αιώνας) και η Γέννηση του Αχιλλέα (5ος αιώνας). Από τα εντοίχια ψηφιδωτά στα Λουτρά του Γυμνασίου της Σαλαμίνας ξεχωρίζουν οι παραστάσεις με το μύθο του Ύλα και των Νυμφών και με την προσωποποίηση του Ευρώτα από μεγαλύτερη σύνθεση με το μύθο της Λήδας και του Κύκνου. Καλύτερα διατηρημένη αυτή η απεικόνιση βρίσκεται στην Παλαίπαφο (Κούκλια) σε δάπεδο οικίας του 3ου αιώνα μ.Χ. Μονομαχίες απεικονίζονται στην έπαυλη των Μονομάχων στο Κούριο. Τον 4ο αιώνα, πλάι σε νεόδμητες παλαιοχριστιανικές βασιλικές με αυστηρό ψηφιδωτό διάκοσμο, τα ψηφιδωτά στα κοσμικά κτίρια αποκτούν νέο δυναμισμό. Στην Οικία του Αχιλλέα στο Κούριο απεικονίζονται η Αρπαγή του Γανυμήδη και ο Αχιλλέας στην αυλή του Λυκομήδη. Στην Οικία του Αιώνα στη Νέα Πάφο (α’ μισό του 4ου αιώνα μ.Χ.) βρέθηκε το θαυμάσιο δάπεδο του τρικλίνιου με πέντε παραστάσεις σε ενιαία σύνθεση. Δύο είναι αφιερωμένες στον Διόνυσο, μία στη Λήδα και τον Κύκνο και άλλη στον Απόλλωνα και τον Μαρσύα. Η πολυπρόσωπη κεντρική παράσταση είναι αφιερωμένη στην «Κρίση των Νηρηίδων». Τα ψηφιδωτά της «Έπαυλης» και των Λουτρών του Ευστολίου στο Κούριο (α΄μισό 5ου αιώνα μ.Χ.) προτιμούν αίφνης τα γεωμετρικά κοσμήματα αντί για τις παραστάσεις.
Στη διάρκεια του 5ου αιώνα η παγανιστική τέχνη εμφανίζει μια εντελώς νέα τεχνοτροπία. Στις συνθέσεις ο ρεαλισμός υποχωρεί, η προοπτική περιφρονείται και τα χαρακτηριστικά του προσώπου είναι υπερβολικά υπογραμμισμένα. Εμφανής στο έμβλημα με την Τουαλέτα της Αφροδίτης από το λουτρό κατοικίας στην Άλασσα, η νέα τεχνοτροπία είναι πασιφανέστατη στη Γέννηση του Αχιλλέα από την Έπαυλη του Θησέα στη Νέα Πάφο. Παρά το ρωμαϊκό τους θεματολόγιο, η τεχνοτροπία τους εντάσσει τα δύο αυτά ψηφιδωτά στον κόσμο της βυζαντινής τέχνης.
Άγιος Γεώργιος Θεσσαλονίκης (Ροτόντα). Φωτογραμμετρική αποτύπωση. Τομή.
Οι δύο τρόποι αποτύπωσης μνημείων ή συνόλων διακρίνονται βάσει της μορφής προς αποτύπωση, το σκοπό της αποτύπωσης και τον διατιθέμενο εξοπλισμό. Προκύπτουν έτσι δύο μέθοδοι: η αναλογική και η αναλυτική.
Η αναλογική μέθοδος στηρίζεται στη χρήση απείρων σημείων και μπορεί να μας δώσει τα αποτελέσματα της αποτύπωσης χωρίς τη μεσολάβηση άλλης διεργασίας. Σε αυτές τις απαιτήσεις ανταποκρίνεται κυρίως η Φωτογραμμετρία. Η αναλυτική μέθοδος στηρίζεται στον προσδιορισμό πεπερασμένου αριθμού σημείων, που ενώνονται για να δώσουν τη μορφή του αντικειμένου. Εδώ λύσεις μπορούν να προσφέρουν οι επιστήμες της γεωδαισίας, της τοπογραφίας, της χαρτογραφίας και της φωτογραμμετρίας.
Παρουσιάζονται η τοπομετρική μέθοδος, οι τοπογραφικές μέθοδοι, η μέθοδος πολικών συντεταγμένων, η μέθοδος εμπροσθοτομιών (τομών) και οι φωτογραμμετρικές μέθοδοι.
Η ακρίβεια των αποτυπώσεων εξασφαλίζεται με τη χρήση των τοπογραφικών και φωτογραμμετρικών μεθόδων. Η παραστατικότερη αποτύπωση στην επίπεδη επιφάνεια του χαρτιού μιας πολύπλοκης επιφάνειας επιτυγχάνεται διά του προσδιορισμού ισοϋψών γραμμών. Σημαντική είναι η συμβολή της χαρτογραφίας. Στις αποτυπώσεις τα δίκτυα ελέγχου είναι μεγάλης ακρίβειας, συνίστανται από πολυγωνικές οδεύσεις, υπολογίζονται και συνορθώνονται με χρήση της Μεθόδου Ελαχίστων Τετραγώνων. Σε αποτυπώσεις μεγάλης έκτασης εγκαθίσταται τριγωνομετρικό δίκτυο, όπως έγινε στην Κνωσσό.
Στη μελέτη της παθολογίας των μνημείων, πρέπει να προσδιοριστούν οι παραμορφώσεις της κατασκευής, ώστε να προσδιοριστεί το μέγεθος μιας υπάρχουσας παραμόρφωσης ενός αρχιτεκτονικού στοιχείου και να καταστεί δυνατή η διαχρονική παρακολούθηση της κίνησης μιας κατασκευής.
Ολοκληρώνοντας, ο συγγραφέας χαράζει τις προδιαγραφές ενός Φωτογραμμετρικού Αρχείου Μνημείων στη χώρα μας.
Ο De Chirico εγγυάται το γνήσιο της υπογραφής του με συμβολαιογραφική πράξη στο πίσω μέρος του καμβά.
Η παραγωγή αντιγράφων εμφανίζεται πρώτη φορά στους ελληνιστικούς χρόνους και κορυφώνεται κατά τους ρωμαϊκούς. Ο ψυχολογικός παράγων, η ανάγκη δεσμών με τις μορφές του παρελθόντος, και ο κοινωνικός παράγων, η προβολή διαμέσου του έργου τέχνης, είναι οι κυριότεροι λόγοι που θα συντηρήσουν αυτό το φαινόμενο για αιώνες. Η υπογραφή του δημιουργού θεωρείται το δακτυλικό του αποτύπωμα, σφραγίδα γνησιότητας του έργου. Σε περιπτώσεις όμως που οι καλλιτέχνες τύχαινε να απαρνηθούν παλαιότερα έργα τους, οι φιλότεχνοι αγοραστές απαιτούσαν πρόσθετες πιστοποιήσεις, ακόμη και συμβολαιογραφικές πράξεις. Όμως οι ενδείξεις που επιβεβαίωναν τη γνησιότητα ενός έργου έχουν πάψει να ισχύουν: η υπογραφή, τα κρακελαρίσματα, η παλαιότητα του τελάρου, η λινάτσα κι ο καμβάς, η πατίνα του χρόνου, στις μέρες μας όλα μπορεί να είναι απατηλά. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η απάτη, ενορχηστρώνεται η βοήθεια του τεχνοκριτικού, του ειδικού συντηρητή, του φυσικοχημικού, του φωτογράφου, ενεργοποιείται η ιστορία και υιοθετείται η σύγχρονη τεχνολογία. Ο καλλιτέχνης εντάσσεται στην εποχή του και στα κινήματά της, το ζωγραφικό υλικό που χρησιμοποιεί είναι χρονολογήσιμο, ελέγχεται ο γραφικός του χαρακτήρας και τα όποια πιστοποιητικά γνησιότητας, αναζητείται η ιστορία του έργου και οι τυχόν δημοσιεύσεις του, κ.ά. Το έργο εξετάζεται στερεοσκοπικά, υφίσταται μακρο- και μικρο-φωτογράφιση, ολογραφία ή φωτογραφία με λέιζερ, μικροανάλυση με δέσμη ηλεκτρονίων, ακτινοβολίες, κ.ά.
Χαλκογραφία: J.D. Le Roy, Les ruines des plus beaux monuments de la Grèce, Paris 1770, β’ έκδ. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.
Στο άρθρο διαγράφονται οι χρήσεις της απεικόνισης των μνημείων και οι ρόλοι που αυτή ανέλαβε να διαδραματίσει στη συνείδηση των Ευρωπαίων. Στις αλεπάλληλες περιηγητικές εκδόσεις, όχι μόνο η αντιγραφή των χαρακτικών εικόνων αλλά και η πρωτότυπη απεικόνιση μαρτυρεί ένα βαθμό αυθαιρεσίας που καθορίζεται από το γούστο της εποχής.
Τις παλαιότερες εικόνες σημαδεύει το στοιχείο του φανταστικού, καθώς η ενασχόληση με τα μνημεία της αρχαιότητας αντλούσε από τη σφαίρα του θρύλου. Ο Κολοσσός της Ρόδου εξαίρεται μέσα από μια αντι-ρεαλιστική κλίμακα που απηχεί μια μεσαιωνική αντίληψη. Εκτός κλίμακας είναι και η απεικόνιση ναών και ιερών του Αιγαίου με ερεθίσματα από την αναγεννησιακή και την μπαρόκ αρχιτεκτονική. Κάποιες εικόνες γεννιούνται από σύγχυση, όπως φαίνεται στη γαλλική μετάφραση του φλαμανδού περιηγητή Jean Struys, όπου η Δήλος επιγράφεται ως «Το νησί των Δελφών». Η μεσαιωνική πόλη όπου δημιουργούνται τα χαρακτικά, μεταφυτεύει στις παραστάσεις των μακρινών τόπων της Ανατολής μια γοτθικίζουσα αρχιτεκτονική με έμφαση στην καθετότητα, που χαρακτηριστικά αποτυπώνεται στο οικοδόμημα «Jovis Templum», το ναό του Δία, στη φανταστική άποψη των Τεμπών του Ab. Ortelius. Στην άποψη της Αθήνας από το βιβλίο του Sebastian Münster η μεσαιωνική γλώσσα συντάσσεται με στοιχεία αναγεννησιακά. Στα μέσα του 18ου αιώνα τα φώτα στρέφονται στην αρχαιότητα. Ζωγράφοι και αρχιτέκτονες καταφθάνουν στην Αθήνα. Στον αιώνα του Διαφωτισμού, η εικόνα οφείλει να είναι προϊόν μεθοδικής και σχολαστικής παρατήρησης. Οι αποτυπώσεις αρχαίων ελληνικών κτισμάτων από τους Stuart και Revett ξεχωρίζουν. Ωστόσο, η αρχαιολατρεία παραποιεί εξίσου την πραγματικότητα: ο Richard Dalton απεικονίζει τον Παρθενώνα χωρίς το τζαμί στο εσωτερικό του. Το αρχαίο υδραγωγείο της Μυτιλήνης προσεγγίζεται από τον κόμη Choiseul-Gouffier με υποκειμενικότητα και ρομαντική νοσταλγία όπως προδίδει η νηφαλιότητα που χαρακτηρίζει το ίδιο θέμα από τον Ιρλανδό Richard Pococke. Αν και καρπός επιτόπιας παρατήρησης, τα έργα του γάλλου αρχιτέκτονα Le Roy αφήνουν ευρύ πεδίο στη φαντασία και παραπέμπουν στην «ποίηση των ερειπίων». Η απόδοση της φθοράς συνεπιφέρει συγκινησιακή φόρτιση και μελαγχολία. Ρομαντικό προανάκρουσμα είναι και η εμφύτευση ερειπίων μέσα στη φύση που αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Στις αρχές του 19ου αιώνα το ρεύμα των περιηγητών γίνεται πιο έντονο. Ασφαλώς συνέβαλαν οι εκδόσεις της Εταιρείας των Dilettanti, χωρίς να υποτιμάται το κίνητρο της αρχαιοκαπηλείας που παραμένει ισχυρό. Το κίνημα του Ρομαντισμού, το ρεύμα του Φιλελληνισμού δίνουν στην Ελλάδα νέα αίγλη. Οι Άγγλοι κυρίως παραχωρούν στα έργα τους την πρωτοκαθεδρία στη φύση. Η νύχτα ή η καταιγίδα επιστρατεύονται για να φορτίσουν την παράσταση με δραματικό τόνο.
Αν και οι εικόνες είναι παραπειστικές για τον αρχαιολόγο-ερευνητή, παραμένουν πολύτιμες ως προς το ότι συνιστούν δείκτες αισθητικών, ιστορικών και ιδεολογικών μηνυμάτων της Ευρώπης.
Αμαθούντα: Αεροφωτογραφία του αρχαίου λιμανιού.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Cyprus is both a meeting point and a point of confrontation between the East and the West. After becoming fully Greek, at the beginning of the 11th century BC, Cyprus is marked out as a large Greek island sharing much of the fortunes of its metropolis, that of mainland Greece. Assyrians, Lusignans, Venetians, Persians, Egyptians and Ottomans all set foot on the island. Having won its independence from the British through armed struggle, half of Cyprus’s territory was doomed to fall once again to the Turks in 1974. Greek Cypriots look towards metropolitan Greece and the common heritage they both share, in their struggle for a united, independent and undivided Cyprus.
The history of Cyprus is divided into five periods. The first begins in the Neolithic IA period (7500-5250 BC) and ends in 330AD. The Byzantine period follows (330-1191AD) and ends with Guy de Lusignan settling on the island. The Frankish period under the Lusignans extends from 1192 to 1571 AD when Cyprus becomes part of the Ottoman Empire. The Turkish period ends in 1878 when the Ottomans hand the island over to the British. Events that took place between 1878 and 1978 are included by the author in the British period.
Over a period of three thousand years, covered by the present article, the Neolithic tombs in Cyprus do not present radical changes and are dug, in general, either under the floors of the houses or outside them but always within the limits of the settlement. The dead who are, in great majority, intact are laid on the left or right side and with very few exceptions on the back or on the abdomen. There is no fixed orientation of the body or face. Legs and arms are contracted in various degrees of contraction. Primary, single burials are the general rule and the few exceptions concern mainly the later phases. Characteristic is the custom of placing one or more heavy stones on the head or the body regardless of the sex of the dead, which in combination with tied and distorted bodies leads to the existence of a belief in a kind of life after death interlaced with strong necrophobia. Funeral offerings are mainly stone vases intentionally broken, some silex arms and tools, jewellery and sea shells. As we advance in time, in the Neolithic II period, the offerings consist exclusively of pottery and obsidian flakes. We notice that death in Neolithic Cyprus is a manifestation of everyday life, and is faced in a simple way. In our opinion the boulders are to prevent the dead from getting out of their grave. On the other hand, everyday objects seem to have been "sacrificed" as funeral offerings, the difficulty in their manufacture making them more necessary to the living than to the dead. The Neolithic inhabitants of Cyprus believed that the mobile property of somebody belongs to him even after his death and, if conceded as funeral offerings, it prevents the dead from coming back and claiming it. In that way the miasma is prevented from contaminating the inhabitants of the village. Funeral rites are homegenous and follow the main ritual prevailing in this field in Neolithic Greece and Anatolia.
The attempt to describe the administrative phenomenon (devices / techniques) in Late Bronze Age Cyprus is best made through a socio-economic approach to the subject and taking always into account the religious and political circumstances of the period. Using as an example the Haghios Demetrios LCIIc settlement, the economy of which was principally based on copper, we can see the spread of its influence and importance in the southern area of the island. While the absence of copper continued to affect the development of other settlements, e.g. the Hala Sultan Tekke, other factors, such as proximity to the sea, became important. Consequently, the economy where an administrative system was established, depended on various external and internal factors, which were responsible for the flourishing or decline of a site. Furthermore, observation of the excavation material enables us to make some suggestions regarding political and other phenomena, which during this crucial and decisive period of Cypriot history contributed to the formation of the island's commercial and cultural relationship with its neighbours, including Mycenaean Greece and Crete.
Legends that the cities of Cyprus were founded by Greek heroes of the Trojan war are regarded as reflecting true events that occured c. 1220 BC. The fact, however, remains that many "cities" in Cyprus owe their foundation to Mycenaean immigrants and lack such foundation legends. Archaeology supports the view that towards the end of the thirteenth century BC we have a movement of people, and not simply trade relations, from Mycenaean Greece to Cyprus. This movement lasted with minor or major waves of arrivals, until the beginning of the eleventh century BC. The permanent arrival of the Achaean-Greeks to Cyprus is attested to by metallurgy, glyptics, art, language, funerary rites, religion etc. In the ensuing Geometric period the relations between Cyprus and the Aegean world never cease save probably during a short period around 1.000 BC, although this does not seem to apply to the case of Crete. At the beginning and during the final phase of this period the relations are intense with the interchange of pottery and other artefacts. During the second half of the eighth century BC we observe that funerary rites narrated in the Iliad isare revived an unmistakable sign that those practicing them had a deeply rooted Greek conscience.
The political situation during the Cypro-archaic period (2nd half of the eighth to the 1st half of the fifth century BC) is characterized by instability due to frequent foreign intervention and domination of Cyprus. Despite this, a certain prosperity together with a deep religious feeling can be observed associated with a rich and superabundant artistic creativity dependent particularly on the religious world and its manifestations, as well as on other different needs and occupations of everyday life. The attachment to the divine can be seen in the countless sanctuaries and affluent artistic creation. Artistic products were used as cult objects, as offerings to the sanctuaries and in the tombs and as amulets in every day life. The Cypriot pantheon is characterized more by the pluralistic and polyvalent peculiarities and functions assumed by the main deities and their polymorphism than by its complicated formation. Deities are multi-functional, corresponding fully to the needs of the believers, but they also emanate from the nature and personality of each divinity. One of the main figures of the pantheon is the celestial god (Great God) , an incarnation of atmospheric phenomena and activities taking place in heaven that are mainly related to the acquatic element (clouds and rain) and to the light (sun and thunderbolt). This god has principally been identified with Zeus, Baal. Milkart, Amon, Apollon and Reshef. He forms a couple with the other principal deity, the telluric mother-goddess (Great Goddess), who represents fertility, conceived under its female aspect, and is none other than the Cypriot Aphrodite, equivalent to Astarte. This divine couple forms a triad with the divinity incarnating the annual cycle of vegetation, mainly identified as a young god of the kind of Adonis, who is not unrelated to the infant held by the Great Goddess when represented as a Kourotrophos. It seems that it is during the Archaic period that these deities emerged from a stage of latent aniconism and/or zoomorphism, which is more evident in the previous older strata of the Cypriot religion; they thus acquired an anthropomorphic aspect inspired most frequently by the island's geographical surroundings (Egypt, Palestine, Phoenicia, Syria, Anatolia and the Hellenic world). This influx of foreign divine iconography is made through the identifications and syncretisms of local deities with the equivalent foreign ones.The latter enriched the Cypro-archaic pantheon and its iconography with their presence.
Autonomous Cypriot coins have been struck since the end of the Vl th century when the island was under Persian rule However, this do not prevent nine or ten city-states from striking their own coinage. We do not know if all the cities struck coins because it is not easy to identify the mints. The short, worn and obliterated inscriptions in the Cypriot syllabary in Phoenician and later in the Greek alphabet are sometimes quite enigmatic. In the fifth century only the mints of Lapethos and Marion are clearly identified by their inscriptions. Philological texts, coin types and the find place of coins can also provide information on the mints. The precise chronology of the fifth century Cypriot coins is another problem. Hoards found outside Cyprus which contain not only Cypriot but also better known Greek coins provide a date ante quern for the Cypriot coins, as do the dated foreign coins overstruck by Cypriot ones. Coins from one Cypriot mint overstruck by coins from another Cypriot mint attest their relative chronology. The coin types of the principal mints of the fifth century are discussed, followed by those of the fourth century, when new types appear in several mints that are more influenced by Greek style and subjects. in some mints during the fourth century the Persian metric standard is no longer used but the Rhodian one takes it places. Gold and later bronze coins are struck during the fourth century in addition to silver ones and for some inscriptions the Greek alphabet is used together with the Cypriot syllabary or instead of it. The autonomous coinage is interrupted during the life time of Alexander the Great and came to an end when the Cypriot kingships were abolished by Ptolemy I in 312-310. Thereafter the coins struck in Cyprus no longer keep their own types but those of their foreign rulers. Only the mint symbol distinguishes them from those struck in other mints of the Empire.
The goddess Aphrodite originates from the anthropomorphic concept, common in all matriarchic societies of the Middle East. Indications of the goddesses cult can be already found in the period when the difference between god and daemon was vague and the limits between man and animal were flexible enough. It sprung from the perception of the impact the natural elements had on man and his life and they were assigned with supernatural powers. Later, the goddess was conceived in human form and with her own attributes, indicative of the sectors of her influence. Her zoomorphic characteristics are present in clay figurines representing the goddess, of the second millennium BC, from Syria and Cyprus. The image of the goddess Aphrodite is closely related to that of the Magna Mater, the primary deity in the religion of agricultural tribes and is interpeted as the incarnation of the religious concept and imagination of societies ruled by matriarchy.
The discoveries made during the last 25 years at Kourion and Salamis, but above all Paphos, have made Cyprus one of the most important centres for the study of ancient mosaics. The examples are numerous and cover a period of about 1000 years, from c. 300 BC to the mid-seventh century AD. During the Roman period one can safely assume that local workshops created a very large number of mosaics, all of which bear a distinct Cypriot trait. However, as is natural, the mosaics of Cyprus were influenced by the art of the surrounding areas, all of which themselves held a strong tradition in the art of mosaic. The closest links are clearly with the East Mediterranean coast, Antioch in particular, an area with which Cyprus was related politically and later on religiously. The earliest mosaic that has so far come to light represents the mythical monster Scylla. It is made of pebbles and has been dated back to the late fourth / early third century BC. It was discovered at Nea Paphos, a city that had just been founded and that under the Ptolemies grew very rapidly in importance. By the second cent. BC Paphos had become the capital of the island and preserved this privilege under the Romans until the fourth cent. AD. It appears that during the period from the late second to the mid-third cent. AD, Paphos (and Cyprus as a whole) enjoyed one of the most prosperous and enlightened periods of its history. This is reflected in a rich series of buildings decorated with mosaics that have been found there. The earliest of these, the House of Orpheus embellished with a representation of Orpheus and the Beasts. has an inscription unique to Cyprus that gives us a Latin name which must belong to the owner of the house. More well-known is the House of Dionysos with the richest array of mythological representantions known on the island, amongst which there is a fine "Rape of Ganymed". The nearby Villa of Theseus, the residence of the Roman Proconsul, preserves a large number of mosaics of different periods, amongst which the scene of Theseus and the Minotaur made in the late third, and carefully restored in the fourth century AD. Also several other important mosaics from other parts of the island date from the third century like the rare wall mosaics from Salamis, -Leda and the Swan- from Kouklia, and the unique mosaics with representations of gladiatorial combats from Kourion. In the early fourth century, and in spite of the official recognition of Christianity, pagan art reaches its peak, a phenomenon best reflected in the recently discovered mosaics from the House of Aion at Paphos. Here, in a floor divided into five panels with different representations we have a realistic parade of mythological characters and personifications rendered in a style and technique of the highest quality. Some of the figures represented are very rare or even unknown in ancient art and it is only the fact that their names are written above them that makes their identification possible. During the next century Christian art gained more and more ground and unavoidably influenced the decoration of some pagan buildings, as is shown by the bust of «Ktisis» from the Complex of Eustolios at Kourion. Pagan art, however, had already began to decline both in repertoire and technique. The last examples of this art on the island are illustrated by the "Toilet of Venus" from Alassa, and the "Birth of Achilles" from the Villa of Theseus at Paphos, both dating from the fifth century.
The survey of archaeological sites, monuments, traditional edifices, historic centres and settlements, is a prerequisite for every archaeological, historical and architectural study as well as for any project on their protection, preservation and promotion. The survey process in all aforementioned cases requires the application of scientific methods of exceptional precision and the employment of modern technology in the relevant sector. However, the survey procedure varies as regards the thematic presentation and precision and depends on the object and purpose of the survey. Therefore, we distinguish: a. The analogical method which is based on the use of infinite points and can achieve excellent surveying results, without the support of any other procedure. b. The analytical method which is based on the definition of a limited number of points which, if united, produce the form of the object. Protogrammetry meets the demands of the first method, while the science of geodesy, topography, chartography and photogrammetry serve the needs of the second. In this article the topographical and photogrammetric methods are mainly analysed. The thorough study of monuments also demands the definition of their structural distortions, so that their pathology can be studied and necessary treatments be proposed. The relevant measuring aims at a. Defining the extent of the actual distortion. b. The observation and documentation of a building through time. The application of topographical and photogrammetric methods gives in both cases satisfactory results; the second case demanding high standards of precision. Furthermore, the contribution of networks for observation of micro-deplacement of constructions as well as the analytical photogrammetric methods is very important. The photogrammetric archives, which include measurements and photogrammetric exposures are, undoubtedly, the best organized archives of monuments. They offer full documentation of the monuments through time and guarantee their exact recording in case of any future destruction, which may be caused by a variety of reasons.
The authenticity of a work of art is a big and serious issue. The problem has already been known since the Hellenistic Age and constantly appears in the Roman period, the Renaisance and more often in our time. The reasons which create this phenomenon are purely social and financial. From the theoretic point of view a work of art can be both authentic and disputable. Authenticity can be proven through a research process, which can protect us from being misled and consists of the following: 1. Knowledge of the style and technique of the painting. 2. Research on the history of the painting: provenance, date of execution, previous owners, etc. 3. Sketching of the artist's portrait through the painting: his world, visions, artistic physiognomy. 4. Application of scientific methods: radiations and chemical analyses for the determination of the painting materials and the detection of the possible obscure parts of the painting. The investigation for the authenticity of a painting demands the cooperation of a variety of specialists who must all share love of art.
The treatment of ancient Greek subjects in engravings of travelling editions — from the earlier representations to the nineneenth century — is sketched out in this article through characteristic examples. Furthermore, the Europeans' point of view and approach towards the "antique" is searched as it appears in the illustrations of these editions. In earlier works the element of the imagination plays an important role and participates in the creation of pictures, which aim to impress the reader-viewer, while at the same time visual stimulations from European art and architecture contribute to the final formation of the work. In the seventeenth century the first efforts for the representation of realistic elements and data are made — products of in situ observations — and progressively increase. However, even in the advanced eighteenth century, in spite of a tendency for a reliable documentation, certain arbitrary representations of antiquities appear. They are natural products of the early romantic movement of archaeolatry, which seals the period, but also repercussions of the contemporary tendency for painting antique ruins. Even in the nineteenth century, the romantic visions inevitably lead to representations, which ignore reality or seem to deny the immediate, tangible presence of a depicted monument, since they intentionally pursue to exalt the ancient edifice or to create an artificial, more or less illusionistic,"atmosphere".

Εξορκισμός που αποδίδεται στον μάγο Πιβήχι και έχει περισωθεί σε πάπυρο του 4ου αι. μ.Χ. Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη.
Για την ύστερη ελληνική δαιμονολογία αντλούμε πολλά από έναν μικρό πλατωνίζοντα διάλογο, τον Τιμόθεον ή περί δαιμόνων, γραμμένο από χριστιανό συγγραφέα πριν από το τέλος του 13ου αιώνα. Οι δύο ομιλητές είναι ο Τιμόθεος, ιερέας στην Κωνσταντινούπολη, και ο Θραξ, που έχει επιστρέψει στην πόλη αυτή, αφού πέρασε κάποιο διάστημα με σατανιστές και λάτρεις των δαιμόνων. Μεγάλο μέρος από τις γνώσεις του, λέει ο Θραξ, προέρχονται από κάποιον Μάρκο από τη Μεσοποταμία. Ο Μάρκος μίλησε στον Θράκα για έξι κατηγορίες δαιμόνων, τους οποίους απαρίθμησε με τη σειρά του χώρου διαμονής τους, από τους ουράνιους τόπους έως κάτω, στο κέντρο της γης. Η ανώτερη κατηγορία δαιμόνων κατοικεί το διάπυρον, η δεύτερη το αέριον, η τρίτη το χθόνιον, η τέταρτη το υδραίόν τε και ενάλιον, η Πέμπτη το υποχθόνιον και η έκτη το μισοφαές και δυσαίσθητον.
Οι έξι κατηγορίες δαιμόνων του «Μάρκου» βρίσκουν αντιστοιχίες στον εξορκισμό του «Εφραίμ» και στους μαγικούς παπύρους, κυρίως σε προσευχές και εξορκισμούς με εβραϊκές ή χριστιανικές προεκτάσεις. Αυτό ωστόσο που υποδηλώνει μια κοινή παράδοση είναι η σπάνια λέξη μισοφαές, επίθετο γνωστό από τη φράση μισοφαής κόσμος, την οποία παραθέτει ο Πρόκλος από τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς. Δεδομένου ότι το έργο του Εμπεδοκλή ήταν στη διάθεση εκείνου που συνέθεσε τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς, ο συγγραφέας αναρωτιέται κατά πόσον οι έξι κατηγορίες δαιμόνων δεν θα μπορούσαν να κατάγονται από τις διδασκαλίες του ξεχωριστού προσωκρατικού φιλοσόφου;
Φυλακτήριο αργυρό δαχτυλίδι με εγχάρακτη κυκλική σφενδόνη (Ανατολική Μεσόγειος, 6ος-8ος αι.).
Οι μαγικοί πάπυροι και οι σφραγιδόλιθοι-φυλαχτά της ύστερης αρχαιότητας χρονολογούνται κατά προσέγγιση από το 2ο έως τον 6ο αιώνα, προέρχονται από την ανατολική Μεσόγειο και αντλούν από μια κοινή παρακαταθήκη αιγυπτιακών θεών και εβραϊκών αγγέλων. Και στα δύο κυριαρχεί το ιερό όνομα ΙΑΩ. Αλλά ενώ οι πάπυροι ασχολούνται και με θέματα έρωτα, χρημάτων και πρόγνωσης, οι σφραγιδόλιθοι στοχεύουν αποκλειστικά στη διασφάλιση της υγείας.
Το υλικό κατασκευής των φυλαχτών επιλέγεται με μεγάλη προσοχή. Για τη φυλακτήρια δύναμή του, την προτίμηση συγκέντρωνε ο άργυρος, όπως και ο αιματίτης.
Το φάσμα των φυλακτήριων παραστάσεων, συμβόλων, λέξεων και φράσεων είναι πλούσιο και ποικίλο, αφού περιλαμβάνει, εκτός από τον Ιερό Ιππέα, το Κακό Μάτι, τον Αρχάγγελο με το Μακρύ Σταυρό και τις ιστοριούλες σωτηρίας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, και τα εξής:
-σφραγιδόλιθους ή χαρακτήρες, ανάμεσά τους την πεντάλφα του μαγικού δακτυλιόλιθου του βασιλιά Σολομώντα
-τον Χνούβη, το λιοντάρι που τρέχει και το φίδι που έρπει
-την αποτροπαϊκή αναφώνηση «εις θεός», το Χριστόγραμμα, τον τύπο Χι-Μυ-Γάμμα, τη λέξη Υγίεια, το τρισάγιον και ιδίως τον ψαλμό 90
-μια ποικιλία ιερών ονομάτων, Ιαώ, Σαβαώθ, Εμμανουήλ, τα ονόματα των Αρχαγγέλων
-σποραδικά τον εξορκισμό «φύγε, φύγε, φύγε ω βδελυρέ…» ή το ξόρκι κατά της πτώσης της μήτρας.
Ο φανερός χριστιανισμός διείσδυσε στο ακόμη έντονα προχριστιανικό μαγικό ρεπερτόριο, αρχικά με τη μορφή της αποτροπαϊκής δύναμης του Σταυρού. Σε ομάδα φυλακτηρίων περιβραχιονίων εμφανίζονται έξι επεισόδια της ζωής του Χριστού που προέρχονται από την εικονογραφία των Αγίων Τόπων. Στις ιστορίες της Καινής Διαθήκης με τη μεγαλύτερη «πειστική αναλογία» συγκαταλέγεται το θαύμα της Αιμορροούσης, μια θεραπεία που πλησιάζει την ουσία της ελληνορωμαϊκής μαγείας περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περιλαμβάνεται στη Βίβλο.
Η αυτοκράτειρα Ζωή η Πορφυρογέννητη, από ψηφιδωτή παράσταση δεήσεως στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως (11ος αι.). Ήταν όντως μάγισσα;
Γραμμένος πιθανότατα τον 10ο αιώνα, ο Βίος του οσίου Ανδρέου του δια Χριστόν σαλού περιλαμβάνει ένα εκτενές επεισόδιο μαγείας, το οποίο ο συγγραφέας αφηγείται, αναλύει και ερμηνεύει.
Τούτη «η συναρπαστική ιστορία δαιμονικής εξαπατήσεως» αρχίζει όταν μια ευσεβής γυναίκα, απελπισμένη από την απιστία του συζύγου της, αναζητεί βοήθεια από κάποιον Βιγρίνο. Εκείνος την καλεί να διαλέξει ποια τιμωρία επιθυμεί να βρει τον σύζυγό της: να μείνει ανίκανος, να πεθάνει ή να τον κυριεύσει ένας δαίμονας. Η γυναίκα θέλει μόνο να γυρίσει ο άπιστος σε κείνην. Ο Βιγρίνος της λέει να ετοιμάσει σπίτι της μια κανδήλα, λάδι, ένα φιτίλι, μια ζώνη και φωτιά, και να τον περιμένει. Φθάνει σπίτι της. Μουρμουρίζοντας ακατάληπτα λόγια, γεμίζει την κανδήλα με το λάδι, βάζει μέσα το φιτίλι και, αφού την τοποθετεί μπροστά στις εικόνες του σπιτιού, την ανάβει. Ψιθυρίζοντας στη συνέχεια και πάλι ορισμένες επικλήσεις, δένει τέσσερις κόμπους στη ζώνη και λέει στη γυναίκα να τη φοράει πάντοτε μαζί με τα εσώρουχά της. Από την ημέρα εκείνη, πράγματι ο άντρας της γίνεται υποδειγματικός σύζυγος.
Η γυναίκα όμως αρχίζει να βλέπει ανησυχητικά όνειρα: ένας γέροντας Αιθίοπας αποπειράται να τη βιάσει, ένας μαύρος σκύλος την φιλάει στο στόμα σαν άνθρωπος. Η γυναίκα αναγνωρίζει τον διάβολο. Λίγες μέρες αργότερα ονειρεύεται ότι βρισκόταν στον ιππόδρομο και αγκάλιαζε τα αρχαία αγάλματα προσπαθώντας να συνευρεθεί μαζί τους. Σε άλλο όνειρο είδε ότι καταβρόχθιζε σαύρες, φίδια, βατράχια και άλλα ακάθαρτα ζώα. Αρχίζει τότε να νηστεύει και να προσεύχεται.
Βλέπει πάλι ένα όνειρο. Βρισκόταν μπροστά στις εικόνες της και προσευχόταν, όμως αυτές ήταν τοποθετημένες αντίστροφα, έτσι ώστε, αντί να είναι στραμμένη στην Ανατολή, ήταν στραμμένη προς τη Δύση. Ένας νέος άνδρας παρουσιάσθηκε μπροστά της για να της αποκαλύψει την αιτία των δεινών της. Είδε τότε τις βεβηλωμένες εικόνες από τον Βιτρούβιο να είναι καλυμμένες με ακαθαρσίες και να αναδίνουν μια απίστευτη δυσωδία. Πρόσεξε πως η κανδήλα ήταν γεμάτη με ούρα σκύλου, πως στο στήριγμα του φιτιλιού ήταν χαραγμένο το όνομα του αντίχριστου, και από πάνω ήταν γραμμένες οι λέξεις «Θυσία δαιμόνων».
Θρηνώντας και οικτίροντας τον εαυτό της για την ευπιστία της, καταφεύγει στον νεαρό Επιφάνιο. Εκείνος τη συμβουλεύει τι να κάνει. Έχοντας πάρει ο ίδιος τις βεβηλωμένες εικόνες, δέχεται στον ύπνο του τις επιθέσεις της στρατιάς των ερυθρών δαιμόνων, τους οποίους και αντιμετωπίζει. Ο Επιφάνιος απευθύνεται στον πνευματικό του πατέρα. Ο όσιος Ανδρέας ο σαλός του αποκαλύπτει ότι ο δαίμονας χρησιμοποιεί συχνά τη μαγεία με αγαθούς φαινομενικά στόχους για να καταστήσει τους ανυποψίαστους ανθρώπους ευάλωτους στην επήρεια των δαιμόνων. Του εξηγεί τον συμβολισμό της τελετουργίας που ακολούθησε ο μάγος Βιγρίνος για να παγιδεύσει το θύμα του και πως όλα όσα χρησιμοποίησε αντιπροσώπευαν τα μαγικά αντίστοιχα της χριστιανικής βαπτίσεως, που είχε στόχο να ακυρώσει. Ο όσιος εξήγησε επίσης στο μαθητή του πως ο μάγος κατόρθωσε να μιάνει και να εξουδετερώσει τις άγιες εικόνες.
«Οι Τρεις Μάγοι». Ψηφιδωτό, γύρω στο 560, Ραβέννα, Άγιος Απολλινάριος ο Νέος. Η υποταγή της μαγείας στη νέα θρησκεία;
Μετά από μια φάση «συγκρητικής σύγχυσης», οριοθετείται τελικά η θεωρητική διάκριση ανάμεσα στη μαγεία και την πρωτο-εμφανιζόμενη θρησκεία. Η Εκκλησία των πρώτων χριστιανικών αιώνων επαναπροσδιορίζει τη μαγεία και όλες εν γένει τις πρακτικές της «ειδωλολατρικής» θρησκείας ως δαιμονικές, έργο δηλαδή ασώματων όντων που υπηρετούσαν τον Διάβολο. Από τη θεολογική άποψη, η θρησκεία και η μαγεία δεν αποτελούσαν μόνο διαμετρικές αντιθέσεις (ο Θεός εναντίον του Διαβόλου) αλλά και αλληλοαποκλειόμενες κατηγορίες. Είπε ο Απόστολος Παύλος: «ου θέλω δε υμάς κοινωνούς των δαιμόνων γίνεσθαι». Στην πραγματικότητα όμως η βυζαντινή μαγεία αφομοίωνε κατά μέγα μέρος την ιδεολογία και το τελετουργικό της αληθινής πίστης, ενώ αποτελούσε πάντα, σύμφωνα τουλάχιστον με το επίσημο δόγμα, τη διαστρέβλωσή της. Εδώ έγκειται ο παράδοξος και συχνά σαγηνευτικός χαρακτήρας της.
Ο Χριστός θεραπεύει τους δαιμονιζόμενους των Γεργεσηνών. Τοιχογραφία. Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους. 16ος αι.
Στην Παλαιά Διαθήκη οι ανατολικής προέλευσης δαίμονες δεν συσχετίζονται με τον Διάβολο. Μόλις στην ύστερη ιουδαϊκή περίοδο διαμορφώνονται, κάτω από περσικές και ελληνιστικές επιδράσεις, αντιλήψεις που δέχονται τόσο την ομαδοποίηση και ιεράρχηση των κακών πνευμάτων όσο και τη δυνατότητά τους να επεμβαίνουν στη ζωή των ανθρώπων. Η δαιμονολογία αυτή αφήνει φανερά τα ίχνη της. Στην απαγόρευση της λατρείας των διαφόρων δαιμονικών μορφών, η Παλαιά Διαθήκη περιέλαβε και οποιαδήποτε μαντική πρακτική. Στα ολιγάριθμα χωρία της Καινής Διαθήκης ο Διάβολος θεωρείται ο αρχηγός όλων των πονηρών πνευμάτων.
Τα ανώνυμα κωδικοποιητικά έργα των πρώτων αιώνων και οι κανόνες των συνόδων και του Μ. Βασιλείου ταυτίζουν την επίδοση στις μαγικές τέχνες με την ειδωλολατρία. Για πρώτη φορά συνδέθηκε στο πεδίο του κανονικού δικαίου άμεσα ο Διάβολος με τη μαγεία στον κανόνα 3 του Γρηγορίου Νύσσης. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε μια διάταξη του Μ. Κωνσταντίνου, με την οποία καθιερώθηκε η διάκριση της μαγείας σε «καλή» και σε «κακή», διάκριση που θα ανατρέψει στο τέλος του 9ου αιώνα ο αυτοκράτωρ Λέων ο σοφός. Στον εκκλησιαστικό όμως χώρο απαγορευόταν οποιαδήποτε προσφυγή σε μαγικά μέσα και μεθόδους, ως απολύτως ασυμβίβαστη με τη χριστιανική διδασκαλία.
Η επικοινωνία μάγων και μάντεων με δαίμονες αποτελεί –ήδη από πολύ νωρίς- κοινό τόπο στη βυζαντινή θεολογική φιλολογία. Η πεποίθηση ότι τα πονηρά πνεύματα διαθέτουν τη δύναμη να μεταδώσουν σε όσους ανθρώπους έχουν περιέλθει στην εξουσία τους μυστικές γνώσεις εμφανίζεται συχνά στη λαϊκή σκέψη. Έτσι γεννήθηκε η έννοια της συμφωνίας με τον Διάβολο, που έλαβε τεράστια διάδοση. Εδώ το ρόλο του μεσολαβητή αναλαμβάνει συνήθως ένας μάγος.
Με αφετηρία το μάγο Σίμωνα των Πράξεων των Αποστόλων, προβάλλεται γενικά στα αγιολογικά κείμενα η επίδοση των Εβραίων στη μαγεία. Ο Διάβολος θεωρείται υπεύθυνος για τη νόθευση της ορθής πίστης. Σε εκείνον αποδίδεται η γένεση των μεγάλων αιρέσεων αλλά και η εικονομαχία. Στο μύθο που διαμορφώθηκε σχετικά με την προέλευση της απαγόρευσης και της καταστροφής των εικόνων επανεμφανίζεται το γνωστό τρίπτυχο «Διάβολος-μάγος/Εβραίος». Ακόμη και η προσπάθεια του Ιουλιανού να επαναφέρει την ειδωλολατρία αποδίδεται στην καθοδήγηση του Διαβόλου και ενός Εβραίου.
Ανάμεσα στους γιατρούς και τους μάγους υπήρξε γενικότερα κάποιας μορφής επαγγελματικός ανταγωνισμός, ιδιαίτερα πρόδηλος στο πεδίο της ψυχιατρικής .
Κατά τις αντιλήψεις των Ρωμαίων, και αργότερα των Βυζαντινών, ψυχική νόσος ή διανοητική διαταραχή μπορούσε να προκληθεί με τη χρήση μαγικών μέσων. Σε αυτά συμπεριλαμβάνεται η χορήγηση φαρμάκων «έκστασιν της διανοίας εμποιούντων». Το ίδιο αποτέλεσμα πιστευόταν πως είχε και η εγκατάσταση ενός ή περισσοτέρων δαιμόνων μέσα σε ένα ανθρώπινο σώμα. Αυτοί ήσαν οι «δαιμονιζόμενοι». Ο καθαρισμός των «δαιμονιζομένων» και οι εξορκισμοί δαιμόνων περιγράφονται συχνά σε βίους αγίων. Προκύπτει η αντίληψη ότι η είσοδος του δαίμονος στο ανθρώπινο σώμα μπορούσε να προκληθεί με τη συνδρομή μάγων.
Στα διάφορα πατριαρχικά έγγραφα των τελευταίων βυζαντινών αιώνων επικρατεί έντονη τάση για εκλαΐκευση του φαινομένου «Διάβολος». Στο πλαίσιο αυτής της τάσης συνδέεται κατά αμεσότερο τρόπο, παρά μέχρι τότε, ο Διάβολος με τη μαγεία.
«Ιησούς Χριστός Νικά» και η αποτροπαϊκή δύναμη του Σταυρού.
Τα λεγόμενα μαγικά κείμενα ή γητείες ή εξορκισμοί απαντούν σε αρχαιοελληνικές επιγραφές, σε παπύρους και σε πολλά χειρόγραφα της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής περιόδου, και ιδιαίτερα στους ιατροσοφικούς κώδικες και σε μερικά ευχολόγια. Η συνύπαρξη αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι πολλοί συμπιλητές ιατρικών συνταγών και συντάκτες ιατρικών συλλογών θεωρούσαν απαραίτητη την αντιγραφή τους σαν ένα επιπλέον βοήθημα για την ελάφρυνση του πόνου των αδύναμων ανθρώπων και της αγωνίας τους απέναντι στο άγνωστο και το ανεξέλεγκτο.
Κείμενα ρευστά, αλληλοσυμπληρούμενα, ασύντακτα και ακατανόητα, τόσο από αυτούς που τα αποστηθίζουν όσο και από αυτούς που τα αντιγράφουν, δεν έχουν ακόμη μελετηθεί συστηματικά.
Ο συγγραφέας δημοσιεύει για πρώτη φορά δείγματα μερικών τέτοιων κειμένων σταχυολογώντας τα από δύο χειρόγραφα, το ένα των αρχών του 19ου αιώνα από την Πελοπόννησο (Δημητσάνα) και το άλλο των μέσων του 16ου αιώνα από την κεντρική Ελλάδα (Λαμία). Επίσης, από χειρόγραφο νομοκάνονα του τέλους του 16ου αιώνα, που προέρχεται από τη Μονή Προυσού Ευρυτανίας, παρατίθενται οι κανόνες της Εκκλησίας που καταδικάζουν όσους ασχολούνται με ξόρκια και άλλα μαγικά, λαϊκούς ή ιερωμένους.
Για να κάνεις μια γυναίκα να σε αγαπήσει, Για να κάνεις μια γυναίκα να μην αγαπήσει άλλον άντρα, Για να μην κάνει παιδί η γυναίκα, Για να ζήσει το παιδί μιας γυναίκας, Για να χωρίσει το αντρόγυνο, Για να χωρίσουν δυο αγαπημένοι φίλοι, Για να δέσεις έναν εχθρό σου, Για να νικήσεις τον εχθρό σου στο δικαστήριο, Για άνθρωπο που έχει ίκτερο, Για άνθρωπο που δεν μπορεί να κοιμηθεί, είναι κάποιες από τις περιπτώσεις για τις οποίες ο άνθρωπος προστρέχει σε κάτι το παράδοξο και έξω από την κοινή λογική.
Εργασίες συντήρησης στα εργαστήρια του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου.
Η εργασία στο μουσείο γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη· το ίδιο συμβαίνει και με την αντίληψη της μουσειακής θεωρίας και πρακτικής.
Η ιδέα του μουσειακού επαγγέλματος καθορίζει τα περισσότερα προγράμματα μεταπτυχιακής εκπαίδευσης που προσφέρονται σήμερα στη Βρετανία. Μέσα στο ίδιο πνεύμα η Ένωση Μουσείων Αγγλίας (Museums Association) διεύρυνε τις κατηγορίες των μελών της, ώστε να συμπεριλάβει όλους τους ανθρώπους που εργάζονται σε μουσεία. Η απόφαση αυτή σήμανε ότι η ιδέα του πανίσχυρου επιμελητή ως κεντρικού συντελεστή του μουσειακού έργου είχε αντικατασταθεί από μια πιο ισορροπημένη θεώρηση του επαγγελματία του μουσείου.
Ως αποτέλεσμα της διεύρυνσης των ρόλων και των αυξημένων ευκαιριών μέσα στα μουσεία, ο όρος «μουσειακό επάγγελμα» χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για να δηλώσει ένα ευρύ φάσμα ασχολιών, που όλες μαζί είναι αφιερωμένες στη δημιουργία μουσείων υψηλοτάτου επιπέδου. Ειδικοί επιστήμονες και σχεδιαστές εκθέσεων , επιμελητές συλλογών και ειδικοί υπολογιστών, συγγραφείς και υπεύθυνοι μάρκετινγκ, υπεύθυνοι ασφάλειας και εκπαιδευτικοί, καταγραφείς και συντηρητές, υπεύθυνοι αποθηκών και εμπορικοί διευθυντές, υπεύθυνοι ανάπτυξης και προσωπικό υποδοχής, αναλυτές συστημάτων και συζητητές με το κοινό, είναι κάποιες από τις θέσεις εργασίας που μπορούμε σήμερα, χωρίς δισταγμό, να θεωρήσουμε ότι ανήκουν στο μουσειακό επάγγελμα.
O B. Barber υποστήριξε ότι υπάρχουν τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά του επαγγέλματος. Το πρώτο είναι ο υψηλός βαθμός γενικής και συστηματικής γνώσης. Το δεύτερο είναι ο προσανατολισμός προς το συμφέρον της κοινότητας, και όχι προς το ατομικό συμφέρον. Το τρίτο είναι η πρόβλεψη ενός συστήματος ανταμοιβών και συμβόλων επιτυχημένου έργου μέσα στο επάγγελμα. Τέλος, ένα επάγγελμα ασκεί έναν υψηλό βαθμό αυτοελέγχου της συμπεριφοράς μέσα από εσωτερικευμένους ηθικούς κώδικες. Η συγγραφέας ελέγχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά με μέτρο τα μουσειακά επαγγέλματα.
Οικισμός Χάρμαινα, Άμφισσα, Φωκίδα.
Αντικείμενο του άρθρου είναι ο προσδιορισμός του περιεχομένου των πολιτιστικών διαδρομών στο πλαίσιο του πολιτιστικού τουρισμού και η κατάδειξη κάποιων γενικών εννοιών και αρχών όσον αφορά το σχεδιασμό τους. Έτσι, στο πρώτο μέρος προσδιορίζεται η θεωρία, το εννοιολογικό πλαίσιο και τα μεθοδολογικά εργαλεία σχεδιασμού πολιτιστικών διαδρομών, ενώ στο δεύτερο μέρος επιχειρείται η εφαρμογή τους, με στόχο τη δημιουργία ενός πλέγματος διαδρομών στη Στερεά Ελλάδα.
Οι πολιτιστικές διαδρομές αποτελούν εφαρμοσμένη πρακτική ερμηνείας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η ερμηνεία είναι, πάνω απ’ όλα, επικοινωνία, και έχει στόχο την εκπαίδευση, την ευαισθητοποίηση και την αναψυχή.
Στον πυρήνα κάθε πράξης επικοινωνίας υπάρχει το «κείμενο». Σημεία σ’ένα νοητό «κείμενο» μιας πολιτιστικής διαδρομής είναι τα μνημεία-τόποι επίσκεψης, αλλά και τα μηνύματα-πληροφορίες που δίνονται με κάθε τρόπο στον επισκέπτη. Βασικά θέματα προς διερεύνηση είναι η θεματική, η ποιητική και η ρητορική του «κειμένου» της διαδρομής.
Η ερμηνεία της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσα από μια οργανωμένη πολιτιστική διαδρομή θα πρέπει να καθοδηγείται από τρεις παράγοντες: τη γνώση της αγοράς στόχου, τον τουριστικό σχεδιασμό και τη συστηματική αξιολόγησή της.
Οι πολιτιστικές διαδρομές αποτελούν ένα εργαλείο «ήπιας και σκληρής διαχείρισης», «προπαγάνδας» και προώθησης της τουριστικής βιομηχανίας. Η έννοια της «ήρεμης διαχείρισης» αναφέρεται στην ερμηνευτική λειτουργία τους για την ψυχαγωγία ή την εκπαίδευση του επισκέπτη και την επιλεκτική καθοδήγηση των ιδεών και των συμπεριφορών του σε θέματα πολιτισμού και προστασίας. Η έννοια της «σκληρής διαχείρισης» καταδεικνύει τη χρήση τους ως διαχειριστικού εργαλείου στον τουριστικό σχεδιασμό και τον έλεγχο της κίνησης των επισκεπτών σε περιοχές υψηλού κινδύνου, όπως περιβαλλοντικά πάρκα, μνημεία κ.ά.
Δείγμα 2: Χρώση με sudan black.
Οι προετοιμασίες αποτελούσαν και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των ζωγραφικών έργων τέχνης: ανάλογα με τη σωστή ή μη κατασκευή τους κρίνεται η ομαλή διατήρηση ενός ζωγραφικού έργου στο χρόνο. Οι προετοιμασίες άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως από το έτος 1100. Οι Φλαμανδοί ζωγράφοι θα παρεμβάλουν το ύφασμα ανάμεσα στο ξύλινο υποστήριγμα και την προετοιμασία. Όταν τον 15ο αιώνα εμφανίστηκε ο μουσαμάς, ελαφρύ και εύκαμπτο υποστήριγμα, οι προηγούμενες προετοιμασίες (γύψος και κιμωλία σε συνδυασμό με ζωική κόλλα) αποδείχθηκαν ακατάλληλες. Τον 18ο αιώνα στον χώρο της Τέχνης εισβάλλουν οι βιομηχανικές προετοιμασίες , απαλλάσσοντας τους καλλιτέχνες από τη χρονοβόρα διαδικασία αλλά και περιορίζοντας τα χρησιμοποιούμενα υλικά.
Σκοπός του άρθρου είναι η συγκέντρωση ιστορικών και τεχνικών στοιχείων και η ταξινόμηση των προετοιμασιών, με βάση τις ιδιότητες, τα υλικά και τις τεχνικές κατασκευής τους. Στο πλαίσιο αυτής της ταξινόμησης πραγματοποιήθηκε ποιοτική ανάλυση δειγμάτων από ζωγραφικά έργα, προκειμένου να διαπιστωθούν και να επαληθευτούν χρήσεις υλικών που αποτελούν μια βιομηχανική προετοιμασία (συνδετικό, αδρανή υλικά). Στο πειραματικό μέρος μελετήθηκαν οι μηχανισμοί φθοράς των προετοιμασιών, οι οποίοι επηρεάζουν το σύνολο του ζωγραφικού έργου προκαλώντας σημαντικά προβλήματα στο υλικό, όπως ρωγματώσεις, αποκολλήσεις, αποσπάσεις, χρωματικές αλλοιώσεις κ.ά.
Οι προετοιμασίες περιλαμβάνουν: α) αστάρωμα ή incollatura, β) υπόστρωμα ή προετοιμασία και γ) imprimitura. Σύμφωνα με τις ιδιότητές τους κατατάσσονται σε: α) απορροφητικές, β) ημιαπορροφητικές, γ) λιπαρές και δ) ανεξάρτητες προετοιμασίες. Στο πειραματικό μέρος, για την κατανόηση των μηχανισμών φθοράς, κατασκευάστηκαν δοκίμια τα οποία υποβλήθηκαν στις ακόλουθες διαδικασίες: α) έκθεση σε αυξημένη θερμοκρασία, β) έκθεση σε υψηλή υγρασία και γ) έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία.
Προετοιμασία έκθεσης στο Saint Mary's College Museum of Art, Καλιφόρνια.
Οι εργαζόμενοι στα μουσεία δεν στηρίζονται σε σαφή οριοθέτηση των κανόνων του επαγγέλματός τους και σε κοινή επαγγελματική ταυτότητα. Η θεωρητική και πρακτική αποκωδικοποίηση του όρου «museum professional» παρουσιάζει δυσκολίες. Η εμφάνιση της ειδικότητας του μουσειολόγου έχει ως στόχο να οριοθετήσει και να υπογραμμίσει το κοινό έδαφος της μουσειακής δραστηριότητας, χωρίς να παρεμποδίσει, ή να αντικαταστήσει, την ανάπτυξη των επιμέρους ειδικών γνώσεων και υπηρεσιών. Τα αποτελέσματα είναι εμφανή εκεί όπου η μουσειολογική εκπαίδευση έχει μακρόχρονη παράδοση, όπως, π.χ., στις αγγλοσαξονικές χώρες.
Τα άρθρα αυτού του αφιερώματος φωτίζουν τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την εργασία στο μουσείο, διερευνούν τις παραμέτρους που τις καθορίζουν και συζητούν τις δυνατότητες που υπάρχουν για την καθιέρωση ενιαίας επαγγελματικής συνείδησης.
«Η Ρωμαϊκή λεγεώνα αναπαύεται». Δραματοποίηση με πρόχειρα κοστούμια, όπου συμμετέχουν μαθητές, εκπαιδευτικοί και επαγγελματίες ηθοποιοί. Μουσείο Newcastle Discovery στο Newcastle της Αγγλίας.
Όπως συμβαίνει και με το επάγγελμα του μουσειολόγου, το έργο που ο μουσειοπαιδαγωγός καλείται να φέρει εις πέρας δεν είναι καθορισμένο. Από τον μουσειοπαιδαγωγό που εκτελεί ένα πρόγραμμα, απαιτούνται οι αρετές ενός εκπαιδευτικού. Εάν όμως φτιάχνει ο ίδιος τα προγράμματα που θα υλοποιήσει, τότε καλείται να ανταποκριθεί σε πολλούς ρόλους: του συντάκτη τμήματος έστω του σχολικού αναλυτικού προγράμματος, του συγγραφέα βιβλίου, του εκπαιδευτικού και, αν χρειαστεί, του επιμορφωτή εκπαιδευτικών. Δεν θα αργήσει ίσως να του παραχωρηθεί και στην Ελλάδα ο ρόλος του συμμετέχοντος στο στήσιμο εκθέσεων.
Ένα τέτοιο πρόσωπο δεν οφείλει μόνο να έχει καλή γνώση του υλικού που καλείται να ερμηνεύσει ώστε να αναδείξει τη δύναμη και τις δυνατότητες των μουσειακών αντικειμένων αλλά οφείλει και να μπορεί να μεταδώσει αυτή τη γνώση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Είναι προφανές ότι, σε σύγκριση με τον εκπαιδευτικό του σχολείου, ο οποίος επιβαρύνεται με τις γνωστές αδυναμίες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, ο μουσειοπαιδαγωγός έχει προκλητικές ελευθερίες που προτρέπουν σε δημιουργικό έργο.
Ο μουσειοπαιδαγωγός δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά αλλά μπορεί να αναπτύξει δράση και με άλλες ομάδες επισκεπτών του μουσείου, στο πλαίσιο της δια βίου εκπαίδευσης και της γενικότερης εκπαιδευτικής πολιτικής του. Προς το παρόν, τα εκπαιδευτικά προγράμματα προσφέρονται σε ένα «κενό εκπαιδευτικής πολιτικής», πράγμα που καλλιεργεί το φόβο ότι μια μέρα θα μπορούσαν να εκλείψουν. Πρόσφατα δημιουργήθηκαν μουσειοπαιδαγωγικά τμήματα πανεπιστημιακού επιπέδου. Ας ελπίσουμε ότι οι απόφοιτοί τους θα βρουν να τους περιμένει ο επαγγελματικός ρόλος για τον οποίο ετοιμάστηκαν.
Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας – Κέντρο Περιβαλλοντολογικής Έρευνας και Εκπαίδευσης ΓΑΙΑ: Πρόσοψη, σχέδιο.
Οι νέες κοινωνικές συνθήκες ενέταξαν τα μουσεία σε μια νέα, διεθνή πλέον, αγορά με οξείς ανταγωνισμούς, δημιούργησαν διαφορετικά μουσεία με νέες θεματικές, και διαμόρφωσαν νέα, ποσοτικά και ποιοτικά, πελατεία. Η σύγχρονη μουσειολογία αναγνωρίζει στην πελατεία της πολλά είδη κοινού: ο «μέσος επισκέπτης» δεν υπάρχει. Το σύγχρονο μουσείο υπάρχει για το κοινό του. Οι νέες αρχές και μέθοδοι επικοινωνίας με το κοινό είναι η κύρια αλλαγή που πραγματοποιήθηκε στη φιλοσοφία των μουσείων. Η παιδευτική παρουσίαση αντικατέστησε την ψυχρή, εκθετική παράταξη των έργων. Την εκπαιδευτική διαδικασία σύντομα και σε σημαντικό βαθμό υποκατέστησε η ερμηνευτική. Από τη μονόδρομη επικοινωνία στο διάλογο, η αλλαγή για τα μουσεία είναι μεγάλη.
Στις νέες μεθόδους επικοινωνίας με το κοινό αντιστοιχούν νέα προγράμματα και μέσα.
Νέοι καιροί, νέες αγορές, πελάτες, ανάγκες. Νέα μουσεία με νέες αρχές, μεθόδους, μέσα, προγράμματα, χώρους και υπηρεσίες. Στις συνθήκες αυτές οι στόχοι, οι επιδιώξεις αλλάζουν. Οι επιδιώξεις αυτές συνεπάγονται και τη ριζική σχεδόν ανασυγκρότηση του μηχανισμού, των υπηρεσιών του μουσείου.
Και οι μουσειολόγοι μέσα σε όλη αυτή την κοσμογονία; Ποιος είναι ο ρόλος τους; Να ενταχθούν στους νέους καιρούς και να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες. Το πέτυχαν όσοι κατανόησαν την ανάγκη πολυεπιστημονικής παίδευσης και πράξης, της ισότιμης συνεργασίας με τους άλλους ειδικούς·όσοι ενστερνίστηκαν τον νέο πολυδιάστατο ρόλο των σύγχρονων μουσείων και τον υπηρέτησαν έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η μοναδικότητα ρόλων (ο μουσειολόγος), η μοναδικότητα χώρων (το μουσείο), η μοναδικότητα δράσεων (η έκθεση) έχει από τα πράγματα ξεπεραστεί.
Όσοι Έλληνες έχουν ταξιδέψει και στοχαστεί σε όσα βίωσαν, θα θεωρήσουν αυτές τις γραμμές κοινούς τόπους· όσοι έχουν περιορισθεί (και συμβιβασθεί) στα «καθ’ημάς», θα τις χαρακτηρίσουν ουτοπία.
Το Κεντρικό Κτήριο του Μουσείου Μπενάκη.
Μπορεί το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM) να μην αμφισβητεί την ύπαρξη του μουσειακού επαγγέλματος, όμως το Βρετανικό Γραφείο Απογραφών και Ερευνών Πληθυσμού περιλαμβάνει στους επαγγελματίες μόνο τους επιμελητές συλλογών, μαζί με τους βιβλιοθηκάριους και τους αρχειοφύλακες, χωρίς να αναφέρει καμία άλλη εργασιακή θέση μουσείου. Ωστόσο, ο όρος «επάγγελμα» είναι βολικός για την περιγραφή της «ετερογενούς ομάδας» που αποτελεί το προσωπικό των μουσείων.
Το άρθρο θίγει καίρια ζητήματα και προσπαθεί να τα τοποθετήσει μέσα στις σημερινές πολύπλοκες και διαμφισβητούμενες έννοιες του επαγγέλματος και του επαγγελματισμού.
Στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης: η εργασία σε μουσείο είναι επάγγελμα, ή ακόμη και μια σειρά επαγγελμάτων; Παρόλο που το πρότυπο του «παραδοσιακού» επαγγέλματος δεν ταιριάζει, άνθρωποι επιρροής και ιδρύματα από τον κόσμο των μουσείων θεωρούν σαφώς ότι εντάσσονται σε ένα μουσειακό επάγγελμα. Αν είναι αναγκαίο να αλλάξει το πρότυπο ή ακόμη και να θεωρηθεί ανεδαφικό, τότε είναι ένα «ανοιχτό» επάγγελμα με πολλά και διαφορετικά είδη εργασίας, και διοικείται από διοικητικό συμβούλιο του οποίου τα μέλη δεν ανήκουν στο μουσειακό επάγγελμα.
Ωθούμενος από εξωτερικές δυνάμεις, ο κόσμος του μουσείου προχωρεί σε μια κατανόηση, αν όχι σε μια ανεπιφύλακτη αποδοχή, του μάνατζμεντ ως κυρίαρχης μεθόδου. Αν και ο επαγγελματισμός παραμένει μια ισχυρή δύναμη στον προσδιορισμό της εμπειρίας και των ικανοτήτων που αναμένονται από το προσωπικό, αν και η γνώση και οι ικανότητες που σχετίζονται με το αντικείμενο του μουσείου αξιολογούνται υψηλότερα από ένα γενικό μουσειολογικό υπόβαθρο εκπαίδευσης, ενώ και τα δυο μαζί τοποθετούνται υψηλότερα από τη διοικητική επιδεξιότητα, οι απαιτήσεις του κόσμου του μουσείου υπονομεύουν μονίμως αυτές τις σταθερές, καθώς τα μουσεία όλο και περισσότερο βασίζονται στην καλή διοίκηση.
Κ. Μαλέας, «Λύρα», λάδι σε μουσαμά. Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών ΑΠΘ.
1. Κατά την Παλαιολιθική περίοδο το δάσος είναι για τον άνθρωπο τόπος εξεύρεσης τροφής, ένδυσης και κατοικίας. Ο προϊστορικός άνθρωπος αισθάνεται μέρος της φύσης, ενώ η ίδια η φύση είναι ο Θεός. Στις μαγικές παραστάσεις των βραχογραφιών των σπηλαίων (Λασκώ, Αλταμίρα), ο άνθρωπος συναισθάνεται ότι σκοτώνει όντα που είναι της ίδιας ιερής φύσης που χαρακτηρίζει και τον ίδιο και επιδιώκει να καθαγιάσει την ενέργειά του αυτή.
2. Με τη μετάβαση από το τροφοσυλλεκτικό-κυνηγετικό στάδιο στη Νεολιθική εποχή, ο χώρος διαιρείται σε καλλιεργημένη γη και σε άγρια φύση. Στη θρησκευτική συνείδηση του ανθρώπου αρχίζει να κυριαρχεί η μητέρα-θεά της γονιμότητας που συνδέεται με την αγροτική παραγωγή. Ο άνθρωπος αρχίζει να ξεχωρίζει τον εαυτό του από τη φύση.
3. Στον αρχαίο κόσμο μύθος και ανθρωπομορφισμός του θείου είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά μιας νέας θρησκευτικής συνείδησης. Έτσι, τη λατρεία του δέντρου υποκαθιστά η λατρεία των Αμαδρυάδων και των Νυμφών. Ο Διόνυσος, ο Παν, ο Ορφέας είναι από τους γνωστότερους θεούς των δασών αλλά η Άρτεμις είναι η κατεξοχήν θεότητα που προστατεύει τα δάση. Πλήθος μύθων, συμβολισμών και προλήψεων συνδέονται με δέντρα και φυτά: μεταμορφώσεις, ιερά φυτά θεών, φυτά που συνδέονται με τη μαντική, μαγικά βοτάνια, φυτά με θεραπευτικές ιδιότητες κ.ά.
Με την εμφάνιση της φιλοσοφίας η φύση θα γίνει αντικείμενο ορθολογικής προσέγγισης.
4. Η ταυτότητα του μεσαιωνικού κόσμου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τη χριστιανική θρησκεία. Η διάκριση ανάμεσα στον πολιτισμό και τη φύση εντείνεται. Η φύση έχει δημιουργηθεί για να εξημερωθεί από τον άνθρωπο. Στη βυζαντινή ζωγραφική το δέντρο συμβολίζει συνήθως τον Χριστό και τον Παράδεισο.
Τα παγανιστικά χαρακτηριστικά της λαϊκής πίστης διατηρήθηκαν. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας οι χριστιανοί αναρτούν από τα κλαδιά κάποιου δέντρου, που θεωρείται θεραπευτικό και ευεργετικό, τάματα αφιερωμένα σε Αγίους.
5. Κατά τη νέα εποχή η φύση γίνεται αντικείμενο επιστημονικής έρευνας, ένα μηχανικό σύστημα που διέπεται από νόμους. Μετ’ επιτάσεως διατυπώνεται η δυνατότητα της επιστήμης να εξημερώσει και να κυριαρχήσει πάνω στην άγρια φύση. Ο Καρτέσιος, ο Διαφωτισμός, ο Άνταμ Σμιθ συμβάλλουν στην προβολή της αξίας της ελεύθερης δράσης του ατόμου για τον πλουτισμό του. Η φτώχεια εκλαμβάνεται ως χαρακτηριστικό των απολίτιστων. Η άγρια φύση είναι το περιβάλλον όσων ζουν απολίτιστα. Στο είδος του homo economicus που γεννήθηκε τότε, ανήκουμε όσοι ζούμε σήμερα στον ανεπτυγμένο κόσμο.
Η εξέλιξη της τεχνολογίας επιτάχυνε τους ρυθμούς εκμετάλλευσης της φύσης και απέδωσε στο δάσος αξία πλουτοπαραγωγικής πηγής. Καθώς οι παραδοσιακές κοινωνίες υποχωρούν μπρος στην εξάπλωση του αστικού πολιτισμού, οι συλλογικές παραστάσεις υποκαθίστανται από την προσωπική μυθολογία.
Ωστόσο παράλληλα με τον πολιτισμό των αστικών κέντρων συνυπάρχει σχεδόν ώς τις μέρες μας ο παραδοσιακός πολιτισμός του αγροτικού κόσμου. Η προϊστορική αντίληψη για την ιερότητα της φύσης και του δέντρου αποτυπώνεται σε πλήθος λατρευτικά έθιμα. Τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια μαρτυρούν μια μεταφυσική αντίληψη της φύσης. Η ελληνική λαϊκή τέχνη είναι πλούσια σε φυτικά μοτίβα, σχηματοποιημένα ζώα και πουλιά. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παράδοση για τις φαρμακευτικές ιδιότητες των φυτών. Αξίζει επίσης να μνημονευτεί η σχέση του ανθρώπου με τη φωτιά, όπως αυτή διαγράφεται μέσα από παραδοσιακά έθιμα.
Τα σκαλοπάτια του λαϊκού μάστορα Νικήτα Βαζανέλη στο Μεγάλο Κάστρο της Χώρας Καλύμνου.
Το Μεγάλο Κάστρο της Χώρας Καλύμνου ή Παλαιοχώρα είναι το ένα από τα τέσσερα μεσαιωνικά οχυρά που δεσπόζουν ως σήμερα στην Κάλυμνο και στη γειτονική νησίδα Τέλενδο.
Το σωζόμενο σήμερα Κάστρο προέρχεται από την περίοδο της Ιπποτοκρατίας (1309-1523). Η ανάβαση σ’ αυτό γίνεται από 230 χτιστά σκαλοπάτια που κατασκεύασε το 1984 ο λαϊκός μάστορας Νικήτας Βαζανέλης. Το τείχος που περιβάλλει το Κάστρο έχει ανάπτυγμα περίπου 1.000 μ. και περικλείει έκταση περίπου 27,2 στρεμμάτων. Ορθογώνιοι πύργοι υψώνονται κατά διαστήματα εξέχοντας από το περίγραμμα του τείχους. Σε όλο σχεδόν το μήκος του κάτω από τις επάλξεις υπάρχουν πολεμίστρες. Τα δωμάτια των σπιτιών του οικισμού, ως επί το πλείστον επίπεδα, χρησίμευαν για τη συλλογή του βρόχινου νερού σε ιδιωτικές υδατοδεξαμενές. Εκτός από τα σπίτια σώζονται πέντε χτιστοί σιροί, δυο μεγάλες υδατοδεξαμενές και μεγάλη λίθινη γούρνα, προφανώς ελαιοτριβείο.
Μέσα στον οικισμό, που εγκαταλείφθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, σώζονται και δέκα μικρές εκκλησίες. Σε ορισμένες από αυτές εντοπίζονται προχριστιανικά και παλαιοχριστιανικά αρχιτεκτονικά μέλη. Πλήν μιας δίκλιτης, είναι όλες μονόχωρες και καμαροσκέπαστες. Δύο, Η Κοίμηση της Θεοτόκου και ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, ανεγέρθηκαν και εικονογραφήθηκαν για πρώτη φορά στους βυζαντινούς χρόνους (14ος αιώνας), ενώ τα υπόλοιπα οκτώ ναΐδρια χρονολογούνται στη Μεταβυζαντινή περίοδο (αρχές 16ου αιώνα).
Το 1991 άρχισαν στο Μεγάλο Κάστρο της Χώρας Καλύμνου εργασίες συντήρησης και μερικής επισκευής. Το 1998, στο πλαίσιο του προγράμματος «Κάστρων Περίπλους», το ΤΑΠΑ ανέθεσε και τη μελέτη για την ανάδειξη του Μεγάλου Κάστρου. Στην προμελέτη που εκπονήθηκε τονίζεται ο διδακτικός χαρακτήρας του Κάστρου και επισημαίνεται το αρχαιολογικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον των δέκα εν λειτουργία μικρών του εκκλησιών. Αναφέρεται η εύκολη πρόσβαση από την Κω, το γεγονός ότι το Κάστρο προσφέρεται για τη διοργάνωση καλλιτεχνικών ή εορταστικών εκδηλώσεων, για αρχαιολογικό περίπατο αλλά και για περίπατο αναψυχής. Αν οι προτάσεις υλοποιηθούν, θα αποδώσουν στο νησί το πρώτο αξιοποιημένο και ενταγμένο στη σύγχρονη ζωή μνημειακό σύνολο της Καλύμνου.
Πήλινο ειδώλιο υποκριτή από την Όλυνθο. Αρχαιολογικό Μουσείο Πολυγύρου, αρ. ευρ. iv.38.364.
Το «Πρόγραμμα Ηλεκτρονικής Τεκμηρίωσης του Αρχαίου Θεάτρου», που πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, έχει ως στόχο να συγκεντρώσει σε μια βάση δεδομένων κάθε δυνατή πληροφορία για το αρχαίο δράμα μέσα στα ευρύτερα γεωγραφικά όρια του ελληνόφωνου κόσμου. Το Πρόγραμμα εκπονείται στη Θεσσαλονίκη υπό την επιστημονική εποπτεία του καθηγητή Γ. Μ. Σηφάκη. Προς το παρόν έχει ολοκληρωθεί η πρώτη φάση του προγράμματος που αφορά τις αρχαίες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.
Το πληροφοριακό σύστημα «ΚΛΕΙΩ», που αναπτύχθηκε από το Ινστιτούτο Πληροφορικής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, παρέχει στον χρήστη τη δυνατότητα να αντλήσει πληροφορίες που εμφανίζονται είτε σε γραφική μορφή ύστερα από δενδρικές αναζητήσεις, είτε σε μορφή καταλόγων, οι οποίοι παράγονται είτε από γραμμικές ερωτήσεις ή από πολυκριτηριακές αναζητήσεις. Επιπλέον, το σύστημα δίνει τη δυνατότητα στον χρήστη να μετακινείται από ένα λήμμα σε άλλα με τεχνική υπερκειμένου. Τέλος, σε κάθε λήμμα μπορεί να συνδεθεί απεριόριστος αριθμός πολυμέσων.
Στον ευρύτερο χώρο της αρχαίας Μακεδονίας/Θράκης εντοπίστηκαν και καταχωρίστηκαν στο σύστημα 20 Θεατρικά Οικοδομήματα, 233 Κινητά Δραματικά Μνημεία, καθώς και οι τύποι των Θεατρικών Προσωπείων που φέρουν οι παριστανόμενες μορφές.
Έχουν επίσης ήδη καταχωριστεί 93 Τεχνίτες του Διονύσου, που είτε κατάγονται από τη Μακεδονία και τη Θράκη είτε συμμετέχουν σε παραστάσεις σε μακεδονικές και θρακικές πόλεις, και έχουν καταγραφεί όλες οι Θεσμοθετημένες Εορτές αλλά και οι κάθε είδους Περιστασιακές Εορτές. Γενικά στη βάση καταχωρίζονται όλα τα Θεάματα-Ακροάματα που οργανώνονται στη Μακεδονία/Θράκη, δηλαδή σκηνικοί και θυμελικοί αγώνες, επιδείξεις, διδασκαλίαι ή παραστάσεις (σύνολο: 32).
Ο Περίανδρος ο Κορίνθιος. Μαρμάρινη προτομή, ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνικού πρωτοτύπου του 4ου αιώνα.
Στη διάρκεια του δωδεκαετούς Μιλησιακού πολέμου, κάθε χρόνο οι Λυδοί επέδραμαν στη Μίλητο στις αρχές του θέρους και έκαιγαν τα σπαρτά, για να προκαλέσουν «σπανοσιτεία». Οι Μιλήσιοι όμως δεν υπέκυψαν, γεγονός που δηλώνει ότι κάπως εξασφάλιζαν την επάρκειά τους σε σιτηρά.
Το 612-11 π.Χ. ο Αλυάττης επιδιώκει ειρήνευση με τους Μιλησίους. Για το σκοπό αυτό προκαλεί την παρέμβαση των Δελφών. Οι Δελφοί απαιτούν να ανοικοδομήσουν οι Λυδοί το ναό της Ασσησαίας Αθηνάς και υπαγορεύουν τους όρους της ειρήνευσης. Τη διαδικασία της ειρήνευσης υποβοηθεί ο Περίανδρος της Κορίνθου. Η σύναψη συνθήκης ειρήνης διασφαλίζει τα συμφέροντα της Μιλήτου.
Χωρίς να βρίσκει δυσερμήνευτη την ανάμειξη της Κορίνθου στον Μιλησιακό πόλεμο, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η εμπλοκή της υπήρξε απόρροια των σχέσεων αμοιβαίων συμφερόντων που η Κόρινθος είχε αναπτύξει με τη Μίλητο στη διάρκεια του πολέμου.
Η Μίλητος κατέχει πρωτεύουσα θέση στο εμπόριο με την Αίγυπτο ήδη από τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. Εισάγει σιτηρά και εξάγει τα περίφημα μάλλινα πολυτελή υφάσματα και ενδύματα. Όταν κατά τη διάρκεια του πολέμου η κτηνοτροφία της πλήττεται από τις εισβολές των Λυδών, η Μίλητος αναζητεί την πρώτη ύλη της βιοτεχνικής εριουργίας της στην Κόρινθο. Αντάλλαγμα: η αμεσότερη εμπορική πρόσβαση της Κορίνθου στην Αίγυπτο. Ως την άνοδο του Περιάνδρου στην εξουσία (627 π.Χ.), οι εμπορικές επαφές της Κορίνθου με την Αίγυπτο διενεργούνται μέσω της Αίγινας. Με την άνοδο του Περιάνδρου όμως οι σχέσεις Κορίνθου-Αίγινας οξύνονται. Η ακεραιότητα της Μιλήτου διασφαλίζει τα εμπορικά συμφέροντα της Κορίνθου στην Αίγυπτο.
Ο Κώδικας Επαγγελματικής Δεοντολογίας και η έκδοση Ο Συντηρητής. Ορισμός του επαγγέλματος αποτελούν δύο βασικά βοηθήματα για τους εργαζόμενους στα μουσεία.
Ποια είναι η ταυτότητα του «museum professional»; Πώς ορίζει το ICOM (Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων) αυτή την ταυτότητα; Μια πολλαπλή ταυτότητα διαφαίνεται απροκάλυπτη στις 26 Διεθνείς Επιτροπές του ICOM, που καθρεφτίζουν τις ποικίλες ειδικότητες των εργαζομένων στα μουσεία, καθώς και τους επιμέρους τομείς οργάνωσης και λειτουργίας τους, και στις 12 συνεργαζόμενες θυγατρικές οργανώσεις.
Το σύγχρονο μουσείο φέρνει μαζί του στο προσκήνιο τον επαγγελματία, τον «μουσειολόγο». Αν η ταυτότητά του είναι πολλαπλή, τότε ο ρόλος του είναι κυρίως συνθετικός. Ένα πρώτο κύκλο βασικών σπουδών, ακολουθεί ένας δεύτερος κύκλος εξειδίκευσης, ενώ καλείται πλέον να καλυφθεί και η ανάγκη διαρκούς επιμόρφωσης.
Μερική άποψη της καρστικής περιοχής στην οποία διακρίνονται οι είσοδοι των 15 σπηλαίων.
Στα Λουτρά Λουτρακίου του νομού Πέλλας εντοπίστηκαν συγκεντρωμένα σε σύμπλεγμα κατακόρυφων βράχων δεκαπέντε σπήλαια. Τα σπουδαία παλαιοντολογικά και αρχαιολογικά ευρήματα που επισημάνθηκαν στεγάζονται τώρα σε μικρό Μουσείο που ιδρύθηκε το 1991 και αποτελεί τον μοναδικό ερευνητικό παράγοντα για την περιοχή Αλμωπίας. Η επωνυμία του Μουσείου, «Φυσιογραφικό-Λαογραφικό Μουσείο Λουτρών Αλμωπίας Νομού Πέλλας», καθιστά φανερό τον μικτό χαρακτήρα του. Το παλαιοντολογικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα περισσότερα από 3.000 απολιθωμένα δείγματα οστών που ανήκουν κυρίως στη σπηλαία άρκτο, παρούσα στην περιοχή πριν από 60.000 χρόνια περίπου.
Μία από τις οθόνες παρουσίασης των έργων του CD-ROM «Le plus beau musée du monde». Λεπτομέρεια της εικόνας του έργου.
Το CD-ROM «Το πιο ωραίο μουσείο του κόσμου» (1998) περιέχει μια συλλογή εκατόν πενήντα έργων τέχνης και αντικειμένων, από την προϊστορία μέχρι σήμερα και από όλες σχεδόν τις περιοχές της γης, που συνθέτουν ένα «νοητό Μουσείο». Τα έργα κατατάσσονται ως προς το απεικονιζόμενο θέμα σε οκτώ ενότητες (Δοξασίες, Πρόσωπα, Εκφράσεις, Τόποι, Ζώα, Πράγματα, Γεγονότα, Αισθήσεις) που εμφανίζονται στην κεντρική οθόνη. Διαδέχονται η μια την άλλη, επιτρέποντας τη σταδιακή ανακάλυψη του περιεχομένου και το ξεφύλλισμα του συνόλου των έργων και εξυπηρετούν τις ανάγκες μιας πρώτης ανάγνωσης.
Στο επόμενο επίπεδο τοποθετείται η αναλυτική παρουσίαση των έργων σύμφωνα με καθορισμένο πρότυπο. Οι λειτουργίες αυτές περιλαμβάνουν εξερεύνηση της εικόνας του έργου με μεγέθυνση όλης της επιφάνειας, συγκριτική κλίμακα διαστάσεων, εικονογραφική ανάλυση, τόπο προέλευσης, χρονολόγηση και, τέλος, πληροφορίες για το πολιτιστικό υπόβαθρο δημιουργίας, τα ειδικά χαρακτηριστικά του έργου και την αιτιολόγηση της ένταξής του στη θεματική κατηγορία.
Η επιλογή του μέσου απόδοσης (κειμένου, εικόνας, ή συνδυασμού αφήγησης, κίνησης και εικόνας) εναρμονίζεται με το είδος της παρεχόμενης πληροφορίας. Η παρουσίαση ολοκληρώνεται με παιχνίδια, βασισμένα στην εικόνα των έργων, για την εξάσκηση της παρατηρητικότητας και της μνήμης.
Ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να εκτυπώσει τα κείμενα παρουσίασης με μικρή εικόνα του έργου και να αποθηκεύσει τα αρχεία αλλά και να δημιουργήσει μια προσωπική συλλογή, ένα «μικρό μουσείο» που συγκεντρώνει έργα του CD-ROM συνοδευμένα από τα δικά του σχόλια σε συνδυασμό με κάποιες από τις προκαθορισμένες λειτουργίες (μεγέθυνση, κείμενα παρουσίασης και αναλύσεις). Έτσι, ο αναγνώστης γίνεται με τη σειρά του συγγραφέας περιεχομένου.
Τον Ιανουάριο 1999 διεξήχθη στο Capetown της Νότιας Αφρικής το 4ο Παγκόσμιο Αρχαιολογικό Συνέδριο (WAC 4). Το WAC εκδίδει σε ειδικούς τόμους σειράς με τον γενικό τίτλο «One World Archaeology» τα επιστημονικά θέματα που αναπτύσσονται στα συνέδριά του. Τη σειρά αναμένεται τώρα να πλουτίσουν 12 ακόμη τόμοι από τις θεματικές ενότητες του 4ου Συνεδρίου. Παρακολουθώντας κανείς τους πίνακες των περιεχομένων στους τόμους της σειράς, διαπιστώνει τη σχεδόν παντελή απουσία ελληνικών ονομάτων. Εκτός του ότι η ύπαρξη του WAC δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή στην Ελλάδα, πολλοί είναι οι Έλληνες αρχαιολόγοι που αδυνατούν να καλύψουν εξ ιδίων το υψηλό κόστος συμμετοχής σε παρόμοια συνέδρια.
In this issue of the Archaeologia journal a survey of magic is made. In his introduction, the author makes a compilation of the main points in the articles of this survey. Such as why did many Jews and Gentiles believe that Christ was a magician. How did the Church make the distinction between miracles worked by a loving God from those resulting from the diabolical alliance of magicians and demons. How did magic in Byzantium become a criminal offence, punishable by law. Why must a demon tell the exorcist his name if the exorcism is to be successful. Are the two categories of demons of the underworld and those who fly in the air descended from Empedocles? And lastly how was the distinction made between church ideology and magic rites since much of the ideology and rituals of the church were used by practitioners of magic in a distorted way.
The conceptual grouping and hierarchization of evil spirits appear only in the late Judaic period as a result of Persian and Hellenistic influences. In the New Testament the notion of the dominion of the Devil, the leader of all evil supernatural powers, crystallized into that of the antipodes of the heavenly kingdom. In Rome certain forms of magic had been penalized quite early. However, an edict dating to the reign of Constantine s the Great made a clear distinction between good and evil magic; this legal distinction was later abolished by the Byzantine Emperor Leo the Wise (886-913) in order to prevent tragic situations The Church, on the contrary, generally disapproved of magic and prophecy, considering them as idolatry, without any further Distinction or specific definition of the relevant acts. The communication between magicians and demons became a commonplace in Byzantine religion in accordance with the connection of magic with the Devil under canon law Contracts with the Devil, usually confirmed by a written agreement, often appear in popular texts, a corollary of the folk notion that evil spirits can transmit secret knowledge to people. The corruption of faith, the personification of evil, the instigation of every criminal act, the implanting of evil in the body of a "demoniac", as psychopaths were then characterized, were included among the activities of the Devil, who used magicians as his instruments. In the official ecclesiastical texts he is assigned "homicidal" qualities. The theological approach to the entire issue depended on the particular period. Thus, the tendency for the popularization of the concept of the 'Devil' strongly prevailed in the Patriarchal texts of the late Byzantine period, when the Devil was more directly related to magic.
Some hundreds of late-antique and early Christian magical amulets survive from the eastern Mediterranean. Like the magical papyri, with which they are roughly contemporary, they draw on a common fund of Egyptian gods and Hebrew angels. For the most part, these amulets are apotro-paicand therapeutic in function. The particular focus of this article is on amulets in various shapes and media, including semi-precious stones (e.g. hematite, which was considered especially powerful), copper-alloy, silver glass, etc. The various amulet types are also surveyed: rings, pendants, armbands, house lintels, etc. The diverse magical and religious inscriptions, biblical vignettes and other incised designs (e.g., the Holy rider, the Evil Eye are briefly explored. A large number of narrative images is shown to derive from the Old and New Testaments, although according to the author other scenes originated from the locus sanctus iconography ot pilgrimage "souvenirs" from the Holly Land. In general, the users of these amulets clearly believed that the very names and images incised on them -and even sometimes their particular medium- had magical potency.
Here I continue the article "The Wretched Subject" of Greek Magic" of the previous fascicle (Αρχαιολογία 70 [Mar. 1999], 8-11), in which I urged that magical texts are an important but often neglected source for the history of ideas. In the present article I offer another example: The information that these texts give about traditional beliefs concerning the "cosmology" of demons. Early magical papyri, Christian exorcisms, and a Byzantine dialogue about satanism assume that the world was divided into six areas, from the Empyrean down to the center of the Earth, and that certain demons govern each area. The tradition of this six-fold division, it is speculated here, may go back to the pre-Socratic philosopher Empedokles.
An extensive episode of magic occurs in the fictional Life of St Andrew the Fool a work probably dated in the 10th century. A woman in Constantinople turns to the magician Vigrinos, a deceptively pious man, who cures her husband of his lust by seemingly harmless means: fighting an oil-lamp in front of her icons and tying four knots on a girdle. A series of impure dreams, however, of wild sexual desire, in which an Ethiopian, a black dog and the ancient statues of the hippodrome play a leading role, terrify the woman and make her realize that the devil himself has fallen in love with her. The outrageous results of Vigrinos's magic are revealed to her after fasting and prayer: her icons, smeared with excrement, have lost divine grace, while the oil-lamp has become the vessel of an impure sacrifice to the demons. Terrified, the woman resorts to Epiphanios, the spiritual son of St Andrew the Fool, who comes to her assistance and remedies the situation. In turn, he becomes himself the target of demons in his dreams, and finally defeats them while asleep. As revealed in a further dream, the four knots of the girdle had bound a demon to the woman, and St Andrew explains to his pupil the means which the magicians deploy to deceive their victims regardless of how innocent their objective may seem, and make them vulnerable to the evil influence of demons. In accordance with the firm position of the Church which considers magic as demonic in all occasions -a position also introduced in secular legislation in the 10th century-, this episode offers the modern reader a glimpse of how magic functioned in practice, or, rather, of how a pious Byzantine thought it functioned. Operating under a Christian pretext, the magical act reverses and invalidates Christian ritual and symbolism and thus neutralizes their protection over the believer. In a deceptive world where nothing is what it seems, the real nature of the phenomena can only be detected through the dreams of the faithful and the intuition of the true saints, who are in turn difficult to be recognized. It is interesting to note the function of dreams and the appropriation of icons in magic -which can also be attested in other sources- as well as the role of women in a story, in which the boundaries between faith and credulity, religion and superstition are explored.
Exorcisms, spells, medical prescriptions -combined with astrological phenomena and accompanied by words, phases and magic signs and various blessings are texts often occurring in Byzantine and Post-Byzantine manuscripts. Deeply rooted in antiquity, they have survived and have remained alive even today. Undoubtedly, they represent a most tempting challenge for research as regards their philological, historical, religious and anthropological aspect. Samples of such texts from three Post-Byzantine manuscripts have been selected and are presented in this article; they refer to the relations between men and women, to the social relationship of humans, such as friendship, hatred, law-suits, as well as to various illnesses, such as jaundice and fever. A selection of Church canons, condemning both the performance of magic acts and the recourse to them is also presented.
In an attempt that museums should become less academic and introverted in their nature and concentrate more on educational matters and their public image we have watched museums employ, apart from museum curators, people with different skills and specialties. Although all these people belong to the same field of study there is little sense of their having a professional identity. The specialty of “museologist” has come to cover the need for a professional identity dealing with and channeling the various different specialised services needed to run a museum. The following four articles define what work is actually done in museums and tries also to define what a “museum professional “ means seen from the viewpoint of the anglosaxon world, of ICOM, of a museum teacher and that of a sagacious ethnologist who also happens to be a museologist.
The idea of a "museums profession" is a very generous one and many people who work in museums would want to identify with it. In Britain, the museums profession has long since ceased being a synonym for curators, and this is paralleled elsewhere to some degree or another. As museum work has become increasingly more sophisticated, so has the understanding of museum theory and practice. This has brought about a greater awareness of what it takes to turn indifferent museum services into ones which are intellectually challenging, educationally viable and socially useful. In this paper, the author outlines some of the changes and discusses the ways in which professional attitudes are fostered and promoted.
Although professions as such no longer exert their former hold, there is still great ambition for workers in many occupations to be accepted as professional: the museum world is no different from many others in this. However, the issue is complex. One matter that causes problems is the status of employed professionals: where is their "professional autonomy" whithin a management hierarchy? Another problem for museum workers is the number of different occupations within museums: are they all part of one profession? The article examines these concerns, and places them within the realities of contemporary museum work.
The new social circumstances have placed museums in a new, international, extremely competitive market, have created museums with different thematjc and have formed another clientele, new in quality and quantity. However, the main change, caused by the new circumstances, has been realized in the philosophy of the museums, in the new principles and methods ruling their communication with the public. This "environment" not only imposes the radical reconstruction of the museum's mechanism and services: but it also elevates the collaboration of groups of experts, multiscientrfic education and activity of the museum's employees, awareness of the multidimentional role of contemporary museums as well as the effort of adjustment to an essential prerequisite. These principles, however "commonplace" they may be to the personnel of foreign museums, must stop being a "utopia" for the Greek reality.
A first approach to the identity and physiognomy of the specialized professional, who, according to the terminology of the International Council of Museums (ICOM), is called "museum professional", is made in this article. Through the history and the basic texts of ICOM this physiognomy appears to be a multifold one. Finally, the role that the "museologist” is assigned to play in the organization and function of a modern museum is examined.
The role of the museum-educator in Greece is examined in this article with reference to the required knowledge and skills (s)he must have as well as to the difficulties (s)he may face in the museums of the country. A clear distinction is made between the person who prepares an educational program and the museum-educator who executes it. Then, the advantages and disadvantages of the role the museum-educator plays are detected and compared with those of the school-educator, while the positive factors that activate the former in his/her work are underlined. Needless to say that the creative performance of the museum-educator should be extended as to be addressed to more groups of museum visitors other than students. Finally, the serious concern for the future of this profession in Greece is expressed.
The Megalo Kastro ( = Big Castle) of Chora is one of the three Medieval fortresses preserved on Kalymnos. Its original phase can be dated to the tenth or eleventh century ad, but this remains to be confirmed by a systematic archaeological research. The present form of the castle dates back to the period of the Knights' Rule (1309-1523) and, although simple, it represents a typical example of the art of fortification before and after the use of gunpowder. The ruins of the Medieval settlement have been preserved inside the castle: ten small Byzantine and Post-Byzantine churches, the frescoes of which have been restored, as well as other significant elements, extremely instructive for the everyday life in the Megalo Kastro Life went on in the settlement, at least, until 1823. In the framework of a project of the Greek Ministry of Culture for the promotion of the Medieval castles of the country, a relevant study has been made for the Megalo Kastro of Kalymnos, and some of its proposals are presented in this article. The necessary works are to be immediately realized, so that the first restored, developed and incorporated in modern life monumental ensemble to be given back to the island.
The intervention of Corinth in the struggle between Lydia and Miletus was a result of its relation inaugurated with the last, during the Milesian War (624-412/11 B.C.). These relations were based on common interests: Corinth facilitated Miletus with the supply of sheep wool and was in turn, promoted in its trade with Egypt. So the commercial interests of Corinth were secured in Egypt by Miletus' integrity while its relationship with Lydia was renewed and enforced.
This article attempts a historical retrospection of the multilateral relations man has developed with nature, starting from the ascertainment that the modem concept of the forest has a strongly managerial and one-dimentional character. The general characteristics of these relations during Prehistory, Antiquity, the Middle Ages and modern history are investigated through specific examples from the area of the European Mediterranean. This article presents the evolution of ideas concerning the forest from the time when nature, man and divine powers were closely interrelated until the complete differentiation of these three elements and the formation of a pyramidoid and strictly hierarchical relation among them. Starting from the magic concept and animism. then researching the transition to myth and the polytheistic religion and, finally, examining the role of the Jewish tradition and Christianity, the evolution of the religious thought in relation to the concept of the forest is traced The scientific and industrial revolution are described as catalysts for the consolidation of faith on reason and the superiority of man to nature. The traditional civilization, alive until recently in the countryside, has preserved memories of ancient animistic concepts. The new pursuits in the relations of man and nature are explored today through art. However, the range of these artistic proposals is subjected to the limitations of the role that the contemporary civilization has reserved for art. The quest of new ways of spiritual communication with nature is of vital importance for the backing of nature's course towards downgrading. This historical retrospection offers the spark for an urgent problematic on the future of our relations with nature.
The objective of the "Project of Electronic Documentation of the Ancient Theatre", carried out under the auspices of the Institute of Mediterranean Studies of the Foundation of Research and Technology, is to compile in a data base every possible information about the ancient drama as a theatrical practice and cultural activity in the broader geographical boundaries of the Greek-speaking world. The research starts from the origin of the theatre in the 6th century B.C. Athens and terminates to the Late Antiquity and Early Byzantium, when theatrical competitions and official drama performances had ceased to be staged, especially after the prevalence of the Christian religion, but the activities of mimes, pantomimes and other forms of "paratheatre" were continuing to be performed.
The objective of this article is the collection of historical and technical data from the preparation of paintings and their classification according to the materials and techniques used and to the properties thus obtained. For this classification quality analysis of painting samples has been carried out, so that the materials comprising industrial preparation layers to be discovered and established. In the experimental stage the various factors of preparation decay such as cracks, flaking, deterioration-, which also affect the entire painting surface, have been studied. For this reason the following four basic categories of preparation have been subjected to temperature elevation, exposure to high relative humidity and exposure to UV (ultraviolet) radiation. a. Sheer oily preparation; Its exposure to temperature above 60° C resulted to serious deteriorations, its exposure to high relative humidity did not cause any remarkable deteriorations, while its long exposure to UV radiation caused a slight decolonization. b. Semi-absorbent preparation: Us exposure to temperature above 70" C caused a slight colour alteration and loss of flexibility. c. Absorbent preparation: Its exposure to high relative humidity caused serious problems of cohesion. d. Casein preparation: Its exposure to temperature elevation and high relative humidity resulted to shrinking, distortion, cracking and loss of cohesion.
Cultural touring is an instrument for "mild and tough management', "propaganda" and promotion of the tourist industry. The notion of "mild management" refers to the interpretational function of cultural touring as regards the recreation or education of the visitor and tne selective guidance of his ideas and attitude towards issues of culture and protection. While the notion of "tough management" proves the significance of cultural touring as a managerial instrument in the touristic planning for controlling the visitors' flow in areas of high danger, such as environmental parks, monuments, etc.
Από τα επτά θαύματα της γης, το μόνο που μας έχει απομείνει είναι η πυραμίδα του Χέοπα.
Οι πυραμίδες ήταν τα ταφικά μνημεία των φαραώ. Οι Αιγύπτιοι πρόσφεραν στον νεκρό έναν τόπο για να ζήσει μετά θάνατο ισάξιο με αυτόν που είχε πριν πεθάνει. Η πυραμίδα του Χέοπα είναι κτισμένη με καλοπελεκημένους ογκόλιθους από τοπική πέτρα και η είσοδός της ήταν σφραγισμένη για να μη μπορεί κανείς να ταράξει τον ύπνο του νεκρού φαραώ αλλά και να συλήσει τον τάφο από τα πολύτιμα κτερίσματά του. Ψεύτικοι διάδρομοι στο εσωτερικό της πυραμίδας προορίζονταν να αποπροσανατολίσουν τον επίδοξο τυμβωρύχο. Η πυραμίδα χτιζόταν κλιμακωτά. Πολλές εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες χρειάστηκε να δουλέψουν για 20 περίπου χρόνια ώστε να ολοκληρωθεί το τεράστιο οικοδόμημα.

Φωτογραφία του Αρ. Γιαγιάννου.
Το σχεδόν πανελλήνιο έθιμο της θυσίας ενός ζώου, συνήθως ενός κόκορα, στη θεμελίωση του σπιτιού, απηχεί τον τρόπο σκέψης των προβιομηχανικών πολιτισμών, όπου το θρησκευτικό στοιχείο επικρατεί του κοσμικού. Η σχέση του ανθρώπου με το ιερό-θρησκευτικό στοιχείο εξασφαλίζεται με τη μίμηση και την επανάληψη κάποιων μυθικών προτύπων, αρχετυπικών πράξεων, με σημαντικότερη την Κοσμογονία.
Έτσι, η εγκατάσταση ή το κτίσιμο νοείται ως δημιουργία του κόσμου σε μικροκλίμακα. Σ’αυτή την αντίληψη, ο χώρος δεν αποτελεί έννοια γεωμετρική, μετρήσιμη ποσοτικά.Αντίθετα, έχει ποιοτικό και υπαρξιακό χαρακτήρα.
Στους περισσότερους λαούς, οι Κοσμογονίες παραπέμπουν στη δημιουργία της ζωής από το θάνατο, στον «κύκλο της ζωής», και αυτό το αρχέτυπο οφείλει να επαναληφθεί, προκειμένου το σπίτι να αποκτήσει ιερότητα, «ύπαρξη».
Στην ιεροποίηση και τον εξαγνισμό στοχεύουν τα μπουκαλάκια με αγιασμό στις τέσσερις γωνίες των θεμελίων ενός σπιτιού, όπως και ο ετήσιος αγιασμός των Θεοφανείων.
Ωστόσο, η δημιουργία της ζωής από το θάνατο εμφανίζεται ξεκάθαρα στους ελληνικούς απόηχους ανθρωποθυσίας: πέρα από το πασίγνωστο γεφύρι της Άρτας και τη γυναίκα του πρωτομάστορά του, στη θεμελίωση ενός απλού σπιτιού, ο μάστορας «καρφώνει» τη σκιά κάποιου περαστικού, καταδικασμένου έτσι να πεθάνει σε σαράντα μέρες, για να γίνει το στοιχειό, το πνεύμα του σπιτιού.
Ο συγγραφέας εμπνέεται από αναλύσεις του Mircea Eliade.
Λάρνακα από τη Μήλο. Μικρογραφία καλύβας (3η χιλιετία π.Χ.).
Η κατασκευή μιας κατοικίας συνδέεται βέβαια άρρηκτα με το κλίμα της περιοχής, τα υλικά της, τις οικονομικές δυνατότητες του ιδιοκτήτη, τις κοινωνικο-ιστορικές συνθήκες. Έτσι, το ελληνικό κλίμα επηρέασε δυο μακρόβιους τύπους σπιτιών, τον μεγαροειδή τύπο και την οικία με κεντρική αυλή.
Ήδη από τη Νεολιθική περίοδο, δυο κατόψεις σπιτιών είναι παρούσες: η καμπυλοειδής και η παραλληλόγραμμη. Η καμπυλοειδής ενδέχεται να παγιώνει τη στρογγυλή σκηνή-καλύβα των νομάδων, ιδίως καθώς επανεμφανίζεται με κάθε άφιξη νέων φύλων. Αυτός ο τύπος θα παραμείνει δημοφιλής, όπως μαρτυρούν τα πρυτανεία, οι θόλοι, τα ελληνιστικά βασιλικά μνημεία. Στις πιο διαδεδομένες ορθογώνιες κατοικίες, ξεχωρίζει ο τύπος του μεγάρου, που συναντούμε στα μυκηναϊκά ανάκτορα και σε ναούς της ιστορικής εποχής.
Σπίτια χτισμένα, πάνω σε λίθινα θεμέλια, με ευτελή υλικά (κλαδιά, λάσπη, πλίνθοι) συνδέουν τη Νεολιθική εποχή με την κλασική Αθήνα, όπου «ο κανόνας της απλότητας» ίσχυε και για τις κατοικίες των προσωπικοτήτων της εποχής.
Στην Όλυνθο της Μακεδονίας, τον 5ο και 4ο αι. π.Χ., εμφανίζεται ο τύπος της «παστάδος», ενώ στην ελληνιστική εποχή κυριαρχεί ο τύπος του σπιτιού με το περιστύλιο. Κρίκος ανάμεσα στα ελληνιστικά και τα βυζαντινά, τα σπίτια της Ρώμης θυμίζουν μικρή πολυκατοικία.
Για τα βυζαντινά σπίτια στηριζόμαστε στις μαρτυρίες από κείμενα, εικονογραφήσεις χειρογράφων και ψηφιδωτά. Με εξωτερικό, γεωμετρικό διάκοσμο από πέτρες και πλίνθους, είχαν ως κυριότερους χώρους τον «τρίκλινον» και τον «ηλιακόν».
Τέλος, στα σπίτια του Μυστρά εντοπίζουμε την διάκριση ανάμεσα σε «ανώγι», κατοικία, και «κατώγι», στάβλος και αποθήκες.
"Νεαροί πυγμάχοι και αντιλόπες", τοιχογραφίες από τον τομέα Β, δωμάτιο Β1 (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).
Αν μπορούσε να συμπληρώσει κανείς με τη φαντασία του τα ερείπια της Σαντορίνης, θα έβλεπε έναν εξωστρεφή, φιλειρηνικό λαό, πρόσχαρο, με υψηλό βιοτικό επίπεδο, με ζωηρή φαντασία και ελεύθερη έκφραση. Θα περπατούσε μέσα σε πολυσύχναστους, λιθόστρωτους δρόμους, θα συνωστιζόταν μπροστά στα μεγάλα παράθυρα των καταστημάτων. Θα απολάμβανε τα διακοσμητικά αγγεία πάνω στις ποδιές των παραθύρων, θα έβλεπε μέσα από τα παράθυρα των επάνω ορόφων τις πολύχρωμες τοιχογραφίες τους. Οι ανασκαφές της Θήρας που ξεκίνησε ο Σπ. Μαρινάτος και συνεχίζει ο Χ. Ντούμας, δεν έχουν ολοκληρωθεί. Η περιοχή της ανασκαφής που καλύπτει μόλις 10.000 τ.μ. απέχει 100 μ. από τη θάλασσα. Κοντά στο πιθανό προϊστορικό λιμάνι είναι συγκεντρωμένες οι ξεστές, μεγάλα και περίτεχνα «δημόσια» κτίρια, επενδεδυμένα εξωτερικά με λαξευτούς πωρόλιθους. Στη δεύτερη κατηγορία, στην οποία ανήκουν σχεδόν όλα τα κτιριακά συγκροτήματα και η Δυτική Οικία, οι τοίχοι είναι από κοινή αργολιθοδομή ενισχυμένη με ξυλοδεσιές. Η είσοδος σε μία από τις γωνίες του κτιρίου τονίζεται από μεγάλο άνοιγμα και προεξέχουσα ταινία από λαξευτούς πωρόλιθους αλλά και με βαρύ μονολιθικό κατώφλι. Διαβαίνοντάς το, βρίσκεται κανείς σε επιμήκη ορθογώνιο χώρο που περιλαμβάνει μικρό προθάλαμο και το κλιμακοστάσιο προς τους επάνω ορόφους. Κάθε ισόγειο ή ημιυπόγειο δωμάτιο έχει τουλάχιστον ένα παράθυρο προς το δρόμο. Στις ξεστές, οι τοίχοι του κλιμακοστάσιου διακοσμούνται με ωραιότατες τοιχογραφίες. Στο πρώτο σκαλί ανόδου προς τον όροφο, υπάρχει συνήθως δίφυλλη πόρτα. Τα κτίρια έχουν κατά κανόνα α΄ όροφο με ευέλικτη κάτοψη, χάρη στην ευρύτατη χρήση πηλότοιχων και πλινθότοιχων. Η αρχή της τοποθέτησης της πόρτας δίπλα σε γωνία τηρείται και στον όροφο. Οι πιο εντυπωσιακές εφαρμογές του πολύθυρου, στοιχείου της μινωικής αρχιτεκτονικής, βρέθηκαν στην Ξεστή 3, ενώ βλέπουμε τα πολυπαράθυρα, χαρακτηριστικά της θηραϊκής αρχιτεκτονικής, στο δωμάτιο του Ψαρά της Δυτικής Οικίας. Για τους άνω ορόφους και το δώμα δεν έχουμε ανασκαφικά δεδομένα. Στο ισόγειο της Ξεστής 3 βρέθηκε δεξαμενή καθαρμού και, στη Δυτική Οικία, εγκατάσταση αποχωρητηρίου. Οι τοιχογραφίες από το Ακρωτήρι έκλεψαν τις εντυπώσεις. Στη διακοσμητική χρωματική πανδαισία πρέπει να συνυπολογίσουμε τα δάπεδα από γκρίζες σχιστόπλακες και κόκκινο κονίαμα στους αρμούς αλλά και τα κιτρινόχρωμα ξύλα.
Διακόσμηση τοίχου δωματίου με πολύχρωμα πλαστικά κονιάματα, ελληνιστική εποχή (Αρχ. Μουσείο Πέλλας).
Στην Πέλλα, όπου εφαρμόστηκε το ιπποδάμειο ρυμοτομικό σύστημα, τα σπίτια που βρέθηκαν στις ανασκαφές καλύπτουν το κενό ανάμεσα στα σπίτια της Ολύνθου του 4ου αιώνα π.Χ. και στα υστεροελληνιστικά σπίτια της Πριήνης και της Δήλου. Η συγγραφέας περιγράφει λεπτομερώς το σπίτι με τα έγχρωμα κονιάματα, τυπικό και μέτριο σε διαστάσεις. Από την ανατολική είσοδο και το πρόθυρο, μακρύς διάδρομος διακοσμημένος με πολύχρωμα κονιάματα οδηγούσε στη στοά μέσα από την αύλειο θύρα. Στην αυλή βρέθηκε η βάση του βωμού. Πάνω στον λίθινο στυλοβάτη πατούσαν δεκατέσσερις δωρικές κολόνες. Οι ευρύχωρες στοές είχαν πλάτος 3 μ. Στα βόρεια της στοάς άνοιγε ευρύχωρη αίθουσα, η εξέδρα. Η μοναδική διακόσμηση των τοίχων της, κατά τον α΄ πομπηιανό ρυθμό, μας δίνει και το ακριβές ύψος (5 μ.) του δωματίου. Με την αίθουσα αυτή συνδέεται ο ανδρώνας του σπιτιού. Οι υπόλοιποι χώροι περιλαμβάνουν τα καθημερινά δωμάτια (ενδιαιτήματα ή διαιτητήρια), τις κρεβατοκάμαρες (θαλάμους), την κουζίνα (οπτάνιο) και τους χώρους υγιεινής. Το ανοιχτό δωμάτιο στα νότια του σπιτιού ήταν ιδανικό για θερινή διαμονή. Τα λιγότερο πλούσια σπίτια, με εμβαδόν γύρω στα 400 τ.μ., είχαν και αυτά κεντρική αυλή. Στο βόρειο άκρο της, πλατύς στεγασμένος διάδρομος, που λέγεται παστάδα, οριοθετεί πίσω του το χώρο με τα καθημερινά δωμάτια, ενώ δίνει το όνομά του σε αυτόν τον τύπο σπιτιού. Όντας πολύ κοινός τόσο στην Όλυνθο (4ος αι. π.Χ.) όσο και στην Πέλλα (2ος αι. π.Χ.), αυτός ο τύπος που επιβίωσε σε όλη τη διάρκεια ζωής του Μακεδονικού Κράτους φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα αγαπητός.
Το σπίτι «του Λάσκαρη» στον Μυστρά. Η πρόσοψη με τον χαρακτηριστικό εξώστη.
Για την περίοδο από τον 5ο αι. π.Χ. ως το 1000 μ.Χ., υπάρχουν μόνο έμμεσες, φιλολογικές μαρτυρίες. Μαθαίνουμε ότι ο Μ. Κωνσταντίνος έχτισε οικίες πολυτελείς, εφάμιλλες με τις μεγαλοπρεπέστερες ρωμαϊκές, ότι τα σπίτια μπορεί να ήταν και πενταώροφα και με πολύχρωμη πρόσοψη, για να ομορφαίνουν την πόλη και να ψυχαγωγούν τους διαβάτες. Παλαιοχριστιανική οικία που αποκαλύφθηκε στη Θεσσαλονίκη, και που ήταν σε χρήση από τον 5ο μέχρι τον 9ο αι. μ.Χ., επιβεβαιώνει την πληροφορία ότι τα σπίτια αυτής της περιόδου ακολουθούν τη ρωμαϊκή μορφολογία έχοντας κήπο και χώρους διαρρυθμισμένους γύρω από εσωτερική αυλή. Τα χρόνια από το 1000 μέχρι το 1453 είναι περίοδος φτώχειας για το Βυζάντιο. Το 1042 ο λαός της Κωνσταντινούπολης λεηλατεί το θησαυροφυλάκιο στο παλάτι. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς, οι Παλαιολόγοι τρώνε σε σκεύη από πηλό, το πολύ από κασσίτερο. Ό,τι απόμεινε και μελετήθηκε ως αστικό βυζαντινό σπίτι φαίνεται πως ανήκε στη μεσαία τάξη και στους ευγενείς της περιόδου, όπως το μεγαλοαστικό σπίτι του 12ου αιώνα, που σώθηκε στο Μελένικο της Βουλγαρίας. Ύστερα μεσαιωνικά δείγματα σπιτιών βρίσκονται στον Μυστρά, όταν αυτός έγινε η πρωτεύουσα του δεσποτάτου του Μωρέως. Το αρχαιότερο από αυτά είναι το λεγόμενο «παλατάκι» ή «αρχοντικό». Μοναδικό καλό δείγμα κατοικίας ευγενούς, αποτελείται από δύο ενωμένα κτίρια διαφορετικής εποχής. Έχει μικρή εσωτερική αυλή, πύργο (κάστελλο) στη μία γωνία και τρία πατώματα. Μια πιο φτωχική εκδοχή αποτελούν τα αρχοντικά «του Φραγκόπουλου» και «του Λάσκαρη».
Στ. Κλεάνθης, η maisonnette της δούκισσας της Πλακεντίας στην Πεντέλη (1840).
Η μακρά διάρκεια και η ευρεία αποδοχή της κλασικιστικής αρχιτεκτονικής, που έφτασε στην Ελλάδα μέσω Γερμανίας στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, οφείλεται στην πνευματική ανάγκη του έθνους να συνδεθεί με την ιστορία του. Ο Ρομαντικός Κλασικισμός βρήκε και εδώ πεδίο εφαρμογής σε δημόσια κτίρια. Στην Αθήνα το μαρτυρούν το στρατιωτικό νοσοκομείο Μακρυγιάννη (W. von Weller), τα ανάκτορα του Όθωνα (Fr. von Gärtner), το Πανεπιστήμιο (Chr. Hansen), το Αστεροσκοπείο (Th. Hansen), το Αρσάκειο (Λ. Καυταντζόγλου), το Βαρβάκειο (Παν. Κάλκος), η Παλαιά Βουλή (Fr. Boulanger), η Ακαδημία (Th. Hansen), το Πολυτεχνείο (Λ. Καυταντζόγλου), το Δημοτικό Θέατρο (E. Ziller), το Αρχαιολογικό Μουσείο (L. Lange), το Ζάππειο (Fr. Boulanger), η Βιβλιοθήκη (Th. Hansen). Στην Οθωνική περίοδο (1833-1862), το ύφος των ανακτόρων του βασιλιά επηρεάζει και την οικοδόμηση αρχοντόσπιτων, όπως αυτά που σχεδίασε ο Σταμάτης Κλεάνθης. Το σημαντικότερο δημιούργημά του είναι τα πέντε σπίτια που έχτισε για τη δούκισσα της Πλακεντίας. Την ίδια εποχή ιδιωτικές κατοικίες σχεδιάζουν ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου, ο Παναγιώτης Κάλκος και ο Δημήτριος Ζέζος. Η περίοδος του Γεωργίου Α΄ (1863-1913) σφραγίζεται από την παρουσία του Ernst Ziller. O Ziller εμπλουτίζει τις απαιτήσεις της Ελληνικής Αναβίωσης με πλούσιες και περίτεχνες διακοσμήσεις ενός προγραμματικού εκλεκτικισμού. Αντιπροσωπευτικά δείγματα είναι το Ιλίου Μέλαθρον, τα μέγαρα Γ. Κούπα και Β. Μελά. Ωστόσο, το νεοκλασικό σπίτι έχει αρετές που δεν εξαντλούνται στην καλλιγραφική απόδοση της πρόσοψης και τις ζωγραφιστές εσωτερικές διακοσμήσεις. Γύρω στο 1900, η αθηναϊκή επιρροή οδηγεί επαρχιακά σπίτια, όπως αυτά που συναντάμε ως το τέλος του Μεσοπολέμου στη Δυτική Μακεδονία, στο συνδυασμό της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής με νεοκλασικά στοιχεία.
Το μέγαρο Ν. Σαριπόλου στην οδό Πατησίων. Κατεδαφίστηκε. (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).
Στις 29 Απριλίου του 1833 οι Τούρκοι παραδίδουν την Ακρόπολη σε βαυαρική φρουρά με φρούραρχο τον Χριστόφορο Νέζερ. Ο Σταμάτιος Κλεάνθης και ο Eduard Schaubert αρχίζουν να συντάσσουν το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο που θα εκδοθεί το 1836. Στο μεταξύ όμως θα έχει επικρατήσει οικοδομικό χάος με τον απότομο διπλασιασμό του πληθυσμού, λόγω της μεταφοράς αρχών και υπηρεσιών από το Ναύπλιο το 1834. Πολύτιμες πληροφορίες για τα χρόνια 1835-1843 αντλούμε από τον αρχιτέκτονα F. Stauffert. Στην αστική αρχιτεκτονική θα επικρατήσει σταδιακά ο Ρομαντικός Κλασικισμός, διαδεδομένος στην Ευρώπη από το 1750. Στα πρώιμα σπίτια δουλεύουν, πέρα από ξένους αρχιτέκτονες, οι Σταμάτιος Κλεάνθης, Λύσανδρος Καυταντζόγλου και Παναγής Κάλκος. Μια εικόνα της Αθήνας γύρω στα 1842 μας δίνει το πρόπλασμα του Ιωάννη Τραυλού που εκτίθεται στο «Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών». Κλεάνθης και Schaubert συνεργάζονται με τον G. Lüders. Σχεδιάζουν το σπίτι του ναυάρχου Malcolm στην Κυψέλη που σήμερα στεγάζει το Άσυλο Ανιάτων. Στην Πλάκα, το κέντρο της πόλης, δεσπόζει ο πύργος του αρχιστράτηγου των ελληνικών δυνάμεων στην Επανάσταση Richard Church. Ο αιδεσιμότατος Ιωάννης Χιλλ ιδρύει το σχολείο του στο χώρο όπου επρόκειτο να αποκαλυφθεί η Ρωμαϊκή Αγορά. Εκεί κοντά έχτισε δύο σπίτια και ο ιστορικός George Finlay. Πίσω από τη Στοά του Αττάλου υψώνεται το σπίτι του Νικόλαου Δραγούμη και, στην πλατεία των Αέρηδων, τα σπίτια των Λασσάνη και Χατζηκυριακού. Από τα παλιότερα αρχοντικά είναι αυτά των Καντακουζηνού, Βλαχούτση, Βούρου και Κοντόσταυλου. Τα σπίτια των δύο πρώτων χτίστηκαν στην οδό Πειραιώς, καθώς το αρχικό σχέδιο των Κλεάνθη-Schaubert όριζε τη θέση των Ανακτόρων στην πλατεία Ομονοίας. Τα αρχοντικά των Βούρου και Κοντόσταυλου στην πλατεία Κλαυθμώνος χρησιμοποιήθηκαν ως προσωρινό κατάλυμα από τον Όθωνα ως το 1842, οπότε ολοκληρώθηκε η οικοδομή των Ανακτόρων. Στην ίδια περιοχή θα χτιστεί και το μέγαρο Αμβροσίου Ράλλη. Το σπίτι του Αυστριακού πρεσβευτή Anton Prokesch von Osten στην οδό Φειδίου, γνωστό ως Ελληνικό Ωδείο, εγκαινιάζει μια οικοδομική δραστηριότητα που θα επεκταθεί πάνω από την οδό Ακαδημίας στη νέα συνοικία Νεάπολη. Εκεί θα χτίσει το σπίτι του ο Γεώργιος Γεννάδιος. Στη θέση που βρίσκεται σήμερα το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας χτίστηκε το μέγαρο Δημητρίου με σχέδια του Theophil Hansen που πέρασαν από την έγκριση του Όθωνα. Στα μέσα του 19ου αιώνα η Αθήνα έχει πάρει όψη πρωτεύουσας. Από τις φάσεις του Ρομαντικού Νεοκλασικισμού, άλλα σπίτια είναι ελληνοπρεπέστερα, άλλα επηρεάζονται από την Ιταλική Αναγέννηση, δεν λείπουν όμως και κάποια δείγματα νεογοτθικής αρχιτεκτονικής. Χαρακτηριστικά των τριών τάσεων είναι αντίστοιχα το σπίτι του Ανδρέα Κορομηλά, το αρχοντικό Ι. Δηλιγιάννη και το μέγαρο Ν. Σαριπόλου. Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα η αρχιτεκτονική γνωρίζει μεγάλη άνθηση και από την περίοδο αυτή σώζονται μερικά από τα ωραιότερα έργα του Ziller. Πρώιμα σπίτια του 19ου αιώνα σώθηκαν μόνο στην παλιά πόλη (Πλάκα, Ψυρρή, κ.α.), χάρη στο φόβο της αποκάλυψης αρχαίων κατά την εκσκαφή της οικοδομής.
Κλισμός, η αρχαία ελληνική καρέκλα (αντίγραφο).
Ο συγγραφέας είχε συμμετάσχει σε μια προσπάθεια ανακατασκευής αρχαίων ελληνικών επίπλων των κλασικών χρόνων, που υλοποιήθηκε με τη συνεργασία των Νεοϋορκέζων σχεδιαστών T.H. Robsjohn-Gibbings και Carlton Pullin και της Σουζάνας Σαρίδη, που επέβλεπε την πιστότητα του σχεδιασμού και της ύφανσης. Μάλιστα, η G.M.A. Richter συνέδεσε την επανέκδοση (1961) του βιβλίου της The Furniture of the Greeks, Etruscans and Romans, και με την επιτυχή έκθεση αντιγράφων του Ελευθέριου Σαρίδη. Πρόκειται για την αναπαραγωγή επίπλων που ξεπερνά κατά πολύ τις μέτριες μεταλλικές απομιμήσεις αρχαίων ελληνικών επίπλων της Βικτωριανής Ευρώπης και της Αμερικής που είχαν παρουσιαστεί στη μεγάλη έκθεση του 1851. Η συλλογή, που δεν περιλαμβάνει το σύνολο των επίπλων της κλασικής εποχής, περιορίζεται στις μορφές που ενέπνευσαν τη φιλοτέχνηση των επίπλων του δυτικού κόσμου.
Η αρπαγή της Ελένης από το Θησέα, λεπτομέρεια από ψηφιδωτό δάπεδο της Πέλλας (περ. 300 π.Χ.).
Στα ομηρικά έπη η αρπαγή της Ελένης από τον Πάρι είναι η αφορμή της τρωικής εκστρατείας. Όμως πολλοί αρχαίοι συγγραφείς παρουσιάζουν την εκδοχή μιας πρώτης αρπαγής της από τον Θησέα. Ο Αθηναίος ήρωας, μαζί με τον Πειρίθου, αρπάζει την Ελένη και την εμπιστεύεται στη φύλαξη της μητέρας του Αίθρας στην Άφιδνα της Αττικής. Όταν όμως κατεβαίνει στον Άδη για να βοηθήσει τον Πειρίθου να απαγάγει την Περσεφόνη, ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης ελευθερώνουν την αδελφή τους. Για τη θαυμάσια πλαστικότητά του, το ψηφιδωτό από βότσαλα της Πέλλας με την αρπαγή της Ελένης από τον Θησέα θεωρήθηκε αντίγραφο ζωγραφικού έργου.
Χρυσό οκτάδραχμο Πτολεμαίου Ε΄ , 2ος αι. π.Χ., Νομισματικό Μουσείο.
Στα αργυρά τετράδραχμα με το κεφάλι του Ηρακλή που έκοψε ο Αλέξανδρος, απεικονίζεται το δικό του πορτραίτο; Οι ερευνητές πιστεύουν ότι ο Αλέξανδρος, όπως και πατέρας του Φίλιππος, διάλεξε την πατροπαράδοτη, συμβολική απεικόνιση που δεν απέκτησε τα δικά του χαρακτηριστικά παρά στα τετράδραχμα του Λυσίμαχου, όπου ο Αλέξανδρος απεικονίζεται ως Ζευς-Άμμων, και σε εκείνα του Πτολεμαίου Α΄, όπου φέρει στο κεφάλι τη δορά του ελέφαντα. Από τους διαδόχους του, πρώτος ο Δημήτριος ο Πολιορκητής τόλμησε να χαράξει τη μορφή του, ένα από τα ωραιότερα ιδεαλιστικά πορτραίτα της πρώιμης ελληνιστικής εποχής. Τη μετάβαση στη ρεαλιστική απόδοση της μορφής εκπροσωπούν τα πορτραίτα του Φίλιππου Ε΄ και του Τίτου Φλαμινίνου. Ρεαλιστική είναι η απόδοση του τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας Περσέα από τον προσωπικό του χαράκτη Ζωίλο (179/178 π.Χ.). Ο Ευμένης Α΄ και οι μετέπειτα βασιλείς της Περγάμου χάραξαν το πορτραίτο του δύσμορφου ιδρυτή της δυναστείας Φιλέταιρου με ρεαλισμό που δεν κρύβει τη βαναυσότητα. Από τη δυναστεία του Πόντου, πρώτος ο Μιθριδάτης Γ΄ έκοψε νομίσματα με τη βασανισμένη και πονηρή μορφή του. Πάσης ευαισθησίας στερείται η μορφή του διαδόχου του Φαρνάκη Α΄. Μοναδικό είναι το αργυρό τετράδραχμο του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών με τη μορφή του Μιθριδάτη Ε΄ Ευεργέτη που στρέφεται ήδη προς την εξιδανίκευση. Από την πλουσιότερη στον κόσμο συλλογή της πτολεμαϊκής περιόδου που διαθέτει το Νομισματικό Μουσείο, ξεχωρίζουν τα χρυσά οκτάδραχμα με το πορτραίτο της Βερενίκης, συζύγου του Πτολεμαίου Γ΄ Ευεργέτη, και του Πτολεμαίου Ε΄. Αξιοπρόσεκτο είναι αργυρό νόμισμα του 38 π.Χ. με τη ρεαλιστική απεικόνιση της πολυσυζητημένης Κλεοπάτρας Ζ΄.
Το σπίτι του Μακρυγιάννη στο Άργος, όπου ο στρατηγός άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του (1829-1830).
Τέσσερις συγγραφείς κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το Άργος. Ο Olivier Picard, διευθυντής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής (Γ.Α.Σ.), προβάλλει ως παράδειγμα πολιτισμικής συνέχειας το δρόμο προς την Τρίπολη που βρέθηκε να είναι πάνω σε αρχαία οδό που χώριζε τις αρχαίες θέρμες από την αγορά. Ο αρχαιολόγος Pierre Aupert περιγράφει τα αποτελέσματα των τελευταίων ανασκαφών. Στη θέση των λουτρών του θεάτρου στους χρόνους του Αδριανού χτίζονται θέρμες, στη συνέχεια το κτίσμα μετατρέπεται σε μοναστήρι και εγκαταλείπεται μετά το σεισμό του 551. Πυρπολείται από τους Σλάβους το 585 και, τον 18ο-19ο αιώνα, φιλοξενεί μια κατοικία. Στο χώρο της Ασπίδας, όπου η οίκηση χρονολογείται στο τέλος της Νεολιθικής εποχής (περ. 3000 π.Χ.), προσδιορίστηκε η χρονολογία του μεσοελλαδικού οικισμού (1800-1600 π.Χ.). Στην αγορά προχώρησε η μελέτη του κυκλικού νυμφαίου και των οχετών. Αναγνωρίστηκε μια ολόκληρη σειρά από αρχιτεκτονικά μέλη που ανήκαν στο ναό του Λύκειου Απόλλωνα. Ο Βασίλης Δωροβίνης περιγράφει το Άργος από το 1821 και εξής, προσεγγίζοντας το θέμα του με πάθος. Το 1959 χτίζεται η πρώτη πολυκατοικία. Το 1828 ο Καποδίστριας ανέθεσε στον Σταμάτη Βούλγαρη να συντάξει σχέδιο πόλεως. Ο Γερμανός μηχανικός Ρούντολφ ντε Μποροτσύν παρέδωσε σχέδιο το 1831 που, με μεταγενέστερες τροποποιήσεις από τον Λάμπρο Ζαβό, παρέμεινε το μόνο συστηματικό σχέδιο του Άργους ως σήμερα. Κιβωτός τόσο της «λαϊκής» όσο και της «έντεχνης» αρχιτεκτονικής της καποδιστριακής και της οθωνικής περιόδου, το Άργος δεν διασώζει μόνο αρχοντικά ιδιωτών αλλά και τους στρατώνες του Καποδίστρια, το «Παλάτι» του Καποδίστρια, το πρώτο αλληλοδιδακτικό σχολείο, το κτίριο των δικαστηρίων, τμήμα του «Ιπποφορβείου». Ο αρχαιολόγος Gilles Touchais παίρνει τελευταίος τη σκυτάλη. Επισημαίνει ότι, στη δεκαετία του ’50, στη θέση του βαμβακιού και της ντομάτας, άρχισε η εντατική καλλιέργεια εσπεριδοειδών με κέρδη που μεταφράζονται σε έντονη οικοδομική δραστηριότητα. Τα αρχαία και νεοκλασικά μνημεία αντιμετωπίζονται τώρα ως εμπόδια στην ανάπτυξη. Σε μια κοινή προσπάθεια, Έλληνες και Γάλλοι αρχαιολόγοι και πολεοδόμοι θέτουν ένα σύνθετο ερώτημα: πώς μπορεί η ανάπτυξη της νέας πόλης να μη γίνει εις βάρος της παλιάς αλλά σε αρμονία με αυτή; Προτείνεται ο καθορισμός μιας συνεχούς αρχαιολογικής ζώνης που θα συμπεριλάβει τους λόφους της Ασπίδας και της Λάρισας, καθώς και την περιοχή του αρχαίου θεάτρου, τις ρωμαϊκές θέρμες και την αγορά. Στον τομέα θεάτρου-αγοράς, πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της αρχαίας πόλης, θα γίνουν απαλλοτριώσεις. Αυτή η αρχαιολογική ζώνη καταλαμβάνει το χώρο τον οποίο το σχέδιο του Καποδίστρια προόριζε για ένα μεγάλο πάρκο. Σήμερα, είναι επείγον να σταματήσει η χαώδης αναρχία στην οποία βυθίζεται η πόλη.
"Ασάρωτος οίκος", λεπτομέρεια από αντίγραφο ελληνιστικού έργου του Σώσου, 2ος αι. μ.Χ., Museo Gregoriano Profano.
Τα πάντα. Προτιμούσαν το ψάρι από το κρέας, κι από τα κατοικίδια έτρωγαν συχνότερα κότα. Μεγάλα ζώα έτρωγαν μόνον όταν αυτά δεν μπορούσαν να δουλέψουν, και στην Αθήνα υπήρχε ειδική αγορά για γαϊδουρίσιο κρέας. Οι τροφές ήταν κυρίως φυτικές, με τα δημητριακά στην πρώτη θέση. Το στάρι μαγείρευαν με διάφορους τρόπους, συχνά «άμυλον», μη αλεσμένο σε μύλο. Τα σκόρδα ήταν ακριβότερα από τα κρεμμύδια, βολβοί και ρίζες ήταν περιζήτητα όπως και τα λαχανικά. Το λάδι στο μαγείρεμα ήταν απαραίτητο. Ξερά και φρέσκα φρούτα ήταν πολύ διαδεδομένα. Ενδεικτικά, υπήρχαν 44 ποικιλίες σύκων και 32 μήλων.
Οι πολεμιστές του Ριάτσε
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
The custom of the sacrifice of an animal, usually of a cock, on the foundations of a house but also references in popular tradition made to the sacrifice or the "building-in" of a human being, both done for the sake of of reinforcing, metaphorically, a building, are explained by a belief, common to many civilizations that the lifeless building and its surroundings obtain life through the sacrifice of a living creature. This happens because in traditional, pre-industrial civilizations the concept of space is qualitative and existential while in the industrial civilization it is quantitative and geometrically measured. The traditional man, a purely religious being ,seeks the sanctification of his dwelling where he will coexist with the divinity. Sanctification is achieved through the repetition and imitation of various deeds that god performed in some initial mythic time. The most important of these deeds is the Cosmogony, which almost in every religion is accompanied by a sacrifice. Therefore, the building of a house, as far as the religious, traditional man is concerned, must be a miniature of the Cosmogony, a belief and a need responsible for the above mentioned sacrifice.
The plan and structure of the private house has always been conditioned by certain factors as climate, local construction materials, economic potential, historic and social data. In Greece, climate was the determining factor that caused the formation of certain types of house like the megaron and the house with an atrium. The same factor must probably have been responsible for the fact that Greeks did not, in general, pay much attention to the aesthetic improvement of their houses. Having a mild, sunny weather, Greeks used to spend much of their time outdoors. Even when public architecture was in its heyday (5th century BC) the private house remained insignificant. Two main types of house plan were in use as early as 3.000 BC, the curved and the rectangular, the latter being the most popular. The megaron and versions of the megaron were among the most important of the rectangular type of building, but also the most popular since they remain in use from prehistoric times down to our days. In mainland Greece, however, besides the rectangular,the curved type of building was also in use, which started developing from the archaic period to the byzantine age and even later. The prytaneia, the tholoi and the hellenistic royal monuments testify to the popularity of this type of public architecture.
An important settlement was developed in the prehistoric period on the south coast of Thera island and close to modern Akrotiri. During the second millenium BC this Cycladic settlement was directly influenced by the Minoan civilization, so that it also showed a parallel boom of trade and navigation. In 1967 a first systematic excavation started south of Akrotiri, under the direction of Prof. Sp. Marinatos, who carried on intensively the work there until his death in 1974. Since then, the excavation has been continued under the direction of Prof. Chr. Doumas. The singular conditions under which the prehistoric settlement came to be destroyed has as a result impressive remains to have been saved and important information on the prehistoric civilization of Thera to have been preserved almost intact from natural decay and from human intervention. Although the architectural remains are in very bad condition, the fact that large parts of buildings have been preserved - in two or three stories-and the preservation of astonishing details of the buildings, often imprinted on the volcanic layer, offer to scientists a unique chance to study thoroughly a prehistoric settlement of the Cyclads. For the presentation of the settlement on Akrotiri special effort has been given to depict an the overall impression created and also to make clear the basic character of its architecture. Therefore, the relations to the Minoan architecture of Crete as well as the building details are not analyzed here. The area excavated so far covers approximately 10.000 square meters and is 100 m. away from the sea. The buildings, streets and squares that have been so far uncovered are only part of a large settlement of until now unknown, as yet, boundaries and dimensions. Thus, the information supplied mainly for the town-planning is deficient and probably not representative of the settlement. In any case, the basic characteristics of this part of the settlement are directly noticed by anyone who visits the excavation. The well-preserved facades of the one and two-storey edifices that flank the streets together with the absence of courtyards are characteristic of how densely built the settlement was. The frequent alternation of levels on the facades with projections and recesses form complicated outlines which affect and correspond to the street formation: certain parts are narrow, others wide, some even wider and form paved squares. Two groups of buildings can be distinguished on the basis of building techniques and interior arrangement: a) buildings with stone walls and wooden reinforcements, b) large elaborate buildings with walls dressed with turf.
A small town of ancient Macedonia, called Pella, was destined to become around 400 BC, the capital of Macedon, when King Archelaos decided to transfer his capital from the inland town of Aegae to the then coastal Pella. Archaeological excavations of the last 25 years have started bringing Pella to light, the town that remained the capital until the time of Perseus, the last Macedonian king. The town planning of Pella was the so-called "hippodameian", which prevailed in the 5th century BC. Most of the excavated areas belong to housing districts. Given the recent interest of archaeologists in the study of the private house in antiquity, the discovery of houses in Pella excavations becomes even more important. The private house of Pella repeats the typical plan and structure of an ancient house, the early examples of which derive from the Minoan palace. The interior of the house is more or less richly decorated - in one room, coloured stucco shows a two level decoration. Lower level: structural character decoration with tiles and imitation marble;top level: imitation of a colonnade, opening onto a blue sky - while the exterior remains simple and plain, interrupted only by the entrance and by small openings for light to enter. The Pella excavations reveal the form of the town and offer information on the social life of its inhabitants and aspects of the ancient Macedonian civilization that long remained absolutely unknown.
The founding of Constantinople in 324 AD by Constantine I established official recognition of the economic supremacy of the East on the basis of economic and political criteria. Already in the 6th century, Constantinople was a universal economic centre, a position kept until the 12th century. The wealth accumulated in the Byzantine capital was incredible for its time. As a result, the display of wealth and power found its best expression in luxurious houses. Cities of the time as far as we know, display in general, the strict town-planning of the Roman tradition. The urban house had often two, three or even four stories. The recent discovery of an early Christian house in Thessaloniki, which according to the present data must have been inhabited from the 5th on to the 9th century, proves the above remark. A quite complicated legislation decided building regulations where formation of the facade and the relation to neighboring houses were concerned. The construction materials must have been cheap, that is stones, mud and wood, since almost everything in these buildings has perished by fire. The cheap urban buildings reflect the bad economic situation. About the facades of Byzantine houses, in years of prosperity special attention must have been paid to the facades of houses. The various construction methods and the marbles, colours and mosaics employed for the decoration of façades must have been pleasant to the eye. Judging from the plan of the Thessaloniki house, the Roman concept of space organisation was still prevalent in early Christian years. The courtyard surrounded by rooms and the garden were still in use. Later, however, the concentration of too many people in the cities made such expenditure of space a luxury. The "triclinum" was the main room of the house and it was used only by the males of the family. Around this core were arranged the other rooms of the house. Some of them were exclusively used by women, others, like the kitchen, the dining room, the water closet, served everyday needs Later, when the space of the Byzantine house shrank, the "triclinium" became the substitute for more of the above rooms and their functions.
The Neoclassic style in Greek architecture first makes an appearance in the years of King Otto (1833-1862). It is first applied to the public buildings of Athens and of other urban Centres. Immediately after, private houses are built by the same architects in the same style. The Athenian State Library, the Academy, the Municipal theatre, the Polytechnic School are buildings directly related to such well- known architects of the time as Hansen, Ziller, Kaftatzoglou. The neoclassic style of the reign of Otto displays geometrically arranged masses and plain facades. Cleanthes, an architect, built villas and town houses for prosperous Athenians and established the type of the two -storied house with a tripartite facade. Among his better known are the houses built for the Duchess of Piacenza. During the reign of George I (1863-1913) the neoclassic style becomes popular and obtains a decorative character adopting baroque and rococo elements. The architect Ziller has greatly contributed to the popularity of the style by creating a type of house, which is frequently copied by colleagues of his in many provincial towns. Ziller’s pursuit has been to make a house in harmony with its surroundings and to cover the walls of the façade in a calligraphic way. The colouring of the exterior in soft tones and the painted decoration of the interior complete the character of the neoclassic house.
Athens today bears a very slight resemblance to the city it was in the 19th century, and although only 150 years have passed since the institution of the Modern Greek nation, the architectural form and scale have altered completely , while the original lay-out and the width of the streets have basically remained intact, at least in the city Centre. The old, one or two-storey houses with yard and garden and the classical style, characteristic of 19th century Athens have been replaced by new multistoried buildings. It is unfortunate that very few houses, dating between 1832 and 1860, still stand in place. The rest have long been demolished, so the chance to study and evaluate them or even to record them in drawings and photographs is gone. Thus, the research on this period depends more on official records, publications, old drawings and representations than on the buildings that survive in place of the old. However, in order to understand this early phase of contemporary architecture we must, first, have a good knowledge of Athens soon after the Greek Revolution of 1821 and also, of how the new city was developed. In addition, a great number of travellers’ descriptions and drawings dating from this period can contribute to this study. During the short period that Capodistrias governed Greece (1828-1831) the reconstruction of towns in the Peloponnese and the islands began, Athens was not included in this program, since it was added to the Greek nation only after the Constantinople Treaty and the London Protocol of 1832. The liberation of Athens basically dates from April 29, 1833 when the Turks handed the Acropolis over to the bavarian garrison on behalf of the Greek state. It is since then that the city of Athens attracts the interest not only of the official state but also of the whole world. Responsible for the first town-planning of Athens were two young architects, Stamatios Cleanthes and Eduard Schaubert, who wished to make its plan “equal to the ancient glory of the city”. Very interesting information on the houses built until 1840 is supplied by E. Stauffert – “Architect of the City of Athens” between 1835-1843 – in a series of articles published in the newspaper "Allgemeine Bauzeitung" of 1844. Beside Stauffert, many other architects and archaeologists who lived in Athens in these years contribute to our knowledge of the early houses. L. Ross, for example, notes that people did not care much whether their house was elegant or not because they tried to meet only their basic housing needs. As a result, the houses are simply built. The exterior of the Athenian house took gradually a distinctive form, which followed the principles of Romantic Classicism, prevalent in Europe since 1750. This form undoubtedly affected the urban architecture in most Greek towns. Most neoclassical houses of the early period, however simple, were well-built, they had classic proportions, and their exterior walls were either covered with plaster or (rarely) dressed with stone. The architectural decoration, depending on the economic ability of the owner, very often were kept in an Athenian tradition depending on the owner’s finances. Thus, the façade follows the rules of the neoclassical architecture, while the side facing the interior yard forms the loggia, typical of old-Athenian houses. The arrangement of the interior is simple and serves the everyday function of an urban home. We only know a few of the architects of the early houses, among them Stamatios Cleanthes, Lysandros Kaftantzoglou and Panagis Kalkos. A number of houses has been attributed to them, not always with good reason. A series of architectural plans and drawings made by Kaftantzoglou belong today to the Benaki Museum. Demetrios Zezos, one of the first architects, is more well-known as an architect of churches. Army engineers suchas Demetrios Stavridis, Th. Komninos and others have also considerably contributed to the development of Athenian architecture. Among the foreign architects, Th. Hansen, who lived in Greece from 1838 to 1846, is responsible for the work on many houses in Athens, as is also mentioned by Stauffert. In this short survey it would not be possible to present all the houses built between 1832 and 1860. However, from the buildings that have been preserved or that are known from old photographs and other relevant media, we examined the most representative ones, since they compose a fair picture of domestic architecture at this early period.
Ancient Greek furniture has not, until recently, come to the attention of scholars, probably because almost none has been preserved. Furniture differs from country to country although it serves the same purpose and needs everywhere. It is in accordance with the aesthetics and the environment, and, above all, with the tradition of each people. As a result, various styles of furniture have been created as the Assyrian, Egyptian, Greek, Gothic, baroque, etc. During the Minoan period the design of Minoan and Greek furniture derived from west Asia and Egypt. From the Mycenaean period and the time of Homer, however, this furniture affected by the Aegean light and the Greek spirit, started turning into pure Greek forms ; a happy marriage of Greek to more ancient civilizations. By the 6th century BC Greek furniture was entirely Greek in conception and execution. The Greek craftsmen employing their imagination and art reached perfection of form and function. This furniture served as a model for Roman, Medieval, and even for European furniture.
In the Homeric epics, Helen’s abduction by Paris was the reason for the Trojan War. However there is another version by many ancient writers where Helen is first abducted by Theseus. Theseus, king of Athens, kidnaps Helen together with Peirithous and puts her in his mother Aithra’s keeping in Afidna outside Athens On the occasion, however, that Theseus descends to the underworld in order to assist Peirithou in kidnapping Persephone, Helen’s brothers Castor and Polydeukis grasp the opportunity to free their sister. The mosaic made of pebbles from Pella depicting Helen’s abduction by Theseus is so vividly rendered that it is considered to be a copy of a painting of the subject.
The head of Herakles as it appears on the royal coins chosen by Alexander the Great raises the question for scholars whether or not this portrait depicts Alexander himself. The specialists dealing with the subject reject, on the basis of literary sources, the possibility that coin portraits of Alexander existed, since he had forbidden any other artist but Appeles, Lysippos and Pyrgoteles to portray him in any medium. In early Hellenistic portraits, Alexander is represented either as Ammon-Zeus or wearing an elephant hide on his head. In the age of the Successors, Demetrios I Poliorcetes is the first to dare have his figure depicted on coins ,one of the most beautiful idealized portraits of the Hellenistic period was thus created. The coins of Philip V and of Titus Flaminius best illustrate the process from the idealized to the personalized and realistic representation of a figure. The coin portrait of Perseus, the last Macedonian king, executed by Zoilos, has a place among the most skilfull representations, while that of Philaeterus, the founder of the Pergamene Dynasty is distinguished for its dynamic character The coin portraits of the Dynasty of Mithridates of Pontos are works of Greek engravers, emigrants to the coast of the Black Sea, who are considered to be keen artists. The series of portraits just mentioned is rounded off by a unique silver tetradtachmum representing Mithridates V Evergetes .This is regarded as connecting the realistic school with the new tendency for idealized portraits. The head of Berenice II and that of Ptolemy V, of the 3rd and 2nd centuries BC. respectively, belong among impressive coin portraits. The coin portrait of Cleopatra VII is worth mentioning in which not only the features of her face are depicted but also qualities of her character are shown.
The Argos excavations, carried out by the French School of Archaeology, although less impressive in their finds than the excavations in Delphi and on the island of Delos, are equally important. The reason is that the finds of an excavated sanctuary usually do not provide us with information on the structure of a society in the same way as the finds of an entire city like Argos, which has been inhabited continuously since the end of the 3rd millenium BC. The case of Argos is exceptionally interesting because, in spite of all the invasions, foreign occupations and destructions the town underwent, it has not ceased to develop. Since 1960 however, the antiquities of Argos have been put at risk by increased building activity. This situation, that has become an emergency, forced the French School of Archaeology and the Greek Archaeological Service to undertake a common operation for the rescue of the town. They started a close collaboration on answering questions and exchanging information relating to the ancient town, resulting in better handling of town-planning problems and the formation of valid proposals pursuing the harmonic coexistence of the modern and the ancient town, These proposals can be summarized as follows: A zone of antiquities should be outlined, in which the hills of Aspis and Larissa will be included, as well as the area around the ancient theatre and the Roman baths. The area could form an archaeological park in the crowded town centre. Argos should expand north-eastwards. Last, but not least, special attention should be paid to the remaining buildings that date back to Capodistrias. These can only be preserved if the state incorporates the original function of such premises in the life of the modern town. In areas with protected buildings new edifices can be allowed under the strict condition that their form and appearance should be in harmony with the old ones. The above proposals do not seek to transform Argos into a museum-town, rather to help, so that Argos, along with development, retains its exceptional cultural character.
The ancient Greeks ate most foods. They preferred fish to meat and out of domestic animals chickens were the most frequently eaten. Larger animals were slaughtered and eaten only when they could no longer work and there was a special market for donkey’s meat in Athens. The ancient Greeks were mainly vegetarian cereals being a favourite food. They cooked wheat in different ways. It was often offered amylon, that is to say without being ground in a mill. Garlic cost more than onions did, and bulbs, roots and vegetables were great delicacies. Foods were cooked in oil. The ancient Greeks ate lots of fresh and dried fruits. There seem to have been 44 kinds of fig and 32 kinds of apple.

O καθηγητής Αγαμέμνων Τσελίκας στη Βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου της Αλεξανδρείας. Φωτ.: Ιστορικό και Παλαιογραφικό Αρχείο του ΜΙΕΤ.
Kαθηγητής Αγαμέμνων Τσελίκας. Aποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ως υπότροφος του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας ειδικεύτηκε στην ελληνική και λατινική παλαιογραφία, ιδιαίτερα στα ελληνικά χειρόγραφα του 15ου και 16ου αιώνα, υπό την επίβλεψη του Μ. Μανούσακα.
Με υποτροφία του γαλλικού Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) συνέχισε την έρευνά του στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού και τις παλαιογραφικές σπουδές του στην παρισινή École Pratique des Hautes Études.
Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Από το 1980 προΐσταται του Ιστορικού και Παλαιογραφικού Αρχείου του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ). Το 1984 οργάνωσε ελεύθερο Σεμινάριο Ελληνικής Παλαιογραφίας, το οποίο έκτοτε έγινε θεσμός στο ΜΙΕΤ. Διδάσκει Ελληνική Παλαιογραφία ως επισκέπτης καθηγητής στο Φιλολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Πάτρας, στο τμήμα Ιστορικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου στην Κέρκυρα και στο τμήμα Πολιτιστικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Μπολόνια - Ραβένα.
Μέχρι σήμερα έχει πραγματοποιήσει 150 παλαιογραφικές αποστολές σε βιβλιοθήκες, από τη Βουδαπέστη και τη Σόφια ώς την Αλεξάνδρεια, τα Ιεροσόλυμα, τη Δαμασκό και το Σινά.
Έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 150 άρθρα-μελέτες σε θέματα παλαιογραφίας.
Έχει τιμηθεί με τον Σταυρό του Ταξιάρχου του Παναγίου Τάφου από τον πατριάρχη Διόδωρο, για την ταξινόμηση του Αρχείου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και τη δημοσίευση του καταλόγου του, καθώς και από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόδωρο Β΄ με το οφφίκιο του νοταρίου για το έργο του στη Βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
Ζώμινθος: χάλκινο ειδώλιο σεβίζοντος, από τον Χώρο 28.
Είναι χτισμένο στα 1.200 μ. υψόμετρο, εκτείνεται σε 1.600 τ.μ. και διαθέτει περισσότερους από 58 ισόγειους χώρους: το κεντρικό κτήριο της Ζωμίνθου φαίνεται πως το κατοικούσαν άρχοντες, μέλη της δυναστείας της Κνωσού, που ήλεγχαν από εκεί το Ιδαίο Άντρο, το ιερότερο σπήλαιο της Κρήτης. Έκτοτε γνώρισε πολλούς ενοίκους, Μυκηναίους, Ρωμαίους και Βυζαντινούς, Ενετούς και Τούρκους, ώσπου να το σκεπάσει η Ιδαία Γη και αιώνες μετά, το 1982, να αρχίσει να το φέρνει ξανά στο φως η σκαπάνη του ζεύγους Σακελλαράκη.
Πλωτινόπολη: η κεντρική παράσταση του ψηφιδωτού.
Ο Θραξ ιππεύς, η χρυσή προτομή του Σεπτίμιου Σεβήρου, πολύχρωμα ψηφιδωτά από λίθο και υαλόμαζα που παριστάνουν τη Λήδα και τον κύκνο, τους άθλους του Ηρακλή. Ίχνη προϊστορικών χρόνων, υπόκαυστο λουτρού, πηγάδι και θάλαμος. Κι άλλα πολύχρωμα ψηφιδωτά που απεικονίζουν τον Έβρο και την πόλη, τον «κόμβο του Σολομώντα», θίασους θαλάσσιους με ιχθυοκένταυρους, Νηρηίδες και ερωτιδείς που ιππεύουν δελφίνια. Παρ' όλα τα πολύτιμα ευρήματα, ένα ερώτημα περιμένει ν' απαντηθεί: μόλις 2 χλμ. από τον ποταμό Έβρο, πάνω σε ποια πόλη ίδρυσε ο αυτοκράτορας Τραϊανός την Πλωτινόπολη για να τιμήσει τη γυναίκα του Πλωτίνη;
Κάτω Μπράβας Βελβεντού. Πήλινο ειδώλιο γυναικείας μορφής, από λάκκο-αποθέτη.
Η μέχρι σήμερα αρχαιολογική έρευνα στους παραποτάμιους αλλά και στους πιο υπερυψωμένους οικισμούς της κοιλάδας του μέσου ρου του Αλιάκμονα έφερε στο φως μια μεγάλη σειρά αρχαιολογικών ευρημάτων και πληροφοριών, που σκιαγραφούν την εικόνα της κατοίκησης στην περιοχή από την προϊστορική περίοδο μέχρι και το τέλος της αρχαιότητας.
Οι περισσότεροι οικισμοί εντοπίζονται σε υπερυψωμένα παραποτάμια πλατώματα ή λοφίσκους, πολύ συχνά δίπλα σε μεγάλα ρέματα, από τα οποία και υδροδοτούνταν. Συγκέντρωση και διαχρονική κατοίκηση παρατηρείται σε περιοχές που βρίσκονται πάνω στους οδικούς άξονες, σε συνάρτηση πάντα με τα ποτάμια περάσματα.
Όλες οι ανασκαφές υπαγορεύτηκαν από σωστικούς λόγους. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων πρόκειται για θέσεις που έχουν διαβρωθεί σε ποικίλο βαθμό από τα νερά της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου.
Μικροσκοπικά ειδώλια ανθρώπινων μορφών που φορούν ζώμα και χειρονομούν με τον ίδιο τρόπο: α) ΑΜΡ 16671, β) ΑΜΡ 16672.
Οι ανασκαφές του 1972-73 στον Βρύσινα απέδωσαν ένα εντυπωσιακό και δυσανάγνωστο πλήθος θραυσμάτων, κατακερματισμένων μορφών από πηλό, εύθραυστων ανθρωπόμορφων κεφαλών και σωμάτων, μέσα από το οποίο, χάρη στις κοπιώδεις προσπάθειες των αρχαιολόγων, άρχισαν σιγά σιγά να αναδύονται συγκεκριμένοι ρυθμοί και τάσεις, μέθοδοι πηλοπλαστικής και αισθητικές προτιμήσεις των τεχνιτών, μια ολόκληρη αφηγηματική γλώσσα που αναπόφευκτα υποδηλώνει τις αντιλήψεις και την εικόνα του μινωικού ανθρώπου.
Αναθηματικό ανάγλυφο με παράσταση της απολλώνιας τριάδας. Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας, αρ. ευρ. Γ1.
Οι πρόσφατες ανασκαφές στην κοιλάδα των Τεμπών φέρνουν στο φως νέες αρχαιολογικές θέσεις, πλουτίζοντας τις γνώσεις μας για την ιστορία μιας περιοχής, στην οποία λατρεύτηκαν ιδιαίτερα ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας και η Άρτεμη.
«Τoto», η κούκλα πριν από τη συντήρηση (ΠΛΙ, αρ. ευρ. 2005.18.0004).
Ο Γάλλος Toto, η Γερμανίδα Florodora και τρεις ακόμα κούκλες από τη συλλογή παιχνιδιών του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, έχοντας γεννηθεί πριν από εκατό περίπου χρόνια και με εμφανή τα σημάδια της ηλικίας τους, παραδόθηκαν στις φροντίδες του Τμήματος Συντήρησης του Μουσείου Μπενάκη. Μηχανική κούκλα ο Toto, της οικογενείας των bisque child dolls η Florodora, μας πάνε πίσω στα τέλη του 19ου - αρχές του 20ού αιώνα και στους κατασκευαστές παιχνιδιών στο Παρίσι και τη Θουριγγία. Οι συντηρητές, προκειμένου να εντοπιστούν τα προβλήματα και οι ενδεικνυόμενες θεραπευτικές τεχνικές, γδύνουν τις κούκλες και μας αποκαλύπτουν τα υλικά κατασκευής, τους μηχανισμούς που τους προσθέτουν κίνηση, τη σφραγίδα του κατασκευαστή.
«Ευρωζώνη», έργo της Αννέττας Καπόν, 2012.
Από την αρχαιότητα, η φορολόγηση της γης, του εμπορίου, των μεταφορών, των φυσικών πόρων, ο φόρος υποτελείας, η κοπή νέων νομισμάτων υπήρξαν κάποια από τα μέσα για να αντιμετωπιστούν οι δύσκολες οικονομικές καταστάσεις. Η υποτίμηση, η απαξίωση του νομίσματος ήταν κάποιες από τις λύσεις που αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν η Αθηναϊκή Δημοκρατία με τα πονηρά χαλκία αλλά και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με τα δηνάρια και τους αντωνιανούς, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία με τους απαξιωμένους σόλιδους και το σύγχρονο ελληνικό κράτος με την υποτίμηση της δραχμής.
Xάλκινο νόμισμα του Γεωργίου Α΄, 1869. © Τράπεζα της Ελλάδος, Νομισματική Συλλογή, αρ. ευρ. BG-ThB389.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι την έναρξη του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στα ευρωπαϊκά κράτη και τις ΗΠΑ τα νομίσματα ήταν συνδεδεμένα με την αξία των πολύτιμων μετάλλων. Η περιφερειακή ελληνική οικονομία, μέλος της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης, από ποια θέση βρέθηκε να ατενίζει τη β΄ φάση της Βιομηχανικής Επανάστασης που απογειώνεται στις οικονομικά εύρωστες χώρες της Ευρώπης;
Φόλλις του Αναστασίου Α΄, 491-518, Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο (αρ. ευρ. ΝΜ 1892/3 Λ΄ 404). Η θεμελιώδης νομισματική του μεταρρύθμιση, το 498, ορίζει και τη συμβατική απαρχή της βυζαντινής νομισματικής.
Υπήρξε άραγε αυτό που ονομάζεται «δολάριο του Μεσαίωνα»; Το βυζαντινό χρυσό νόμισμα, ο σόλιδος, παρέμεινε σταθερός τόσο σε βάρος (4,5 γρ.) όσο και σε περιεκτικότητα χρυσού, στα 24 καράτια, μέχρι τις αρχές του 11ου αιώνα. Από τη δεκαετία του 1030 όμως, αρχίζει η σταδιακή και καταστροφική του απαξίωση, συνυφασμένη με τη γενικότερη παρακμή της αυτοκρατορίας.
«Ο άρχοντας της Ασίνης». Μυκηναϊκοί χρόνοι. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου.
Στη δυτική ακτή της Αργολίδας, μεταξύ του απάνεμου κόλπου του Τολού και της παραλίας της Πλάκας Δρεπάνου, προβάλλει η χερσόνησος Καστράκι, η οποία έχει ταυτιστεί με την Ασίνη του Ομήρου, του Στράβωνα και του Παυσανία. Στα βορειοδυτικά ενώνεται με τη στεριά με ομαλή πλαγιά. Εδώ, στην «Κάτω Πόλη» των ανασκαφέων, οι έρευνες έφεραν στο φως πυκνά στρώματα κατοίκησης διαφορετικών περιόδων. Οικιστικά, λατρευτικά και ταφικά κατάλοιπα έχουν ανασκαφεί στην κορυφή του λόφου ή «ακρόπολη» καθώς και σε θέσεις γύρω από αυτόν.
Η περιοχή κατοικήθηκε ήδη από την Πρωτοελλαδική περίοδο. Σημαντικά είναι τα κατάλοιπα των οικισμών των μεσοελλαδικών, μυκηναϊκών και γεωμετρικών χρόνων. Μετά το 700 π.Χ. περίπου, η Ασίνη έπεσε σε παρακμή καθώς βρέθηκε στο στόχαστρο του γειτονικού Άργους, το οποίο επιτέθηκε στον οικισμό, οδηγώντας τους κατοίκους σε φυγή. Η πόλη θα ακμάσει ξανά από το τέλος του 4ου αι. π.Χ., εποχή που κτίζονται τα εντυπωσιακά μέχρι σήμερα τείχη. Η φυσική αμυντική θωράκιση της θέσης, η γειτνίαση με τη θάλασσα και η προστασία από τους ανέμους θα συνεχίσουν να αποτελούν κίνητρο για εγκατάσταση και κατά τους μεταχριστιανικούς αιώνες. Τα ελληνιστικά τείχη της πόλης θα ενισχύονται και θα επιδιορθώνονται από τους κατά καιρούς διεκδικητές του Αιγαίου, με πρόσφατο παράδειγμα τη μετατροπή του λόφου σε ιταλικό οχυρό κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα εκτεταμένα οχυρωματικά έργα εκείνης της περιόδου προκάλεσαν σε μεγάλο βαθμό την καταστροφή των αρχαίων καταλοίπων, τα οποία Σουηδοί αρχαιολόγοι είχαν φέρει μερικά χρόνια νωρίτερα στο φως.
Η πρόσβαση στην αρχαία Ασίνη γίνεται μέσω του επαρχιακού δρόμου που οδηγεί από το Ναύπλιο στο Τολό. Αμέσως μετά το σύγχρονο χωριό της Ασίνης, οδικές πινακίδες κατευθύνουν τον επισκέπτη προς το Καστράκι/Αρχαία Ασίνη, οδηγώντας τον μπροστά στα τείχη της αρχαίας πόλης.

Eric Higgs came to Archaeology after an earlier career in a different subject. Being at the Museum of Archaeology and Ethnography in Cambridge, he was attracted to Prehistory, and particularly the Palaeolithic. In the late 1950's much work had been done on the classi-ficasion of the Palaeolithic in Europe, which was based largely on available data from central and western Europe, since at this time there was only minimal evidence for Palaeolithic traces in Greece. Eric Higgs saw that there were obvious analogies between North Africa and the Greek region and proposed the theory that there might be evidence for Palaeolithic activity in Greece; and that Greece ought to form a geographical link between Africa and Europe. Thus, he started to research in order to locate Palaeolithic sites in Greece. The results of this survey were published in the Proceedings of the Prehistoric Society of England in 1964. The method applied was to comb the surveyed area, sampling whatever was relevant to the research. Higgs, with the eager support of Sotiris Dakaris, conducted excavations in the Agios Georgios area, north of Preveza, which produced flint finds and handaxes. The investigation continued during the period from 1962 to 1967, with surveys and excavations at Aspro-chaliko and Kastritsa as well as at Kokkinopilos. Higgs was able to establish and define chronologically the sequence of stone workshops in Epirus. Higgs' achievements, not only in Epirus, but in his whole approach to the field of Prehistory, received full recognition with his appointment in 1967 as Director of the British Academy's major research project on the Early Prehistory of Agriculture. Hjggs interpreted the context of his discoveries in the light of the present practice of seasonal migration, demonstrated by the Sarakatsani shepherds in Epirus. The interpretation principles which supported his ideas remain fundamental: it is essential, that is, the archaeological sites and the material which comes from them to be interpreted in terms of the environment to which they belonged; and imperative, as regards the Palaeolithic period, to be properly appreciated that the ancient environment would have been radically different from the present one. Also, that this interpretation should not be restricted to the immediate surroundings, but that it should be extended to the broader environment as an element of great significance. Higgs pioneering work gave the initial impetus to the study of Palaeolithic period in modern Greece. It is particularly in this respect that this issue of Αρχαιολογία και Τέχνες is a fitting tribute to Eric Higgs' achievements.
Palaeolithic research, being overshadowed by a brilliant, broader "classical" past, was only recently recognized as a self-sustained scientific branch of Archaeology. The Ephorate of Palaeoanthropology-Spelaeology is only two decades old, a time proven unequally effective. The dual character of the Ephorate as a public service and a recearch center (not enacted by law as yet) is both an advantage and a disadvantage: on the one hand we must apppease our collegues in other Ephorates of Antiquities that we are also civil servants and on the other we have to reassure our academic colleagues that we are also scholars. However, if the objective is an organized and effective dealing with a correct approach to the Palaeolithic in Greece, then the open-air sites, being an intergal element, must be supervised by only one institution for their protection, which will be reinforced with instituted competences and will retain, in any case, the right and capability to cooperate with the local Ephorates. The collaboration with foreign and Greek institutions will be fruitful, while the increase of the number of experts in this field is a permanent demand. Needless to say that the research subject in itself dictates the need for interdisciplinary and cooperative procedures on the base of the equality of the various specialities and the evaluation of priorities. As regards the research categories of the Ephorate in progress, they are the following: - Survey excavations which produced Palaeolithic finds and they were staffed in their cource by specialists in the Palaeolithic. - Long-planned projects and excavations with research targets on an iterdisciplinary base. - Cooperative programs with foreign archaeological schools. - Supervision of foreign schools programs or of other institutions. Now, that as it seems, the Palaeolithic in Greece has been founded as an itegral branch of the science of Archaeology, we hope to have the chance to prove it also practically in 1997 in a celebration for the 20 years of the Ephorate, which will be focused on its entire work during these years.
The interest in human habitation during the Palaeolithic period in Greece was first expressed in the second half of the 19th century by scholars of Greek antiquity (F. Lenormant), who had become sensitive to the issues of the appearance of man and the beginning of Prehistory, then in vogue among the intellectuals of West Europe. In the years between the two World Wars foreign scientists, but now prehistorians (H. Breuil, H. Obermaier, D. Garrod), in the framework of their research also became interested in Greece and specifically in its position and role in European Prehistory. During the same period the first excavations (Zaimi and Ulbrich caves) were carried out by the Austrian A. Markovits, which however did not attract the interest they deserved for a number of reasons. After the excavation at Seindi, Boeotia, in 1941, the investigation of the Palaeolithic was continued after the War, mostly within the framework of research programs orientated to later periods. In the sixties research was focused on mainland Greece and was mainly undertaken by foreign archaeological schools. The British worked in Epirus (Kastritsa, Asprochalico, Kokkinopilos and later Kleidi), the French in the Eleia plain, the Germans around the Thessalian Peneios river and the Americans in the Argolid (Franchthi). Among the Greek archaeoligists who became interested in the Prehistoric period, the name of D. Theocharis is distinguished. In recent years the activity of a new generation of Greek prehistorians, specialized in the Palaeolithic abroad, as well as the realization of a series of interdisciplinary research programs on Palaeolithic (Theopetra, Boila, Kalamakia, Kleisoura) by the Ephorate of Palaeo-anthropology-Spelaeology gave a new impulse to the research and opened new prospects of scientific cooperation. Finally, the 1st International Congress on "The Palaeolithic Period in Greece and in the Neighbouring Regions", which took place in loannina in September 1994, proved to be a milestone in the course of the relevant field. However, the progress of the research into the Palaeolithic in Greece will be successful only if the Palaeolithic period is included in the curriculum of Greek universities, the interdisciplinary groups are activated and the programs of cooperation and exchange with colleagues from the neighbouring countries are developed.
Palaeolithic archaeology in our country has remained until recently out of the limelight of research, in the universities as well as in the Archaeological Service. Some relevant efforts which started a few years ago, still remain in the initial stage. The systematic development of this scientific field requires the coordinated activities of the two main vehicles of archaeological research in Greece, that is the universities and the Archaeological Service.
The sling was originally used in the 7th millennium B.C. when writing was still unknown. The contemporary research has reached the conclusion that the propagation of the Neolithic way of life coincides with the wide diffusion of the sling's use. Clay or stone missiles of biconical, sphaerical of elliptical shape, weighing about 30 gr each, are placed in a leather or woven socket; two stripes, attached to its ends, allow the rapid rotation of the missile. As a result, when one of the stripes in let loose, the rotation energy is transmitted to the missile which thus is hurled in a speed of over 100 km/h. Most of the Neolithic missiles are biconical. Their aerodynamic cross-section decreases the air resistance and at the same time increases their range which can reach almost 500 m, that is much longer than the range of an arrow. About the end of the Bronze Age and during the successive historical periods lead missiles are made, which represent a technological achievement in the evolution of war methods. Archaeology cannot easily establish the use of the sling. A large amount of pebbles, found nearby the entrance to the small Protocycladic fortification "Korfari ton Amygdalion" on Naxos, has been interpreted by the excavator Christos Doumas - in relation with the destruction and devastation of the site in the second half of the 3rd millennium B.C. - as a result of enemy invasion. Similar is the case in another fortified settlement of the same period, in "Kastri" on Syros. At Sesklo, Thessaly, Christos Tsountas had already pointed out, during his first excavations, the existence of heaps of clay sling missiles in the ruined houses of the acropolis, a find verified later by Dimitris Theocharis not only in the houses of the acropolis but also in those of the town itself. This phenomenon finds its parallel in a settlement of the Karanovo II Civilization. The ancient historian Xenophon in his Third Book of Anavasis describes the misfortunes of the Greek expedition force after the Kounaxa battle (401 B.C.). assigning them to the lack of slingers who could have kept the enemy to a far distance. In the course of centuries the sling has been replaced by other weapons, however, in our time, during the Spanish Civil War. It was by slings that grenades were hurled at the Alcazar fortress.
A number of everyday objects with themes inspired by the Greek war of independence began circulating, in 1821, in Germany as well as in other European countries, thus documenting the philhellenic sentiments of a great number of contemporary Europeans. These objects, board games, decks of cards, wallpapers and other similar items, were ephemeral by nature and so, although we have testimonies of their existence, the actual objects have rarely been conserved. It is for this reason that the description of a deck of cards with philhellenic themes, which has survived to this day, complete and in good condition, through a series of happy coincidences, is of particular interest. This deck consists of 52 cards, each of 8.4 x 5.5 cm, and decorated by hand-painted etchings. The association of the playing cards' symbols with the personages depicted on them shows this to be the result of careful consideration.
The Memorials of Balkan Wars (1912-1913), erect during the mid-wars years in Greece, contributed, in a spontaneous way and without compulsion, to the creation of a cultural unity in the provinces of Epirus, Macedonia, Thrace, and the Aegean islands, the union of which with the motherland was the result of these wars. The Heroa of lannitsa, Bizani, Kilkis, Lachanas, Doirane and Serres belong to the history of art, being works of Sculpture, but at the same time they represent parts of the Greek history. They symbolize the nation and express the idea of patriotism. Their function, especially in the period in which they were erected, has an additional, important parameter: made of ancient white marble from Penteli Mount and modelled according to the style of the Athenian scuiputre, which was orientated to the revival of tradition, they conveyed to the new territories the message of building a national physiognomy through civilization.
For many years now I have been collecting pots from Aggeiokastro (Canak-vase, Kale-castle in Turkish), an old toponym at the right side of the entrance to the Dardanelles, the narrowest section of the Hellespont Straits. Although the various bibliographical sources mention that the first samples of this pottery date from the late 17th to the early 18th centuries and they are products of Greek and Armenian craftsmen, they have internationally been considered as Islamic. Aggeiokastro (Canakkale) used to be a supply port, mainly of Greek trading and transportation ships travelling to the Black Sea. It prospers in the 19th century, and if we consult 20th century diaries, we will read that the 5,000 out of its 8,000 inhabitants were Christian orthodox, mainly Greeks. The people of Aggeiokastro managed to propagate their pottery to Russia, the Balkans and the Aegean islands and also to produce for a Turkish-speaking clientele. The plastic values of this pottery affected the later, modern Greek ceramics, and this influence is combined with the settlement of leading craftsmen in various areas of mainland Greece (Florina, Mytilene, Thessaloniki) after the Asia Minor catastrophe of 1922. The pot I am presenting must have been made in the middle of the 19th century. Its appearance is strange, anthropomorphic, with an applied decoration of flower petals and the distinct figure of Christ on the Cross at its front. It is 38 cm. high, the width of its base is 12 cm. and it has been glazed in a deep green colour. I suggest that it has been made for a high-ranking Church official and that in all probability it was used during tha Passion week in a church. On the occasion of this presentation I want to stress that, regardless of how daring this may seem, we must institute a Museum of Islamic Art in Greece. As opposed to our Folk Art Museums, it would elucidate many such ambiguous issues and it would take back in a skilful way whatever Greek the Turks have cleverly appropriated.
Photography is a mechanical -and therefore trustworthy- method of recording the visible wold- Because of its nature, it has been assisting the science of Archaeology and also conservation through the process of recording and cataloguing objects, as well as by illustrating books and all kinds of publications. For the photographic record to be exact, a working knowledge of the equipment and the technique is necessary, while certain rules must be followed depending to the subject and the desired result. This article deals with certain elements concerning the photographic equipment, underlines some photographic techniques relevant to problems of archaeological photography and clarifies the pontetial and constraints of photographic recording.
The Ministry of Culture in Greece was called upon by the religious magistrate and the Arabic-speaking community of the city of Nazareth to attend to the conservation of the historic Greek Orthodox Church of The Annunciation in this city. A mission was sent to Nazareth consisting of a specialized team of conservators by the Minister of Culture, Mr. N. Sifounakis. The problems of deterioration of the sculpted wooden (walnut) iconostasis of the church were related to tunneling by woodworm, overpaying with copper-based paint (inimation gold) and other former interventions. Conservation treatment of the iconostasis consisted of the mechanical and chemical removal (ethanol, paintstripper) of the overpaintingand filling of missing areas with polyurethane resin and walnut wood which was adhered with a PVA emulsion adhesive. Conservation treatment was completed with the cleaning, color integration (Liquitex acrylic paints) of compensated areas and lacquering (Rembrandt Matt and Gloss Varnish). Fumigation is planned for the continued preservation of the iconostasis.
A lot has been written and discussed lately about the monuments of the Argolid, known as "pyramids". Therefore I thought it would be expedient to restate my opinion, since all my accounts and relevant data are contained in my recently published monograph (G. A. Picoulas, Road Net-Work and Defence, Athens 1995, in Greek). Thus, from the conclusions of an almost ten years long research in the region of the Argolid and Corinthia, I quote in this article whatever concerns the specific monument. All the crucial evidence, such as the edifice form, masonry, site of erection, concept of planning and construction, analogies to the rest relevant monuments, etc, support the dating of the building in the late 4th century B.C. In addition, the use of such a scale of construction, undoubtedly costly and technically innovating, reveals a state planning and realization. Exactly in front of it passed an arterial road with major deviations; close to it laid the important settlement of Zoga; the entire inner coast of the Argolid bay laid at its feet, while it surveyed the problematic borderline of the permanently hostile Laconian territory. At some time, towards the end of the 4th century B.C., when the region becomes a battlefield, and the defence plan for controlling and shielding a neuralgic for Argos area changes, the guardian post of Ellenikon is erected: a rectangular tower which stands on a solid pyramidoid base and is equipped in its interior with a completely controlled approach. Similar and contemporary, in all probability, would have been the edifice close to Ligourio. There are many who lecture and write articles abour the protection of the monument. Howerever, two things must precede any attempt for "saving" it: first, the relocation of the sports field, which lies at the foot of the hill, elsewhere and the reconstruction of the area; second, the removal of the church, which was erected close to the monument at hard times.
The "urban center" of Lesbos has been excavated by the archaeologist Ms Lamb at Thermi. It seems, however, that there is a considerable dispersion of the inhabitants outside these "centres". Clusters of houses, of an agricultural and stock-breeding character, gathered probably around a matriarchal tutelage of an extensive family, are located on the peaks of selected hillocks which offer some natural fortification that is further reinforced by simple stone walls. Flat cultivation land surrounds the habitation site, while the finding of millstones and pestles of various types in all these settlements has become a rule as well as the spring of water at the foot of the hillocks. Flywheels are included among the finds, which indicate cattle-breeding and also molluscs from the sea-side areas. The vertical elements on which the hinges of the wooder doors turned are the only surface finds from I dwellings, while stone axes made from black basalt are scattered everywhere. The blades and scrapes are exclusively made from colourful flint as the abundance of its flakes indicates. Quite many quarries have been located, the most important being the one at Pochi. More than thirty Prehistoric sites have been discovered on Lesbos and it is absolutely certa that their number will increase in the future. Their proper excavation will furnish answers to many complex questions. Until then myth is bound with reality and colourful stone flakes will complement the marvelous coloured shades of the petrified trees.
The exhibition which monopolizes presently the cultural interest in Italy is dedicated to the Greek colonizers of the West. In the Palazzo Grassi of Venice homage is paid to "Magna Grecia" in recognition of its fundamental role in the formation of European culture. Professor Giovanni Pugliese Caratelli, president of the Scientific Committee of the exhibition states: "Our intention is to elevate, through a choice of archaeological documents and works of art, the civilization which was developed in the Greek colonies of the West, from South Italy to Sicily and Cyrene and from Provence to the Iberian Peninsula, as well as the exemplary coexistence with the native peoples. But mainly we have tried to follow the course which led to the birth of the concept of Europe, mother land of dialectic thought and cultural tradition". The creation of the institution ofpoiis, the independent society of free citizens, is the historic fact which gave an impulse to the colonization movement. The colonies can exhibit an excellent fine arts production which is presented in a complete and thorough way through 2,000 exhibits which come from 75 museums. A series of panels on the galleries walls, in the form of "information atlas", relates the exhibits on the one hand with their place of origin (aerophotographies, plans, maps), and on the other with religion, social and political structure, theater, mythology, town-planning, cultural and artistic activities. It is a parallel course which offers to the visitor-spectator useful information for the comprehension of the ancient society. Besides, this is the novelty of this exhibition: the artistic production is not presented merely as an object, but as a creation of a specific society, of a certain way of life. Special emphasis is naturally laid on architecture and philosophy by portraying the celebrated philosophers of antiquity, who lived in Magna Grecia: Parmenides, Empedocles, Pythagoras, Plato. The exhibition, open until December 8, 1996, is accompanied by parallel exhibitions and organized excursions to the grounds of Magna Grecia, screenings, videos and infromative web pages in the Internet.
Geoff Bailey (1948) English prehistorian. He took part in the excavation of Kastritsa, Epirus, in 1967, with E. S. Higgs, before reading Archaeology and Anthropology at Cambridge University, where he graduated in 1975 (Doctoral Thesis: "The Role of Shell Middens in Prehistoric Economies"). He was appointed lecturer of Archaeology at Cambridge University in 1976 and professor of Archaeology at the University of Newcastle in 1996. Geoff Bailey returned to Epirus in 1979, together with P. Carter, H. Higgs and C. Gamble. While there, he undertook to reappraise the material from Kastritsa and Asprochaliko and initiated a new search on the site. He discovered Klithi with P. Carter and collected new dating material from Asprochaliko, with John Cowlett, in 1981. Excavations at Klithi began in 1983. The initial team was joined by C. Roubet ,Institut de Paleontologie Humaine, Paris (stone implements) and D. Sturdy (palaeogeography). The team was later enlarged by the presence of G. King, Institut de Physique du Globe, Paris (neotectonics), C. Turner, Open University, Milton Keynes (palynology), M. Macklin, Leeds University and J, Lewin, University College of Wales, Aberystwyth (river geomorphology), E. Moss, Harvard Unisversity (usage traces), N. Winder , Cambridge University (statistics) and S. Green, University of Manchester (ethnography). The team which worked at Klithi included students, who subsequently initiated their own independent research later: E. Adam, N. Galanidou, E, Kotzabopoulou, V. Papakonstantinou, A. Sinclair, F. Wenban-Smith, K. Willis and J. Woodward. Geoff Bailey has began field research in Australia. He is interested in the domestication of the horse in Kazakstan and the role of water resources in the development of civilisations around the Nile. He is the author of many books, such as: Economic Archaeology, Oxford 1981, Hunter-gatherer Economy in Prehistory: A European Perspective, Cambridge 1983, Stone Age Prehistory: Studies in Memory of Charles McBurney, Cambridge 1986, Publication of the research results in Epirus is expected at the end of 1996, under the title Klithi: Archaeology of a Late Glacial Landscape in Epirus, Northwest Greece, Cambridge. Henri Breuil (1877-1961) French clergyman and prehistorian. He was attracted from an early age to Natural History, Geology and Palaeontology. From 1905 to 1906 he taught Prehistory at the University of Freiburg in Switzerland and in 1910 he was appointed professor at the Institut de Paleontologie Humaine in Paris. From 1929 until 1947 he held the chair of Prehistory at the College de France. He was awarded honorary doctorates by many European universities, such as Cambridge, Oxford and Lisbon. Thanks to his reexamination of the stromatography of many sites in France and his study of sets of stone implements, H. Breuil established the cultural continuity of the Late Palaeolithic period, which enjoys general acceptance to this day. At the same time, he studied and made graphic reproductions of a large number of works of art and contributed to the acceptance of antiquity and the authenticity of Palaeolothic art. Breuil travelled extensively and worked tirelessly in many European countries, in North Africa, Ethiopia, Kenya, the Near East and China. We owe him a considerable number of publications, some of which are: The Cave of Altamira, Madrid 1935 (with H. Obermaier), Les subdivisions du Paleoiithique superieur et leur signification, Paris 1937. and 400 siecles d' art parietal, Montignac 1952. Jean Chavaillon (1925) French prehistorian. He studied Ethnology and Natural Sciences in Paris, and in 1964 he submitted his doctoral thesis: "The Quartenary's Deposits in the Northwest of the Sahara". Director of Research at the Centre National de Recherches Scientifiques, since 1989, he participated in the Arcy-sur-Cure excavations, in France, and led many scientific expenditions in the Sahara, in Spain, Turkey, Lebanon, and, since 1965, in Ethiopia, where he excavated well-known sites of the Early Palaeolithic period, Melka Kontoure among them, At the Paris-I University, Chavaillon set up and conducted the seminar on "Prehistory and Archaeology of Africa". In Greece, in collaboration with his wife Nicole Chavaillon, he worked on the surface research of the region of Eleia, from 1962 till 1964. Among his writings we note his recent work L'Age d'Or de I'Humanite, Paris 1996. Francis Hours (1921-1987). French Jesuit clergyman and prehistorian. He made his debut during the Arcy-sur-Cure excavations, as a close associate of A. Leroi-Gourhan. In the mid-fifties he established himself in Lebanon, where he and his collaborators, L. Copeland, J. Besanson, P. Sanlaville, O.Aurenche, J. and M.-C. Cauvin, dedicated themselves οn Prehistoric research. After 1976 he settled in Lyon, where he carried out pioneering work in many fields. In the field of Methodology, Hours elaborated and presented a list of types for the study of Middle East sets of implements. He applied computer technology for the statistical analysis of his material, as well as for stromatographic research. In the field of Chronology, he emphasised the role of absolute dating for the establishment of a strict chronological framework. His third field of interest touched on Theoretical Archaeology: Hours contributed substantially to the New Archaeology's propagation in France. He collaborated with J. Chavaillon in surface surveys in Eleia, NW Peloponnese, but also in the Melka Kontoure's excavations in Ethiopia, and was among the first to put forward the hypothesis that Homo erectus moved from Africa to Near East and from there onto Europe. Together with professor 0. Bar-Yosef, of Harvard University, he was the only prehistorian who was so well versed in the Prehistory of the Near East, from the Early Palaeolithic to the Neolithic Age. He is the author of many publications and the organiser of the Symposia for the Prehistory of the Near East. Sotiris Dakaris (1916) Greek archaeologist and academic. He studied at the University of Athens and did postgraduate work at the University of Tubingen. In 1965 he was elected as full professor at the University of loannina. He was among the fist to contribute to the establishment and promotion of this newly founded university, where he taught both Classical and Prehistoric Archaeology. From 1968 to 1974 he worked for the Athens Oekistics Centre (Town-Planning) and engaged himself to excavating and writing. In 1976-1977 he was appointed Rector of the University of loannina. Author of almost 50 works, most of which concern the Archaeology and History of Epirus, he has been honoured by the German Archaeological Institute of Berlin, the Town Council of Clermont-Ferrand in France and the Panepirotic Union of Greece. Dakaris' first active period as an academic teacher coincided with the research carried out by the British under E.S. Higgs in Epirus, which he warmly and effectively assisted in more ways than one. Thomas W. Jacobsen (1935) American archaeologist, professor of Classical Archaeology at the University of Indiana in the USA. He headed the "Argolid Exploration Project", which had been organised by professor M. Jameson, of the University of Pennsylvania, to whom we owe the first Palaeolithic finding in the Argolid. Jacobsen set up and directed an international interdisciplinary team, which undertook the excavation of the Frangthi cave in the Argolid, between 1967 and 1979. For the coordination of the research and the ensuing publications, he also organised two Symposia in Bloomington, in 1978 and 1982. The team which worked at Frangti consisted of scientists from various disciplines, a fact which ensured that all aspects of the excavational research at a Prehistoric site were covered. We note the presence of the following: W. R. Ferrand (excavation issues), University of Michigan, Τ. Η. Van Andel (palaeoenvironment), University of Stanford, C. Perles (stone implements), University of Paris X, C. Runnels (surface survey), University of Boston, J. C Shacleton (molluscs), Cambridge University, J. M. Hansen (palaeoethnobotany), University of Boston, S, Payne (fauna), and others. Janusz K. Kozlowski (1936) Polish prehistorian and academic. Professor of Prehistory at the Jagellon University of Krakow, since 1974. His interests center around the Late Palaeolithic and the Neolithic periods. He has headed many excavations and scientific expeditions in Europe, as in Poland, Slovakia, Bulgaria, former Yugoslavia, but also in Greece, the Near East, Egypt, Turkey, Central America and the Greater Antilles. His research target is to provide solutions to three major problems of world Prehistory, namely the process from the Middle to the Late Palaeolithic period and the origins of modern man in Europe (Temnata, Bulgaria), the effects of the glaciers' expansion on Central European habitation, according to Gravettia (Moravany, Slovakia and Krakow-Spadzista, Poland), and the beginnings of the Neolithic period in the Balkans and the Danube area. Janusz Kozlowski holds a honorary doctorate from the University of Bordeaux I, he is a member of the Deutsches Archaologisches Institut and of the Istituto .liano de Preistoria e Protostoria, a honorary member of the British Prehistoric Society, a member of the executive committee of the Union Internationale des Sciences Prehistoriques et Protohistoriques (UISPP) and, since 1980, president of the Committee VIII (Late Palaeolithic). He has been awarded the British Europa Prize. He is the author of many synthetic works, such as: Il Paleolitico: Uomo, ambiente e culture, Milano 1987, Hommes et climats a l' Age du mammouth, Paris 1988. L'Art de la Prehistoire en Europe orientale, Paris 1992, Atlas du Neolithique europeen, vol. I, Liege 1993, Preistoria, Milano 1993. Frangois Lenormant (1837-1883) French archaeologist, historian and numismatist, son of the well-known Charles Lenormant another famous archaeologist and numismatist who followed Champollion in Egypt and died in Athens in 1859. F. Lenormant was one of the founders of the journal La Gazette Archeologique. Together with his numismatic work, he was interested in ancient history and the civilisations of the Near East. He published the following works: Manuel d'Histoire Ancienne de I'Orient jusqu aux Guerres Mediques, 1968, Lettres assyriologiques sur I' histoire et les antiquites de l'Asie, 1871, as well as the three volume work: La monnaie dans l' Antiquite, 1873-1879. His work, Origines de I'histoire d'apres la Bible et les traditions des peuples orientaux, 1880-1882, appeared shortly before his death. Andre Leroi-Gourhan (1911-1986) French academic, prehistorian and ethnologist. At the age of 25 he was awarded a doctorate in Human and Natural Sciences and degrees in Chinese and Russian from the Institut National des Langues et Civilisations Orientales in Paris, In 1936 he headed an ethnological expedition of the Musee de l' Homme, in the Far East. In 1945 he was appointed professor in Lyon. In 1956 he was appointed to the chair of Prehistoric Ethnology at the Sorbonne and taught at the College de France from 1970 up to his death. He excavated intensively at two of the greatest Palaeolithic sites in France, the caves of Arcy-sur-Cure and the open-air site of Pincevent; there he was the first to apply the method of horizontal strata revelation, which permitted the horizontal distribution of finds to be studied, thus opening up a new vista for Prehistoric research. He also applied himself to the study of art and proposed a new interpretation, based on the symbolism of sexuality. He was the author of many works, some of which are: Evolution et techniques, Paris 1943-1946, Les fouilles prehistoriques: techniques et methodes, Paris 1950, Le geste et la parole, Paris 1964, Prehistoire de I'art occidental, Paris 1965. He was also the editor of the journal Gallia Prehistoire. The surface survey in Eleia, NW Peloponnese, was not followed up by an excavation, and so Leroi-Gourhan was unable to put his techniques and excavation methods for Palaeolithic sites into practice. Had been able to apply his methods in the field, the course of Prehistoric research might have been different.
(cont. from part I) Paris 1965. He was also the editor of the journal Gallia Prehistoire. The surface survey in Eleia, NW Peloponnese, was not followed up by an excavation, and so Leroi-Gourhan was unable to put his techniques and excavation methods for Palaeolithic sites into practice. Had he been able to apply his methods in the field, the course of Prehistoric research might have been different. Henry de Lumley (1934) French prehistorian. Professor of Prehistory and Director of the Musee National d' Histoire Naturelle in Paris. He has been involved with the Early and Middle Prehistoric periods and has headed excavations on many Palaeolithic sites in the south of France, as in the Tautavel caves, where the well-known human skull, Hortus, Lazaret, Terra Amata, was discovered. He also directed the research on Mount Bego, in the Vallee des Merveilles, in the south of France, where the rock paintings of the Bronze-Stone Age and the Bronze Age were discovered. He organised the 9th Congress of the Union Internationale des Sciences Prehistoriques et Protohistoriques (UISPP), wich took place in Nice, France, in 1976. Within the framework of the Prehistory laboratory he is in charge of, he promotes interdisciplinary cooperation, with emphasis on the Quarternarys Geology and the study ot the palaeoenvironment. His works include; Le Paleolithique inferieur et Moyen du Midi mediterraneen dans son carde geologique, Paris 1969-1971, Une cabane acheuleenne dans la grotte du Lazaret (Nice), Paris 1969, Le Grandiose et le Sacre, Aix-en-Provence 1995. He has edited the three volume work La Prehistoire Frangaise, Paris 1976, and he is also the editor of the journal L'Anthropoiogie. Adalbert Markovitz (1897-1941) An active member of Austria's and Germany's spelaeological organisations, Markovitz was initially involved in the scientific research of karstic formations in Central Europe, Austria in particular. During the period 1928-1940, he carried out extensive spelaeological research and systematic excavations in Greece, with the assistance of the Anthropology Museum of the University of Athens. His research aimed to confirm his belief, that human presence and habitation in the Helladic region occurred as early as the Palaeolithic period. This was contrary to the established archaeological view of the time, both in Greece and abroad, which held that the Greek geographical region had been settled for the first time during the Neolithic period, through migrations from the north. The Zaimi cave (no 413), at Kakia Skala in the Megarid, was the first to produce positive results, with the discovery of stromatographic horizons and cultural remains belonging to an earlier period than the Neolithic one. This has become his better known search, through his publications in the Annals of the Hellenic Anthropological Society of 1928, 1929, 1930, 1931, the Spelaeological Jahrbuch (Wien), 1932-1933, the Mitteilungen der Geographischen Gesellschaft.. 1932, the Mitteilungen uber Hoelen und Karstforschung, 1933, the Forschungen und Fortschitte (Berlin), 1933. The later excavations of the Ulbrich cave in Nauplia, confirmed the basic conclusions from the Kakia Skala region. In recognition of his research, Markovitz was awarded a doctorship in Prehistory by the University of Vienna and was appointed professor of Prehistory and Geography in Paris. A direct follow-up of Markovitz' research activities in Greece were the excavations of R. Stampfuss in the Seidi cave of Kopais and those of L. Reisch in the Kefalari cave of the Argolid, which brought to light Upper Palaeolithic habitattional horizons. Vladimir Milojcic (1918-1978) German prehistorian. Professor of Prehistory and Director of the institute of Prehistory and Protohistory at Heidelberg University in Germany. He taught at the Universities of Munich and Saarbruken, and from 1958 at the University of Heidelberg. From 1953 he headed the German expedition in Thessaly, Greece, where he excavated a large number of Neolithic and Bronge Age sites. Milojcic was among the first to support the thesis that the Balkan peninsula represented, in chronological and cultural terms, the interim zone between the Near East and Central Europe. His scholarly works include: Chronologie der Jungeren Steinzeit Mittel- und Sudosteuropas, Berlin 1953, Hauptergebnisse der deutschen Ausgrabungen in Thessaiien 1953-1958, Bonn 1961, Das prakeramische Neolithikum sowie die Tier- und Pfianzenreste, Bonn 1965. He was also the editor of the series Beitrage zum Ur- und Frugeschichtlichen Archaologie des Mittelmeer-Kulturaumes. Milojcic promoted research in Thessaly's Palaeolithic period through a series of surface surveys of archaeological character, which was combined with the systematic study of the remains in the Thessalic plain sediments, by H. Schneider and D. Jung, and that of its fauna, by J. Boessneck. The conclusions were published in a classic work, for the Palaeolithic period of Greece, entitled Paiaolithikum urn Larissa in Thessaiien, Bonn 1965. Hugo Obermaier (1877-1946) German clergyman and archaeologist. He studied Theology and Prehistoric Archaeology at the University of Vienna, where he submitted his doctoral thesis "Beitrage zur Kenntnis des Quartars in den Pyrenaen" (Contribution to the Knowledge of the Quarternary in the Pyrenees). From 1909 until 1911 he taught Prehistory in Vienna and from 1910 until 1914 at the Institut de Paleontologie Humaine in Paris, where Breuil was also a professor. During the next twenty years, he devoted himself to field research in many European countries, among which Spain: Italy and Switzerland. In 1939 he was appointed professor of Prehistory at the University of Freiburg in Switzerland. His publications include: Der Mensch der Vorzeit, Berlin 1912, Fossil Man in Spain, London 1924, Las pinturas rupestres de !os Allaedores de Tromon, Teruel, Madrid 1927 (with Breuil). Aris Poulianos (1924) Greek anthropologist. Born on the island of Ikaria, he studied at the University of New York and was awarded his Ph.D. by the University of Moskow. He has been an active Member of New York's Academy of Sciences, since 1987. As a member of the Executive Committee of the University of Patras (1965-1967), he founded the first Faculty of Biology in a Greek university. During his stay in Moscow, he worked mainly in the Faculty of the Origins of Races at the Institute of Anthropology: of the Academy of Sciences. He is the author of five books and numerous anthropological publications. He has formulated substantial theories on the biological continuity of Greece's population and he is the founder of the Anthropological Society of Greece (with many annexes throughout the country). He is a member of the Permanent International Council of Anthropological and Ethnological Sciences. He founded the Anthropology Museum of Petralona, which houses exhibits from all over Greece. He publishes the journal Anthropos. He carries out Palaeoantropological excavations in Halkidiki (Petralona: where the well-known ossified human skull was found, Nea Triglia, Vrasta, etc.), in Western Macedonia (Pentavrysso, Perdika, Ptolemais, etc.), surface surveys throughout Greece since 1965, as well as human measurements of individuals, ranging from the Pacific (Ainou) to the Atlantic Ocean (Basques). Elisabeth Schmid (1912-1994) German prehistorian and academic. She studied Prehistory, Geology, Palaeontology and Ancient Zoology at the University of Freiburg in Germany. From 1937 until 1962 she taught at the Universities of Bonn, Cologne and Freiburg. In 1960 she was appointed professor of Prehistory at the University of Basle and in 1976 she was the first woman to become Rector of the Shool of Natural Sciences. In 1953 she founded, with pofessor R. Laur-Belart, the Prehistory Research Centre, in collaboration with the Swiss Archaeological Society. Together with her teaching and research activities, she worked for the establishment of a permanent exhibition of Prehistory at the Basle Ethnographic Museum, and was an active member of the Swiss Prehistoric Society. Her Atlas of Animal Bones, Amsterdam 1972, is her most well-known publication. Schmid broadened the horizons of Prehistoric research by using the Natural Sciences and especially Enzymatology and Ancient Zoology, a pioneering approach at the time. Moreover, the purpose of her excavation trench at Seidi was, as she herself emphasised, "... die noch offenen Fragen vor allern der Sediments und der Fauna zu beantworten". Avgoustos Sordinas (1927) Professor emeritus of the Ionian University. He studied Anthropology and Prehistoric Archaeology at Harvard University, where he submitted his doctoral thesis: "The Prehistory of the Ionian Islands" (1968). During the years 1958 to 1960 he carried out research on the Midpalaeolithic period (Sangoan) in West Africa, under Oliver Davies of the Legon University in Ghana. From 1961 till 1964 he specialised in France's Upper Palaeolithic period, under professor Hallam Movius (Harvard University's excavations in Abri Pataud, in the Dordogne). As professor of Anthropology, at Memphis State University in the USA, he undertook various research expeditions, e.g. in Greece (Palaeontology and Archaeology of Pleistocene, as well as studies on the material equipment of traditional agricultural groups), in Colombian-Ecuador (Prehistoric Archaeology), on lake Titikaka (the material equipment of the Oury tribe) and on other locations. Works: investigations of the Prehistory of Corfu during 1964-1966, Contributions to the Archaeology of Saudi Arabia, The Papyrus Boat: A Primitive Navigational Craft in Western Corfu, and others. Rudolf Stampfuss (1904-) German archaeologist. He studied Archaeology at Tubingen. In 1928 he was appointed Director of the Museum of Duisburg and in 1935 he took over the teaching of Prehistory at the Paedagogic Academy of Dortmund. He published numerous texts on Germany's Prehistory and Protohistory. His publications are, to a large extent, archaeological studies of the Neolithic and the Bronze Age, mainly in the Rhineland. Dimitris Theocharis (1919-1977) Greek archaeologist, prehistorian and academic, one of the pioneers in the Remotest Prehistory of Greece. He studied at the University of Thessaloniki and did post-graduate work at the University of Heidelberg (1958-1960) in Germany. He continued his studies at the Musee de I'Homme in Paris, at Cambridge University and the Institute of Archaeology in London. As Ephor of Antiquities in Thessaly, he organised the new exhibition in the Museum of Volos. In collaboration with his wife, archaeologist M. Theochari, the then assistant professor G. Hourmouziades and a team of German archaeologists under V. Milojcic, he promoted research in Thessaly's Prehistoric age, excavating numerous Neolithic sites and extending Sesklo's excavations, thus continuing Ch. Tsounta's work. He taught at the University of Thessaloniki during the last years of his life. Theocharis is the first Greek archaeologist to take a direct and effective interest in the study of the Prehistoric period, by undertaking surface surveys and by publishing his findings on sets of stone implements. In his texts a scientific, descriptive terminology in Greek was tested for the first time. Among his publications we single out two monumental works: The Dawn of Thessalic Prehistory, Volos 1967, and Neolithic Greece, Athens 1971.

Η προσωποποίηση της Αλχημίας από την εκκλησία της Παναγίας των Παρισίων
Στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος του περιοδικού στην Αλχημία εξετάζουμε την παρουσία και την εξέλιξή της από την ελληνιστική ως τη μεσοβυζαντινή περίοδο, με άξονα την αλλαγή των αντιλήψεων και την δύσκολη επιβίωση της επιστήμης αυτής σε έναν κόσμο που συνεχώς μεταβάλλεται. Από την αρχαιότητα, όταν η αλχημική έρευνα θεωρούνταν ως ένα θέμα απόλυτα φυσικό και ενδιαφέρον για την εξήγηση του κόσμου, περνάμε στους ελληνιστικούς χρόνους, όταν οι θετικές επιστήμες σημείωσαν σημαντική ανάπτυξη. Η φθίνουσα πορεία του φιλοσοφικού προβληματισμού στην Ελλάδα οδηγεί στη μετατόπιση της πνευματικής αναζήτησης ανατολικά (Μ. Ασία, Αίγυπτο, Συρία), όπου πολλοί Έλληνες ζητούν καταφύγιο στις αυλές φωτισμένων βασιλέων και προωθούν την έρευνα στα μαθηματικά, την αστρονομία, τη μηχανική, την ιατρική και τη φυσιογνωσία. Για τους φιλοσόφους, και γενικά τους σκεπτόμενους της Ανατολικής Μεσογείου, η θεωρία της ενότητας της ύλης, την οποία υποστηρίζει η Αρχή Μία- Αλχημία, απόλυτα ορθολογιστική για τα σημερινά δεδομένα, έγινε αποδεκτή και υιοθετήθηκε.
Τα στοιχεία του Πυρός και του Αέρος, τα οποία περιέχονται στη Γη και το Ύδωρ (μικρογραφία του 15ου αι.)
Οι θετικές επιστήμες σημείωσαν σημαντική ανάπτυξη κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Οι Έλληνες διανοούμενοι είχαν την ευχέρεια της προσβάσεως σε όλα τα ελληνιστικά βασίλεια της ΝΑ Μεσογείου και της Ανατολής, των οποίων οι βασιλείς πρόθυμα παραχωρούσαν τα οικονομικά μέσα για να ιδρυθούν επιστημονικά εργαστήρια και βιβλιοθήκες. Από τον Γ΄ π.Χ. αιώνα, ανεφάνησαν και μεγάλοι μαθηματικοί (Ευκλείδης, Απολλώνιος ο Περγαίος) μηχανικοί (Αρχιμήδης, Κτησίβιος, Ήρων ο Αλεξανδρεύς), αστρονόμοι (Αρίσταρχος ο Σάμιος, Ίππαρχος), αναπτύχθηκε η φυσιογνωστική επιστήμη (Θεόφραστος) και εμφανίστηκαν διάσημοι ιατροί (Ηρόφιλος, Ερασίστρατος).
Τις ορθολογικές θεωρίες κατείχαν και οι αλχημιστές. Στην βάση της Ερμητικής Φιλοσοφίας υφίσταται ένας σημαντικός Πρώτος Νόμος: η Ενότης της Ύλης. Η Ύλη δηλαδή είναι μία (Πρώτη Αρχή ή Αρχή Μία), αλλά μπορεί να πάρει διάφορες μορφές μέσω των οποίων έχει την δυνατότητα να συνδυαστεί με τον εαυτό της και να παραγάγει άπειρα νέα σώματα. Οι αλχημιστές εφάρμοζαν κάποιες τεχνικές μεθόδους, καθαρά φυσικές, διά των οποίων προσπαθούσαν να επιταχύνουν τις διαδικασίες της Φύσεως, για συγκεκριμένες περιπτώσεις μετουσιώσεως της ύλης.
Οι αλχημιστές εκτός από την συμπαντική Πρώτη Ύλη δέχονταν τρεις αρχές (θείον, υδράργυρος, άλας) και τέσσερα θεωρητικά στοιχεία (αήρ, γη, πυρ, ύδωρ), τα οποία δεν αντιπροσώπευαν μόνο φυσικές καταστάσεις της ύλης, αλλά και ιδιότητες αυτής.
Τα αρχαία δεδομένα για την ερμηνεία της τάξης πίσω από το χάος που απεικονίζονται στη μυθολογία δείχνουν να συμφωνούν με τις σύγχρονες αντιλήψεις περί ψυχολογίας, κυρίως με αυτές του Γιουνγκ.
Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη προσέφερε το θεμέλιο για την αλχημιστική θεωρία και πρακτική και άλλες φιλοσοφίες συνέβαλαν στην τελική δομή. Η στωική ιδέα για το καθολικό κοσμικό πνεύμα και την «σπερματική αρχή» ενίσχυσε τις έμφυτες στην αλχημία βιταλιστικές αντιλήψεις, ενώ η πνευματική όψη της ευρωπαϊκής αλχημίας προέρχεται από την Γνωστική σκέψη.
Το ηλιακό φως υπό την επίδραση του Υδραργύρου των Φιλοσόφων (Rosarium philosophorum, 1550)
Oι χρόνοι από τον Παύλο Αιμίλιο μέχρι τον Πομπήιο αποτελούν την χειρότερη περίοδο της υποδούλωσης του ελληνισμού. Ωστόσο η ελληνική φιλοσοφία και τέχνη επιβάλλουν στην Ρώμη τον πολιτισμό και όλο και περισσότεροι Ρωμαίοι αναζητούσαν σχολές ή διδασκάλους στην Ελλάδα, για να μορφωθούν (Κικέρων, Βρούτος, Κάσσιος, Καίσαρ). Όμως την ίδια περίοδο η Αθήνα και η υπόλοιπη Ελλάδα, με ελάχιστες εξαιρέσεις (Πλούταρχος, Δέξιππος, Πολύαινος), απουσιάζουν από το πεδίο των γραμμάτων, αντίθετα με τη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, τη Συρία και την Περσία που εμφανίζουν λογοτέχνες, ιστορικούς και επιστήμονες (Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Αππιανός, Αίλιος Αριστείδης, Παυσανίας, Φλάβιος Αρριανός, Στράβων, Δίων Κάσσιος, Πολύβιος κ.ά.). Στο νέο πνευματικό κέντρο του τότε κόσμου, την Αλεξάνδρεια, καλλιεργούνται πλέον οι επιστήμες, μεταξύ αυτών και η Αλχημία. Η Αλχημία υπήρξε μία πραγματική φυσική επιστήμη, με τις δικές της θεωρίες, οι οποίες είχαν σκοπό να δώσουν μια ορθολογιστική ερμηνεία της ύλης και να επαληθεύσουν μια συμπαντική κοσμογονία.
Οι Ρωμαίοι, κατεξοχήν λαός πολεμικός, επηρεάστηκαν κυρίως από τον Στωικισμό. Ο Ποσειδώνιος προσπάθησε να συμβιβάσει τον Στωικισμό με τον Πλατωνισμό και τον Αριστοτελισμό, σε μια μυστικιστική φιλοσοφία, διαποτισμένη με θεολογικό πνεύμα. Πιθανότατα ήταν αλχημιστής, δεδομένου ότι παραδεχόταν την ύπαρξη μιας ζωτικής δύναμης, που πηγάζει από τον Ήλιο και με την θερμογόνο πνοή της (πνεύμα) ξεχύνεται στον κόσμο.
Ο Επικουρισμός επίσης επηρέασε θετικά ονομαστούς στοχαστές και μεγάλους ποιητές (Βιργίλιος, Οράτιος) και κατέκτησε τον Λουκρήτιο. Ο Τίτος Λουκρήτιος Κάρος ασπάζεται τις ατομικές αντιλήψεις του αρχαίου υλισμού. Διακηρύσσει ότι τίποτα δεν μπορεί να προκύψει από το τίποτα, διά της θεϊκής θελήσεως, ενώ εκφράζει μια πρώτη εικασία για την αιωνιότητα της ύλης: τίποτα δεν περιστρέφεται στο τίποτα. Στο πρόσωπο του Λουκρητίου η αρχαία Ρώμη ανέδειξε τον πλέον επιφανή υλιστή, αλχημιστή και αθεϊστή φιλόσοφο.
Απεικόνιση πυρφόρου βλήματος σε ναυμαχία (βυζαντινό χειρόγραφο)
Ο πλέον αξιόπιστος από τους αλχημιστές των πρωτοχριστιανικών αιώνων είναι ο Ζώσιμος ο Πανοπολίτης (5ο αι.). Στο βιβλίο του με τίτλο Ιμούθ αναφέρεται στην γένεση της Αλχημίας και σε μια παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος των τεχνών ήταν ο Χημεύ, από τον οποίο προέρχεται «το όνομα της χημείας». Το βιβλικό όνομα Χημεύ απαντά και στην Αίγυπτο.
Tον 10ο και 11ο αιώνα, γράφτηκε ένα είδος εγκυκλοπαιδείας, καθαρά χημικής, στην οποία διαχωρίσθηκαν η Μαγεία, η Αστρολογία και η Ιατρική. Oι επιστήμες αυτές αρχικά πρέπει να ήσαν ενωμένες και ίσως αυτό εξηγεί την καύση στην Αίγυπτο, από τον Διοκλητιανό, όλων των αλχημικών βιβλίων και την εντολή του Θεοδοσιανού Κώδικα να καίγονται τα βιβλία που έχουν ως αντικείμενο αυτές τις επιστήμες μαζί με τους συγγραφείς τους. Και σήμερα ακόμα η Αλχημία κατατάσσεται στις απόκρυφες επιστήμες, μαζί με την Μαγεία και την Μαγγανεία.
Την αντίληψη της Αλχημίας για τον κόσμο και την ζωή μέσα σε αυτόν μας δίνει επιγραμματικά το κείμενο του Σμαράγδινου Πίνακος. Κατά την παράδοση το κείμενο ήταν χαραγμένο σε ένα μεγάλο σμαράγδι, το οποίο βρέθηκε στον τάφο του Ερμού του Τρισμεγίστου. Πρόκειται για μια σύνθεση της αλχημικής σκέψεως πάνω στην προέλευση της ζωής, την φιλοσοφία της ύλης και τις αρετές της φιλοσοφικής λίθου. Παράλληλα, όμως, για τον «μυημένο» περιέχει πλήρεις και σαφείς οδηγίες για την τέλεση του «Μεγάλου Έργου».
Τον 5ο αιώνα, πολλοί αλχημιστές, όταν αυτοκράτορες όπως ο Θεοδόσιος, ο Ζήνων και ο Ιουστινιανός κήρυσσαν διωγμούς, τόσο κατά των εθνικών όσο και κατά των αιρετικών χριστιανών, έβρισκαν καταφύγιο στην Συρία, επαρχία μεν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά ανεκτική στην γνώση και την φιλοσοφία.
Τον 7ο αιώνα, ανέρχεται στο τότε διεθνές προσκήνιο το έθνος των Αράβων. Οι Άραβες, με τον φανατισμό της νεοσύστατης μονοθεϊστικής θρησκείας τους, κατέστρεψαν όλους τους χριστιανικούς ναούς και σχολές στην Αλεξάνδρεια, την Ιερουσαλήμ και την Αντιόχεια. Το κλίμα ηρέμησε κάπως με την δυναστεία των Ομμεϋαδών, οι οποίοι έδειξαν ενδιαφέρον και για την Αλχημία. Ο Ομμεϋάδας Χαλίφης Χαλίντ εξελίχθηκε σε ικανότατο αλχημιστή και ιδρυτή του αραβικού κλάδου της Αλχημίας. Ένας από τους διαπρεπέστερους αλχημιστές της εποχής του και δάσκαλος του Χαλίντ, ο οποίος, κατά τα αραβικά λεξικά, πέτυχε το «Μέγα Έργο», δηλαδή την μετατροπή ενός αγενούς μετάλλου σε χρυσό, ήταν ο Ελληνοσύριος Μοριανός. Το έργο του Βίβλος των συνθέσεων της Αλχημίας είναι ιδιαίτερα γνωστό, διότι δι’ αυτού εισήχθη αργότερα η Αλχημία στην Δυτική Ευρώπη.
Ο Θεός κατασκευαστής του κόσμου (περ. 1250, Σχολιασμένη Βίβλος)
Η Αλχημία, δεν εμφανίζεται με αυτό το όνομα μέχρι τον 8ο αιώνα. Τα παλαιότερα γραπτά πειστήρια που διαθέτουμε για την Αλχημία είναι οι πάπυροι της βιβλιοθήκης της Λυόν. Πρόκειται για ελληνικά κείμενα, γραμμένα στην Αίγυπτο, τα οποία βρέθηκαν τοποθετημένα πάνω σε μούμιες. Ανάγονται στον 3ο αιώνα και περιέχουν θρησκευτικές επικλήσεις, αλλά και συνταγές μεταλλουργών. Οι γνώσεις αυτές υποδηλώνονταν ήδη με το όνομα Χημεία ή Χυμεία, όπως μας πληροφορεί ένα χριστιανικό κείμενο του Ζωσίμου Πανοπολίτου τον 5ο αιώνα.
Οι αλχημιστές, τουλάχιστον των πρωτοχριστιανικών χρόνων, εφάρμοζαν την εργαστηριακή πειραματική χημεία και πρέπει να φτάσουμε στον 6ο αιώνα, στον Ολυμπιόδωρο, για να βρούμε έναν λόγιο, ο οποίος να εξετάζει θεωρητικά την Αλχημία, χωρίς τις πρακτικές εφαρμογές της.
Από τους προηγούμενους αιώνες, ένα ήδη σύνθετο σύνολο πειραματικών συσκευών έχει χρησιμοποιηθεί από τους σοφούς. Το βασικό όργανο, που είχε τότε εφευρεθεί, είναι ο άμβυξ, διυλιστήρας με τον οποίο έγινε η ανακάλυψη της απόσταξης, πρώτης γνωστής μεθόδου, κατά την οποία με μόνη την δράση του πυρός και σε ένα μόνο δοχείο, αποσυντίθενται και αναλύονται τα υλικά σώματα. Εκεί που υπήρχε πάντοτε σύγχυσηήταν στην ορολογία, καθώς οι παρασκευαστές, στο ίδιο πείραμα, έδιναν διαφορετικά ονόματα. Εν τούτοις, ένα σύνολο ειδικών αλχημικών συμβόλων είχε καθιερωθεί ήδη από το 2000 π.Χ. με μινωικά ιερογλυφικά και γράμματα. Πέραν αυτών, το πλέον γνωστό εικονικό σύμβολο της Αλχημίας είναι εκείνο το οποίο παριστάνει ένα ερπετό που δαγκώνει την ουρά του («Ουροβόρος Όφις»). Η πρώτη παράστασή του χρονολογείται στον 10ο αιώνα
Περί τον Ε΄ αιώνα π.Χ., γράφεται ένα έργο, με σκοπό να εκθέσει την θεωρία της Αλχημίας στο πλαίσιο της συριακής παιδείας της Μέσης Ανατολής. Οι Άραβες δάσκαλοι του 8ου αιώνα θα το θεωρήσουν ως σύνοψη ολόκληρης της κοσμογονικής επιστήμης. Η Ευρώπη, όμως, θα το παραλάβει σε αραβική γλώσσα μόλις τον 10ο αιώνα, και η λατινική του μετάφραση θα παραμείνει άγνωστη, με μοναδική εξαίρεση την τελευταία του σελίδα. Η σελίδα αυτή, με το όνομα «Σμαράγδινος Πίναξ» θα έχει μιαν εκπληκτική τύχη: θα αποτελέσει για τους επόμενους οκτώ αιώνες την σύνοψη της Αλχημικής Γνώσεως.
Σύμφωνα με το εγκυκλοπαιδικό αραβικό λεξικό Khitab-al-Fihrist, ο πρώτος μουσουλμάνος που ασχολήθηκε με την συλλογή και την μετάφραση αρχαίων αλχημικών έργων ήταν ο Ομμεϋάδας πρίγκιπας Αλή μπεν Γεζίντ μπεν Μοαούγια.
Η "Κυρία της Φυλακωπής", πήλινο ειδώλιο από τη Φυλακωπή της Μήλου. 1200 π.Χ., Υστεροκυκλαδική ΙΙΙ περίοδος.
Τα ανθρωπόμορφα ειδώλια από την Εγγύς Ανατολή και το Μυκηναϊκό Ελλαδικό χώρο κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού αποτελούν πολυτιμότατα στοιχεία τα οποία υποβοηθούν τη μελέτη της προϊστορικής θρησκείας η οποία εμφανίζεται σε ορισμένα σημεία της κοινή σε όλη την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Πρόκειται άραγε για απεικονίσεις ή παραλλαγές αρχαιότατων θηλυκών θεοτήτων; πολεμιστές θεούς και θεοποιημένους βασιλείς; ομοιώματα λατρευτών ή αναθήματα και προσφορές σε ιερούς χώρους και αποθέτες; Στο κείμενο παρουσιάζονται πληροφορίες σχετικά με την προέλευση, την εμφάνιση, τις χειρονομίες των ειδωλίων και τα αρχαιολογικά δεδομένα από σημαντικές και επιλεγμένες θέσεις της Μυκηναϊκής Ελλάδας και της Εγγύς Ανατολής όπου έχουν βρεθεί αρκετά από αυτά. Επίσης εξετάζεται και ο διαπολιτισμικός χαρακτήρας μερικών από αυτά πάντοτε σε συνάρτηση με το ερώτημα ποιούς μπορεί να απεικονίζουν και τι πιθανόν να συμβολίζουν τα ειδώλια αυτού του τύπου.
Η αγορά της Θεσσαλονίκης (αξονομετρική αναπαράσταση).
Μετά το θάνατο του Φιλίππου Β΄, ο γιος του, Αλέξανδρος Γ΄, ανακηρύσσεται διάδοχός του και κληρονομεί μαζί με το μακεδονικό βασίλειο το όραμα του Φιλίππου για τιμωρία των Περσών και απόκτηση ελέγχου στην Ανατολή. Στην εκστρατεία του αυτή, ο μακεδόνας μονάρχης δεν έχει μοναδικό στόχο την εκδίκηση, αλλά και την επέκταση. Έτσι, μαζί με τις νίκες των Περσών, προβαίνει στην ίδρυση νέων πόλεων ή την αποκατάσταση των παλαιών ελληνικών, με συνέπεια να δημιουργηθούν νέα εμπορικά κέντρα (π.χ. η Αλεξάνδρεια), ή να ανθήσουν παλαιά ελληνικά (π.χ. η Μίλητος), τα οποία είχαν πέσει σε μαρασμό κατά τη διάρκεια της κατοχής και της εκμετάλλευσής τους από τους Πέρσες. Συνεπώς, τα κέντρα των εμπορικών, αλλά και πολιτικών και θρησκευτικών δραστηριοτήτων αυτών των πόλεων, οι αγορές, αποκτούν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο και επηρεάζουν τη διακίνηση των αγαθών για αιώνες μετά το θάνατο του μακεδόνα στρατηλάτη. Πόλεις, όπως η Πέλλα –που αποτέλεσε τη γενέτειρα και αφετηρία της εκστρατείας του ηγεμόνα των Ελλήνων–αλλά και η Μίλητος, η Πριήνη, η Έφεσος, η Μαγνησία παρά τον Μαίανδρο, η Αλεξάνδρεια, η Κυρήνη –οι οποίες υπήρξαν σταθμοί του– σώζουν μέχρι σήμερα ίχνη απτά της ιδιαίτερης σημασίας τους ως εμπορικών σταθμών, επιδεικνύοντας αξιόλογες αρχαίες αγορές. Δίπλα σε αυτές συνεξετάζονται και πόλεις σαν τη Θεσσαλονίκη και το Πέργαμο, που δεν υπάρχουν βέβαια την εποχή του διαδόχου του Φιλίππου, ιδρύονται όμως μετά το πέρασμά του, ως συνέπεια της πολιτισμικής του κληρονομιάς, και διασώζουν αρχαίες αγορές εξαίρετης λαμπρότητας.
Η "Στήλη του Αποχαιρετισμού". Μετά τα μέσα του 4ου αι. π.Χ., Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Η εργασία αυτή ασχολείται με την ερμηνεία του Θέματος του τελευταίου αποχαιρετισμού , έτσι όπως αυτός διατυπώθηκε, μέσα από τις αρχαίες επιτύμβιες στήλες , μέσα από μία σειρά έργων του Γ. Μόραλη, και μέσα από το έργο του νεώτερου καλλιτέχνη Σ. Καραβούzη. Μια ομάδα σπουδαστών του τμήματος συντήρησης έργων τέχνης του ΙΕΚ Ηλιούπολης στο πλαίσιο διεύρυνσης των αξόνων του μαθήματος «Αρμονικές Χαράξεις-Μετρική ανάλυση» ερεύνησε τις ομοιότητες ,τις διαφορές, τα κρυμμένα γεωμετρικά σχήματα, που κάνουν τα έργα αυτά διαχρονικά, αποκαλύπτοντας συνθέσεις που υπόκεινται σε απόλυτα οργανωμένους κανόνες..Με τον τρόπο αυτό, μελετώντας ιδιαίτερα τη σημασία της Χρυσής τομής και συγκρίνοντας με συγκεκριμένη μεθοδολογία, έγινε ευκρινής η αντίληψη ότι το θέμα μπορεί να παραμένει η αντίθεση ζωής – Θανάτου, αλλά η ερμηνεία είναι διαφορετική, σύμφωνα με τα μηνύματα που θέλει να περάσει ο καλλιτέχνης.
Αργαλειός με βάρη στα άκρα των νημάτων του στημονιού.
Το άρθρο “Γήρανση των υφανσίμων ινών – Αναφορά στα παλαιά, αρχαιολογικά υφάσματα” αναφέρεται στη γήρανση των ινών που χρησιμοποιούνται για την ύφανση των υφασμάτων. Περιγράφονται διάφοροι παράγοντες που προκαλούν την καταστροφή των νημάτων από λινό, μαλλί, μετάξι και βαμβάκι στο πέρασμα του χρόνου. Αρχαιολογικά υφάσματα και παλαιά υφάσματα, ύφανση των ινών πριν από χιλιάδες χρόνια, συνθήκες έκθεσης των υφασμάτων αυτών στα μουσεία για την επιβράδυνση της περαιτέρω φθοράς τους.
Άποψη του αναστηλωμένου κτηρίου των Στρατώνων στην Υπάτη, το οποίο στεγάζει το Βυζαντινό Μουσείο Φθιώτιδας.
Το Βυζαντινό Μουσείο Φθιώτιδας στεγάζεται στο αναστηλωμένο κτήριο των Στρατώνων στην Υπάτη. Το Μουσείο δημιουργήθηκε με πρόθεση να φέρει τον επισκέπτη σε επαφή με τη ζωή που αναπτύχθηκε στην περιοχή κατά τους παλαιοχριστιανικούς και βυζαντινούς χρόνους. Το υλικό της έκθεσης προέρχεται από ανασκαφές στη βασιλική των Δαφνουσίων και τα γειτονικά της κτίσματα, στην Υπάτη, το Θαυμακό, την Πελασγία και τον Αχινό, αλλά και από αντικείμενα μικροτεχνίας και αρχιτεκτονικά μέλη που φυλάσσονταν στις αποθήκες της ΙΔ΄ ΕΠΚΑ, στο Μουσείο Λαμίας και την Αρχαιολογική Συλλογή Αταλάντης. Εκτίθεται επίσης συλλογή νομισμάτων που παραχώρησε στο Μουσείο ο Υπαταίος συλλέκτης Κ. Κοτσίλης.
Διεύθυνση: Υπάτη (Στρατώνες του Όθωνα)
Ώρες λειτουργίας: Τρίτη-Κυριακή 9.00-15.00
τηλ. 22310-98079
fax: 22310-98070
Ο χώρος της ανασκαφής στα Πριόνια Γρεβενών.
Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα των ανασκαφών που διενεργήθηκαν από τη Λ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κατά το έτος 2007 στην Αιανή και στα Γρεβενά (αρχαιολογικοί χώροι που κατακλύζονται από το φράγμα Ιλαρίωνα στον μέσο ρου του Αλιάκμονα, θέση Ιβάνη Πριονίων).
Κ. Βολανάκης, "Δύο ψαράδικα" (λεπτομέρεια) (περ. 1890).
Βιβλιοπαρουσίαση του ογκώδους, πολυτελούς τόμου που εξέδωσε η Τράπεζα της Ελλάδος, με 169 ζωγραφικούς πίνακες και χαρακτικά, απάνθισμα από τη μεγάλη καλλιτεχνική συλλογή της.
Journal of Mediterranean Archaeology, λογότυπο
Από το τεύχος 20/2 (2007) του Journal of Mediterranean Archaeologyπαρουσιάζεται το άρθρο της Lindy Crewe "Sophistication in simplicity: The first production of wheelmade pottery on Late Bronze Age Cyprus".
Η εισαγωγική οθόνη του MAVI
Το MAVI - Musée achéménide virtuel et interactif αποτελεί τμήμα του ιστότοπου Achemenet, που είναι αφιερωμένος στο βασίλειο της Περσίας στην αχαιμενιδική περίοδο, δηλαδή από τις απαρχές μέχρι την ελληνιστική εποχή και την κατάκτησή του από τον Μέγα Αλέξανδρο (περίπου 550-330 π.Χ.), καθώς και στους γειτονικούς πολιτισμούς που επηρέασαν τους Πέρσες.
Παρουσιάζει χαρακτηριστικά αντικείμενα απ’ όλη την επικράτεια της περσικής αυτοκρατορίας, από τον Ινδό ποταμό μέχρι τη Μεσόγειο, τα οποία βρίσκονται σε διάφορες συλλογές ανά τον κόσμο – Λούβρο, Εθνική Βιβλιοθήκη Γαλλίας, Βρετανικό Μουσείο, Oriental Institute of Chicago, καθώς επίσης και σε ολλανδικά, γερμανικά και τουρκικά μουσεία. Επιλέχθηκαν αντικείμενα κάθε είδους - αρχιτεκτονικά μέλη, γλυπτά, νομίσματα, σφραγιδόλιθοι, κοσμήματα, αγγεία, κ.ά. –, ή υλικού – μεταλλικά, γυάλινα, λίθινα, ξύλινα, κ.ά., καθώς και σχεδιαστικές αποτυπώσεις αρχαιολογικών θέσεων και μνημείων της αρχαίας Περσίας από περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα. Με τη συνδρομή ερευνητών συγκεντρώθηκαν και καταγράφηκαν οι βασικές επιστημονικές πληροφορίες για κάθε έργο, ενώ οι 8.000 περίπου φωτογραφίες τους ψηφιοποιήθηκαν σε πολύ υψηλή ανάλυση.
Η εξερεύνηση του περιεχομένου γίνεται σε πέντε ενότητες: τις συλλογές, οργανωμένες κατά μουσεία και φορείς, τις γεωγραφικές περιοχές προέλευσης των αντικειμένων (χάρτης με τις θέσεις, από τις οποίες μόνο τρεις είναι προς το παρόν ενεργές – Δασκύλειον, Μέμφις, Κιλικία), τα είδη των αντικειμένων, τα σχέδια των περιηγητών και τα εικονογραφικά θέματα, και συμπληρώνονται με σύντομη εισαγωγή στην ιστορία της περσικής αυτοκρατορίας. Άλλες λειτουργίες: δυνατότητα δημιουργίας προσωπικής συλλογής, αναζήτηση με ελεύθερο κείμενο, κατατοπιστική βοήθεια με αφήγηση, καθώς και εργαλεία διαδραστικής εξερεύνησης των εικόνων των αντικειμένων, που σπάνια απαντούν στα συστήματα πληροφόρησης στον Παγκόσμιο Ιστό.
Άποψη του αρχαιολογικού χώρου του Σκάρκου, που τιμήθηκε με το Βραβείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ε.Ε. και της Europa Nostra
Ειδήσεις: Αρχαίο νεκροταφείο στη Βούλα, Σώζονται κάποια από τα αρχαία που έφερε στο φως το μετρό, Κλειστό το Μέγαρο Ιπποτών Ρόδου, Κατεβαίνουν τα τελευταία γλυπτά του Παρθενώνα, Κίνηση πολιτών για την προστασία των αρχαίων θεάτρων κ.ά.
Εκθέσεις: Δύο ελληνικές εκθέσεις στο Πεκίνο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, Η Βαβυλώνα στο Λούβρο, Η Ακρόπολη στο Βερολίνο κ.ά.
Συνέδρια: Επιστροφή Πολιτιστικών Αγαθών στις Χώρες Προέλευσής τους, Πολιτισμός, Παγκοσμιοποίηση και Εθνικές Κουλτούρες, Σπήλαιο Αλεπότρυπας: 50 χρόνια κ.ά.
Διαλέξεις: Tο τέλειο λουκέτο, Το έργο της Βρετανικής Σχολής το 2007, Οι Αστυνόμοι της Περγάμου, Η διχογνωμία για την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης κ.ά.
Βιβλία: Pierre Herrmann, Itinéraires des voies romaines. De l’antiquité au Moyen Age, Αφροδίτη Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών, David Watkinson και Virginia Neal, Αρχαιολογικά ευρήματα. Πρώτα σωστικά μέτρα στην ανασκαφή, κ.ά.
Το άγαλμα του Αγία, στο Μουσείο των Δελφών.
Η συντακτική επιτροπή του περιοδικού σκέφτηκε πως θα ήταν ευχάριστο για τους αναγνώστες μας να βρίσκουν κάθε τόσο μια πρόταση για εκδρομή. Μια εκδρομή σε γνωστά μέρη που όμως θα τους αποκαλύψει κάτι καινούργιο!
Σε αυτό το τεύχος, το περιοδικό διάλεξε για προορισμό του τα Φάρσαλα, πόλη ονομαστή για το χαλβά της, που αξίζει να γίνει ευρύτερα γνωστή και για την ιστορία της. Τα σημερινά Φάρσαλα είναι χτισμένα επάνω στην αρχαία Φθία, την πρωτεύουσα του βασιλείου των Μυρμιδόνων. Είναι η γενέτειρα του Αχιλλέα. Η πόλη στην οποία εμφανίζονται οι πηγές του Ενιππέα ή Φαρσαλιώτη ή Απιδανού ποταμού.
Στην παρουσίαση, θα βρείτε χρήσιμες πρακτικές πληροφορίες (πού να μείνετε ή πού να φάτε…), την ιστορία της πόλης και τα αξιοθέατα που μπορείτε να επισκεφθείτε.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Στα Αρχαιομετρικά Νέα μπορείτε να διαβάσετε:
-Τα Πρακτικά του 4ου Συμποσίου Αρχαιομετρίας της ΕΑΕ
-Το 5ο Συμπόσιο Αρχαιομετρίας της ΕΑΕ
-Το 37ο Διεθνές Συνέδριο Αρχαιομετρίας
-Επιστημονική ημερίδα για την έρευνα στο σπήλαιο Αλεπότρυπα Διρού
-Διημερίδα Αρχαιολογίας Περιβάλλοντος στο ΑΠΘ
-Νέες εκδόσεις: Ορολογία της Αρχαίας Μεταλλείας, Τα μεταλλικά ορυκτά της Ελλάδος

Το λογότυπο του περιοδικού.
Ο Αύγουστος, είτε ως ο Εκατομβαιών είτε ως ο Μεταγειτνιών του αττικού ημερολογίου, το οποίο ξεκινούσε με την πρώτη Νέα Σελήνη μετά το θερινό ηλιοστάσιο, ήταν αφιερωμένος στον θεό Απόλλωνα, τον πολυαγαπημένο θεό του φωτός και της μουσικής. Τον ίδιο που νίκησε τον αρχετυπικό δράκοντα και τον οποίο συμβουλεύονταν μέσω της Πυθίας στο Μαντείο των Δελφών. O διάλογος με τους θεούς, τα ουράνια σώματα και οι κύκλοι της φύσης ήταν μέρος της καθημερινής εμπειρίας.
Η πρωτοχρονιά ήταν μέσα στο καλοκαίρι. Μέσα στο καλοκαίρι γιορτάζονταν και τα Κρόνια. Την ημέρα εκείνη, οι δούλοι ήταν ελεύθεροι. Εκείνη τη μέρα μόνο. Μπορούσαν, μάλιστα, να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με τους ελεύθερους πολίτες και να φάνε, να πιουν μαζί τους. Αυτό συνέβαινε και στη Χρυσή Εποχή, όμως βρίσκονταν πλέον μακριά της.
Αυτό που συνέβαινε τη Xρυσή Eποχή του μακρινού παρελθόντος είναι το τωρινό όνειρο για ένα μέλλον που φαντάζει μακρινό. Η επιθυμία των ανθρώπων για ουσιαστική ισότητα και ουσιαστική ελευθερία, για κοινωνική δικαιοσύνη, για σύμπραξη και αρμονική συνύπαρξη παραμένει διαχρονική. Είναι μια ουτοπία στην οποία μονίμως θα στοχεύουμε και κάθε προσέγγισή της θα είναι λόγος για γιορτή.
Η Katja Sporn στην ταράτσα του DAI Αθηνών (φωτ.: Νίκος Χρυσικάκης).
Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε στο Παράρτημα Αθηνών του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου όταν το 2014 ανέλαβε τη διεύθυνσή του μια κυρία. Τα ενδιαφέροντα της δρος Katja Sporn περιλαμβάνουν την αρχαία τοπογραφία, την εικονογραφία της αρχαίας πλαστικής σε συνδυασμό με τη μελέτη της λειτουργίας και των συμφραζομένων της, τα εικονιστικά ειδώλια και την πολιτισμική τους σημασία, την ιστορία της έρευνας και πρόσληψης της αρχαιότητας. Διευθύνει, επίσης, μια συναρπαστική ανασκαφή–σπαζοκεφαλιά στο Καλαπόδι Φθιώτιδας.
Το πρώιμο κελτικό κέντρο εξουσίας του Χόυνεμπουργκ γύρω στο 600 π.Χ. (γραφική αναπαράσταση: Landesamt für Denkmalpflege im Regierungspräsidium Stuttgart/Faber Courtial).
Χόυνεμπουργκ, ένα πρώιμο κελτικό κέντρο εξουσίας στον Άνω Δούναβη. Πολυάριθμα ευρήματα τεκμηριώνουν επαφές με τον μεσογειακό χώρο — για παράδειγμα, τα πενήντα οκτώ τμήματα αττικών μελανόμορφων αγγείων ή τα εισηγμένα από τη Μεσόγειο κτερίσματα στους μεγαλοπρεπείς τάφους, όπως ο μνημειακός ελληνικός χάλκινος λέβητας. Είναι σαφές ότι τον πρώιμο 6ο αιώνα π.Χ. ζούσαν στην περιοχή οικοδόμοι, τεχνίτες και καλλιτέχνες που είχαν μάθει την τέχνη τους στον μεσογειακό χώρο ή και προέρχονταν από αυτόν.
Αεροφωτογραφία του χώρου της Τίρυνθας από τα ΒΔ με την πρόσφατη ελληνογερμανική ανασκαφή συνεργασίας στον χώρο της κάτω πόλης (σε πρώτο πλάνο) και τη μυκηναϊκή ακρόπολη (φωτ.: Ν.Ε. Μανιαδάκης [AIRmania] / Α. Παπαδημητρίου).
Σύμφωνα με τους συγγραφείς του άρθρου, τα αποτελέσματα της έρευνας των τελευταίων δεκαετιών καθιστούν σαφές ότι ο συλλήβδην χαρακτηρισμός της Μετα-ανακτορικής περιόδου ως αφετηρίας των «Σκοτεινών Αιώνων» είναι αδόκιμος και ότι για την αξιολόγηση των συνθηκών που επικρατούσαν κατά τις δεκαετίες πριν και μετά την καταστροφή των ανακτόρων επιβάλλεται να γίνει μια πιο λεπτομερής και πολυδιάστατη διαφοροποίηση απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Η θέση που συνέβαλε τα μέγιστα στην ανάδειξη της συνέχειας μεταξύ της Ανακτορικής και Μετα-ανακτορικής εποχής είναι η Τίρυνθα. Όπως τονίζεται στο άρθρο, φαίνεται ότι μόνο μετά την καταστροφή των ανακτόρων, η θέση αυτή αποδεσμεύτηκε από τη σκιά των Μυκηνών και αναδείχθηκε στο πλέον σημαντικό περιφερειακό κέντρο του 12ου αι. π.Χ.
Αεροφωτογραφία του χώρου της ανασκαφής (D-DAI-ATH-2020-1555, φωτ.: S. Biernath).
Η ανασκαφέας παρουσιάζει ένα πολύ παλιό και σεβάσμιο ιερό, μοναδικό από πολλές απόψεις. Η μακρά ζωή του εκτείνεται από τον 14ο αιώνα π.Χ. έως τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορική περίοδο και περιλαμβάνει μια ασυνήθιστη λατρευτική εγκατάσταση της Μυκηναϊκής περιόδου. Το ιερό, που βρίσκεται στην ίδια περιοχή με το μαντείο των Δελφών αλλά στο αντίθετο άκρο, ανήκε άραγε στην Άρτεμη της Υάμπολης ή στον Απόλλωνα των Αβών;
Άποψη της νότιας μνημειακής ενότητας από βορειοδυτικά μετά το έργο αποκατάστασης (D-DAI-ATH-2020-2600, φωτ.: E. Laufer).
Τα πολυεπίπεδα ερείπια των λατρευτικών κτηρίων στο Καλαπόδι, διατεταγμένα σε δύο παράλληλες μνημειακές ενότητες, μαρτυρούν τα διάφορα στάδια της αρχαίας ναοδομίας ξεκινώντας από τα προϊστορικά χρόνια. Στα έργα εφαρμόστηκαν καινοτόμες και ιδιαίτερες τεχνικές, καθώς και η συγχρονική αναστήλωση ενός κλασικού αδύτου πάνω σε ένα άλλο, γεωμετρικό, αφού παράλληλα εξασφαλίστηκε ένα υπόγειο δίκτυο αποστράγγισης των υδάτων.
Αεροφωτογραφία του μέσου ρου της Κοιλάδας του Κηφισού από τα ανατολικά. DAI Αθηνών / K. Sporn.
Ένα κοινό ερευνητικό πρόγραμμα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Φθιώτιδας και Ευρυτανίας και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών διεξάγεται από το 2017 στην κοιλάδα του Κηφισού ποταμού, στη Φθιώτιδα. Κύριο αντικείμενο του προγράμματος είναι η εξερεύνηση της εν λόγω περιοχής, που αποτελεί την κεντρική δίοδο από τη Θεσσαλία προς τη Βοιωτία και τη νότια Ελλάδα, και η μελέτη της εξέλιξης των αρχαίων οικισμών της, με αφετηρία την κατανόηση του φυσικού τοπίου. Σε μια διεπιστημονική προσέγγιση συνδυάζονται οι επιμέρους αρχαιολογικές, γεωφυσικές, γεωμορφολογικές, γεωδαιτικές και τοπογραφικές έρευνες.
Η έδρα του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα, 1925-1927 (D-DAI-ATH-Athen-Varia-0582, φωτ.: E. Kunze).
Τριάντα περίπου χρόνια χρειάστηκαν για να πάρει το κτήριο του DAI Αθηνών τη σημερινή του μορφή, προσαρμόζοντας τη μεγαλοαστική κατοικία που είχε ανεγείρει ο H. Schliemann στις ερευνητικές ανάγκες του. Ο E. Ziller, αρχιτέκτονας του αρχικού οικοδομήματος (1888), δημιούργησε ένα χαρακτηριστικό δείγμα της εποχής του όψιμου κλασικισμού με βιεννέζικες επιρροές και έβαλε έντονη τη σφραγίδα του στον αρχιτεκτονικό διάκοσμο, συνθέτοντας τελικά ένα απαύγασμα της αισθητικής του.
Σάμος. Κατά τη διάρκεια συγκόλλησης τμήματος της κεφαλής με το πρόσωπο του Κούρου (D-DAI-ATH-2017-31540, φωτ.: H. Kyrieleis).
Το DAI Αθηνών απασχολούσε ανέκαθεν συντηρητές αρχαιοτήτων σε κάθε αρχαιολογικό χώρο και ανασκαφή όπου έχει αναλάβει δράση, πρακτική που σκοπεύει να ενισχύσει, αναπτύσσοντας παράλληλα και την έννοια της προληπτικής συντήρησης.
Προμετωπίδα του ημερολογίου από το ταξίδι του H.G. Lolling στη Θεσσαλία (αρχείο H.G. Lolling).
Τα προσωπικά αρχεία του DAI, παρακολουθώντας την ιστορία του, φωτίζουν πολλές πτυχές της αρχαιολογικής έρευνας στην Ελλάδα. Με κριτήριο τους δημιουργούς και την ιδιότητά τους τα αρχεία ταξινομούνται σε τέσσερις γενικές κατηγορίες: αρχεία ενεργών στελεχών του DAI Αθηνών, αρχεία σχετιζόμενων ερευνητών και εξωτερικών συνεργατών, αρχεία παλαιών ταξιδιωτικών υποτρόφων και, τέλος, στην πολυπληθέστερη κατηγορία ανήκουν τα προσωπικά αρχεία διαφόρων λογίων και ερευνητών.
Άποψη των καταλοίπων του Δίπτερου ΙΙ προς τα ανατολικά, περ. 1764 (χαρακτικό του 1821). D-DAI-ATH-Diversa-0058. Αναπαράσταση σύμφωνα με το The Society of Dilettanti [εκδ.], Antiquities of Ionia I, 1821, κεφ. 5, πίν. 2.
Το Ηραίον ήταν το κύριο εκτός των τειχών ιερό της αρχαίας πόλης της Σάμου, η οποία βρισκόταν στο ανατολικό άκρο της πεδιάδας. Προστάτιδα θεά της πόλης ήταν η Ήρα. Σε αντίθεση με τα πανελλήνια ιερά στην Ολυμπία ή στους Δελφούς, η εξέλιξη του Ηραίου συνδεόταν επομένως στενά με την τύχη και την ευημερία της κοινότητας των πιστών του. Στην αρχαιότητα, η θέση ήταν γνωστή κυρίως για την παλαιότητα της λατρείας της και για τον ναό (Δίπτερος ΙΙ), τον οποίο ο Ηρόδοτος εγκωμίαζε ως τον μεγαλύτερο ναό της Ελλάδας (Ιστορίαι 3.60).

Νόμισμα της Ρόδου με παράσταση της κεφαλής του θεού Ήλιου, προστάτη της πόλης, και με το έμβλημά της, το ρόδον.
Τα ίχνη κατοίκησης στη Ρόδο ανάγονται στα νεολιθικά χρόνια και την πρώιμη εποχή του Χαλκού. Ακολουθεί ο εποικισμός των Αχαιών στο βόρειο τμήμα του νησιού. Γέφυρα ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, η Ρόδος θα γίνει καθαρά δωρικό νησί. Στην εξάπολη που ιδρύουν οι Δωριείς συμμετέχουν η Λίνδος, η Κάμιρος και η Ιαλυσός. Οι αποικίες στη Σικελία, την Παμφυλία, την Ισπανία και τις Βαλεαρίδες νήσους, η κοπή νομισμάτων από τον 6ο αιώνα μιλούν για την ακμή του νησιού. Προικισμένη με πέντε λιμάνια, η πόλη της Ρόδου με το δημοκρατικό της πολίτευμα αναδείχθηκε στην πρώτη πόλη. Τη θέση του επώνυμου άρχοντα κατείχε ο εκάστοτε ιερέας του Ήλιου. Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, αναχωρώντας άπρακτος από την πολιορκία της (305-304 π.Χ.), εγκατέλειψε τα πολεμικά του μηχανήματα. Εκποιώντας τα, οι Ρόδιοι κατασκεύασαν τον Κολοσσό που καταστράφηκε από σεισμό το 227-226 π.Χ. Απεικονίσεις του σώζονται σε νομίσματα. Την περίοδο ευμάρειας που ακολουθεί διακόπτουν οι Ρωμαίοι. Με το τέλος της αρχαιότητας νέα ζωή αρχίζει για το νησί. Το 4ο αιώνα μ.Χ. η Ρόδος προάγεται σε Μητρόπολη των Νήσων.
Τα γράμματα και οι τέχνες καλλιεργήθηκαν από νωρίς. Ποιητές ήταν οι Πείσανδρος, Κλεόβουλος του Ευαγόρα, Τιμοκρέων, Αναξανδρίδης, Απολλώνιος ο Ρόδιος. Φιλόσοφοι ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος και ο Εύδημος που έφερε στο νησί την περιπατητική φιλοσοφία. Τον 2ο αιώνα π.Χ. οικονομική και πολιτισμική άνθηση συμβαδίζουν. Κέντρο εφάμιλλο της Αθήνας, η Ρόδος προσελκύει ξένους σπουδαστές. Μαθητές του στωικού Παναίτιου, ήταν ο Εκάτων ο Ρόδιος και ο Ποσειδώνιος. Στη Ρόδο δίδαξε ο Διονύσιος ο Θραξ και έζησε για χρόνια ο αστρονόμος και μαθηματικός Ίππαρχος. Από τη ροδιακή γλυπτική ξεχωρίζουν η Νίκη της Σαμοθράκης και το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα, γνωστό σε μας από ρωμαϊκό αντίγραφο.
Αγία Λουκία, τοιχογραφία δυτικοευρωπαϊκής τάσης του 14ου αιώνα από την Παναγία του Κάστρου.
Η Ρόδος υπήρξε ο σύνδεσμος της Κωνσταντινούπολης με τις πλούσιες επαρχίες της Αιγύπτου και της Συρίας. Από τα μεγάλα σπίτια και τα γιγαντιαία μνημεία της πόλης του 5ου και του 6ου αιώνα μ.Χ. σώζονται τρεις τεράστιες βασιλικές. Από τον 7ο αιώνα τα πλοία που έρχονται στο λιμάνι παύουν να είναι «ήμερα». Ανήκουν στον βυζαντινό στόλο που απειλεί τους Άραβες της Αιγύπτου και της Συρίας. Αντίστροφα, οι Άραβες κάνουν συχνά το νησί ορμητήριο για τις δικές τους επιθέσεις. Στις ανασκαφές αποκαλύφθηκε «φρούριο» στην πόλη από το β’ μισό του 7ου αιώνα.
Στα μεσοβυζαντινά χρόνια το λιμάνι της Ρόδου υποδέχεται πλοία από όλη την Ευρώπη. Με άδεια του αυτοκράτορα, οι Βενετοί εγκαθιστούν σταθμό στο νησί (1082). Κτίζονται η Παναγιά του Κάστρου και ο Άγιος Φανούριος. Τοιχογραφίες υψηλής ποιότητας διακοσμούν ανώνυμο εκκλησάκι στη μεσαιωνική πόλη και το Καθολικό της Μονής του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο Θάρι. Πλούσιες βιβλιοθήκες σχηματίζονται σε μοναστήρια του νησιού. Ανεξάρτητη, η Ρόδος συνάπτει στο α’ μισό του 13ου αιώνα συμμαχίες και συμφωνίες με το Βυζάντιο και με τη Δύση.
Οι ιππότες του Αγίου Ιωάννη κυριεύουν το νησί το 1309. Το λιμάνι της Ρόδου ανοίγεται στην Ευρώπη και διακινεί κάθε λογής αγαθά. Τραπεζικές και εμπορικές εταιρείες εγκαθίστανται στο νησί. Τον πλούτο των Ελλήνων περιγράφει «Το θανατικό της Ρόδου». Δυο σημαντικές βιοτεχνίες εμφανίζονται που παράγουν σαπούνι και ζάχαρη.
Η πλούσια κοινωνική διαστρωμάτωση της πόλης, από τους ευγενείς και τους πλούσιους ως τον υπόκοσμο, ενσωματώνει εμπόρους, στρατιώτες, εφοπλιστές, τεχνίτες από κάθε άκρο της Ευρώπης. Στη διάρκεια της Ιπποτοκρατίας αναπτύσσεται και τάξη λογίων.
Η τειχισμένη πόλη με τους Έλληνες, τους Φράγκους, τους Ανατολίτες, περιτριγυρισμένη από κήπους κατάφυτους με οπωροφόρα δέντρα, χωριζόταν με εσωτερικό τείχος σε δυο άνισα μέρη. Το μικρότερο, το Κολλάκιο, ήταν το διοικητικό κέντρο ενώ το μεγαλύτερο ήταν η καθαυτό πόλη. Εκτός από τους Εβραίους που ζούσαν στο ανατολικό της τμήμα, όλοι οι άλλοι ζούσαν ανάκατα, παλάτια γειτόνευαν με φτωχόσπιτα.
Στις μέρες των ιπποτών (1309-1522), η αστική αρχιτεκτονική διακρίνεται σε δυο περιόδους με όριο το έτος 1480/81, όταν οι βομβαρδισμοί της πολιορκίας από τους Οθωμανούς και ένας καταστροφικός σεισμός προκαλούν ευρεία ανοικοδόμηση. Χτισμένα με τα πρότυπα της γοτθικής τέχνης όπως είχαν διαμορφωθεί στη νότια Γαλλία, τα κτήρια είναι από πωρόλιθο με ισόδομο σύστημα. Στο πέρασμα από τον 15ο στον 16ο αιώνα, έρχεται στη Ρόδο η ιταλική αναγεννησιακή τέχνη. Ανάλογη με την κοσμική αρχιτεκτονική ήταν και η εκκλησιαστική. Από τις 29 εκκλησίες που σώζονται στη μεσαιωνική πόλη, ο Άγιος Ιωάννης του Κολλάκιου και η Παναγιά του Μπούργκου αποτελούν δείγματα δυτικοευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής. Οι άλλες 24 ακολουθούν πέντε βυζαντινούς τύπους με δημοφιλέστερο τον μονόχωρο καμαροσκέπαστο. Η παραγωγή μνημειακής ζωγραφικής είναι εντυπωσιακή και εμφανίζει τρεις διακριτές φάσεις: τη δυτικοευρωπαϊκή, την παλαιολόγεια-βυζαντινή και την «εκλεκτική». Στα χέρια των Οθωμανών από το 1522, το νησί βλέπει την οικονομική δραστηριότητα και τον πολιτισμό του να υποβαθμίζονται. Ωστόσο, ο αφελληνισμός του ελληνικού στοιχείου επιχειρήθηκε μόνο επί ιταλικής κατοχής (1912-1947).
Ψηφιδωτό. Κυρήνη, 6ος αι. μ.Χ. Άγαλμα με ακτινωτό στεφάνι και ξίφος (Κολοσσός) έχει στηθεί πάνω στον Φάρο (της Αλεξάνδρειας).
Η κατασκευή του Κολοσσού συνδέεται με το ιστορικό γεγονός της ανεπιτυχούς πολιορκίας της πόλης της Ρόδου από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή (305-304 π.Χ.). Η σωτηρία της πόλης αποδόθηκε στον προστάτη της θεό Ήλιο. Οι τεράστιες ποσότητες χαλκού και σιδήρου από τις μηχανές που άφησε πίσω του ο Δημήτριος έγιναν το υλικό κατασκευής του αγάλματος του Ήλιου. Γλύπτης ήταν ο Χάρης από τη Λίνδο, μαθητής του ονομαστού Λύσιππου. Το μεγαλύτερο άγαλμα του ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου είχε ύψος 70 πήχεις, δηλαδή 31-32 μέτρα, είχε κοστίσει 300 τάλαντα και είχε ολοκληρωθεί γύρω στο 292 π.Χ.
«Εμακύνοντο κολοσσόν προς Όλυμπον» φέρεται να έγραφε το χαραγμένο στη μαρμάρινη βάση επίγραμμα. Όταν ο σεισμός του 226 π.Χ. γκρέμισε τον Κολοσσό, οι Ρόδιοι απέφυγαν να τον ανακατασκευάσουν. Ο Φίλων, στον οποίο αποδίδεται το κείμενο «Περί των επτά θαυμάτων» (αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ.), μας πληροφορεί ότι ο Χάρης τον κατασκεύαζε τμηματικά, από κάτω προς τα πάνω, χυτεύοντας και προσαρμόζοντας τα μέλη το ένα πάνω στο άλλο. Τη σταθερότητα του αγάλματος εξασφάλιζαν οι χτισμένοι στο εσωτερικό του ογκόλιθοι που συνδέονταν με σιδερένιο πλέγμα. Εικάζεται ότι ο Κολοσσός, ορατός από όσους έρχονταν από τη θάλασσα, εδραζόταν στη στεριά. Οι μαρτυρίες και οι ιχνογραφικές αναπαραστάσεις του Κολοσσού στο λιμάνι οφείλονται στη φαντασία δυτικών περιηγητών και χρονικογράφων. Η ανυπαρξία αντιγράφων δεν επιτρέπει σοβαρές υποθέσεις για την αρχική μορφή του Κολοσσού.
Πρόταση αναστήλωσης της ελληνιστικής Στοάς και του ναού της Λινδίας Αθηνάς από τον Paolini, Memorie II, Rhodos 1938, πίν. XIV
Στο ψηλότερο σημείο της Ακρόπολης της Λίνδου, ο μικρός δωρικός ναός της Αθηνάς πήρε τη θέση του αρχαϊκού ναού που κάηκε το 392 π.Χ. Από τα Προπύλαια σώζεται η μεγάλη τους κλίμακα που κατεβαίνει προς την ελληνιστική Στοά. Τα μνημεία της Ακρόπολης αποκάλυψαν οι ανασκαφές (1902-1905) του δανού αρχαιολόγου K. Kinch. Στην αναστήλωση που έκαναν οι Ιταλοί το 1936, η εκτεταμένη χρήση νέας πέτρας και οπλισμένου σκυροδέματος οδήγησε στη σημερινή οξείδωση και θραύση σκυροδέματος και πέτρας. Ωστόσο, οι έλληνες μελετητές πρότειναν να διατηρηθεί το «σκηνικό» που είχε καθιερώσει η ιταλική αναστήλωση καθώς αποτελεί ιστορία του χώρου.
Οι εργασίες συντήρησης-αναστήλωσης στην Ακρόπολη άρχισαν το 1982. Η περιορισμένη εμπειρία αναστηλώσεων σε μνημεία από πωρόλιθο, το έντονα διαβρωτικό κλιματικό περιβάλλον και η απαιτούμενη αναστήλωση σε μεγάλο ύψος δυσκόλευαν το έργο. Οι βελτιώσεις απέβλεπαν στην αποκατάσταση σφαλμάτων και στην καλύτερη απόδοση της μορφής του ερειπίου. Η σύνδεση αρχιτεκτονικών μελών θα επέστρεφε στην αρχαία μέθοδο, δηλαδή στην ελεύθερη έδραση σπονδύλων με πόλους και εμπόλια από ορείχαλκο. Ο πωρόλιθος στις συμπληρώσεις θα είχε την επιθυμητή διαφοροποίηση από τον αρχαίο. Περιορισμένη χρήση λευκού τσιμέντου Δανίας με οπλισμό από τιτάνιο θα εξασφάλιζε στατικά τις επεμβάσεις.
Πρώτα συντηρήθηκαν οι πλάκες των ανδήρων της Στοάς και των Προπυλαίων. Ο φέρων οργανισμός διατηρήθηκε παρά την προχωρημένη οξείδωσή του και επενδύθηκε με εκτοξευμένο σκυρόδεμα. Η νέα κατασκευή ανεξαρτητοποιήθηκε από την αρχαία με αρμό, χρησιμοποιήθηκε μονωτικό υλικό, τοποθετήθηκε δίκτυο αποστραγγιστικών σωλήνων. Οι εργασίες για την αναστήλωση της Στοάς προχωρούν σήμερα με γοργό ρυθμό.
Άποψη του ναού του Πυθίου Απόλλωνα στη Ρόδο.
Η Χάρτα της Βενετίας (1964) και η Σύμβαση για την Προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς της Ευρώπης (1985) επεκτείνουν την έννοια του ιστορικού μνημείου στην τοποθεσία που το περιβάλλει. Τα ροδιακά μνημεία που υπάγονται στην αρμοδιότητα της ΚΒ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου είναι κατασκευασμένα από τον τοπικό πωρόλιθο και αποτελούν προέκταση του περιβάλλοντος χώρου-τοπίου. Τα στοιχεία του τοπίου ανάγονται σε στοιχειώδεις χαρακτήρες των κατασκευαστικών συνόλων. Η επιτηδευμένη σύζευξη του φυσικού κάλλους με την τέχνη ονομάστηκε αργότερα «ελληνιστικό rococo».
Εκτός από τα αλλεπάλληλα επίπεδα που δημιουργούσαν οι απαλές διαβαθμίσεις κατηφορίζοντας από την ακρόπολη ως τη θάλασσα, το «πολιτιστικό περιβάλλον» στην οικολογική του διάσταση συνθέτουν: α) το ρέμα του Ροδινιού, β) οι δενδροφυτευμένες λοφοπλαγιές της περιοχής του Καναμάτ στη νοτιοανατολική παρυφή της σύγχρονης Ρόδου και γ) οι απόκρημνες πλαγιές που ορίζουν τη δυτική παρυφή της αρχαίας ακρόπολης. Στην αρχαία ακρόπολη η χωρορρυθμική διάταξη του μνημειώδους συνόλου, που αποτελούν ο ναός του Πυθίου Απόλλωνα, το Ωδείο και το αρχαίο Στάδιο, εναρμονίζεται με τη φυσική κλίση της λοφοπλαγιάς. Λαξευμένα σε πωρόλιθο ή πωρόβραχο, το «Πτολεμαίον» στη ζώνη του Ραδινιού, τα υπόγεια Νυμφαία, τα νεκροταφεία του Καρακόνερου και του Άι Γιάννη αναδύονται μέσα από το τοπίο.
Η προστασία της μνημειακής φυσιογνωμίας του τοπίου απαιτεί τη σύνδεση με ευρύτερες πρακτικές της Εφαρμοσμένης Οικολογίας. Απειλείται κυρίως από ένα πολεοδομικό «σχεδιασμό» που, με γνώμονα την οικονομική και τουριστική υπερ-αξιοποίηση των ιδιοκτησιών, δημιουργεί την πυκνή δόμηση. Στην πόλη της Ρόδου, οι μοναδικοί χώροι-πνεύμονες είναι εκείνοι που θεσμοθετήθηκαν ως αρχαιολογικοί χώροι από την εποχή των Ιταλών.
Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου (Μαριτσά Ρόδου).
Δύο διεθνείς συναντήσεις οργανώθηκαν στην Αθήνα (1982, 1983) προκειμένου να σχεδιαστεί το Corpus βυζαντινών τοιχογραφιών από τον 7ο έως το τέλος του 15ου αιώνα στο χώρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και στις περιοχές ακτινοβολίας της. Το πρόγραμμα της Ακαδημίας Αθηνών για τις Βυζαντινές Τοιχογραφίες της Ελλάδας υιοθέτησε δυο παράλληλες προσεγγίσεις : α) το Γενικό Ευρετήριο, βασισμένο στη βιβλιογραφική αποδελτίωση και στη συμπλήρωση συνοπτικού δελτίου, δημιουργεί αρχείο των τοιχογραφημένων εκκλησιών σε συνοπτική μορφή και β) τα Ειδικά Ευρετήρια, βασισμένα σε επί τόπου έρευνα και έλεγχο των αποδελτιωμένων βιβλιογραφικών πληροφοριών, παράγουν ένα αναλυτικό ευρετήριο μνημείων κατά γεωγραφικές ενότητες. Οι επί τόπου αποστολές περιλαμβάνουν επαγγελματία φωτογράφο και αρχιτέκτονα που αποτυπώνει το μνημείο σε κάτοψη και σε προοπτικό με σηματοδότηση της θέσης και της διατήρησης των τοιχογραφιών. Στο πλαίσιο των Ειδικών Ευρετηρίων, οργανώθηκε το Ευρετήριο των Κυθήρων που αποτέλεσε πρόγραμμα-πιλότο. Το 1992, ξεκίνησαν δύο άλλα ερευνητικά προγράμματα για τη συγκρότηση Ειδικών Ευρετηρίων Βυζαντινών Τοιχογραφιών για τη Βέροια και για τα Δωδεκάνησα. Αν λάβουμε υπόψη τη γεωγραφική τους έκταση, ειδικά τα Δωδεκάνησα κατέχουν αρκετά σημαντική θέση στο Γενικό Ευρετήριο. Παράλληλα, συμμετέχουν και σε άλλο ερευνητικό πρόγραμμα της Ακαδημίας Αθηνών, το Ευρετήριο των χρονολογημένων με επιγραφή τοιχογραφικών στρωμάτων με 13 μνημεία και με τα ονόματα δυο ζωγράφων, του Αλεξίου στον Άγιο Νικόλαο στα Μαριτσά της Ρόδου (1434/5) και του Νικολάου σε εκκλησίες στο Κάστρο της Καλύμνου (1500-1520).
Σελίδα από το χειρόγραφο του Buondelmonti με το χάρτη της Ρόδου (15ος-16ος αι., Γεννάδειος Βιβλιοθήκη).
Όταν τον 4ο και 5ο αιώνα επιδρομές και σεισμοί ερημώνουν την αρχαία πόλη της Ρόδου, οι κάτοικοι κτίζουν γύρω από το κεντρικό λιμάνι μια νέα πόλη, τέσσερις φορές μικρότερη από την αρχαία. Αυτή η πόλη των βυζαντινών Ροδίων, με τις αλλαγές που υπέστη στα χρόνια της Ιπποτοκρατίας, απεικονίζεται σε χαρακτικά (1486-1700) της συλλογής του συγγραφέα.
Γύρω στο 1412, φτάνει στη Ρόδο ο φλωρεντινός ιερωμένος και ανθρωπιστής Cristoforo Buondelmonti που περιηγήθηκε επί έξι χρόνια τα νησιά και τις ακτές της Ελλάδας. Γυρίζοντας έγραψε στα λατινικά τοLiber Insularum Archipelagi που γνώρισε μεγάλη διάδοση και παρέμεινε η βάση των γεωγραφικών γνώσεων για τα νησιά του Αιγαίου ως το τέλος του 18ου αιώνα. Το λατινικό κείμενο του Buondelmonti, επαυξημένο με πρόλογο και σημειώσεις, εκδόθηκε το 1824 στη Λειψία. Μια δεύτερη έκδοση (1897) στο Παρίσι από τον Émile Legrand περιλάμβανε, εκτός από το κείμενο του Buondelmonti, μια γαλλική μετάφραση και μια ελληνική από κάποιον «ανώνυμο» Έλληνα του 16ου αιώνα.
Ο γερμανός κληρικός Bernhard von Breydenbach, επιστρέφοντας από το προσκύνημά του στους Άγιους Τόπους (1483-1484), γράφει και εκδίδει, αρχικά στα λατινικά (1486) και αργότερα σε πολλές άλλες γλώσσες, ένα «Οδοιπορικό» με τίτλο Peregrinationes in Terram Sanctam. Το «Οδοιπορικό» θεωρείται σήμερα από τα αξιολογότερα εικονογραφημένα αρχέτυπα χάρη στα χαρακτικά του E. Reuwich, φλαμανδού ζωγράφου και χαράκτη, που ο Breydenbach είχε πάρει μαζί του.
Το «Χρονικό» του Hartmann Schedel (Liber Chronicarum), που θεωρείται σταθμός και τεχνικός άθλος στην ιστορία της τυπογραφίας, τυπώθηκε στη Νυρεμβέργη το 1493. Πρόκειται για μια σύνθεση πολλών άλλων έργων, ιστορικών, γεωγραφικών και εκκλησιαστικών, από τα οποία ο Schedel άντλησε επιλεκτικά τις πληροφορίες που στη συνέχεια συνέρραψε. Αποτυπώθηκαν έτσι συγκεντρωτικά οι γνώσεις αλλά και οι αντιλήψεις για την ιστορία εκείνης της εποχής. Για την εικονογράφηση, οι χρηματοδότες απευθύνθηκαν στους Michael Wolgemut και Wilhelm που είχαν το πιο φημισμένο εργαστήριο της πόλης. Ο Pleydenwurff μάλιστα υπήρξε και δάσκαλος του Dürer. Βασικός συντελεστής στη δημιουργία του «Χρονικού» ήταν ο τυπογράφος Koberger που, σε συνεργασία με τους ζωγράφους, έκανε τις πλήρεις σελιδοποιήσεις και των δύο εκδόσεων, λατινικής και γερμανικής (1493). Το περίτεχνο παίξιμο με κείμενο και εικόνα του Koberger είναι αυτό που κυρίως λείπει από την κλεψίτυπη έκδοση του «Χρονικού» (1496). Οι ξυλογραφίες του «Χρονικού», που ξεπερνούν τις 1800, απεικονίζουν, συχνά για πρώτη φορά, πόλεις ή τοπία που ενδέχεται να είναι φανταστικά. Από τις έντεκα βυζαντινές πόλεις, μόνον το Ηράκλειο και η Ρόδος απεικονίζονται πιστά, καθώς έχουν αντιγραφεί από τις ξυλογραφίες του Reuwich.
Μετά το τέλος του κειμένου του, ο συγγραφέας παρουσιάζει χαρακτικά του 16ου και 17ου αιώνα για την πόλη της Ρόδου.
Στο τρίτο επίπεδο της σπηλιάς του Βουραϊκού Ηρακλή, το ανατολικότερο από τα δύο παράθυρα του δωματίου έχει σχήμα καμπάνας.
Η Ελίκη, πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο του Κοινού των Αχαιών, βυθίστηκε το 373 π.Χ. ύστερα από σεισμό. Για τον εντοπισμό της επιστρατεύεται ο Παυσανίας, που κατέγραψε την απόστασή της από το Αίγιο και από το σπήλαιο του Βουραϊκού Ηρακλή. Στην ανατολική Αιγιάλεια, στα νότια του χωριού Ελαιών (πρώην Τρυπιά), εντοπίστηκε σπήλαιο, λαξεμένο σε ψαμμιτικό κροκαλοπαγή βράχο. Τα υπολείμματα τοιχογραφιών επιβεβαιώνουν την τοπική παράδοση που λέει ότι η σπηλιά λειτούργησε ως εκκλησάκι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας –ίσως και στα βυζαντινά. Η ιερότητα του χώρου δεν αποκλείεται να ανάγεται στην ύπαρξη αρχαίου ιερού. Η ύπαρξη εξωτερικού δωματίου ή στοάς, με στέγη που θα στηριζόταν στις δυο εξωτερικές οριζόντιες σειρές από οπές, εναρμονίζεται με τη μορφή αρχαίου αγροτικού ιερού. Στην απεικόνιση της σπηλιάς από τον περιηγητή Blouet διακρίνεται στην πρόσοψή της λαξεμένο κεφάλι, μάλλον λιονταριού. Το κεφάλι, που καταστράφηκε στο σεισμό του 1861, είναι σύμβολο που ταιριάζει στον Ηρακλή. Ακόμη, η εσωτερική διαμόρφωση του σπηλαίου σε επάλληλα επίπεδα και χώρους αλλά και τα εξωτερικά σκαλιά της ανατολικής πλευράς που οδηγούν στην κορυφή του βράχου, αρμόζουν στη λειτουργία αρχαίου μαντικού αγροτικού ιερού. Μια συστηματική ανασκαφή του σπηλαίου είτε θα το ταυτίσει με το μαντικό σπήλαιο του Βουραϊκού Ηρακλή ή, στην αντίθετη περίπτωση, θα κατευθύνει την έρευνα για την Ελίκη ανατολικότερα.
Σχέδιο όπου σημειώνεται το σημείο που βρέθηκε η επιγραφή.
Το Λιμάνι Πασά, εύφορη κοιλάδα ανάμεσα σε λόφους που καταλήγει σε μικρό θαλάσσιο όρμο, βρίσκεται στη νότια άκρη της Λαυρεωτικής. Στα κλασικά και ελληνιστικά χρόνια υπήρχε εκτεταμένος οικισμός και σημαντικό λιμάνι. Τεράστιοι σωροί αρχαίας σκουριάς μαρτυρούν την απασχόληση των κατοίκων στα μεταλλεία αργύρου και μολυβδούχου αργύρου. Σε κτηριακό συγκρότημα που χρησιμοποιήθηκε αδιάκοπα τουλάχιστον από το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. ως και τον 1ο αιώνα μ.Χ., βρέθηκε εγχάρακτη μαρμάρινη πλάκα. Με το κέντρο βάρους της συμπίπτει διαμπερής οπή, γεμισμένη με μάζα μολύβδου που προεξέχει από την πίσω πλευρά δηλώνοντας ότι η πλάκα ήταν στερεωμένη με μολύβδινο βύσμα σε τοίχο κατακόρυφο. Δυο σειρές από επτά συμβολογράμματα έχουν χαραχτεί στοιχηδόν. Τα σύμβολα έχουν τη μορφή γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου. Τα δύο πρώτα γράμματα κάθε στίχου, δύο Ε και δύο Α αντίστοιχα, πατούν πάνω σε τρισκελή σύμβολα.
Ο συγγραφέας, αφού ανασκευάσει τη μουσικολογική ερμηνεία που δόθηκε στα σύμβολα, προωθεί τη δική του ερμηνεία που είναι αριθμητική. Υποστηρίζει ότι τα σύμβολα της επιγραφής έχουν σχέση με αριθμούς που αποτελούν το «display» ενός μοναδικού ως σήμερα άβακα. Τον άβακα χρησιμοποιούσαν στις χρηματικές τους συναλλαγές όσοι εμπορεύονταν στο Λαύριο τον καθαρό και το μολυβδούχο άργυρο. Σε σύγκριση με τον άβακα της Σαλαμίνας, ο άβακας του Λαυρίου αντιπροσωπεύει μια πιο προχωρημένη τεχνολογία. Καινοτομεί με το τακτικό ή αλφαβητικό αριθμητάριο στο οποίο στηρίζεται και με το ευρύτερο «display» που διαθέτει και το οποίο πιθανόν συνοδεύεται από μια φιλοσοφία νέων αριθμών, των δεκαδικών.
Διόνυσος, χάλκινο αγαλμάτιο από τη Χόχλια Ευρυτανίας. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Οι Αγραίοι, μια από τις τοπικές φυλές που συγχωνεύτηκαν στο «Έθνος των Αιτωλών», έχουν ένα ομότυπο τοπωνύμιο, το Αγρίνιο. Το τοπωνυμικό αυτό παράγεται από μια τοπική ιεροτελεστία, τα Αγριώνια ή Αγριάνια/Αγράνια, αρχικά μαιναδική μυητική ιερουργία οργιαστικού χαρακτήρα, συγγενική της μανιοδοτικής λειτουργίας της Μεγάλης Θεάς, την οποία αργότερα προσεταιρίστηκε ο Αγριώνιος Διόνυσος ή, στη βλαστική του υπόσταση, Διόνυσος-Κισσός.
Στη Χόχλια Ευρυτανίας αποκαλύφθηκε χάλκινο αγαλμάτιο του Διόνυσου κισσοστεφανωμένου. Αλλά και στο λόφο Παλιόκαστρο, σε ελάχιστη απόσταση από το Αγρίνιο, ανασκάφηκε αρχαϊκό αγροτικό Ιερό όπου λατρευόταν ο Διόνυσος με τη Δήμητρα ή και την Άρτεμη. Η γειτονική στο Αγρίνιο Φάνα έλκει το όνομά της από τον Φάνη, το Κοσμικό Αυγό που εντάσσεται στους διονυσιακούς οργιασμούς. Οι μύθοι και οι λατρείες που σχετίζονται με τη λατρεία του Διόνυσου Κισσού ή Αγριωνίου σε διάφορα μέρη της Ελλάδας -η Σεμέλη, οι θυγατέρες του Μινύα, οι θυγατέρες του Προίτου, απόγονου του αιτωλού Οινέα- παραπέμπουν στην Αιτωλοακαρνανία.
Οι «τοπικές φυλές» της Αιτωλίας, οι Οφιονείς και οι Βουκατιείς, υποδηλώνουν ότι στην Αιτωλία συναπαντώνται ίχνη από δυο τοτεμικά κατάλοιπα. Το εθνικό Οφιονείς είναι τοτεμικό όνομα με τοτέμ γένους το φίδι και μαρτυρεί το προθεϊστικό στάδιο της φιδολατρείας στην προϊστορική Ελλάδα. Όταν το τοτέμ γίνεται θεός, η τοτεμική τελετή γίνεται θυσία. Ένα άλλο εθνικό τοτεμικής καταγωγής, οι Βουκατιείς, μας παραπέμπει στα αθηναϊκά Βουφόνια. Σε μια τοτεμική κοινωνία, αφού μέρος του ζώου προσφερθεί στο θεό, τα μέλη της κοινωνίας ακολουθούν μια μεταληπτική ιερουργία για να συνδεθούν μαζί του.
Ο Τόμας Γκόρντον με ελληνική φορεσιά. Σχέδιο του Κρατσάιζεν (Αρχείο Μουσείου Μπενάκη).
Πρόκειται για το πρώτο από τα δύο μέρη άρθρου, για τη συγγραφή του οποίου απαιτήθηκε πολύπλευρη έρευνα σε ποικίλα αρχεία.
Ο άγγλος φιλέλληνας Τόμας Γκόρντον (1788-1841), συγγραφέας τηςΙστορίας της ελληνικής επαναστάσεως (1832), άνθρωπος με σημαντικές στρατιωτικές και οργανωτικές ικανότητες, ήρθε συχνά σε σύγκρουση με ανθρώπους και καταστάσεις στην Ελλάδα της Επανάστασης. Επί Καποδίστρια συντάσσεται με τους αντικυβερνητικούς, επί Όθωνα υπερασπίζεται τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και δεν διστάζει να υποβάλει την παραίτησή του από πρόεδρος του στρατοδικείου όταν η Αντιβασιλεία τον πιέζει να εκδώσει καταδικαστικές αποφάσεις εις θάνατον.
Αν και οι πρώτες αγορές ακινήτων στο Άργος από τον Γκόρντον εντοπίζονται στις αρχές του 1829, η αγορά του οικοπέδου όπου έκτισε το σπίτι του δεν αναφέρεται παρά σε έγγραφα του 1864. Τα τελευταία του χρόνια (1833-1840) τα περνάει στην Ελλάδα υπηρετώντας και πάλι τον ελληνικό στρατό και έχοντας εγκαταστήσει στο Άργος το επιτελείο του κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των ληστών της Πελοποννήσου. Το σπίτι του ο Γκόρντον το δώρισε στον Ιάκωβο Ρόμπερτσον. Το αγόρασε το 1987 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή.
Τελετή για την επιστροφή ανθρώπινων καταλοίπων από το National Museum of Natural History, σε μέλη της φυλής.
«Ο πρώτος Κώδικας Δεοντολογίας για τις Υποχρεώσεις των Μελών απέναντι των Ιθαγενών Λαών» υιοθετήθηκε στο Β΄ Παγκόσμιο Αρχαιολογικό Συνέδριο (World Archaeological Congress) που έγινε το Σεπτέμβριο του 1990 στη Βενεζουέλα. Για πρώτη φορά «Τηρητέες Αρχές» και «Ακολουθητέοι κανόνες» διατυπώνουν τα όρια που θέτει στην Επιστήμη ο σεβασμός των ηθικών αξιών και της παράδοσης. Ο νέος Κώδικας είναι το επακόλουθο της υιοθέτησης από το Παγκόσμιο Αρχαιολογικό Συνέδριο της Συμφωνίας του Vermillon (1989) που αφορά τα «Ανθρώπινα Λείψανα».
Το εξώφυλλο της έκδοσης των πρακτικών του Συνεδρίου.
Η επιλογή του Τορίνο για τη διεξαγωγή ενός ομότιτλου με το άρθρο συνεδρίου (13-16 Ιανουαρίου 1993) δεν είναι τυχαία αφού εδώ εδρεύει το «Κέντρο Ανασκαφών του Τορίνο», που διεξάγει εδώ και χρόνια ανασκαφές στη Μεσοποταμία, εδώ διδάσκει και ο A. Invernizzi που επεξεργάζεται τις περίπου 25.000 σφραγίδες από τη Σελεύκεια την προς τω Τίγρει. Με τον αριθμό των σφραγισμάτων που έχουν αποκαλυφθεί (14.000 στη Νέα Πάφο Κύπρου, 14.000 στη Δήλο κ.α.), ο κλάδος της αρχαίας σφραγιστικής ίσως δεν αργήσει να δημιουργηθεί. Οι ανακοινώσεις των συνέδρων έθιξαν γενικότερα θεωρητικά ζητήματα αλλά και συγκεκριμένες περιπτώσεις από τις πόλεις Σελεύκεια την προς τω Τίγρει, Δούρα-Ευρωπό, Δασκύλειον της Μικράς Ασίας, Ουρ, Περσέπολη, το αρχείο Murashu κοντά στη Νιπούρ του Ιράκ, Βαβυλωνία, Uruk, Δήλο, Γιτάνη Θεσπρωτίας, Νέα Πάφο Κύπρου, Καρχηδόνα, Edfu της Άνω Αιγύπτου, Αρτάξατα (Artashat) της Αρμενίας κ.ά.
Αίθουσα του Βυζαντινού Μουσείου Καστοριάς.
Το Βυζαντινό Μουσείο Καστοριάς εγκαινιάστηκε το 1989. Οι εκθεσιακοί του χώροι, δύο μεγάλες αίθουσες και μια μικρότερη, είναι ισόγειοι και αναπτύσσονται γύρω από αίθριο. Στη μία αίθουσα λειτουργεί από το 1989 προσωρινή έκθεση βυζαντινών και μεταβυζαντινών εικόνων που χρονολογούνται από το β΄μισό του 12ου έως και τον 17ο αιώνα. Ανήκουν στη συλλογή εικόνων της Καστοριάς, μιας από τις σημαντικότερες συλλογές στον κόσμο. Οι εικόνες οργανώνονται σε έξι ενότητες που καθόρισαν την επιμέρους διαίρεση της αίθουσας με λιτά, ορθογώνια παραλληλεπίπεδα. Η δεύτερη μεγάλη αίθουσα παραμένει κλειστή ενώ στη μικρότερη εκτίθεται βοηθητικό υλικό για την καλύτερη κατανόηση της έκθεσης από τους επισκέπτες.
Το σπίτι του Μακρυγιάννη στο Άργος.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Ο Δίας χάρισε τη Ρόδο στον Ήλιο.
Σε μια άλλη διάσταση μας μεταφέρει η Μαριάννα Στραπατσάκη με την έκθεση video-ζωγραφικής στη Ρόδο. Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, Νότο και Βορρά, η Ρόδος, με τα κοχύλια στην κορυφή των βουνών της, αναδύεται από τη θάλασσα. Προστάτης της ο Ήλιος. Εικόνες που μας ταξιδεύουν μακριά, στην πρωταρχική γνώση.
The restoration and reconstruction works on the Acropolis of Lindos are mainly carried out in the temple of the Lydian Athena, the Hellenistic stoa and the terrace of the stoa and the propylaea. In 1936 the monuments of the Acropolis of Lindos were studied and restored by the Italians. However, these reconstruction works proved to be catastrophic for the temple of the Athena, because the "new" material of that time, reinforced concrete, destroyed not only the stones on which it was applied but also all those with which it came into contact.We have already experienced this from other relevant monuments such as the Acropolis of Athens where reinforced concrete has been used. In 1985 the Greek Archaeological Service included the Acropolis of Lindos in the programme of reconstruction, a project which is still in progress.
The Chart of Venice (1964) and the Contract for the Protection of the Architectural Heritage of Europe (Granada 1985) determine the mutual relationship between the protection of monuments and their surrounding landscape. In the case of Rhodes these directives gain a special significance since the Rhodian monuments are either built of local limestone or carved on the natural rock. The protection of the monumental physiognomy of the locale, as it has survived on Rhodes, should be linked with the practices of applied ecology if an environmental balance within the modern city is required.
Roman rule deprives the island of Rhodes of its privileges, but cannot diminish its strategic significance in the Aegean. Thus the island continues to prosper during the Early Christian era as shown by many important edifices, both religious and secular. In the fourteenth century the Knights of the Order of St. John conquer Rhodes. They built palaces, city-walls and churches and decorate them with impressive wall-paintings and the life of the island totally changes, by adopting many Western elements.In 1522 however, Rhodes falls to the Ottomans after a series of fierce battles. From then on the island fell into obscurity from where, for purely reasons of prestige , fascist Italy, which occupied Rhodes in 1912, tried to elevate it. In 1947, heavily oppressed, the Rhodians waited for their liberation and the union of their island with Greece. Since then the island of Rhodes has become an international centre for tourism . "
The city of Rhodes, celebrating the 2.400 years since its foundation, is the capital of an island which had already been inhabited since the Neolithic Age. The island of Rhodes served as a bridge between the East and West and the North and South and soon became a commercial and cultural centre,its fame reaching the Heraclean Columns (the present Straits of Gibraltar). Although throughout Antiquity Rhodes tried to remain neutral by participating in various alliances, its naval strength and prosperity forced it to be continuously involved in numerous conflicts. Great schools were founded on the island and many artists, philosophers and mathematicians lived and created there. Its splendour continued through the Roman period, when illustrious Romans attended its schools. The island of Rhodes has always suffered greatly from earthquakes -to which it owes its emergence from the sea bed. The big earthquake of 227-226 BC destroyed not only the city of Rhodes, which however was rebuilt, but also the famous Colossus, the statue of the Sun god, protector of the island, counted among the Seven Wonders of the ancient world.
The city of Rhodes has been inhabited for 2.400 years. The catastrophic Peloponnesian War (431-404 BC) forced the till then prosperous towns of the island — lalyssos, Cameiros, Lindos— to unite their forces by founding the city of Rhodes in 408/407 BC in a prominent location. The city-planning was designed by the famous architect and town-planner Hippodamus. The city was fortified and soon became powerful due to its naval and trade supremacy. It was embellished with wonderful monumental pieces of sculpture,the works of excellent artists. Among them the so-called Colossus still remains legendary -destroyed by an earthquake in 226/227 BC, although Pliny mentions thousands of such statues that each of them alone could make any town in its own right. The city of Rhodes owed its splendour to the intensive cultivation of the arts and letters,drawing all the famous personalities of the time. The city managed to repulse the fierce attacks of Demetrius Poliorcites, in 306 BC, and Mithridates in 88 BC. Destructive earthquakes and hostile invasions weakened Rhodes's defenses, so finally in 42 BC the city was occupied by the Roman general Cassius, who, although educated in Rhodes, ruined the city, looted its treasures and ordered most of its marvellous works of art to be transferred to Rome. In the centuries that followed Rhodes suffered more catastrophic invasions and earthquakes (155, 344, 515 AD). The walls and fortifications of the city were rebuilt in the Byzantine era and were later reinforced by towers and turrets by the Knights of the Order of St. John, when they made the island their base, from 1309 to 1522, year of the occupation of Rhodes by the Turks. Other foreigners, the Italians, ruled the island from 1912 to 1948.In about 1412 Cristoforo Buondelmonti, a vicar in the church of St. Maria Oltraar-no, arrived in Rhodes and stayed there until 1420. In the meantime he studied the ancient Greek writers, visited many islands and wrote the book Liber Insularum, a basic work on the Aegean islands until the late eighteenth century. Leaving Rhodes he did not miss the opportunity to take with him —as a gesture of magnanimity — rare, valuable Greek codices that enriched the Medici library in Florence. The original books was lost but copies of it survived in various libraries. The first full edition, in Latin, was published in Leipzig; the second edition, published in 1897 in Paris by Emile Legrand, included passages translated in Greek by some unknown Greek scholar as well as a translation of the Greek text. From a copy of this edition, which was written by the famous caligrapher of the Seraglio Emmanuel Miller, the author of this article quotes here some abstracts about Rhodes. A second important document was bequeathed to posterity by the German clergyman Bernhard von Breydenbach, who travelled from Venice, a pilgrim to the Holy Land, to the monastery of St. Catherine at Sinai, visiting during his itinerary the Greek harbours of Corfu, Methone, Heracleion (Crete), Rhodes and Cyprus. The Itinerary, besides its text with valuable information, also includes unique illustrations, engraved by the great Flemish artist Erchard Reuwich, who accompanied Breydenbach on his trip in order to accomplish this task. The itinerary, which according to specialists had twenty-eight editions, from the first in 1486 to the last in 1522, was repeatedly published in various languages, Latin, French, German, Flemish, Polish. The Liber Chronicarum, the "Chronicle" of Hartmann Schedel, is a landmark in typography. It was written, illustrated and printed in Nuremberg in 1493. Its author composed his text drawing from older and contemporary poets, men of letters and historiographers and created a work of significant merit for those who study that period. The special interest of the book lies in the fact that it does not only supply a full compilation of the knowledge possessed by then, but it also reveals the attitude of that century towards history. The book was put> hshed in Latin and German, while another counterfeit, less expensive edition of it was easily realized, since the safeguarding of intellectual rights was unthinkable and beyond imagination at that time. The two celebrated editions of the fifteenth century, that of Itinerary and Liber Chronicarum, by B. von Breydenbach and H. Schedel respectively, were followed by minor relevant works I of the sixteenth (15 engravings] and seventeenth century (28 engravings), in which the city of Rhodes was represented.
The colossal statue of the Sun god , protector of the city of Rhodes, was erected in about 292 BC, twelve years after its construction had begun. The three hundred bronze coins required were supplied from the war machines which were abandoned at the outskirts of the city by Demetrius Poliorcetes after the misfiring of his efforts to conquer Rhodes. The identification of Rhodes with the Colossus became an intriguing subject of the human imagination after its destruction by an earthquake in 227-226 BC. Since a representation of the statue does not exist, suggestions and proposals can only be made based on the scarce information of ancient literary sources and the study of the present landscape formation.
The inventory of the Byzantine Wall-Paintings of Greece is the main research project presently carried out by the Service of Documentation of the Byzantine Monuments of Greece of the Athens Academy. The project started being carried out in 1982. The general inventory comprises separate units that deal thoroughly with the inventoring of the decorated monuments of each region of Greece. The position of the Dodecanese in the inventory is quite important: 194 wall-painted monuments have been recorded so far that exhibit 225 published layers of painting, numbers quite impressive as such, notwithstanding that they are not the final ones.
The cave, also known to the natives as the"Heracles cave", is located in eastern Aeghialeia, south of the village Elaion (Trypia). It was discovered during the search for ancient Eliki, a cultural and religious center of the "Common of Achaens", which was destroyed by an earthquake in 373 BC. The cave is carved out of a natural conglomeratic psammite rock and consists of three major levels. Relevant research has proved that the cave can be indentified with the one described by older travellers and especially by Blouet as the "cave of Heracles Vouraikos". In addition, there is data supporting its antiquity and its probable indentification with the cave of "Heracles Vouraikos".This data refers to the cave's inner formation visited and described by Pausanias. Situated at a distance of 5.5 kilometers (30 ancient stadia) from Eliki, in superimposed levels and areas as well as the flight of steps outside its eastern side that leads to the top of the rock, features that are suited to the function of an ancient, rural oracular sanctuary. Furthermore, the two series of holes on the cave's facade testify to the support of a roofed stoa or room, a building in any case appropriate to an ancient rural sanctuary. The wall-painting remnants on the ceiling of the cave bear witness to the sanctity of the site throughout the Byzantine and Postbyzantine periods.
The article deals with the religious and social parameters related to the names Agrinion, Ophioneis and Voukatieis. These in the author's opinion, refer to Prehistoric racial and intellectual expressions . At the same time the existing archaeological finds, probably representing "recordings" of these intellectual manifestations, are inventoried.
The harbour of Pasha lies on the 59th kilometer of the inland highway connecting Athens to Cape Sounion, on the southern edge of Laureotiki. The harbour is encircled by a fertile valley, surrounded by hills that gently lead to a quiet bay. Traces of ancient settlements are obvious in the entire district. Groups of houses and graves have been discovered there during the excavations carried out by the B' Ephorate of Classic Antiquities of Attica. The many finds, date from the Classic to the Roman period and cover an area from the coast to the hills . A large settlement and an important harbour once existed there belonging to the municipality of Sounion.The ancient agora has recently been discovered, which can be identified with the agora of the Salaminians at Koele. Huge piles of ancient rust testify to the mining activities of the inhabitants. A large building was discovered at 150 meters from the sea which was used without a break undoubtedly from the end of the fourth century up to and including the first century BC ,especially in the Hellenistic period. In a room of this building complex a marble slab with an inscription in two rows, of uncertain date, was discovered in 1977 by the archaeologist Maria Salliora-Oikonomou. The archaeologist Petros Themelis on the basis of the symbols of the inscription proposed for it a musicological interpretation, an opinion supported by the Professor of Musicology of the Thessaloniki University, Demetrios Themelis. However, after almost three years of research we can now claim that the two rows of symbols of the inscription are related to numbering. They represent a "modern" and unique until today abacus, used in commercial transactions. The symbols of the inscription stand for integer and decimal numbers, twenty whole centuries before the Dutch Simon Stevin contrived them. Abacus parts have been discovered in Naxos Island, in the ancient town Minoa of Amorgos Island and in Eleusis. The older abacus comes from Salamis island, while the slab of Laurion is an abacus of modern technology, which is based on the regular or alphabetic numbering, features a wider display and propably a conception of new numbers, the decimal. The slab was discovered in the agora of Salaminians, in the accounts office, where financial calculations and important money transactions took place due to the significance of the merchandise.
Ασημένιο νόμισμα από τη Χίο με σφίγγα και αγγείο οίνου (5ος αι. π.Χ.)
Οι ενιαίοι αμφορείς και οι αμφορείς με λαιμό είναι οι δύο βασικοί τύποι αμφορέων. Στους πρώτους, λαιμός και σώμα σχηματίζουν ενιαία καμπύλη. Στους δεύτερους, ο λαιμός ξεχωρίζει από το σώμα. Οι παναθηναϊκοί αμφορείς και οι οξυπύθμενοι ανήκουν στην δεύτερη κατηγορία. Σχεδόν εννιακόσιοι εμπορικοί αμφορείς εκτίθενται στη Στοά του Αττάλου. Χρονολογούνται από την εποχή του Χαλκού ως τον 6ο αιώνα μ.Χ., ήρθαν από διάφορα μέρη και αποκαλύφθηκαν στις ανασκαφές της Αγοράς. Πολλοί φέρουν σφραγίδα που υποδηλώνει την προέλευση και την χρονολόγηση καθώς και την ύπαρξη ελέγχου επίσημης αρχής. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ομάδες αμφορέων για την παρακολούθηση των τυπολογικών τους αλλαγών προέρχεται από τη Χίο.

Το εκκλησάκι του Αϊ-Γιάννη στο χωριό Αγιάδες. Στο βάθος, το βουνό με την ακρόπολη, μέσα από το οποίο σκάφτηκε το όρυγμα.
Μηχανισμός των Αντικυθήρων, τεμάχιο Α, πρόσθια όψη.
Παναθηναϊκός αμφορέας του 344/3 π.Χ. με παράσταση άφεσης οπλιτοδρομίας και απεικόνιση της ύσπληγος.
Σπασμένη ενεπίγραφη στήλη, που περιέχει έναν πολύ αυστηρό νόμο για το ξύδι και το κρασί, 480 π.Χ. Μουσείο Θάσου.
Παρακείμενα πλυντήρια μεταλλεύματος λαξευμένα στον βράχο της ανατολικής όχθης της κοιλάδας Μπερτσέκου.
Εσωτερική διάταξη των μηχανισμών του σταθερού αυτομάτου του Ήρωνος.
Μωσαϊκό από το Μιριαμίν της Συρίας (4ος αι. μ.Χ.). Απεικονίζει ορχήστρα γυναικών και πνευματικό όργανο.
Παρθενών, αναπαράσταση της τοποθέτησης του βάθρου του ακρωτηρίου της ΝΑ γωνίας του κτηρίου με γερανό.
Ομοίωμα του κοχλία του Αρχιμήδους. Κέντρο Διάδοσης Επιστημών και Μουσείο Τεχνολογίας.
Μικροφωτογραφία από στεροσκόπιο τμήματος των υφασμάτων από το Μοσχάτο.
Τομή κατά το πλάτος του ναού της Αφαίας στην Αίγινα. Περί το 500 π.Χ.
Ομοίωμα ΕΜΑΕΤ του οδομέτρου του Ήρωνος του Αλεξανδρέως (γύρω στον 1ο αι. π.Χ.).
Χαρακτηριστική άγκυρα που βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια, με την άνω οπή σε σχήμα ταχυδρομικής θυρίδας.
Αξιοσημείωτη είναι η μικρογλυπτική απόδοση στα ναόσχημα προσκυνητάρια δομικών, μορφολογικών στοιχείων της ναοδομικής παράδοσης.
Αρχική σελίδα του Μουσείου του Κεμπέκ.
Προθήκη με αμφορείς και άγκυρες από τις ελληνικές αποικίες της Βόρειας Μαύρης Θάλασσας.
Τρεις κορμοί από αέτωμα ναού του τέλους του 5ου αι. π.Χ. από την περιοχή του Βελβιτσιάνικου ποταμού.
Journal of Mediterranean Archaeology, λογότυπο
Οθόνη από τη διαδραστική ανάλυση του πίνακα "Η Gertrud von Wart εκλιπαρεί να δοθεί χάρη στο σύζυγό της".
Το εξώφυλλο των πρακτικών του συνεδρίου.
Άθικτα μυροδοχεία τα οποία συγκεντρώθηκαν από την ανασκαφή στον Πύργο της Κύπρου.
The upheavals that accompanied the “Dark Ages” had a strong effect on technology, which soon, however, reached its peak. The development of emancipated cities, colonialism and its interaction with cultures of the new colonies all acted as a boost to quick development. Rational thought, the correlation between cause and outcome joined the paths of science and technology. Inventors and creators take on an identity. The historical era is known for the shift of interest from Experience to Theory and from the concept of “Almost” to that of “Exactly”. The technology which stands out is that of the famous mechanism of Antekythera of the 1st century BC.
Empiral Technology has always existed in Greece as in many order countries. It seems, however, that from the time Science is born in the land of Ionia, the insemination and development of ancient Greek Technology is faster and wider. Needless to say that such a fertilisation of Technology by Science was bound to happen one way or another. The particular evidences which verify this happy hymenaeus of Technology and Science in ancient Greece are pin-pointed in this article: they range from the years of Thales and Eupalinus (surveys for the materialization of important technical works) to the Alexandrian culmination of Greek Technology (the mathematic helix as base for Archimedes’ helical pump, the sound numeration by the Pythagoreans that facilitated the manufacturing of musical instruments, etc). As a matter of fact it also occurred a cross-insemination’’: Technology payed back its debt to Science, as a gift in return, by building measuring scientific instruments-protractor, chorobates (levelling device), hodometer, astrolabe, hydraulic clock, astronomical simulator of Antikythera and others-which have contributed to the progress of Greek Science of that age.
The structural elements of ancient Greek temples have been systematically presented in a restricted number of monographs which appear at the end of this article. Initially, the technology applied for the construction of temples was similar to the one applied for the construction of houses. In time, the original mud brick or rubble stone masonry of the cella and the wooden elements of the colonnades were translated into more abstract forms, especially when they were rendered with mortar or were sheathed in terracotta. These forms became even more abstract when they were translated into hard limestone or marble, acquiring, in the end, high plastic values. The post and lintel principle has always been essential for the Greek masons who never used vaults and trusses for ceilings or roofs. Another important characteristic of the monumental temples in the classical era is their being built with blocks carved on all their sides in a way that secured perfectly tight joints and smooth surfaces for the architectural parts of the building. The bonding of the blocks was entrusted primarily to friction, and secondarily to iron clamps and dowels embedded in lead. Mathematics were very much involved in designing Greek temples. The construction of models of buildings were not uncommon, and it is certain that models or drawings of particular architectural forms were indispensable. The first step for the construction was finding the stone in the quarries, extracting it, trimming it roughly and transporting it to the building site. When a block was put up at its final place in the building, only its lower face and the surfaces abutting the neighbouring blocks in the same course were finished. The upper surface was finished later, when the whole horizontal course of blocks was set, while the exposed surfaces retained some elements which protected them against damages during construction; these elements were removed in the end of the building was done in the end activity in the site. As regards the columns, the fluting was done in the end, following the guides carved at the bottom of the lowest column drum and at the bottom of the column capital, before they were put in place. The Greeks built preferably their foundations straight on the natural rock, which they dressed horizontally, usually forming steps according to the natural shape of the rock. If this was not possible, they founded on encased earth, sand or rubble stone. As far as it concerns the roofs of Greek temples, they were made of wood. They consisted of vertical posts standing on tops of walls or on horizontal beams (wooden or marble ones) bearing ridge beams and slopping rafters which, in their turn, supported the terracotta or marble roof tiles. The shape of the roof tiles was always adapted to the needs of the roof of each individual building.
The main and independent ways for surmounting weights have always been transporting and hoisting, while the characteristics of the weights to be surmounted, the nature of means and the relation between the original and the final position of the transported or hoisted weights have been critical factors for the achievement of this task. While the ancient and present norms of bodily labor do not differ (force 18-25 kilos per person), rope and discipline were accordingly the most important mean and the most essential human virtue for this accomplishment. The first great achievements in this field, the megalithic monuments of Western Europe, belong to the category of weight transporting along with the unrivalled works of the Egyptians who managed to transport monoliths weighing even 1000 tons! The hoisting of building members by ropes and pulleys, a technology probably inspired by ship hoisting devices, is introduced much later than transporting and becomes particularly popular in ancient Greece. Although the weights surmounted by hoisting can be amazing (up to 50 T), still they do not approach the extreme Egyptian weight magnitudes. In spite of the fact that the technology of hoisting is faster, less expensive and more flexible than that of transporting, it does not manage to replace it fully. In many Greek, Roman or modern works, the age-old Egyptian technology of transporting, using various systems of traction and slide, has remained in use being less expensive or, when the magnitudes are extreme, the only feasible. Examined in particular are the Stonehenge, the “Treasure of Atreus”, the “Treasure of Minyas”, the pulley blocks and winches, the scaffoldings and cranes as well as the petasos of the Colosseum, while reference is made to a great number of Greek monuments of the Archaic, Classical and Hellenistic period and also to some excellent Roman achievements (temples at Baalbek, monolithic dome of Theodoric’s Mausoleum).
Eupalinus’ aqueduct in Samos island is one of the greatest technical works of antiquity. Since its surface remnants disappeared when it ceased functioning, Herodotus’ reference to it offered scholars the incentive to look for and discover the tunnel in the nineteenth century. In 1881 attempts were made for the refunctioning of the main and for the research and documentation of the relevant installations. Eupalinus’ tunnel and especially its construction under a mountain soon became renowned and raised at the same time a number of questions and issues as regards its construction and building.
Among the various ores of the Lavreotiki subsoil more important are galenite (PbS) and cerussite (PB.C.O3), because they contain argentiferous lead. Occasionally these ores, which are usually composite and include non-argentiferous elements, from pure deposits that, however, are rare and limited. The mineral wealth of the region mainly consists of composite deposits. The exploitation of the argentiferous deposits in Lavreotiki seems to have commenced during the Protohelledic II period, that is around 2,500 B.C.. Until the end of the sixth century B.C. the miners used to extract only the purely argentiferous deposits and those rich in argentiferous lead, while all the rest deposits were not mined, due to the technical problems in their smelting. Around the late sixth or the early fifth century B.C., the metallurgists of Lavreotiki discovered-or learned from others- that the composite argentiferous ores could be turned to recoverable ones, if they were granulated, then mill grinded and finally washed with running water, so that all their non-argentiferous components to be removed. This method was indeed very effective, however it stumbed at the fact that Lavreotiki was a dry land. Thus, to handle the shortage of water, the metallurgists invented the ore washing-table: a device in which the water would drift away the lightweight non-argentiferous granules of the grinded ore and would leave clean the heavier argentiferous lead particles. Then, through a circulation system of canals and basins, the water would be self-cleaned, due to the subsidence, from all the components it had drifted along during its course and would return to its starting point pure and appropriate for use for the next cleansing route. The adoption of the washing-table solved the problem of water shortage and in fact multiplied the exploitable mineral wealth of Lavreotiki. Soon after it led to the maximization of the mining works and as a result to the provision of the Athenian State with an important and steady income from the exploitation of the Lavreotic silver. This considerable financial support contributed to the establishment of the newly born Democracy and the repellence of the Persians and fertilized as well the earth of Athens for its great political and intellectual flourishing, fruit of which was the so-called Golden Age of Greek civilization.
A large number of small, stone anchors were discovered at the Alexandrian coast during the underwater archaeological research carried out by the Hellenic Institute of Ancient and Medieval Alexandrian Studies. The upper hole in most of these anchors has a letterbox shaped perforation that shows the intense wear caused by rope friction. The wear is located at the two extremities of the hole and not at its centre as is usually the case with stone anchors. Judging from the location where they were found it is assumed that these anchors belonged to small fishing vessels. This assumption, coupled with their light weight, leads us to the conclusion that for practical reasons these anchors must have been cast in a row, successively, the one next to the other.
The Automata hold a special position in the history of Technology and particularly in the history of Technology of ancient Greece. The mythic anthropocentric conception that envisages engines-works of gods- with human shape and motion is gradually realized and becomes an applied, instructive science, which comprises all the branches of Mechanics in the Hellenistic age. The main representatives of this new science, the Automatopoetiki (art, science and technology of making Automata), are the Alexandrian engineers Ctesibius, Philon of Byzantium and Heron of Alexandria. Heads of the famous Bibliotheca of Alexandria and teachers at the Museum of the same city, they have collected the most important examples from the history of Automata, connected Mathematics with Mechanics, studied the problems of automotion and programming and programming and disseminated the art of Automata making. They have manufactured not only self-regulated lamps and automatic slot-machines, but also automatic fountains and theatres “in order to facilitate the human’s life and to cause surprise and admiration” to quote Heron.
The Antikythera Mechanism, that dates from the first century B.C., is the only elaborate mechanical instrument to survive from antiquity. Unique and fragmentary as it is, it has, however, provided us with incontrovertible evidence that such devices existed in Hellenistic times. It became widely known through the work of Professor D.J. de S. Price, whose definitive paper was published in 1974. Several later scholars have presented variants of Price’s reconstruction; none of them, however, based his work on new research, and more has addressed the central problem, that Price’s observations are flawed and that many of his deductions may be challenged. The author has made anew, detailed investigation of the original fragments, which has led him to propose a radically different reconstruction of the Mechanism. According to this, the principal display was probably a planetarium, a type of instrument which, as literary evidence shows, was well known at that time. The author has made a working model of his reconstruction, to demonstrate that it is practicable. It has become clear that the original instrument is even less complete than earlier scholars have supposed, and so it is to be expected that problems will remain. Nevertheless, the author is continuing to analyze his data, with the intention of presenting as full an understanding of this instrument as possible.
Hydraulis or Hydraulic organ is the first musical keys-bearing instrument in the world history and the predecessor of the later ecclesiastic organ. It consists of one or more sets of metallic pipes of various sizes. They are supplied with air of high and steady pressure through a hydraulic mechanism and they sound by means of special lever-keys. Hydraulis is a simple as well as a genius construction, which proves the high level of technological thought in antiquity. The inventor of hydraulis is the renowned engineer Ctesibius, an inhabitant of the third-century B.C. Alexandria. After its invention hydarulis is quickly disseminated in the Hellenistic world and later in the Roman Empire and becomes the favorite musical instrument of emperors, such as Nero. Blow devices replace progressively the hydraulic mechanism and thus the hydraulic instrument is transformed into a wine one. Hydraulis disappears from the west part of the old Roman Empire after the barbaric raids in Europe during the first Christian centuries, but is continues to survive in Byzantium as a wind musical instrument. The well-known ecclesiastical organ of the West is the evolution of the wind instrument, which was presented in 757 by the Byzantine Emperor Constantine the Copronymous to Pepine the Short, king of France and father of Charlemagne. In August 1992 the archaeologist and Professor at the University of Thessaloniki D. Pantermalis and his team discovered the upper part of a first century B.C. hydraulis during the excavations at ancient Dion. In the beginning of 1995 the European Cultural Center of Delphi, at which the author of this article presided, started a research project for the reconstruction of the Dion hydraulis with the support of the Greek Ministry of Culture and the scientific contribution of Professor Pantermalis. Head of the entire project was appointed the late Professor Marios Mavroidis and after his death the musicologist C. Stroux. Important participants in the project were P. Vlaggopoulos and G, Paraschos, the latter as builder of the reconstruction. The project was completed in June 1999 and the final result was an exact, as possible, replica of the ancient hydraulis of Dion. The reconstruction problems had to do with the hydraulic mechanism, the keys mechanism and the pipes. The solution of the fisrt two was based on the author’s interpretation of the text of Heron of Alexandria, which enabled the building of a plastically rendered model that served for the measuring of water and air pressure. Then two more models were built: the materials of the Dion hydraulis were used for the first one as well as the size, number and length of pipes of the find, while all the relevant ancient techniques were employed for making the second and final reconstruction of the ancient hydraulis.
The ancient Greek engineers had invented a special device, called hysplex (ύσπληξ), which was placed at the starting line of any race in order to prevent the untimely start of the competing athletes. The study of this device is based on its unique representation on a Panathenaic amphora of 344/343 B.C., the architectural remains of three stadia located in the Northeastern Peloponnese (Isthmia, Epidaurus, Nemea) and on the race track of the Corinthian Agora as well as on the reference to an hysplex in two Hellenistic inscriptions from Delos. This evidence coupled with the assumption that the function mechanism of such a device might have been influenced by the advanced technology of the late-Classical catapults led to the reconstruction of hysplex. The hysplex consisted of two horizontal ropes stretched in front of the waist and knees of the runners. The ends of each rope was tied up at the top of vertical wooden posts which were firmed by mechanisms laid at both ends of the starting line and controlled by the starter of the race. At the appropriate moment he would let all the ropes to fall down, thus permitting all the athletes to start the race simultaneously. The reconstruction of a full-size hysplex model was made possible thanks to the financial support of the University of California (Berkeley). The function of this 2,300 years old device is successfully tested every four years at its original site, the ancient stadium of Nemea, during the modern conduct of the ancient Nemean Games.
The study of archaeological textiles in Greece is still at its early stage because, due to the climate of the country, the finds preserved so far have usually small dimensions and have been mineralized. Nevertheless, their study proves that the inhabitants of this country had reached a high degree of technical knowledge since very early, an important precondition that enabled them to exercise control on all the stages of textile producing. Thus, in yarn making, purple dyeing, textile embellishing and/or embroidering the Greeks of antiquity can boast magnificent products.
The article is based on the study of ancient inscriptions, ancient Greek literature and the author’s case study in the field of ancient technology. The interesting conclusion of this research effort is that the ancient societies, even in the prehistoric age, had set standards with very strict specifications as regards the quality of a considerable range of goods either produced or for sale in the market: from metals and their alloys to foods and crops. There also existed a very small organized public quality control not only of products but also of construction works, of the public sector in particular. The various standards and mechanisms for the quality control of products as well as the sanctions imposed on whomever had violated the rules and standards formed an articulated state mechanism, capable of protection the consumer and safe guarding his interests.
New Museology tries to attract the interest of a broader public in museums. The dissemination of technology and computer science has changed considerably the way of thinking and working in museums. The high quality of digital photography has introduced virtual reality in the museum activities and the use of CD-ROMs or Web sites have become an everyday practice in them. As a result, the automatism and speed in research contribute considerably to the communication with and the information of a broader public. The conditions concerning the way of thinking and working of archaeologists-museologists change rapidly, therefore they must adjust themselves to the new reality in order to provide the necessary museum education framework for non-specialists.
The iconostases-shrines standing along provincial roads and highways and outside churches and houses represent a collective cultural expression of the veneration of the dead or are related to the customary rites for the protection of a settlement. This article focuses on the form and type of their miniature architectonical composition. The in situ survey in Attica, Crete, Epirus and in the Aegean islands identified a series of types (single-space ciborium, church-shaped shrine, stele-chapel, dedicatory, funerary post), which reveal “the directly and suB.C.onsciously materialized form of the culture, needs, values and wishes of a people”. For each type does not simply express the compositional ability of the traditional architecture to form artificial symbols, but also the transition to a distinct system of symbolic values. However, their modern counterparts have unfortunately been downgraded to ugly prefabricated structures.
Four years ago the A.G. Leventis Foundation sponsored the reexhibition of Greek and Cypriot antiquities in the Archaeological Museum of Odessa, following the proposal of Vasos Karaghiorgis, Professor Emeritus of Cypriot Archaeology and Director of the Foundation. This reexhibition in the Odessa Museum is particularly interesting not only for the sake of the exhibits in themselves, but also for the close connection of the history of Odessa and its museum with the history of Hellenism. The planning and realization of the project was entrusted to the author of this article, who presents here the necessary work carried out in the museum for the reexhibition.

Το αρχαίο θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα.
Η αρχαία ελληνική λογοτεχνία και τέχνη αποτελούν συμβατικά συστήματα αναπαράστασης της πραγματικότητας. Ως τέτοια, μεταβλήθηκαν παρακολουθώντας την ανάπτυξη της γνώσης και την εξέλιξη των πολιτικών και κοινωνικών συστημάτων. Το πέρασμα από αρχές μυθολογικές σε κατασκευές πιο λογικές, από τα ολιγαρχικά πολιτεύματα στη δημοκρατία, στην τέχνη και στη λογοτεχνία εκφράζεται με το πέρασμα από τις αυστηρές συμβάσεις του έπους ή της γεωμετρικής τέχνης στο ρεαλισμό ενός ερυθρόμορφου αγγείου, ενός αγάλματος, ενός Μένανδρου. Όμηρος και Μένανδρος υποτάσσουν την προσωπική εμπειρία στη συλλογική πίστη που μεταξύ τους συνυπάρχουν σε αρμονική σχέση. Τα διάφορα στάδια της εξέλιξης όμως προκαλούνται από τη διατάραξη αυτής της ισορροπίας. Στα δύο άκρα της κίνησης από το μυθολογικότερο στο εμπειρικότερο, βρίσκεται τόσο η κλασική τέχνη του 5ου αιώνα όσο και η θεμελίωση της δημοκρατίας από τον Κλεισθένη. Όπως η δημοκρατία προϋποθέτει ένωση και συνεργασία κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, έτσι και το δράμα συνδυάζει το λόγο, την κίνηση, τη μουσική, την αρχιτεκτονική και τη ζωγραφική για να απευθυνθεί στο σύνολο των πολιτών. Παράλληλα, ο δημόσιος χώρος του θεάτρου συχνά φιλοξενεί και την εκκλησία του δήμου. Ωστόσο, ο ουσιαστικότερος συσχετισμός ανάμεσα στη δημοκρατία και στο δράμα είναι άλλος: στην εκκλησία διαβουλεύονταν για το παρόν και το μέλλον της πόλης, στο θέατρο η τραγωδία αναπαρίστανε το παρελθόν δίνοντάς του κάθε φορά μια νέα εκδοχή και ερμηνεία.
Κρατήρας του Προνόμου (αρχές 4ου αι. π.Χ.), με κεντρικά πρόσωπα τον Διόνυσο και την Αριάδνη, Εθνικό Μουσείο Νεαπόλεως.
Η φυσική ροπή του ανθρώπου προς το παιχνίδι εκδηλώνεται στη δραστηριοποίηση του μιμητικού ενστίκτου, λένε ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, ενώ ο Kant και ο Schiller θεωρούν ότι η τέχνη είναι ένα «σοβαρό παιχνίδι», άρα αποδεσμεύεται από τη μίμηση. Η πρώτη εξελιγμένη μορφή αυτού του παιχνιδιού υπήρξε ο χορός και το πανηγύρι. Στις απώτερες καταβολές του, το ελληνικό δράμα ανάγεται στο διθύραμβο. Λέγεται ότι ο κιθαρωδός Αρίων ο Μηθυμναίος δημιούργησε το διθύραμβο με τον εμμανή χαρακτήρα των διονυσιακών τραγουδιών που γρήγορα ενσωμάτωσαν και επικά στοιχεία γύρω από τον Διόνυσο. Με την τελειότητα του διθυράμβου συμπίπτει η εμφάνιση της αττικής τραγωδίας. Ο εξάρχων του διθυράμβου γίνεται ο υποκριτήςτου δράματος, η επική αφαίρεση παραχωρεί τη θέση της στον σκηνικό ρεαλισμό.
Συνωστισμένοι θεατές πάνω σε ξύλινα καθίσματα (ίκρια), όπως παριστάνονται σε αγγείο του Σοφίλου.
Η συζήτηση γύρω από την πιθανότητα ευημερίας του σύγχρονου θεάτρου σε μικρές κοινότητες αντί σε μεγαλουπόλεις επικαλείται το παράδειγμα της αρχαίας Αθήνας. Ο συγγραφέας εδράζει τη διαφωνία του σε μια επισκόπηση των οικονομικών του αρχαίου αθηναϊκού θεάτρου. Το αθηναϊκό θέατρο του Διονύσου είχε χωρητικότητα 15-20.000 ατόμων, μέγεθος που εξηγείται και από το γεγονός ότι παραστάσεις ανέβαιναν μόνο στη διάρκεια των Μεγάλων Διονυσίων και στα Λήναια. Από τις επτά ημέρες που κρατούσαν τα Μεγάλα Διονύσια οι τέσσερις ήταν αφιερωμένες στο δράμα. Παρά τους θεατρικούς μαραθώνιους το θέατρο κρατούσε το κοινό του χάρη στο θρησκευτικό χαρακτήρα των παραστάσεων. Ο αριθμός των συμμετεχόντων θα πρέπει να έφτανε τους χίλιους αφού οι διθύραμβοι και μόνο απαιτούσαν 500 εκτελεστές. Στη χρηματοδότηση των εορτών συνεισέφεραν οι μισθωτές του θεάτρου που εισέπρατταν τα εισιτήρια με αντάλλαγμα να πληρώνουν ένα ποσόν στο δημόσιο ταμείο και να φροντίζουν την καλή διατήρηση του θεάτρου. Η πόλη κάλυπτε τους μισθούς των ηθοποιών, τις ενδυμασίες τους, τις αμοιβές και τα βραβεία των ποιητών και επιχορηγούσε τα εισιτήρια όσων δεν μπορούσαν να πληρώσουν. Οι χορηγοί διορίζονταν εκ περιτροπής ανάμεσα στους πλουσιότερους πολίτες. Αυτοί πλήρωναν για την εξάσκηση και τα κοστούμια του χορού, για τους μισθούς των τραγουδιστών και του εκπαιδευτή τους, ίσως και για τον αυλητή, ενώ αναλάμβαναν όλα τα ειδικά σκηνικά. Παρά το σχετικά χαμηλό κόστος της παράστασης, μεγάλη ήταν η αφαίμαξη για το δημόσιο ταμείο αφού τα έξοδα για τις γιορτές ξεπερνούσαν το 5% των συνολικών ετήσιων δαπανών της πόλης.
Θεατρικές μάσκες σε ψηφιδωτό της Πομπηίας. Ρώμη, Capitoline Museum, BRA2#2954.
Το προσωπείο, το σημαντικότερο εξάρτημα της σκηνικής αμφίεσης, έχει τις ρίζες του στις διονυσιακές γιορτές, τότε που έβαφαν τα πρόσωπά τους με το σκουρόχρωμο κατακάθι του νέου κρασιού και στόλιζαν τα κεφάλια με φυλλωσιές και κλαδιά. Σύμφωνα με την παράδοση, την πρώτη μάσκα με ανθρώπινα χαρακτηριστικά φτιάχνει ο Θέσπις, την τελειοποιεί ο Χοίριλος, ενώ ο Φρύνιχος εισάγει το γυναικείο πρόσωπο. Ο διαχωρισμός των φύλων βέβαια γινόταν από πολύ παλαιότερα, βάφοντας το δέρμα ώστε να είναι άσπρο για τις γυναίκες και «ηλιοκαμένο» για τους άντρες. Τα προσωπεία κατασκευάζονταν με υφασμάτινα κουρέλια και γύψο, με επιζωγραφισμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου και είχαν σχήμα κράνους γιατί σκέπαζαν πρόσωπο και κεφάλι. Στις τραγικές μάσκες έδιναν όγκο για να έχει ο ηθοποιός πιο επιβλητική εμφάνιση. Στις μάσκες της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής ο νατουραλισμός προσδίδει έντονο ατομικό χαρακτήρα. Στο Ονομαστικόν του, ο Πολυδεύκης μάς πληροφορεί ότι υπήρχαν 76 τύποι προσωπείων για αντίστοιχους χαρακτήρες: 28 για την τραγωδία, 4 για το σατυρικό δράμα και 44 για την κωμωδία. Ενώ οι μάσκες της αρχαίας τραγωδίας διακρίνονταν σε τρεις ομάδες, τα πλαστά πρόσωπα, τα πορτραίτα, οι φανταστικοί δημιουργοί, στα προσωπεία της Νέας Κωμωδίας (γεν. 350 π.Χ.) δίνεται μεγάλη έμφαση στην έκφραση σύμφωνα με τις επιταγές μιας εποχής που εξαίρει τον ατομικισμό και την προσωπικότητα.
Το σκηνικά υπερφροντισμένο ρωμαϊκό θέατρο.
Στην ιστορία του θεάτρου διακρίνονται τέσσερις τύποι ή φάσεις που επαναλαμβάνονται κυκλικά δύο φορές σε μια εξελικτική, σπειροειδή πορεία: ο Τελετουργικός Συμβολισμός, ο Ρεαλισμός, ο Νατουραλισμός και ο Αισθητικός Συμβολισμός. Στον Τελετουργικό Συμβολισμό (Α)ανήκει η πρωτοϊστορία του θεάτρου ως την ελληνική κλασική αρχαιότητα. Η θεατρικότητα εδώ δημιουργείται από την πομπή, την κίνηση που εικονοποιεί ιερές αφηγήσεις, τελετουργικές μιμήσεις ή συμβολισμούς. Ο Ρεαλισμός (Α) απηχεί την πραγματικότητα της αθηναϊκής κοινωνίας όπου μετράει η «πράξις» εκείνου που επηρεάζει τους ανθρώπους χειριζόμενος τον «λόγον». Σε σύγκριση με τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, ο όρος «ρεαλισμός» ταιριάζει ακόμη καλύτερα στο παραστατικό θέατρο του Ευριπίδη. Ο Νατουραλισμός (Α)αναπτύσσεται στο πλαίσιο της ρωμαϊκής κοινωνίας. Στο θεματολόγιο επικρατούν τα ατομικά συναισθήματα, η μπερδεμένη πλοκή, η ζωή στην πόλη. Το θέατρο αποκτά σκηνογραφία ογκώδη και κατάφορτη, εισδύει στον οικισμό, αποβάλλει την επετειακή του χρήση. Οι οριακά «θεατρικές» μορφές (ιπποδρομίες, συγκρούσεις μονομάχων κ.ά.) φτάνουν στο υπέρτατο όριο της πειστικής μίμησης και του Νατουραλισμού: το αίμα ρέει, οι νεκροί είναι αληθινοί. Ο Αισθητικός Συμβολισμός (Α), σε συνδυασμό με την «εξιδανίκευση» που τον χαρακτηρίζει, φτάνει ως περίπου τον 14ο αιώνα. Περιλαμβάνει το έργο των μιμογράφων, μιμήσεις χριστιανικών μυστηρίων, σχοινοβασίες και παρελάσεις ζώων επί σκηνής, τα θανάσιμα «τουρνουά» των ιπποτών της Δύσης, τις μιμικές αφηγήσεις των τροβαδούρων και των μενεστρέλων. Στους θεατρικούς χώρους, με εξαίρεση τις παραλλαγμένες επιβιώσεις ρωμαϊκών θεάτρων, επικρατέστερες είναι προς το τέλος της περιόδου οι ελεύθερα παραταγμένες και συχνά πολυεπίπεδες σκηνές με το κοινό να στέκει, να περνά μπροστά τους ή να τις τριγυρίζει. Στον Τελετουργικό Συμβολισμό (Β), η Εκκλησία, ύστερα από μια φανατισμένη πολεμική από τον 5ο ως τον 10 αιώνα, ενσωματώνει το θέατρο με σκηνές από τη Ζωή και τα Πάθη του Χριστού, αλλά και θέματα πιο αφηρημένα όπως η ενσάρκωση στη μετάληψη. Η γραμμική κίνηση στις πομπές, η «μέθεξη» ως προς τα δρώμενα που μεταφέρουν ένα υπερβατικό «αλλού» στο «εδώ» θυμίζουν τον Τελετουργικό Συμβολισμό (Α). Ρεαλισμός (Β): μεταξύ 16ου και 17ου αιώνα απαγορεύτηκε η παρουσίαση θρησκευτικών έργων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Το δράμα στρέφεται σε παραστάσεις στηριγμένες σε κλασικά πρότυπα που δίνουν την ευκαιρία για διαλογισμούς πάνω στο παρόν, η πρωτοκαθεδρία και η έξαρση του λόγου επανέρχεται. Το όνομα του Σαίξπηρ κυριαρχεί ανάμεσα στους Τίρσο ντι Μολίνα, Λόπε ντε Βέγκα, Μπεν Τζόνσον, Κορνέιγ, Ρακίνα, Μολιέρο κ.ά. Προς το τέλος του 17ου αιώνα, στον Νατουραλισμό (Β), τα θέματα χάνουν την καθολικότητά τους και, αντίστοιχα, το σχήμα του θεατρικού κτιρίου «στενεύει» και εστιάζεται πάνω σε μια σκηνή-κουτί για αληθοφανείς ανακατασκευές της καθημερινότητας. Τα θέατρα πληθαίνουν, το κοινό εκτιμά τον εύκολο εντυπωσιασμό και η κυρίαρχη τάξη βρίσκει στο θέατρο πεδίο εφαρμογής της θεωρίας της περί αντικειμενικότητας. Ο Αισθητικός Συμβολισμός (Β), από τα τέλη του 19ου αιώνα, δείχνει να ισχύει λίγο ως πολύ τόσο για τις νεότερες τάσεις του θεάτρου στον όψιμο καπιταλισμό, όσο και για τα μαζικά θεάματα που έγιναν τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια στη Σοβιετική Ένωση. Οι εσωτερικές αντιθέσεις της αστικής κοινωνίας την σπρώχνουν να υιοθετήσει νέες μορφές θεάτρου. Πιραντέλο και Μπέκετ, Γκροτόβσκι, Βιλάρ και Μπρουκ, τα μανιφέστα του Ρομαίν Ρολάν και του Αντουάν, οι δοκιμές του Φερμέν Ζεμιέ και του Ράινχαρτ: ακόμη και με τις πιο «πειραματικές» της εκδηλώσεις, η φάση αυτή εντάσσεται στην αστική κοινωνία και τις εντάσεις της.
Γύψινο προσωπείο από την πρόσοψη του Μαλλιαροπούλειου θεάτρου της Τρίπολης.
Το θέατρο της Επιδαύρου.
Ο συγγραφέας ακολουθεί τα ανασκαφικά βήματα του Παναγή Καββαδία που έφτασε στην Επίδαυρο τον Μάρτιο του 1881. Το σχήμα του κοίλου ήταν καταφανές, αλλά ο χώρος του θεάτρου είχε μετατραπεί σε πυκνό δάσος. Μετά την κοπή των δέντρων αποκαλύφθηκε μια κατωφέρεια με χώματα πάχους 1,50 μ. περίπου. Το θέατρο έσωσαν τα χώματα που κατολίσθησαν από το Κυνάρτειο όρος και η βλάστηση. Το πιο καλοδιατηρημένο κλασικό θέατρο έχει χτιστεί σε μια μεγάλη χαράδρα που με επιχωμάτωση πήρε το σχήμα του κοίλου. Διαλέχτηκε εκείνο το σημείο της χαράδρας από το οποίο οι θεατές έβλεπαν όλη την πεδιάδα του ιερού και τα βουνά που την πλαισιώνουν.
Το πρώτο θέατρο της Αθήνας. Σχέδιο Ματ. Ντάντολο, 12.7.1836.
Το πρώτο θέατρο της Αθήνας ήταν μια παράγκα σαλτιμπάγκων στην οδό Αιόλου που χωρούσε γύρω στους χίλιους θεατές αμφιθεατρικά καθισμένους. Πλάι στη μισοφωτισμένη του είσοδο ο τελάλης διαλαλούσε τις παραστάσεις. Το θέατρο έμεινε χωρίς στέγη όταν ο αέρας πήρε το τεντόπανο που το σκέπαζε. Μέσα σε πέντε μήνες αφανίστηκε από τις κακοκαιρίες πριν ο επιχειρηματίας Αθ. Σκοντζόπουλος ξεπληρώσει την ξυλεία. Λέγεται ότι τα εγκαίνια (Μάιος 1836) έγιναν με ιταλικό έργο, μεταφρασμένο από τον Ρήγα. Περισσότερες πληροφορίες δίνει το άρθρο του Μάριου Πλωρίτη στο «Βήμα της Κυριακής», 22 Απριλίου 1984.
Θεατρίνα που κρατά τρεις μάσκες και λύρα. Ελεφαντοστό από τα Τρέβιρα, αρχές 6ου αι., Βερολίνο.
Π. Χατζηκουτσέλης, Μ. Σεβαστοπούλου και Κ. Προβελέγγιος σε σκηνή από την «Γκόλφω».
Η προγραμματισμένη πολιτισμική αποκέντρωση πέτυχε μιαν απρόσμενη άνθηση του επαρχιακού θεάτρου επειδή αναβιώνει το θεσμό των λαϊκών θεαμάτων και παραστατικών εθίμων που διαμορφώνουν τις πρωτοβάθμιες και τις πιο εξελιγμένες μορφές του παραδοσιακού λαϊκού θεάτρου
Μια απογραφή των μορφών του λαϊκού θεάτρου στην Ελλάδα πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους πρέπει να αρχίσει με τους αγερμούς, όταν όμιλοι παιδιών ή και ενηλίκων τραγουδούν από σπίτι σε σπίτι τα κάλαντα ή το κατάλληλο τραγούδι για τη μέρα. Οι φορείς του εθίμου περιφέρουν συμβολικά αντικείμενα, κάνουν συμβολικές, μαγικές και μιμητικές πράξεις. Σε ένα τέτοιο εθιμικό υπόστρωμα βρίσκουμε τις ρίζες του λαϊκού θεάτρου. Με τις μεταμφιέσεις η θεατρικότητα γίνεται φανερή και, όταν αυτές είναι ανθρωπομορφικές, διαμορφώνονται οι πρώτοι ρόλοι, παρμένοι από την κοινωνική πραγματικότητα του χωριού. Το λαϊκό θέατρο ολοκληρώνεται όταν προστίθεται ο αυτοσχεδιασμένος διάλογος. Πλάι στις μορφές που έχουν εθιμική δέσμευση υπάρχουν και άλλες πιο ελεύθερες, όπως οι παραστάσεις του αστικού καρναβαλιού ή των λαϊκών παραλλαγών της «Ερωφίλης», η «γκιόστρα» των Επτανήσων, το δεύτερο μέρος του «Ερωτόκριτου» με τα κονταροχτυπήματα, παράσταση που γίνεται στο πλαίσιο των ζακυνθινών «ομιλιών». Ξεχωριστή θέση έχουν ο Φασουλής κι ο Καραγκιόζης. Οι εκπληκτικές επιτυχίες του θεάτρου σκιών ανάγκασαν τον ιταλοφερμένο Φασουλή να υποχωρήσει γύρω στο 1900. Ο ανατολίτικος Καραγκιόζης εξελληνίστηκε αρχικά γύρω στο 1880 στην Ήπειρο όπου πρωταγωνίστησε σε ηρωικές παραστάσεις με θέματα από το 1821, τον Μεγαλέξαντρο κ.ά. Μια δεκαετία αργότερα ο Μίμαρος στην Πάτρα θα δημιουργήσει το γνωστό θίασο τύπων αντιπροσωπευτικών ενός ευρέος φάσματος της ελληνικής κοινωνίας. Με τη μαζική συμμετοχή αλλά και την κοινωνική λειτουργικότητα του Καραγκιόζη το ελληνικό λαϊκό θέατρο έφτασε στο αποκορύφωμά του.
Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι. Ζελατίνα ζωγραφιστή.
Το θέατρο σκιών, θέατρο ανατολίτικο, ήρθε μέσω του τούρκικου καραγκιόζη στην Ελλάδα όπου και εξελληνίστηκε. Ο Καραγκιόζης χάνει την αθυροστομία του προγόνου του, το μακρύ του χέρι αντικαθιστά το φαλλό εκείνου, οι παραστάσεις του εμπλουτίζονται με σύγχρονες θεματικές και αποκτούν έντονη ελληνικότητα. Οι άλλοι κύριοι ήρωες του θεάτρου σκιών είναι ο Μπαρμπαγιώργος, ο Δερβέναγας Βεληγκέκας, ο Χατζηαβάτης, ο σιορ-Διονύσης ή Νιόνιος, ο Σταύρακας, ο Ομορφονιός, ο Πασάς ή Βεζύρης, η γυναίκα του Καραγκιόζη κυρα-Αγλαΐτσα και το διάσημο παιδί του,ο Κολλητήρης.
Καραγκιόζης, φιγούρα από δέρμα (Θ. Σπυρόπουλος, 1955).
Δημοσιεύεται (σε σμίκρυνση) το χειρόγραφο του έργου «Ο Καραγκιόζης γραμματικός» που έγραψε ο Μεσσήνιος Θανάσης Σπυρόπουλος, Πρόεδρος του Πανελληνίου Σωματείου Θεάτρου Σκιών. Το έργο εμφανίζει τον Γέρο που ζητάει από τον Καραγκιόζη να του γράψει ένα γράμμα.
To Ναύπλιο και η πλατεία Συντάγματος.
Για να γίνει αντιληπτός ο όρος «αισθητική προσέγγιση του αστικού τοπίου», πρέπει να διακρίνουμε τον τόπο από το τοπίο, ου είναι μια οπτική ολότητα. Το τοπίο συνδέεται με την απεικόνιση και η διάκριση γίνεται ανάμεσα α) στη μορφολογική και λειτουργική γλώσσα του τοπίου που απευθύνεται στο συναίσθημα και β) την αφηρημένη γλώσσα του χώρου που απευθύνεται στη λογική. Το τοπίο ως εικόνα του χώρου δεν γεννιέται μόνο από την όραση, ούτε μόνο από όλες τις άλλες αισθήσεις αλλά και από το συναίσθημα και από τη λογική. Ως προς την αναγνωσιμότητα του χώρου, τα στοιχεία του κατατάσσονται σε σημειακά, γραμμικά και επίπεδα. Σημαντικός είναι και ο βαθμός τονισμού που προκύπτει από τον τρόπο σύνταξης των διάφορων μορφημάτων. Την αντιληπτικότητα του χώρου επηρεάζει η αναγνώριση του είδους ελευθερίας που ένας χώρος επιτρέπει στο χρήστη του. Η διαφορά ανάμεσα στις ψυχολογικές από τις τοπολογικές αποστάσεις των τόπων βοηθά στην κατανόηση των μηχανισμών αντίληψης και σχηματισμού της εικόνας, ενώ η διερεύνηση της αντιληπτικής φωτοσκίασης της καθαρότητας, δηλ. της αντίληψης ή του βαθμού σύγχυσης του χρήστη μέσα σε κάποιο χώρο, αποτελεί μια ακόμη προσέγγιση της αντιληπτικής δομής του. Η ερμηνεία της εικόνας έχει διάφορους βαθμούς εμβάθυνσης: α) την περιγραφική της φαινομενολογικής τους πραγματικότητας για τη σημειολογία (προ-εικονογραφικό επίπεδο για την εικονολογία), β) το επίπεδο χαρακτηρισμού (το εικονογραφικό επίπεδο) και γ) τη συνέμφαση (εικονολογική απόδοση). Ένα πείραμα με τοπίο του Ναυπλίου επιβεβαιώνει τη σημασία που έχει το κέντρο αναμφισβήτητου ενδιαφέροντος του τοπίου που είναι παράλληλα και το κέντρο κοινοτυπίας του.
Όστρακο ανεικονικού ρυθμού από τη Θεσσαλία (Λαογραφικό Μουσείο Λάρισας).
Ο «ανεικονικός εγχάρακτος ρυθμός (sgraffiti)» εμφανίζεται στα τέλη του 14ου ή τις αρχές του15ου αιώνα και διαρκεί ως τα μέσα του 16ου. Έχουν βρεθεί σκύφοι, πινάκια και υδροδοχεία. Η εύρεση τριποδίσκων που ο ρόλος τους μέσα στον κλίβανο ήταν να εμποδίσουν τα στοιβαγμένα κεραμικά να κολλήσουν μεταξύ τους, πιστοποιεί την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων στη Λάρισα, τα Τρίκαλα και τον Τύρναβο. Τα αγγεία καλύπτονται μετά το πλάσιμο με λευκό επίχρισμα (μπαντανά) κι ο κεραμέας, πριν τα βάλει για ένα πρώτο ψήσιμο, χαράζει τα ποικίλματα με ακιδωτό εργαλείο. Το κρύο, ψημένο σκεύος χρωματίζεται κατά τόπους με πράσινες και καστανοκίτρινες πινελιές, επαλείφεται με διαφανές γιάλωμα και ξαναμπαίνει στον κλίβανο. Οι αγγειοπλάστες πειραματίστηκαν με το «κρακελάρισμα» (επιφανειακά ραγίσματα του γιαλώματος σε πυκνό δίκτυο), που θυμίζει την ηθελημένη αυτή τεχνική στις κινέζικες πορσελάνες. Ο συγγραφέας τονίζει την υψηλή τέχνη της κατασκευής και της εφυάλωσης, τον αμέριμνο και ατίθασο αυθορμητισμό που πηγάζει από τα ελικοειδή σχέδια και τους ρόδακες. Με την εδραίωση των Τούρκων στον ελληνικό χώρο η τεχνική του sgraffito εγκαταλείπεται.
Ενετικά οικόσημα πάνω από τη θέση της αρχικής πύλης του φρουρίου στο Φραγκοκάστελο Σφακίων.
Αθηναϊκός στολισμός για τους Β΄Ολυμπιακούς αγώνες του 1906.
Όπως φαίνεται και στο Λεύκωμα για τους Β΄ Ολυμπιακούς αγώνες του 1906 στην Αθήνα (επιμέλεια: Π.Σ. Σαββίδης), το πνεύμα του Ολυμπισμού έχει προ πολλού υποχωρήσει μπρος στο υπερθέαμα που οργανώνεται γύρω από τους αγώνες. Από τις γλαφυρές περιγραφές μαθαίνουμε ότι όλοι οι δρόμοι επισκευάζονται πυρετωδώς, ο δήμαρχος κ. Μερκούρης ρίχνει παντού μια τελευταία ματιά, μουσικές παιανίζουν, πολύχρωμοι λαμπτήρες και λουλούδια, φυσικά και τεχνητά, δίνουν στην Αθήνα όψη επίσημη και γιορτινή. Ο ιταλός εργολάβος διακοσμήσεων Φονταπιέ αναλαμβάνει την ευθύνη του στολισμού κεντρικών οδών και πλατειών, τη διοργάνωση της φωτεινής πομπής και τη διεξαγωγή της «ενετικής γιορτής» με τα πυροτεχνήματα στο λιμανάκι της Ζέας.
Ο οικισμός της Οίας στη Σαντορίνη.
Στάση ευμενούς δυστροπίας υπήρξε η στάση του Κράτους απέναντι στην πολιτιστική κληρονομιά. Στη νομοθεσία ή στα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων το ζήτημα είναι ανύπαρκτο. Οι φορείς προστασίας στην Ελλάδα είναι το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών (ΥΠΠΕ), το Υπουργείο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΥΧΟΠ), ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ), και, μετά τους σεισμούς, η Υπηρεσία Αποκαταστάσεως Σεισμοπαθών Β. Ελλάδας (ΥΑΣΒΕ). Ως προς τα Αρχεία και Μητρώα, τμηματικά και αποσπασματικά, αυτά περιορίζονται σε 15 τον αριθμό περίπου και βρίσκονται στην Αθήνα. Με το νόμο 1469 του 1950, η προστασία των νεότερων μνημείων πέρασε στα ενδιαφέροντα της κρατικής μέριμνας, αν και πέρασαν άλλα δέκα χρόνια για να φανεί αυτό στην πράξη. Το Σύνταγμα του 1975 περιλάμβανε ειδική διάταξη που όριζε ότι «τα μνημεία και αι παραδοσιακαί περιοχαί τελούν υπό την προστασίαν του Κράτους», κάτι που ακούγεται μάλλον ως διακήρυξη καλών προθέσεων. Πέρα από τους νόμους 1126 και 1127 του 1981 με τους οποίους επικυρώθηκαν οι διεθνείς συμβάσεις του Παρισιού και του Λονδίνου που καθόριζαν βασικές έννοιες όπως το μνημείο, το τοπίο, το αρχαιολογικό αντικείμενο κ.λπ., πρέπει να αναφέρουμε και τους νόμους του 1981-1982 που παρείχαν σημαντικά οικονομικά κίνητρα σε ιδιοκτήτες παραδοσιακών ή και διατηρητέων οικοδομημάτων, για τους οποίους, με την ίδρυση της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, προβλέφθηκαν ειδικά δάνεια. Ο ρόλος του Συμβουλίου της Επικρατείας πρέπει να εξεταστεί χωριστά. Τα τελευταία πέντε χρόνια διαφαίνεται στη νομολογία του μια τάση για ενίσχυση της προστασίας. Η νομοθετική κάλυψη που προσφέρει το ΥΠΠΕ στηρίζεται στον Αρχαιολογικό Νόμο του 1932 και στο Νόμο 1469/1950. Κάποια από αυτά τα νομοθετήματα δεν είναι ούτε ουδέτερα ούτε αθώα. Υλοποιούν στην πράξη επεμβάσεις οικονομικών συμφερόντων και πολιτικών δυνάμεων με σκοπό τη μείωση των δυνατοτήτων ελέγχου από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Στην εποχή μας, η πραγματική προστασία δεν αποτελεί πλέον συνάρτηση της ηρωικής συμπεριφοράς των αρχαιολόγων αλλά της συνεργασίας πολλών ειδικοτήτων, σωστού συντονισμού και της κατάλληλης κινητοποίησης φορέων και της κοινής γνώμης. Ως προς τους παραδοσιακούς οικισμούς, ο ΕΟΤ επενέβη σε έξι με ομάδα αρχιτεκτόνων και επικεφαλής τον Άρη Κωνσταντινίδη. Το 1980, η οργάνωση EUROPA NOSTRA επιβράβευσε εργασία του ΕΟΤ για την Οία της Σαντορίνης. Επίσης, προγράμματα και μελέτες του ΥΧΟΠ και της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου πρόσφατα εστίασαν στην αρχιτεκτονική κληρονομιά. Το ασυστηματοποίητο και άκρως χαλαρό «σύστημα» προστασίας στην Ελλάδα πάσχει από την έλλειψη Ενιαίου Φορέα προστασίας, από την έλλειψη Εθνικού Μητρώου Μνημείων. Αποτέλεσμα ο πραγματικός έλεγχος να είναι απλούστατα ανύπαρκτος. Συντονισμός χρειάζεται και στο θέμα της παροχής κινήτρων. Πρέπει να καταγγελθεί και το ζήτημα των «αποχαρακτηρισμών» που λειτουργεί ρουσφετολογικά, όπως έδειξε η Καβάλα, οι αποθήκες των τελωνείων στον Πειραιά, το ξενοδοχείο Majestic στην Πάτρα. Τέλος, πρέπει άμεσα να προστατευτούν δείγματα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής και εξοπλισμού καθώς και τα αγροτικά μνημεία.
Γενική άποψη του νεκροταφείου της Μάνικας.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
There is scarcity of information coming from the ancient period of Frangokastello. Pottery from the Minoan Era and building remnants from the Hellenistic and Roman Period have been located in the major area around the castle. Apparently, an early Christian settlement prospered here as evidenced by the two remaining basilicas, that of St. Nikitas and Astratigos. In 1340, the Venetian feudal lords of Chania sought license from the government for the erection of a castle that would provide shelter from the local rebels and the pirates. The license was issued in 1371 and the construction works were completed by 1374. The adjacent abandoned settlement supplied the building material for the erection of the castle. Due to the increasing Turkish threat the castle was additionally fortified during the years 1793-1797. In the Greek Revolution of 1821 the castle plays a minor role and is abandoned thereafter. Inhabitants of the area connect a metaphysical phenomenon; that of the appearance of warrior-like shadows at daybreak in early May, with the part palyed by Frangocastello in the Revolution. Frangokastello today is not different from depictions of it from the period of Venetian rule, although it has undergone many reconstructions. It is rectangular in plan with towers on the corners; the SW still standing intact. The coat of arms of the Qerini family decorates the south, while another coat of arms showing the lion of Venice once existed above the entrance to the castle. In older representations of the castle, the church of St. Mark is shown inside the fortress. However, it is a false indication, since the church stood approximately ten meters outside the south side. The picturesque area of Frangokastello has, unfortunately, been ruined by the irrational modern buildings of reinforced concrete. The archaeological service in its effort to control building activities and to protect the beautiful landscape provokes the hostility of the inhabitants who try to destroy and extinguish what they regard as the cause of the strict limitations, that is the remnants of the monument.
Frequent reference has been made to the case of Athens as a representative example of how theatre could prosper under certain circumstances in a small town. However, the author of this article believes just the opposite and supports the opinion that the circumstances and data affecting the ancient Athenian theatre were, in fact, different from these prevalent today in our society. Therefore our experience from the Greek past has a limited value for the arts today. Theatrical performances in classical Athens took place on two major feasts; during Great Dionysia and Linea. Therefore people were in the mood and had the time to attend events. The city gave free tickets to those citizens who could not afford to buy them. Although the income from the performance was big, the expenses were also considerable. Of course, few actors were needed for each play but finally the number of people employed for all the performances given during each feast was big, around 1.000, according to M. Bieber’s estimations. The city in order to cover the consequent expenses ordained the donorship, which was undertaken by the wealthy Athenians. Therefore, apart from the fact that the state donations cannot be today equally high as were in ancient Athens, the interrelation of theatre with religion, which greatly contributed to the materialization of the performances, is absolutely absent, a factor that is probably more important than finance.
This article deals with the protection and preservation of the cultural heritage in Greece (antiquities and neoclassical buildings and works of art), the authorized public services and agents who exercise the protectionlpreservation, the relevant legislation and, finally, the disadvantages and negative effects of the state policy practiced until now. It also makes clear commonly accepted proposals for the creation of a “United Service of Protection” and for the renovation and reformation of the present administrative and legislative framework. The obvious pursuit of these proposals is the change and improvement of the practice of protection, unification with the European relevant policy, the enrichment of the personnel who work in this sector with specialized individuals and most importantly the radical transformation of the mentality and approach of the administration towards the critical issue of the protection of the national, cultural heritage.
A distinct decorative style in pottery develops in the last phase of Byzantine art, a style that until recently went unnoticed. The inside iconic representations embellishing objects of everyday use are replaced by aniconic sgraffiti and bright glazes. The aniconic incised style appears in the late Byzantine years, that is in the beginning of the 15th century or a little earlier and remains in use until the mid-16th century. During this phase the decorative motives are continuously simplified. As a result of the Turkish dominance, the sgraffiti technique is abandoned and simpler decorative modes are employed as an adjustment to the new situation. A great number of shards with aniconic decoration have been collected in the Folk-Art Museum in Larissa. The number, variety and quality of these finds from Thessaly when fully researched, promise a significant contribution to the study of late Byzantine art.
Of the theatres of the Arcadic city-states only a limited number has survived in ruins andl or in fragmentary condition. The small theatres of Mandineia and Tegea, built in the centre of the city on artificial low hills, the small theatres on the Acropolis of Orchomenos and Aepion built on the hill-slopes and finally the theatre of Megalopolis, the first in capacity not only in Arcadia but in the whole of Greece. Since Hellenistic times, only from the beginning of our century has the art of theatre found a proper shelter in the area, i.e. the Malliaropouleio Theatre, built in Tripolis, the capital of the province of Arcadia. Mistreated by time and neglected by man, this theatre is now under restoration in the hope of accommodating new performances on stage.
Masks were used in all three categories of ancient Greek theatre, that of tragedy, satiric drama and comedy. They originate from the Dionysiac feasts during which the participants used to paint their faces with the dark coloured dregs of the new wine and to decorate their heads with leaves and branches. In ancient Greek theatre female roles were acted by men, while the gender was also indicated by the flesh colour, white for women, black for men. The mask was made of cloth dipped in gypsum and pressed on a matrix so as to obtain the desired form. Then it was covered with a thin layer of plaster and finally the features of the character were painted over it. The shape of the mask was like that of a helmet since it covered not only the face but also the entire head. The mouth was made very big so as to facilitate speech, while the opening provided for the eyes was, on the contrary, very small. Indicative of the size of the mask’s eyes is that not only were the whites of the eyes painted but, occasionally, even the eye itself. Characteristic of the tragic mask was the size of it, especially the upper part of the mask in a shape that contributed a lot to the impressive appearance of the actor. During the Hellenistic period masks obtained a strong portrait character. According to Pollux (Onomasticon), there were 76 types of masks. 24 in tragedy, 4 in satiric drama and 44 in comedy. Masks did not correspond to a specific personality but represented individual characters therefore they must be regarded as phsychographs. It is quite probable that certain plays required the use of two masks by the hero, indicative of his situation as in the case of Oedipus, before and after his blindness, but this probability remains only a hypothesis due to the scarcity of information concerning the technicalities of a performance.
By defining theatre not only as the shelter for theatrical performances, but also as a socio-spatial structure ( of which architectural forms, dramatized world-views and ideas, different ways of presentation and the social impact of each spectacle all play an active part), this paper discerns four ‘phases-types”, which, repeated twice in a spiral evolution, characterize the while history of the Western Theatre. These “types” are: 1. Ritualistic Symbolism, 2. Realism, 3. Naturalism, 4. Aesthetic Symbolism. From the primitive theatre to classical antiquity, the Roman period and the stage platforms of the Middle Ages and, again, from the ecclesiastical dramas of the 11th century to the Elizabethan stage, the magic box of the baroque stage and the modern abstraction or the “happenings” of our own time, the above four “types “ regularly succeed one another – in their general and structural features. The explanation put forward for this double reappearance is based on the survival of some deep ideological conceptions through a series of economical or political changes, and the strong relation of these conceptions to the nature and position of the theatre within social life.
Research and study of the Byzantine theatre is problematic, as the available information and data on this topic are scarce. The Church regarded the theatre as a residual of the pagan world and strongly and considerably fought against it. This hostile attitude and approach had a negative impact on the evolution of the theatre. Secular theatre was active during the first centuries of the Byzantine Empire. It was a type of mime and succeeded the roman theatre of mimes. The plays acted consisted of short dialogues on topics from mythology, everyday life and Christian religion and were accompanied by music, dance and singing. From the 7th century on the course of mime becomes blurred. Poor and uncertain is, however, our knowledge of religious theatre. Certain ecclesiastic "dramatic" texts do exist but we do not know whether they were ever performed or not. Furthermore, certain parts of Christian Liturgy were acted out in church but we ignore if they were ever developed as to form proper theatrical performances staged independently from the church.
The real reason behind the flourishing of folk theatre in modern Greece lies in the fact that Greek tradition and folk culture developed through centuries of Turkish occupation (our knowledge of Byzantine folk culture is limited), and always indispensably contained show entertainments, i.e. the simpler forms of folk theatre. A full research on the forms of folk theatre in Greece, before the Balkan Wars, will lead us to the strata of customs where it is rooted. The Greek folk theatre reached its peak with Karaghiosis, the shadow theatre hero who greatly affected Greek society and especially the lower classes and is broadly accepted as a national, cultural symbol. The fame of the humble paper hero has expanded outside the borders of his country. He became the focus of interest for the theatre historian, being the unique survival of the theatre of shadow in the Mediterranean as well as for the theatre theoretician, being an example of the “theatre of one”. The case of Karaghiosis strengthens the theory that the unexpected, sudden blooming of provincial theatre during the last decade revived a folk traditionlinstitution that gradually had almost vanished in the painful course of the Greek history of the 20th century. Furthermore, this provincial theatre, in the limited choice for entertainment available to a village, functions in a way similar to that of the years of Turkish occupation. Thus, the modern theatrical activity continues the tradition of popular shows and representational customs that both create the simple, as well as the elaborate forms of the traditional folk theatre. The cultural policy for the decentralization of theatre greatly contributes to the continuation of an age-old tradition.
Ancient Greek art and literature were the conventional media for the representation of reality. They did not however remain unaltered through various historic phases but they changed due to the expansion of knowledge and the evolution of political and social systems. In primitive societies the conception and interpretation of the world are based both on the experience of individuals and on the theory expressed by a social group, the latter being always more persuasive and acceptable. However, as the importance of experience increases, art tends to more and more realistic forms; or, to put it otherwise, Greek history and civilization gain importance as opposed to the mythological - traditional interpretation of the world. The celebrated fifth century and the classical art of the time lie between this development from mythology to experience. Needless to say that when we refer to the new conception of the world and its representation we cannot but recall that the dawn of the fifth century coincides with the birth of the Athenian democracy. As much as the institution of democracy was a significant step towards political freedom (in which more citizens than ever before participated) so the novelties in the arts pointed towards a more empirical conception of life. Democracy and theatre Drama can be considered as the art par excellence of the fifth century since its embryonic stage (Thespis’s period), birth and growth coincide with the embryonic period (from Solon onwards), birth and full development of democracy. Democracy from its very nature is, according to Thucydides (2,37,1), the regime that has as a prerequisite the union and collaboration of all sociopolitical forces; drama is also a composite art that requires the creative participation of many artists and combines speech, motion, music, architecture and painting. The audience to which drama is addressed is the body of civilians. To accommodate this audience a new public edifice is created, the theatre, that is also frequently used for the public assembly. Beyond, however, this somehow superficial relation another more essential comparison can be made between democratic function and theatre. In the ecclesia (public assembly) the present and the future of the city were discussed. Tragedy in theatre represented the past. However, this representation was neither static nor was it based on the established common view. Founded on dialectics theatre treated myth in a way that exposed a new version and interpretation of the past. This kind of interpretation greatly diverges from the representation of past in the epos or religious art, and exactly there lies its significance. Divergence in interpretataion was conditioned by the character of the regime ranging from the despotic to the democratic - a divergence obvious in the plays of Aeschylus and Euripides – and naturally by the range of human thought from the naïve to the rational.
Space, especially urban space, has been approached until now through various fundamentally different ways that caused instant dispute. After an irresponsible concept of formalism or a barren concept of functionalism a new attitude has been developed where space is seen through an aesthetic, psychological and ideological approach. In the last thirty years the interest in an aesthetic approach towards urban space - through the analysis of the urban landscape – has increased considerably. As a result of this, a new branch of architecture and / or town planning has been created, a branch that deals with the conceptual structure of space and its aesthetic prominence. The contribution of technology to research for an acceptable environment is fundamental.Archetypal forms, investigation of the mythological dimension through which a space can be appropriated or the lay-out of the socio-aesthetic of the environment in which the major human moments l activities take place (love, death, war, peace, play, work, etc.) are significant. Through the information and meaning that landscape supplies, the human dimension of space can be approached and consequently, the use and the appropriation of space becomes feasible. Each space has to be approached from an aesthetic point of view and classified separately. This classification is of great importance to the future relation of man with the space he inhabits.
At the end of the 7th century BC Greek emigrants from Samothrace Island founded a series of fortified towns on the Thracian coast opposite, with the purpose of establishing their presence in the northeastern Aegean Sea and of exploiting the fertile land of Thrace. These towns became important commercial centres and contributed to the hellenization of the indigenous population made complete in the years of Macedonian rule. According to Herodotus, the Aegean Mesimbria was the furthest of these colonies to the west. The excavation that started in 1966 brought to light an important town spread over 7,33 acres, that was protected by a wall reinforced in regular intervals with rectangular towers. Another wall to the east probably belongs to another phase of the history of the town. Quite remarkable are the walled settlements inside the town, touching the west wall, where research brought to light streets, shops, houses and workshops as well as a multitude of finds that speak for the wealth and the high civilization of the inhabitants. The cemetery of the settlement is located to the west of the town. Sarcophagoi, pitoi etc. were used for the burials while the funerary offerings (vases, idols, gold jewels) are exceptionally rich. The information provided by the ancient sources is unfortunately scarce, therefore our knowledge of Aegean Mesimbria is limited to the excavational results. The town reached its peak in the 4th century BC and was preserved until the 2nd century BC, approximately.
Having satisfied religious and practical needs such as worship of the gods, perpetuation of the memory of the dead, the struggle for survival, man felt the urgency to invest his left over energy in other joyful expressions of life.Part of this energy was channeled towards the theatre, i.e. towards the activation of the instinct of mimicry (Plato, Aristotle). This activation was nothing more than the manifestation of man's innately playful nature. Kant and mainly Schiller considered the arts as a “serious” game, decisive for its differentiation from religion, philosophy and practical life. This sort of game, obeying the need for the reproduction of reality, adopted mimicry and its potential. With the contribution of culture, imagination and technical knowledge, play finally became theatrical art. The first developed forms of this game were dance and fairs. The appearance of purely theatrical expression coincided with the need for a tangible representation of abstract conceptions, narrations and ideas that neither rhapsodists nor epic poetry could offer. It is beyond dispute that Greek drama and more specifically theatre originate from dithyramb, the lyrical poetry in honour of Dionysus. The dithyramb, inspired by the festival character of the Dionysian feasts became an essential part of the cult of the god. To combine poetry, singing and dancing in such a form as to excite the imagination and the senses of the participants. The dithyramb, as it eventually evolved as an artistic medium, had an undeniable impact on the evolution of Greek poetry and music. During the peak period of dithyramb Attic tragedy appeared bringing aboutnan independent evolution of the dramatic elements that pre-existed in the dithyramb. We have good reasons to presume that the cyclic chorus, moving around the altar of Dionysus, sang hymns, in which the lyric elements alternated with the epic narrations of the leader of the chorus. The alternation of voices led to the dialogue between the leader and the members of the chorus so that the entire performance soon obtained a concrete dramatic character. The leader of the dithyramb became the hypocrites of the drama while epic abstraction was succeeded by scenic realism.
The author follows in the steps of Panagis Kavvadias when excavating.Kavvadias arrived in Epidaurus in March of 1881. The shape of the hollow was evident, but the theatre had become a thicket. The trees were cut down only to reveal a slope covered with earth of a thickness of approximately one and a half metres. The theatre had been preserved over the years by the vegetation covering it and by the landslide of earth from mount Kynarteion. The theatre of Epidaurus is the best preserved theatre of antiquity, built on a ravine. The theatre is a banked up hollow, built on the side of the ravine. The location of the theatre is such as to command a view of the valley of the sanctuary and of the surrounding mountains.
The first theatre of Athens was a wooden shack on Aiolou street where acrobats performed. The theatre had capacity for an audience of approximately a thousand seated around the stage. Performances were announced by the town crier who stood at the dimly lit entrance to the theatre. When a storm tore off the tent that covered the theatre, it remained without a roof. In five months the theatre had been destroyed by the bad weather conditions, before the manager A. Sconzopoulos could pay off the timber. The theatre opened (in May 1836) with what was allegedly an Italian play translated by Rigas. Details are given in Marios Ploritis’ article in “Vima on Sunday” of April 22 1984.
The shadow theatre is an eastern invention that was brought to Greece from Turkey, along with the Turkish Karagiozis who became Greek. The Greek Karagiozis is less foul mouthed than his Turkish predecessor and his long arm takes the place of the phallus of the Turk. Performances of the shadow theatre in Greece are embellished with references to the times in which they are performed, and become patently Greek. Apart from the Karagiozis himself who is the main character, other personages of the shadow theatre are the Barbagiorgos, the Hadziavatis, sior Dionysios, the Stavrakas, the Morfonios, the Vizier, the Bey, Karagiosis ‘ wife kyra-Aglaitsa, and his famous son, the son of shadows Kollitiri.
The manuscript of the shadow theatre play “Karagiozis Grammatikos” is published here in miniature. It was written by the president of the Greek Society of the Shadow Theatre, Thanasis Spyropoulos, from Messene. In this play the Geros (the old man) is shown asking Karagiozis to write him a letter.
Τhe 2nd Olympic Games of 1906 were held in Athens. In the Illustrated Album of the games, (edited by P.S. Savvides).it is plainly shown that the Olympic Spirit had given way to the festive spectacle that was produced on the sidelines of the actual games. In elegantly phrased descriptions we are told that the main avenues in Athens were being repaired in a hurry, that the mayor of Athens Mr Mercouris was checking on everything at the last minute, that bands were playing, coloured lights and floral arrangements of false or real flowers were being set up, all these bringing to the city a festive, formal aspect. The Italian Fontapier was contracted to decorate central streets and squares, to organize the procession of lights and to undertake organizing the “Venetian festival” of fireworks at the little port of Zea.

Φλυτζούνι – Coccothraustes coccothraustes.
Το άρθρο δεν περιορίζεται στην απλή καταγραφή των χώρων πρασίνου της Αθήνας αλλά παρέχει λεπτομερή κατάλογο με τα φυτά και τα πουλιά που ενδημούν σε καθένα από αυτούς. Συγκεντρωτικοί κατάλογοι με τα ελληνικά και τα λατινικά ονόματα φυτών και πουλιών συμπληρώνουν την πλούσια εικονογράφηση.
Όταν το 1834 η Αθήνα ορίστηκε πρωτεύουσα του κράτους, ήταν ακόμη ένας σωρός από ερείπια, χωρίς δρόμους ή κήπους. Πρώτη η βασίλισσα Αμαλία ενδιαφέρθηκε για το πράσινο. Ο Κήπος ολοκληρώθηκε το 1842 έχοντας περίπου 7.000 δέντρα, τα περισσότερα από τα οποία είναι εισαγωγής. Περιοχές με πράσινο είναι επίσης το Άλσος της Κηφισιάς, το κτήμα των «Αναβρύτων» στο Μαρούσι, το Άλσος της Νέας Φιλαδέλφειας, το Άλσος του Περιστερίου, το Πεδίο του Άρεως, το Άλσος της Νέας Σμύρνης.
Ο Κηφισός, θεοποιημένος στην αρχαιότητα, ήταν ο κυριότερος ποταμός της Αττικής. Βρωμερός οχετός της μεγαλούπολης από τη Μεταμόρφωση και κάτω, από την πηγή του στο Πεντελικό ως τη Μεταμόρφωση περιβάλλεται από πλούσια βλάστηση, φιλοξενεί βατράχια, ψαράκια, αηδόνια, κοτσύφια. Ο Ιλισός πήγαζε από τη ΒΔ πλευρά του Υμηττού και κατευθυνόταν προς τον Κηφισό. Μόνο ένα μικρό κομμάτι του στην περιοχή της Αγίας Φωτεινής αφέθηκε ακάλυπτο. Στον φαληρικό όρμο, στο «Αλίπεδο», υπήρχε το Δέλτα του Κηφισού και του Ιλισού. Το Δέλτα του Ιλισού σήμερα διατηρεί μικρό υπόλειμμα αυτού του μεγάλου υγρότοπου που κάλυπτε όλη την περιοχή. Υπήρξε καταφύγιο για 120 είδη πουλιών, είχε πάνω από 250 είδη φυτών, ανάμεσά τους ο σπανιότατος Θαλάσσιος Κρίνος που παραστάσεις του αποκαλύφθηκαν στην Κνωσό και τη Σαντορίνη. Οι πηγές του Ηριδανού ήταν στις νότιες υπώρειες του Λυκαβηττού. Από το ποτάμι έχει απομείνει ένα μικρό ρέμα στον Κεραμεικό.
Τα πρώτα πεύκα και κυπαρίσσια που φύτεψε η Φιλοδασική Εταιρεία το 1890 στο λόφο του Λυκαβηττού, φαγώθηκαν από τα γίδια. Το 1915, μετά από εκτεταμένη δενδροφύτευση, ο λόφος πρασίνισε. Στη συνέχεια, τα λατομεία και η αυθαίρετη δόμηση κατέστρεψαν την ομορφιά του τοπίου.
Πελασγικής προέλευσης, το όνομα του Υμηττού δηλώνει τον άγριο, βραχώδη τόπο. Με «σκελετό νοσήσαντος ανθρώπου» παρομοιάζει τον Υμηττό ο Πλάτωνας. Στη δυτική πλευρά του, το δάσος της Καισαριανής είναι ένα από τα 19 αισθητικά δάση της χώρας. Δυτικά της Αθήνας βρίσκεται το όρος Αιγάλεω.
Οι αρχαιολογικοί χώροι, από τη φύση τους νησίδες άγριας ζωής, ενθαρρύνουν την πλούσια βλάστηση και παρέχουν ασφαλές καταφύγιο σε πολλά πουλιά. Η Ακρόπολη της Αθήνας, η Αρχαία Αγορά, το Θησείο, ο λόφος του Φιλοπάππου και ο ναός του Ολυμπίου Διός αποτελούν ενιαίο οικοσύστημα.
Πλατεία Αιγύπτου, εύγλωττη «είσοδος» στο Ιστορικό Κέντρο.
Η ιστορικά αποδεδειγμένη απροθυμία της Αθήνας να πειθαρχήσει σε σχεδιασμούς προδίδει ένα ζωντανό οργανισμό. Η πόλη χρειάζεται μια ταυτότητα που θα περιέχει όλα τα στοιχεία της καταγωγής και της εξέλιξής της. Η νοσταλγία του παρελθόντος είναι άγονη. Η πόλη δεν είναι σκηνικό. Αναγνωρίζοντας τα σημάδια της πόλης, αναδεικνύουμε όχι μόνο τα μνημεία αλλά και τα τοπόσημα, τις χαράξεις, τις μορφές, τις κλίμακες, τις θέες, κτήρια μεμονωμένα ή σύνολα, τις σχέσεις και τους συμβολισμούς στο χώρο. Κομμάτια του νήματος της ιστορικής Αθήνας που πρέπει να συνδεθεί και να γίνει ορατό. Η Αθηνάς, η Αιόλου, η Ερμού, η Πειραιώς και η Σταδίου χαράχτηκαν από τους Κλεάνθη και Schaubert. Η Αιόλου και η Αθηνάς παραμένουν οι κύριοι άξονες οπτικής επικοινωνίας με την Ακρόπολη. Το μεγάλο ισοσκελές τρίγωνο Πειραιώς-Σταδίου-Ερμού εξακολουθεί να είναι η καρδιά του κέντρου της πόλης.
Την ανομοιομορφία στο ιστορικό κέντρο δημιουργούν κτήρια από διαφορετικές εποχές που δεν συνυπάρχουν αρμονικά. Αυτά τα πολύμορφα μέτωπα των δρόμων του κέντρου της Αθήνας χρειάζεται να ιδωθούν ως τυπολογικά «πολύχρωμα» σύνολα. Ωστόσο, αν ένας πεζός στην επικίνδυνη πορεία του ανάμεσα από στύλους, οχήματα, πάγκους, τραπεζάκια, ζαρντινιέρες κ.ά., είχε την πολυτέλεια να κοιτάξει γύρω του, θα έβλεπε και μια παραμορφωμένη εικόνα της πόλης, με όψεις κτηρίων αλλοιωμένες βάρβαρα από τα σχήματα και τα χρώματα επιγραφών και διαφημίσεων. Την ασχήμια αυτή ενισχύει η εγκατάλειψη των κτηρίων στη φθορά του χρόνου. Το ιστορικό κέντρο έχει τεράστια ανάγκη αλλά και τεράστια περιθώρια για ρυθμιστικές παρεμβάσεις, για ένα αστικό σχεδιασμό.
Ανάδειξη αρχαιολογικού χώρου Ρωμαϊκής Αγοράς.
Η ενοποίηση στην προκειμένη περίπτωση νοείται ως «η εξασφάλιση της δυνατότητας ενός πεζή κινούμενου επισκέπτη των αρχαίων ή όποιου άλλου να μετακινηθεί από τον ένα αρχαιολογικό χώρο στον άλλο, από το λόφο του Αρδηττού έως την ακαδημία του Πλάτωνος, χωρίς σε κανένα σημείο της διαδρομής αυτής να διασταυρωθεί η κίνησή του με τη ροή τροχοφόρων. Και στο σημείο που αυτό είναι αδύνατο να γίνει [...],η διασταύρωση αυτή υφίσταται αλλά συντελείται σε διαφορετικό επίπεδο, επίγειο ή υπόγειο, έτσι ώστε να μη γίνεται, τοπικώς και μόνο εννοείται, αντιληπτή δια της οράσεως, όχι όμως και των άλλων αισθήσεων (θόρυβος, καυσαέρια)».
Οι περιπτώσεις που τα αρχαία διατηρήθηκαν «εν υπαίθρω» είναι λιγοστές. Όλα τα αρχαία των ανασκαμμένων οικοπέδων εντός των τειχών της πόλης αλλά εκτός Πλάκας διατηρήθηκαν εν «υπογείω». Στην Πλάκα συγκεντρώνονται οι εντός των τειχών οργανωμένοι και περιφραγμένοι αρχαιολογικοί χώροι. Πιστεύεται ότι η Πλάκα κρύβει και άλλα μνημεία, γνωστά μόνο από τις πηγές. Τέλος, υπάρχουν και μεμονωμένα αρχαία που ανήκουν σε μνημεία εκτός των τειχών, μακρύτερα ακόμη και από την ευρύτερη περιφέρεια του ιστορικού κέντρου.
Μόνον το 1833 θα μπορούσε να είχε ληφθεί η απόφαση για τη δημιουργία ενός αδιάσπαστου χώρου με το σύνολο των αρχαιοτήτων, απαλλαγμένου από νεοτερικά κτίσματα. Έπρεπε όμως τότε να είχε προβλεφθεί η ίδρυση της πρωτεύουσας πολύ πιο έξω από την αρχαιολογική ζώνη που προέβλεπε το σχέδιο των Κλεάνθη και Schaubert.
Ακολουθούν οι προτάσεις διαμόρφωσης των εξής αρχαιολογικών τομέων:
1. Τομέας Διον. Αρεοπαγίτου – Αποστ. Παύλου – Φιλοπάππου – Μακρυγιάννη
2. Τομέας Κεραμεικού – οικοπέδου παλιού εργοστασίου παραγωγής αεριόφωτος (Γκάζι) – Θησείου – Αγοράς
3. Τομέας Πλάκας – Αναφιώτικων – Ψυρρή
4. Τομέας της Ιεράς Οδού
5. Τομέας Δημοσίου Σήματος – Ακαδημίας Πλάτωνος
6. Τομέας Ολυμπιείου – Αρδηττού – Σταδίου – Ζαππείου
7. Τομέας Ριζάρη – Ωδείου Αθηνών – Εθνικής Πινακοθήκης
Η θέα της θάλασσας από την Τρίτη Πλατεία στον Κεραμεικό (πρόταση των αρχιτεκτόνων Θ. Καναρέλη, Μ. Παπαδοπούλου).
Άραγε μπορεί η Αθήνα να «βρει το χαμένο της πρόσωπο» μέσα από τη συνάντηση της αρχαίας με τη σύγχρονη πόλη;
Στο πρώτο πολεοδομικό σχέδιο των Κλεάνθη και Schaubert (1833) η Αθήνα οριζόταν από ένα τρίγωνο με μια πλατεία στην κάθε του γωνία. Μόνο δύο πλατείες κατασκευάστηκαν, η Ομόνοια και το Σύνταγμα. Η Τρίτη Πλατεία, που επρόκειτο να γίνει στον Κεραμεικό, στη συμβολή των οδών Ερμού και Πειραιώς, θα ονομαζόταν πλατεία Κέκροπος.
Σήμερα η Τρίτη Πλατεία θα μπορούσε να αποτελέσει το βασικό στοιχείο της συνάντησης των δυο πόλεων, της αρχαίας και της σύγχρονης. Αυτή τη συνάντηση εκφράζει συμβολικά η πρόταση των αρχιτεκτόνων Θεοκλή Καναρέλη και Μάρως Παπαδοπούλου που απέσπασε το 1ο βραβείο στο Πανελλήνιο Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό με θέμα τη «Διαμόρφωση της Τρίτης Πλατείας στον Κεραμεικό» (1989).
Η επιμήκης Τρίτη Πλατεία καλείται να ενώσει το κέντρο της Αθήνας με τις δυτικές, υποβαθμισμένες συνοικίες, Μεταξουργείο-Ψυρρή και Γκαζοχώρι. Υπερκαλύπτει την Πειραιώς, που καταβυθίζεται, και ενοποιεί τις περιοχές Γκαζοχώρι και Θησείο. Στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της συμβάλλουν το απόλυτο και αυστηρό σχήμα της, η κλιμακωτή της επιφάνεια και η σχέση της με τους τριγύρω χώρους, η προοπτική προς την Ακρόπολη και η καταπληκτική θέα της θάλασσας του Πειραιά, του Λυκαβητού, του Αστεροσκοπείου.
Η μελέτη αυτή στοχεύει επίσης στην ενοποίηση του αρχαιολογικού χώρου του Κεραμεικού με την Αρχαία Αγορά, στη δημιουργία μιας μεγάλης έκτασης πρασίνου και περιπάτου και στη διευθέτηση της κυκλοφορίας στην περιοχή. Προτείνεται η αποκατάσταση των αρχαίων διαδρομών, η αποκατάσταση του τείχους της κλασικής εποχής και η αποκατάσταση του αττικού τοπίου και του αρχαίου ποταμού Ηριδανού.
Κιχώριο.
Η λειψυδρία έπληξε και τους χώρους πρασίνου της Αθήνας. Τουλάχιστον όμως μας φανέρωσε ποια φυτά ταιριάζουν αβίαστα με το δικό μας κλίμα. Αντέχουν και ευδοκιμούν φυτά ντόπια, ελιές, μουριές, κουτσουπιές, πουρνάρια, χαρουπιές, δάφνες και άκανθοι και, από τα ξενόφερτα, η βρωμούσα (αειλάνθη), τα πιπερόδεντρα, ο αθάνατος (αγαύη), το μπουζάκι. Αγριόχορτα κι αγριολούλουδα, το κιχώρι, το πεντάνευρο, το περδικάκι, δε θέλουν πότισμα ούτε φροντίδα. Ίσως είναι καιρός να αποδώσουμε το «γκαζόν» στις βορειότερες χώρες και εμείς να στραφούμε στις μολόχες μας, τις λεβάντες, τα κυκλάμινα.
Το σπίτι του στρατηγού Γκόρντον στο Άργος. Γενική άποψη κατά την περίοδο καθαρισμού και αναστηλώσεως (1989).
Ο συγγραφέας επανέρχεται στο σπίτι του Γκόρντον παρακολουθώντας πόσα και ποια χέρια άλλαξε, πόσες και ποιές χρήσεις γνώρισε. Η σειρά μεταβιβάσεων εμφανίζεται συνεχής και αδιάκοπη από το 1882 και μετά. Τη χρονιά αυτή την οικία αγοράζει ο Γεώργιος Ν. Βάθης, καπνοπώλης και κάτοικος Αθηνών. Νωρίτερα το σπίτι είχε στεγάσει το Παρθεναγωγείο της Θεοφ. Δαρρωνά. Στη συνέχεια, οι πολυετείς προσπάθειες του Βάθη να πουλήσει το σπίτι θα μείνουν άκαρπες. Μετά το θάνατό του (1914), στην αποθήκη λειτούργησε χοροδιδασκαλείο. Τον Απρίλιο του 1928, ως διάττων αστήρ, εμφανίζεται για μια μέρα στο Άργος ο εγγονός του Γκόρντον, Τσαρλς. Τον Ιούλιο του 1936 το 4ο Ορειβατικό Σύνταγμα Πυροβολικού νοικιάζει το σπίτι του Γκόρντον για να εγκαταστήσει τα γραφεία του. Στο τέλος της δεκαετίας του 1970 το σπίτι έχει γίνει κανονικό ερείπιο: η στέγη καταρρέει, παλιές τοιχογραφίες έχουν καλυφθεί με ασβέστη και λαδομπογιά, στο ισόγειο ο γέρος φύλακας έχει εγκαταστήσει κουνελοστάσιο και κοτέτσι. Τα διαβήματα του «Πολιτιστικού Ομίλου Άργους» προς το Υπουργείο Πολιτισμού δεν εισακούονται. Το 1983 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή αντιμετωπίζει για πρώτη φορά το ενδεχόμενο να αποκτήσει οίκημα στο Άργος. Εν τω μεταξύ, το 1982 το σπίτι του Γκόρντον είχε κηρυχτεί διατηρητέο με προεδρικό διάταγμα του Αντώνη Τρίτση. Το 1985 προβάλλεται από την ΕΡΤ1 η ταινία μικρού μήκους του Θανάση Ρακιντζή «Προς Αργείους», με σκηνές γυρισμένες στο εσωτερικό του εν λόγω σπιτιού. Οι κάτοικοι του Άργους βρίσκουν την ταινία δυσφημιστική και την αποδοκιμάζουν. Το ακίνητο θα αγοράσει το 1987 η Γαλλική Σχολή.
Ο Άγιος Αθανάσιος του Ψυρρή όπως σωζόταν τον πρώτο χρόνο μετά την απελευθέρωση.
Η ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα του κράτους (1834) ανέδειξε οξύ το πρόβλημα στέγης για τις δημόσιες υπηρεσίες και τους κρατικούς λειτουργούς. Η αυτοψία κρατικών υπαλλήλων έδειξε ότι, εκτός από το Μέγαρο Κοντόσταυλου όπου κατοίκησε προσωρινά ο Όθων, κατοικίες με πολλά δωμάτια υπήρχαν μόνο δύο, στην Καπνικαρέα, και ανήκαν στον κόμητα Μποτσάρι και στον Υδραίο Γιούρντη. Το σπίτι των Κλεάνθη και Schaubert είχε ήδη νοικιαστεί για τη στέγαση του Γυμνασίου. Επείγοντα χαρακτήρα είχαν πάρει οι αίθουσες απονομής της δικαιοσύνης, το Πρωτοδικείο, το Κακουργιοδικείο, το Εφετείο και ο Άρειος Πάγος. Σε τρία κτήρια που ανήκαν στην κυβέρνηση, όπως και στο Φετιχιέ τζαμί, στο Μεντρεσέ και στο τζαμί του Τζισδαράκη δεν μπορούσαν να γίνουν επισκευές γιατί η περιοχή ήταν προορισμένη για αρχαιολογικές ανασκαφές. Σε περίπτωση που η κυβέρνηση αποφάσιζε να ανοικοδομήσει, θα ξεσήκωνε την κοινή γνώμη. Ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Γ. Πραΐδης προτείνει να αξιοποιηθούν τέσσερις από τις ερειπωμένες εκκλησίες του κέντρου. Πράγματι, αρχίζουν οι επισκευές στις εκκλησίες της Αγίας Ελεούσας, του Αγίου Αθανασίου και του Χριστοκοπίδη. Η τέταρτη εκκλησία, η Παναγία του Κανδήλη, κρίθηκε τελικά ακατάλληλη. Αποφασίζεται ο Μεντρεσές να χρησιμοποιηθεί ως φυλακή. Ο διευθυντής της τεχνικής υπηρεσίας E. Schaubert αναθέτει τη μετασκευή των τριών εκκλησιών στον βοηθό-αρχιτέκτονα της υπηρεσίας Χριστιανό Χάνσεν. Η μόνη τροποποιημένη εκκλησία που σώζεται σήμερα, ενσωματωμένη στο κτήριο του Παλαιού Κακουργοδικείου, είναι η Αγία Ελεούσα στου Ψυρρή. Η μορφολόγηση των όψεων του κτηρίου, που πρέπει να ανεργέθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1830, μαρτυρεί ικανότατο αρχιτέκτονα. Βλέπουμε εδώ τα παράθυρα που ο Χάνσεν θα χρησιμοποιήσει στο Πανεπιστήμιο, όπως και την κεντρική εξώθυρα με το μαρμάρινο πλαίσιο που κλέβει τις εντυπώσεις στην πρόσοψη. Οι δύο παρωτίδες αποτελούν θαυμάσια δείγματα αντιγραφής και ενσωμάτωσης των παρωτίδων της βόρειας στοάς του Ερεχθείου.
Σήμερα, μισοκαμένο και τρισάθλιο, το κτήριο στριμώχνεται ανάμεσα σε αυθαίρετες παράγκες και βάρβαρα τσιμεντένια κατασκευάσματα.
Μυκήνες: άλογο και αναβάτης. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Το εξημερωμένο άλογο προέρχεται από δύο κύρια είδη: το είδος Tarpan και το είδος Przewalski. Η εξημέρωσή του, που αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της ευρύτερης περιοχής της νότιας Ρωσίας, αρχικά απέβλεπε στην εξασφάλιση τροφής. Στην Κνωσό και τις Μυκήνες το άλογο εμφανίζεται ως ζώο έλξης. Μόνο ένα μυκηναϊκό ειδώλιο παριστάνει άλογο με αναβάτη. Τα ανασκαφικά ευρήματα φανερώνουν ότι η εισαγωγή αλόγου έγινε κατά τη Μεσοελλαδική εποχή (Λέρνα, προϊστορικοί τύμβοι Μαραθώνα). Σκελετοί ή οστά αλόγων βρέθηκαν σε τάφους (Βρανάς, Μαραθώνας, Αρχάνες), οστά αλόγων βρέθηκαν στο ιερό της Φυλακωπής στη Μήλο και το ιερό της Δήμητρας στην Κνωσό.
Μαρμάρινη προτομή του Περικλή. Ρωμαϊκό αντίγραφο έργου του Κρεσίλα, Μουσείο του Βατικανού.
Την ιδεολογία της αθηναϊκής δημοκρατίας διατύπωσαν αρχικά οι έννοιες «ισηγορία», νοούμενη ως ελευθερία, και «ισονομία», ως έννοια νομική και πολιτική. Και οι δύο αυτές έννοιες προϋπέθεταν την ισότητα καταγωγής, την «ισογονία». Τέσσερις σταθμοί θα οδηγήσουν την αθηναϊκή δημοκρατία στην ολοκλήρωσή της: η ένωση της Αττικής από τον Θησέα, η νομοθεσία του Σόλωνα -ιδιαίτερα η άρση της σεισάχθειας, οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη και οι εποχές του Εφιάλτη και του Περικλή. Ο «Επιτάφιος λόγος» είναι η πρώτη γραπτή μαρτυρία της πολιτικής και κοινωνικής ωρίμανσης. Από το λόγο του Περικλή δεν προκύπτουν ιδεολογήματα αλλά η αντανάκλασή τους στην πράξη. Κατονομάζονται οι δημοκρατικοί θεσμοί, εξαίρεται το ελεύθερο και ανεκτικό πνεύμα των Αθηναίων ειδικά απέναντι στους δούλους. Η ποιότητα ζωής συναρτάται με το πολίτευμα. Ο Περικλής επισημαίνει με ποιούς τρόπους εκφράζεται κοινωνικά η δημοκρατία: ως μέριμνα για τη διασκέδαση του πολίτη, ως υπεραυτάρκης αγορά σε είδη κατανάλωσης, ως κοινωνία ανοιχτή χωρίς σύμπλεγμα ξενοφοβίας, ως στρατιωτική αγωγή, ως εν γένει νοοτροπία, ως ισόρροπη εκλεκτικότητα ανάμεσα στο ωραίο, στο απλό, στο πνεύμα, στην ανδρεία, ως εξωραϊστική πολιτική και σώφρων χειρισμός του δημόσιου χρήματος, ως μέσο ή ευκαιρία για τη βελτίωση του εισοδήματος των οικονομικά αδυνάτων, ως υπευθυνότητα, αμεσότητα και συλλογικότητα, ως ενημέρωση και διάλογος, ως δραστηριοποίηση και προγραμματισμός, ως ανώτερο ψυχικό βίωμα. Ο Περικλής θα αποκαλέσει την Αθήνα «γενικό της Ελλάδας σχολείο», αντικείμενο θαυμασμού για σύγχρονους και μεταγενέστερους. Ωστόσο, την επιθυμητή επικράτηση του «ίσον» υποβλέπουν η οικονομική ανισότητα και η ανισότητα σε πολιτικά δικαιώματα. Ενάντια στην οικονομική ανισότητα επιστρατεύτηκαν: α) η ναυτική πολιτική της Αθήνας που διεύρυνε τη στρατιωτική βάση δίνοντας συνεχή απασχόληση και στα μη προνομιούχα στρώματα της αθηναϊκής κοινωνίας, β) η θέσπιση νόμων που επέτρεπαν στους φτωχούς όχι μόνο να ζουν καλύτερα με δαπάνες της πολιτείας και των πλουσιοτέρων αλλά και να μετέχουν στη λειτουργία των θεσμών της δημοκρατίας. Όσο για τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα, αυτά γίνονται αντιληπτά μόνο σε συνάρτηση με την έννοια της ισογονίας, άρρηκτα συνδεδεμένης με την κοινή καταγωγή, την πατρώα γη και τις στρατιωτικές υποχρεώσεις -που εξαιρούσαν αμέσως τις γυναίκες, τους μέτοικους και τους δούλους. Τους μέτοικους απέκλειε από τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα και η απαγόρευση της απόκτησης ακίνητης περιουσίας.
Αρχοντικό Νατζή, Καστοριά, 18ος αι. Λεπτομέρεια της οροφής.
Εξετάζονται οκτώ αντιπροσωπευτικά ταβάνια από πέντε γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας. Παρουσιάζονται, κατά σειρά αρχαιότητας, το ταβάνι της Καστελλανίας στη Ρόδο (αρχές 16ου αιώνα), τα ταβάνια της τράπεζας της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου (β΄ μισό 17ου αιώνα), οι οροφές των αρχοντικών της Καστοριάς Νατζή και Τσιατσαπά (18ος αιώνας) και οι οροφές τριών νεοκλασικών κτηρίων του 19ου αιώνα: της οικίας Κουτσομυτόπουλου και του κτηρίου «Δασκαρόλη-Ακρίτα» στην Καλαμάτα και του Αστεροσκοπείου Αθηνών. Τέλος, εξετάζεται η οροφή του «δωματίου» του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ από τη Λέσβο (1925-1950), που τώρα βρίσκεται στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης.
Αναλύονται τα ζωγραφικά και διακοσμητικά στοιχεία των οροφών, η αρχιτεκτονική και η κατασκευή τους. Πριν κατατεθούν προτάσεις επεμβάσεων, απαριθμούνται οι φθορές που υφίστανται το ξύλο και το χρώμα και τα αίτια που τις προκαλούν.
Το άρθρο αντλεί από την πτυχιακή εργασία των συγγραφέων που έγινε στη Σχολή Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών, Τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, Τ.Ε.Ι. Αθηνών, τον Μάρτιο του 1993.
Χρήστος Παπανικολάου, «Έλλα» (αυγοτέμπερα).
Αναζητώντας τους αυθεντικούς συνεχιστές της βυζαντινής τεχνοτροπίας, ο ζωγράφος-αγιογράφος Χρήστος Παπανικολάου οδηγήθηκε σε μια εξάχρονη περιπλάνηση μαθητείας: Άγιο Όρος, Θεσσαλονίκη, Οχρίδα, Στουντένιτσα της Σερβίας, Κωνσταντινούπολη, Σινά. Στη Λάρισα, όπου στη συνέχεια εγκατέστησε το εργαστήρι του, δημιούργησε μια σειρά έργων με τίτλο «Ο Κύκλος της Έλλα». Ο κύκλος με το όνομα της Λαρισαίας πριγκίπισσας, που την απαγωγή της το 10ο αιώνα από σλάβους επιδρομείς διηγείται ο θρύλος, δεν είναι τίποτα περισσότερο από το θέατρο του ανολοκλήρωτου, όπου η ολοκλήρωσή του ματαιώνεται κάθε στιγμή από την αμαρτία: δηλαδή την ανάγκη.
Μεγάλη Λέπτις. Το αρχαίο θέατρο.
Την Κυρήνη ίδρυσαν Δωριείς άποικοι από τη Θήρα το 631 π.Χ. Το χώρο της Αγοράς περιβάλλουν επιβλητικά ερείπια στοών και βωμοί θεών. Στα ΝΑ της βρίσκονται δημόσια κτίρια, επιβλητικές οικίες με μεγάλες περίστυλες αυλές, με ψηφιδωτά και μαρμαροθετήματα. Στα ΒΔ της Αγοράς, η Ιερά οδός οδηγεί στην Ιερή Πηγή και το Τέμενος του Απόλλωνα αφού περάσει από το Νυμφαίο. Ο ναός του Απόλλωνα γειτονεύει με άλλους ναούς. Μπροστά του, αρχαία κρήνη εικονίζει τη νύμφη Κυρήνη να πνίγει λιοντάρι ενώ η Αφρική τη στεφανώνει. Λίγο ανατολικότερα βρίσκεται ένα από τα τέσσερα θέατρα της Κυρήνης. Το νεκροταφείο της, μήκους 5 χλμ., είναι το μεγαλύτερο του αρχαίου κόσμου.
Η αρχιτεκτονική των μουσείων εκφράζει το πνεύμα των καιρών. Nene Staatsgalerie, Στουτγάρδη (αρχιτέκτονας: James Stirling).
Στην απτή πραγματικότητα ενός συγκεκριμένου μουσειακού περιβάλλοντος, η επικοινωνία συντελείται στο πλαίσιο της ταυτότητας του μουσείου. Η διαδεδομένη έννοια της επικοινωνίας με τους τρεις παράγοντες, πομπός-μήνυμα-δέκτης, στην περίπτωση των μουσείων δεν παραλείπει μόνο την κριτική δράση των επισκεπτών αλλά αγνοεί την τοποθέτηση των αντικειμένων στην έκθεση, δηλαδή την παρέμβαση τουλάχιστον του επιμελητή. Οι επισκέπτες τείνουν να εκλαμβάνουν το μουσείο και τις εκθέσεις του ως ένα περιβάλλον ουδέτερο, «αντικειμενικό». Αλλά τα εκθέματα δεν «μιλούν από μόνα τους», η αναζήτηση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας δεν χωράει πια ούτε στα μουσεία. Οι επισκέπτες άλλωστε «βλέπουν ό,τι εκείνοι θέλουν να δουν». Χρειάζεται, επομένως, η βαθύτερη κατανόηση των ανθρώπων για να ερμηνευτεί η επιτυχία μιας έκθεσης.
Είναι το μουσείο «ένα ίδρυμα ανοικτό στο κοινό»; Είναι το κοινό ενιαίο; Πως επηρεάζεται η συμπεριφορά των επισκεπτών από τη σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα στην αρχιτεκτονική του μουσείου και τα εκθέματα;
Η κοινωνική και οικονομική βιωσιμότητα του θεσμού του μουσείου δεν εξασφαλίζεται πλέον από ένα απομονωμένο κέντρο έρευνας και συντήρησης, στα όρια ενός αυτο-αναφορικού ακαδημαϊσμού. Είναι πράγματι τα μουσεία ιδρύματα που υπηρετούν την κοινωνία ή μήπως υπηρετούν αποκλειστικά τις συλλογές τους; Απαιτείται μια ουσιαστικότερη γνωριμία του κοινού, επισκεπτών και μη, όπως και ένας βαθύτερος προβληματισμός γύρω από τη σημασία που μπορεί να έχουν οι συλλογές για το κοινό. Η σύγχρονη πρόκληση δεν εξαντλείται στην προσέλκυση επισκεπτών. Αντίθετα, η πρόκληση έγκειται στην ποιότητα της εμπειρίας που προσφέρει ο μουσειακός χώρος.
Η είσοδος της Μεγάλης Τούμπας του τάφου του Φιλίππου Β' στο Μουσείο της Βεργίνας.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Our society can be evaluated by the way our cities have expanded and by the production of their built environment. Since the beginning of the modern state, Athens, our capital city, has served as an example for the reproduction of similar city replicas. Another expression of the altered faces of our urban centers, shaped through internal immigration, is reflected in urban archaeology — a widely accepted phenomenon throughout the developed western European countries today- apart from our historic monuments dating since Antiquity. The idea of the unification of the archaeological sites, as it has been conceived by scholars and by those who supervised this project, goes beyond the original meaning of the word "unification". Here, the unification simply aims to secure any pedestrian visiting the major antiquities of Athens, or just walking somewhere,a vehicle-free itinerary from one archaeological site to another, from the Ardyttus hill to Plato's Academy. From this point a lot of faultless work is necessary and above all a plan and the organisation of the whole project, something that no public service seems to possess today. Therefore, a special public organisation is needed which will chanel the relevant financial resources to the works and not to the continuously increasing functional expenses. The leadership of the Ministry of Culture has obviously the responsibility to search for it or to create it as soon as possible. Needless to say that the role played by the Archaeological Service must be the right one.
Attica has been inhabited continuously from antiquity to the present, in spite of the various catastrophes it has suffered. The natural environment, regardless of its numerous transformations, had remained almost unchanged up to the beginning of our century. The modern city covers the ancient one like a membrane which must stop, where and when it is inevitable, in order to supply light and life to the ancient city which in turn is "sacrificed" so the modern city can develop at the necessary pace . This meeting of the two cities is symbolically expressed by the proposed third Square which is included in the awarded study of the architects Theocles Kanarelis and Maro Papadopoulou, who participated in third "Panhellenic Architectural Competition for the Formation of the Third Square at Kerameikos". The Third Square of Athens was designed for the first time by the architects Kleanthis and Schauberd in the original town-planning project of the city.It showed a huge triangle with a square set at each of its angles.Out of these three squares only the two have actually been realized, those of Omonoia and Syntagma. The third one would have been located at Kerameikos. Seen from a different approach today, the Third Square of Athens could function as the essential meeting point of the two cities, Athens ancient and modern. All the proposals of the study, based on thorough historical and in situ research, lead to a difficult but imperative step that should be taken to upgrade the city of Athens. The elongated Third Square, having the form of a street rather than of a square, must function as the vital connection between the two cities, ancient and modern, and the two districts of Athens, its centre and western regions. For the realization of this plan, however, some buildings in the modern city "must be sacrificed" to reveal the values of the ancient settlement. At the same time the ancient city has already "sacrificed" some of its features to the works for the Metro which will contribute to the smoother function of modern Athens. Thus, Athens, in spite of all the misfortunes and problems it has to deal with, can still envisage and hope for the gaining of a historical and social identity, as well as for its qualitative functional upgrading, that will enable the city to undertake and play the role of a particularly Greek modern European metropolis.
"City-monster"." Unbearable city". "The ugliest capital city in Europe". These are among the descriptions that we usually hear, read and very often repeat, when referirng to Athens. When these are combined with our country's problems of development ,they contribute to our notion that it is wrong or even hopeless to have money or efforts invested in Athens. At the same time they nourish and reinforce a negative attitude on the part of the citizens towards their city. And this perhaps is the most unlucky factor for the future of Athens. Although the city undoubtedly faces very serious environmental and town-planning problems, it must regain and restore an identity which will inevitably incorporate all the characteristics of its origin and evolution. These are what make Athens unique, therefore they are precious, regardless whether they are suited or not to an ideal model. Nevertheless, the identity of the city should also be a modern one, combining all those features which will allow it to function as the cultural capital of Europe, that, apart from its glorious past also has an excellent present and a most promising future. There is no doubt that modern Athens is not graced with beautiful architecture, its real ugliness, however, the visual confusion and disorder are to a large extent due to the brutal alterations of its aspects by improper, additional elements. It has already been said that most unlucky for the future of the city is the negative mood and attitude of its inhabitants. Here one should add that apart from serious, major choices,regarding such things as air pollution or traffic, there also exist the "minor", although decisive questions, the impact of which have a strong symbolic and educational character. These secondary choices may also have the power to persuade us that Athens is after all a city with future, if only we were able to look at it again, approach it in a new spirit, reconcile ourselves to its peculiarities, sense its perennial historicity and love it with its virtues and defects.
The overpopulation of Athens has resulted in the disorderly web of the present city plan, the destruction of green vegetation and the downgrading of the urban and suburban environment. In 1833-1834 when the city of Athens was originally intended as the capital of Greece, it was spread out in an area of approximately 750 acres. However, the population increase both of 1922 with Asia Minor refugees after the Greek defeat and 1940 due to urbanization after the second World War, caused major demographic and fiscal problems. After 1960 the forests were abandoned by the rural population, and devastating fires, appropriation of the land and illegal housing began.At present, green areas of green around Athens are few and far between. Mount Hymettus and Aegaleo, the Lycabettus hill, the archaeological sites, the National Garden, are nevertheless home to over forty species of birds and wild plants. The existence of "wild" life in the capital is a positive and optimistic message for the upgrading of the city and the life in it.
Given the scope of the subjects mentioned by the title and the limitations of an article, our aim is to raise some of the issues concerning both the need for museums and the role they play in modern society. In an age flooded with images and dominated by computers, a museum exhibition of any kind constitutes a mass medium, but with a specific difference: exhibitions are concerned primarily with actual objects. This sense of immediacy is the basic stimulus which draws the public to museums. And ,in turn, museums function mainly, but not exclusively, as a medium of visual communication between the past and the present, between man and his complex environment. Thus museums justify their existence through exhibitions, which are, on the whole, products of their times. As to their social role, this should perhaps be assessed less on the number of people visting them and more on the potential opportunities they offer visitors to enrich their life —by bringing them into contact with a wide range of subjects and viewpoints.
The domestication of the horse took place in Southern Russia and the Ukraine during the fourth millenium, and more specifically at the Dereivka site. During the Early Bronze Age the domesticated horse became a familiar feature of the Near Eastern, Central and North European societies. It was brought to Greece at the beginning of' the Middle Bronze Age. Remains of horses have been excavated at several sites in Greece, such as Lerna, Marathon, Archanes and elsewhere, proving the important role the horse played in the Greek economy of the Late Bronze Age.
Many colonies had been founded in Libya by the ancient Greeks. Tripolis, the present capital of that country, still maintains its ancient Greek name. One thousand kilometers to the East, Pentapolis was located."As its name indicates, it was created by the union of five Greek poleis(cities).The most important Greek colony however in North Africa was Cyrene which had been founded in 631 BC by settlers from the island of Thera. Many Greek architectural monuments have survived and in the Museum of the capital a number of beautiful works of Greek art are exhibited. It is also worth mentioning that Greek speaking inhabitants still exist today in the present village Marsa Sousi that lies in the location of the ancient city Apollonia.
Colonel Th. Gordon, from Cairness, Aberdeenshire, in Scotland, was among the military philhellenes who came to Greece with the outbreak of the Greek War of Independence in 1821. He actively participated in organising a regular Greek army and stayed in Greece for many years , almost until his death in 1841.It is scarcely known, however, that he had his house built in the town of Argos in the Peloponnese -soon after the end of the War of Independence — This is because relevant information came from indirect references or from the local tradition of Argos, as published in a newspaper of the town in 1928, when his grandson visited Argos and the house itself. For the first time,Vassilis Dorovinis, the author of this article, brings to light archive sources and connects them with existing information and oral tradition, thus presenting a full record of the history of the house from the time of its construction to the present. In his study he has taken into consideration documents from the Historic Archive of the National Bank of Greece, the Mortgage Registry of Argos and Nauplion, the General Archives of the State, the archives of the British School of Athens and those of the Gordon family from the University of Aberdeen. Other relevant information derives from the press of Argolis (1821-1980),from the families that have lived in the house, as well as from foreign travellers who visited Argos in the nineteenth century. Finally, the efforts for keeping the building from collapsing and its purchasing and restoration by the French Archaeological School (1987-1993) are presented, while unknown activities of Gordon, such as the purchasing of land in Argos, are thoroughly looked into.
Wood has been extensively used in public and private buildings for the construction of many architectural features, such as roofs and ceilings, since antiquity. Wooden ceilings are decorated with carvings or paintings or with a combination of the two. This article deals with the painted wooden ceilings in Greece starting from the 16th century, the date of the oldest surviving example, up to and including the 19th century. Representative samples from five different areas of Greece have been examined, while the conclusions drawn have been based on the research made on these specific ceilings. This research is divided in four parts: a. An analysis of the historical and decorative elements, b. A recording of the architectural, technical and constructive features, c. The identification of existing damages and the investigation of the factors which have caused them. And finally, d. Proposals for restoration and conservation.
In the small, ruined town of Athens of 1834 a serious problem was created concerning the proper housing of public services and of civil servants. Therefore, the ministry in charge decided to convert ruined churches into court rooms in order to house various Judicial services, such as the Criminal Court and the Court of Appeal of the Supreme Court. Three such churches, located in the same district, were selected: Hagia Eleousa, close to Kapsali's hotel, Hagios Athanasios, next to the Psyris area and the so-called church of Chrysokopidis. According to a rough estimate by E. Shaubert the expenses for the adapting for functional reasons of all three churches would have amounted to 4,299.76 drachmas. Hagia Eleousa has been preserved in its altered shape, incorporated into the building of the old Criminal Court, while for the other two churches there is no surviving evidence. The remarkable monograph in Greek, entitled "The Old Criminal Court", by D. Constantinidis, L Politis and E. Biris offers a detailed description of the entire building and many historical data. The institution of Criminal Courts dates back to 1835, the transformation of Hagia Eleousa before the summer of 1837. The final plans undoubtedly belong to Christian Hansen.It is interesting to note that certain architectural features characteristic of Hansen's work, closely resembling or even copying ancient Greek prototypes, appear for the first time in the remodelling of this church. The present condition of the building presents us with the sad picture of total abandonment.
This article focuses on whether or not the theory of democracy, is aligned and converges with the praxis, the working of democracy. I think that it is not necessary theoretically to define the political praxis in order to clarify whether it is directly or indirectly connected with ideology. If this is the case, that is if they are aligned, then the relation between theory and praxis is mutual; in other words, as a consequence ideology leads to praxis, but also praxis is the outcome of ideology, or one is in full accordance with the other.
This article focuses on whether or not the theory of democracy, is aligned and converges with the praxis, the working of democracy. I think that it is not necessary theoretically to define the political praxis in order to clarify whether it is directly or indirectly connected with ideology. If this is the case, that is if they are aligned, then the relation between theory and praxis is mutual; in other words, as a consequence ideology leads to praxis, but also praxis is the outcome of ideology, or one is in full accordance with the other.
Αρχαίο κελάρι στη Ρόδο, 3ος αι. π.Χ.
Οι αμφορείς της Μένδης της Χαλκιδικής (450-425 π.Χ.) ξεχωρίζουν από το δακτυλικό αποτύπωμα του αγγειοπλάστη. Ο σκοτεινός σταχτόχρωμος πηλός είναι τυπικό γνώρισμα για την κεραμική της Λέσβου. Οι θασιακοί αμφορείς ήταν γνωστοί ως «θάσιον» εξ αιτίας των σφραγίδων τους. Θαυμαστό και φθηνότερο από τα κρασιά Λέσβου και Θάσου ήταν το κρασί της Κω. Οι αμφορείς της αναγνωρίζονται από τις διπλές λαβές με τα πολλά κήια ονόματα στις σφραγίδες. Οι σφραγίδες των ροδιακών αμφορέων από το 250 π.Χ. και μετά φέρουν και τα σύμβολα των νομισμάτων, τον Ήλιο και το «ρόδο». Σύμβολα των νομισμάτων έχουν και οι αμφορείς της Κνίδου, ειδικά το κατενώπιον κεφάλι του ταύρου.

Το Βυζαντινό Ηλιακό Ρολόι/Ημερολόγιο, Μουσείο Επιστημών, Λονδίνο, αρ. ευρ. 1983-1393.
Εξάμιτο πορφυρό μεταξωτό (περίπου 1000 μ.Χ.) των αυτοκρατορικών εργαστηρίων, κοσμημένο με ελέφαντες.
Λεπτομέρεια του 6ου υδραυλικού-μηχανικού ωρολογίου του αλ-Τζάζαρι.
Η διαδικασία επεξεργασίας της ζάχαρης. Χαλκογραφία του 17ου αι.
Χρήση του υγρού πυρός σε επίθεση κατά κάστρου. Βατικανός ελληνικός κώδικας 1605, του 11ου αι.
Παράσταση τρύγου των αρχών του 4ου αι. Ρώμη, Αγία Κωνσταντία.
Βεριά, Ν. Σιλάτων Χαλκιδικής. Ζεύγος παλαιοχριστιανικών ληνών, αρχικώς για παραγωγή οίνου και ακολούθως αποκλειστικά ελαίου.
Πινάκιο με λεπτεγχάρακτη διακόσμηση: απεικόνιση θηριομαχίας, β' μισό 12ου αι.
Τα Νέα Κτήρια, στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Αρσάκη.
Τήνος. Αριστερά: φωτογραφία με φίλτρο 89Β. Δεξιά: η ίδια φωτογραφία ύστερα από αφαίρεση του κόκκινου χρώματος.
Είσοδος αρχαίας στοάς της Σκαπτής Ύλης. Διακρίνεται η τεχνική λάξευσης.
Πρόσοψη του Μπενάκειου Αρχαιολογικού Μουσείου Καλαμάτας.
Η αφίσα της εκδήλωσης.
Η φρεατώδης μεταλλουργική κάμινος σε πλήρη λειτουργία κατά τη διάρκεια πειραματικής προσομοίωσης της παραγωγής πρώιμου χαλκού.
Ένα από τα περίφημα ψηφιδωτά της έπαυλης του Ηρώδη στη Λουκού Κυνουρίας.
Οθόνες από τον φορητό οδηγό ξενάγησης στις μόνιμες συλλογές της Tate με χρήση πολυμέσων.
The Church being singled out as a regulator of Public Life, gives a symbolic character to the architecture of the monumental Western Churches. Features of the period are castles that protect the cities, as are the famous Byzantine siege machines incorporating “Liquid Fire”. Pottery glazing (7th century), refined sugar and tsipouro (spirits) are introduced into daily life. The horizontal loom replaces the upright one. In the field of engineering, a Byzantine clock/calendar points at a continuity from antiquity, secured by the Arabs. Lastly, miraculous machines become part of applied technology. These are made to provoke the wonder of the Emperor’s guests.
Byzantine building technology is strongly differentiated in territorial and time groups as regards the materials used and the ways of construction. The numerous but unequally distributed surviving monuments, mainly churches and fortifications are in themselves the most important relevant source of information. The literary references to skariphos (preparatory drawing), the representations of building models and the varying information that the buildings themselves yield give evidence of the probable existence of architectural plans after which the monumental edifices were erected. As regards in Byzantium, there is, as it seems, a strong differentiation of status between the early and the late years of the empire. In the rare cases that architects are mentioned in connection with their work, they rather appear to be in change of traveling groups of masons and are occasionally monks. The earlier scholars have distinguished two traditions in buildings walls and vaults in the Early Byzantine architecture: the first one uses rubble or dressed stones combined with bricks, the second tradition is confined to dressed stones, according to the ancient Greco-Roman mode. The later Byzantine architecture has similarly been divided into local “schools” on the basis of differences in building and characteristic features of the monuments. Such divisions are not effective anymore and today we prefer to group the Byzantine monuments in territorial and time entities. Scaffolds were an indispensable mean for the erection of buildings, the foundations of which were made of stonework that in certain cases was reinforced with timber. The prevailing way of building walls in the so called “School of Constantinople” was the alternation of stonework and brick work bands or the use the plain brick work. Stone masonry was used only in modest buildings. The typical feature of the so-called “Helladic School”, the known as “cloisonné masonry”, was introduced during the Middle Byzantine period. The method of building arches and vaults was similar to that of walls, while the overall reinforcement of the structure of buildings was a common practice. The edifices were covered, depending on the case, by vaulted structures, timber gabled or float roofs.
Until the eleventh to twelfth century Byzantium commanded a particularly advanced war technology, compared to the standards of the medieval world. This article presents relevant evidences concerning fortification and siege technology and refers to the so-called Greek fire, to certain portable weapons, to the equipment of warriors and to the harness of their horses as well as to war ships. The capture of Constantinople by the crusaders in 1204 deprived the Byzantines of the distinguished position they had hold in war technology.
The study of Byzantine glazed pottery has made considerable progress of late. This short essay summarises recent archaeological data and links them with the findings of archaeometrical and ethnographical studies to give an introduction to the technology and decorative techniques of Byzantine glazed pottery. Byzantine glazed pottery belongs in the category of earthen ware. It was thrown on a foot-operated wheel and coated with lead glaze. The wares were fired twice, and coated with lead glaze. The wares were fired twice, first to convert the raw, soft clay into hard ceramic (the biscuit firing) and then to make the glaze adhere to the ceramic surface and become transparent and shiny (the glaze firing). In the early thirteenth century the Byzantine workshops changed their method of firing glazed wares and started to stack them on top of each other, separating them with tripod stilts, and thus making better use of the space inside the kiln and facilitating mass production. Another interesting technique was the use of clay rods inside the kiln. With one end embedded in the walls of the kiln, they formed shelves of a kind, on which the wares were placed for firing. It is method, very well known in the Islamic World, that also used in the pottery work-shops in Byzantine Serres in northern Greece. As far as its decorative techniques are concerned, Byzantine glazed pottery falls into three main categories: Sgraffito Ware (with the decoration engraved through layer of slip), Painted Ware, and Relief Ware. Further research into the technology of Byzantine pottery will improve our knowledge of a commodity that is important for our understanding of the Byzantines’ everyday lives.
The cultivation of vines and olives are among the oldest in the Greek land. During the age of Roman rule an extensive cultivation of these plants is observed, whereas the cultivation methods and the production technology both of wine and olive oil is improved. In the medieval period grapes continued to be crushed in grooved and trough like receptacles, a phase occasionally followed by a mechanical pressing of the grape rags. In the sixteenth century the earlier winepress was replaced in many regions by large wooden device, in which the grapes were crushed and their rags were stored until they would be fermented and become appropriate for distillation. In olive oil production the essential technological progress seems to have stopped after the few innovations in the olive oil technology introduced in the years of Roman occupation, when the olive oil production was boosted, in northern Greece in particular. During the Early Christian period the processing of olive crop followed the prevailing practice: a pair of rotating millstones of lentoid cross-section was crushing and pressing the olives, the rags of which were then mechanically compressed. The common terminology of olive oil and wine production used in the literary texts creates problems in the interpretation of the relevant archaeological finds. The barbaric invasions of the sixth and seventh centuries ad seem to have discontinued the olive oil producing activity at least in northern Greece. The reestablishment of systematic olive groves in southern Macedonia seems to be related with the reorganization of monasticism on Mount Athos in the tenth century. A water-driven olive mill of 1324/1325 has been located in Volvi, Thessaloniki, whereas a fully equipped olive oil mill in the Athonite Monastery of Zygos, dating from the sixteenth to seventeenth centuries, has been researched and recorded. It is a characteristic example of the olive oil technology and practice already prevailing in the middle period of Ottoman rule.
The homeland of sugarcane is India, where Nearchus, admiral of Alexander the Great, first saw it. Sugarcane and its product, sugar, are also mentioned by the great physicians of late antiquity, Galen, Archigenis of Apamia, Alexander of Aphrodisia and Orivasius, while later literary references to sugar are made by Theophanis, Constantine Porphyrogennetos, Eustathios of Thessaloniki and others. Sugarcane was transplanted from India to Khouizistan, north of the Persian Gulf, and was later transferred by the Arabs through their conquests to those Mediterranean countries that had a suitable climate for its cultivation, namely Syria, Palestine, Morocco, Spain and Egypt. Sugar probably arrived in Western Europe in the 9th century when the Arabs conquered Sicily and brought with them the cultivation of sugarcane. Western Europeans acquired sugarcane plantations after they had subdued Syria and Palestine during the Crusades. After their withdrawal from the Middle East they encouraged the cultivation of sugarcane in their own territories where the climatic conditions were favourable, as in Sicily, Rhodes and Cyprus. The first reference to Rhodian sugar dates from the second quarter of the fourteenth century and is made by Francesco Balducci Pegolotti. The toponyms Zacharomylos (sugar mill) and Masari (from the Arabic masera or massera, meaning sugar mill) on the eastern coast of Rhodes offered a vital lead for the location of the sugar workshop on the island. Excavations on the site Zacharomylos, brought to light rectangular workshop rooms, a millstone measuring 3.20 metres in diameter and a vast number of shards of conical vessels that were used for refining sugar.
Systematic archaeological research at the sugar mill of Colossi led to important conclusions regarding the sugar factories of medieval Cyprus. In 1210 the sugar mill of the feud of Colossi was assigned to the religious order of Saint John of Jerusalem, known as Knights Hospitalers, by the king of Cyprus Hugues I Lusignan. According to literary sources there was a sugar production at Colossi from 1343 on, although it is very probable that sugar had been produced there much earlier, even since 1210. The excavation finds and the inscription on the southern wall of the sugar refinery that mentions that the workshop was renovated in 1591 under the administration of Murat, pasha of Cyprus, prove that the Colossi factory continued to operate during the years of Turkish rule. The valuable archival material concerning the cultivation and processing of sugarcane, the sugarcane plantations and the sugarmills of Cyprus increases its importance when it is combined with archaeological research. The excavations at the sugar mill of Colossi represent the first stage in the study of medieval industrial archaeology in Cyprus and are very important, since no other Mediterranean country has so far undertaken a similar project in this field.
The Byzantine textiles that have survived to date as well as their representations on works of art of Byzantium yield valuable information about the existing at that time infrastructure of textile production, the applied weaving techniques, the manufacturing methods and thus about the interplay of technology and taste and the socio-economic phenomena. However, a variety of questions concerning the looms that were used during the Byzantine era remain unanswered. The textiles themselves indicate that initially both the vertical loom with weights or fixed horizontal bars and the horizontal loom with headless and treadles were in use. It seems that the draw loom was adopted later for weaving the elaborate, figured silk Byzantine cloths. Textiles decorated with the tapestry technique, plain textiles and silk figured cloths appear to coexist throughout the centuries of the long lived Byzantine Empire. The analysis of their individual technical characteristics suggests the type of loom used for their weaving. The development of loom and weaving technology follows a parallel course with the changes in the use of textiles for dressmaking and for clothing in general. Initially the articles woven to a finished form prevail, while in later periods the dissemination of figured cloths gradually reinforces the role of the tailor. He is expected to design and tailor costume units from the rolls of figured textiles, a process that demands not only specific skills but also the use of quite complicated croquis.
The famous Antikythera Mechanism, dateable to the first century B.C., demonstrates that intricate mechanical instruments were made in the Hellenistic period. While this instrument remained a unique survival, it was however possible to regard this type of artifact as highly unusual. More recently, a second Greek geared device has emerged. This instrument, known as the Byzantine Sundial Calendar, is of later date, from about 500 ad. It is very much simpler than the Antikythera Mechanism, but the existence of two instruments, using similar technology for comparable purposes, both in an astronomical context, encourages us to believe in a continuing tradition of making such devices in late antiquity. The author describes a “minimal” reconstruction of the Byzantine instrument, and shows that it must have been closely comparable to the arrangement of an instrument described in about 1000 ad by the polymath Al-Bīrūnī. This correspondence leads us on to suppose that the Hellenistic tradition of making geared instruments survived to be transferred to the world of Arabic learning. With the subsequent transfer of knowledge from Arabic culture to the Latin West, we have an unbroken chain of development from antiquity to modern technical achievements of the present day.
The medieval Byzantine and European history of technology is closely related to technological developments in the Islamic world. A crucial factor of these relations is the multi-layer antagonism between Arab Muslim states and Byzantium. The development of technologies of amazement and wonder was a strategy that apparently played an important role in this political and military rivalry. As a political weapon such devices were installed in reception halls of palaces. Although no archaeological evidence has survived so far, we do have Byzantine and Arabic reports concerning palace automata. Only Arabic sources mention automata in reception ceremonies in Baghdad, whereas the oldest ambassador reception in a Byzantine palace hall decorated with automata is reported in an Arabic source. This text, however, is not reliable, since it is rather a narrative influenced by Arabic imagery than a realistic description. There is more evidence and a lot of controversy as regards the Arabic origin of such devices. The Arabic technical term hiyal implied an ingenious or tricky structure often related to an artificial wonder. Most probably both Arabic hiyal and Byzantine automata originate from the Greek-Roman late antiquity. Famous Arab authors like the brothers Banu Musa (9h cent. ad) and Al Jazari (12th-13th cent. ad) present devices similar to those conceived by Heron (1st cent. ad) or refer to Greek scholars such as Archimedes (3rd cent. B.C.) and develop further ingenious devices. Some of them, like the water-raising machines, are explicitly related to large-scale use and can be still found operating in Arab countries. The effect of amazement has apparently entered the connotation of these mechanical constructions, since even in Arabic cosmographies of the fourteenth century they are most often mentioned as (technological) wonders.
According to the conclusions of the research on numbers in the Homeric epics, they have been mainly used in order to reinforce the poetic-literary aesthetics. This happens because numbers in these studies are approached individually and the theory of music as a comparative method has altogether been ignored, although it was crystallized in the classical period and its fundamental principles had appeared long before the Homeric poems. Therefore, if we examine numbers in the epics using the theory of music, we also find out the opposite: the poetic text functions as canvas embellished with “announcements” of mathematical content. On the basis of the information “On favorable and unfavorable numbers” that Greek Literature supplies, we establish in this article that the ratios of a series of individual numbers or their combinations seem to have a similar function in the epics. Thus, the numbers 11 and 17 are considered to have a disagreeable influence, as also in the classical age. The number 22 (2X11), one of the derived numbers, in relation with the number 7 appears as a “mathematical figuration”. In this way the ratio 22/7 is interpreted as circumference/diameter, which is considered as the Greek approach to π. It should be noted that all the historians of mathematics refer to this approach, but they do not know when it was invented. Finally, it should be also added that the ratio 222/7 (=3.1428……) is much superior to the other two approaches to π dating from the second millennium B.C., namely that of the Babylonians, 3 1/8 (=3.126), and that of the Egyptians, 256/81( =3.1605).
The ancient Greeks had an amazing way and ease in discovering veins of ore and excavating galleries that followed the various directions the veins could lead them. Although all the antique mines had already been exhausted in antiquity, the “hollow mountains” have remained. They cannot however be identified or located, since no exterior characteristic or indication has survived. The reason is that the ancient mines did not transport outside the mine the rubble and waste produced from the excavation of a new gallery, but filled with it already exhausted one. Relevant reference that confirms the application of this method is cited in Herodotus, who mentions that the mountain opposite to the island of Samothrace was a “hollow mountain” excavated in search for ore.
Infrared photography has been around for at least 70 years. For many years working with infrared film had been quite difficult, because it required: loading the camera in total darkness, extensive exposure bracketing, special developing, special ability in evaluating the photographic results before the pictures were printed etc. However, the last couple of years photography by infrared light has become much easier. CCD and CMCS chips used in digital cameras and camcorders are sensitive to near-infrared light, so with a digital camera, infrared filter that blocks out the visible light, and a tripod anyone can get infrared photos. The main advantage of digital cameras is that the have LCD screens, which can be used to preview the resulting image in real -time. Therefore, infrared photography has become a useful tool with many applications in archaeology and in the conservation of works of art.
A series of data from the period 1896-1901 concerning the erection of the Arsakeion New Buildings have resulted from the research carried out by the author of this article in the framework of his Ph. Dissertation entitled “The Athenian Monumental Edifices of the Nineteenth and Early Twentieth Century: Investigation of Construction and Static Methodology (1834-1901). In brief, the initial decision of the Philekpaideutiki Society Board was the Vouros mansion and parts of the Tositseion School and the Kindergarten edifice on Stadiou Street to be pulled down in order the Exoterikon Didaskaleion to be erected there, after the architectural plans by Eugene Troump, a project that, however, was never realized. In 1899 the military architect Anastasios Theophilas was entrusted to design the so-called Arsakeion New Buildings and in 1990 the Tositseion School and the neighboring buildings were demolished. On 26 April 1901 the foundations of the New Buildings were laid according to Theophilas’ designs, as they were modified by the supervisors of the project Nikolaos Balanos and Nikolaos Demadis and the expert suggestions of Wilhelm Doerpfeld. This article presents in detail the elements composing the crucial period of five years that was very important for the architectural and building development of Arsakeion.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Για όλα τα όμορφα άλογα…
Στην εκδρομή μας στον νομό Αργολίδας επισκεφτήκαμε μεταξύ άλλων το Βυζαντινό Μουσείο στο Άργος, το οποίο επί Καποδίστρια στέγαζε το ιππικό. Δέστρες και ταΐστρες έχουν παραμείνει στο κτίριο και έχουν ενσωματωθεί στο αφήγημα της έκθεσης.
Όταν κανείς δεν έχει φυσική πρόσβαση σε άλογα, αυτά καταλαμβάνουν χώρο στη φαντασία του. Είναι καλά ριζωμένο στη συνείδησή μας ότι αυτά τα θαυμάσια πλάσματα ανέκαθεν πρόσφεραν τον εαυτό τους στον άνθρωπο, όμως σε μια στιγμή σαν αυτή που κανείς αγγίζει τους σιδερένιους κρίκους στον τοίχο στον οποίο δένονταν ή τις χτιστές ταΐστρες στον χώρο που ξαπόσταιναν, η επίγνωση της χρήσης τους από τον άνθρωπο γίνεται απτή.
Χρησιμοποιούνταν σαν ζωντανά εργαλεία στις καθημερινές ανάγκες του ανθρώπου: μετακινήσεις και μεταναστεύσεις. Όργωμα της γης, για να 'χει ο άνθρωπος τροφή και προϊόντα να πουλήσει. Κυνήγι και αγωνίσματα, για να θρέψει την περηφάνια του. Θυσιάζονταν στο πεδίο της μάχης, τον ακολουθούσαν στον θάνατο. Κι ακόμα παραπέρα, τον συντρόφευαν και στο επέκεινα. Τόσες ταφές έχουν βρεθεί με άλογα. Ακόμα κι αν δεν ήταν η ώρα τους να φύγουν, έπρεπε να θυσιαστούν για να τιμήσουν κάποιον σημαντικό νεκρό και να εμπλουτίσουν την ταφή του, σαν κτερίσματα κι αυτά.
Κάποια άλογα είχαν ονόματα τα οποία έμειναν στην ιστορία, γιατί ήταν σύντροφοι με πρόσωπο. Στο ψηφιδωτό που εκτίθεται στο Βυζαντινό Μουσείο Αργολίδας απεικονίζονται τα τέσσερα άλογα ενός άρματος σε μια στιγμή θριάμβου. Τα ονόματά τους περιλαμβάνονται στο περίτεχνο έργο, ως φόρος τιμής, ως μνεία. Θα καλπάζουν αιώνια σαν τα ανώνυμα άλογα της ζωφόρου του Παρθενώνα.
Σε μια στιγμή γαλήνης, κλείστε τα μάτια κι ονειρευτείτε, όπως λέει το παλιό αμερικάνικο νανούρισμα, όλα τα όμορφα άλογα να περνούν από μπροστά σας.
Ο E.–L. Schwandner δείχνει τα ίχνη δεύτερης χρήσης των λίθων του αρχαϊκού βωμού — τους νέους συνδέσμους που χρησιμοποιήθηκαν όταν επί Αττάλου Α΄ ο βωμός μεταφέρθηκε 15 μ. ανατολικότερα.
Διαπρεπής ερευνητής, παθιασμένος με τη δουλειά του, ο Ernst–Ludwig Schwandner, Γερμανός αρχιτέκτονας–αρχαιολόγος, απόκτησε την πρώτη του ανασκαφική εμπειρία στην Πέργαμο. Χρόνια αργότερα, βρέθηκε στην ανασκαφή του ιερού της Αφαίας. Αποκάλυψε τον πρωιμότερο αρχαϊκό ναό της θεάς μελετώντας τα θραύσματά του. Ανέδειξε μαζί με τον Dyfri Williams την εν πολλοίς άγνωστη παρουσία των βασιλέων Άτταλου Α' και Ευμένη Β' και τον ισχυρό δεσμό τους με το ιερό της θεάς που τους ταξίδευε από την Πέργαμο στην Αφαία.
Το εσωτερικό του χώρου όπου στεγάζεται η βασιλική, όπως διαμορφώθηκε το 2016 (φωτ.: G. Dincu).
Ταραγμένοι καιροί έρχονται για τους κατοίκους του Κάτω Δούναβη με το τέλος του 4ου αιώνα. Οι Βησιγότθοι, όπως αργότερα και οι Ούννοι, φέρνουν ερήμωση και χάος. Στα ίδια χρόνια στο χωριό Νικουλιτσέλ κατασκευάζονται βασιλική και διώροφη κρύπτη–«μαρτύριο». Θαμμένη κάτω από την Αγία Τράπεζα, με σφραγισμένη είσοδο, η κρύπτη προφύλασσε τα άγια λείψανα από τους ιερόσυλους «βαρβάρους». Η αρχιτεκτονική σύλληψη της κρύπτης και ο μεγάλος αριθμός μαρτύρων που εμπεριέχει την καθιστούν μοναδικό μνημείο στην Ευρώπη.
Άποψη του κεντρικού τμήματος της ανασκαφής, λίγα μέτρα από τον κλειστό, θαλάσσιο όρμο (Αρχείο ανασκαφής, φωτ.: Κώστας Ξενικάκης).
Τα Αστέρια Γλυφάδας, στη χερσόνησο Πούντα, βρίσκονται ανάμεσα στις χερσονήσους του Αγίου Κοσμά και του Καβουρίου–Βουλιαγμένης. Και στις τρεις θέσεις αποκαλύφθηκαν εκτεταμένα οικιστικά, εργαστηριακά και ταφικά κατάλοιπα από την 4η χιλιετία και καθ’ όλη τη διάρκεια της 3ης χιλιετίας π.Χ. Μαρτυρείται έντονη δραστηριότητα των κατοίκων της δυτικής αττικής ακτής, τουλάχιστον από τη Νεολιθική εποχή, στην κατεργασία, την παραγωγή και τη διακίνηση αγαθών αλλά και στην επικοινωνία με τους παράκτιους οικισμούς του Αιγαίου.
Γενική άποψη του φρουρίου από ανατολικά, προς τη Λευκάδα. Καρτ ποστάλ της δεκαετίας του '80.
Το οχυρό ιδρύθηκε το 1300 στο στρατηγικό σημείο συνάντησης χερσαίων και θαλάσσιων δρόμων. Σε οργανική σχέση με το χαμηλό ελώδες τοπίο που το περιβάλλει, το ασύμμετρο οχύρωμα με τον μικτό αμυντικό σχεδιασμό υπήρξε ταυτόχρονα φραγμός σε προελάσεις επιδρομέων και δίοδος επικοινωνίας. Στους έξι αιώνες ζωής, δεν έπαψε να προσαρμόζει τα αμυντικά του συστήματα στα νέα πρότυπα, αποκτώντας τον στιβαρό φρουριακό χαρακτήρα μιας αμυντικής μηχανής ικανής να αντεπεξέλθει σε επίμονες πολιορκίες.
Μικρογραφία από το χειρόγραφο των «Κυνηγετικών» του Ψευδο-Οππιανού, κώδ. 479, φ. 62r, β' μισό του 11ου αι. Η προστατευτική προσωπίδα ενισχύει την απεικόνιση του Αρισταίου ως μελισσοκόμου (δεξιά).
Οι κυψέλες, χρηστικά αγγεία «βιοτεχνικής» χρήσης και «παραγωγής–επεξεργασίας πρώτων υλών», έχουν παραμεληθεί από την έρευνα των βυζαντινολόγων, μαζί με όλα τα αγροτικά εργαλεία ή σκεύη. Τα ίχνη τους είναι πενιχρά, ενώ η επιφανειακή συλλογή και η ανεπαρκής τεκμηρίωση δεν πιστοποιούν την αποκλειστικά μελισσοκομική τους χρήση. Δείγμα «ανακύκλωσης» των κυψελών είναι η χρήση τους σε παιδικές ταφές. Για την πληρέστερη κατανόηση της μελισσοκομικής δραστηριότητας επιστρατεύονται η εικονογραφία και οι γραπτές πηγές.
Λιθόκτιστο μελισσοκομείο στη Μάνη (φωτ.: Σ. Γερμανίδου).
Οι ελληνικές κυψέλες κινητής κηρήθρας, χάρη στις περιγραφές των περιηγητών του 17ου αιώνα, έδωσαν στη Δύση τις βάσεις της σύγχρονης μελισσοκομίας. Οι κυψέλες, κατασκευασμένες από πρόσφορα τοπικά υλικά, ήταν πήλινες, λίθινες, σανιδένιες, μελισσοκόφινα. Θάσος και Χαλκιδική μαζί με το Θριάσιο πεδίο της Αττικής ήταν οι μόνες περιοχές με επαγγελματίες μελισσοκόμους. Συχνά τοποθετούσαν τις κυψέλες σε «μελισσόκηπους» ή «μελισσομαντριά» για να προστατεύονται, ακόμα και από το βάσκανο μάτι.
Ανάγλυφο με διττή απεικόνιση της θεότητας: κάτω ως ορθογώνιος λατρευτικός λίθος και επάνω με ανθρώπινο πρόσωπο μέσα σε μετάλλιο. Αν και εξαιτίας της διάβρωσης δεν μπορεί να διαπιστωθεί με ασφάλεια η ταυτότητα της θεότητας, πρόκειται πιθανόν για τον Δουσάρη, τον προστάτη θεό της βασιλικής δυναστείας της Πέτρας και του ναβαταϊκού κράτους.
Στην Πέτρα, το θρησκευτικό κέντρο της αραβικής φυλής των Ναβαταίων, εγκατεστημένων εκεί από τον 4ο αιώνα π.Χ., συντριπτική είναι η αριθμητική υπεροχή των ανεικόνιστων λατρευτικών στηλών έναντι των ανάγλυφων ανθρωπόμορφων θεοτήτων. Ιδιαίτερη ομάδα αποτελούν οι λίθοι στους οποίους αποδίδονται σχηματικά τα μάτια και η μύτη. Τίθεται το ερώτημα: η τάση αποφυγής της ανθρωπόμορφης ή ζωόμορφης απεικόνισης των θεοτήτων, ούτως ή άλλως κυρίαρχη στην προϊσλαμική Αραβία, είναι τοπικό χαρακτηριστικό ή απότοκο θεολογικού στοχασμού;
Ναός του Καρνάκ. Νέο Βασίλειο, περίοδος XVIII και XIX Δυναστείας.
Έχετε ποτέ σκεφθεί ότι η αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία αποτελεί, όπως και ο Ιουδαϊσμός, πρόγονο του Χριστιανισμού; Επώνυμοι Αιγύπτιοι στοχαστές που κάνουν ενσυνείδητη χρήση του όρου «θεός» στον ενικό κατατάσσονται στους ενοθεϊστές. Εν μέσω της πολλαπλότητας των μορφών στην απεικόνιση των αιγυπτιακών θεοτήτων, η ενοθεϊστική μεταφυσική προσέγγιση συντελούσε στη θεώρηση του κοσμικού γίγνεσθαι. Τι θα λέγατε όμως αν μαθαίνατε ότι οι θεότητες της Αιγύπτου μπορούν να ιδωθούν ως κβαντομηχανικές κυματοσυναρτήσεις και, μάλιστα, ως νέφη πιθανότητας;
Το οροπέδιο του Θέρμου με τα ερείπια του Ιερού του Απόλλωνος στους πρόποδες του Μεγαλάκκου. Στο βάθος η λίμνη Τριχωνίδα και ο σημερινός οικισμός του Θέρμου.
Το Ιερό του Απόλλωνος ιδρύθηκε στο κατάρρυτο οροπέδιο του Θέρμου, σε υψόμετρο 360 μ. βορειοανατολικά της λίμνης Τριχωνίδας, σε θέση φύσει οχυρή, προστατευμένη από τις βουνοκορφές του Παναιτωλικού όρους και των χαμηλότερων υψωμάτων της Αγριλιάς. Λόγω της στρατηγικής του θέσης χαρακτηρίζεται από τον Πολύβιο «ακρόπολις συμπάσης της Αιτωλίας». Ο φυσικός πλούτος και το κομβικό σημείο ίδρυσής του στο σταυροδρόμι μεταξύ της ορεινής και της πεδινής Αιτωλίας, των εύφορων κοιλάδων και των ποταμών Ευήνου και Αχελώου, προσέφεραν ιδανικές συνθήκες για την εγκατάσταση πληθυσμιακών ομάδων, ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Σύντομα εξελίχθηκε σε τόπο συνάντησης και συναλλαγής κοινοτήτων που αναζητούσαν την άσκηση κοινών λατρευτικών πρακτικών, κυρίως σε περιόδους κρίσεων και πολέμων.

Το εσωτερικό του τρούλου της Παναγίας. Το τύμπανο είναι χτισμένο με ορθογωνισμένους πωρόλιθους.
«Με κάποια επιμονή» ο συγγραφέας αναζητεί και παρουσιάζει τις δομικές ενδείξεις που αποκαλύπτουν τη σειρά διαδοχής των κτισμάτων στο συγκρότημα του Οσίου Λουκά.
Tο συγκρότημα αποτελείται από δύο συναπτόμενους ναούς, το Καθολικό και τον μικρότερο ναό της Παναγίας. Δύο δομικά στοιχεία που αποκαλύφθηκαν το 1964 απέδειξαν ότι η Παναγία προηγείται χρονικά από το Καθολικό, ανατρέποντας την ως τότε κρατούσα άποψη. Το συγκρότημα εμφανίζει δύο καινοφανείς αρχιτεκτονικές εξελίξεις. Ο ναός της Παναγίας, που ανήκει στον τύπο του σύνθετου εγγεγραμμένου σταυρού, έχει ένα δικιόνιο προθάλαμο, τη Λιτή. Στο Καθολικό, που ανήκει στον ηπειρωτικό οκταγωνικό τύπο, εμφανίζεται ένα νέο θολικό σύστημα, ο ευρύς άνευ τυμπάνου τρούλος και το βυζαντινό ημιχώνιο. Λύση αρχιτεκτονική και δείγμα της ανεξάρτητης πορείας του μεσοβυζαντινού ελλαδικού χώρου, το βυζαντινό ημιχώνιο επαναφέρει την αισθητική του λοφίου.
Από τον «Βίο» του Οσίου Λουκά, γραμμένο ανάμεσα στο 966 και στο 997, μαθαίνουμε ότι γύρω στο 946 ανοικοδομήθηκε πλάι στο κελί του Οσίου ο πρώτος ναός της Αγίας Βαρβάρας και ότι, μετά το θάνατό του (953), το κελί του, όπου και τάφηκε, διαμορφώθηκε σε επιβλητικό Μνήμα. Με το Μνήμα πλάι στο ναό της Αγίας Βαρβάρας πραγματοποιείται το ιδιάζον για μαρτύρια δίδυμο Ναού και Μνήματος ή Μαρτυρίου. Το 955 οι πιστοί φοιτητές του Οσίου αρχίζουν τη διακόσμηση που θα ολοκληρώσει το ναό της Αγίας Βαρβάρας. Από ευγνωμοσύνη προς τον Όσιο που είχε προφητέψει την απελευθέρωση της Κρήτης από την αραβική κατοχή (961), ο Ρωμανός Β΄ στέλνει χρήματα και προσωπικό για να κτιστεί στον τάφο του αγίου ναός περικαλλής. Ο πολυτελέστατος ναός, «Ευκτήριον εν σχήματι σταυρού», αποπερατώθηκε το 966.
Το Ευκτήριον, διώροφο επιτάφιο σταυροειδές μαρτύριο, είχε προσκυνηματικό ναό με το λείψανο του Αγίου στον όροφο, στη βόρεια κεραία του σταυρού του, ακριβώς πάνω από τη θέση του τάφου στην υπόγεια κρύπτη. Η θέση αυτή του τάφου καθόρισε την ακριβή θέση του Ευκτηρίου πλάι στην Αγία Βαρβάρα, ναό με στενό νάρθηκα που κατείχε τη σημερινή θέση της Παναγίας.
Πιθανόν με δωρεά της Θεοφανώς, μετά το 977 και πάντως όχι μετά τις αρχές του 11ου αιώνα όπου τον κατατάσσει η ρυθμολογία του, άρχισε να κτίζεται ο ναός της Παναγίας ως επέκταση ή ανακατασκευή της Αγίας Βαρβάρας. Μέρος αυτής της επέκτασης ήταν και η Λιτή. Ο «χώρος» Λ ή Προσκυνητάριον ανεγέρθηκε συγχρόνως με το ναό της Παναγίας και σχεδιάστηκε ειδικά ως Προσκυνητάριον της Λειψανοθήκης του Οσίου Λουκά, κοινό και στους δύο ναούς. Αν η μετάθεση της λάρνακας του Οσίου Λουκά έγινε πράγματι το 1011, τότε, μέσω του «χώρου» Λ, στο ίδιο έτος χρονολογείται και ο ναός της Παναγίας.
Ως προς τα χρονικά όρια ίδρυσης του Καθολικού, ομοιότητες σε διακοσμητικά στοιχεία με το ναό της Παναγίας υποδεικνύουν ότι η ανοικοδόμηση του ενός δεν ξεκίνησε πολύ αργότερα από την αποπεράτωση της άλλης, ενώ η ολοκλήρωση του Καθολικού δεν πρέπει να ξεπερνά το 1048. Αν και το Καθολικό αντιμετωπίζεται ως επέκταση του Ευκτηρίου, εδώ η μετατροπή είναι ουσιώδης καθώς από ένα ναό ελεύθερου σταυρού, μέτριο σε μέγεθος και χαμηλό σε ύψος συντελείται η μετάβαση σε ένα ναό μεγαλοπρεπή, διπλάσιο σε έκταση και τετραπλάσιο σε όγκο.
Ο δημιουργός του εργαστηρίου Ζ. Καλογήρου επανέρχεται συχνά στην «ενεργό υπηρεσία» στολίζοντας τα μικρά πιθάρια.
Δέκα φοιτητές του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, που είχαν επιλέξει το μάθημα «Αττικά Αγγεία και Οικονομία», και μια φοιτήτρια της Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ επισκέφθηκαν, υπό την επίβλεψη του Πάνου Βαλαβάνη, ένα κεραμικό εργαστήριο στο Μαρούσι. Ήταν το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1988-1989. Με το νου στραμμένο στα εργαστήρια της αρχαιότητας, αναζητούσαν στο μαρουσιώτικο εργαστήρι αγγειοπλαστικής κοινά στοιχεία αλλά και πληροφορίες σχετικές με θέματα δομής και λειτουργίας που θα φώτιζαν τις αντίστοιχες αρχαίες διαδικασίες. Η ομάδα κατέγραψε το εργαστήρι, απολίθωμα από το παρελθόν, «φωτογραφίζοντας» με κάθε λεπτομέρεια τη διαμόρφωση των χώρων του και τις λειτουργίες τους, την προμήθεια του πηλού, τα είδη και την προετοιμασία του, το πλάσιμο, τη διακόσμηση και το ψήσιμο των αγγείων. Για το ψήσιμο, το εργαστήριο χρησιμοποιούσε τον «παλιό» φούρνο και όχι τον ηλεκτρικό και, εκτός από την ηλεκτροκίνηση του τροχού, οι αλλαγές στην τεχνική ήταν μικρές και εξωτερικές.
Μια συνεχής πορεία της ελληνικής κεραμικής γίνεται αισθητή μέσα από ομοιότητες και αναλογίες. Ίσως επειδή ως τα μέσα του 20ού αιώνα, οπότε επικράτησαν τα φτηνά βιομηχανοποιημένα προϊόντα από γυαλί, μέταλλο και πλαστικό, ο πηλός υπήρξε το αδιαφιλονίκητο υλικό κατασκευής των χρηστικών ειδών.
Το γεγονός ότι η τέχνη του πηλού μαθαίνεται από τρυφερή ηλικία, όταν το παιδί επιστρατεύεται στην οικογενειακή βιοτεχνία, καθιστά το επάγγελμα κληρονομικό. Ανάλογα παραδείγματα διαδοχής έχουμε και από την αρχαιότητα: ο Εργότιμος (γύρω στο 570 π.Χ.) έχει ως διαδόχους το γιο του Εύχηρο και τον εγγονό του, ο σύγχρονός του Νέαρχος τα παιδιά του Τλήσονα και Εργοτέλη, ο Αμάσης το γιο του Κλεοφράδη (β΄ μισό 6ου ή αρχές 5ου αιώνα), ο Βάκχιος τους γιους του Βάκχιο και Κίττο που μεταναστεύουν από την Αθήνα στην Έφεσο.
Το εργαστήρι του Μαρουσιού ίδρυσε ο Ζανής Καλογήρου από τη Σίφνο, νησί διάσημο για τα κεραμικά του που ταξίδευαν σε όλο τον αιγαιακό χώρο. Σε όλο το Αιγαίο ταξίδευαν και οι Σιφνιοί, από την άνοιξη ως τα μέσα του φθινοπώρου, ως περιπλανώμενοι αγγειοπλάστες. Αντίστοιχη είναι η μετακίνηση των τεχνιτών στα χωριά του Μεσσηνιακού κόλπου και των «βεντεμάρων» από το Θραψανό του Ηρακλείου σε όλη την Κρήτη. Βέβαιο θεωρείται ότι περιπλανώμενοι ή μετανάστες αγγειοπλάστες υπήρχαν και στην αρχαιότητα, όπως π.χ. πιστεύεται για την ευβοϊκή και κυκλαδική παραγωγή αγγείων στα αρχαϊκά χρόνια.
Γ. Χαλεπάς, Τάφος Σοφίας Αφεντάκη (Κοιμωμένη), 1878.
Η δημιουργία νεκροταφείων έξω από τις πόλεις, που στην Ελλάδα ίσχυσε από το 1834, αποδέσμευσε την εικονογραφία και το σχήμα των τάφων από εκκλησιαστικούς και καλλιτεχνικούς κανόνες. Εξαρτημένη από τον παραγγελιοδότη που απευθυνόταν κυρίως σε εργαστήρια ανώνυμων τεχνιτών, η ταφική γλυπτική, που έζησε ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, εκφράζει άμεσα την αισθητική της αστικής τάξης.
Στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, το σημαντικότερο της χώρας, οι πολύ πλούσιοι έδειξαν ιδιαίτερη προτίμηση στα μαυσωλεία στον τύπο ναΐσκου, όπου τον τόνο δίνουν στοιχεία της κλασικής αρχιτεκτονικής. Δεν λείπουν και αντιγραφές μνημείων της αρχαιότητας, όπως του χορηγικού μνημείου του Λυσικράτη. Ωστόσο υπάρχουν και μνημεία αιγυπτιακού, γοτθικού, βυζαντινού ή και εκλεκτικιστικού ρυθμού. Αντίθετα, η γλυπτική είναι στραμμένη στο αρχαιοελληνικό ιδεώδες, σε μια «μέχρι παρωδίας προσκόλλησιν εις τα της αρχαίας Ελλάδος», σχολιάζει ο Δ. Βικέλας. Το παράδειγμα της στήλης είναι ενδεικτικό: η στηληφιλία που παρατηρείται στο ελληνικό νεκροταφείο είναι μοναδική περίπτωση στον κόσμο. Η αρχαιοπληξία της ελληνικής κοινωνίας από τη μία και η άνευ όρων υποταγή της στο διεθνές κλασικιστικό στυλ δεν επέτρεψαν στους καλλιτέχνες να δώσουν προσωπικές πρωτότυπες λύσεις.
Φαίνεται ότι οι έλληνες καλλιτέχνες υιοθέτησαν πολύ νωρίς την τυποποίηση της παραγωγής που είχε εισβάλει στα ευρωπαϊκά εργαστήρια. Ο προσεκτικός παρατηρητής θα διαπιστώσει ότι στο Α΄ Νεκροταφείο, παρά τη φαινομενική ποικιλία, χρησιμοποιείται μικρός σχετικά αριθμός τύπων σε πολλές παραλλαγές. Η χρήση της τεχνικής του προπλάσματος βοήθησε αποφασιστικά σε αυτό το είδος της παραγωγής. Μια ταξινόμηση της κοιμητηριακής γλυπτικής με χαλαρά εικονογραφικά κριτήρια θα διέκρινε τρεις μεγάλες ομάδες:
α) Μνημεία με απεικονίσεις του θανάτου που εκφράζεται με αλληγορικές μορφές, συνήθως γυμνό φτερωτό νέο που στηρίζεται σε ανεστραμμένο δαυλό ή λαμπάδα, σύμβολα της ζωής που σβήνει. Η εικαστική απόδοση του ήρεμου και ωραίου θανάτου από τον Canova και η παγκόσμια εμβέλεια της πλαστικής του έφερε, μέσω των Βαυαρών, το μοτίβο στην Ελλάδα, όπου επινοήθηκαν διάφοροι συνδυασμοί.
β) Μνημεία στην ανθρώπινη επιτυχία. Γύρω από το άγαλμα ή την προτομή του νεκρού αναπτύσσονται διάφορες αλληγορικές μορφές, συνήθως αρετές που συχνά συνδυάζονται με την ιδιότητα του ευεργέτη.
γ) Μνημεία με την εικόνα του νεκρού που αποδίδεται με περίοπτα γλυπτά, αγάλματα και προτομές ή με ανάγλυφα. Εδώ ανήκουν τα περισσότερα γλυπτά των κοιμητηρίων. Συχνότερες είναι οι προτομές, ανάγλυφες και σε κυκλικό πλαίσιο στην οθωνική περίοδο, ολόγλυφες μετά το 1870. Η απαίτηση για ομοιότητα προς το νεκρό έφερνε τους καλλιτέχνες όλο και κοντύτερα σε ρεαλιστικές προσπάθειες, που όμως υπονόμευε η αδυναμία τους να ξεφύγουν από τα κλασικιστικά γνωρίσματα. Η εικόνα του νεκρού δεν πέφτει στο επίπεδο του οικείου ούτε έχει σκοπό να εκφράσει φόβους για την άλλη ζωή. Η επιθυμία να διαιωνιστεί και να κατοχυρωθεί η μνήμη του σε αυτό τον κόσμο είναι η μεγάλη αλλαγή που έφερε ο νεοκλασικισμός στην αντιμετώπιση του θανάτου.
Το άρθρο περιλαμβάνει φωτογραφίες 35 ταφικών μνημείων επώνυμων νεκρών και τα ονόματα των καλλιτεχνών που τα κατασκεύασαν.
Η Σοφία Καλλέργη σε νεαρή ηλικία.
Το τμήμα του Μουσείου Άργους, που σήμερα στεγάζεται σε κτίριο γνωστό με το όνομα «Καλλέργειο», ήταν κάποτε κατοικία του στρατηγού Δημ. Καλλέργη και της οικογένειάς του. Ο Δημήτριος Καλλέργης (1803-1867) ήρθε το 1822 από την Πετρούπολη στην Ελλάδα μαζί με τους δύο αδελφούς του για να λάβουν μέρος στον Αγώνα. Φίλος του Καποδίστρια, συνταγματάρχης του Ιππικού από το 1832, συμμετέχει ενεργά με την πλευρά των Καποδιστριακών στην εμφύλια διαμάχη, γίνεται ο ήρωας στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Παντρεύτηκε τη Σοφία Ρέντη, νύφη περιζήτητη, με την οποία απέκτησε μια κόρη κι ένα γιο. Ο γιος, ο Εμμανουήλ (1835-1909), άριστος αξιωματικός, ερωτεύτηκε την αυτοκράτειρα Ευγενία της Γαλλίας και αναγκάστηκε να επανακάμψει στην Ελλάδα το 1861. Ήταν ο τελευταίος από τους Καλλέργηδες που κατοίκησε το σπίτι του Άργους.
Γνωρίζουμε ότι στις αρχές του 1830 ο Δημ. Καλλέργης μένει σε νοικιασμένο σπίτι στο Ναύπλιο και ότι λίγο αργότερα ζητεί να αγοράσει μια έκταση στο Άργος, κοντά στην πλατεία και το στρατώνα, για να οικοδομήσει κατοικία, αίτημα που γίνεται δεκτό. Ο αρχιτέκτονας της οικοδομής, που ολοκληρώθηκε το 1830, δεν είναι γνωστός αλλά δεν είναι απίθανο να ήταν ο Ντεβώ. Πολύ σύντομα ο Καλλέργης θα προτείνει στην Κυβέρνηση να του αγοράσει την κατοικία με αντίτιμο την παραχώρηση εθνικών γαιών στην επαρχία Άργους για την αποκατάσταση προσφύγων από την Κρήτη. Επιτροπή ειδικών εκτιμητών ορίζει το ποσό των 49.351,70 φοινίκων. Ιούνιος του 1831 και δεν έχει ακόμη δοθεί στον Καλλέργη γη ως αντάλλαγμα για την κατοικία του που αποκαλείται επίσημα «Δημόσιον Παλάτιον» και «Παλάτιον της Κυβερνήσεως».
Την πολυτάραχη περίοδο της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης και λίγο πριν από τη δολοφονία του Καποδίστρια, γίνεται συνεννόηση μεταξύ του Καλλέργη και του αδελφού του Κυβερνήτη Αυγουστίνου για να επιστραφεί στον πρώτο το σπίτι του Άργους. Ο Ιανουάριος του 1833 βρίσκει τη Σοφία Καλλέργη εγκατεστημένη εκεί. Αυτό το κομψό σπίτι που οι περιηγητές θαυμάζουν, όπου ο Όθων παραθερίζει, προς το τέλος του αιώνα ξεπέφτει και το 1909, όταν ο Εμμ. Καλλέργης πεθαίνει, ο αθηναϊκός τύπος το χαρακτηρίζει «διώροφον και ημιερειπωμένον».
Στη σύγχρονη ιστορία του το «Καλλέργειον» θα «μεταβληθεί σε αποχωρητήρια Άργους και περιχώρων» ώσπου, τον Οκτώβριο του 1931, οι κληρονόμοι Καλλέργη ανακοινώνουν ότι δωρίζουν το κτίριο για να στεγάσει Μουσείο και Θέατρο. Το 1956-57, το Κράτος αποφασίζει να ιδρύσει στο χώρο Μουσείο του Άργους που αναλαμβάνει να κατασκευάσει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή με έξοδα του γαλλικού κράτους και με αρχιτέκτονα τον Φομίν. Το «Καλλέργειο» - Μουσείο εγκαινιάστηκε το 1957 και η νέα πτέρυγα που δημιούργησε ο Φομίν το 1961.
Λ. Δρόσης, Κεφάλι Ήρας
Ο Δημήτριος Κόσσος (1819-1872) ασκήθηκε από μικρός κοντά στον πατέρα του στην ξυλογλυπτική και εξοικειώθηκε με τη λαϊκή θεματογραφία. Με υποτροφία του Βασιλείου της Ελλάδος, το 1849 πηγαίνει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του φεύγει για το Παρίσι αλλά επιστρέφει στην Αθήνα το 1865, όταν του προσφέρεται η έδρα της Πλαστικής στο Σχολείον των Τεχνών. Δύο του κυκλικά, χαμηλά ανάγλυφα (tondi) από γύψο, προπλάσματα μεταλλίων, με τις προσωπογραφίες του Όθωνα και της Αμαλίας χρονολογούνται στο 1855. Η μορφή του Όθωνα αναπτύσσεται με τις συμβάσεις ενός λαϊκότροπου ακαδημαϊκού ρεαλισμού. Στην Αμαλία, που μοιάζει με θεά του Ολύμπου, οι ιδεαλιστικοί τύποι εμφανίζονται σαφέστερα. Ο Κόσσος, γλύπτης που δεν υπολειπόταν στην τεχνική αλλά υστερούσε σε τόλμη και φαντασία, περιορίστηκε στην κατηγορία των μεταλλίων.
Ο Λεωνίδας Δρόσης (1834-1882), γιος του βαυαρού μουσικού Karl von Dörsch και μιας Σπετσιώτισσας, σπούδασε στο Σχολείον των Τεχνών κοντά στον Christian Siegel, όπου και εξελλήνισε το όνομά του. Με υποτροφία του ελληνικού κράτους, το 1857 πηγαίνει στο Μόναχο και, δύο χρόνια αργότερα, φτάνει στη Δρέσδη. Αποφασιστικής σημασίας για τις σπουδές και τις παραγγελίες που επρόκειτο να λάβει ήταν η θερμή υποστήριξη του βαρόνου Σίμωνα Σίνα. Ο Σίνας ανέθεσε στον Δρόση τον γλυπτό διάκοσμο της Ακαδημίας, εργασία που αποκαλύπτει τις αρετές και τους περιορισμούς του καλλιτέχνη. Στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών υπάρχει μια δική του ανάγλυφη κεφαλή της Ήρας από λευκό πεντελικό μάρμαρο. Η θεά, που φοράει επιχρυσωμένο στέμμα, γίνεται το αιώνιο πρότυπο του ωραίου, αν και η απόδοση του προσώπου της δεν πείθει ούτε συγκινεί.
Ο Ερμής του Πραξιτέλη.
Η σύγχρονη ιστορία του αγάλματος του Ερμή, που ο Παυσανίας γύρω στο 175 μ.Χ. είδε στην Ολυμπία, στο ναό της Ήρας, άρχισε τον Μάιο του 1877 όταν γερμανοί ανασκαφείς το ανακάλυψαν στον ίδιο χώρο. Ως το μόνο πρωτότυπο έργο από τα χέρια του Πραξιτέλη, το άγαλμα απολάμβανε τον αμέριστο θαυμασμό. Έως το 1927. Τότε ο Karl Blümel διατύπωσε την άποψη ότι ο Ερμής δεν ανήκει στον 4ο αιώνα π.Χ. αλλά είναι αντίγραφο των ρωμαϊκών χρόνων. Το 1948 ο Blümel επιστρέφει με νέα άποψη: πρωτότυπο το άγαλμα αλλά ο γλύπτης είναι κάποιος ελληνιστικός Πραξιτέλης. Στο συμπόσιο του 1931 για τον Ερμή, η Gizela Richter αντικρούει τα επιχειρήματα του Blümel που επικεντρώνονται στην ακατέργαστη πίσω πλευρά του αγάλματος, στη στήριξή του πάνω σε κορμό δέντρου και στην πλαστικότητα του ενδύματος. Πρόσφατα (1984), η Brunilde Ridgway χρονολόγησε το άγαλμα στον 2ο αιώνα π.Χ. επισημαίνοντας ακόμη ότι, βάσει της ιστορίας του υποδήματος, σε αυτό τον αιώνα ανήκει και το σανδάλι του Ερμή.
Το 1937 ο Oscar Antonsson ισχυρίστηκε ότι το άγαλμα είναι πρωτότυπο μεν, έχει όμως υποστεί μεταγενέστερες μεταβολές. Επιπλέον, το αρχικό σύνολο δεν απεικόνιζε τον Ερμή αλλά τον Πάνα με τον μικρό Διόνυσο και περιλάμβανε μια ακόμη μορφή μαινάδας ή νύμφης. Τα δύο επιγράμματα και η αναφορά στον Πλίνιο που ο Antonsson επιστρατεύει για να ισχυροποιήσει τη θέση του υπέρ του Πάνα δεν αντέχουν στον έλεγχο. Η ιδέα του όμως ότι το πρωτότυπο έργο του Πραξιτέλη τροποποιήθηκε στους ρωμαϊκούς χρόνους εξηγεί τις τεχνικές ατέλειες που οδήγησαν το 1927 τον Blümel να θέσει θέμα πρωτοτυπίας του έργου.
Κεφαλή ιερέα (;) από την Ταμασσό. Πηλός. Ύψ.: 0,36 μ. Πρωτοκυπριακός ρυθμός, 660-600 π.Χ. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.
Στην καρδιά του πολιτισμένου κόσμου της αρχαιότητας, στη διασταύρωση των εμπορικών δρόμων, με πλούσια μεταλλεία χαλκού η ίδια, η Κύπρος τράβηξε το ενδιαφέρον πολλών γειτόνων της. Απορροφημένη από την Ανατολή ως το 1400 π.Χ., έρχεται στη συνέχεια σε επαφή με τον ελληνικό κόσμο, πρώτα με τους μυκηναίους έμπορους και τεχνίτες που εγκαθίστανται στο νησί προτού, γύρω στο 1200 π.Χ., οι Έλληνες την αποικίσουν συστηματικά. Η Κύπρος θα στραφεί οριστικά προς το Αιγαίο χωρίς όμως να απαρνηθεί ποτέ τις ανατολικές επιδράσεις που διαμορφώνουν την παράδοσή της. Η γεωμετρική και η αρχαϊκή εποχή είναι για την Κύπρο εποχές με έντονη δημιουργική έκφραση. Τις πολλές όψεις και τις αντιθέσεις του κυπριακού χαρακτήρα συνδέει το ετεοκυπριακό υπόστρωμα που διασφαλίζει μια ταυτότητα χαρακτηριστικά κυπριακή παρά τις πολλές επιδράσεις. Στα αρχαϊκά χρόνια (750-475 π.Χ.) το νησί γνώρισε την κατοχή των Ασσυρίων, των Αιγυπτίων και των Περσών. Στα εκατό χρόνια ελευθερίας που μεσολάβησαν ανάμεσα στις κατοχές Ασσυρίων και Αιγυπτίων (669-569 π.Χ.), η κυπριακή τέχνη δίνει τα πιο εμπνευσμένα έργα της.
Η μνημειώδης γλυπτική εμφανίζεται στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. ως μια μορφή της ειδωλοπλαστικής σε μεγάλη κλίμακα. Τα πρωτοκυπριακά γλυπτά (650-550 π.Χ.) είναι πήλινα, με δυνατό πλάσιμο και προέρχονται από ιερά, κυρίως από το ιερό της Αγίας Ειρήνης. Τυποποιημένα, πολύ εκφραστικά και διακοσμητικά, τα γλυπτά της πρώτης αρχαϊκής περιόδου παραμελούν την απόδοση του σώματος για να τονίσουν το πρόσωπο. Εκτός από αυτό το «ανατολικό» στοιχείο, τα πρωτοκυπριακά έργα συγγενεύουν τεχνοτροπικά και με τα ετρουσκικά.
Στη δεύτερη αρχαϊκή περίοδο, στη γλυπτική εμφανίζονται τρεις ρυθμοί: α) ο κυπροαιγυπτιακός, β) ο νεοκυπριακός, που κατάγεται από τον πρωτοκυπριακό και εμφανίζεται γύρω στο 580 π.Χ., και γ) ο κυπροελληνικός ρυθμός που εμφανίζεται γύρω στο 540 π.Χ. και ακμάζει γύρω στο 500 π.Χ. Ο ιωνικής έμπνευσης κυπροελληνικός ρυθμός, που θα φέρει τους Κούρους και τις Κόρες, θα επικρατήσει σε όλη την Κύπρο. Προς το τέλος της αρχαϊκής εποχής, σβήνει βαθμιαία το μειδίαμα και η τυποποίηση των μορφών, αραιώνουν τα διακοσμητικά στοιχεία και μαζί με το νατουραλισμό έρχεται στην τέχνη το μέτρο.
Στην κλασική εποχή (475-325 π.Χ.) γίνεται φανερό πόσο η ελληνική επίδραση εξουδετέρωσε την κυπριακή έμπνευση. Στις πολιτιστικές της σχέσεις με την Ελλάδα η Κύπρος θα είναι πια μόνο δέκτης. Τα γλυπτά της κλασικής εποχής διακρίνονται σε α) έργα εισηγμένα από ελληνικές περιοχές ή φτιαγμένα στην Κύπρο από έλληνες τεχνίτες και β) έργα που ονομάζονται κυπροελληνικά (ή κυπροκλασικά), φτιαγμένα από Κύπριους που ακολουθούν τα ελληνικά πρότυπα χωρίς να απεμπολήσουν την τοπική τους παράδοση.
Η συγγραφέας αξιοποιεί τις πολλές φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο της σε διαφωτιστικές συγκρίσεις.
Τα άλογα του ευγενούς – λεπτομέρεια από την παράσταση της νεκρικής γιορτής στο θόλο του νεκρικού δωματίου.
Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Σκάβοντας ορύγματα πάνω στο λόφο που υπερδεσπόζει του Καζανλούκ, ανατολικά της Σόφιας, μια ομάδα στρατιωτών ανακαλύπτει θολωτό τάφο. Οι ανασκαφές ολοκληρώθηκαν το 1946. Για τις εντυπωσιακά διατηρημένες τοιχογραφίες του, το 1966 η Unesco εντάσσει τον τάφο στην Παγκόσμια Λίστα Μνημείων με Ιστορική Σημασία. Τη δεκαετία του 1960 συμπληρώνονται τα μέτρα προστασίας του ενώ το 1974 δημιουργείται ακριβές αντίγραφο του τάφου επισκέψιμο από το κοινό.
Ο τύπος του θολωτού τάφου μαρτυρεί την πολιτιστική διείσδυση των Ελλήνων που είχαν κατακλύσει με αποικίες τον Εύξεινο Πόντο από τον 8ο και 7ο αιώνα π.Χ. Ωστόσο, ο θρακικός τάφος που ανήκει στο β΄ μισό του 3ου αιώνα π.Χ. απομακρύνεται από τους αντίστοιχους θολωτούς της Υστεροελλαδικής περιόδου ήδη κατασκευαστικά, καθώς αποτελείται όχι από δύο αλλά από τρεις χώρους: έναν ανοικτό προθάλαμο χτισμένο με πέτρα, έναν κλειστό δρόμο και το νεκρικό δωμάτιο χτισμένα με τούβλα. Οι αμφικλινείς τοίχοι του δρόμου στο επάνω μέρος τους και σε όλο τους το μήκος απεικονίζουν σκηνές με έφιππους Θράκες σε γυμνάσια ή σε πόλεμο. Στη θολωτή στέγη του νεκρικού δωματίου, οι τοιχογραφίες απεικονίζουν τη νεκρική γιορτή που ακολουθεί το θάνατο του ευγενούς. Εικονίζεται ο νεκρός και η σύζυγός του, οι προσωπικοί υπηρέτες του και τα αγαπημένα του άλογα ράτσας. Στην κορυφή της θολωτής στέγης απεικονίζονται οι αγώνες αρμάτων προς τιμήν του νεκρού. Χρωστικές ουσίες, όπως κόκκινο Πομπηίας και ώχρα, επικαλύπτουν τους τοίχους του δρόμου και του νεκρικού θαλάμου.
Πλάι στον πρωτότυπο τάφο, υπάρχει και άλλο νεκρικό, θολωτό κτίσμα οθωμανικής προέλευσης κτισμένο γύρω στα μέσα του 14ου αιώνα μ.Χ.
Άποψη του εσωτερικού του Σπηλαίου Πετραλώνων.
Με τον όρο «βιοστρωματογραφία» ανασκαφικής θέσης υποδηλώνεται η συνολική εικόνα της στρωματογραφίας σε σχέση με τα παλαιοοικολογικά, πολιτισμικά, χρονολογικά και παλαιοβιολογικά δεδομένα. Βάσει της βιοστρωματογραφίας, οι ανασκαφές διακρίνονται σε α) (παλαιο)ανθρωπολογικές, β) αρχαιολογικές, γ) παλαιοντολογικές. Τα βιοστρωματογραφικά δεδομένα του Σπηλαίου των Πετραλώνων εντάσσονται στην εποχή του Πλειστόκαινου, που υποδιαιρείται σε Κατώτερο, Μέσο και Ανώτερο. Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι το χρονικό όριο του Κάτω-Μέσου Πλειστόκαινου είναι τα 700.000 χρόνια.
Τα ευρήματα του Σπηλαίου των Πετραλώνων, κυρίως παλαιοανθρωπολογικά καθώς και παλαιοβοτανολογικά και παλαιοντολογικά, είναι ηλικίας 550-750 (ή και 600-800) χιλιάδων ετών. Η ανεύρεση λίθινων και οστέινων εργαλείων σχεδόν σε όλα τα στρώματα του Σπηλαίου, ειδικά στα κατώτερα, δείχνει ότι οι Αρχάνθρωποι δεν μπορούσαν να εξαπλωθούν βορειότερα κατά την ψυχρότατη Χαλκιδίκεια περίοδο.
Τα συνδυασμένα δεδομένα των ευρωασιατικών ανασκαφών αλληλοσυμπληρώνουν τη γενική εικόνα της εποχής του Κάτω-Μέσου Πλειστόκαινου, ενώ τα ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στο Σπήλαιο Πετραλώνων χρησιμεύουν ως αναγκαία πληροφόρηση για την ακριβή βιοστρωματογραφική αλληλουχία και τελικά οδηγούν στην αναθεώρηση των παλαιοανθρωπολογικών θεωριών σχετικά με την εξέλιξη του Ανθρώπου.
Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του Αγίου Μηνά στη Δρυοπίδα Κύθνου.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
In the winter semester of the academic year 1988-1989, the students of the Department of History and Archaeology of Athens University who had chosen the course "Attic Pottery and Economy" had the opportunity to visit a pottery workshop at Marousi, Attica. This scheduled educational activity proved to be a unique experience.In an atmosphere both remote and unreal, compared to the nearby modern Kifissias highway and the European shopping centres of the district, the students encountered a pottery workshop where the working methods and pottery procedure as well as the social structure of antiquity had been revived almost completely.
The character of nineteenth - century Greek funerary sculpture is still impossible to define. Before we can proceed with such research, a photographic corpus must be compiled, so that we can study the material in its sum total and in all its variety. However, even at this stage, some characteristics can be discerned. Attempts have been made to survey aspects such as material, style and iconography in connection with economic attitudes and socio - ideological tendencies. Consequently a preliminary attempt of thematical classification is proposed.
The building known as "Kallergheion", which since 1957 houses a part of the Archaeological Museum of Argos, represents a peculiar case in the building history of the Capodistrian period of Argos. The author has included this building in a series of articles on the public edifices of the period that is regularly published in this periodical representing part of a broader research scheme focusing on the space organization attempted by the Capodistrian administration in Greece. The subject of the erection and the up-to-day use of the "Kallergheion" is approached from a historic view point and is clarified on the basis of new and unkown data, primarily coming from the General State Archives and the various press editions of Argolis. As a result, the question regarding the information about the building itself, contradictory until now, is answered. It is in full accordance with a real situation, which is characterized by alternating ownership ,status and uses. In the first part of the article the author presents and analyzes the information published so far on the history of the building that also supplies data about its form and the surroundings. In the second part basic information is supplied concerning Demetrios Kallerghis and those members of his family who were connected with the building until the year 1909. In the third part a thorough account is given on the erection of the edifice in 1830. On its cession to the Government by Demetrios Kallerghis on condition of its being exchanged with public land, on its use as a "Palace of the Government" and on its recovery by its original owner in 1832, since the condition of exchange had not been honoured by the Government. The entire procedure is examined within the framework of public land being granted for the erection of private buildings and also of Kallerghis' effort to obtain dwelling premises in Argos and Nauplion. Then, the actual condition and the destiny of the building is followed up to the beginning of the twentieth century via testimonies of foreign travellers and the information of the local press. The fourth and closing part meticulously records the evolution of the building for half a century and its decline into desolation, degradation, degeneration and the cycle of the various proposals for its "upgrading". Finally, full reference is made to the alterations made so as to become part of the Museum that caused the partial demolition of its south side, onto which the new Museum wing, on Fomin's plans, was "injected", and which was officially inaugurated in 1961.
Two reliefs of cyclical shape (tondi) executed by the sculptor Demetrios Kossos and another one showing a head, a work of the artist Leonidas Drosis, are exhibited at the Museum of the City of Athens, recent acquisitions of the institution. The two works of Kossos were purchased by Lambros Eutaxias, the Museum's founder, in 1983, while the work of Drossis is a donation of Constantine Tsopotos to the Museum. These three works of scupture, although almost unknown to the public, are representative of their creators, whose artistic profile and personality have remained obscure, especially that of Kossos. Furthermore, the study of these reliefs increases even to a slight degree our inadequate knowledge of Greek sculpture during the first decades following the Greek Revolution.
The statue of Hermes found in Olympia in 1877 is a most celebrated work of art, being the only surviving original piece made by Praxiteles, the famous fourth century BCsculptor.The Hermes had been considered as an original work of art at least from the time of its discovery until 1927, when the debate on the issue of its authenticity began. Karl Bliimel, a German archaeologist, became the fatal person in the case of Hermes, since he was the one who created the issue of its authenticity by publishing in 1927 a work on "The Technique of Ancient Greek Sculpture". In this book, Blumel supported the argument that the statue of Hermes was not an original work of Praxiteles but a mere copy of the Roman period.His "heretic" argument was based on various technical characteristics of the statue. Oscar Antonsson claimed a few years later that the statue, although a original work of Praxiteles, displays various later sculptural modifications. He also argued that the statue is not representing Hermes, the messenger of gods but Pan, the god of pasture and wild life, who is carrying the child Dionysus. As was expected, Blumel reentered the debate in 1948 with a new theory about the statue. Hermes is indeed an original work by Praxiteles, not however of the famous fourth ceutury BC sculptor, but of another Praxiteles, an artist of the second half of the second century BC, (that is, of a Praxiteles of the Hellenistic period). Thus, it is probable that the statue, known to us as Hermes of Praxiteles supplies us with a piece of rare as well as significant evidence from antiquity. It combines the original work of a great Greek artist as well as the modifications performed by some Roman sculptor a few centuries later.
The geographic position of Cyprus in the centre of the then known civilized world of antiquity has determined not only its historic route, but also its cultural expression. Cyprus had developed close relations with the neighbouring East until 1400 BC, when Mycenaean merchants settled on the island. From then on, Cyprus started a progressive orientation towards the Greek world and during the twelfth and eleventh centuries BC it was systematically colonized by the Greeks as a result of the disasters the mainland country had gone through. During the Mycenaean age, a very characteristic style of art developed on the island, an art displaying a good number of Eastern and Greek features. In the Geometric and Archaic period, the art of Cyprus appears to oscillate between Greece and the East and to be affected some times by Greek, at other times by Eastern artistic factors depending on the historic circumstances. The influence of the East had been periodically reinforced as much by the Phoenician colonization as by the successive occupation of the island by the Assyrians, Egyptians and Persians. However, starting from the year 499 BC, on the date of the Ionian revolution, Cyprus developed such strong and creative bonds with Greece in the spiritual field that the Greek way of life, morals and customs as well as art became predominant. Monumental scultpure makes its first appearance on Cyprus around 650 BC and its first stylistic phase is called Early Cyprian. It exhibits a lively modelling and strong expression and although it is obviously affected by the art of the East, it manages to retain its distinct Cyprian character. The two successive phases which follow, the Cyprian-Egyptian and Neo-Cyprian style, show less inspiration. The Cyprian-Greek style appears around 540 BC and is closely related to Greek art which was transmitted to the island by the Greek cities of Ionia, therefore the works belonging to this style have a strong Ionian flavour. At the beginning Cyprian-Greek art has a dynamic quality and is full of initiatives but progressively it starts fading and becomes stylized, The sculpture of the classical period in Cyprus includes certain works which are Greek creations, however most of its products are purely Cyprian, following the Greek model and exhibiting an outstanding variety. The best of these Cyprian works of the classical period have kept their Cyprian identity. From the classical period on Cyprian art starts loosing its autonomy as it enters the sphere of the Greek world. It now becomes a peripheral, provincial art and its style shows nothing more than a combination of local, conservative, Archaic as well as eclectic artistic elements.
The Kazanlouk Thracian grave in central Bulgaria offers a most significant topic of research into the relatively unknown everyday life of the ancient Thracians with whom the Greek city-states developed mutual relations that were beneficial to both nations. The Kazanlouk grave represents one of the few examples of the impact of Mycenaean art on the life and culture of the ancient Thracians.They were people of Indo-European origin who in the twelfth century BC settled in a wide region of the Balkans, part of which is now the present Bulgarian state.
The famous Petralona cave was discovered and first explored in 1959. Nine years later, in 1968, Aris Poulianos conducted the first excavation of the cave that was carried out according to modern excavational methodology. The conclusions thus drawn have led to a revision of the paleoanthropological theories as regards not only the appearance of the first Europeans but also to the evolution of Man during the Lower -Middle Pleistocene period, thai is 700,000 years ago, approximately. The analysis of the "bioskaligraphical" data of the Petralona cave, compared to similar excavations in Euroasia, verifies the aforementioned conclusions, which enrich our knowledge of the paleoecological changes, that have affected the paleoanthropological cultural evolution, with new and accurate information.
Κνιδία Αφροδίτη, έργο του Πραξιτέλη, περί το 350-330 π.Χ. Ρωμαϊκό αντίγραφο.
Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. τη γλυπτική χαρακτηρίζει γλυκύτητα και χάρη, τα αγάλματα αποκτούν εκφραστικά πρόσωπα. Μεγάλοι γλύπτες της εποχής είναι ο Τιμόθεος, ο Βρύαξις, ο Λεωχάρης αλλά κυρίως ο Σκόπας, ο Πραξιτέλης και ο Λύσιππος. Σε συνθέσεις που στροβιλίζονται, τα έργα του Σκόπα ξεχωρίζουν για το νευρώδες ύφος και τη ζωηρή τους έκφραση. Αντίθετα, τα σώματα του Πραξιτέλη με σάρκα ήρεμη και επιδερμίδα απαλή, γέρνουν και στρέφονται με χάρη. Ο καινοτόμος όμως ήταν ο Λύσιππος. Αλλάζοντας το σύστημα αναλογιών αύξησε την εντύπωση του ύψους. Σπάζοντας τους άξονες και στρέφοντας κορμό, κεφαλή και άκρα προς διαφορετικές κατευθύνσεις, ζωντάνεψε την εντύπωση της κίνησης. Προπάντων όμως, αλλάζοντας τη δομή και τη στάση του σώματος και την ανάπτυξή του μέσα στο χώρο, έδωσε για πρώτη φορά στην πλαστική την τρίτη διάσταση.

In the middle of the 19th century, haute couture and the fashion industry made their appearance. The tailors and women tailors of Frankish costume (Frangoraftes and Frangoraftisses) reproduced the fashions of the western world which eventually were to take the place of local Greek costumes. In this issue of the journal items of clothing are described such as the woollen, Sarakatsan gown which was embroidered with symbols, the Hawaian feather cape, the Greek shepherd’s cape made of goat’s wool, the Greek technique of spinning without weft as well as practices common to many countries and civilizations such as the Danish, Pharaonic Egypt, Southern Italy and Peru. The freedom and sense of anxiety that goes with the fashions of the 1990s onward is discussed, also the couturier Yannis Tseklenis’ belief in the social values that lie behind the dress code.
Since the issue here is the garment, fashion nowadays is the professional occupation in designing, making and marketing original, haute couture clothing. The haute couture, covering the need for change, supplies the market with new products, which serve as models for the known as pret-a-porter garments, a term introduced in the 1960s by Pierre Cardin. The twentieth century can be characterized as the century of the great haute couture maitres, which, however, is marked by two disastrous world wars that have in turn determined the relation of the emancipated woman with the haute couture and vise versa. For the first time the garment is commercially promoted in the great exhibitions of London (1890) and Paris (1900). Since, approximately, 1930 the simple chic taste prevails. Nothing is loud in a world that knows how to behave and to change clothes, appropriate to a variety of occasions, even within the span of a day. The World War II preserves this attitude, although now the dresses become shorter, and the shoes with a platform heel - made of cork, rope or wood in combination with other cheap materials — are a novelty. In the postwar years the haute couture firms are reorganized. A new type of fashion shop, the boutique and a new form of formal dress, the cocktail dress, which gradually replaces the long evening gown, are the highlights of the period. In 1947 Dior makes a revolution with the "New Look", while the fashion historians consider the years between 1947 arid the late 1950s as the Renaissance period of haute couture. In the 1960s the dressing revolution that introduced the "mini" has not come out of the blue, since some designers have already advanced in shortening the skirt; this "mini" skirt, if designed by Jacques Esterel, can be wide, with countless petticoats to bell it out - as to match the style of Brigitte Bardot -, or narrow, as to elevate the silhouette of Aundrey Hepburn, the muse of lun£p VTE Zipavoi. In 1980 the haute couture of Paris seems to have lost everything. The fashion trends that follow are char¬acterized by anarchy and confusion. Through super spectacular exhibitions arises the dogma of fashion for fashion or of fashion for only one exhibition. The costly, extreme creations are worn only once by movie stars in the Oscar Awards celebration or by some fabulously rich ladies. Japan appears as a bright phenomenon in the fashion firmament, and designers, such as loei MiyidKe, who introduce us in the twenty-first century simply confirm it. Miyake is considered as a national capital in his country, an esteem which provides him with every opportunity and facility to carry on his research into textile and garment. Today, owing to the TV Fashion Channel and the countless fashion magazines, we can observe a beautiful new generation to be dressed - or undressed -without any imagination, probably because the amply offered supply has created a big confusion.
The term sprang means a fabric consisting of a single set of elements, as well as the technique of "plaiting parallel threads with fixed threads" on a frame. In the manufacturing process, a continuous thread is fixed at both ends in a braiding frame, and plaiting begins from the ends to the center by intertwining threads in alternate rows. The tools the worker uses are her fingers and a few small sticks. A characteristic feature of sprang is the finish line or "meeting" line which consists of a chained row or different thread at the center, designed to hold the elements in place. The elasticity is considerable, and the fabric produced is often lace-like openwork, but it can also be compact and braid-like. Sprang bands and headgear have been found in the course of archaeological excavations in different sites, and the earliest known examples, definitely made on a frame, come from the Bronze Age in Denmark (about 1400 BC). There also exist Iron Age examples from Europe, and later Coptic bag-shaped caps from Egypt, items made of undyed linen or dyed in different colours wool. Fifth-century BC vases from Greece and South Italy show women with frames lying on their laps or hunging on the wall, as well as female figures with spang-like headgears. It has already been accepted that these frames were probably used for sprang. On the evidence supplied by the Greek vase representations and the rare textiles that have survived to the present day, a practical application of the technique is examined, particularly its use in the "Coptic" sprang hair nets of the Benaki Museum in Athens. Plaiting on a frame, especially for belts using a tubular warp, seems to be deeply rooted in many handicraft traditions in Greece, Scandinavia, Mexico and Pakistan, where this traditional technique has been kept alive.
During the thirteenth century, the first century of the Venetian rule on Crete, the attire of the islanders remained attached to the Byzantine dressing models. However, starting from the fourteenth century on, first the male and later the female costumes are influenced by the dressing styles of the West, that will fully affect the local attire by the early fifteenth century. Nevertheless, it seems that even in the second half of the fifteenth century some Cretan women continue to wear as a formal Clothing the Byzantine dress.
Two different types of cape are presented in this article: the feather cape of Hawaii and the shepherd's cape of Greece, dissimilar dresses not only in appearance and qualities, but also in their social symbolism. The Hawaiian cape - the making of which requires not only feathers but also special talent and religious belief - is a symbol of great social and spiritual power, worn only by the chief of the tribe and those who deserve it, due to their excellent performance in war. On the other hand, the Greek shepherd's cape is a simple, practical garment, is made of wool and is worn by common villagers, especially those who work outdoors, under tough weather conditions, it is waterproof and worm, but also heavy and not quite flexible. This kind of cape is mostly found in mountainous regions, where cattle breeding and wood cutting are the main financial sources. Although the Hawaiian feather cape has undergone changes through the centuries, under the baneful influence of the European conquerors, and has finally disappeared, the shepherd's cape in Greece is still in use, essentially unaffected in function, properties and symbolism in its age-long course.
In this article the creation of the foustanella of Othon and the costume of Amalia, the attire, that is, of the first royal couple, the Bavarian monarchs of modern Greece, that became the "national costume" of the country, is examined. Othon was initially encouraged to wear the foustanella -the famous white kilt worn by the chieftains of the Greek War of Independence-, in order, he, a foreigner, to be better accepted by his subjects; while his queen practically "invented" her costume for similar reasons. However, while the foustanella is accepted to be a more or less authentic expression of the Greek tradition, the costume of Amalia is regarded as an artificial, folkloric invention. Yet, how accurate these judgements can be? It has been argued that the foustanella became very popular in the newly born Greek state, because it was chosen as the official uniform of the Greek army, although this adoption had been fiercely opposed by those who had considered it as a dress of Albanian origin, therefore unacceptable to be the national costume of Greece. Amalia's outfit, however, was not at first intended to be a national costume, but simply the courtly dress of her ladies-in-waiting. The stoli Amalias, as it came to be known, was a combination of the main European Biedermeier dress style with other components from the Peloponnese and the islands, Hydra for example. Biedermeier was a romantic fashion trend in Germany and Austria during the first half of the nineteenth century, a popular style also expressed in music and furniture. It must also be added that in nineteenth-century Europe, Germany in particular, there existed a great interest in "traditional" or "folk" cultures, thus part of the royal couple's concern for the "traditional" costumes of Greece may be related with their intention to create, more or less, a folk culture for their new country. Even so, such "traditional" attires as the foustanella were destined to short live as daily wear, and they finally did in the twentieth century. Therefore, the disappearance of the Helllnoraptai, the tailors who specialized in traditional costumes such as the foustanella, since even the late nineteenth century, is an undeniable proof of the prevalence of the Frangika, the clothing of western style. Nevertheless, the initial appearance of the Hellinoraptai must be interpreted as part of the social and cultural changes that the Biedermeier style and its patrons introduced to Greece: the creation of the new state demanded the creation of a new national costume to go with it.
The article examines the large issue of symbols and symbolisms in folk art, with special reference to the traditional costume. The case of the apron from the female costume of the Sarakatsani of Greece has been chosen as a representative example. Thus, the symbols decorating this apron - crosses, snakes, the sun, the moon, flora motives - and their symbolism are examined, and general conclusions are drawn regarding the role of symbols in the embellishment of the Greek traditional costume and in the culture of Greeks in general. The case of the aforementioned apron can then serve as a model for similar approaches to the symbolical dimension of the decorative repertoire that adorns Ihe traditional Greek costume, and as such it is treated here.
The relationship of individuals to fashion is socially mediated. Individuals are frequently too anxious about the choices to be made to proceed without various forms of support and reassurance. Where possible, support involves close friends and family who are trusted to give advice reflecting care and concern. Where these forms of support are themselves too fraught or are unavailable, there may be recourse to catalogues and commercial advice or finally to fully structured regimes of clothing advice such as provided by CMB. In practice, individuals may use a combination of such supports. Certainly, we do not wish to deny the existence of women who do not resort to any of these devices and who are, indeed, relatively unanxious about their clothing choices. Nevertheless, generalisations appear to be warranted about a pervasive and, we suspect, increasing anxiety around the evaluation of any particular choice of clothing, alongside an intensive concern to know what the normative fashion choice should be. The term normative appears appropriate in that it is used to infer both a tendency to return to an imagined homogenising norm (e.g. the little black dress), but also a vague, but present, sense of morality associated with this. Indeed, even where individuals make an effort to be distinct, they seem just as concerned to properly establish what it is they are being distinct from. It is important to recognise that what we see around us cannot be reduced to any simple moral agenda, since what has been presented here is inherently contradictory. You cannot have democratic liberty and equality without a concomitant sense of anxiety that is the precise result of that experience of freedom. It is above all the emancipation that was achieved through feminism that has left women with this huge burden of freedom and this further accentuation of much older fears and concerns over social embarrassment. But if the alternative is a return to those older forms of authority, of the constraints of officially sanctioned sartorial codes, and an unwarranted respect for the voice of industry elites about what fashion "is", then it may well seem that an anxiety that requires still more shops to be visited before making a choice, or that makes a full wardrobe appear to have "nothing in it", may, on reflection, be a price worth paying.
The anthropological and historical analyses of this current issue are supplemented by the relevant comments and observations of an active and well-respected Greek fashion designer. In his interview with I. Petropoulos, Yannis Tseklenis illuminates numerous practical and theoretical matters connected with the globalisation in fashion and touches on future trends. Among other things Tseklenis brings out the decisive (albeit unseen) contribution of the anonymous consumer in setting trends. Clothes have an undeniable social function, beyond their aesthetic value. As Tseklenis puts it; "A priest's garb makes him a priest... You can't teach English at university if you' re dressed as an Arab... You can't preach from the pulpit dressed as a frogman".
The metal threads of the historic period, made mainly from precious metals - gold and silver -, are considered as the first artificial fibers manufactured by humans: Delicate wires and sheet-bands, single or combined with other natural - animal or plant - fibers were widely applied in manufacturing and decorating valuable textiles. In this article the materials and techniques of manufacturing metal threads are described, and the various methods - mechanic, chemical, etc - of cleaning that have been used for the restoration of textiles are analyzed. At the same time, the technical and ethic limitations and the problems inherent in the various methods of cleaning, due to the simultaneous presence of heterogeneous materials (e.g. metals combined with plant or animal fibers and organic pigments), are detected and recorded. Finally, the especially important role of the pedantic preliminary examination and identification of all, if possible, the materials used is underlined. This procedure can help the restorer to make a factual decision as regards the kind and extension of the proper and safe interventions, necessary for the restoration of textiles of the historic period, which are interwoven or decorated with metal threads.
The study of the prehistoric Aegean script is an underdeveloped field in the Greek academia, a fact which entails lack of academic interest and scarcity of relevant publications. The public's interest, however, make it imperative certain research targets to be clarified as these are followed by script researchers. Therefore, seven necessary clarifications and basic bibliography are offered: 1."Language" and "script" constitute two different notions. 2. The term "prehistoric Aegean scripts" refers to three scripts invented and used in the second millennium BC in Crete and mainland Greece: the Cretan Hieroglyphic, Linear A and Linear B. 3. The Phaistos Disk is not a document of the Cretan Hieroglyphic script, but a unique sample of an otherwise unknown script. 4. The terms "Hieroglyphic1' and "Linear" scripts are conventional names which are still in use mainly for historical reasons. 5. The Cretan Hieroglyphic script is not the forerunner of the so-called Linear scripts, A and B. 6. It is by no means possible to prove that the acrophqnic (or rebus) principle was used for the original creation of the scripts signs. 7. Linear B is the only prehistoric Aegean scripts which is deciphered.
The discussion with Professor G. Lavas about the Holy Land has a dual objective: On the one hand to give us the opportunity to deal thoroughly with crucial issues of Biblical Archaeology and its Scientology; and on the other, to elevate Biblical Archaeology as a science which seeks the self-consciousness of man as regards memory, history, reality and his own desires. "It could be most useful, if the researcher of Biblical Archaeology, as a neutral observer, could let reality -finds and testimonies - lighten up the events and restrain himself from final interpretations - which could be postponed in due time -, in case an obstinate or monolithic position could create a disagreement between testimonies and finds".
The sesame plant is very ancient, mentioned by ancient writers as being cultivated in Persia, Egypt, Ethiopia, and in the Indies. Hippocrates, Galenos and Dioskourides used it as medicine. Menandros writes of a pudding made of sesame served at weddings, which was supposed to ensure the couple had many children. The sesame press existed before the industrial age and was used to produce the tasty Lenten halva and the nutricious sesame pulp (tahini). The saponaria plant also known as tsoueni was an indispensable ingredient of halva. An Ottoman register of 1548 records that sesame was cultivated in Lesvos, it was also imported from Asia Minor and from Lemnos.Today there are five halva factories known to us in Lesvos that indicate that there were facilities powered by animals available on the island from the time of the Turkish occupation up to the middle of the 20th century. If one is to understand how the sesame press worked one should take a look at the Roman flour press which was hand or animal powered (molo asinaria). Such mills were found in Pompey and Ostia. Such presses were made of volcanic stone. All sesame presses found on Lesvos are made of the local volcanic stone. The similarities in the construction of the sesame press with the Roman flour press are interesting and should be looked into.
Two one man shows were organized at the Old Archaeological Museum of Salonika during the 2001 Dimitria.In his work, Zaharias Koublis combines a craftsman’s skill with an artist’s sensibility. Often, on various types of material, he makes use of the leftovers of human activities. His sun, for example, with its look of the all seeing eye, is nothing but a colander. Rust and ochre earth colours rarely confront an intense red or blue. The artist repeatedly uses two motifs: a steatopygic woman’s form which refers to Neolithic statuettes and to sculptures of the post war period (Arp, Richier, Moore) and a fragmented shape: a fish bone? A wind –up bird? A guitar? Koublis has successfully integrated these recognizable influences in his work. The sculptures of self-taught Nikos Baharides are the meeting points not just of artists such as Rodin, Caro, Arp, Richier and Moore but also of the art of Neolithic statuettes, Minoan subject matter and woman as the source of life. Baharides depicts the human body, fish and birds in a realistic or abstract manner. He is guided by his use of found materials. The charred pieces of wood left over from fires, are particularly interesting. The burnt piece of olive wood from Thasos creates an Ikaros even more dramatic than that of Rodin.
The article presents the application of educational programs in the Children's Hospital and the parameters of their planning. Museums through a systematic cooperation can very well offer alternative modes of social support and expression: the museum objects give the patients the possibility to release their sentiments in a symbolic language. The educational activities create for the sick a connection with the reality outside hospital and offer them protection from the dangerous self-isolation. The interaction with the museum's personnel enriches the social contacts and contributes to the development of psychic and social skillfulness. Consequently, the activation of vehicles that transport experiences from the cultural space to the secluded hospital environment will add more quality to the life of the sick children and a new meaning in the field of our activities as well.

Το μέγαρο του Θησέα στην Πάφο ανοικοδομήθηκε στα τέλη του 3ου αιώνα.
Οι αστικές οικίες παρουσιάζονται ως μεγάλα κτήρια συνδεδεμένα όλα με μια περίστυλη αυλή και μια αψιδωτή αίθουσα, το triclinium. Είναι όλες πλούσια διακοσμημένες, συνήθως με ψηφιδωτά. Αναφέρονται το μέγαρο του Θησέα στην Πάφο, δύο οικίες στην Κωνσταντία (πρώην Σαλαμίνα), που ονομάστηκαν η μία «ελαιοτριβείο» και η άλλη «ρωμαϊκή», το μέγαρο του Ευστόλιου στο Κούριο, άλλη μία οικία στην Άλασσα και μερικές ακόμη στην Παλαίπαφο.
Οι αγροτικές οικίες αποτελούνται από ένα ή δύο δωμάτια φτωχικής κατασκευής όπου συχνά βρέθηκαν αγροτικά εργαλεία.
Κατοικίες του κλήρου θεωρούνται τα δωμάτια πλάι στη βασιλική της Αγίας Τριάδας και τη βασιλική στον Άγιο Φίλωνα της Καρπασίας καθώς και η επισκοπική οικία στο Κούριο.
Με τις αραβικές επιδρομές η οικοδομική δραστηριότητα σταματά. Οι πλούσιοι ιδιοκτήτες συχνά εγκαταλείπουν τις κατοικίες τους αναζητώντας καταφύγιο σε πιο ασφαλείς περιοχές. Έτσι τις μεγάλες κατοικίες ή ακόμη και τις βασιλικές καταλαμβάνουν φτωχοί ιδιώτες (squatters) που τις εκμεταλλεύονται.
Άγιος Γεώργιος, 14ος αι. Παναγία της Ασίνου. Στην ασπίδα, αρχαίο βυζαντινό έμβλημα απεικονίζεται ως δυτικό οικόσημο.
Το άρθρο ξαναζωντανεύει τους αιώνες μέσα από πολλά παραδείγματα. Στη διάρκεια της πρώτης περιόδου της βυζαντινής τέχνης, από τα τέλη του 4ου ως τις αραβικές επιδρομές του 7ου αιώνα, στην αρχιτεκτονική επικρατεί ο ρυθμός της ξυλόστεγης βασιλικής. Από τρία ψηφιδωτά του 6ου αιώνα, το ψηφιδωτό στην Παναγία την Αγγελόκτιστη διατηρεί την ελληνιστική παράδοση αντανακλώντας και την τέχνη της Βασιλεύουσας.
Στη μέση βυζαντινή περίοδο, στους ναούς επικρατούν ο απλός τετράστυλος εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλλο, ο μονόκλιτος με τρούλλο, ο οκταγωνικός και οι μικροί καμαροσκέπαστοι. Κατά την εικονομαχία η Κύπρος γίνεται κέντρο των εικονόφιλων. Το 12ο αιώνα άλλες τοιχογραφίες εμφανίζουν ελληνιστική λεπτότητα και άλλες το μοναστικό κομνήνειο στυλ.
Ο 13ος αιώνας φέρνει στο νησί τους Φράγκους και μαζί την αποξένωση από τις βυζαντινές μορφές τέχνης. Οι πρόσφυγες από την παλαιστινιακή πόλη Άκκρα μεταφέρουν μια τεχνοτροπία που απηχεί εκείνην της μονής Σινά. Στο β΄μισό του 13ου αιώνα, στις τοιχογραφίες μια «ανάμεικτη» κυπριακή τέχνη συνδυάζει την προσκόλληση στη βυζαντινή παράδοση, την τέχνη των Σταυροφόρων και στοιχεία από τη ζωγραφική της Καππαδοκίας και της Απουλίας του 11ου αιώνα.
Τον 14ο αιώνα από τις λίγες τοιχογραφίες κυριότερες είναι αυτές του Αγίου Νικολάου της Στέγης. Σχεδόν κυπριακή αποκλειστικότητα αποτελεί η ανατολικής προέλευσης μορφή του Αγίου Μάμα πάνω σε λιοντάρι. Αρχαϊκό στοιχείο, το έμβλημα που απεικονίζεται στο εσωτερικό της ασπίδας του Αγίου Γεωργίου -σταυρός μέσα στην ημισέληνο κι ολόγυρα αστέρια- παίρνει τη μορφή δυτικού οικόσημου. Μόνο στην Κύπρο η Αγία Κυριακή, φορώντας μακρύ λώρο με τις μορφές των ημερών της εβδομάδας, ενσαρκώνει την ημέρα της Κυριακής.
Τον 15ο αιώνα οι περισσότερες εικόνες ανήκουν στην ντόπια σχολή με τα έντονα χρώματα και τις απλοϊκές, λαϊκές μορφές. Δυτικότροπα, οι δωρητές εικονίζονται γονατιστοί στο κάτω μέρος της εικόνας σε στάση προσευχής. Τον 15ο και 16ο αιώνα χτίζονται στην περιοχή του όρους Τροόδους πολυάριθμα εκκλησάκια. Τοιχογραφίες της μονής του Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο και της εκκλησίας του Αρχάγγελου στον Πεδουλά θυμίζουν την τέχνη του Μυστρά. Αντιπροσωπευτικός ζωγράφος του 15ου αιώνα, ο Φίλιππος Γουλ συνδυάζει την τέχνη της τοπικής λαϊκής βυζαντινής παράδοσης, στοιχεία αρχαϊκά, δάνεια από παλαιότερες μορφές τέχνης και δάνεια από την ύστερη γοτθική και την τέχνη της Αναγέννησης. Η αγάπη για πολυτέλεια και λεπτομέρεια είναι δείγμα της απομάκρυνσης της τέχνης του 15ου αιώνα από τη βυζαντινή λιτότητα και αυστηρότητα. Ύστερα από το κύμα των προσφύγων που ακολούθησε την Άλωση, νέο ρεύμα της παλαιολόγειας Αναγέννησης φέρνει στο νησί η βασίλισσα Ελένη Παλαιολογίνα, τροφοδοτώντας τη δημιουργική ανάμειξη στοιχείων και τεχνοτροπιών.
Το δυτικό στοιχείο κερδίζει έδαφος και από τις αρχές του 16ου αιώνα εμφανίζονται οι πρώτες σειρές τοιχογραφιών της λεγόμενης Ιταλο-Βυζαντινής σχολής. Χωρίς την καλλιτεχνική καθοδήγηση της Κωνσταντινούπολης, οι Κύπριοι ζωγράφοι αναζητώντας έμπνευση στρέφονταν ελεύθερα προς πάσα κατεύθυνση, δημιουργώντας από τον 13ο ως τον 17ο αιώνα μια ξεχωριστή ζωγραφική. Με εξαίρεση τα έργα του Κορνάρου, η τουρκική κατοχή φέρνει στην Κύπρο την παρακμή.
Ο άγιος Μάμας πάνω σε λιοντάρι. Σταυρός του Αγιασμάτι.
Τον Δεκέμβριο του 1985, η Ουνέσκο εντάσσει εννέα εκκλησίες της περιοχής του Τροόδους στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς με το σκεπτικό ότι οι τοιχογραφίες τους συνιστούν εξαίρετη μαρτυρία για τον βυζαντινό πολιτισμό και τις στενές σχέσεις με τη ζωγραφική της Δυτικής Ευρώπης. Οι εκκλησίες είναι:
- η Παναγία της Ασίνου, κοντά στο Νικητάρι,
- ο Άγιος Νικόλαος της Στέγης, κοντά στην Κακοπετριά,
- οι εκκλησίες της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή στον Καλαπαναγιώτη,
- η Παναγία του Μουτουλλά στον Μουτουλλά,
- ο Αρχάγγελος στον Πεδουλά,
- ο Σταυρός στο Πελένδρι,
- η Παναγία του Άρακα στα Λαγουδερά,
- η Παναγία της Ποδίθου στη Γαλάτα και
- ο Σταυρός του Αγιασμάτι κοντά στην Πλατανιστάσα.
Αναλυτικά περιγράφονται οι τοιχογραφίες τεσσάρων ναών:
Το εικονογραφικό σύνολο της Παναγίας του Άρακα ( 1192), εξαίρετο δείγμα της υστεροκομνήνειας περιόδου, υπερέχει από τις αντίστοιχες τοιχογραφίες των Αγίων Αναργύρων στην Καστοριά και του Αγίου Γεωργίου στο Κουρπίνοβο της Γιουγκοσλαβίας.
Οι τοιχογραφίες της Παναγίας του Μουτουλλά διακρίνονται σε δύο ομάδες. Οι παλαιότερες είναι του 1280 ενώ οι νεότερες, που ανήκουν τεχνοτροπικά στη Μακεδονική Σχολή, του 14ου-5ου αιώνα. Ο ζωγράφος του 1280 χαρακτηρίζεται από απλότητα, γραμμικότητα και επιπεδομορφία. Οι πολυπρόσωπες σκηνές του συγγενεύουν με τοιχογραφίες του 11ου και 12ου αιώνα από την Καππαδοκία, άλλα στοιχεία όμως θυμίζουν σταυροφοριακές εικόνες του Σινά και εικονογραφικά σύνολα της Ν. Ιταλίας.
Ο ναός του Σταυρού του Αγιασμάτι εικονογραφήθηκε στα τέλη του 15ου ή στις αρχές του 16ου αιώνα από τον Φίλιππο Γουλ. Στις συνθέσεις του ζωγράφου που προδίδουν απλότητα και λαϊκότητα ανιχνεύονται επιδράσεις από δυτικές μικρογραφίες του Μεσαίωνα αλλά και ομοιότητες με τη Μακεδονική Σχολή.
Οι τοιχογραφίες της Παναγίας Ποδίθου είναι από τις ωραιότερες της Κύπρου του 16ου αιώνα με δυτική επίδραση, εμφανή κυρίως στην τεχνοτροπία και στα χρώματα, ενώ η εικονογραφία παραμένει σε μεγάλο βαθμό βυζαντινή.
Άγιος Νικόλαος των γάτων. Βόρεια είσοδος. Λεπτομέρεια με τα οικόσημα.
Παλαιοχριστιανικές βασιλικές έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στο Κούριο, την Αμαθούντα και την Άλασσα, καθώς επίσης μαρτύρια και βαπτιστήρια.
Στα τέλη της τρίτης δεκαετίας του 4ου αιώνα κτίστηκε η Μονή Αγίου Νικολάου των Γάτων. Τα παλαιότερα μέρη της εκκλησίας είναι από τη Φραγκοκρατία και είναι γοτθικού ρυθμού. Ταλαιπωρημένη από επιδρομείς και κατακτητές, η μονή μάλλον εγκαταλείφθηκε πριν από τον 18ο αιώνα.
Λόγω των συνεχών ανοικοδομήσεων, στην πόλη της Λεμεσού δεν διασώθηκαν πολύ παλαιές εκκλησίες. Μεσαιωνική εκκλησία, πιθανόν της Αγίας Αικατερίνης, ενσωματώθηκε στα κτίσματα του τζαμιού Kebir. Μεσαιωνικός λατινικός ναός υπήρχε στο χώρο του σημερινού μητροπολιτικού ναού. Δείγματα απλοποιημένης μεταγοτθικής αρχιτεκτονικής αποτελούν ο ναός του Αγίου Αντωνίου, ο παλαιός ναός της Αγίας Νάπας, ο πρώην μητροπολιτικός ναός των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας, κ.ά.
Στο σημερινό ναό της Αγ. Νάπας φυλάσσονται εικόνες και τμήματα από το εικονοστάσιο του παλαιού ναού που κτίστηκε το 1738 και κατεδαφίστηκε γύρω στο 1890. Δίτρουλλη, βυζαντινή και τοιχογραφημένη εκκλησία του 14ου αιώνα αφιερωμένη στην Αγ. Αναστασία σώζεται στα Πολεμίδια. Στην περιοχή σώζεται και αβαείο μεσαιωνικής λατινικής μονής του τάγματος των Καρμηλιτών αφιερωμένης στην Παναγία.
Η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στο Πελέντρι ανακηρύχθηκε μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς από την Ουνέσκο. Κτισμένη τον 13ο αιώνα, επεκτάθηκε τον 14ο και εικονογραφήθηκε τον 14ο και 15ο αιώνα με παλαιολόγεια τεχνοτροπία. Ο άγιος Μάμας στον Λουβαρά κτίστηκε το 1455 και αγιογραφήθηκε το 1495 από τον Φίλιππο Γουλ. Κοντά στο Μονάγρι υπάρχει η μικρή εκκλησία της άλλοτε μονής της Παναγίας της Αμασγού που αρχικά κτίστηκε στις αρχές του 12ου αιώνα. Η εκκλησία τοιχογραφήθηκε πρώτα στα τέλη του 12ου-αρχές του 13ου και, αργότερα, τον 14ο και τον 16ο αιώνα. Τμήματα τοιχογραφιών της πρώτης φάσης ανήκουν στην τεχνοτροπία των Κομνηνών.
Κυνηγός γερακάρης, πρώιμος εγχάρακτος τύπος εμπλουτισμένος με καφέ χρώμα, 13ος αι. Ίδρυμα Πιερίδη.
Ο οίκος των Λουζινιάν βασίλεψε στην Κύπρο τρεις αιώνες (1192-1489). Στον κόσμο που γεννήθηκε από την παρουσία τους στο νησί εντάσσονται οι παραστάσεις έξι αγγείων με χαρούμενη διάθεση. Τα τρία πρώτα ανήκουν στον 13ο αιώνα και τα άλλα τρία στον 14ο αιώνα. Τα πρώτα διατηρούν εμφανή τα στοιχεία της κοινής βυζαντινής κεραμικής. Στα επόμενα, η φανερή επίδραση του σταυροφοριακού κόσμου διαμορφώνει ένα ιδιαίτερο τοπικό χαρακτήρα. Στο κυνήγι με τη βοήθεια αρπακτικών πουλιών αναφέρεται η παράσταση με τον κυνηγό. Σε δύο αγγεία, γυναικείες μορφές χορεύουν κρατώντας μουσικά όργανα: η μία κρατάει «σείστρα», η άλλη «φεγγία», είδος κροτάλων. Η πλούσια φορεσιά μιας αρχοντοπούλας μήπως είναι η «cipriana», φόρεμα μόδας που πιθανόν από την Κύπρο να διαδόθηκε στη Δυτική Ευρώπη; Από το κεφάλι της κόρης κρέμεται μακρύς πέπλος, στοιχείο της κυπριακής ενδυμασίας που καθιερώθηκε μετά την πτώση της Άκκρας (1291). Σιδερόφρακτος, ετοιμοπόλεμος ιππότης διακοσμεί το επόμενο αγγείο. Τέλος, σε πινάκιο που πρέπει να συσχετιστεί με το γάμο απεικονίζεται ζευγάρι σφιχταγκαλιασμένο.
Λιθανάγλυφο «φυλακτό» του 1817 στο χωριό Λαζανιά.
Παραμελημένη είναι η μελέτη της λαϊκής διακοσμητικής σε συνδυασμό με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Στα σπίτια, η είσοδος ή το ξωπόρτι συχνά πλαισιώνονται από καλοπελεκημένες πέτρες, κατάλληλες για λάξευση. Τοξωτά ανοίγματα δίνουν τη δυνατότητα διάτρητης διακόσμησης σαν αυτή των γοτθικών μνημείων του νησιού, ενώ έχουν επιζήσει και θυρώματα με γοτθικού τύπου οξυκόρυφες καμάρες. Ιδιαίτερη ομάδα αποτελούν οι διακοσμημένες με νεοκλασικά μοτίβα είσοδοι αστικών σπιτιών. Προστατευτικό και αποτροπαϊκό ρόλο για τα κτίσματα έχουν τα λιθανάγλυφα «φυλαχτά». Η λιθογλυπτική βρίσκει άλλες εφαρμογές στα κιονόκρανα, τα τόξα, τις καμάρες. Η ξυλογλυπτική, που μεγαλούργησε ως εκκλησιαστική τέχνη, αναπτύχθηκε στις ορεινές περιοχές. Τα ξυλόγλυπτα διακοσμητικά στοιχεία μιας κατοικίας απαντούν στο ανώφλι και τους «παραστατούς» της εξώπορτας, στο «μετωπίδι» πάνω από την πόρτα, σε πλαίσια παραθύρων, ακόμη και στο κάλυμμα ιδιόμορφης κλειδωνιάς. Στις ξύλινες δίφυλλες πόρτες κατά κανόνα ο «κατεβάτης» είναι ολοσκάλιστος. Τα ξύλινα κάγκελα, τα «παρμάκια», εμφανίζονται σε διάφορους τύπους καφασωτών και με ποικίλα περιγράμματα σε όλη την Κύπρο. Περίτεχνα ξυλόγλυπτα ταβάνια με κεντρικό μετάλλιο και κορνίζες τοίχων από πλούσια αστικά σπίτια σώζονται ελάχιστα. Ταβάνι ζωγραφιστό και χρυσοποίκιλτο διατηρείται στον μοναδικό σωζόμενο τοιχογραφημένο οντά του αρχοντικού του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου (τέλη 18ου αιώνα). Στοιχείο εσωτερικού χώρου είναι και η «σουβάντζα», ράφι τοίχου, ξυλόγλυπτο ή γύψινο. Η γύψινη σουβάντζα έχει ανάγλυφο διάκοσμο που γίνεται με ειδικό ξύλινο καλούπι. Τα διακοσμητικά θέματα αντλούνται από τα σεντούκια αλλά κυρίως από τα τέμπλα. Πρακτικοί λόγοι, αερισμού και φωτισμού, δημιούργησαν τις «αρσέρες» ή «φουλλίδες» ή «αναφωτί(δ)ες», ανοίγματα ψηλά στον τοίχο που κλείνουν με γύψινη διάτρητη πλάκα.
Ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός (1880-1821).
Την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους έκρινε η παράδοση της Αμμοχώστου το 1571. Λίγο αργότερα, αποστολή Ελλήνων Κυπρίων στην Κωνσταντινούπολη πετυχαίνει την επανασύνδεση της αυτοκέφαλης εκκλησίας της Κύπρου με το Πατριαρχείο από το οποίο είχε αποκοπεί το 1260.
Η εκκλησία είναι υπεύθυνη για την είσπραξη του φόρου υποτελείας των χριστιανών και την απόδοσή του στους Τούρκους. Μετά το 1660, η Πύλη την αναγνωρίζει ως τον μοναδικό εκπρόσωπο των υποδούλων. Γύρω της θα περιστραφεί ο συλλογικός βίος των Κυπρίων ως το τέλος της Τουρκοκρατίας.
Η έκρηξη της επανάστασης στην ηπειρωτική Ελλάδα έδωσε την αφορμή στον αιμοδιψή διοικητή Κουτσούκ Μεχμέτ να εκτελέσει 486 άτομα, ανάμεσά τους τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και άλλους αρχιερείς. Αν και ο ελληνισμός της Κύπρου δοκιμάστηκε τη δεκαετία του 1820, η εκκλησία συνέχισε να απολαμβάνει τα παλαιά της προνόμια. Το 1839 δημοσιεύτηκε ο Χάττι Σερίφ του Γκιουλχανέ, χάρτης μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που έμελλαν να αποτύχουν. Ύστερα από πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, το Χάττι Χουμαγιούν το 1856 ήταν η δεύτερη απόπειρα μεταρρυθμίσεων, με πενιχρά όμως αποτελέσματα. Τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, από το 1830 και μετά, οι προσπάθειες για την ανόρθωση της ελληνικής παιδείας είναι συνεχείς και ο κυπριακός ελληνισμός σημειώνει δημογραφική άνοδο. Σε αγγλική απογραφή του 1881, οι Έλληνες είναι 137.631 και οι Τούρκοι μόλις 45.458. Στο τέλος του Ρωσοτουρκικού πολέμου, η Αγγλία με αντάλλαγμα την υπόσχεση βοήθειας πείθει την Τουρκία να της παραχωρήσει την Κύπρο. Η συμφωνία υπογράφηκε τον Ιούνιο του 1878. Σχεδόν ένα μήνα αργότερα φθάνει στο νησί ο πρώτος Άγγλος κυβερνήτης.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος με τον κυβερνήτη της Κύπρου στρατάρχη Sir John Harding που θα τον εξορίσει στις Σεϋχέλλες.
Η Βρετανία εφάρμοσε στην Κύπρο μια προσέγγιση βαθμιαίας αλλαγής αποφεύγοντας επιμελώς τις τολμηρές μεταρρυθμίσεις. Οι βρετανικές αρχές δεν ασχολήθηκαν με την οικονομική και την κοινωνική άνοδο της Κύπρου, αλλά τουλάχιστον η διοίκηση αποκαθάρθηκε από την προηγούμενη διαφθορά και αυθαιρεσία, οι υπηρεσίες επωφελήθηκαν από τις αποτελεσματικότερες βρετανικές διαδικασίες. Γενικά, έμμεσα ήταν τα μεγαλύτερα οφέλη από τη βρετανική διακυβέρνηση: προστασία των κατοίκων από επιδημίες και επιθέσεις, υποχώρηση του αναλφαβητισμού, δημογραφική έκρηξη, εκπαίδευση σε θέματα διοίκησης.
Πολιτικά, η Αγγλοκρατία στην Κύπρο μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις περιόδους:
α) 1878-1920. Οι Βρετανοί αντιμετωπίζουν τον ελληνοκυπριακό εθνικισμό με πνεύμα ανοχής. Διαπρεπείς Βρετανοί πολιτικοί εκφράζουν την πλήρη τους κατανόηση για τον σφοδρό πόθο των Ελληνοκυπρίων να ενωθούν με την Ελλάδα. Τον Οκτώβριο του 1915, η αγγλική κυβέρνηση προσφέρει την Κύπρο στην Ελλάδα με αντάλλαγμα την άμεση ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ.
β) 1920-1945. Με τη συνθήκη της Λωζάνης του 1923 διευθετείται οριστικά το διεθνές καθεστώς της Κύπρου. Το 1925 η Βρετανία ανακηρύσσει την Κύπρο Αποικία του Στέμματος. Αν και οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι δεν διανοούνται την ένωση ανεξάρτητα από τη βρετανική παρουσία στο νησί τους, οι Βρετανοί προσπαθούν να αναχαιτίσουν την εξάπλωση του ελληνικού εθνικού κινήματος. Μετά τη βίαιη καταστολή της ενωτικής εξέγερσης του 1931, όλες οι τοπικές ελευθερίες εξαλείφονται. γ) 1945-1960. Το 1948 οι Ελληνοκύπριοι απορρίπτουν ως ανεπαρκείς τις συνταγματικές προτάσεις της Βρετανίας για περιορισμένη αυτοκυβέρνηση, απαιτώντας να δοθεί οριστική λύση. Δηλαδή: ένωση με την Ελλάδα με αντάλλαγμα βρετανικές στρατιωτικές διευκολύνσεις στο νησί. Το 1955 η διαμάχη εξελίσσεται σε ένοπλη σύγκρουση που κλιμακώνεται μετά την εξορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου το 1956. Για να εξουδετερώσει την ελληνοκυπριακή αξίωση για αυτοδιάθεση, η Βρετανία εμπλέκει την Τουρκία στρατολογώντας συνάμα εκατοντάδες Τουρκοκύπριους στις δυνάμεις ασφαλείας. Παράλληλα θέτει για πρώτη φορά θέμα διχοτόμησης της νήσου. Το 1958, με το σχέδιο Μακμίλλαν, η βρετανική κυβέρνηση προτείνει το μοίρασμα της εξουσίας στην Κύπρο μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Προκειμένου να αποφύγουν τη διχοτόμηση, οι Ελληνοκύπριοι θυσιάζουν την αξίωσή τους για αυτοδιάθεση. Η Διάσκεψη του Λονδίνου του 1959, που υπογράφεται από όλες τις πλευρές, εγκαθιδρύει ανεξάρτητη δημοκρατία στην Κύπρο και αποκλείει τόσο την Ένωση όσο και τη διχοτόμηση.
Η ιστορία έδειξε πως η πολιτική κληρονομιά των Βρετανών στην Κύπρο ήταν μόνο λίγο καλύτερη από των Οθωμανών.
Οι Τούρκοι δεν δίνουν στοιχεία για τους Ελληνοκύπριους που συνελήφθησαν κατά την τουρκική εισβολή.
Το 1959, οι μαχητές της ΕΟΚΑ καλούνται να καταθέσουν τα όπλα ενός τετράχρονου αγώνα για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Η αδελφοκτόνα οργάνωση ΕΟΚΑ Β΄ θα προέλθει από τους δυσαρεστημένους που εμφανίζονται ως αδιάλλακτοι ενωτικοί. Συγχρόνως, η τουρκοκυπριακή κοινότητα κινείται προς τη σταδιακή τουρκοποίηση του νησιού. Μέσα από αυτές τις Συμπληγάδες έπρεπε να πορευτεί ο αρχιεπίσκοπος και πρώτος Πρόεδρος της Κύπρου Μακάριος Γ΄ και η μεγάλη πλειοψηφία του κυπριακού λαού. Η Κύπρος ανακηρύσσεται ανεξάρτητο κράτος το 1960 με Σύνταγμα που της επιβάλλεται και γίνεται αποδεκτό προκειμένου να αποφευχθεί η διχοτόμηση που υπέκρυπτε το σχέδιο Μακμίλλαν. Το Σύνταγμα χωρίζει το λαό σε δύο κοινότητες με βάση την εθνική καταγωγή. Εξ ίσου διαιρετικό είναι και στα προβλεπόμενα ποσοστά στελέχωσης της εκτελεστικής, της νομοθετικής και της δικαστικής εξουσίας, της δημόσιας διοίκησης, του στρατού και της αστυνομίας. Οι συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας θέτουν την Κύπρο υπό την κηδεμονία των εγγυητριών δυνάμεων, της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, στις οποίες αναγνωρίζεται δικαίωμα επέμβασης και διατήρησης στρατευμάτων στο νησί.
Προπαραμονή Χριστουγέννων του 1963, οι Τουρκοκύπριοι παίρνουν τα όπλα και πετυχαίνουν το σχηματισμό της διαχωριστικής «πράσινης γραμμής» και τη δημιουργία τουρκικών θυλάκων. Η δεύτερη διακοινοτική ταραχή συνέβη τον Νοέμβρη του 1967. Η ελληνική χούντα ανακαλεί τότε από την Κύπρο το στρατηγό Γρίβα και την ελληνική μεραρχία, αφήνοντας το νησί ανυπεράσπιστο. Ώσπου, στις 15 Ιουλίου 1974, ολοκληρώνοντας την καταστροφική της ανάμειξη, η απριλιανή δικτατορία υποκινεί πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Ο Μακάριος γλιτώνει αλλά στο νησί ενσκήπτει ο Αττίλας. Οι τουρκικές δυνάμεις σε λιγότερο από ένα μήνα έχουν καταλάβει το 37% του νησιού.
Ο Μακάριος επιστρέφει στην Κύπρο στις 7 Δεκεμβρίου 1974. Το νησί θρηνούσε 6.000 νεκρούς, 1.619 αγνοούμενους και 200.000 πρόσφυγες. Ατέρμονοι γύροι συνομιλιών δεν οδηγούν πουθενά. Ο Ντενκτάς υπογράφει δύο συμφωνίες, μία με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο το 1977 και μία με τον πρόεδρο Κυπριανού το 1979. Αμέσως μετά όμως οι Τούρκοι απαιτούν να αναγνωριστεί η «διζωνική» ομοσπονδία (αντί της «διακοινοτικής» που ήταν ο εν χρήσει όρος), ερμηνεύοντάς την ως δύο κράτη. Στον όγδοο γύρο συνομιλιών το 1980, οι Τούρκοι εμφανίζουν χάρτη με τις «δικές τους» περιοχές που προέβλεπε ότι στο 18% του πληθυσμού που αντιπροσώπευαν αναλογούσε το 33% του νησιού. Το 1982 η τουρκική πλευρά εκδίδει τίτλους ιδιοκτησίας των ελληνοκυπριακών περιουσιών σε Τουρκοκύπριους και σε έποικους από την Τουρκία. Όταν ο ΟΗΕ το 1983 απαιτεί την αποχώρηση του στρατού κατοχής, οι Τούρκοι εισάγουν στα κατεχόμενα την τουρκική λίρα, ιδρύουν δική τους Κεντρική Τράπεζα, ενώ η Βουλή των Τουρκοκυπρίων προετοιμάζει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας. Και ενώ τα Ηνωμένα Έθνη αρχίζουν και πάλι νέους κύκλους επαφών, τον Νοέμβριο του 1983 ο Ντενκτάς ανακηρύσσει τα κατεχόμενα «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», κατά παράβαση όχι μόνο κάθε αρχής δικαίου αλλά ακόμη και της ίδιας του της υπογραφής στο έγγραφο του 1979.
Ξεναγός στις ελληνικές αρχαιότητες είναι η πρωταγωνίστρια της ταινίας «Επιχείρηση Απόλλων».
Ποια είναι η θέση που κατέχει η παρουσίαση της αρχαιολογίας και των αρχαίων μνημείων στα ελληνικά τηλεοπτικά προγράμματα; Με τη ματιά ενός επαγγελματία, η συγγραφέας αποδελτιώνει το περιοδικό «Ραδιοτηλεόραση» και παρακολουθεί μεγάλο μέρος του προγράμματος της ΕΡΤ 1 και ΕΡΤ 2 για τη χρονιά από 11.1.1986 ως 10.1.1987. Έχοντας ταξινομήσει το υλικό της, το υποβάλλει στις εξής ερωτήσεις:
1. Ποιο ποσοστό καταλαμβάνουν στο σύνολο του προγράμματος εκπομπές που αναφέρονται σε μνημεία ή στην αρχαιολογία, αποκλειστικά ή ευκαιριακά;
2. Ποιο είναι το ποσοστό των αμιγώς αρχαιολογικών εκπομπών;
3. Ποιο είναι το ποσοστό των εκτάκτων εκπομπών και σειρών με αυτό το θέμα;
4. Ποιο είναι το ποσοστό αναφορών σε τακτικές εκπομπές;
5. Συγκριτικά με άλλες χώρες, ποια θέση κατέχουν οι ελληνικές αρχαιότητες και τα μνημεία;
6. Ποιο είναι το ποσοστό των ελληνικών παραγωγών σε σχέση με ξένες;
7. Ποια η θέση τους στην Εκπαιδευτική Τηλεόραση;
8. Ποια η θέση τους στα παιδικά προγράμματα;
9. Κινηματογραφικές ταινίες και διασκευές, θεατρικά έργα και παραστάσεις, σειρές, με πηγή έμπνευσης ή αναφορές στην αρχαιότητα
10.Ποιο είναι το ποσοστό επαναλήψεων όποιας από τις παραπάνω κατηγορίες
11. Ώρες μετάδοσης κατά ζώνες του προγράμματος
12. Η παρουσίαση στο περιοδικό «Ραδιοτηλεόραση».
Διαγράμματα διευκολύνουν την παρουσίαση του υλικού και των συμπερασμάτων.
Οστέινη κιβωτός της νοημοσύνης και του παρελθόντος.
Το πιο συχνό εύρημα μιας ταφής, το κρανίο αποδεικνύεται μια οστέινη κιβωτός που διαφυλάσσει τόσο την ανθρώπινη νόηση όσο και τα ίχνη του παρελθόντος. Για τη διεπιστημονική του μελέτη συνεργάζονται η Ιατρική, η Ανθρωπολογία, η Αρχαιολογία και η Ιστορία. Τα συμπεράσματα της Ιατρικής αφορούν την παθολογία, την ανατομία, τα γενετικά χαρακτηριστικά, τα αίτια θανάτου. Η Ανθρωπολογία ενδιαφέρεται τόσο για τις βιολογικές όσο και για τις κοινωνικές πλευρές της ζωής. Με την ταξινόμηση των ανθρώπων βάσει των μορφολογικών τους χαρακτηριστικών και των επιτευγμάτων τους, και με τις μετρήσεις (Ανθρωπομετρία) που εντοπίζουν ανατομικές μεταβλητές στο κρανίο, πιστοποιεί τη διαχρονική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Η Αρχαιολογία αντιμετωπίζει το ανθρώπινο κρανίο ως αρχαιολογικό εύρημα προσπαθώντας να βγάλει συμπεράσματα για τη χρονολόγηση, την ηλικία, το γεωγραφικό και κοινωνικο-πολιτισμικό χώρο στον οποίο εντάσσεται. Αν και ανάλογη, η ματιά της Ιστορίας προσεγγίζει θεωρητικά την κοινωνία, τη διαστρωμάτωση και τις μεταβολές της, την ανάπτυξη της επιστήμης, το επίπεδο της παιδείας.
Το Ασκληπιείο της Μεσσήνης
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Early Christian houses are still very scarce and do not allow us to draw firm conclusions as to their plan. Despite the dearth of information we can support the view that large city-dwellings had a peristyle yard, an apsidal room, the so-called triclinium, and that they were lavishly decorated. The rural house consists of one or two rooms of poor construction and a variety of agricultural tools indicate relevant activities. Repeated invasions of Cyprus by the Saracens put an end to building activities. Rich people abandon their homes for safer places. Squatters move in and put up their living quarters in the rich villas or even in the religious complexes of desolated basilicas.
Cyprus posseses a treasure of Byzantine art and this is only natural, since it became one of the eastern provinces of the Byzantine Empire as soon as Constantinople was founded, in 334 AD. Having inherited ancient Greek and Roman art, Cyprus was ready to develop a new form of art, which was, in a way the continuation of the Hellenistic heritage. The first period of Byzantine art in Cyprus begins at the end of the fourth and ends in the seventh century when the devastating Arab raids begin. From this period some basilicas with wooden roofs, now ruined, are preserved, very few icons and three beautiful apsidal mosaics. Technically, the mosaic of the Panaghia Angeloktisti church is the most important and it belongs to the Hellenistic tradition. It shows the Virgin Mary holding the Child and assisted by the Archangels. It reflects the art of Constantinople. The Arab raids from 649 to 965, when the island was liberated by Nicephoros Phocas, destroyed most objects of art in Cyprus. From this period very little remains, like the basilicas of Panaghia Aphentika and Haghios Varnavas. By the end of this period domed churches appear on the island like the church of Haghia Paraskevi in Yeroskipou. The paintings in the rock-cut chapel of Haghia Mavri near Kyrenia, (10 th century) are considered as very important to this period. The mid-Byzantine period in Cyprus is rich in churches and wall paintings, which reflect the metropolitan style and are most valuable since contemporary paintings of Constantinople have been destroyed. In the church of Haghios Nikolaos tis Steghis near Kakopetria there are some eleventh century wall paintings depicting scenes from the life of Christ, like the Resurrection of Lazarus. The figures are highly spiritual and are rendered in a hieratical and austere manner, with pale, oblong faces and wide open eyes. The twelveth century wall paintings belong to the Comnenian style emanating from Constantinople, like those of the Crypte of Haghios Neophytos and of Panaghia tou Arakou. The colours are soft and harmonious, the face expressions are calm and majestic, the anatomy of the bodies is correct and the draperies undulate gracefully and vividly around the lithe bodies. This art reflects grace and spirituality with a mannerism, which also seeks beauty and harmony. The Frankish occupation (1192-1489) severs the island from the artistic centre guiding Byzantine art and Cypriot artists turn for inspiration to the already existing art forms. Thus, we have a kind of conservative art which repeats the twelveth century style and ignores the Palaeologian Renaissance that started in Byzantium during the thirteenth century. Towards the end of the thirteenth century Byzantine art in Cyprus is influenced by the art of the Crusaders. The short, rectangular bodies and the disproportionately big heads, the linear features and the simplified and linear folds and draperies characterise this form of art and can be seen in the wall paintings of the Panaghia tou Moutoulla church and in several icons from this period. The impact of Western art was at the beginning hardly visible on Cypriot paintings but its influence increased progressively and ended with the creation of an Italo-Byzantine school, at the end of the fifteenth / beginning of the sixteenth century. Wall paintings of this school are those of the Panaghia tou Podithou near Galata, the Panaghia lamatiki at Arakapas and of the Latin chapel of the monastery of Haghios loannis Lampadistis. The iconography in these wall paintings is Byzantine but the style is influenced very much by the Italian Renaissance with naturalistic landscapes, correct perspective, the gothic architecture in the background and the harmonious colours. The Macedonian school also affected the Cypriot painters, although it arrived a bit late in the island. Still, there are some beautiful icons painted in the Palaeologian style, like the one of the 14th century showing Christ on the throne with two angels and three donors. The broad, calm faces, the robust bodies, the smooth draperies and the translucid, harmonious colours belong to this style that reflects the humanistic tendencies of the court of the Palaeologi. Next to these modern styles and influences one can always detect the archaic features preserved in wall paintings or icons of Cyprus. The lack of an artistic centre and guide must be held responsible for this mixture of styles where archaism stands next to the Italian Renaissance elements and where an old, almost forgotten feature of the former Byzantine art was brought back and inserted, under a new form in the Byzantine art of Cyprus.
The committee of the World Cultural Heritage during its regular 9th session, which took place in Paris on December 3, 1985, decided to include nine wall-painted churches of Cyprus, of the Mount Troodos area, in the Catalogue of the World Cultural Heritage. This distinction was due to the fact that the murals embellishing these churches have a dual importance: they represent an excellent genre of the Byzantine art and civilization and also prove the close relations with Western European painting. The selected churches are the following: Panaghia tis Assinou, close to Nikitari, Haghios Nikolaos tis Steghis, close to Kakopetria, The Monastery of Haghios loannis Lambadistis at Kalo-panaghiotis, Panaghia tou Moutoulla, Archangelos at Pedoulas, Stavros at Pelendri, Panaghia tou Arakou at Lagoudera, Panaghia tis Podithou at Galata, and Stavros tou Aghiasmati close to Platanistasa. The enrolment of these nine churches in the Catalogue of the World Cultural Heritage manifests beyond doubt the high quality of Byzantine and post-Byzantine painting of Cyprus.
The ecclesiastical history that unfolds from early Christian times in the present geographical area of the Diocese of Limassol is marked by all the general characteristics of the history of the church of Cyprus. It is also conditioned by the political, military, social and economic changes that the island has undergone for the two past millennia until now. This historic period can be studied in the particular area of Limassol through written sources, oral tradition and the affluent monuments in its religious art. Countless churches, monasteries and other holy sites are spread all over the diocese covering 4 municipalities, 78 villages and 8 refugee housing estates. They date from the paleochristian era up to the present day. They have been preserved either as ruins, discovered during excavations or as monuments which have been refitted or transformed with the addition of other parts; these changes correspond to their functions throughout the centuries. Other churches or monasteries (abandoned or in use) survived in their original state, but are somewhat damaged. Very few examples were converted into mosques during the Ottoman period, such as Haghios Georgios at Episcopi, where the wall paintings of the original church can be seen under the Turkish distemper. Among these abundant ecclesiastic monuments only a few representative examples can be cited here. The monastery of Haghios Nikolaos ton Ghaton was originally built, according to tradition, in around 330 AD, but the present building is the result of reconstructions and modifications between the thirteenth and sixteenth centuries, its rehabilitation in the middle of the eighteenth century and the recent reconstructions of some parts. In the city of Limassol the oldest churches which have survived up to now are those of Haghios Antonios and Haghios Andronikos, specimens of post-Gothic style mixed with Byzantine reminiscences. A wonderful example of a Byzantine church of the fourteenth century, with two domes, preserving some of its wall paintings, is that of Haghia Anastasia at Polemidia. Outside Polemidia is the church of the medieval Catholic cloister of the order of Carmelites (fourteenth century), now converted into an Orthodox chapel. In the village of Pelendri, up on the mountains of the Troodos range, which was a medieval Frankish fief, we can visit the church of Timios Stavros (thirteenth-fifteenth centuries), where there are plenty of wall paintings: it is listed in the Unesco catalogue of World Cultural Heritage. Finally, another two remarkable churches are to be mentioned, that of Haghios Mamas at Louvaras, painted by Philippos Goul in 1495, and that of Panaghia tou Amasgou at Monagri (twelfth-sixteenth centuries), which was formerly a monastery. The oldest painting in its interior dates from the twelfth century and belongs to the Comnenian style.
The glazed mediaeval pottery of Cyprus is unique to the study of Byzantine pottery. They share common roots and many similarities. However, the mediaeval pottery of the island exhibits local characteristics, one of the impacts of the Crusades on the history of Cyprus. Several representations on mediaeval glazed pottery supply concrete information as regards the attire, customs and habits of the age and succeed, in their naive and charming way, in transporting us to the fascinating world of the Cypriot Middle-Ages.
This article broadly outlines the subject of folk art features, which decorate special parts of houses of traditional architecture in Cyprus, dating from the late eighteenth to the early twentieth century. More specifically it refers to the stone carved decoration on doorways — sometimes inspired from mediaeval, Frankish prototypes — on capitals of stone columns supporting arched verandas and on arches in the interior of houses, also to symbolic representations on protective stone carved lintels placed above doorways of houses. Fine specimens of woodcarving are found among the decorated frames of doors and windows, doorlocks, woodcarved ceilings in rich houses of urban architecture. Wall paintings in houses of folk architecture are exceptional in Cyprus and survive only in fragments. The gypsum shelves with ornaments in relief formed with a wooden mould constitute another characteristic morphological feature in the interior of traditional houses in many villages all over Cyprus. Motives such as rosettes, lozenges, arched buildings, stylized birds, lions and cypresses are similar to those found on wooden chests and other pieces of folk art furniture.Other motifs such as angels, scroll vines with grapes, dragons etc. seem to have been inspired from the much more sophisticated ecclesiastic art. Rosettes, stars, eagles, cypresses and geometric patterns form the repertoire of ornaments in the cut plaques covering sky-lights on the upper part of the walls of traditional houses. In all the above mentioned examples, folk art enhances and enriches traditional architecture by transforming features of practical significance into works of art.
The conquest of Cyprus by the Turks in 1571 put an end to the Western domination of the island that had already lasted for almost four centuries. The Turkish conquest did not simply add a new land to the vast Ottoman territory but cut the island violently off from the direct cultural influence of the West and transfered it into the domain of Ottoman despotism. The occupation of Cyprus was completed with the fall of Ammochostos (Famagusta) in August of 1571, almost a year later than the surrender of the capital, Nicosia. The Russian-Turkish war of 1877-1878 had a serious impact on the history of Cyprus. At the end of this war England managed to persuade Turkey that the latter would benefit, if the island were conceded to England; England, in exchange, would stand by Turkey in case of Russian attack. The relevant treaty was signed on July 4, 1878 during the Berlin Congress and the first English governor arrived at Cyprus on July 22, 1878. The Cypriots considered the English domination of the island rather a temporary situation and a transitional stage for the fulfillment of their national pursuit.
The period of British rule over Cyprus can be divided into three phases: a) 1878-1920. The Panhellenic feelings of the Greek Cypriot population were tolerated by the spirit of British "laisser-faire". During this period prominent British politicians, Gladstone, Churchill, Lloyd George, Lord Crew, Lord Milner, MacDonald, accepted as logical the aspiration of the Greek Cypriots for Union with Greece. In October 1915, Britain offered Cyprus to Greece as an inducement for participation in the war on the side of the Entente powers. b) 1920-1945. In 1924 the treaty of Lausanne settled the International status of Cyprus. Thereafter Turkey urged the Turkish population to emigrate to Asia Minor but without much success. In 1925 Cyprus was proclaimed a crown colony and the British government tried to contain Greek Nationalist feelings with a policy that resulted in the uprising of 1931. The rising was easily suppressed. During the second World War thousands of Cypriots inspired only by their love for freedom fought against fascism by the side of the British. c) 1945-1960. In 1948 Britain offered constitutional proposals of limited self-government which were rejected. The Cypriots believed that as Greece was the ally of Britain in two World Wars and as they themselves had fought with the British against their enemies, they should have their aspiration for union with Greece fulfilled, while Britain could retain its military bases. This did not happen. The British attitude remained entirely negative and it resulted in an armed uprising of the Greek Cypriots in 1955. In the process of reacting against the Greek Cypriots Britain deliberately involved Turkey in the affairs of Cyprus. By 1959 the Greek Cypriots were obliged to compromise and accept an independent Cyprus in order to avoid the forcible dismemberment of their island as envisaged by the MacMillan plan. Thus, on February 19 1959, Britain, Greece, Turkey and representatives from the Greek and Turkish communities of Cyprus signed in London the complex agreements that created the Independent State of Cyprus.
The struggle put up by Greek Cypriots in 1955 against colonial rule had as its ultimate goal the liberation and union with Greece. When this struggle came to an end in 1959, its achievement was an independent Republic with many limitations. Such a solution left many Greek Cypriots (80% of the population) with a sour taste and the same went for Turkish Cypriots (18% of the population) who, after British instigation, started to cry out for partition. In fact, the Turkish Cypriots started smuggling arms from Turkey even before the British rule was terminated and the incident of the ship "Deniz" which was involved in gun running proves the case. When Cyprus was finally declared an Independent Republic on August 16, 1960, the omens were not favourable. On the one hand the sentiments of her people and on the other the Constitution, which was an artificial creation virtually imposed on the Cypriots and containing the seeds of division, quickly precipitated the situation. The fact that part and parcel of the Constitution were the Treaties of Guarantee and Alliance, accelerated the tragic events to follow as both of them infringed on the independence of the newly born Republic. What occured in the summer of 1974 clearly exposed this infringement.Internal strife started as early as Christmas Eve 1963 and many innocent Cypriots, members of either of the two main communities on the island, were killed, most times in cold blood. In the summer of 1964 the Turkish airforce bombed indiscriminately Greek villages and armed forces; the latter were engaged in fighting with Turkish troops in western Cyprus, and many civilians were victims of napalm bombs. The second round of serious fighting occured in 1967 but afterwards a period of relative peace followed. In 1973 the two communities were at a point of reaching a just solution when on 15-7-74 a coup against Makarios took place which was inspired and executed by the Greek junta . On 20-7-74 Turkey grasped the long awaited opportunity to invade Cyprus and using the pretext of restoring constitutional order landed troops on the island after massive air and sea bombing of various, most times non-military, targets. Although the coup collapsed in three days' time, the Turkish army did not return to Turkey but instead it mounted a second attack on the 14th-8-74. Up to then it had controlled a small strip of land while after the16th-8-74 they occupied the 37% of the island. Thus, although nearly 200.000 people had been expelled by the Turkish force of arms from their ancestoral homes, the three guarantor powers not only failed to stand by their commitments but they were the ones that undermined the independence of Cyprus: The junta of Greece generated the coup, Turkey invaded and still occupies and refuses to negotiate an acceptable solution, while Great Britain played the role of Pontius Pilate. Since the invasion and occupation several rounds of talks have taken place but without results. The U.N. Secretary General has tried time and again to bring about a viable solution but the Turkish side frustrates all his efforts as it wants the occupied territory to be promoted into a mini state having very loose ties with the rest of Cyprus. Two agreements were signed by Denktash. One with the late archbishop Makarios in 1977 and one with President Kyprianou in 1979 but to no avail. What Denktash wants for his puppet regime is the power "to conclude international treaties, convention agreements, issuing of passports, granting of citizenship, even defence" (see Turkish proposals of 1978 for a solution to the Cyprus problem). Obviously, no Cypriot government can agree to such demands. Meanwhile two fifths of the Greek Cypriots continue to be refugees in their own country, while 60.000 mainland Turks have been imported into the occupied territory in an effort to change the ages old demographic character. In this effort of Turkification of northern Cyprus, we can ascribe the eradication of anything Greek. Gone are sixth century AD mosaics , scratched are beautiful Byzantine frescoes . Tombs were looted and churches turned into stables . The most tragic aspect of the Cyprus problem is no doubt that of the missing persons. 1.619 Greeks, many of the civilians, old people, women even children, were captured alive and Turkey refuses thirteen years after the invasion to say anything about their fate. If the Cyprus problem is to be solved two prerequisites are indispensable. First, Turkey must withdraw its army and settlers from Cyprus and secondly, the unity, sovereignty, territorial integrity and independence of the island must be restored throught the implementation of the U.N. resolutions. Towards this end the International Community has a duty to work, otherwise this world will not be safe for small countries.
How are ancient monuments and archaeology presented on Greek television programmes? From a professional’s viewpoint, the author transcribes bulletins from the magazine “Radiotileorasi” and follows the greater part of programmes on ERT1 and ERT2, covering the period between 11/1/1986 and 10/1/1987. Having classified her material, she refers to it by posing the following questions: 1) What percentage of television’s total output ,exclusively or occasionally covers programmes dealing with monuments or archaeology in general? 2) What is the percentage of purely archaeological programmes? 3) What is the percentage of occasional programmes or series on this subject? 4) What is the percentage of references made to archaeology in regular programmes/ 5) Compared to other countries, what place is occupied by Greek antiquities and monuments? 6) What is the percentage of Greek productions compared to foreign ones? 7) What is their place on Greek, educational television? 8) What is their place in Children’s Television? 9) Films and adaptations, plays and productions and series, inspired by or referring to antiquity. 10) What is the percentage of repeating one of the above categories? 11) Times of transmitting these programmes. 12) Manner of presentation in “Radiotileorasi” magazine. Diagrams help in the presentation of the material as well as the reaching of conclusions.
The human skull, the most common find in a burial, proves to be a kind of ark made of bone which preserves both human intelligence and traces of the past. For an interdisciplinary study of the skull, the following branches of science work together: Medicine, Anthropology, Archaeology and History. The conclusions reached by medicine concern the skull’s pathology, its anatomy, general features and causes of death. Anthropology is equally interested in the biological as in the social aspects of life. By classifying humans according to their morphological features and their accomplishments and by calculations (anthropometry) which localize anatomical variables in the skull, Anthropology certifies the evolution, through time, of the human race. Archaeology treats the human skull as an archaeological find. It tries to reach conclusions concerning the skull’s dating, its age and its geographical and cultural milieu. Although similar to Archaeology, History takes a theoretical look at society, its stratas and their changes, the developments of science and the level of education.

Το Γοργόνειο των Γνωστικών, 2ος αι. μ.Χ., Συρία: προβασκάνιο που συνδυάζει στοιχεία από την αρχαιοελληνική, τη χριστιανική και την ιουδαϊκή παράδοση.
Η κατηγορία της «μαγείας» δεν είναι αμετάκλητα σταθερή. Η μαγεία του χθες μπορεί να γίνει η θρησκεία του σήμερα και αντίστροφα. Το άρθρο διερευνά τα όρια ανάμεσα στη μαγεία και την Ορθόδοξη θρησκεία στην Ελλάδα μέσα από ιστορικά και σύγχρονα ανθρωπολογικά δεδομένα. Το κακό μάτι αποτελεί παράδειγμα μιας πρακτικής που κάποτε χαρακτηριζόταν ως δεισιδαιμονία αλλά αργότερα υιοθετήθηκε από την επίσημη Εκκλησία. Τέλος, ο συγγραφέας εξετάζει περαιτέρω τους λόγους για τους οποίους τα όρια μεταξύ μαγείας και θρησκείας είναι ασαφή. Η Ορθοδοξία αναπτύχθηκε ως συστηματική θρησκεία κατά κύριο λόγο σε ελληνικά εδάφη και στην ελληνική γλώσσα. Με αυτή την έννοια αποτελεί μια «αυτόχθονη μεγάλη παράδοση». Πολλές μαγικές πρακτικές έχουν μια ακόμη μεγαλύτερη ιστορία στην Ελλάδα. Τόσο η Ορθοδοξία όσο και οι παραδοσιακές μαγικές πρακτικές αντλούν από πολιτισμικές αντιλήψεις της ύστερης αρχαιότητας προκειμένου να συγκροτήσουν ένα σώμα πρακτικών για να απευθυνθούν στα θεία. Η κοινή τους βάση στην ελληνική πολιτισμική λογική βοηθάει στην εξήγηση των τυπικών ομοιοτήτων που καμιά φορά δυσχεραίνουν τη διάκριση.
Προβασκάνια μορφή σε σύγχρονο σπίτι της Ιθάκης: ο φύλακας του σπιτιού κρατάει στο ένα χέρι το χατζάρι και στο άλλο ανθρώπινη κεφαλή.
Η συγγραφέας παρουσιάζει και αναλύει τρεις γητειές για το κακό μάτι. Τις γητειές συνέλεξε στη διάρκεια εθνογραφικής επιτόπιας έρευνας στην ορεινή Ελεύθερνα του νομού Ρεθύμνου στην Κρήτη, το 1989.
Η πίστη στο κακό μάτι είναι ένα πολιτισμικό ιδίωμα ευρύτατα διαδεδομένο σε όλη την περιοχή της Μεσογείου. Αναφέρεται στη θρυλούμενη δύναμη κάποιων ανθρώπων να προκαλέσουν ζημιά με το να κοιτάξουν κάποιον άλλον άνθρωπο ή την ιδιοκτησία του/της. Η ζημιά που προκαλεί το κακό μάτι θεραπεύεται με ειδικές γητειές. Οι γητειές θυμίζουν προσευχές και επιτελούνται τελετουργικά πάνω από το σώμα του ανθρώπου που υποφέρει από άντρες ή γυναίκες μεγάλης ηλικίας που «ξέρουν τα λόγια» και μπορούν έτσι να απομακρύνουν το κακό.
Το άρθρο εστιάζει σε δύο σημεία. Καταρχήν επιχειρεί να δείξει, στηριζόμενο στην τοπική ρητορική, ότι το φαινόμενο του κακού ματιού δεν σχετίζεται με κανενός είδους μαγεία ή μαύρη μαγεία. Οι ντόπιοι πιστεύουν ότι «το μάτι του ανθρώπου είναι φυσικό» και δεν έχει σκοπό να κάνει κακό. Η ασθένεια που προκαλείται από το κακό μάτι συμβαίνει τυχαία, είναι ένας δυνάμει κίνδυνος αλλά όχι μια ηθελημένη και κακόβουλη επίθεση. Ωστόσο, επώδυνα συμπτώματα μπορούν να προκληθούν μέσω της διαμεσολάβησης των συναισθημάτων, όταν ο άνθρωπος κοιτάζει με υπερβολικό θαυμασμό που βγαίνει μέσα από την καρδιά του. Η λογική του ξε/ματιάσματος είναι η λογική της καρδιάς και του σώματος, όχι του Λόγου και του νου: «από την αγάπη του και τη λαχτάρα του κανείς ματιάζει».
Το δεύτερο σημείο αντιμετωπίζει τις γητειές για το ξεμάτιασμα ως κείμενα. Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι πρόκειται για συμβολικά δομημένες πράξεις λόγου, κείμενα επιτελεστικά που πράττουν ενώ λέγουν και περιγράφουν ενώ πράττουν, προκειμένου να ξεματιάσουν τον πάσχοντα. Με αυτές τις επιτελέσεις ο λόγος μεταμορφώνεται σε πράξη, η πράξη ενσωματώνεται και το σώμα είναι ο χάρτης πάνω στον οποίο εγγράφονται όλες οι συμβολικές μετατοπίσεις της προσβολής κατά την πορεία της θεραπευτικής τελετουργίας. Η θεραπευτική τελετουργία δραματοποιείται πάνω και διαμέσου του κορμιού του ανθρώπου που έχει θιγεί, ενώ γίνεται επίκληση στον υπερβατικό κόσμο των αγίων και στον ίδιο τον Χριστό για να καθαγιάσουν την όλη διαδικασία. Σε αυτό το πλαίσιο, το ανθρώπινο σώμα, ως πολιτισμικό όχημα, αναδεικνύεται σε τόπο μεστό νοήματος, όπου διάφορες σφαίρες εμπειρίας, προσωπικά συναισθήματα, κοινωνική διάδραση και θρησκευτική φαντασία απεικονίζονται, σε αμοιβαία νοηματοδότηση και κατανόηση.
Τα παιδιά φεύγουν με τον Ιάσονα και τον παιδαγωγό κρατώντας τα μαγικά δώρα της Μήδειας προς τη Γλαύκη: εικόνα από τη «Μήδεια» του Παζολίνι.
Το άρθρο αφορά τη διαχρονική χρήση μιας εκδοχής της μαγείας στον ελληνικό πολιτισμό: τον φετιχισμό του υφάσματος, τη φυλακισμένη Νεράιδα, το υποκατάστατο του ερωτικού πόθου, το «σύνεργο» του πέπλου. Στις παραδόσεις πολλών λαών λαϊκές και λόγιες λογοτεχνικές αφηγήσεις συσχετίζουν το ρούχο με μαγικές πρακτικές. Το ρούχο επίσης συμβολοποιείται στη γλώσσα του ονείρου (Jung), όπου προσλαμβάνει τα γνωρίσματα ενός αρχετύπου, ίσης ανθρωπολογικής βαρύτητας με τη γυμνότητα.
Το ζήτημα «ομοιοπαθητικής» μαγείας περιλαμβάνει πολλές επιμέρους πρακτικές, αλλά και κατά τόπους παραλλαγές μιας συγκεκριμένης πρακτικής. Το ρούχο φορτίζεται από τους «πρωτόγονους» πολιτισμούς με κατηγορήματα ηθικής υφής που επιβιώνουν έως σήμερα, λειτουργεί ως φορέας πολλών μαγικών ιδιοτήτων και, με «μαγικο-φαινομενικό» τρόπο, μεταδίδει τις ιδιότητες αυτές στον αποδέκτη ή το φορέα του.
Ο εμποτισμός ενός ενδύματος με υγρό από κάποια μαγική συνταγή εντάσσεται, κατά τους κοινωνικούς ανθρωπολόγους, στην «ιδιωτική» εκδοχή της μαγείας, που μπορεί μάλιστα να θεωρηθεί «μαύρη» μαγεία.
Η υποσυνείδητη λειτουργία «υποκατάστασης» που επιτελεί το μαγεμένο ρούχο μπορεί, ώς ένα βαθμό, να εξηγήσει και τη λειτουργία της διαφήμισης στον σύγχρονο κόσμο. Η κατανάλωση ενός προϊόντος (π.χ. η αγορά ενός ρούχου) συνδέεται άτυπα με τις ιδιότητες που ο διαφημιστής αποδίδει στο είδος αυτό. Σαν σύγχρονος σαμάνος-μάγος, ο διαφημιστής προλαμβάνει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, γνωρίζοντας σε βάθος τις τεχνικές της «σύγχρονης μαγείας» που θα καθηλώσουν το αγοραστικό κοινό και, με εντελώς «εξωλογικό» τρόπο, θα το οδηγήσουν στην κατανάλωση του προϊόντος. Με τη σειρά του, το φαινόμενο αυτό συνδέεται άρρηκτα με σύγχρονους μύθους, και συχνά μάλιστα τους παράγει.
Φούρνισμα ψωμιού στην Αττική, Μουσείο Μπενάκη, Φωτογραφικό Αρχείο. Η γυναικεία γονιμότητα νοείται και μέσα από το σχήμα της παρασκευής του ψωμιού.
Η ερωτική και γονιμική μαγεία αποτελεί τμήμα ενός συνόλου πεποιθήσεων, πρακτικών και εκφορών, που στηρίζεται στη μεταφορική και αναλογική σκέψη, διέπεται από μια λογική του αισθητού και του συγκεκριμένου και παρεμβαίνει στη συμβολική κοσμική τάξη προκειμένου να επιφέρει κάποια απτά αποτελέσματα.
Η γυναικεία γονιμότητα στον ελλαδικό χώρο νοείται και εκφέρεται κυρίως μέσα από το μεταφορικό σχήμα της φυτικής γονιμότητας και αναπαραγωγής. Νοείται μάλιστα ως «εξημερωμένη», «γεωργημένη» φυτική γονιμότητα. Το σχήμα της γεωργημένης φυτικής γονιμότητας επισημαίνεται παντού, στα τραγούδια της αγάπης, στα γονιμικά σύμβολα του γάμου, στα γαμήλια έθιμα. Η γυναίκα αποκαλείται «χωράφι», ενώ η λέξη «σπόρος» δηλώνει το σπέρμα και το τέκνο.
Σε περίπτωση ακληρίας, η γονιμότητα αναζητείται στο χώρο της φύσης. Το νερό υποβάλλει εδώ την εικόνα μιας γονιμοποιού δύναμης. Λαϊκές και λόγιες μαιευτικές αντιλήψεις συνδέουν τη γονιμότητα της γυναίκας με την υγρασία της μήτρας. Η άτεκνη, προκειμένου να «ξυπνήσει» τη δική της γονιμότητα, βοσκούσε το γρασίδι ή σερνόταν πάνω στα χόρτα λέγοντας «φάε μουνί χορτάρ’». Το «τρυποπέρασμα» είναι μια μαγική τελετουργική πράξη, κατά την οποία η άτεκνη «διαβαίνει» μέσα από τη σχισμάδα ενός δέντρου.
Άλλος τρόπος αντιμετώπισης της ατεκνίας ήταν η προσφυγή «εις τα όξω», τις μαΐστρες, τις μάγισσες που έχουνε βότανα και ξέρουν ξόρκια και λυσίματα για τ’ αμπόδεμα και τα μάγια. Από τα πιο διαδεδομένα μαγικά συλληπτικά ήταν το κρεμμύδι και η σκόνη από αποξηραμένες βδέλλες. Την ίδια βασική λογική εξυπηρετούν πλύσεις, αχνίσματα και υποκαπνισμοί .
Η γυναικεία γονιμότητα στον ελλαδικό χώρο νοείται επίσης και μέσα από το μεταφορικό σχήμα της παρασκευής ψωμιού. Το έθιμο θέλει η άτεκνη να τρώει ψωμί από νέο φούρνο. Σε πολλές κοινότητες οι ιερείς δεν δέχονταν πρόσφορο για τη λειτουργία από άτεκνη. Η άρνηση ισχύει και για την περίπτωση της πόρνης και της παλλακής.
Ο άντρας δεν φέρει ποτέ την ευθύνη για την ατεκνία. Δεν εμφανίζεται στείρος αλλά «δεμένος» με μαγικά μέσα, εμποδισμένος, ανίκανος. Η κατάδεση γίνεται από εχθρικό πρόσωπο και έχει στόχο το ζευγάρι ή και μόνο τη νύφη. Στην ερωτική μαγεία χρησιμοποιείται και το αίμα της περιόδου που έχει ιδιαίτερη δύναμη και είναι αμφίσημο. Οι άντρες, αντίθετα, για να μαγιοποτίσουν την αγαπημένη τους, χρησιμοποιούν σπέρμα το οποίο μαραίνουν στον ήλιο. Αντίστροφα, η μαγεία που δημιουργεί μίση ή έχθρα χρησιμοποιεί ουσίες που διαλύουν ή βλάπτουν: αλάτι, γλώσσα φιδιού, κόπρανα, αίμα από σφαγμένα ζώα, χώμα από πρόσφατη ταφή κ.ά.
Η μαγική πράξη βασίζεται στη δημιουργία ενός υποκατάστατου αυτού που επιθυμεί κανείς να ελέγξει. Η ομοιότητα εκλαμβάνεται ως ταυτότητα και δημιουργεί την αίσθηση της επαφής και της κυριαρχίας. Οι ουσίες που χρησιμοποιούνται (αίμα, σπέρμα, τρίχες του ηβαίου) είναι σύμβολα της σεξουαλικής πράξης και του πόθου, αλλά αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος της οντολογικής πραγματικότητας της πράξης. Επιπλέον, ενσαρκώνουν υλικά και συγκεκριμένα μια σχέση αλλά και μια πρόθεση. Η «απομίμηση» αυτή συνδυάζεται συχνά με τις ανάλογες επωδές, οι οποίες συνιστούν επιτελεστικές εκφορές σε χρόνο προστακτικής, όπου η αναπαράσταση ενός πράγματος ή μιας κατάστασης σημαίνει και την πραγματοποίησή του.
Εκκλησίασμα και θύμα μαγείας κατά τη διάρκεια εξορκισμού.
Σε ποιο σημείο τελειώνει η θρησκεία και αρχίζει η (δημώδης) μαγική παράδοση στη νεότερη Ελλάδα; Είναι το ανθρώπινο μάτι εκ φύσεως «καλό» και δαιμονοποιείται μόνο ανάλογα με τα συναισθήματα που διακατέχουν τον φορέα του; Είναι το μάτιασμα στην πραγματικότητα κοινωνική ασθένεια που κατά κανόνα προσβάλλει άτομα που βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο; Φτάνει στα όρια του φετιχισμού η μαγική φόρτιση ενδυμάτων και στοιχείων της ενδυμασίας; Κατάφερναν να προσελκύσουν την αγαπημένη τους οι άντρες που, ώς πρόσφατα, χρησιμοποιούσαν «αντρίκεια στάλα» (σπέρμα, δηλαδή) ξηραμένη στον ήλιο με μαγικές διαδικασίες;
Το λιβάνισμα στις οικογενειακές τελετουργίες των Καστελοριζιών: προετοιμασία σταριού για το Ψυχοσάββατο.
Το άρθρο αναφέρεται στα πιστεύω και τις συμπεριφορές γύρω από το κακό μάτι, όπως εκδηλώνονται στις προ-γαμήλιες τελετουργίες των Ελλήνων μεταναστών από το Καστελόριζο στο Περθ της Αυστραλίας. Το πρωτότυπο εθνογραφικό υλικό που παρουσιάζεται εδώ προέρχεται από επιτόπια έρευνα στο Περθ κατά την περίοδο 1984-1986.
Η ανάλυση εστιάζεται στο ρόλο που παίζει το κακό μάτι αφενός στη διαμόρφωση της εθνοτικής κουλτούρας των Καστελοριζιών, δηλαδή της ξεχωριστής πολιτισμικής τους ταυτότητας στο ευρύτερο αυστραλιανό κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο, και αφετέρου στη μετάδοση της κουλτούρας και της ταυτότητας αυτής από τη μια μεταναστευτική γενιά στην άλλη.
Το πρώτο μέρος του άρθρου διερευνά την έννοια του κακού ματιού, τη διάδοση και τις διαχρονικές του εκδηλώσεις, και παρουσιάζει κριτικά μερικές από τις πιο έγκυρες ερμηνείες του.
Στο δεύτερο μέρος το κακό μάτι εξετάζεται στο πλαίσιο των προ-γαμήλιων τελετουργιών των Καστελοριζιών μεταναστών και των απογόνων τους που έχουν εγκατασταθεί στο Περθ, έχοντας σχηματίσει μια ανθηρή κοινότητα από τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Δυο διαβατήριες, προ-γαμήλιες τελετουργίες, «τα βοτάνια» και «τα μουσουκάρφια» (γαρύφαλλα), εξετάζονται ως προς τους τρόπους με τους οποίους εκφράζουν, αναπαράγουν, μεταδίδουν και τροποποιούν καστελοριζίτικες πολιτισμικές αξίες και σύμβολα που περιστρέφονται γύρω από την έννοια του κακού ματιού. Το κακό μάτι είναι η έννοια που ενώνει αυτά τα άτομα σε μια κοινότητα «στη βάση μιας κοινής μορφής, και όχι απαραίτητα ενός κοινού νοήματος», όπως γράφει ο Antony Cohen. Κάποιοι Καστελοριζιοί δεύτερης ή τρίτης γενιάς ενδέχεται να απορρίπτουν ανοιχτά την ιδέα του κακού ματιού ως πρόληψη. Ωστόσο, επιτελούν τελετουργίες που ενσωματώνουν και εκφράζουν αυτή την ιδέα.
Επιπλέον, ακόμα κι όταν αυτά τα άτομα συνειδητά απορρίπτουν την ιδέα του κακού ματιού, πολιτισμικές αξίες και συμπεριφορές, όπως είναι ο ανταγωνισμός και το κουτσομπολιό, συνεχίζουν να εκδηλώνονται ανάμεσα στους Καστελοριζιούς, χαλκεύοντας έτσι μια συνέχεια που εγγυάται τη διατήρηση μιας ιδιαίτερης ηθικής κοινότητας, με την ευρεία έννοια του όρου, μέσα στον κόσμο της νεοτερικότητας.
Επισκέπτες και προσκυνητές στην πλατεία Τιενανμέν, μπροστά στο μαυσωλείο του Μάο (1998).
Το 1997 ανακαλύφθηκε στην Αλεξάνδρεια μια αρχαία νεκρόπολη που, για επτά αιώνες, ήταν γεμάτη συντριβάνια, δέντρα και λιθόστρωτους δρόμους, όπου οι ζωντανοί μπορούσαν να περπατήσουν, να φάνε και να επικοινωνήσουν με τους νεκρούς τους. Άρα η «νεκρόπολη» -«η πόλη των Νεκρών»- δηλώνει το «πολυάνδριο» των αρχαίων, το κοιμητήριο των χριστιανών και το νεκροταφείο των νεότερων.
Ο μετασχηματισμός του κοιμητηρίου, το 18ο αιώνα στην Ευρώπη, οφείλεται στην αντικατάσταση της μεσαιωνικής θεολογίας από μια προρομαντική αντίληψη της θνητότητας. Στο γ΄τέταρτο του 18ου αιώνα, το κοιμητήριο, ως ειρηνικό τοπίο κήπου, ήταν η εναλλακτική λύση που προτιμήθηκε αντί των μακάβριων τόπων ταφής, όπου είχε οδηγήσει η θεολογία του μεσαίωνα. Το παρισινό Père-Lachaise ήταν το πρώτο και πιο ονομαστό δυτικό κοιμητήριο που σχεδιάστηκε ως γραφικό τοπίο κήπου, συνδυάζοντας τη γραφικότητα με τη μνήμη της προσωπικής απώλειας. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού, που ήρθε στο φως το 1863, συμπύκνωνε όλα τα στοιχεία του κοιμητηρίου-τοπίου.
Σήμερα, ιδίως στο μοντέρνο κόσμο, τα κοιμητήρια μόλις λίγων δεκαετιών είναι ήδη κορεσμένα ή ξεχασμένα, αφού οι επισκέψεις έχουν πολύ αραιώσει. Αν και η Ανατολή, η Νότια Ευρώπη και οι Ισπανόφωνοι συνεχίζουν να θεωρούν το κοιμητήριο κέντρο της ζωής τους, στα μάτια των υπολοίπων το μαυσωλείο, το μνημείο, ο τάφος, έχασε τη μνημονευτική λειτουργία του.
Ο θάνατος μιμείται τη ζωή, τα ταφικά μνημεία αποτελούν την έκφρασή της. Το πρόβλημα της διαφορετικής αντιμετώπισης των νεκρών και της κατάταξής τους, βάσει της εν ζωή κοινωνικής τους θέσης, είναι μια ισχυρή απόδειξη γι’ αυτό.
Μονεμβασιά: ένας ολόκληρος βυζαντινός οικισμός με το κάστρο του προστατεύεται.
Σε αντιδιαστολή προς την Αρχαιολογία, που έχει ως αντικείμενό της τα αρχαία ευρήματα, η Μνημειολογία είναι η επιστήμη που ασχολείται με την έρευνα και τη μελέτη των μνημείων. Σε ένα αστικό περιβάλλον τα μνημεία παίρνουν διάσταση πολιτισμικού κειμηλίου και επιδρούν καθοριστικά στη διαμόρφωση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του.
Κάτω από την επίδραση του κινήματος του ρομαντισμού, κατά τον 19ο αιώνα ξεκινά η συστηματική καθιέρωση κανόνων δικαίου και η ίδρυση ειδικών διοικητικών οργάνων για την προστασία των αρχαιολογικών, κυρίως, μνημείων. Κάνοντας σήμερα μια επισκόπηση των κειμένων που προβλέπουν δράσεις για τη διατήρηση και προβολή της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, παρατηρούμε τη σταθερά επαναλαμβανόμενη μέριμνα για τη διατήρηση της σύνδεσης των αρχιτεκτονικών μνημείων με το ευρύτερο αστικό περιβάλλον όπου είναι τοποθετημένα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη θεώρηση του αρχιτεκτονικού χώρου ως ενιαίου, θεωρείται ότι η παράδοση που συνοδεύει το συγκεκριμένο μνημείο πρέπει να συνυπολογίζεται, ζητείται η ευαισθητοποίηση των κατοίκων και απαραίτητη κρίνεται η συνεργασία των εμπλεκόμενων φορέων. Τέλος, ευαίσθητο αναδεικνύεται το θέμα της τουριστικής εκμετάλλευσης, αφού σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να θίγεται η ακεραιότητα και η προστασία του μνημείου ούτε η συνολική εικόνα της πόλης.
H νέα μουσειοσκευή του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης με θέμα «Η διατροφή στην αρχαία Ελλάδα».
Η έννοια της επικοινωνίας δεν περιορίζεται στις δραστηριότητες που μπορεί να οργανώσει ένας μουσειακός οργανισμός εντός και εκτός του φυσικού του χώρου. Εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια, τα μουσεία δέχονται πιέσεις να βελτιώσουν την απόδοσή τους, ιδιαίτερα σε σχέση με άλλους τομείς της «βιομηχανίας του ελεύθερου χρόνου». Η πρόκληση που τα μουσεία αντιμετωπίζουν σήμερα είναι να συνδυάσουν αποτελεσματικά όλες τις παραδοσιακές αξίες του μουσείου ως οργανισμού, με το ενδιαφέρον για την ενεργό και αμφίδρομη συνεργασία με όλους τους κοινωνικούς φορείς. Στόχος είναι να εδραιωθεί βαθιά μέσα στην κοινωνική συνείδηση η σημασία του μουσείου ως φορέα αξιών και ποιότητας.
Άποψη της νέας έκθεσης γεωλογίας (Earth Galleries) στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου.
Η επικοινωνία του μουσείου με το κοινό αποτελεί πια το κέντρο της μουσειακής πρακτικής. Τα εκθέματα είναι η αφετηρία για την ερμηνεία του θέματος που αντιπροσωπεύουν. Η ερμηνεία των εκθεμάτων συνδυάζεται με τις προσδοκίες και τις ανάγκες των επισκεπτών. Η γνώση κτίζεται και μεταδίδεται μέσα σε κοινωνικό περιβάλλον. Ο ρόλος των επισκεπτών σε αυτή τη διαδικασία είναι ενεργητικός. Οι επισκέπτες δεν είναι «άδεια δοχεία» που πρέπει να γεμίσουν με γνώση, αλλά φτιάχνουν τις νοητικές δομές πάνω στις οποίες κτίζουν τη γνώση.
Η χρήση του όρου «κοινό» είναι παραπλανητική γιατί κρύβει την ποικιλία και τις διάφορες κοινωνικές ομάδες που το συναπαρτίζουν. Βασικά δημογραφικά στοιχεία αποτελούν το πρωταρχικό υλικό για να καθορίσει το μουσείο το προφίλ των επισκεπτών του. Περαιτέρω έρευνα μπορεί να προσφέρει στοιχεία σχετικά με τους λόγους της επίσκεψης, τα ενδιαφέροντα, τις γνώσεις, τις επιθυμίες, τις προσδοκίες των επισκεπτών. Το πρώτο στάδιο της αξιολόγησης είναι η προκαταρκτική (front-end) αξιολόγηση που συμπίπτει χρονικά με το στάδιο της σύλληψης της αρχικής ιδέας για μια καινούργια έκθεση ή ένα καινούργιο πρόγραμμα. Όταν η έκθεση παίρνει σάρκα και οστά, τότε γίνεται η διαμορφωτική (formative) αξιολόγηση. Η ολική/διορθωτική αξιολόγηση γίνεται όταν η έκθεση ανοίγει για το κοινό. Το παραπάνω μοντέλο για έρευνα κοινού και αξιολόγηση καλεί τους εργαζόμενους στα μουσεία να επαναπροσδιορίσουν το μέτρο με το οποίο κρίνουν την επιτυχία της δουλειάς τους και τον τρόπο με τον οποίο παίρνουν αποφάσεις. Αυτό υπαγορεύει τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του μουσείου ως δημόσιου εκπαιδευτικού οργανισμού ώστε να καλύπτει τις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας.
Το Βρετανικό Μουσείο (φωτ.: Βικιπαίδεια).
Τα μουσεία στη σημερινή τους μορφή είναι δημιουργήματα του Διαφωτισμού, ιδρύματα της Μοντέρνας περιόδου που επικαλέσθηκε τη λογική για να εκτοπίσει τις προκαταλήψεις και τις υποκειμενικές γνώσεις προηγούμενων εποχών. Σήμερα βρισκόμαστε πιο κοντά στο να καταλάβουμε ότι η γνώση είναι ιστορικά προσδιορισμένη. Οι απόλυτες βεβαιότητες του Μοντερνισμού έχουν αντικατασταθεί από τη ρευστότητα του Μεταμοντερνισμού.
Το κύριο χαρακτηριστικό των επισκεπτών του μουσείου σήμερα είναι ότι αντιλαμβάνονται τα πράγματα σύμφωνα με τις ιδιαίτερες ανάγκες τους, τις μαθησιακές τους προτιμήσεις και τις κοινωνικές και πνευματικές τους ιδέες και προκαταλήψεις. Το παλιό παθητικό «ευρύ κοινό» έχει εξελιχθεί σε νέους «ενεργούς επισκέπτες». Οι θεωρίες μάθησης και επικοινωνίας χρησιμοποιούνται για να ερμηνεύσουν την εμφάνιση του μεταμοντέρνου ενεργού επισκέπτη.
Αν εξετάσουμε συγχρόνως τις μαθησιακές και επικοινωνιακές θεωρίες, και αν λάβουμε υπόψη τις ιστορικές τους αλλαγές, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι, κατά τα τελευταία διακόσια περίπου χρόνια, έχουν επικρατήσει μια θετικιστική επιστημολογία, μια διδακτική μαθησιακή θεωρία και μια μεταδοτική άποψη της επικοινωνίας. Οι αποδέκτες της μεταδιδόμενης γνώσης θεωρούνταν ως αδιαφοροποίητη μάζα και ως γνωστικά παθητική. Το μεταδοτικό μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί σε μια έκθεση που σχεδιάζεται για το «ευρύ κοινό». Πρόκειται για μια μέθοδο δημιουργίας εκθέσεων εδραιωμένη από καιρό, που εφαρμόζεται ακόμη σε πολλά μουσεία και πινακοθήκες.
Σταδιακά τον τελευταίο μισό αιώνα, και ταχύτερα τα τελευταία είκοσι χρόνια, μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια κίνηση στην εκπαιδευτική και επικοινωνιακή θεωρία, που αποδέχεται ότι οι άνθρωποι δρουν ενεργά για να κατανοήσουν το κοινωνικό τους περιβάλλον και ότι συνυπάρχουν πολλαπλές και κάποτε αντίθετες απόψεις. Αυτή η τελετουργική ή πολιτισμική άποψη εισηγείται ότι η «πραγματικότητα» δεν έχει πεπερασμένη ταυτότητα, αλλά αποκτά ύπαρξη, παράγεται, μέσω της επικοινωνίας. Ό,τι «γνωρίζουμε» παράγεται μέσα από την προσωπική κατασκευή νοημάτων, αλλά και μέσα από την εξέταση και την εκλέπτυνση της ερμηνείας μας στο πλαίσιο ουσιαστικών κοινοτήτων.
Αναπαράσταση της ζωής πάνω σε μοντέλο πλοίου του 17ου αι. στο Ναυτικό Μουσείο του Άμστερνταμ.
Τα μουσεία ανταποκρίθηκαν με διάφορους τρόπους στο πρόβλημα της ερμηνείας και της έλλειψης των αρχικών συμφραζομένων των συλλογών τους. Κάποιες μουσειακές εκθέσεις δείχνουν να αντικατοπτρίζουν ακόμη στοιχεία από τον παλιό τους ρόλο ως συλλογές θαυμαστών και αξιοπερίεργων αντικειμένων («cabinets de curiosités») που συνοδεύονται από ελάχιστες πληροφορίες. Στο άλλο άκρο βρίσκεται η προσπάθεια ανάπλασης και αναπαράστασης του παρελθόντος, το «όπως ήταν». Αρκετά μουσεία συνειδητοποίησαν τον ελιτίστικο ρόλο τους και επιχειρούν με διάφορους τρόπους ένα άνοιγμα στο κοινό και σε μη προνομιούχες ομάδες της κοινότητας. Η χρήση ποικίλων ερμηνευτικών μέσων μπορεί να εξυπηρετήσει την επικοινωνία με το κοινό και να ενισχύσει την κατανόηση και τη μάθηση στο μουσείο. Η εμπειρία της επίσκεψης στο μουσείο είναι ένα σύνθετο φαινόμενο και επηρεάζεται από την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων. Περιλαμβάνει την προσωπική διάσταση (τον μοναδικό συνδυασμό εμπειριών, ενδιαφερόντων και γνώσεων κάθε επισκέπτη), την κοινωνική διάσταση (τη σχέση με τους φίλους ή την οικογένεια, τους άλλους επισκέπτες, το προσωπικό του μουσείου) και τη φυσική διάσταση (την αρχιτεκτονική και την ατμόσφαιρα του συγκεκριμένου κτηρίου, τα φυσικά χαρακτηριστικά των συλλογών, την άνεση ή τη σωματική κούραση που νιώθει κάθε επισκέπτης). Και οι τρεις αυτοί παράγοντες έχουν άμεση επίδραση στο πως θα βιώσουν το μουσείο οι επισκέπτες.
Τα διαδραστικά συστήματα πολυμέσων, όταν χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά, μπορούν να συνοδεύουν τις εκθέσεις ως ισχυρό ερμηνευτικό εργαλείο. Προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες του (διαχείριση συλλογών, εξυπηρέτηση του κοινού, έρευνα), το μουσείο οφείλει να έχει βαθιά γνώση των συλλογών του και ένα καλά οργανωμένο σύστημα καταγραφής των μουσειακών πληροφοριών.
Σε αυτό το ερυθρόμορφο αγγείο του 490-480 π.Χ. ο Διομήδης κρατάει ασπίδα με διπλή λαβή. Ο Όμηρος όμως γνωρίζει μόνο ασπίδες με μια λαβή και ιμάντα.
Ο Πόλεμος της Τρωάδος, έμμετρη ελληνική μετάφραση του 14ου αιώνα, του έπους που είχε γράψει στα γαλλικά τον 12ο αιώνα ο Benoît de Saint-Maure, δείχνει με τρόπο ανάγλυφο πόσο δύσκολο είναι να διατηρήσει ένας ποιητής την ιστορία του παρελθόντος ανεπηρέαστη από τις επιδράσεις της εποχής του. Από αναπόφευκτους αναχρονισμούς βρίθουν και τα Χρονικά του Δάρητος του Φρυγός και του Κρητικού Δίκτυος, κείμενα της ελληνιστικής-ρωμαϊκής εποχής που, υποτίθεται, αποδίδουν τα πραγματικά γεγονότα του Τρωικού πολέμου, όπως τα είχαν αφηγηθεί αυτόπτες μάρτυρες.
Στόχος των παρατηρήσεων του συγγραφέα είναι το δόγμα του «αρχαϊσμού των επών», η άποψη ότι ο «ποιητής» των ομηρικών επών, που φέρεται να έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ., επέλεγε με επιμέλεια κατά την αφήγησή του τα στοιχεία που αντιστοιχούσαν στην εποχή των τρωικών γεγονότων, αποκλείοντας παράλληλα συστηματικά ό,τι αντιστοιχούσε στη δική του εποχή, αποφεύγοντας έτσι κάθε αναχρονισμό.
Άποψη του συγγραφέα είναι ότι τα έπη, δημιουργήματα της εποχής η οποία απεικονίζεται σε αυτά, συντέθηκαν στο πέρασμα από τον 11ο στον 10o αιώνα π.Χ.
Το Κέντρο Συντήρησης των Εθνικών Μουσείων του Merseyside στο Λίβερπουλ.
Η ιστορία του προικοδότησε το Μουσείο με μια δημόσια εικόνα ελάχιστα κολακευτική: σκονισμένο και νεκρό ίδρυμα, προσείλκυε λίγους και εκλεκτούς μορφωμένους που διαχωρίζονταν από τους αμόρφωτους μη-επισκέπτες. Το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα αρκετοί παράγοντες ανέτρεψαν τα δεδομένα: α) η συνειδητοποίηση του ανερχόμενου κοινωνικού ρόλου του μουσείου στο πλαίσιο της εκπαίδευσης και της εξέλιξης της κοινότητας· β) η απαίτηση για περισσότερη υπευθυνότητα στη διαχείριση δημοσίων κονδυλίων· γ) ο αυξημένος ανταγωνισμός από τους άλλους τομείς της «βιομηχανίας της πολιτισμικής κληρονομιάς» και από το σύνολο της βιομηχανίας της ψυχαγωγίας. Τα μουσεία προβληματίστηκαν για το πως θα κατάφερναν να προσελκύσουν ένα ευρύτερο και κοινωνικά αντιπροσωπευτικότερο κοινό. Μια από τις πολλές Έρευνες Κοινού αποκάλυψε ότι, αν και η μάθηση αποτελεί σημαντικό συστατικό της επίσκεψης στο μουσείο, η συντριπτική πλειοψηφία των επισκεπτών θεωρεί την επίσκεψη κοινωνική δραστηριότητα που γίνεται με τη θέλησή τους στον ελεύθερο χρόνο τους. Κύριο μέλημα της πρακτικής του μουσείου είναι τώρα η κατανόηση των προκαταλήψεων και των αναγκών τόσο των επισκεπτών όσο και των μη-επισκεπτών, και η συμμετοχή τους στο σχεδιασμό των εκθεμάτων και των άλλων ερμηνευτικών μέσων.
Έχοντας παραθέσει συγκεκριμένα παραδείγματα επιτυχημένου συνδυασμού της θεωρίας με την πράξη, ο συγγραφέας διαπιστώνει πως το μουσείο έχει αρχίσει να μετατρέπεται από ναό για τη μετάδοση ιερών γνώσεων στις παθητικές μάζες, σε φόρουμ ζωντανών διαβουλεύσεων και αλληλεπιδράσεων. Το νέο «ανοιχτό» μουσείο είναι κοινωνικά συνυφασμένο με τους επισκέπτες του, ενώ η μουσειακή εμπειρία γίνεται πιο συναλλακτική από ποτέ.
Το Μουσείο Μαρμαροτεχνίας στον Πύργο της Τήνου.
Τον Δεκέμβριο του 1998 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Αλέκου Ε. Φλωράκη, Μαρμάρινα λαϊκά τέμπλα της Τήνου από τις εκδόσεις Τήνος. Το 1996 κυκλοφόρησε το βιβλίο των Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά, Γιώργου Καραδέδου και Γιώργου Λάββα, Η εκκλησιαστική μαρμαρογλυπτική στις Κυκλάδες από τον 16ο ώς τον 20ό αιώνα, Αθήνα, εκδόσεις Φιλιππότη.
Οι δύο από τους συγγραφείς της Εκκλησιαστικής μαρμαρογλυπτικής, που υπογράφουν το παρόν άρθρο, διαπιστώνουν ότι το περιεχόμενο του βιβλίου τους επικαλύπτεται με αυτό του Φλωράκη. Τα Μαρμάρινα λαϊκά τέμπλα φέρουν στο εσωτερικό τους τη χρονολόγηση 1996, «εσκεμμένη προχρονολόγηση», που εκφράζει την πρόθεση του Φλωράκη να αποφύγει κάθε αναφορά στο δικό τους βιβλίο, από το οποίο δανείζεται συνεχώς στοιχεία σε διάφορα επίπεδα. Δια του λόγου τους το αληθές, οι συγγραφείς παραθέτουν ενδεικτικό κατάλογο με κάποια από τα πολλά σημεία επαφής.
Έγχρωμη φωτογραφία από έγχρωμη διαφάνεια (Kodak Ektachrome Infrared EIR) με φίλτρο Νο 12.
Η υπέρυθρη φωτογραφία σε εξωτερικές λήψεις χρησιμοποιείται για την απόκτηση τεχνικών και επιστημονικών πληροφοριών και για τη δημιουργία ασυνήθιστων εικαστικά εικόνων. Η ιδιαιτερότητα του υπέρυθρου φιλμ οφείλεται στην ιδιότητά του να καταγράφει αυτό που δεν μπορεί να ΅καταγράψει΅το μάτι. Λόγω της ιδιότητας των υπέρυθρων ακτίνων να διαπερνούν την ομίχλη, το υπέρυθρο φιλμ έχει χρησιμοποιηθεί πολύ σε αεροφωτογραφίσεις,. Στην αρχαιολογία η υπέρυθρη αεροφωτογραφία χρησιμοποιείται επειδή είναι πολύ χρήσιμη στον εντοπισμό λειψάνων αρχαίων οικισμών ή κατασκευών.
Η υπέρυθρη φωτογραφία έχει αποδειχθεί πολύ χρήσιμο εργαλείο στη συντήρηση έργων τέχνης, ιδιαίτερα στην εξέταση πινάκων ζωγραφικής, αγιογραφιών, υφασμάτων, δερμάτων και περγαμηνών. Πολύτιμη είναι η συμβολή της και στην αποκρυπτογράφηση κειμένων δυσδιάκριτων λόγω της φθοράς τους από το χρόνο και της εναπόθεσης ρύπων. Επιπλέον, η διεισδυτική ικανότητα της υπέρυθρης ακτινοβολίας καταγράφει λεπτομέρειες καλυμμένες με ημιδιαφανές βερνίκι, αναγνωρίζει και εντοπίζει τυχόν επιζωγραφίσεις και παλαιότερες επεμβάσεις. Μπορεί μάλιστα να αποτελέσει το μέσον ταυτοποίησης των έργων ζωγραφικής.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει την ασπρόμαυρη και την έγχρωμη υπέρυθρη φωτογραφία συζητώντας αναλυτικά για τη φωτογραφική μηχανή, τους φακούς και την εστίαση, τα φίλτρα και τα φιλμ: είδη, ευαισθησία, αποθήκευση, τοποθέτηση στη μηχανή, εμφάνιση, εκτύπωση.
Αναπαράσταση της Τροίας VI. Από το A Guide to Troia, 1997.
Τα τελευταία χρόνια οι έρευνες στην Τροία ενδιαφέρουν και τους γεωλόγους. Σκοπός τους είναι να διευκρινιστεί το τοπογραφικό περιβάλλον της Τροίας για την εποχή του Τρωικού πολέμου και να εξακριβωθεί αν ο χώρος προς βορρά και γύρω από το ύψωμα του οχυρού ήταν, όπως και σήμερα, ευρέως πεδινός ή ήταν θάλασσα. Έτσι θα μπορούσε να απαντηθεί το παλαιό ερώτημα, εάν οι πολεμικές περιγραφές της Ιλιάδας προσαρμόζονταν επί πραγματικού εδάφους ή ήταν φανταστικές. Κι αυτό γιατί, ενώ σύμφωνα με τον Όμηρο οι συγκρούσεις Αχαιών και Τρώων εντοπίζονται μεταξύ της Τροίας και της ακτής του Ελλησπόντου, σύμφωνα με τον Στράβωνα τον χώρο αυτό τον εκάλυπτε θάλασσα.
Στον τουριστικό αρχαιολογικό Οδηγό της Τροίας ενσωματώνονται δύο παλαιογεωγραφικοί χάρτες. Οι χάρτες εμφανίζουν την προϊστορική Τροία να περιβάλλεται από τα δυτικά και τα βόρεια είτε από θάλασσα (στον έναν), είτε από δέλτα ποταμών, βάλτους και παράκτιες λιμνοθάλασσες (στον άλλον). Εξετάζοντας τους χάρτες ο συγγραφέας εντοπίζει μια τρανταχτή αντίφαση και, αφού εκθέσει τα δικά του επιχειρήματα, θέτει τελικά το ερώτημα: αφού ο Όμηρος, όπως και ο Στράβων, είχε να κάνει με ακατάλληλο για τις περιγραφές της Ιλιάδας τοπογραφικό περιβάλλον, καθώς η μεταβολή του τοπίου στην Τροία είχε γίνει πολύ πριν απ’ αυτόν, αφού ο ίδιος μας διηγείται την εξαφάνιση του στρατοπέδου των Αχαιών που συντελέστηκε μετά τον πόλεμο (Ιλιάδα Μ 13-30), από ποιόν έγινε αυτή η καταπληκτική προσαρμογή στο τότε τοπογραφικό περιβάλλον της Τροίας; Απάντηση: από εκείνους που έζησαν τα γεγονότα του Τρωικού πολέμου. Επομένως η Ιλιάδα δεν είναι Μύθος, είναι Ιστορία.
Όστρακο της Μυκηναϊκής εποχής με παράσταση πολεμικού πλοίου.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας στεγάζεται στον αναστηλωμένο στρατώνα των χρόνων του Όθωνα, που βρίσκεται στον κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο του κάστρου της πόλης.
Το αρχαιολογικό υλικό που εκτίθεται στο Μουσείο προέρχεται κατά κύριο λόγο από ανασκαφές των τελευταίων χρόνων, σωστικές και συστηματικές, και αντιπροσωπεύει όλα τα στάδια του πολιτισμού στο νομό Φθιώτιδας, από την αρχαιότερη Νεολιθική μέχρι και τους Ρωμαϊκούς χρόνους.
Το σημαντικότερο γλυπτό που διαθέτει το Μουσείο Λαμίας, μοναδικό για την εικονογραφία του παγκοσμίως, είναι το μαρμάρινο αναθηματικό ανάγλυφο στην Αρτέμιδα Ειλείθυια του τέλους του 4ου αιώνα π.Χ., το οποίο τεχνοτροπικά εντάσσεται στον κύκλο της Πραξιτέλειας σχολής.
ΑΙΓΥΠΤΟΣ, 1156 π.Χ. Το αίνιγμα του βασιλικού τάφου. Πολιτιστικό παιχνίδι που εκδίδει η Ένωση Γαλλικών Μουσείων (RMN).
Παρουσιάζεται μια επιλογή από τις ξενόγλωσσες ηλεκτρονικές εκδόσεις σε CD-ROM που απευθύνονται κυρίως σε ένα ευρύ κοινό. Στην επιλογή αυτή εκπροσωπούνται χρονολογικές περίοδοι και πολιτισμικές ενότητες εκτός των ορίων της ελληνικής αρχαιολογίας. Παρουσιάζονται ακόμη πανεπιστημιακές και εμπορικές εκδόσεις, και συνεπώς ποικίλες προσεγγίσεις για την επιλογή και την επεξεργασία του περιεχομένου και την τυπολογία των προϊόντων.
Οι τίτλοι ομαδοποιούνται στις εξής κατηγορίες:
1. Εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και δυναμικές αναπαραστάσεις: α) Perseus 2.0: Interactive Sources and Studies on Ancient Greece, β) Atlas of Ancient World, γ) The Ancient Civilizations of the Mediterranean
2. Ανασκαφικά δεδομένα με τη μορφή πολυμέσων· προτάσεις δημοσίευσης και ερμηνείας: α) çatal Höyük. When humans first began to live in cities, β) Pseira, A Bronze Age Seaport in Minoan Crete. Introduction to the Site
3. Εξερευνήσεις αρχαιολογικών χώρων: α) Délos. Base de données d’images archéologiques, β) Exploring Ancient Cities: Crete, Petra, Pompeii, Teotihuacan, γ) I Greci in Occidente
4. Υποβρύχιες ανακαλύψεις: Le trésor du San Diego. A la recherche du galion perdu
5. Παρουσίαση μνημείων και συλλογών: α) The Trajan Column on CD-ROM, β) Musée du Louvre, les antiquités, γ) La Vénus de Milo
6. Θέματα πολιτισμού και ιστορίας: α) La mythologie antique, rencontre avec les dieux et les héros, β) Classical Mythology: History, Legends, Influences, γ) The Ancient Greek Theatre
7. Θέματα ιστορίας της αρχαιολογίας και επικοινωνίας: α) La conquête de l’archéologie modern, β) Kérylos
8. Παιχνίδια για όλους: Égypte 1156 av. J.-C. L’énigme de la tombe royale.
Out of the five articles in this survey, three deal with the question of the “evil eye”, an incontestably “paganistic” belief in magic that is one of the oldest in the Greek-speaking world. The distinction between religious belief in the evil eye and belief in magic, is so fine that it is hard to draw the line between the two. What conclusions, asks the writer, can be drawn from fieldwork made on the power of the “eye”? This research was conducted at the Cretan village Eleftherna near the town of Rethymnon . What makes the descendants of the immigrants from Castelorizo in Perth, Australia so different from their forefathers? Other questions discussed are the use of herbs in magical potions, the magical properties of certain items of clothing which borders on fetishism, the role of magic in providing or standing in the way of fertility.
The category of "magic" is not permanently fixed. Yesterdays magic may become today's religion and vice versa. In this article the boundaries between magic and Orthodox Christianity in Greece are explored through historical and contemporary anthropological data. The evil eye offers one example of a practice that was once considered as superstitious but which the official Church later embraced. The latter part of the article considers further the reasons why the boundaries between magic and religion are unclear. Christian Orthodoxy developed as a systematic religion largely in Greek territory and in the Greek language. In this sense it constitutes an "indigenous great tradition". Many magical practices have an even longer history in Greece. Both Orthodoxy and traditional magical practices draw on late antique cultural conceptions to articulate a body of practices for appealing to the sacred. This common basis in Hellenic cultural logic helps to explain the formal similarities that sometimes make them difficult to distinguish.
This paper presents and analyses the text of three spells against the evil eye. The spells were collected by the author from native men and women evil eye heaters during ethnographic fieldwork at a mountain village in central Crete in 1989. The belief in the evil eye is a cultural idiom widespread throughout the Mediterranean area. It refers to the alleged power that some people are considered to have to cause harm by looking at another person or his/her property. Evil eye affliction is cured when special prayer-like spelis are ritually performed over the body of the afflicted person by folk healers, elderly men or women, who "know the words" and can thus take the evil away. The paper has two main focuses. The first is to show, on the basis of indigenous rhetoric, that the evil eye phenomenon is not related to any kind of sorcery or black magic. Native people think that the evil eye is a natural properly, a physical quality, that means no purposeful harm. The illness caused by the evil eye happens accidentally, it is a potential danger, but not a deliberate and malevolent attack. Painful symptoms may occur, however, through the mediation of sentiments, when the looking person expresses excessive admiration that comes straight out from his/her heart. The second point refers to the spells as texts. The suggestion is that they are symbolically constructed speech acts, which do not only say, but actually do things, in order to cure the suffering. The healfnq ritual is enacted on and through the body of the afflicted person, whereas holy entities are invoked to sanctify the entire procedure In this context, the human body, as a cultural vehicle, seems to be a meaningful locus, where various spheres of experience, personal feelings, social interaction and religious imagination, are represented, mutually signified and understood.
This article deals with the beliefs and attitudes concerning the evil eye, as they are manifested in the pre-wedding ritual of the Casteilorizian Greeks of Perth, Australia. The evil eye is considered as regards the Castellorizian ethnic culture and identity in the broader Australian social framework and the transmission of this culture from one generation of immigrants to another. In the first part of the paper the concept of the evil eye, its dissemination and manifestation through the ages are examined, and some of its most valid interpretations are reviewed. In the second part the evil eye is considered in the context of the pre-wedding rituals of the Greek immigrants from Casteilorizo island, and their descendants, who have settled in Perth and have formed a vibrant community, since the early years of our century. Two pre-wedding rites, the blessing and spreading of votania (wild herbs} and the threading of mousoukarfia (cloves), are examined as regards the ways they express, reproduce, transmit and modify Castellorizian cultural values and symbols that revolve round the concept of the evil eye. The evil eye is the notion that unites these individuals into a community "on the basis of a shared form, though not necessarily of a shared meaning", to quote Antony Cohen. Some CasteNorizians of the second or third -generation may overtly reject the idea of the evil eye as being a "superstition". Yet, they perform rites that embody and express this idea. Moreover, even when these individuals consciously reject the idea of the evil eye, cultural values and attitudes, such as competition and gossip, continue to be expressed among the Castellorizians, thereby forging a continuity that guarantees the perpetuation of a community with its own "moral" quality in a modernized world.
This article refers to a version of magic, present throughout Greek civilization: the fetishism of cloth, the imprisoned fairy, the substitute of erotic desire, the “instrument" of veil. In many traditions we find folk and learned narrations about magical practices related to clothes. The garment also has its own symbolism in the language of dreams (Jung), where it takes on the features of an archetype, and shares with nudity the same anthropological gravity. “Homeopathic" magic includes many individual performances and regional versions of an actual practice. The garment is charged by "primitive" civilizations with ethical qualities, that have survived until today, it functions as a vehicle of many magical properties, and, through a magic-like way, it passes these properties on to its user. The impregnation of a garment with a magic potion belongs, according to social anthropologists, to the "private" version of magic, which can also be considered as "black" magic.
This article deals with the content, meaning and use of erotic and fertility magic in the popular culture of modern Greece. Magic is approached as a unified ensemble of representations, practices and expressions aimed at influencing experienced reality. The two interrelated phenomena -love and fertility- are considered in the ideological and cosmological context of popular culture, with a view to illuminating their inner logic. The description and interpretation of some typical examples is attempted in relation to the inexpressible mental schemes through which fertility and sexuality are conceived and articulated in popular culture.
The notion that museums are not just safe-keepers of artefacts but mainly there to promote a better life-style for all, is one of the reasons that made the Museums Association in Gt Britain replace in 1998, the definition it had adopted 20 years back of what museums stand for. It now seems that museums are there for the purpose of improving communication with their existing public but also to increase their number of visitors. To this purpose museums’ communication strategy includes activities taking place inside and outside of actual museum buildings. This is not all. The ultimate purpose of the new communications strategy for museums is to make it clear to the public that museums are important in upholding values and quality of life in all strata of society.
For most of their history, museums have viewed their visitors as passive recipients of knowledge. As a result the public image of museums is that they are rather boring and hard work. This article summarises recent work which involves the public much more in the work of the museum, and "opens up" the institution to a much greater extent than ever before. Examples are given of successful ways In which museums have worked with the public to provide them with a better experience, and to attract a wider audience. This has included new approaches to exhibitions, handling objects, new technology, and outreach work.
During the last half-century and gathering pace in the last twenty years, there is a move in education and communication theory towards acknowledging people as active in making sense of their social environments and towards acknowledging that plural and sometimes conflictual views exist. Consequently, the museum world has begun to accept the museum visitors far from being a homogenous mass of people, are individuals with their own particular needs, preferred learning styles and cultural agendas. The active post-modern museum visitor can be explained and approached through theories of learning and communication. These theories may also influence museums in their definition and understanding of their role in contemporary and future societies, of their impact on people and of their power to define past, present and future.
Museums have responded differently to the problem of interpretation and the lack of the original context of their collections. Some have conserved their image as "cabinet of curiosities", presenting beautiful objects with little information about them, while others have opted for a "slice of the past" approach, thus trying to recreate the past "as it was." A number of museums have realized their elitist role and are trying different ways of opening up to the public and to disadvantaged sections of the community. The use of various interpretation media can assist the communication with the audience and enhance understanding and learning in the museum. The museum visit is a multifaceted phenomenon that includes the interaction between three different contexts, the personal, the social, and the physical. Interactive multimedia applications, when used effectively, can be a powerful interpretation medium in exhibitions. In order to perform successfully its functions (collections management, public service, research), the museum needs to have deep knowledge of its collections and a well-organized system of recording museum information.
The rapid changes in the economy, politics and technology of our century have influenced the course of development and the structure of the European museums. The continuous need for democratization and the new alternatives in financing have led museums to study and re-define their relationship with their public. These changes have created -and continue to create- tensions in the museums, since they stress the need for a re-examination of their value and role in modern society. The education of and the communication with the public has become one of the most fundamental functions of a modern museum To achieve this objective, many museums are conducting a research of their public, in order to understand the motives, expectations and interests of their visitors, and to evaluate the success of exhibitions, programs and other services they offer. The purpose of this article is to explain what the research and evaluation of the museum public is, and how the results of such surveys can contribute to the improvement of the function and performance of a museum.
In the Homeric epics a past world is represented, a world dead even before the time these poems had presumably been composed, that is the 8th century B.C., according to the prevailing view. The political georgraphy to which the epics refer had changed and been forgotten long before the historic era. How, then, can we explain the gap separating the time of the poet from the actual time he describes in his poems? The usual answer remains invariably the same: the poet was systematically archaizing. However, this answer generates two even more serious questions: a. How could a poet of the 8th century B.C. have possed archaeological knowledge available only to expert archaeologists of our time? b. Is it possible that he was functioning with motives sensible only to the modern, analytic philologists? Numerous, strong and indicative are the anachronistic symptoms occuring in the 12th-century French epic La-guerre de Troade. by Benoit de Sainte Maure. Medieval knights, Turks, even Chinese in the fringe of the narration, share the epoch of the Trojan War along with the Homeric heroes. This undoubtedly proves ground¬less the assertion that Homer -and even more Homers was systematically and successfully archaizing. Thus. the phenomenon of the antiquated world, consistently pictured in the Homeric poems, can satisfactorily be explained, if we dare to accept that the time of their final composition was very close to the era they represent.
The research into the cultural course of a people and the study of its history and past decisively contribute to the understanding of its specific physiognomy and identity. The architectural heritage records, in the most explicit and legible way, this cultural course, therefore its protection is universally considered as indisputable. This article deals with the concept of monument and its significance for the formation of a city's physiognomy as well as with the value of the architectural monuments, being an essential part of the cultural heritage of a place. Then the necessity of protecting the cuttural tradition and the relevant efforts made so far are presented, while emphasis is faid on the architectural heritage and the European examples in particular. Finally, the article ends with a series of interesting findings and conclusions.
The infra-red photography has already been known since the late nineteenth century. In the 1930s, thanks to the invention of new chemical methods, it became easy and simple in its use. alike black-and-white photography. The special quality of the infra-red film is due to its property to record what the eye cannot. The infra-red photos are particularly interesting and are counted among the most important instruments of many scientists (e.g. in archaeology, medicine, astronomy). In parallel with their scientific applications, the infra-red films have become especialfy popular among artistic photographers professionals and amateurs as well-, who, by exploiting their unique properties, reveal an entirely different visual reality to the public, creating photographic pictures that cannot be produced using the conventional, ordinary films.
Where did the battles of the Achaeans and Trojans take place? Was the battlefield of the Trojan War located in the plains lying north of Troy towards the Hellespont where today’s city lies or inland where the geographer Strabo placed it in the 1st century BC? In Strabo’s day, Troy, which went by the name of New Ilion at the time lay so close to the coast that the geographer thought there was insufficient space for a battlefield. It seems however, as recent geological research shows, that the sea had flooded the coast before Strabo’s time and that the landscape had altered more than once since the Trojan war. In 1872 the discovery of Troy was based on the assumption that the site of the battle was a plain, unchanged since the Prehistoric age. However, alluvial river deposits are still to be found far into the coast north of Troy. The purpose of this article is on one hand to show that the geological event that caused the alteration of the landscape is to be found in verses M:13-30 of the Iliad, and on the other hand to prove that the Homeric narration alludes to the seismic event that destroyed Troy VI in 1275 BC.
As a matter of fact there has never been only one treatment of mortality throughout history, since the social, cultural, customary, religious and perceptive way of life, as well as the economic and geographical data of each people, led to a diversified attitude towards death rituals and the choice and planning of burial. Therefore, through a short touring in time and place, a first recording of the evolution of the relation between man and death is attempted, as it is expressed and imprinted in the field of their ultimate co-existence. The anthropologist Clifford Geertz has proved that death practices have always been in direct relation with social life, since death and its ritual do not only reflect social values, but also function as an important power of their formation.
A book was published in 1996 by the two authors of this article and George Lavva. The book’s title was “Ecclesiastical marble sculpture in the Cyclades from the 16th to the 20th century”. The book in question was the outcome of much research done by an art historian and architects of the University of Thessaloniki who surveyed, studied, photographed and analyzed the construction of ecclesiastical sculptures in more than 140 churches. Then, in 1998 A. Florakis’ book comes out with the title Marble Popular Temples of Tinos. The authors of this article argue that Florakis in full knowledge of their book Ecclesiastical Marble Sculpture in the Cyclades, borrows to a great degree much of the book’s contents and in retrospect dated his own book as published in 1996 and not two years later as is the case.
Η πύλη της Ιστάρ έχει ύψος 14,50 μέτρα. Από αυτήν περνούσε όποιος έμπαινε στην πόλη της Βαβυλώνας.
Πρωτεύουσα της Μεσοποταμίας, η Βαβυλώνα ήταν χτισμένη στην όχθη του Ευφράτη. Μπαίνοντας στην πόλη από την πύλη της Ιστάρ, προτού φτάσεις στο παλάτι των βασιλέων, έβλεπες από μακριά τους φημισμένους κρεμαστούς κήπους που λέγεται πως κατασκεύασε η βασίλισσα Σεμίραμη. Θα φανταστούμε ένα μεγάλο κτήριο με ταράτσες σε διαφορετικά επίπεδα, όπου είχαν φυτέψει κάθε λογής δέντρα, λουλούδια και θάμνους μυριστικούς. Οι Μεσοποτάμιοι υδραυλικοί είχαν βρει τρόπους για να ανεβάζουν το νερό του Ευφράτη και να ποτίζουν τους κρεμαστούς κήπους, δροσιστικό όνειρο κάθε ταξιδιώτη που ερχόταν από την καυτή έρημο.

Η Σκύλλα στο δίδραχμο της Κύμης (Κάτω Ιταλία), 5ος αι. π.Χ.
«Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» Η γυναίκα-ψάρι που διασφαλίζει τη γαλήνη ή την τρικυμία ανάλογα με την απάντηση στο ερώτημά της, προέρχεται από τον συγκρητισμό διαφόρων μυθικών μορφών. Η αποτροπαϊκή κεφαλή της Γοργούς εικονογραφικά εξελίχθηκε από απεχθή σε ευειδή μορφή. Δύναμη πάνω στους ναυτικούς ασκούν τόσο οι Σειρήνες, που τους αφανίζουν ανάμεσα στην Ιταλία και τη Σικελία, όσο και η Σκύλλα που καταποντίζει τα πλοία τους ανάμεσα στη Σικελία και τη Μεσσήνη. Στο δίδραχμο της Κύμης (Κάτω Ιταλία) του 440-420 π.Χ., η Σκύλλα απεικονίζεται με ουρά ψαριού και δύο σκυλιά να προβάλλουν από τους ώμους της.
Το αιγυπτιακό σύμπαν: a. κοσμικές κολόνες, b. Αίγυπτος, c. νερό.
Έως ότου ο Κοπέρνικος (1473-1543) τοποθετήσει τον ήλιο στο κέντρο του σύμπαντος, στην αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων αλλά και των πολιτισμών της Ανατολικής Μεσογείου που τους περιέβαλλαν, το σύμπαν ήταν γεωκεντρικό. Κοινή σε όλους ήταν η άποψη ότι η γη είναι επίπεδη. Πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες θα προσδώσουν στη γη όγκο. Ο Αναξίμανδρος (610-546 π.Χ.) τη φαντάζεται κυλινδρική, οι Πυθαγόρειοι και ο Αριστοτέλης σφαιρική ενώ ο Πλάτων σφαιρική ή κυβική. Με εξαίρεση την Αίγυπτο, που τοποθετεί τη γη στο βάθος ενός ορθογώνιου κουτιού που αντιπροσώπευε το σύμπαν, οι άλλοι προχριστιανικοί πολιτισμοί φαντάστηκαν τη γη κυκλική. Ιδιαίτερα επεξεργασμένη είναι η θεωρία των Περσών που εμφανίζει δύο εικόνες της γης, συνδυάζοντας μάλιστα το χώρο με το χρόνο. Τη χριστιανική αντίληψη μεταφέρει ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης (6ος αιώνας μ.Χ.): η στενόμακρη γη μετριέται σε μέρες περπάτημα και καταλαμβάνει το κάτω μέρος ενός καμαροσκέπαστου κύβου που είναι και η μορφή του χριστιανικού Σύμπαντος.
Ο Διόνυσος ταξιδεύει με το πλοίο του. Αττική κύλικα (540-530 π.Χ.), Μόναχο.
Σε ποιο ναυτικό παρελθόν στηρίχτηκε η εκστρατεία στην Τροία ή ο θρίαμβος στη Σαλαμίνα; Δυσερμήνευτα είναι τα φωνητικά σύμβολα στη Γραμμική Β και στη Γραμμική Α, όπως και τα καράβια-σύμβολα που, γύρω στο 1750 π.Χ., απεικονίζονται σε σφραγιδόλιθους και στον περίπου σύγχρονό τους δίσκο της Φαιστού. Δύο ναυάγια διερύνουν τις γνώσεις μας. Ένα εμπορικό πλοίο της μυκηναϊκής εποχής βρέθηκε κοντά στο ακρωτήρι Χελιδόνια της τουρκικής ακτής. Μετέφερε έναν τόνο χαλκό, και κασσίτερο σε πελέκεις των 20 κιλών. Εμπορικό ήταν και το πλοίο που ναυάγησε κοντά στη Δοκό. Τα κεραμικά που μετέφερε χρονολογούνται στην Πρωτοελλαδική περίοδο. Καράβια βλέπουμε χαραγμένα πάνω στα κυκλαδικά τηγανόσχημα αγγεία, αλλά κυρίως στους μινωικούς σφραγιδόλιθους. Από τα δυσερμήνευτα ομοιώματα καραβιών που, ως κτερίσματα, εμφανίζονται σε όλες τις εποχές, τα μολύβδινα που βρέθηκαν στη Νάξο επαναλαμβάνουν τον τύπο που απεικονίζεται στα τηγανόσχημα αγγεία: μακρόστενα, χωρίς βαθιά καρίνα, με 16 ως 20 κουπιά σε κάθε πλευρά. Ακατάλληλα για την ανοιχτή θάλασσα του Αιγαίου, τα καράβια αυτά προορίζονταν για κοντινές πειρατικές επιδρομές. Γύρω στο 6000 π.Χ., θαλασσοπόροι εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη και σε πολλά νησιά του Αιγαίου. Ένδειξη της ναυτικής τους δεινότητας αποτελεί η ύπαρξη οψιανού από τη Μήλο στους αρχαιότερους νεολιθικούς οικισμούς της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας, της Πελοποννήσου. Η διάδοση της μυκηναϊκής κεραμικής διεκδικεί τη θαλασσοκρατορία από τους Μινωίτες. Η συμβολική χρήση του καραβιού πάνω στη λάρνακα της Αγίας Τριάδας ωχριά μπρος στη λαμπρότητα της «ναυτικής τοιχογραφίας» της Θήρας. Ο τελετουργικός χαρακτήρας της ναυτικής πομπής, τα επιβλητικά καράβια ανήκουν ασφαλώς σε πολιτισμό με θαλασσινό βίωμα αιώνων.
Πειρατικό καράβι κυνηγά ανύποπτο εμπορικό πλοίο. Κύλικα από το β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. (Βρετανικό Μουσείο).
Αξιόποινη όταν στρέφεται ενάντια σε συμπολίτες, η πειρατεία ενάντια σε ξένους είναι αποδεκτή. Οι πράξεις βίας με θύματα ταξιδιώτες και κατοίκους παραθαλάσσιων περιοχών περιγράφονται με όρους διφορούμενους. Νομικά, οι Ρωμαίοι διέκριναν τον «δίκαιο εχθρό» από τον «κοινό εχθρό του ανθρώπινου γένους», κατηγορία στην οποία εμπίπτει ο πειρατής. Στη Μεσόγειο, οι πειρατές είχαν τα ορμητήριά τους στην Κιλικία, τη Λιγουρία, τις Ιλλυρικές ακτές, την Κρήτη και την Αιτωλία. Οι ταξιδιώτες κινδύνευαν και από τους ναυαγιστές. Για να παραπλανήσουν τον κυβερνήτη και να προκαλέσουν το ναυάγιο, οι ναυαγιστές άναβαν φωτιές σε βραχώδεις ακτές που φάνταζαν έτσι σαν λιμάνι. Χαρακτηριστική περίπτωση τυχοδιώκτη, ο Ναύπλιος υπήρξε πειρατής, ναυαγιστής και ανδραποδιστής συγχρόνως. Η οργανωμένη καταστολή της πειρατείας από το «κράτος» ανάγεται στον Μίνωα και τους Κρήτες –προτού οι ίδιοι αναδειχθούν σε αδίστακτους πειρατές. Τον 7ο αιώνα π.Χ. στο Αιγαίο κυριαρχούν οι Σάμιοι. Μετά την ίδρυση της συμμαχίας της Δήλου, οι Αθηναίοι στοχεύουν στα δύο σημαντικότερα πειρατικά κέντρα στη Σκύρο και τη Θρακική Χερσόνησο. Το 362 και 361 π.Χ. πέφτουν και οι ίδιοι θύματα επιδρομών από πειρατές που καταληστεύουν τους χρηματιστές του Πειραιά. Την Αθήνα θα διαδεχθεί η Ρόδος. Από την εποχή του πολέμου ανάμεσα στους Αθηναίους και τον μακεδόνα βασιλιά Φίλιππο, οι ελληνικοί στρατοί κατακλύζονται από άντρες με μοναδικό πόρο τη μισθοφορία ή τη λεηλασία που προαναγγέλλουν τους «αρχιπειρατές» του 3ου αιώνα π.Χ. Κρήτες και Αιτωλοί, ανελέητοι πειρατές, χρημάτισαν ως μισθοφόροι σε πολλά ελληνιστικά βασίλεια. Ο Elias Bickerman θεωρεί ότι η μισθοφορία και η πειρατεία ήταν μάλλον οι μοναδικές πηγές «ξένου συναλλάγματος» σε απομονωμένους ή άγονους τόπους.
Ο στόλος των Αγαρηνών επιτίθεται κατά της Θεσσαλονίκης. Από τη χρονογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη. Εθνική Βιβλιοθήκη Μαδρίτης.
Οι χρονολογικές περίοδοι της πειρατείας συναρτώνται με τη θαλασσοκρατία του Βυζαντίου που, από τον 4ο ως τον 11ο αιώνα, αμφισβητείται μόνο από τους Άραβες (7ος-10ος αιώνας). Το χάος που ακολούθησε τα γεγονότα του 1204 παγίωσε την καθολική εξάπλωση της πειρατείας. Ενώ μέχρι τον 11ο αιώνα πρότυπο κουρσάρου-πειρατή στη Μεσόγειο είναι οι Σαρακηνοί, η θάλασσα τώρα βρίσκεται στο έλεος των Δυτικών που στόχο έχουν τον γρήγορο πλουτισμό. Από τον 14ο αιώνα, η πειρατεία αποτελεί φαινόμενο της παραοικονομίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Έμποροι και πειρατές συμβιώνουν και πλουτίζουν χάρη σε δραστηριότητες συμπληρωματικές.
Δεμένος στο κατάρτι, ο Οδυσσέας ακούει ακίνδυνα το τραγούδι των Σειρήνων. Αγγείο, Βρετανικό Μουσείο.
Τον 6ο αιώνα π.Χ., η επιθυμία να δει και να μάθει όπως ο Οδυσσέας, παρακινεί τον Σόλωνα να ταξιδέψει. Στα τέλη του αιώνα, ο Εκαταίος ο Μιλήσιος συγγράφει το έργο Περίοδος Γης ή Περίπλους. Την εποχή αυτή ο όρος «περιήγηση» δηλώνει ακόμη την ξενάγηση. Η αντίθεση Ελλήνων και βαρβάρων προσφέρει στον Ηρόδοτο το ερέθισμα για τα δικά του ταξίδια. Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου επιτρέπουν ταξίδια σε μέρη μακρινά που αποτυπώνονται στα έργα του Νέαρχου, του Πυθέα, του Ποσειδώνιου. Η ρωμαϊκή ειρήνη θα καταστήσει τον 1ο αιώνα μ.Χ. τη χρυσή εποχή των ταξιδιών. Ο Διονύσιος ο περιηγητής καθιερώνει την περιήγηση ως ξεχωριστό φιλολογικό είδος. Γύρω στο 150 μ.Χ. συγγράφει ο Παυσανίας το μνημειώδες έργο του Ελλάδος περιήγησις που, διασώζοντας θρύλους και τοπικές παραδόσεις, αποκτά εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα.
Λεπτομέρεια από ρωμαϊκό «οδηγό».
Ποιες απαγορεύσεις συνοδεύουν τον ταξιδιώτη της αρχαιότητας στα θαλασσινά του ταξίδια; Δεν επιτρέπονται ο χορός, ο έρωτας, οι βρισιές. Ούτε το τηγάνισμα ψαριών που φέρνει γρουσουζιά. Ούτε να κόψεις νύχια ή μαλλιά εν πλω. Για τα ταξίδια στη στεριά, που είχαν άλλες ταλαιπωρίες, οι αρχαίοι συνέτασσαν οδηγούς διαδρομών με σημειωμένα τα πανδοχεία, τις μεταξύ τους αποστάσεις, τις τιμές τους και το τι πρόσφερε το καθένα. Ταξιδιωτικές εμπειρίες περιγράφονται γλαφυρά σε επιστολές και σημειώσεις. Ποιος δεν θα ζήλευε τον ρωμαίο αξιωματικό που συγκλονίστηκε αντικρίζοντας το ναό του Δία στην Ολυμπία; Αλλά και ποιος θα ήθελε να μοιραστεί τον τρόμο του ταξιδιώτη που, εμβρόντητος, αντίκρισε πάνω στο πλοίο ένα πλήρωμα από κάθε λογής σακάτηδες;
Τούρκος τάταρης, φρουρός των Εγγλέζων ξένων του Αλή Πασά. C.R. Cockerell, υδατογραφία 21x16 εκ.
Τον Ιανουάριο του 1813, ο νεαρός ευγενής Robert Townley Parker περιηγείται «τη Σικελία, την Ελλάδα και την Αλβανία», συνοδευόμενος από τον συνομήλικό του ελληνιστή Hughes. Σκοπός του ταξιδιού είναι η γνωριμία με τους τόπους της κλασικής αρχαιότητας αλλά και με τον «εξωτικό» Αλή Πασά. Έξι χρόνια αργότερα, ο Hughes κυκλοφορεί το δίτομο ταξιδιωτικό χρονικό του με σχέδια, χαρακτικά και αχρωμάτιστες ακουατίντες που είχαν φιλοτεχνήσει οι C.R. Cockerell και J. Smith. Όταν το δώρο του συνοδοιπόρου του φτάνει στα χέρια του, ο Parker αποφασίζει να το εμπλουτίσει με το δικό του «τεκμηριωτικό» υλικό. Προσθέτει εκατό πίνακες, εννιά τοπογραφικά σχέδια και ένα χάρτη. Μαζί τους, το φιρμάνι με το οποίο η Ωραία Πύλη τους έδινε άδεια εισόδου στην αυτοκρατορία, δύο απαντητικές επιστολές από την αυλή των Ιωαννίνων. Ο χρυσούς αιών της αρχαιοκαπηλείας τεκμηριώνεται με σχέδια των αντικειμένων που ο Parker απέσπασε ως ενθύμιο. Το ταξιδιωτικό χρονικό του Hughes, που αποκτήθηκε από τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με τη δωρεά Ι. Τρικόγλου, είναι μοναδικό ακριβώς επειδή πρόκειται για το εμπλουτισμένο από τον Parker αντίτυπο.
Γλέντι στην αυλή, στην επιστράτευση του 1918.
Στο 19ο αιώνα, κοντά στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, το «Κορυτσά» Χάνι, το «Πατέρα» Χάνι, το «Κρούσοβο» Χάνι και άλλα χάνια φιλοξενούσαν τους ταξιδιώτες της Θεσσαλονίκης. Χτισμένα γύρω από μια εσωτερική αυλή, είχαν μαγαζιά περιμετρικά στο ισόγειο, τα δωμάτια στον όροφο με θέα στο δρόμο και, εσωτερικά, στέγαζαν σε στάβλους τα ζώα των ταξιδιωτών. Για το «Πατέρα» Χάνι γνωρίζουμε όχι μόνο τις καταστροφές από τους σεισμούς αλλά και τις περιπέτειες που το μεταμόρφωσαν κατά καιρούς σε οικία και εξευρωπαϊσμένο ξενοδοχείο.
Άποψη της Μ. Δοχειαρίου, σχεδιασμένη στα 1744 από τον Barskij.
«Αρχοντάρης» ονομάζεται ο μοναχός που έχει την ευθύνη της φιλοξενίας και «αρχονταρίκι» ο χώρος υποδοχής και φιλοξενίας προς τον οποίο κατευθύνεται ο ξένος μόλις μπαίνει στη μονή. Το αρχονταρίκι, ανεξάρτητο συγκρότημα χώρων κοντά στην είσοδο της μονής, περιλαμβάνει τα υπνοδωμάτια, τα αποχωρητήρια, τους νιπτήρες για την καθαριότητα, μια μεγάλη σάλα για την υποδοχή και το κέρασμα των ξένων, μια τραπεζαρία, μια κουζίνα και την κατοικία του αρχοντάρη. Η απόπειρα περιγραφής της λειτουργίας και της τυπολογίας των αρχονταρικιών περιορίζεται εκ των πραγμάτων στην περίοδο από τα μέσα του 18ου ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Οι συγγραφείς επέλεξαν να παρουσιάσουν το αρχονταρίκι της Μονής Δοχειαρίου λόγω της διαχρονικής εικόνας των οικοδομικών του φάσεων, που ενσωματώνουν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του 18ου αιώνα.
Προμηθέας και Άτλαντας πατούν στον κοσμικό κίονα. Λακωνική κύλικα, μέσα 6ου αι. π.Χ., Βατικανό.
Οι ίωνες φιλόσοφοι, έχοντας ενστερνιστεί και τη σοφία της Ανατολής, επηρεάζουν με τις θεωρίες τους για το σύμπαν διανοητές και καλλιτέχνες της μητροπολιτικής Ελλάδας. Σύμβολο κοσμικό και ταυτόχρονα ανεικονική παράσταση της θεότητας από τους προϊστορικούς έως τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους, ο κίων ή στύλος στηρίζει τη γη και ταυτίζεται με τον Άτλαντα. Ο Αναξίμανδρος δίδαξε πως το σχήμα της γης είναι κυλινδρικό, παρομοιάζοντάς την με κίονα που στην άνω επίπεδη επιφάνειά του ζουν οι άνθρωποι. Γνωρίζοντας ότι ο φιλόσοφος δίδαξε στη Σπάρτη, είναι δύσκολο να μη συσχετίσουμε και εκείνον, πέρα από τον Ησίοδο, με μια μοναδική λακωνική κύλικα από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. με την παράσταση του Προμηθέα Δεσμώτη και του Άτλαντα που φέρει στους ώμους του τη γη. Και οι δύο απεικονίζονται στο επάνω μέρος κίονα που τα δύο του φοινικόφυλλα σηματοδοτούν τη στενή σχέση της κοσμικής κολόνας με το δέντρο της ζωής. Οι προσωκρατικοί εξέτασαν και τα άλλα ουράνια σώματα και οι θεωρίες τους απεικονίζονται στην τέχνη. Βλέπουμε έτσι σε επισήματα ασπίδων άστρα σε σχήμα πύρινου κύκλου, άστρα σαν καρφιά μπηγμένα στο στερέωμα, σαν πύρινα πέταλα, τις διάπυρες μάζες λίθων ή μετάλλων. Ακόμη και η ασπίδα και η αιγίδα της Αθηνάς κοσμούνται με άστρα, υποδεικνύοντας μια άλλη υπόσταση της θεάς στη σχέση της με τον αστρικό κόσμο. Δεδομένου ότι ο δίσκος συμβολίζει τον ήλιο, τα αρχαϊκά κάτοπτρα με κιονόσχημη λαβή που βρέθηκαν κυρίως σε ιερά, ίσως ήταν αρχικά θρησκευτικά αστρικά σύμβολα. Από τον 5ο αιώνα π.Χ. οι φιλόσοφοι προσδίδουν όγκο στα ουράνια σώματα. Οι καλλιτέχνες εξακολουθούν να τα απεικονίζουν συμβολικά ή προσωποποιημένα. Πλαισιωμένες από τον ανατέλλοντα Ήλιο και τη δύουσα Σελήνη, οι μνημειώδεις συνθέσεις αποκτούν κοσμογονικό χαρακτήρα. Παράδειγμα: το ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα, η ασπίδα της Αθηνάς Παρθένου του Φειδία, η βάση του θρόνου του χρυσελεφάντινου Δία στο ναό του στην Ολυμπία κ.ά.
Τύμβος Α. Κυάθιο από τον τάφο 17, τέλος 11ου-αρχές 10ου αι. π.Χ.
Το νεκροταφείο των τύμβων στη Μερόπη και ο οικισμός στον οποίο ανήκει ανοίγουν νέους ορίζοντες στην έρευνα για την προϊστορική Ήπειρο. Η μελέτη τους θα αποκαλύψει εάν συνδέονται με την εγκατάσταση των πρώτων ελληνικών φύλων στην Ήπειρο, των Θεσπρωτών, ή με τους Μολοσσούς που μετακινήθηκαν από τα βορειοδυτικά στη μεταβατική περίοδο από την εποχή του Χαλκού στους πρώιμους ιστορικούς χρόνους. Στο βουνό Κουτσόκρανο αποκαλύφθηκαν οι κιβωτιόσχημοι τάφοι των τύμβων Α και Β, πολλές συστάδες άλλων τύμβων, διάσπαρτα θεμέλια πεταλόσχημων και ορθογώνιων κτιρίων, καθώς και λείψανα τοιχισμένης ακρόπολης από την ελληνιστική εποχή. Το εκτεταμένο νεκροταφείο που απλώνεται στο χρόνο από τον 10ο έως τον 4ο αιώνα π.Χ., επαναλειτουργώντας κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, υποδεικνύει την παράλληλη ύπαρξη μιας ακμαίας γεωργοκτηνοτροφικής κοινότητας. Οι αντιπροσωπευτικοί τάφοι από την εποχή του Χαλκού στην Ήπειρο ήταν ως τώρα μεμονωμένοι κιβωτιόσχημοι της ΥΕΙΙΙΒ-ΥΕΙΙΙΓ περιόδου. Ο τύμβος Α περιείχε τριάντα κιβωτιόσχημους τάφους. Συλημένοι οι περισσότεροι, διαφύλαξαν δείγματα προϊστορικής κεραμικής, τμήματα λίθινων εργαλείων και σιδερένιων μαχαιριών. Από ασύλητο τάφο του 4ου αιώνα π.Χ. προέρχεται πυξίδα, μυροδοχεία και νόμισμα Μολοσσών. Παρόμοια με ευρήματα σε τύμβους της Αλβανίας είναι τα κοσμήματα στους τάφους από τον 7ο-10ο αιώνα μ.Χ. Πιστεύεται ότι ο τύμβος Α κατασκευάστηκε στη μεταβατική περίοδο από την εποχή του Χαλκού στην εποχή του Σιδήρου. Τα ευρήματα από τους τάφους μέσα και έξω από τον περίβολο του τύμβου Β τον τοποθετούν λίγο νωρίτερα, στα μέσα του 11ου αιώνα π.Χ. Η ομάδα των τύμβων της Μερόπης εντάσσεται στο ευρύτερο σύνολο των τύμβων της «Ιλλυρίας». Τα νεκροταφεία των τύμβων της Δυτικής Βαλκανικής ανάγονται στον τρόπο ταφής που μετέδωσαν στα Βαλκάνια τα βόρεια φύλα του πολιτισμού Kurgan.
Από τα πρωτομαγιόλικα της Κορίνθου, 13ος αι., Μουσείο Κορίνθου.
Ως «υποσυνείδητη έκφραση μιας εποχής» λειτουργεί η κεραμική και στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Ως τον 7ο αιώνα, η βυζαντινή κεραμική ακολουθεί την τεχνική των Ρωμαίων, προσθέτοντας λίγα νέα στοιχεία και χριστιανικά σύμβολα. Διακρίνονται δύο κατηγορίες: τα αβαφή της καθημερινής χρήσης και τα terra sigillata. Ακόσμητα ή με ραβδώσεις στο σώμα τους τα πρώτα διακρίνονται από τα δεύτερα, που προορίζονται για τραπέζια πλουσίων και φέρουν γιαλιστερό επίχρισμα στο χρώμα του πορτοκαλί ή κεραμιδί πηλού και έκτυπο ή εμπίεστο διάκοσμο. Τη μεγάλη τομή φέρνει η χρήση της εφυάλωσης μετά τον 7ο αιώνα, που συμβαδίζει και με τη διάδοση της ισλαμικής κεραμικής. Με σταθερό τόπο παραγωγής την Κωνσταντινούπολη, φτιαγμένα αρχικά για πολυτελή φαγητά και ηδύποτα, τα μικρά αγγεία από άσπρο πηλό και πρασινωπή ή κίτρινη εφυάλωση είναι ακόσμητα ή έχουν έκτυπο διάκοσμο στον πυθμένα. Σύγχρονά τους είναι τα ακόμη πολυτελέστερα ζωγραφισμένα πολύχρωμα αγγεία (polychrome ware) των οποίων η παραγωγή διακόπτεται τον 11ο αιώνα. Στις αρχές του 11ου αιώνα, αρχίζει η χαρακτηριστικά βυζαντινή εγχάρακτη διακόσμηση (sgraffito) που συνεχίζεται στον ελληνικό χώρο ως τον 19ο αιώνα. Παράλληλα εμφανίζονται και τα αγγεία που έχουν συγχρόνως εγχάρακτη και ζωγραφιστή διακόσμηση. Στα μεταβυζαντινά χρόνια δημιουργούνται περισσότερα τοπικά εργαστήρια που στηρίζονται στη βυζαντινή παράδοση «βιομηχανοποιώντας» την παραγωγή τους. Εισάγονται αγγεία από την Ιταλία αλλά και από την Κιουτάχεια και τη Νίκαια της Μ. Ασίας, και έλληνες τεχνίτες υιοθετούν μια καθαρά ισλαμική τεχνική και διακόσμηση. Τον 19ο αιώνα, τα προϊόντα από το Τσανάκ-καλέ απλώνονται σε όλο τον ελλαδικό χώρο, κεραμοπλάστες από τη Φλώρινα, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία δίνουν προσωπικό χαρακτήρα στα έργα τους, έως ότου επικρατήσει η ευρωπαϊκή πορσελάνη.
Πρωτογεωμετρικά αγγεία από τη Χαλκίδα.
Μόνο η σύζευξη των τοπογραφικών πληροφοριών από τις φιλολογικές πηγές με τα αρχαιολογικά ευρήματα θα βγάλουν από την επιστημονική αφάνεια μια πόλη διάσημη για το ναυτικό, το εμπόριο, τα εργαστήρια της μεταλλοτεχνίας και της κεραμικής, που πρωτοστάτησε στον αποικισμό του 8ου αιώνα π.Χ. Μόνο η συστηματική έρευνα της ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, που αντιπαλεύει την αλλοίωση του τοπίου από τη σημερινή οικοδομική δραστηριότητα, μπορεί να αποκαλύψει τη συνολική εικόνα μιας πόλης που ιδρύθηκε στη γεωμετρική εποχή και εγκαταλείφθηκε στα τέλη της αρχαιότητας (600 μ.Χ. περίπου). Η γεωγραφία της πλατιάς χερσονήσου που πάνω της αναπτύχθηκε η Χαλκίδα, με τις εύφορες μικρές κοιλάδες και το νερό από την πηγή της Αρέθουσας, είναι οπωσδήποτε σημαντική. Τα νεολιθικά ευρήματα της 5ης χιλιετίας π.Χ. δεν μας διαφωτίζουν, διαθέτουμε όμως περισσότερα στοιχεία για δύο μυκηναϊκούς οικισμούς στα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. Έξω από την περιοχή τους βρέθηκαν συστάδες από θαλαμωτούς μυκηναϊκούς τάφους με ευρήματα που μαρτυρούν πλούτο και δεσμούς με μεγάλα κέντρα της εποχής, ιδίως τη Θήβα. Στις αρχές του 11ου αιώνα π.Χ., ύστερα από 100 χρόνια ερήμωσης, νέοι κάτοικοι από τη Βοιωτία ή τη Θεσσαλία οικίζουν τη Χαλκίδα, πιθανόν οι ίδιοι που οικίζουν και το Λευκαντί. Αρχίζει αργά η οικονομική και οικιστική ανάπτυξη ενός γεωργικού πληθυσμού που φαίνεται να οργανώνεται χαλαρά σε γειτονικά χωριά της ενδοχώρας. Ως προς τα ταφικά κτερίσματα, τα πήλινα αγγεία βρίσκουν τα ανάλογά τους στα νεκροταφεία της Τούμπας στο γειτονικό Λευκαντί. Όμως, αντίστοιχα, ούτε κόσμημα, ούτε όπλο, ούτε οποιοδήποτε άλλο εύγλωττο αντικείμενο εμφανίζεται στη Χαλκίδα. Η διαφορά είναι εντυπωσιακή.
Σκίτσο που απεικονίζει τον τρόπο λειτουργίας του μουσείου.
Νομίζοντας ότι είχε αντίκρυσμα ο λόγος της ελληνικής πολιτείας που εξέδωσε το 1977 σχετικό Νομοθετικό Διάταγμα, ο καθηγητής της Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας στο Πανεπιστήμιο του Παλέρμο V. Cabianca σχεδίασε με κάθε λεπτομέρεια τη δημιουργία ενός μουσείου για τη Φαιστό, ενσωματωμένου σε έναν ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο/πάρκο που θα επέτρεπε στον επισκέπτη να αντιληφθεί το φυσικό τοπίο στο οποίο ανήκε η αρχαία πόλη και το ανάκτορό της. Με κάθε λεπτομέρεια; Ας πούμε: δενδροφύτευση, γενικότερα αλλά και «στο χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων που τώρα μοιάζει με τέρμα αστικών λεωφορείων» με σκιερούς φίκους που δεν χρειάζονται φροντίδα. Εξαιτίας της θερινής συρροής τουριστών, προβλέπεται καυστήρας για τα απορρίμματα που κατακλύζουν το χώρο. Μια σφαιρική πρόταση που απλώς αγνοήθηκε.
Σε σκηνή κυνηγιού από την Πέλλα, η μορφή τονίζεται με περίγραμμα από μολύβδινη ταινία.
Στο πρώτο από μια σειρά άρθρων εξετάζεται η τεχνική ορολογία του ψηφιδωτού, η εμφάνισή του στην Ελλάδα και η εξέλιξή του στα ρωμαϊκά χρόνια. Τα ψηφιδωτά καλύπτουν αρχιτεκτονικές επιφάνειες με ψηφίδες από φυσικά ή κατασκευασμένα υλικά, στερεωμένες σε υπόστρωμα από κονίαμα. Η καταγωγή τους εντοπίζεται στη Μεσοποταμία ή την Ελλάδα. Ο λατινικός όρος «μωσαϊκό» ετυμολογείται από τις Μούσες και μια ιερή σπηλιά τους με ψηφιδωτά. Τον 5ο-4ο αιώνα π.Χ., τα ελληνικά ψηφιδωτά δάπεδα, που ήταν φτιαγμένα από βότσαλα, διακρίνονται για τη θαυμάσια απόδοση της λεπτομέρειας. Το πέρασμα από το στρογγυλεμένο βότσαλο στην κυβική ψηφίδα έγινε τον 3ο αιώνα π.Χ., πιθανότατα στην Αλεξάνδρεια. Φημισμένη για τα ψηφιδωτά της υπήρξε η Πέργαμος, πατρίδα του μεγάλου καλλιτέχνη Σώσου. Τα έργα του περιέγραψε με τόση ακρίβεια ο Πλίνιος, ώστε αναγνωρίζουμε τα ρωμαϊκά τους αντίγραφα στην Ιταλία. Στους Ρωμαίους οφείλεται η μεγάλη διάδοση της τέχνης του ψηφιδωτού. Ο Πλίνιος και ο Βιτρούβιος περιγράφουν λεπτομερέστατα την τεχνική κατασκευής και το υπόστρωμα των ψηφιδωτών. Οι παραλλαγές που αναπτύχθηκαν είναι: το opus alexandrium με χρήση κυβικών ψηφίδων, το opus tessellatum, ψηφιδωτό δαπέδου από μεγάλες ψηφίδες (0,5-2 εκ.), το opus vermiculatum, ποικιλόχρωμο μωσαϊκό δαπέδου με ψηφίδες μικρότερες των 0,5 εκ., το opus sectile, μαρμαροθέτημα, το opus musivum, εντοίχιο ψηφιδωτό με ψηφίδες από υαλόμαζα, το opus signinum, όπου οι ψηφίδες σχηματίζουν τα περιγράμματα πάνω σε βάθος από κόκκινο κονίαμα, και το «έμβλημα», όπου κεντρική παράσταση με opus vermiculatum περικλείεται από πλαίσιο με γεωμετρικά σχήματα ή με οpus tessellatum.
Λεπτομέρεια από τη Γέννηση, εικόνα Κρητικής σχολής. Βυζαντινό Μουσείο.
Στην πρώτη μεταβυζαντινή περίοδο χρονολογείται η Γέννηση, εικόνα της Κρητικής σχολής που βρίσκεται στο Βυζαντινό Μουσείο. Η φαινομενικά τεράστια ποικιλία των χρωστικών ουσιών που χρησιμοποιήθηκαν παρακίνησε τους συγγραφείς να υποβάλουν την εικόνα σε περαιτέρω αναλύσεις. Χρησιμοποιήθηκε η τεχνική της φωτογράφισης στην υπέρυθρη περιοχή του φάσματος με ανάκλαση της ακτινοβολίας εκπομπής της φωτεινής πηγής. Οι παρατηρήσεις επιβεβαιώθηκαν από την εξέταση στο μεταλλογραφικό μικροσκόπιο και την ηλεκτρονική μικροανάλυση. Η εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία χρωμάτων της εικόνας οφείλεται κυρίως στην ανάμειξη των διαφόρων τύπων της ώχρας με το λευκό του μολύβδου. Όμπρες ή σιέννες, πολύ συνηθισμένες χρωστικές ουσίες στην εικονογραφία, δεν έχουν χρησιμοποιηθεί. Γενικά, όλες σχεδόν οι χρωστικές ουσίες που εντοπίστηκαν χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα τον 15ο αιώνα χωρίς όμως και να τον χαρακτηρίζουν, αφού έφτασαν σχεδόν ως τις μέρες μας.
Ο Κούρος της Σάμου. 570-560 π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Σάμου.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
“Is king Alexander still in the world?” Depending on the answer given to the fish woman’s question a calm passage or a storm is provided. The mermaid is a compound of mythical forms, one of them being the Gorgon whose head, once an object of aversion, in the person of the mermaid (gorgona) becomes seductive. The Seirenes annihilate mariners and their craft in the sea between Italy and Sicily. Scylla, who sinks their vessels in the sea lying between Sicily and Messene also has influence over mariners. On the Kymi two drachm coin (Southern Italy 440-420 BC) Scylla is shown with a fish tail and two dogs coming out of her shoulder blades.
The Earth’s size and shape have been perceived in many different ways throughout human history. Civilizations that developed over the centuries formed their own theories and perception about the dimension and the shape of the earth. In the preceding pages we attempted presentations of the various theories developed by the civilizations that flourished in the Eastern Mediterranean, including Persia, seeing that Greece was culturally affected by these parts of the world. Ideas about the shape of the earth ranged from the belief that it was a simple plane, to the cyclical or rectangular shape. In Egypt, for instance, our planet was thought of as a rectangular flat surface, in Mesopotamia - Persian and Judean tradition it assumed a cyclical shape while finally in Greece “volume” becomes an attribute of the earth. Contrary to Homer and Hesiod’s (8th century BC) belief that the earth is a simple flat surface, Anaximander (7th -6th century BC), thought of it as a cylinder, the Pythagoreans as a sphere, Plato (5th-4th century BC) as cubic and, finally, Aristotle as a sphere. During the period of Christianity, the earth was perceived as a simple flat surface. According to all theories mentioned above, the earth was considered as the centre of the universe, while since the Renaissance the sun has assumed its place as the centre of the universe. Thus, the transition from the geocentric to the sun-Centred universe came about.
The Greeks were aware that the sea brings together material goods, freedom, knowledge and readiness for action. This knowledge guided Greeks at every turn of their history to perform glorious deeds in peace and in time of war. Continuously increasing archaeological data proves beyond the shadow of a doubt the importance and influence of navigation on the development of the prehistoric civilization of Greece; that of the Neolithic period, the Cycladic, the Early Helladic II, the Minoan and the Mycenaean civilization. Research done on navigation in the prehistoric age lacks written sources. The Homeric poems, documents connecting prehistory to history, describe the naval life of the Achaeans, while Linear B, the texts of the Mycenaean period ,are succinct in relevant information. Shipwrecks are also an important source, since their cargo can supply research with valuable information. Pictures of ships are found on Cycladic pottery and other art media, like wall paintings, Minoan seals etc. while the ships decorating Mycenaean pottery are briefly sketched. Ship-effigies made of clay or metal come from tombs of all periods. The fact that obsidian, volcanic glass, has been found in all the Neolithic settlements in Macedonia, Thessaly and the Peloponnese, is evidence of the existence of trade-ships, since this material could only come for the island of Melos. The sailing boats carved on Minoan seals probably depict those trade-ships in which the Cretans travelled all over the then known world. The theory of the thalassocracy (sea rule) of Crete is based on the fact that the Minoan coastal settlements were not fortified and also on the abundance of representations of ships carved on seals. Judging, however, from the evidence that pottery offers, we come to wonder whether this thalassocracy (sea rule) belonged to the Mycenaeans rather than to the Minoans. Minoan pottery has been found in Egypt, while Mycenaean pottery prevails from the eastern coast of the Mediterranean Sea to southern Italy. The importance the sea gained in the Cycladic era is further underlined by the role ships play in the religion of the time as an object lidea; ships’ effigies have been found in tombs, a ship is included in the religious scene painted on the famous sarcophagus of Agia Triada and similar scenes with the indispensable ship-symbol decorate Minoan and Mycenaean jewelry. The most significant representation, however, is the marine wall-painting from Thera Island, telling the tale of a special kind of ritual. The impressive ships depicted there, symbols of power, cannot belong to any other but to a seafaring civilization going back centuries.
Ever since the early days of navigation, the sea offered a source of income to pirates. In antiquity, the distinction between piracy and the hostilities of sea battles in general was not always clear and this confusion continues until almost today. The means and methods of piracy, as well as pirates’ strongholds have not essentially changed throughout the centuries. When a nation seek to suppress piracy and to master the seas it should be politically and economically strong, as the examples of Crete, Athens and Rhodes can prove. Attention should also be paid to the relation between pirates and mercenaries at sea and to the financial and geographic causes that have produced these phenomena.
In an inland sea like the eastern Mediterranean, where piracy had an endemic character, the Byzantines managed to establish an effective mechanism against piracy. Both the glorious and the unfortunate phases of Byzantine history respectively, serve to mark the chronological division of piracy into four periods: a. 4th to 7th century, b. 7th to 10th century, c. 10th to 11th century, d. 11th to 14th century. A prerequisite for piracy was not onl men used to the hardships of life at sea, it also depended on adequate retreat harbours for the fitting out and repair of the pirate-ships, tolerance of the authorities of the country, and the possibility of bringing the loot to friendly markets. The chaotic situation that succeeded the capture of Constantinople by the Latins in 1204, created ideal conditions for piracy that became thereafter a general and permanent phenomenon. From the 14th century on, an undeclared war was waged between members of the Mediterranean society, that is, between merchants and pirates who were so to speak the anti-merchants.
From prehistoric times on, transport greatly contributed to people communicating through travel. Colonization and the Olympic Games opened new ways for communication between nations. Adventures at sea and impressions of journeys on land have already been described in the Homeric poems (8th century BC). Solon, the Athenian, travelled in the 6th century BC with the sole purpose of enriching his knowledge of foreign lands and people while Hecataeus, the geographer from Miletus (6th century BC) was the first to attempt to record whatever concerned an expedition in his (now fragmentary) work. Herodotus, in the 5th century BC met in his travels the people that the Greeks conquered during the Persian Wars. His work supplies us with invaluable information on these peoples’ religion, customs and behaviour, on geography and archaeology. In the 4th and 3rd centuries BC travelling had become popular with the Greeks and particularly with the Athenians. With Alexander the Great’s conquests and the founding of the Hellenistic states in Asia, the traveller’s interest was also attracted to oriental cities such as Alexandria, Pergamum, Ephesus and others. In the 1st and 2nd centuries AD the expansion of the “Imperium Romanum” gave new opportunities and opened new horizons to travellers. It was in the same era that Pausanias, the traveller, recorded in his work all the monuments and historic sites that played a role in Greek history and thus a valuable guide for modern historic and archaeological research has come down to us.
A traveller in antiquity could travel either by sea or by land. Sea travel was more comfortable but it involved quite a lot of unpredictable risks, like storms and piracy. Travelling by land was safer but at the same time more tiring and it often lasted longer. People used to carry along an entire household whenever moving from one place to the other: clothing and blankets, food, water and wine, pots and pans, bath accessories and sometimes merchandise and gifts. Besides the “official descriptions” of trips that have survived until now, a lot of information on travelling can be found in travellers’ diaries and correspondence.
The subject of this article is the book of Thomas Smart Hughes who, in 1913, accompanied Sir Robert Townley Parker on his "Travels in Sicily, Greece and Albania". The interest of the copy, recently acquired by the Library of Thessaloniki University, consists in the fact that it belonged to Sir Robert Townley Parker himself who incorporated in his copy notes, letters, etchings and engravings he had made or collected, all relating to his journey.
In Thessaloniki of the 19th century, quite a few inns were built outside the city walls and close to the railway station, like the “Korytsa” inn, the only one preserved today but not in use anymore. Here we deal only with the inn known as the “Patera” inn that was built in the 19th century and was demolished in 1979 soon after the earthquake of the previous year. It was built in the traditional way as a rectangle around a courtyard occupying 200 squ. m. In 1918, a corner of the inn was converted into a shelter for immigrants. Extensive repairs and alterations were made in 1948, which resulted in the creation of a modern hotel of European standards that stood there serving its clientele for thirty whole years, until the earthquake of 1978. The abandoned inn “Korytsa” comes down to us as it was before any alteration was attempted.
On visiting the monasteries on mount Athos the traveller is housed in the “archondariki”. The hospitality on Athos is as old as the monasteries. Visitors are offered food and shelter at the archondariki and they are attended on by the archondaris. The archontarikia are special, independent buildings, the importance of which varies according to the monastery they belong to. The main rooms are the dining room, sitting rooms, bedrooms and lavatories, the number of which are adapted to the needs of the monastery. The larger archontarikia also have their own kitchen. To avoid any contact between visitors and the monks who wait on them, the archondaris lodges at the archontariki.
The first attempts of the Greek mind to understand the nature of the universe date back to the 7th century BC. Ionian philosophers in the 6th century put these ideas into words. These Greeks of the coast of Asia Minor travelled to mainland Greece where they spread their theories. Not only did they become well-known but also they influenced contemporary art, as we will attempt to show. The column or the pillar, are known as cosmic symbols and at the same time serve as aniconic representations of the deity in the Minoan and Mycenaean world as well as in the East and in later civilizations. The philosopher Anaximander considers the earth a column with its flat top inhabited by humans. A kylix in the Vatican Museum, dating from around 550 BC, serves as a good example of the influence of Anaximander’ s theory on the pictures that decorate Laconic pottery; the composition of the cylix stands on a Doric column and Atlas carries the heavens on his shoulders; the mythical figures symbolize the two ends of the world. The pre-Socratic philosophers also gave consideration to the other celestial bodies. Thus, the stars are described as fiery cycles (Anaximander), as nails stuck in the heavens or as shoes painted on the sky. Archelaos describes the stars as flaming masses of stone or metals, while Parmenides calls them a compressed mass of fire. The sun is described by Anaximander as a shining circle, while Democritus considers it to be a flaming mass of stone or metal. In the pottery of the 6th and the early 5th centuries the representation of the celestial bodies are very popular; the sun and the moon are indicated with a disc and a crescent respectively. From the same group of cosmic symbols the Archaic disc-shaped mirrors must also originate, most of which were found in sanctuaries and were dedicated to the gods. It is highly possible that in concept and use they originally were religious sidereal symbols. What has been so far mentioned proves the strong effect the ideas of the pre-Socratic philosophers had on the Greek world of the 6th and 5th centuries BC and especially on artists of the time. The philosophic concept and description of celestial bodies changes in the 5th century, but the depiction of such things in art remains more or less popular. Anaxagoras conceives the earth as something flat and wide, while other philosophers, like Democritus, describe it as an elongated or elliptical disc with a recess in the middle, or like a drum, as Leucippus does. The idea of a globular earth prevails in Plato’s times, but it seems that it was a notion developed by the Pythagoreans. It is then that the conception of the spherical universe and of the motion and revolving of the earth are finally formulated.
The discovery and study of sepulchral tumuli at Pogoni, Epirus, brings a new dimension to archaeological research of the prehistoric age in Epirus, since this part of Greece has so far remained relatively unknown. Future conclusions drawn from the study of the tombs will prove whether this cemetery and the settlement to which it belongs relate to the first settlement of Greek tribes in Epirus, or to the descent of the Molossoi from the Northwest in the years between the Bronze Age and the early historic period. The tombs excavated so far form two sepulchral tumuli, distinguished by the letters A and B. They are located on the woody north slopes of the Koutsokrano Mountain. The systematic excavation of Tumulus A began in 1979 and was completed in 1981, the same year that the research on Tumulus B, 50 m. south of Tumulus A started. Other tumuli have also been located scattered over an area of 2 km. around Tumulus A; their size varies, while some are covered with large, irregular stones, others with earth. The existence of such an expanded cemetery that remained in use from the 10th on to the 4th century BC and after an interval was used in the early Christian age, as the finds from Tumulus A testify, points necessarily to the existence of a thriving settlement of long duration in time. The settlement was located in 1981 to the east of the large cluster of tumuli. Foundations of circular, semicircular and rectangular buildings are still visible here. Cemeteries consisting of a considerable number of tumuli – the tumuli originate from the North – are known in many countries of Northwestern Europe, the Balkans and the Dalmatic coasts. Similar cemeteries have also been discovered in Greece dating from the Prehistoric age to the 4th century BC. Tumulus A in Pogoni has a diameter of 12 metres, it is almost 1 m. high and contains 30 box-shaped tombs. The question of the origin of box-shaped tombs, which is the common way of burial during the MH and LH period in southern Greece, has not yet been answered. Most of the tombs, although looted, disclosed finds like shreds from prehistoric, hand-made pottery and parts of tools made of stone and knives made of iron. Objects and coins from an unlooted tomb date back to the 4th century BC, while the jewelry from another date in the 7th – 10th century AD and are quite close to similar finds from Albania. The Tumulus B has approximately 8 m. diameter and its height hardly reaches the 0,50 m. The tombs, that can be dated as early as the 11th – 10th centuries BC, have a spoked arrangement and are again box-shaped. The finds of Tumulus A, compared with other relevant, published material, lead us to date the tumulus in the period between the Bronze Age and that of Iron, while the Tumulus B must date earlier, that is from the 11th century BC The continuous use of Tumulus A. from the 11th to the 4th century BC, as well as the existence of a great number of other tumuli and of building foundations bear witness to a lasting and prosperous contemporary community. The group of the tumuli in Pogoni must be related to the tumuli in Illyria, not only because the sites belong to the same geographical unit but also because their tumuli have been in use from the prehistoric period to the Middle Ages. The tumuli of the western Balkans have generally been considered of northern origin, an influenced that is, by the way of burial of the tribes of the Kurgan civilization. These tribes descended from the North to the Balkans and, according to N. Hammond, reached Albania and through the coasts of Illyria and Lefkas Island moved forwards to the rest of Greece.
Ceramics have always been looked on by archaeologists as bearing witness to everyday life throughout the centuries. Byzantine and post Byzantine ceramics however neglected by the modern scholar, can very well supply us with information concerning the trade, technology and aesthetics of their time. They can help us positively with the dating of buildings and stratigraphy in an excavation. In addition, they help evaluate the tradition that puts contemporary ceramics in historic perspective. Up to the end of the 7th century AD Byzantine ceramics follow the Greco-Roman tradition. The pottery of this period falls into two basic groups, unpainted pottery for everyday use and the more luxurious “terra sigillata”, made of orange-coloured clay and glazed in the same colour and bearing an incised decoration or decoration in relief. After the 7th century AD an important change in the technique of Byzantine pottery takes place: yellow or green glazes are first employed. In the beginning of the 11th century the first examples of the incised decoration (sgraffito) appear and keep developing up to the 19th century. In the 13th century AD the incised painted pottery becomes very popular and this technique of decoration reaches high standards. In the 16th century many local workshops of glazed pottery are created and pottery becomes typified, as if mass-produced. The decoration, however, is further enriched and the painting on quite many vases imitates marble (this technique of decoration probably originates from China). In the 19th century the products of a workshop located in Tsanak Kale, Asia Minor, become very popular all over Greece. At the same time the Greek workshops succeeded to give to their pottery an exclusive, distinct character.
Special effort has been recently given to the research, archaeological finds and other relevant information that compose the history of the town-planning of ancient Chalkis on the island of Euboea. The drawing up of the archaeological map of the town and the work done in the Archaeological Museum of Chalkis will finally produce, we hope, a complete picture of the ancient town, which played a pioneering role in colonization in the 8th century BC, was famous for its workshops of metalwork and pottery and gloriously defended Hellenism during the Middle Ages. The destructions and devastations that occurred at a later time along with the modern irrational building activity have, unfortunately, extensively destroyed the ancient monuments and have distorted the physiognomy of the environment in which the ancient town was developed. An effort for the determination of the terminus post and ante quem of the history of Chalkis, that is, of its foundation and of its abandonment l transfer, has been undertaken in order to facilitate the work in process. After the early inhabitation of the Chalkis Peninsula in the Mycenaean age (15th- 13th century BC), an intense human activity develops there during the proto-geometric period (11th-9th centuries BC). All archaeological evidence , however, points to the fact that the proto-Geometric settlement consisted of four or five separate small villages, scattered on the hills of the peninsula (that of Agios Ioannis, Kallimani, Gyftika, Vrondou). The inhabitants used to bury their dead in tombs on the slopes of these hills and were a rural, reserved population without any trade activities or connections.
The article summarizes the views of Dr. Cabianca, Professor of Architecture at the University of Palermo who was asked by the Italian School of Archaeology (excavating in Crete since 1900) to draw up plans for the construction of a modern museum in Phaestos and for the organization of the environment. According to Dr. Cabianca's proposals apart from the Museum - which should include an "educational" centre hall - the site should be planted with trees so as to regain its previous aspect and help improve the condition of the monuments by supplying moisture during summer. This plan, proposed in 1976, was accepted by the Greek government. Unfortunately, nothing has materialized so far and for this reason "Archaiologia" journal introduces this excellent plan offered by the Italian School of Archaeology.
This article, the first of a series under the same title, which will examine the origin, techniques of and the restoration of mosaics, deals with the appearance of the mosaic in Greece, its development during the Roman period and its technical terms. By the term “mosaic” we usually mean an architectural surface (floor, walls, ceiling) covered by a decorative layer of tesserae fixed on a bed of a special mortar. The term “mosaic” first appears in Latin texts and its origin is probably related to a sacred cave dedicated to the muses and decorated with mosaics (muses – musaic – mosaic). The question of its origin has not as yet been answered but prevailing notions suggest that mosaics originated either in the East (Mesopotamia) or in Greece. Important mosaics have survived in Greece dating from the 5th and 4th centuries BC. The decorative themes in these mosaics are rendered with astonishing precision but the chromatic scale is limited since the tesserae used for them are pebbles in their natural colours. In the 3rd century BC not only rounded pebbles but also cubic tesserae are employed, a technique which probably came from Hellenistic Alexandria. The repertory used for the mosaics originally consisted of geometric motifs, later enriched with isolated figures and later still with complex compositions. Pliny and Vitruvius describe in detail the technique of mosaics. The tesserae are laid on a thick bed of mortar consisting of successive layers and constructed in various modes, depending on the time and place. The wall mosaics become especially popular in the art of Byzantium. Again, the constructions of the bed on which the tesserae lay varied depending on time, place, the workshops responsible for the mosaic work and also on the location of the mosaic in the building. The number of floor mosaics that has survived is larger than that of wall- mosaics, the latter being quite often destroyed by collapse to the ground due to the enormous weight of the mortar bed of the mosaic. Because of this problem the bed of the mosaic was sometimes practically nailed to the wall. Pergamum, the native city of the celebrated artist Sossos, was famous for its mosaics. Pliny describes the work of Sossos so precisely that we are able to recognize their copies in Italy. Although the art of the mosaic originates, in all probability, from Greece, it was the Romans who made it widely known from Britain to Asia and north Africa and applied it as a decorative element not only to public but also to private architecture. A wide variation of mosaic techniques is formed during the Roman period such as the opus tessellatum: a floor mosaic made of large tesserae (0,5 – 2,00 cm.), the opus alexandrium: a mosaic made of various, hard , stony tesserae, the opus vermiculatum: an especially rich in colours mosaic, the opus sectile; marble slabs arranged according to a certain plan, the opus musivum; a wall mosaic made of glass tesserae, the opus signinum; on a red background of mortar, tesserae are used to form the outline of the representation, and, finally, the emblem; a mosaic exhibiting a central representation framed by geometric motifs or by an opus tessellatum.
The Nativity is an icon of the Cretan School belonging to the first post-Byzantine period of painting. It is on show at the Byzantine museum. There seems to have been a great variety of pigments used in the painting which the authors of this article analysed. Infrared photographs were taken with refraction of the light source. The painting was also examined through a metallographic microscope and electronic microanalysis which confirmed the findings. The great variety of colours in the painting in due mainly to the mixing of different kinds of yellow ochre with lead white. Umbers and siennas which are normally used in icons have not been used here. Almost all pigments that were identified were widely in use during the 15th century without being exclusive to those times since they have been in use almost to our day.

Ο Kαθηγητής Αγαμέμνων Τσελίκας.
Kαθηγητής Αγαμέμνων Τσελίκας. Aποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ως υπότροφος του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας ειδικεύτηκε στην ελληνική και λατινική παλαιογραφία, ιδιαίτερα στα ελληνικά χειρόγραφα του 15ου και 16ου αιώνα, υπό την επίβλεψη του Μ. Μανούσακα. Με υποτροφία του γαλλικού Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) συνέχισε την έρευνά του στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού και τις παλαιογραφικές σπουδές του στην παρισινή École Pratique des Hautes Études. Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Από το 1980 προΐσταται του Ιστορικού και Παλαιογραφικού Αρχείου του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ). Το 1984 οργάνωσε ελεύθερο Σεμινάριο Ελληνικής Παλαιογραφίας, το οποίο έκτοτε έγινε θεσμός στο ΜΙΕΤ. Διδάσκει Ελληνική Παλαιογραφία ως επισκέπτης καθηγητής στο Φιλολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Πάτρας, στο τμήμα Ιστορικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου στην Κέρκυρα και στο τμήμα Πολιτιστικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Μπολόνια - Ραβένα. Μέχρι σήμερα έχει πραγματοποιήσει 150 παλαιογραφικές αποστολές σε βιβλιοθήκες, από τη Βουδαπέστη και τη Σόφια ώς την Αλεξάνδρεια, τα Ιεροσόλυμα, τη Δαμασκό και το Σινά. Έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 150 άρθρα-μελέτες σε θέματα παλαιογραφίας. Έχει τιμηθεί με τον Σταυρό του Ταξιάρχου του Παναγίου Τάφου από τον πατριάρχη Διόδωρο, για την ταξινόμηση του Αρχείου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και τη δημοσίευση του καταλόγου του, καθώς και από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόδωρο Β' με το οφφίκιο του νοταρίου για το έργο του στη Βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
Το β΄ μέρος της συνέντευξης του Αγαμέμνονα Τσελίκα. Το πρώτο μέρος είχε δημοσιευθεί στο τεύχος 120 (Απρίλιος 2016) του περιοδικού.
Άγ. Θωμάς Μεσολογγίου. Ειδώλια από τον αποθέτη.
Νέοι οικισμοί, άγνωστα νεκροταφεία, αγροτικές και εργαστηριακές εγκαταστάσεις, αγροτικά ιερά συγκαταλέγονται στα νέα δεδομένα που έχουν ήδη αλλάξει τον αρχαιολογικό χάρτη της περιοχής.
Ειδώλιο «ταυροκαθάπτη» από το Δωμάτιο Α.
To μεγάλο μυκηναϊκό κτηριακό συγκρότημα που ανασκάφηκε στα Μέθανα περιλαμβάνει ένα χώρο με αποκλειστικά λατρευτική χρήση. Μαζί με τα πολυάριθμα ζώδια που παριστάνουν βοοειδή, βρέθηκαν και εντυπωσιακά σύνθετα ειδώλια: «ταυροκαθάπτες», ιππείς, άρματα με έναν ή δύο επιβάτες, βοοειδή που σέρνουν άμαξα με οδηγό. Ένας από τους «ταυροκαθάπτες», σε μια παράσταση μοναδικής σύλληψης, απεικονίζει πιθανότατα ανδρική θεότητα που σχετιζόταν στενά με τους ταύρους. Οι ιππείς παραπέμπουν επίσης σε ανδρική θεότητα, που ίσως θεωρείτο ως ο δαμαστής και ο προστάτης των αλόγων. Θραύσματα ομοιώματος πλοίου και ένα μεγάλο όστρεο τρίτωνα δείχνουν ότι ο θεός του ιερού είχε σχέση και με τη θάλασσα. Λατρευόταν εδώ στα μυκηναϊκά χρόνια ο κυρίαρχος, στους ιστορικούς χρόνους, θεός της Τροιζηνίας, ο Ποσειδώνας;
Ειδώλιο μακρύκερου βοδιού από το Ιερό Κορυφής του Βρύσινα. Φωτ.: Ν. Δασκαλάκης.
Από τα πανηγύρια που οργανώνονταν στον Βρύσινα γύρω στο 1700 π.Χ. έμειναν ζωικά κατάλοιπα από τα οποία, σε συνδυασμό με το πλήθος των ζωόμορφων ειδωλίων, αντλούμε στοιχεία για το ρόλο των ζώων στη λατρεία. Τα διαμελισμένα σφάγια, κομμένα σε ατομικές μερίδες, μαγειρεύονταν σε χύτρες και διανέμονταν στους πανηγυριστές. Βρέθηκαν κατάλοιπα από αιγοπρόβατα, χοίρους, αγελάδες, σκύλους και, από τον παράκτιο χώρο, ψάρια και ένα κοχύλι πορφύρας. Καθώς το 99% των ειδωλίων αναπαριστούν βοοειδή, ενώ παράλληλα η κατανάλωση βοοειδών στον Βρύσινα είναι μειωμένη, τίθεται το ερώτημα των δεσμών ανάμεσα στην αγροτική οικονομία και τη θρησκεία.
Μονή Ελληνικών Θουρίας. Ιδιοκτησία Φιλιόπουλου. Άποψη από δυτικά του χώρου όπου βρίσκεται η βάση του ελαιοπιεστηρίου.
Τα κατάλοιπα των αρχαίων ελαιοτριβείων που εντοπίστηκαν στη Θουρία είναι οι πρώτοι ασφαλείς μάρτυρες της ελαιοπαραγωγής στη Μεσσηνία κατά την αρχαιότητα.
Robert A. Mc Cabe, Το γεφύρι της Άρτας (1961).
Πρόκειται για το πιο γνωστό —ίσως— γεφύρι του ελληνικού χώρου. Το γεφύρι της Άρτας, εκτός από σημαντικό μνημείο ελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, λόγω του τρόπου κατασκευής του και των θρύλων που το περιβάλλουν, αποτελεί και αξιόλογο τοπόσημο της περιοχής.
Αττική ερυθρόμορφη πελίκη που ήρθε στο φως στη διάρκεια των ανασκαφών στην Κοιλάδα των Τεμπών.
Η κατασκευή του οδικού άξονα Πειραιώς–Αθηνών–Θεσσαλονίκης–Ευζώνων (ΠΑΘΕ) οδήγησε στη διενέργεια σωστικών ανασκαφών στα Τέμπη (2010–2013), στις δύο εισόδους της Κοιλάδας. Στη δυτική είσοδο, θέση Χάνι Κοκόνας, αρχιτεκτονικά και κινητά ευρήματα μαρτυρούν την ύπαρξη ιερού της Κυβέλης συλλατρευόμενης πιθανόν εδώ με την Άρτεμη. Στην ανατολική είσοδο, θέση Φύλλα Γκιόλια, αποκαλύφθηκε το οργανωμένο αρχαϊκό νεκροταφείο της πόλης των Μαγνήτων, Ομόλιον.
Τούρλα Γουλών. Ανασκαφή διαβρωμένου νεκροταφείου της Μέσης Εποχής του Χαλκού. Εγχυτρισμός σε ταφικό πίθο.
Η διαχρονική προσέγγιση των ταφικών δεδομένων από την περιοχή της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου και τον άλλοτε παραποτάμιο χώρο καλύπτει την απόσταση που χωρίζει τη Νεολιθική εποχή από τους χριστιανικούς χρόνους. Θίγονται θέματα όπως: ο ενταφιασμός εντός των οικισμών και η εμφάνιση εκτεταμένων οργανωμένων νεκροταφείων έξω από τους οικισμούς και μακριά τους, οι δύο κυρίαρχες ταφικές πρακτικές του ενταφιασμού και της καύσης, η τυπολογική ποικιλία των τάφων.
Έργο του αρχιτέκτονα-φωτογράφου Βελισσάριου Βουτσά.
Οι οικονομικές κρίσεις δεν είναι φυσικά καινούργιο φαινόμενο στην Ιστορία. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν δύσκολες οικονομικές καταστάσεις, έχουν χρησιμοποιηθεί, από την αρχαιότητα ήδη, ποικίλα μέσα. Η φορολόγηση της γης, του εμπορίου, των μεταφορών, των φυσικών πόρων, ο φόρος υποτελείας, η κοπή νέων νομισμάτων είναι κάποια από αυτά.
Η υποτίμηση, η απαξίωση του νομίσματος ήταν ορισμένες από τις λύσεις που αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν η Αθηναϊκή Δημοκρατία με τα πονηρά χαλκία αλλά και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με τα δηνάρια και τους αντωνινιανούς, ενώ οι Σελευκίδες ίδρυσαν 70 πόλεις με σκοπό τη συγκέντρωση φόρων σε χρήμα για να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες του στρατού.
Σεπτίμιος Σεβήρος (193–211 μ.Χ.). Aureus, έκδοση 202 μ.Χ. Απεικονίζεται όλη η αυτοκρατορική οικογένεια. Στον εμπροσθότυπο ο αυτοκράτορας και στον οπισθότυπο η σύζυγός του Ιουλία Δόμνα και τα δύο του τέκνα, Γέτας και Καρακάλλας. Βάρος: 7,26 γρ. Η καθαρότητα του μετάλλου και το βάρος των χρυσών νομισμάτων δεν είχε αλλάξει από την εποχή του Νέρωνα. NAC 92, 23–24 May 2016, 608.
Τα νομίσματα συνεισφέρουν σημαντικά στην ερμηνεία των οικονομικών κρίσεων της αρχαιότητας. Καθώς η αξία του αρχαίου νομίσματος από ευγενή μέταλλα ήταν εγγενής, για να αντιμετωπιστεί μια οικονομική κρίση αρκούσε η υποτίμηση, δηλαδή η κοπή λιποβαρών νομισμάτων ή η πρόσμιξη των ευγενών μετάλλων με ευτελέστερα. Η υποτίμηση δεν απέκλειε βέβαια την παράλληλη αύξηση της φορολογίας. Οι νομισματικές μεταρρυθμίσεις, που σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν και πολιτικό αντίκτυπο, έπληξαν κατά καιρούς τόσο τους αριστοκράτες όσο και τη μεσαία τάξη.
Ο Αλέξανδρος Γ΄ στον εμπροσθότυπο αργυρού τετράδραχμου. Νομισματική Συλλογή Alpha Bank 5556.
Η τεράστια διαφορά κλίμακας είναι αυτό που διακρίνει τα ελληνιστικά βασίλεια και την οικονομία τους από τις πόλεις–κράτη. Όσο μεγαλύτερη η εδαφική έκταση, τόσο μεγαλύτερη η στρατιωτική δαπάνη. Ο στρατός πληρωνόταν με νόμισμα, το οποίο έπρεπε να έρθει στα ταμεία του κράτους μέσω της φορολογίας. Ενδιέφερε η είσπραξη φόρου σε χρήμα, όχι σε είδος. Το νόμισμα —χρυσό, αργυρό, χάλκινο— κυκλοφορούσε στις αγορές των πόλεων. Και οι Σελευκίδες ίδρυσαν γι’ αυτόν το σκοπό πάνω από 70 πόλεις.
Τμήμα μαρμάρινης στήλης από την Ακρόπολη. Παρατίθενται κατάλογοι με τις ετήσιες εισφορές σε άργυρο (φόρος της εξηκοστής) των μελών της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας προς τη θεά Αθηνά (439/8–432/1 π.Χ.). Αθήνα, Επιγραφικό Μουσείο, αρ. ευρ. EM 6857+6648.
Στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου (413–404 π.Χ.) η Αθήνα βρέθηκε σε μείζονα οικονομική κρίση. Οι Σπαρτιάτες τής απέκλεισαν την πρόσβαση στα μεταλλεία του Λαυρίου. Τα μέλη της Αθηναϊκής Συμμαχίας έπαψαν να καταβάλλουν τις εισφορές τους. Η συντριβή στην εκστρατεία της Σικελίας ήταν ολοσχερής. Οι Αθηναίοι παίρνουν έκτακτα μέτρα: από την Ακρόπολη αφαιρούν το περίβλημα των επτά από τα οκτώ χρυσά αγάλματα Νικών, όπως και άλλα αναθήματα. Παράλληλα εκδίδουν υπόχαλκα νομίσματα που έχουν ωστόσο την αξία των αργυρών: «πονηρά χαλκία» τα ονομάζει ο Αριστοφάνης.
Το Κάστρο Χλεμούτσι.
Ο αρχαιολογικός χώρος κάστρου Χλεμούτσι βρίσκεται στο χωριό Κάστρο του Δήμου Ανδραβίδας–Κυλλήνης της Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας, στο δυτικότερο ακρωτήριο της Πελοποννήσου, μεταξύ Κυλλήνης και Λουτρών Κυλλήνης. Το Χλεμούτσι είναι χτισμένο στο ψηλότερο σημείο της περιοχής, στην κορυφή του λόφου Χελωνάτα. Από τη στρατηγική και περίοπτη θέση του δεσπόζει σε όλη την πεδιάδα της Ηλείας, εποπτεύοντας παράλληλα τη νότια Αχαΐα, το Ιόνιο πέλαγος και τις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας.

THRACE The first Palaeolithic sites in Thrace came to light in the 1960s thanks to the research Professor D. Theocharis carried out in the Evros river triangle. New sites have been located recently, in a new geomorphological research held in the Rodope plain. The older as well as the new sites, the open-air locations and finds are the product of survey. Nevertheless, an excavation has yet to be carried out and indications of Palaeolithic habitation have not been located in caves or rock-shelters till now. The sets of tools indicate exclusively the Middle Palaeolithic Era. This first data of human habitation in Thrace during the Palaeolithic era combined with the geographic position of the region -being on the threshold of Europe, from the Asiatic to the European area- and the wealth of finds from the neighbouring countries calls for pertinent research.
This is a preliminary report on survey work which was carried out by the Ephorate of Antiquities of Komotini in the southeastern part of the Rhodope plain in Thrace. For the first time in this part of Greece the research, still in progress, led to the discovery of Palaeolithic material which dates to the Middle Palaeolithic period. Four different findspots with stone elements of this period have been located in the area of "Krovili-Petrota". Among the finds is a biface made on lamina, one of the very few artifacts of this kind that have been recovered in Greece so far.
Today Macedonia belongs to those particularly rich regions in anthropological and archaeological finds of the Palaeolithic age, which however are still unexploited. Western Macedonia, where the research of the English expedition under E.S. Higgs was originally focused in the 1960s, has produced interesting finds, such as a hand-axe, probably of the Early Palaeolithic era, a bifacial leaf-shaped spike and another one of the Levallois technique from the Middle Palaeolithic era. All three finds come from Palaiokastro. Grevena. In central Macedonia and specifically in the Chalkidiki peninsula lies the well-known Petralona cave, where a human ossified skull was discovered, probably at least 250.000 years old . In spite of the particular interest of this find, it is difficult today to fully support the argument that the cave was inhabited by humans, because the cultural remains have not yet been located and studied. Eastern Macedonia came late to the fore of Paleolithic research. A preliminary survey research was held there in 1989-1990 and a short excavation was carried out recently in the Maara cave, Drama. The habitation in Maara is assigned to the Middle Palaeolithic era.
Careful observation of the map of Palaeolithic Greece, as it was shaped in the late 1980s, led us to acknowledge that the region of Northern Greece, from the foot of Mount Pindos to the Evros river, was terra incognita, although there were indications of Palaeolithic habitation in this region as well as in the neighboring countries. So a project was decided on which would investigate the Palaeolithic habitation in Eastern Macedonia, an area which had not yet supplied any evidence of human beings in the Palaeolithic period in spite of the wealth of finds from the Neolithic and Bronze Age. The first results of the project were positive, although not sufficient enough for creating a complete picture of this habitation. Such a picture can only be completed by continuing the research and the detailed study of the available archaeological material.
The "Springs of Aggitis" cave lies on the northern outskirts of the Drama basin in Eastern Macedonia, the flat part of which occupies 750 km. West of the natural cave entrance, where lie the springs of Aggitis river, a tributary of Strymonas river, animal bones from the Upper Pleistocene have accidentally been discovered. The bones come from the Ursus spelaeus, Mammuthus primige-nius, Equus caballus, Coelodonta antiquitatis, Megaloceros giganteus and Cervus speaes and have been found in red argilic layers, approximately 10 m below the present ground surface. The trial trench (4 x 1.5 m), east of the artificial cave entrance, proved that these Pleistocene fossil-bearing layers were 2.60 m. thick, the bone material was accompanied by Mousterian stone artifacts and its absolute dating was ± 50,000 years old. In this article we suggest that this was probably a killing-site, judging on the one hand from the limited amount of the stone materials and on the other from the absence of both the tool core and the exterior cover.Furthermore the tenure indicated that the tools were brought to the site already finished and the presence of humans did not last long.
Epirus is the most thoroughly researched region in the country. Two English expeditions by Cambridge University have been organized (since the beginning of the 1960s until today). The first, under E. S. Higgs, brought to light and excavated the rock shelter of Asprochaliko, the Kastritsa cave and the open-air location of Kokkinopilos. The second, under G. Bailey, located and excavated the rock shelters of Klithi and Megalakkos. An American expedition under C. Runnels continued the research at Kokkinopilos and started a survey in the area of Nikopolis in collaboration with the IB' Ephorate of Prehistoric and Classical Antiquities. Finally the Ephorate of Palaeoanthropology and Spelaology started a new excavation in the rock shelter of Boila a few years ago. Tens of open-air sites have similarly been located which complete the picture of the Paleolithic habitation in the area, that goes back to the Middle and Late Paleolithic era, while probable clues that point to the Early Paleolithic era do exist. In 1994 ,the 1st "International Congress on the Paleolithic Period in Greece and the Neighboring Regions" was held in loannina, capital of Epirus.
The interest both of American archaeologists as well as of the American School of Classical Studies, was first expressed in 1958, when Michael Jameson made the chance discovery of a stone implement of the Middle Palaeolithic period on the slopes of Profitis Elias, not far from Didyma, southern Argolid. A few years later (1967) they started systematic excavations in the Franchthi cave, Ermionis. Since then the interest of the American archaeologists, regarding the study of the Palaeolithic and the Stone Age in Greece in general, has remained undiminished. The last thirty years,apart from the excavations in Franchthi, the American School of Classical Studies has supported a series of projects in which the search and study of Palaeolithic sites are included. The Peloponnese: Franchthi Cave and the Argolid. The American excavations in the Franchthi cave, Ermionis, proved to be of exceptional importance for Prehistoric research in the Greek region.For the first time they brought to life a sequence of stratigraphic sets from the Late Palaeolithic to the end of the Neolithic period. The Franchthi finds redefined the position of Greece in the broader area of European Prehistory and especially of Palaeolithic archaeology. The excavations were carried out berween the years 1967-1974 under Thomas W. Jacobsen, with the support of Pennsylvania and Indiana Universities and of the American School of Classical Studies. The important results of the exploration of Franchthi led to a systematic survey of the southern Argolid a few years later. The project was headed by M. H. Jameson, T. H. van Andel and C. N. Runnels and supported by the American School of Classical Studies. It also included submarine geophysical research with modern methods (high-resolution seismic reflection profiling/bathymetry), in order that the geomorphology of the district be investigated and sunken areas be located. On the basis of the submarine and survey results in southern Argolid and of the Franchthi stratigraphical study we can reconstruct today quite accurately the geomorphology, flora and fauna as well as the human activities in the Ermionis vicinity during the Palaeolithic period. Thessaly: A Survey in the Larissa district C. Runnels, of Boston University, supported by the American School of Classical Studies, has recently (1987, 1989, 1991) carried out a series of surveys in the Larissa district, aiming at the re-examination of the research conclusions Milojcic and his collaborators reached in the 1960s. Runnels identified seven locations of the late Early Palaeolithic period, six in the vicinity of Megalo Monastiri and one not far from Rodia, north of Larissa. On the basis of the strata dating at the site Rodia, the Early Palaeolithic period in Thessaly must be assigned to the period 400,000-200,000 years BC. Epirus: A survey in the Preveza district In the framework of the Nikopolis project and with the support of the American School of Classical Studies, in 1991 C. Runnels carried out a survey in the district of Preveza . A hand-axe in an argilic layer was found at the site Kokkinopilos, which was dated (U/Th disequilibrium method) to approximately 250,000 years ago. The hand-axe is made of flint stone and its typology belongs to the lithotechny of the Acheulean cultural phase. The hand-axe, although common to the Acheulean lithotechny of Europe, is an extremely rare find in Greece and in Europe in general. It should be mentioned here that the Acheulean lithotechny discovered at Kokkinopilos is contemporary with the Clactonian lithotechny of the chopping tool type, found in Thessaly. The discovery of the hand-axe is a special contribution to the study of Palaeolithic archaeology, since it thus confirms -in combination with the finds from Thessaly- the human presence ("Archaic Homo sapiens") in Greece in the end of the Early Palaeolithic period (400,000-200,000 BC).
The Boila site lies on the east bank of the Voidomatis river, exactly on the western entry to the valley, at an altitude of approximately 500 m. Facing the North and situated on the banks of a stream on an Eocenian limestone layer, it appears today as an elongated shallow rock shelter (max. dim. 17 Χ 5 m.); however, geological observations led to the conclusion that it had been better protected in the past, since its natural protection gradually receded due to erosion and tectonic incidents. Its overall stratigraphic sequence belongs to the late Upper Palaeolithic period and to the so-called Epigravettian cultural phase.
Already since the beginning of the 1960s Thessaly has been a field of research thanks to the work of Professors D. Theocharis and Vlad. Milojcc. A plethora of open-air sites came to light during repeated surveys which were conducted in the late 1980s by C. Runnels, head of an American expedition. The sites are located along the Pineios river as well as in the south-eastern, northern and western regions of the plain of Thessaly.Human habitation is assigned to the Middle and Late Palaeolithic era and there are certain indications pointing even to the last phase of the Early Palaeolithic era. Along with all these survey finds, the excavation of the Palaeolithic deposits of Theopetra cave by the Ephorate of Paiaeoanthropology-Spelaeology of the Greek Ministry of Culture will contribute greatly to our knowledge of the Palaeolithic period, not only of the area but of the entire country as well. Theopetra is one of the few Palaeolithic sites of Greece, where habitation has undoubtedly been continued from the Middle to the Late Palaeolithic era and exists in an unbroken line up to the Neolithic period.
During the nine years of its excavation (1987-1996) the Theopetra cave brought to light deposits of the Middle and Upper Palaeolithic and Neolithic periods. It is not only the first excavated cave in Thessaly, where stratified deposits of the forementioned periods have been found, but it is also the first site in Thessaly in which the Mesolithic period is represented by a separate layer. The transition from the Mesolithic to the Upper Palaeolithic in the cave is characterized by a hard sediment, about 40 cm. thick, formed during the end of the Upper Palaeolithic phase by dripping or running water. Two more hard sediments have been located, one in Upper Palaeolithic and the other in Middle Palaeolithic layers, which reflect glacial periods of the Pleistocene. Two human skeletons from the Upper Palaeolithic and the Mesolithic have been found, while the masses of unbaked clay, which has been located in very old layers, indicate the use of clay in very early times, long before it started being baked. The stone tools of chocolate colour flint are of perfect quality and exhibit a fine technique, while the bone artifacts and perforated teeth belong to the finds from the Upper Palaeolithic era. Over 30 samples of 14C analysis gave dates ranging from 44,000 years BC to 4,000 years BC.
In the southern part of mainland Greece called Sterea, and specifically in Boetia lies the rock shelter Seidi, one of the first Palaeolithic sites of the country to be excavated. A thorough reference to it is included in the issue 59 of this magazine (pp. 9-12). Other indications of human habitation come from Aetolia and Akarnania.Stone sets of chopping implements, assigned to the Palaeolithic era, have been surveyed by Dr. V. Papakonstantinou in the Agrinion district, on the west shore of lake Amvrakia and elsewhere. Euboea has repeatedly been a research field.
Research in flint deposits of central Euboea resulted in the discovery of Palaeolithic quarries. In 1977 and 1978 two sites of local flint tool workshops were located at Phaneromeni and Voleri in the Nea Artaki region. On these sites, lying a mile apart, great numbers of cores, flakes and intact, broken and incomplete tools have been surveyed as well as pebbles, which had probably been used as hammers. The finds amount to thousands and, compared to artifacts of stratified sites, can be dated to the Middle and Late Palaeolithic era and Mesolithic era, while some of them may be assigned to the Early Palaeolithic period. The stone artifacts indicate a long series of Prehistoric cultural levels existing in Euboea. Some Middle Palaeolithic shells, Neolithic opsidian tools and a few pottery sherds from the historic period have also been surveyed. Nevertheless, no excavations have been carried out, while sites and artifacts are being destroyed and disappear everyday due to the authorities' indifference.
The Palaeolithic period on Euboea is confirmed by quite a few relevant elements from its centre as well as by certain indications from other parts of the island. Our limited information is undoubtedly due to the fact that no systematic research of this period has been carried out until today. The first effort for the proper approach to the subject started in 1991 with the Ephorate of Antiquites of Euboea in collaboration with this period's specialist Dr. E.S. Papakonstantinou. It was, however, no more than an investigation of the progress in research regarding Palaeolithic Euboea. Besides tools from the Nea Artaki area, various other finds of the Palaeolithic period come from the following locations: The nearby sites Kotsika and Agali on the northeast coast of Euboea; the Manika peninsula, on the west coast, close to Chalkida; the Hagios Vasileios-Hagia Anna site at the Hagios Vasileios bay, on the northeast part of the island; on the northwestern part of Euboea the sites Hagios Athanasios and Hagios Georgios Limnis; and the site Tabouri Kirinthou, south of Agali. It is not certain whether the sites of central Euboea, as well as of Velos further to the south, are in fact Palaeolithic as they have been regarded in various publications. The systematic research of specialists, which will also evaluate the major or minor groups of Palaeolithic implements, will provide the final answers to questions concerning the Palaeolithic period on Euboea.
Although a systematic excavation of the location of Palaeolithic sites on Euboea has not been carried out until today, quite many Paleolithic sites have been found among numerous Neolithic ones, during the surveys conducted in the 1970s and 1980s. Most of them lie in Northern and central Euboea.The northern part of the island, especially, being more wooded and with an abundance of water, seems to have better served the living of the people of that time. All the sites of Northern Euboea, such as Hagios Georgios, Hagios Athanassios, Prokopi, Agia Anna. Kotsikia, Kerassia, Paliochori Rovion, have produced lithic material excusively of the Middle Palaeolithic era, while on central Euboea tools of the Lower and Upper Palaeolithic era have been found. Although no Palaeolithic site has yet been located on Northern Euboea, it is certain that this picture will be changed by the results of a systematic excavation. The habitation of places on mountains or close to rivers must be related to the presence of game. The Palaeolithic hunters might had moved to the highlands in the summer, where there would have been an abundance of grass for the animals. The sites at Nea Artaki, Kotsikia, Hagia Anna, which lie close to the sea, can be considered as winter settlements. The Palaeolithic sites on Euboea must generally be related to the emigration of animals and must had been situated either on the animals' routes or close to springs. Quite many Middle Palaeolithic sites have also been found on the Northern Sporades. At a time when the sea level was much lower than it is now, this insular group was united with Thessaly and Northern Euboea. In recent years, with the occasion of the Kyklopas cave excavation on Joura, a survey of all the small islands of the group was carried out, which brought to light more Palaeolithic sites, beside the two already known. On Alonnessos, Kyra Panaghia, Gramiza, Joura and Psathoura the Palaeolithic sites, which have been located, also show the existence of primitive navigation, since the desert islands of Northern Sporades had not always been united. The excavation in the Kyklopas cave proved that during the Mesolithic period (8th millennium BC) there was specialized fishing and quite advanced navigation, thus suggesting the existence of a tradition in similar activities in the area of the Northern Sporades . Human activity in the area of Sporades seems to be related with the existence of game. Beside Kokkinokastro on Alonnessos, excavated in the past as well as recently, a rich fauna must have had also existed on the other small islands. However, Prehistoric people might well have been interested in fishing, since the sea around the Sporades has always offered the best fishing in the entire Aegean. We believe that in the future research should be targeted at the location of sites on the bigger islands, such as Skopelos, Skiathos and Alonnessos, which exhibit rich feeding sources.
The Peloponnese is a productive field for Palaeolithic research and today presents a large number of sites. The oldest reference to an implement which was assigned to the Early Palaeolithic era comes from Arcadia. In the Argolid two caves have been excavated: Franchthi, by an international interdisciplinary team under T. W. Jacobsen, and Kephalari, by a German expedition under L. Reisch. Both Franchthi and Kephalari, where, however, the research has not advanced beyond the preliminary stages, are key-sites for the understanding of the Palaeolithic habitation of Greece. The survey of the American team under C. Runnels has located quite a few sites. Presently excavations are carried out in rock shelters at the Kleisoura canyon, within the framework of a Greek-Polish collaboration,that of the University of Krakow, under Professor J. K. Kozlowski, and the Ephorate of Palaeoanthropology-Spelaeology of the Greek Ministry of Culture. Finally, a brief excavation at the Kokkinovrachos site, in Nauplia, should be mentioned, which was conducted by A. Protonotahou-Deilaki in 1974. The Western Peloponnese does not have any excavated site, although the research of the French expedition in Eleia under A. Leroi-Gourhan and his collaborators, during the 1960s, proved to be quite fruitful. Recently, new sites came to light in Achaia owing to the research of the Ephorate of Palaeo-anthropology-Spelaeology. Finally, in Laconia two caves were excavated, Apidima, by Professor Th. Pitsios. and Kalamakia, the latter within the framework of a Greek-French cooperation between the French National Museum of Natural History, under H. de Lumley, and the Greek Ephorate of Palaeoanthropology-Spelaeology. Human habitation in the Peloponnese covers the Middle and Late Palaeolithic period.
The Kleisoura canyon is part of the important road linking the Argolid plain and the Prosymna basin (Berbati). Research,starting in 1993 led to the location of about 30 caves and rock shelters, two of which were explored with trial trenches; later, in 1994 and 1995, a systematic excavation was carried out in the rock shelter no.1. The results of these investigations allow us to outline the evolution of the Prehistoric habitation during the last cold phase of the Glacial period (25.000-15,000 BC.), the Late Glacial (15,000-10,000 BC.) and the Early and Middle Holocene. This outcome therefore includes the Upper and Final Palaeolithic period, the Mesolithic period, as well as traces of the Middle and Late Neolithic, and ends with traces of the Bronze Age.
The "Kalamakia" cave, on the west shore of Mani, shows significant deposits of the last Mesoglacial and Glacial period.The archaeological strata date from the first half of the last Mesoglacial period and belong to the Middle Palaeolithic period. The discovery of successive layers of habitation supplied information about the "dwelling" habits of Palaeolithic man and the organization of space, while it also brought to light stone "structures". Almost all bone remains belong to wild goats and deer. The implements, mainly scrapers and points, are of good quality; they are made of a great variety of rocks, some of which had been brought from far away.
Stone tools dating from almost all the Prehistoric periods and mainly from the Middle and Upper Palaeolithic have been collected from the littoral plain in the northern region of West Achaia. Most of the finds come from the coastal gradients and the valley of Peiros river, where the first two open-air Palaeolithic sites have also been located. They are dwelling settlements from which only the stone tools have been preserved. The Mavri Myti settlement, of which only a small part has survived, lies on a coastal gradient and dates from the Middle Palaeolithic period. Its artefacts feature many pebble tools, along with typical Mousterian ones, as well as a few samples of the Levallois technique. The Aurignacian settlement at Elaeochori is quite extensive. It has produced early Aurignacian stone artifacts, which are assigned to the traditional phase from the Middle to the Upper Palaeolithic period.
Paleoanthropological research of many years on the coastal site of Apidima - west of Areopolis - resulted in the discovery of a uniform area of Paleolithic habitation in the wider region of western Mani. The important Paleoanthropological finds from Apidima, resulting from research which was done under exceptionally difficult circumstances, have proved the great scientific significance of this site and of the wider Mani in general for the study of Paleoanthropology in Greece and for the evolution of man in Europe. Research was carried out by the Anthropological Museum in collaboration with the Laboratory of Historical Geology-Paleontology of Athens University and the Institute of Geological and Mining Research of Thessaloniki University. Apidima Layers of Palaeolithic habitation, dating from different periods, and important human skeletal finds coming from six to eight different individuals have been located at Apidima. The importance of the Paleoanthropological finds, mainly of the human fossils of earlier geological periods, lies in the fact that they permit the study of the biological evolution of man. Cro-Magnon (Homo Sapiens) A number of Paleoanthropological finds, belonging to ossified types of the contemporary Homo Sapiens, have been discovered in the Upper-Paleolithic layers of Apidima. The most interesting among them is a female skeleton. The bone formation of the woman, who had lived about 30,000 years ago, refers to the Cro-Magnon anthropological type, known from similar Upper-Paleolithic sites in Europe and Middle Paleolithic ones in Eastern Mediterranean. Early Homo Sapiens Finds The most important Paleoanthropological finds from Apidima are two ossifed skulls (ΛΑΟ1/Σ1 and ΛΑΟ2/Σ2). On the basis of the available data, the human finds from cave A are dated between 100 and 300 thousand years and are classified in the Homo sapiens types (Pre-Neanderthal). The systematic name Homo (Sapiens) Taenarius has been proposed for these finds, until their laboratory cleaning has been completed and their age has been secured by absolute dating. The Neanderthal Man Human fossils of the Wurm Glacial (c. 100-40 thousand years), which have been named "classical Neanderthal", have been located at quite many European sites in the beginning of our century. A series of early European finds, to which the skulls (ΛΑΟ1/Σ1 and ΛΑΟ2/Σ2) from Apidima must also belong, such as the Petralona, the Arago (France) and the Atapuerta (Spain) man, have extended the phylogenetic history of the Neanderthal man 200 to 300 thousand years in the past, dictating his phylogenetic origin from the archaic forms of Homo Sapiens.
Paleolithic research in the Ionian Islands was started in the 1960s by Professor Aug. Sordinas who excavated the rock shelter Grava on Corfu and located many open-air sites on Corfu and Zakynthos. G. Kavadias surveyed later Paleolithic stone implements in the Phiskardo area, northern Kephallonia, as did G.A. Cubuk in the district of Nea Skala, in the south-eastern part of the island. A similar survey was carried out in Lefkada by A. Douzougli-Zachou. Recently, new sites have been located in Zakynthos. Human habitation in the Ionian Islands is assigned to the Middle and Late Paleolithic era. However, certain data from the geological research in SW Corfu is probably indicative of earlier habitation.
Paleolithic research in the area of the Ionian Islands revealed an Epigravettian wide goal economy, showing tendencies of domestication. We stand on the threshold of the partial, at least, and still aceramic, domesticated cattle-breeding in the Balkans, Everyday, these scattered, limited sequences become better known and are confirmed by the survival of many Epigravettian elements (especially backed bladelets and lunates) in purely Neolithic layers, to mention only a small example from mountainous Albania across Corfu. Such a perspective would be the greatest service offered by the Late and Post-Paleolithic Archaeology. A Paleolithic station was located in May 1966 in Grava of Hagios Matthaios, a former extensive rock shelter, the roof of which has fallen in.
Although no systematic archaeological research exists, chopped stone implements have been repeatedly surveyed on Zakynthos, specifically from the Basiliko peninsula, by geologists who visited the island occasionally. The location of an open-air site at Hagios Nikolaos recently, a community of Basiliko, supported the argument that Zakynthos had already been inhabited since the Middle Palaeolithic. The identification of the character of this site -a workshop of raw material- comes to elucidate one of the most interesting expressions of Palaeolithic man, that of his behaviour and adjustement to the natural enviroment.
Little research has been done on the Aegean Islands unlike the rest of Greece, therefore indications of Palaeolithic habitation are few. Geomorphological phenomena, such as changes of the sea level, intense erosion, etc. undoubtedly contribute to this scarcity. The available data come on the one hand from Thasos, where a Late Palaeolithic ochre mine has been discovered and excavated recently by Ch. Koukouli-Chryssanthaki; and on the other from the Northern Sporades, where D. Theocharis was the first to study implements of the Middle Palaeolithic period. A. Sampson makes a thorough reference to these indications as well as to more recent ones in the present issue. The lack of indications from the Cyclades, the Dodecanese, and the other Aegean islands as well as Crete remains apparent. A reference of surveying bone implements from the Rethymnon district, Crete, is by no means proof of human habitation, not to mention that there is no further use of this information.
Extracting ochre, the "gold", as it was called, of the Palaeolithic period, was the earliest mining activity of man and his first acquaintance with metals. The Palaeolithic mines of Thasos have been added to the excavational activities in Europe. The Prehistoric mine on Thasos was located in 1956. The 18th Ephorate of Prehistoric and Classical Antiquities of Kavala, evaluating the importance and uniqueness of the find, undertook its excavational research on the one hand with the cooperation of the archaeologist G. Weisgerber -from Bergbaumuseum, Bochum-, a specialist in the archaeology of mines and a member of the project "Archaeometallurgic Research on Thasos"; and on the other with the scientific support of the IGSG of Xanthi, represented by G. Jialoglou. During the excavational project only a few mines have been located: Mine T1 with two galeries, dating from the Later Palaeolithic era. Mine T2 clearly shows that a different technique of striking and extracting the deposit has been applied. The excavational research carried out in the T3 and T6 mines is limited, therefore their dating as well as that of the mine T2 is not yet possible. The stone forging tools and flint blades found in the mines T3 and T6 indicate that the technology applied in these mines is close to that of the mine T1. The excavational research will probably locate on Thasos more traces of the Palaeolithic men who extracted ochre from the haematite deposits using technology that was advanced for their time.
Computers are making unprecedented aesthetic experiences possible and offer a revolutional way to how art is perceived and taught. The profound impact of digital technology on art during the last years and what it portends for the future, is only beginning to be appreciated. Although enthusiastically welcomed by the film and broadcasting industries, computers have not been readily accepted by most of the art community. With their enormous potential as visualizing tools, the reticence of the art community is somewhat perplexing. While it is certainly true that the liaison between art and technology has been an uneasy one for some art historians and art educators, their ideas and apprehensions are becoming outdated in the current context of computer knowledge regarding available machines and programs-Today, the wide availability and portability of persona! computers and very sophisticated programs invite the art historians to work directly on their own computers, so that intermediaries are no longer required. However, there is still a need for art historians and teachers to work alongside programmers to improve the familiarity and the simplicity of the user interface towards the artistic and educational directions of art software.
Between 1972 and 1981 Greek, English, French and Belgian archaeologists and epigraphists, published texts in linear A script, incised on three pins made of precious metals, found in Crete and belonging to the Late Minoan IA period (1600-1450 BC). The importance and interest in these three pins lies in the fact that they bear the longest known dedicatory inscriptions, in a language which has just started being deciphered. In my opinion, it is an Indo-European language, one of those that make up the Classical Greek language. The text on one of these pins contains 11 different words written with 45 signs. As the pin is broken at both ends, we must accept that the text would have originally included two more words, divided from the others by a small antenna, thus comprising a total of about 50 signs. The presence of words on the three Cretan pins, which have survived in Classical Greek, such as κέλωρ, εκείνο, α(υ)τά+δε, of a verb ending in -μι (za-ki-se-nu-ti), of a sigmatic past tense fte-su-de-se), names such as Αμασις, Αδάλα, Θασσαλός, a genitive case in -olo and an instrumental in -φι, allow us to believe not only that we understand the main part of this text; but also that the language written and spoken in the Aegean basin around 1500 BC is not very different from the Mycenean language of 200 years later in the linear Β script.

Ο Σωκράτης και δύο μαθητές του. Μικρογραφία από αραβικό χειρόγραφο, 13ος αι., Κωνσταντινούπολη, Μουσείο Τοπκαπί
Στο τελευταίο μέρος του αφιερώματος στην Αλχημία, βλέπουμε ότι η εξέλιξη της Ιεράς αυτής Τέχνης, η οποία δεν διακόπτεται παρά τις αντίξοες συνθήκες της περιόδου, απέδωσε σημαντικές «νέες εφευρέσεις», όπως για παράδειγμα το βυζαντινό Γρηγοριανόν Πυρ. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η πνευματική υποδομή εξακολουθούσε να υφίσταται, κινούμενη στον ίδιο άξονα που είχαν εδραιώσει οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.
Aurora consurgens, Zurich Zentralbibliothek, MS Rhenoviensis 172. Τέλος 14ου αιώνα
Η πνευματική άνοδος που άρχισε στο Βυζάντιο από την εποχή του Θεοφίλου, συνεχίστηκε. Από το 945 έως το 959, με πρωτοβουλία του του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου, οργανώθηκε στο παλάτι ομάδα από φιλολόγους και επιστήμονες, οι οποίοι συνέταξαν ιστορικές εγκυκλοπαίδειες, εγχειρίδια στρατιωτικής τακτικής, αγροτικές, ιατρικές, κτηνιατρικές εγκυκλοπαίδειες, καθώς και πραγματείες και άλλα βοηθήματα που σχετίζονταν με τη διοίκηση. Ωστόσο, η φιλοσοφία ήταν, όπως και στη Δύση, στην υπηρεσία της Θεολογίας. Oι Έλληνες φυσικοί φιλόσοφοι και αλχημιστές, υπήρξαν πρόδρομοι Βυζαντινών αλχημιστών των μέσων χρόνων. Η πρακτική της Αλχημίας, όπως και η θεωρία, εξακολουθούσε να καλλιεργείται τον 8ο αιώνα και στην Κωνσταντινούπολη, όπως μαρτυρεί η εφεύρεση του Γρηγοριανού πυρός και τα συγγράμματα των μοναχών Κοσμά, Ψελλού και Βλεμμύδη. Εκείνη την εποχή, οι Άραβες ανέπτυσσαν έντονα την επιστήμη και η επιστήμη της Αλχημίας μεταβιβάζεται ομαλά από τους Έλληνες στους Σύρους, στη συνέχεια στους Άραβες και, τέλος, στους Λατίνους. Ο 10ος αιώνας ανατέλλει με τη σφραγίδα και το έργο του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού (866-912). Χάρις στους δύο μεγάλους δασκάλους του, τον Λέοντα τον μαθηματικό και ιατροφιλόσοφο και τον μεγάλο Πατριάρχη Φώτιο, ο λόγιος αυτοκράτωρ ανεδείχθη σε περίφημο επιστήμονα, αλχημιστή και πολυγραφότατο συγγραφέα. Από τους φιλοσόφους, που ήκμασαν στο Βυζάντιο τον 11ο αιώνα, οι πλέον γνωστοί είναι ο Μιχαήλ Ψελλός και ο Ιωάννης Ιταλός. Ο Ψελλός, πολυγραφότατος και ελληνιστής, άφησε έργα ποιητικά, χρονογραφίες, επιστολές, λίβελους, εγχειρίδια φιλοσοφίας, αστρονομίας και φυσικής, αλλά και αποκρυφιστικά, όπως και αλχημιστικά κείμενα (περί λίθων). Ο Ιωάννης ο Ιταλός, μαθητής, διάδοχος και συνεχιστής του Ψελλού, συγκέρασε την υλιστική φιλοσοφία με τη χριστιανική διδασκαλία και αυτό τον οδήγησε σε σύγκρουση με την Εκκλησία. Μετά τον Ιωάννη Ιταλό και για ολόκληρο τον 12ο αιώνα, ουδείς επώνυμος αλχημιστής αναφαίνεται στο Βυζάντιο. Αντίθετα, η αραβική διανόηση και επιστήμη (Ιατρική, Αλχημία, Φιλοσοφία) ανέρχονται συνεχώς μέχρι τον 12ο αιώνα, οπότε το παγκόσμιο προσκήνιο της διανόησης επισκιάζει ο πασίγνωστος αλχημιστής, φιλόσοφος και ιατρός Elhalid Mouhamed Ibn Ahmet Ibn Rosched, ο λεγόμενος Αβερρόης, βαθύς γνώστης, μελετητής και σχολιαστής του Αριστοτέλη, ο οποίος θεωρείται ο εκπρόσωπος των Αράβων περιπατητικών φιλοσόφων. Ο Αβερρόης και οι οπαδοί του, Άραβες και Ευρωπαίοι, θεωρήθηκαν άθεοι από τους Μουσουλμάνους και διώχθηκαν, ενώ συγχρόνως οι χριστιανοί λόγιοι τον χαρακτήρισαν ως προσωποποίηση του δαίμονος.
Υπάρχουν δύο ειδών αλχημικά έργα. Αυτά όπου ο συγγραφεύς έχει πεισθεί για τη ματαιότητα των επιδιώξεων των ερμητικών φιλοσόφων, οπότε κρίνει πως η πραγματοποίηση της φιλοσοφικής λίθου είναι απλώς ένα κίνητρο προς μελέτη, και αυτά όπου ο συγγραφεύς παρουσιάζεται ως «μυημένος», στενά συνδεδεμένος με το «θαυμάσιο μυστικό», οπότε κρίνει πως κάθε διάδοση η οποία αφορά στην εύρεση της φιλοσοφικής λίθου αποτελεί βεβήλωση. Και οι μεν και οι δε κατασκευάζουν ένα συνονθύλευμα από προηγούμενα αλχημικά κείμενα. Όμως οι Έλληνες Αλχημιστές και φυσικοί φιλόσοφοι, όπως και οι Άραβες μέχρι τον 10ο αιώνα τουλάχιστον, περιγράφουν στα έργα τους με σαφήνεια την προετοιμασία και τον εξαγνισμό ορισμένων σωμάτων, τα οποία χρησίμευαν ως πλαίσιο στηρίξεως των περαιτέρω ενεργειών τους, χωρίς όμως η περιγραφή τους να φθάνει μέχρι τις απώτερες διεργασίες κατασκευής της Φιλοσοφικής Λίθου. Οι μεταγενέστεροι, όμως, κυρίως συγγραφείς της Δυτικής Ευρώπης και μέχρι τον 17ο αιώνα, φαίνεται ότι παρεξήγησαν αυτή τη διάκριση, και μη λαμβάνοντες υπόψη τις εκθέσεις των προγενεστέρων τους, ως και των χημικών της εποχής τους, αρχίζουν να καλύπτουν τα κείμενά τους με ένα αλληγορικό, συμβολικό έως και σκοτεινό πέπλο.
Αυτός είναι ο λόγος που οι περισσότεροι νεώτεροι ερευνητές υπέθεσαν πως το «θαυμάσιο μυστικό» συνίστατο, βασικά, στην γνώση των ορυκτών σωμάτων και της διεργασίας εκάστου εξ αυτών. Βεβαίως η γνώση των αναγκαίων υλικών για το «Μέγα Έργο» είναι σημαντική, όχι όμως αρκετή για την διεργασία της Φιλοσοφικής Λίθου. Εδώ η Αλχημία διαφέρει τελείως από την Χημεία ή οποιαδήποτε άλλη επιστήμη, σύμφωνα με την οποία η επανάληψη των πειραμάτων πάνω σε σταθερά δεδομένα είναι δυνατή. Στην Αλχημία αυτό δεν μπορεί να συμβεί, διότι αυτή η Θεία και Ιερά Τέχνη συνίσταται στην ανάπτυξη μίας ορισμένης ύλης στον υψηλότερο βαθμό τελειοποιήσεως. Από την άποψη αυτή λοιπόν, μοιάζει περισσότερο με την γεωργία, καθώς, και αυτή, συνίσταται στο να φέρει το όποιο φυτό στον τελειότερο βαθμό ωρίμανσης, ένα αποτέλεσμα που ποτέ δεν είναι απολύτως ίδιο με αυτό, το οποίο θα δώσει παρακείμενος αγρός άλλου αγρότη. Oι αλχημικές διεργασίες δε, δεν μοιάζουν με τα πειράματα του χημικού, αλλά συγγενεύουν περισσότερο με την εργασία του αρτοποιού (εικ. 13), ο οποίος, ενώ γνωρίζει πόσο προζύμι πρέπει να βάλει για να φουσκώσει το ψωμί του, μερικές φορές αυτό μπορεί να αποτύχει ή και να καεί στον φούρνο, αν ο αρτοποιός τυγχάνει να είναι ασθενής, σωματικά ή ψυχικά. Και φυσικά, ποτέ το ψωμί που παράγει ένας αρτοποιός δεν είναι απόλυτα ίδιο με το προϊόν του γειτονικού φούρνου.
Για την επιτέλεση του Μεγάλου Έργου δεν χρειάζονται μόνο τα σωστά υλικά, αλλά και η ήρεμη, αυτοκυριαρχούμενη, χωρίς εσωτερικά πάθη, ψυχική διάθεση του μύστη, ο οποίος θα χειρισθεί τα στοιχεία που θα οδηγήσουν στην δημιουργία της Φιλοσοφικής Λίθου. Διότι, εν κατακλείδι, ο απώτερος σκοπός της Αλχημίας είναι η μετουσίωση του ιδίου του αλχημιστή. Οι δε διεργασίες για την επίτευξη του «θαυμασίου έργου» δεν είναι παρά μια «στενή και τεθλιμμένη ατραπός», η οποία οδηγεί στην απελευθέρωση του Πνεύματος.
Hieronymus Brunschwig, Das Buch der rechten Kunst zu distillieren, Strassburg 1500.
Με την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού έπαυσε κάθε έρευνα και μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Xρειάστηκε να φτάσουμε στον 12ο αιώνα, για να αρχίσει η αρχαία ελληνική γραμματεία να θεωρείται αντικείμενο σοβαρής μελέτης και όχι έργο αντιχρίστων. Τότε ο ποιητής και γραμματικός Ιωάννης Τζέτζης (1110-1170) ασχολείται συστηματικά με την ελληνική αρχαιολογία και ιστορία και οι πληροφορίες του για ζητήματα για τα οποία δεν υφίστανται άλλες πηγές είναι μοναδικού ενδιαφέροντος, ενώ ο Επίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος σχολιάζει την Ιλιάδα και την Οδύσσεια με πραγματικά φωτισμένη αντίληψη.
Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και της υπολοίπου Ελλάδος από τους Λατίνους (1204-1261) σταμάτησε προσωρινά την περαιτέρω πνευματική και καλλιτεχνική ανάπτυξη, ενώ οι Λατίνοι άφησαν τα ίχνη τους στην λογοτεχνική κυρίως ζωή του Βυζαντίου. Με την γένεση των αστικών στοιχείων στο Βυζάντιο κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, παρουσιάστηκε μια νέα τάση στην επιστήμη, την φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, η οποία έχει πολλά κοινά με τον ουμανισμό. Το ρεύμα αυτό στο Βυζάντιο αντιπροσωπεύεται από τον Μανουήλ Χρυσολωρά και τον Γεώργιο Γεμιστό ή Πλήθωνα.
Καθώς η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπνεε τα λοίσθια, η πνευματική κίνηση των τελευταίων χρόνων πριν από την Άλωση ήταν μια φωτεινή και ολιγόζωη αναλαμπή. Τα ιστορικά γεγονότα που μεσολάβησαν και η κατάκτηση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης από τους Τούρκους μετέθεσαν το κέντρο του πολιτισμού στη Δύση. Οι περισσότεροι από τους πρόδρομους αλχημιστές συγγραφείς των ύστερων βυζαντινών χρόνων, των οποίων έχουν διασωθεί τα έργα, είναι χριστιανοί (π.χ, Ζώσιμος). η Αλχημία παρουσιάστηκε, σε νεότερα χρόνια, από τους Βυζαντινούς μοναχούς, δηλαδή τον Κοσμά, τον Ψελλό, και τον Νικηφόρο Βλεμμύδη. Συμπερασματικά, στην Κωνσταντινούπολη πρέπει να συγκροτήθηκε μια πολύ μεγάλη αλχημιστική συλλογή, με την συνένωση των έργων διαφόρων εποχών από διαφορετικούς συγγραφείς, Εθνικούς και Χριστιανούς. Συνετέθη, αντεγράφη και σχολιάσθηκε από τους Βυζαντινούς μοναχούς και, από την Βασιλεύουσα, αντίγραφά τους έφτασαν στην Ιταλία και από εκεί στην υπόλοιπη Δύση. Ο 13ος αιώνας έφερε πολλές ανακατατάξεις στα πολιτισμικά κέντρα του τότε γνωστού κόσμου, αλλά και στην μελέτη και εφαρμογή της Αλχημίας, σε αυτά. Η βυζαντινή χυμευτική ή Αλχημία φθίνει ολοένα και περισσότερο στην Ελλάδα και με διαφορά δύο περίπου γενεών ακολουθεί την ίδια φθορά και η αραβική Αλχημία, καθώς τα Αραβικά κράτη πιέζονται και κατακτώνται βιαίως από τις βόρειες Τουρανικές φυλές Τούρκων και Μογγόλων. Σε αντιστάθμισμα, από τον 13ο αιώνα, η Δυτικοευρωπαϊκή Αλχημία αρχίζει να αποκτά τον δικό της ιδιότυπο χαρακτήρα, καθώς όλο και περισσότερα ελληνικά και αραβικά αλχημικά κείμενα μεταφράζονται στα Λατινικά. Η αρχή είχε γίνει από τον Άγγλο μοναχό Robert of Chester, ο οποίος κατ’ αρχήν είχε μεταφράσει το Κοράνιο για τον εξαιρετικά πολυμαθή αββά του Κλινύ, Πέτρο τον Σεβάσμιο, ενώ το 1144 μεταφράζει στα λατινικά το έργο του Έλληνα μοναχού Μοριανού Βιβλίο των Συνθέσεων της Αλχημίας. Όμως και η ελληνική Αλχημία του Βυζαντίου, παρά την παρακμή που σημειώνει, δεν μένει χωρίς αντιπροσώπους τους τελευταίους αιώνες υπάρξεως της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Μάρκος Γραικός, αλχημιστής της παραδόσεως που κατέλιπε ο εφευρέτης του ελληνικού υγρού πυρός, Καλλίνικος, μας παραδίδει πολλές πρακτικές εφαρμογές της επιστήμης του, στο έργο του Περί του ελληνικού πυρός. Στα μέσα του 13ου αιώνα έζησε και ένας ευφυέστατος, όπως φαίνεται από τα συγγράμματά του, Βυζαντινός αλχημιστής, ο Ανεπίγραφος. Από τον 13ο προς τον 14ο αιώνα, εμφανίζονται κάποιοι ιατροφιλόσοφοι ακτουάριοι (αυτοκρατορικοί ιατροί), στα συγγράμματα των οποίων περιέχονται και αλχημικές πραγματείες, αλλά σε καθαρά θεωρητικό επίπεδο (Νικόλαος Μυρεψός, Γρηγόριος Χιονιάδης, Γεώργιος Χρυσοκόκκης και ο επιφανέστερος όλων, Ιωάννης ο Ακτουάριος). Ο τελευταίος αλχημιστής του Βυζαντίου είναι ο Βησσαρίων. Άνθρωπος με ευρύτατη μόρφωση και μεταφραστής ενός μεγάλου τμήματος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ανήκε στην λεγόμενη λατινόφιλη ομάδα της βυζαντινής αριστοκρατίας και θεωρούσε απαραίτητο να ενωθεί το Βυζάντιο με την Δυτική Ευρώπη στον αγώνα εναντίον των Τούρκων. Μετά τη Σύνοδο της Φεράρα, ο Βησσαρίων κατηγορήθηκε ως προδότης της ορθοδοξίας και εγκαταστάθηκε στην Ιταλία. Ο Βησσαρίων έχοντας επίγνωση της αξίας και της εθνικής σημασίας των σπαραγμάτων της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς, ενδιαφερόταν για την αγορά, συγκέντρωση και διαφύλαξη των γραπτών μνημείων της. Με δαπάνες του αντιγράφηκαν κώδικες σε μοναστήρια της Τραπεζούντος, της Κωνσταντινουπόλεως, κ.ά. και συγκρότησε την πλουσιοτέρα συλλογή ελληνικών κωδίκων, με 746 χειρόγραφα βιβλία, τα 482 ελληνικά. Αυτά χρησιμοποίησε αργότερα ο ελληνιστής και εκδότης αρχαίων κειμένων Άλδος Μανούτιος. Ο Βησσαρίων, γνώστης των φυσικών επιστημών και αλχημιστής, πειραματιζόμενος ο ίδιος στην χαλκουργία, την σιδηρουργία και την υαλουργία, κατείχε πάνω από εκατό αρχαία ελληνικά χειρόγραφα μεταλλουργίας, βαφής μετάλλων και μετατροπής αυτών σε άργυρο και χρυσό. Έγραψε ο ίδιος δεκάδες μελέτες, πολλές από τις οποίες συγκέντρωσε σε ιδιόγραφο κώδικα, στον πρόλογο του οποίου περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικές με τον χρόνο που γράφτηκε η κάθε μία. Ο κώδικας αυτός (με τα στοιχεία Cod. Gr. 533), βρίσκεται στην Βιβλιοθήκη του Αγίου Μάρκου της Βενετίας.
Για να πραγματοποιηθεί κάποια μεταστοιχείωση πρέπει να έχει προηγηθεί η διαδικασία η οποία, στα αλχημικά κείμενα, αναφέρεται ως το «Μέγα Έργο» ή «Μαγιστέριο» (από τον βυζαντινό τίτλο «μάγιστρος»). Υπάρχουν δύο παρεμφερείς διεργασίες: το «Μικρό Έργο» ή «Μικρό Μαγιστέριο», που καταλήγει στην κατασκευή της Λευκής Φιλοσοφικής Λίθου, η οποία μετατρέπει τα ατελή μέταλλα σε αργυρο, και το «Μέγα Έργο» ή «Μεγάλο Μαγιστέριο», που οδηγεί στην δημιουργία της Ερυθράς Φιλοσοφικής Λίθου, η οποία έχει τη δυνατότητα να μεταλλάξει ένα κοινό μέταλλο σε χρυσό, αγγίζοντάς το και μόνο. Αυτή καλείται και ελιξήριο της μακροβιότητας, διότι αποτελεί μια πανάκεια θεραπείας των ασθενειών, τόσο του ανθρώπου όσο και των μετάλλων.
Κατά την διαδικασία είτε του Μικρού είτε του Μεγάλου Έργου, οι διεργασίες είναι παραπλήσιες, αφορούν αμφότερες τον λεγόμενο «φιλοσοφικό γάμο» (εικ. 13) μεταξύ του Θείου και του Υδραργύρου, τα οποία ενωνόμενα τελικά, τη μεσολαβήσει του Άλατος, γεννούν την φιλοσοφική λίθο. Διαφέρουν ως προς την επιλογή της πρώτης ύλης και τον χρόνο τελέσεως του όλου έργου, που μπορεί να ποικίλλει από μερικούς μήνες έως αρκετά χρόνια.
Η σπουδαιότητα είτε του Μικρού είτε του Μεγάλου Έργου οδήγησε εξαρχής τους αλχημιστές να εφεύρουν σειρά από σκεύη, τα οποία τους διευκόλυναν στην Θεία και Ιερά Τέχνη τους (αλχημική εστία ή αθάνωρ, αποστακτήρ, λέβης, δίδυμοι, φιλοσοφικό ωόν, λίθινα ή μεταλλικά γουδιά με ξύλινα ή μπρούντζινα γουδοχέρια κ.ά ) Με αυτά, ο αλχημιστής μπορούσε να προχωρήσει στα διάφορα στάδια του Μεγάλου Έργου (Διαπύρωση, Συμπύκνωση, Στερεοποίηση, Διάλυση, Χώνευση, Απόσταξη, Εξάχνωση, Αποχωρισμός, Κηροποίηση, Ζύμωση, Πολλαπλασιασμός και Προβολή, που αντιστοιχούσαν πλήρως στα δώδεκα σημεία του Ζωδιακού Κύκλου).
Οι αλχημιστικές διεργασίες σε σχέση με τις αλχημικές ώρες. Pierre Apien, Astronomicum Cesareum, Ingolstadt 1540.
Η κυρίως Ελλάδα, τα χρόνια της παρακμής ήταν πολύ διαφορετική από ό,τι ήταν στον Ε΄ και Δ΄ αιώνα π.Χ. Το όνομα Ελλάς είχε περιορισθεί σε μια μικρή περιοχή γύρω και πάνω από τη Λαμία και αυτό που σήμερα ονομάζουμε βυζαντινό κράτος, στα 1.100 περίπου χρόνια ύπαρξής του, έφερε το όνομα Ρωμαίων Βασιλεία ή Ρωμανία, οι δε κάτοικοί του λέγονταν Ρωμαίοι. Η επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν η λατινική μέχρι και τον 4ο αιώνα, οπότε αρχίζει να υποχωρεί και αργότερα ο Ιουστινιανός αναγκάζεται να αναγνωρίσει την αρχαΐζουσα ελληνική ως γλώσσα της νομοθεσίας. Εξάλλου, το όνομα «Έλλην», μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, ταυτίστηκε νοηματικά με το ειδωλολάτρης και μόλις τον 13ο αιώνα αρχίζει να μη θεωρείται υβριστικό, στα ανώτερα στρώματα του πληθυσμού του Βυζαντίου. Τον 14ο όμως αιώνα τα πράγματα αλλάζουν. Οι περισσότεροι διανοούμενοι ανακαλύπτουν και μελετούν με πάθος τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Συγχρόνως, σε όλα τα οικονομικά κέντρα, όπου υπάρχει εμπόριο, αρχίζει να σχηματίζεται ελληνική συνείδηση. Εκείνη λοιπόν την εποχή εμφανίζεται ένας φιλόσοφος, ο Γεώργιος Γεμιστός (1360-1450), άντρας πολυταξιδεμένος και μυημένος στην περσική αστρονομία και τον ζωροαστρισμό, ο οποίος παρουσιάζεται ως κεφαλή μιας μεταρρυθμιστικής κινήσεως και ως υπέρμαχος του ελληνικού «εθνικισμού». Βεβαίως οι ιδέες του Πλήθωνος δεν είχαν καμία απήχηση στην αυτοκρατορική Αυλή και τους φεουδάρχες, όμως προκάλεσαν την αντίδραση των μοναχών με πρωτοστατούντα τον Γεννάδιο Σχολάριο, ο οποίος έκαψε τα βιβλία του Γεμιστού, ως αθεϊστικά.
Αποτελεί πραγματικό εθνικό έπος ο αγώνας των επιστημόνων, αλχημιστών και μη, της εποχής της Τουρκοκρατίας, των Δασκάλων του Γένους, όπως έχουν μείνει στην καλλιεργήσουν την συνείδηση της ελληνικής του ταυτότητος. Έτσι, μαζί με την Φιλοσοφία και την Θεολογία, δίδασκαν στον λαό τη Φυσική, τα Μαθηματικά, τη Χημεία, τη Φυσική Ιστορία και τη Γεωγραφία ακόμα και μη θετικοί επιστήμονες, όπως ο εθνεγέρτης και εθνομάρτυς Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος (1757-1798).
Στο τέλος του 15ου αιώνα, ανατέλλει στην Ευρώπη η πνευματική αφύπνιση. Η φοβερή καταπίεση της πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας χαλάρωσε και οι αλχημιστές αρχίζουν να δουλεύουν στο φως της ημέρας, ενώ γίνονται πιο προσιτοί στους συγχρόνους τους, περιορίζοντας τον αριθμό των συμβόλων της Θείας και Ιεράς Τέχνης, και χρησιμοποιώντας την καθομιλουμένη αντί για την γλώσσα των κληρικών, την οποία χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε, δηλαδή τα λατινικά. Είναι η εποχή όπου η Αλχημία κατακτά το ευρύ κοινό και τίθενται οι βάσεις της σύγχρονης επιστήμης. Βεβαίως, ο αριθμός των αληθινών μυημένων αλχημιστών παραμένει μικρός, καθώς εξακολουθούν να θεωρούν πως είναι επικίνδυνο να εμπιστεύονται την επιστήμη τους σε μεγάλο αριθμό ατόμων. Από την Αναγέννηση και εντεύθεν, η Αλχημία αντιμετωπίστηκε με κάποια δυσπιστία από τους επιστημονικούς κύκλους. Η εκατονταετία μεταξύ του 1550 και του 1650 σημειώνει το αποκορύφωμα της Αλχημίας στον Δυτικό κόσμο. Είναι η εποχή η οποία γέννησε τον Κέπλερ, τον Γαλιλαίο, τον Χάρβεϋ, τον Ντεκάρτ, τον Μπόυλ και τον μεγάλο Νεύτωνα, αλλά παράλληλα γέννησε και τον Ειρηναίο Φιλαλήθη (έργο του το μάλλον εκλαϊκευτικό Ερμητικό Μουσείο), ο οποίος δίνει μια φοβερή εικόνα της άθλιας μοίρας της οποίας μπορεί να τύχουν οι αλχημιστές.
Είναι αμφίβολο αν θα είχε υπάρξει η ευρωπαϊκή Αναγέννηση αλλά και οι θετικές επιστήμες, όπως τις ανέδειξαν άνδρες σαν τον Γαλιλαίο, τον Νεύτωνα και τόσοι άλλοι, αν δεν είχε κυριευθεί η Κωνσταντινούπολη από τους Τούρκους και δεν είχαν διασπαρεί τόσοι Έλληνες διανοούμενοι στην Ευρώπη της εποχής εκείνης, μεταφέροντας, αντί άλλων αποσκευών, το ελληνικό πνεύμα, την ελληνική επιστήμη. Ο πολιτικός θάνατος του Βυζαντίου δεν αφάνισε την πνευματική του αίγλη, η οποία κυριολεκτικά μεταλαμπαδεύτηκε από τους Βυζαντινούς λογίους σε όλη την Ευρώπη. Υπήρξε σωρεία ανθρώπων του πνεύματος, οι οποίοι αγωνίσθηκαν να λυτρώσουν με την διδασκαλία και τη διάδοση των επιστημών, το υπόδουλο ελληνικό έθνος, από την άγνοια, την πρόληψη και τη δεισιδαιμονία, αλλά και την Ευρώπη, από τα ζοφερά σκοτάδια του Μεσαίωνος. Πολλοί από αυτούς ήσαν αλχημιστές. Τέτοιοι πολυσχιδείς λόγιοι ήταν ο Κωνσταντίνος Λάσκαρης (1434-1501), λόγιος και διδάσκαλος των ελληνικών, αλλά και μαθηματικός, αστρονόμος και αλχημιστής, ο ιατρός και φυσικός φιλόσοφος, αλχημιστής Γεώργιος Αμιρούτσης (1402-1475), τα μέλη της οικογένειας Κορέσιο, Μιχαήλ, Ιωάννης και Γεώργιος, ο Θεόφιλος Κορυδαλεύς (1563-1646), γνωστός και ως Θεοδόσιος ο Αθηναίος, που θεωρείται ο σημαντικότερος Έλλην διανοούμενος του 16ου αιώνα. Ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης ήταν υπέρμαχος του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και οραματιστής της δημιουργίας του ελληνικού έθνους. Σύγχρονος των παραπάνω ήταν και ο Λέων Αλλάτιος (1586-1669), ο πολυγραφότερος και πολυμαθέστερος Έλλην σοφός του 16ου αιώνα. Στη χορεία των μυημένων Χριστιανών Ορθοδόξων μοναχών, θα πρέπει να προστεθεί και ο Γεράσιμος Βλάχος (1607-1685). Πολύ γνωστός αλχημιστής στην εποχή του ήταν και ο Κωνσταντίνος Ροδοκανάκης (1635-1685) από τη Χίο. Από τους πλέον διασήμους Έλληνες της τότε διασποράς υπήρξε και ο γεννημένος στην Κέρκυρα Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806), πολυμαθέστατος, πολυσχιδής και πολυγραφότατος Έλληνας διανοούμενος του 18ου αιώνα, μύστης του «θαυμασίου έργου. Μαθητές του Βούλγαρη ήταν ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ (1725-1800), ιερωμένος, πρωτοπόρος λόγιος και παιδαγωγός, ευρύτατης και σύγχρονης, για την εποχή του, μορφώσεως στην Φυσική, τη Χυμευτική και τα Μαθηματικά και ο λόγιος, φυσικομαθηματικός, ιατρός, κληρικός και δάσκαλος του Γένους, Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1801). Άλλος μυημένος από τον Βούλγαρη στο «Μέγα Έργο» ήταν ο Χριστόδουλος Παμπλέκης ο Ακαρνάν (1733-1793). Στην ομάδα των μυημένων δασκάλων του Γένους, που διέπλασε ο Βούλγαρης, ανήκε και ο Ιωάννης Πέζαρος-Δημητριάδης (1749-1806). Είναι ένας από τους πρώτους δασκάλους του Γένους που επεσήμανε ότι δεν μπορεί να υπάρξει σωστή διδασκαλία Φυσικής και Χυμίας, άνευ πειραμάτων. Επηρεασμένος από το έργο του Ευγενίου Βούλγαρη, χωρίς όμως να υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία ότι διετέλεσε μαθητής του, ήταν ο Μιχαήλ Περδικάρης (1766-1828), ο οποίος ασχολήθηκε ενεργά με την Αλχημία. Η χορεία των Ελλήνων αλχημιστών επί Τουρκοκρατίας κλείνει με τον μεγάλο δάσκαλο του Γένους, Κωνσταντίνο Κούμα (1777-1836), από τους τελευταίους των μυστών του «Μεγάλου Έργου», του οποίου οι γνώσεις υπερέβαινον κατά πολύ την εποχή του. Γνώσεις οι οποίες εξεφράσθησαν το 1807 και άρχισαν να γίνονται αντιληπτές στην Φυσικοχημεία μόλις έναν αιώνα αργότερα.
Μας το υπενθυμίζει μία φράση του από τον τέταρτο τόμο της Σειράς: «Η ύλη είναι επ’ άπειρον διαιρετή, ήγουν ποτέ δεν δυνάμεθα να φθάσωμεν εις το τέλος της διαιρέσεως», κάτι αδιανόητο μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνος, όταν ο Ράδερφορντ διεπίστωσε ότι τα άτομα της ύλης αποτελούνται από άλλα μικρότερα στοιχεία (ηλεκτρόνια, πρωτόνια κ.ά.) και όταν μέχρι τις ημέρες μας, η διάσπασις και αυτών σε μικρότερα ακόμα σωματίδια, συνεχίζει να επαληθεύεται (εικ. 24).
Τον Σεπτέμβριο, στο CERN (Ευρωπαϊκό Oργανισμό Πυρηνικών Ερευνών), στη Γενεύη, συντελέστηκε το μεγαλύτερο πείραμα στην ιστορία της Κοσμολογίας. Απαιτήθησαν 14 χρόνια, με την συνεργασία περίπου 6.000 επιστημόνων, από 80 χώρες του κόσμου και μια δαπάνη 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων για να κατασκευασθεί ο Μεγάλος Επιταχυντής Πρωτονίων (Large Hadron Collider) ή LHC, ο οποίος προορίζεται να αποκωδικοποιήσει τη φύση του Σύμπαντος. O LHC, τιθέμενος σε λειτουργία, έχει ως αποστολή να ανιχνεύσει την ύπαρξη του υποατομικού στοιχείου μποζονίου ή άλλως «σωματιδίου του Θεού», που κατά την από το 1964 θεωρία του φυσικού Πήτερ Χιγκς του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, διαπερνά ολόκληρο το Σύμπαν και θεωρείται υπεύθυνο για την βαρύτητα και τη δημιουργία της μάζας. Εάν το μποζόνιο του Χιγκς ανιχνευθεί, ενδεχομένως θα λύσει το μυστήριο της δομής και λειτουργίας του Σύμπαντος, διότι αυτό είναι το μοναδικό από τα σωματίδια «καθιερωμένου προτύπου» που διαφεύγει ακόμα από τα όργανα παρατήρησης των φυσικών. Το «καθιερωμένο πρότυπο» υπήρξε ο θρίαμβος της Φυσικής της δεκαετίας του ’70, καθώς προέβλεψε επιτυχώς τα αποτελέσματα των επόμενων πειραμάτων ερεύνης του ενδοατομικού κόσμου και ερμήνευσε ό,τι γνωρίζουμε σήμερα για τα πλέον μικρά, κοινά, δομικά συστατικά της ύλης, επιβεβαιώνοντας την ρήση των αρχαίων Ελλήνων Αλχημιστών περί Μίας Πρώτης, αρχικής, υλικής ουσίας.
Αναπαράσταση του μακρόκοσμου του 17ου αιώνα. A. Cellarius, Harmonia Macrocosmica, 1660.
Για χιλιάδες χρόνια, ήταν παραδεκτή από τους αλχημιστές η άποψη ότι όλες οι μορφές της ύλης αποτελούνται από στοιχειώδη μικροσκοπικά σωματίδια, τα άτομα (δηλαδή μη τεμνόμενα) όπως τα ονόμασε ο Έλλην φυσικός φιλόσοφος Δημόκριτος (460-370 π.Χ.). Όμως, μόλις στα τέλη του 18ου αιώνα, αυτή η ατομική υπόθεση διατυπώθηκε ως επιστημονική θεωρία, αφού προηγουμένως είχαν ανακαλυφθεί καινούργια αέρια, μέταλλα και άλλες χημικές ουσίες, και οι επιστήμονες ήσαν πλέον σε θέση να μελετούν πολλές χημικές αντιδράσεις και να μετρούν με ακρίβεια τα βάρη των ενώσεων, οι οποίες έπαιρναν μέρος σ’ αυτές, Σε αυτό το πλαίσιο ανεπτύχθη η ατομική θεωρία του John Dalton (1766-1844), ο οποίος άσκησε αποφασιστική επιρροή στην εξέλιξη της Χημείας. Η συστηματική «επιστημονική» διερεύνηση των αερίων άρχισε τον 18ο αιώνα, με πρώτο αέριο το διοξείδιο του άνθρακος, το οποίο μελετήθηκε διεξοδικά από τον Σκωτσέζο γιατρό και χυμευτή Joseph Black (1728-1799). Ο Άγγλος κληρικός Joseph Pristley (1733-1804), ανεκάλυψε και το οξυγόνο, χωρίς όμως να αντιληφθεί τις ιδιότητές του. Ο Γερμανός χυμευτής Georg Ernst Stahl (1660-1734) είχε υποστηρίξει ότι κάθε υλικό, το οποίο καίγεται απελευθερώνει μια υποθετική ουσία, το «φλογιστόν, και αυτή του η θεωρία είχε βοηθήσει πολλούς ερευνητές της εποχής του να εμβαθύνουν στην ουσία των αντιδράσεων καύσεως. Είχε έλθει πλέον στο προσκήνιο η αναγνώριση των χαρακτηριστικών του οξυγόνου ως αέριου στοιχείου. Ο Antoine Lavoisier (1743-1794), στον οποίο το οξυγόνο οφείλει την ονομασία του, άρχισε να εξετάζει τις ιδιότητες αυτού του αερίου καθώς και εκείνες του ατμοσφαιρικού αέρα και συνέταξε, το 1789, έναν πρώτο κατάλογο στοιχείων, στον οποίον περιέλαβε –λανθασμένα- την θερμότητα και το φως. Έκτοτε ο αριθμός των στοιχείων μεγάλωσε κατά πολύ, καθώς οι γεωλόγοι ανέλυαν μεταλλεύματα και ανεγνώριζαν καινούργια μέταλλα, ενώ οι χημικοί ανεκάλυψαν και άλλα στοιχεία με την βοήθεια και νέων πειραματικών συσκευών που είχαν επινοηθεί, όπως το φασματοσκόπιο (π.χ. ο Robert Bunsen, 1811-1899 και ο William Crookes, 1832-1919). Ο μεγάλος Ρώσος καθηγητής της Φιλοσοφίας της Χημείας (Dimitri Ivanovic Mendeleev, 1834-1907), γνώστης των αλχημικών διδαχών του μύστου Ευγενίου Βούλγαρη, ανακοίνωσε τον περίφημο περιοδικό νόμο του, το 1869, και δημοσίευσε έναν πίνακα στον οποίο είχε καταχωρίσει τα μέχρι εκείνη τη στιγμή γνωστά στοιχεία, στον οποίο άφησε κενές ορισμένες θέσεις, για τις περιπτώσεις που δεν φαίνονταν να συμβιβάζονται με τον περιοδικό νόμο, προβλέποντας ότι αντιστοιχούν σε χημικά στοιχεία, τα οποία θα ανακαλύπτονταν στο μέλλον, και πράγματι επιβεβαιώθηκε. Στις αρχές του 20ού αιώνα (1904), ο Νεοζηλανδός φυσικός Ernest Rutherford (1871-1937) ήταν από τους επιστήμονες οι οποίοι κατόρθωσαν να διασπάσουν το άτομο. Ο Γάλλος Ανρί Μπεκερέλ (Henri Becquerel) διεπίστωσε ότι τα άλατα ουρανίου επιδρούν σε φωτογραφικές πλάκες, ακόμη κι όταν είναι τυλιγμένες σε μαύρο χαρτί, οπότε αντελήφθη ότι αυτά εξέπεμπαν άγνωστες, για τότε, διαπεραστικές ακτίνες, ήσαν «ραδιενεργά». Ο Άγγλος φυσικός Ουίλιαμ Κρουκς κατασκεύασε τον, από ύελο, σωληνωτό αγωγό των καθοδικών, λεγομένων, ακτίνων, ο οποίος υπήρξε ο πρόγονος του αγωγού της τηλεοράσεως. Ο J. J. Thompson ανακάλυψε ότι τα δύο από τα κύρια συστατικά του ατόμου είναι τα πρωτόνια και τα ηλεκτρόνια και επιβεβαίωσε πειραματικά την ύπαρξη ισοτόπων. Ο Γερμανός φυσικός Wilhelm Conrad Roentgen ανακάλυψε την ακτίνα Χ, η οποία κατά τους επιστήμονες έχει ατομική πηγή. Ο Πιερ και η Μαρί Κιουρί απομόνωσαν και μελέτησαν το στοιχείο ράδιο. Η μεγάλη διάνοια Άλμπερτ Αϊνστάιν (Albert Einstein) έδειξε, το 1905, ότι η μάζα μπορεί να μετατραπεί σε ενέργεια και αντιστρόφως, με τον περίφημο μαθηματικό του τύπο: Ε=m·c2. Το 1919, και πάλι ο Ράδερφορντ ανακοίνωσε ότι πέτυχε τη μεταστοιχείωση ενός στοιχείου σε άλλο, διότι είχε μετατρέψει στο εργαστήριό του άζωτο σε οξυγόνο. Το πείραμα ανέτρεψε την επιμονή του επιστημονικού κατεστημένου, ότι η μεταστοιχείωση ήταν αδύνατη, και δικαίωσε την αρχαία αλχημική παράδοση. Η μετουσίωση ενός πράγματος σε ένα άλλο προϋποθέτει αρχικά την καταστροφή του πρώτου αντικειμένου προκειμένου να δημιουργηθεί το άλλο αντικείμενο, π.χ. ένα τεμάχιο αγενές μέταλλο σε χρυσό. Αυτή ήταν μια κοινή πεποίθηση μεταξύ των αλχημιστών, της οποίας η μακραίωνη ύπαρξη συντηρήθηκε από τη λογική, που υπάρχει πίσω από όλες τις αρχαίες τελετές γονιμότητας, όπου μόνον ο θάνατος, και συνήθως και ο διαμελισμός του θύματος, η θυσία ενός ανθρώπινου όντος ή ζώου μπορούσε να εξασφαλίσει την πλούσια σοδειά του επόμενου χρόνου. Από τον θάνατο προβάλλει η ζωή, ή όπως αναφέρει το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, τον προσφιλή στους αλχημιστές στίχο: «αμήν, αμήν, λέγω υμίν, εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν δε αποθάνει, πολύν καρπόν φέρει…» (Ιωάνν. ΙΒ, 24). Ο κάθε επίδοξος αλχημιστής άρχισε να σκέπτεται μήπως μια παρόμοια απλή αριθμητική σχέση μπορούσε να οδηγήσει στην μετατροπή του μολύβδου Pb82 ή του υδραργύρου Hg80 σε χρυσό Αu79. Ένας εξ αυτών που ενθαρρύνθηκαν από το πείραμα του Ράδερφορντ ήταν και ο, νεαρός τότε, χημικός βιομηχανίας του Μονάχου Franz Tausend, ο οποίος μπόρεσε να κατασκευάσει χρυσό, δημόσια. Το 1932 ο Άγγλος μαθητής του Ράδερφορντ James Chadwick ανεγνώρισε τα νετρόνια. Τον ίδιο χρόνο, ο Αμερικανός Harold Urey ανακάλυψε το «βαρύ υδρογόνο», ή δευτέριο. Το 1938, οι ΓερμανοίOtto Hahn και Fritz Strassmann κατάφεραν να διασπάσουν τον πυρήνα του ουρανίου βομβαρδίζοντάς τον με νετρόνια, επιτυγχάνοντας έτσι την πρώτη ατομική σχάση. Το 1942, ο Ιταλός Ενρίκο Φέρμι (Enrico Fermi), στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου στις Ηνωμένες Πολιτείες, πέτυχε να πραγματοποιήσει μια ελεγχόμενη «αλυσιδωτή αντίδραση» πυρηνικών σχάσεων, στον πρώτο πυρηνικό αντιδραστήρα του κόσμου. Οι εξελίξεις αυτές θα έπρεπε να σημάνουν τον θάνατο της Αλχημίας, πράγμα το οποίο όμως δεν επετεύχθη παρ’ όλες τις άοκνες, αν όχι και φιλότιμες, προσπάθειες του 98% του εκάστοτε επιστημονικού κατεστημένου. Ωστόσο, τα αποτελέσματα του ατομισμού στην Αλχημία έγιναν φανερά, πολύ αργότερα από ό,τι θα περίμενε κανείς και με έμμεσο τρόπο, αλλά αρκετά δραματικά στο τέλος. Η ατομική φιλοσοφία αντικατέστησε την οργανική θεωρία και τη θεωρία των ιδιοτήτων που πρέσβευαν οι αλχημιστές, με ένα μηχανικό πρότυπο αλλαγής, το οποίο ενεθάρρυνε τα ποσοτικά πειράματα που οδήγησαν στην παρακμή της Αλχημίας. Από πολλές απόψεις, φαίνεται πως σήμερα βρισκόμαστε ακριβώς στο σημείο που ο τελευταίος αλχημιστής της Δύσεως εγκατέλειψε την αναζήτηση της αιώνιας ζωής και του φιλοσοφικού χρυσού και στράφηκε προς εξεύρεση ενός κανονικού επαγγέλματος. Όμως, ο Έλλην αλχημιστής διατηρεί ακόμα την ελπίδα για μια περαιτέρω πρόσβαση στην κατανόηση του γύρω μας κόσμου ορατού και αοράτου. Αυτού του κόσμου ο οποίος ουδέποτε απεμπόλησε τα μυστικά του, αλλά κοιμάται μακάρια τη νύχτα και ξυπνάει αναζωογονημένος το πρωί, που είναι όλα και στον οποίον όλα είναι ένα. Μπορεί ο Έλλην αλχημιστής, εάν το επιδιώξει, να χειροτονηθεί ιερεύς της ορθοδόξου εκκλησίας της Ελλάδος και τότε, σίγουρα θα εκπληρώνει τα οράματά του, τουλάχιστον κάθε Κυριακή πρωί, όπως μας υποδεικνύει η Σταύρωσις του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού και όπως την επικυρώνει ο Συναξαριστής.
Με τον ίδιο τρόπο, μπορούμε να κατανοήσουμε όλες τις τελετουργίες –που από πρώτη όψη φαίνονταν ανεξήγητες– οι οποίες επικαλούνται τη θυσία ενός βασιλέως. Σε αυτό το σημείο, ας θυμηθούμε την περίπτωση του Κόδρου, του βασιλιά της Αθήνας που, μόνος του, το 1063 π.Χ. αποφάσισε να θυσιαστεί γιατί, σύμφωνα με τον δελφικό χρησμό, μόνο αν πέθαινε ο ίδιος θα σωζόταν η πόλη από τους εχθρούς της. Όμως και 1.000 έτη αργότερα, ένας άλλος Βασιλεύς θυσιάζεται και κάνει το ίδιο, επειδή γνωρίζει ότι έτσι πρέπει να γίνει. Είναι αυτός τον οποίον ο Ευαγγελιστής χαρακτηρίζει ως «ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου» (Κατά Ιωάννην, α’ 29). Είναι ο «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων», κατά τη ρωμαϊκή γραφή που αιτιολογούσε τον σταυρικό του θάνατο. Η παρωδία της δίκης του υποδεικνύει ακριβώς με πόση επιμέλεια το ιουδαϊκό ιερατείο θεμελίωσε μια νέα θρησκεία, η οποία θα χρησίμευε στο διπλό ρόλο της στήριξης της ρωμαϊκής εξουσίας του Σενέκα και των πέριξ αυτού Ρωμαίων αριστοκρατών, αφ’ ενός, και την καταρράκωση του ελληνικού πνεύματος αφ’ ετέρου. O εβραϊκός όχλος κλήθηκε να αποφασίσει τον σταυρικό θάνατο ενός εκ των δύο ανδρών. Του Ιησού ή του Βαραββά. Όμως, όποιον και να διάλεγε, το αποτέλεσμα της θυσίας θα ήταν το ίδιο. Oύτως ή άλλως, το θύμα τους ήταν ένας από αυτούς, αλλά διαφορετικός από αυτούς. Oι Εβραίοι αποκαλούνται και αναγνωρίζονται ως γιοι των μητέρων τους, γι’ αυτό και ο Ιησούς μας είναι γνωστός ως γιος της Μαρίας. Όμως ο ίδιος πάντοτε διακήρυττε ότι ήταν γιος του Πατέρα του (Κατά Ιωάννην, ζ’ 39, ιδ’ 2, ιδ’ 10-13), χαρακτηριστικό ανέκαθεν των Ελλήνων, οι οποίοι αποκαλούνται και αναγνωρίζονται ως γιοι των πατέρων τους. Όμως το πιθανότατα πλαστό όνομα του ληστού του Ευαγγελίου, Βαραββάς, σημαίνει ακριβώς «γιος του πατέρα», από το βαρ=γιος και αββάς=πατήρ. Oύτως ή άλλως δηλαδή, ο λαός θα παρέδιδε στον σταυρικό θάνατο έναν «γιο του πατέρα του».
Και έτσι, με μία βία δικονομικού χαρακτήρα, η θυσία ενός «γιου του πατέρα του» έδωσε το έναυσμα για τη γέννηση μιας νέας θρησκείας. Μιας θρησκείας ωμηστών πάλι, σαν τις άλλες, αλλά σε αιθερικό επίπεδο, όπως προδίδουν πολλές ιστορίες μέσα από τα ιερά της κείμενα.
Το χρυσό τριαντάφυλλο της Αβινιόν. 14ος αι. Musee National du Moyen-Age.
Απόσπασμα από το «Ρόδο του Παράκελσου» του Χ.Λ. Μπόρχες (Άπαντα πεζά, μτφρ.-επιμ.-σχόλια Α. Κυριακίδης, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2005)
Το οχυρό Κωνσταντίνου όπως τροποποιήθηκε από τον Ρώσο στρατηγό Statter, το 1807.
Η κατάκτηση της Λευκάδας αποτέλεσε τον απώτερο στόχο της επεκτατικής πολιτικής του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, λόγω της σημαντικής θέσης που κατέχει το νησί ως «προκεχωρημένη θέση» της Ηπείρου στο Ιόνιο Πέλαγος. Η κατασκευή των δύο νέων φρουρίων Τεκέ και Αγίου Γεωργίου σε λόφους στην ακτή της Ακαρνανίας προς τη Λευκάδα και η παραμονή ετοιμοπόλεμων στρατευμάτων σε αυτά από το 1800 μέχρι το 1807 αποδεικνύουν την επιμονή του αλλά και τη δυσκολία που αντιμετώπιζε ο πασάς για την κατάκτηση του νησιού.
Η χερσόνησος της Τρωάδας σύμφωνα με την περιγραφή του γεωγράφου Στράβωνα (Μάλφας 1998).
Στο άρθρο αυτό, ο Παναγιώτης Μάλφας εκθέτει την ερμηνεία των στοιχείων που απέδωσαν οι γεωλογικές έρευνες στην πεδιάδα της Τροίας και σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο έχουν αξιοποιηθεί τα ευρήματα από τους επικεφαλής των ερευνών αυτών. Πιο συγκεκριμένα, ο συγγραφέας τεκμηριώνει με βάση τα γεωλογικά στοιχεία την ύπαρξη του Τρωικού ή Σκαμάνδριου πεδίου της Ιλιάδας κατά τους προϊστορικούς χρόνους και διαψεύδει την, κατά την άποψή του, αποπροσανατολιστική για την έρευνα της Τροίας θεωρία του «Τρωικού κόλπου».
Η αίθουσα απολιθωμένου δάσους: υποθαλάσσια ευρήματα.
Στο Σίγρι της Λέσβου βρίσκεται ένα από τα μοναδικότερα μνημεία της φύσης σε παγκόσμια κλίμακα, το Απολιθωμένο Δάσος Λέσβου. Δημιουργήθηκε πριν από 20 περίπου εκατομμύρια χρόνια, την περίοδο του Κάτω Μειοκαίνου, όταν ηφαιστειακά υλικά κάλυψαν και απολίθωσαν το ζωντανό δάσος που κάλυπτε τότε τη δυτική Λέσβο. ΤοΑπολιθωμένο Δάσος Λέσβου ανακηρύχθηκε Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης (ΠΔ 433/1985), με προστατευόμενη περιοχή έκτασης 150.000 στρεμμάτων. Χάρη στην ίδρυση το 1994 του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου, μεγάλο μέρος του σπάνιου αυτού φυσικού μνημείου είναι σήμερα επισκέψιμο.
Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου ιδρύθηκε το 1994, αποτελεί κοινωφελές νομικό πρόσωπο εποπτευόμενο από το Υπουργείο Πολιτισμού και έχει ως σκοπό τη μελέτη, την έρευνα, την ανάδειξη, την έκθεση, τη συντήρηση, τη φύλαξη και κάθε πρόσφορη αξιοποίηση του Απολιθωμένου Δάσους της Λέσβου, που αποτελεί Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης με ιδιαίτερα μεγάλη περιβαλλοντική, γεωλογική και παλαιοντολογική αξία.
Ωράριο λειτουργίας
Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου - Σίγρι
Θερινή περίοδος (1/7-30/9)
Δε-Πε 8:30-20:00. Πα 8:30-22:00. Σα-Κυ 8:30-20:00
Χειμερινή περίοδος (1/10-30/6)
Τρ-Πα 8:30-16:30. Σα-Κυ 9:00-17:00
Πάρκο Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου - Σίγρι
Θερινή περίοδος (1/7-30/9)
Δε-Κυ 8:30-18:00
Χειμερινή περίοδος (1/10-30/6)
Δε-Κυ 8:30-16:30
Η Κοιμωμένη -το βουνό έχει το σχήμα ξαπλωμένης γυναίκας- όπως φαίνεται από το λιμάνι του Πόρου ένα φθινοπωρινό δειλινό.
Η συντακτική επιτροπή του περιοδικού σκέφτηκε πως θα ήταν ευχάριστο για τους αναγνώστες μας να βρίσκουν κάθε τόσο μια πρόταση για εκδρομή. Μια εκδρομή σε γνωστά μέρη που όμως θα τους αποκαλύψει κάτι καινούργιο!
Σε αυτό το τεύχος, ταξιδεύουμε στον Πόρο, που είναι γνωστός από τις σχολικές εκδρομές και από ταινίες του νεοελληνικού κινηματογράφου. Ωστόσο, τα αληθινά αξιοθέατα του νησιού δεν είναι γνωστά στο ευρύ κοινό, όπως το Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, η Μητρόπολη Αγ. Κωνσταντίνου, ο Ναός του Ποσειδώνα, ή η πρωτοελλαδική πόλη στον Κάβο Βασίλη και τα μυκηναϊκά λείψανα στο Μόδι.
Αρχαιολογία online, οθόνη Τεύχη
Ο νέος ιστότοπος του περιοδικού, Αρχαιολογία online, λειτουργεί από τις 18 Απριλίου 2008 στις διευθύνσεις www.arxaiologia.gr και www.archaiologia.gr.
Αφορμή για τη ριζική ανανέωση του προηγούμενου δικτυακού τόπου του περιοδικού υπήρξε η πρακτική ανάγκη για ένα σύστημα διαχείρισης και δημοσίευσης του περιεχομένου που θα το χειριζόταν η ομάδα έκδοσης του περιοδικού, εξασφαλίζοντας την τακτική ενημέρωση των ιστοσελίδων. Ωστόσο, στο έργο αυτό προστέθηκαν γρήγορα και άλλες διαστάσεις, που μαρτυρούν τη διάθεση ανανέωσης αλλά και τη διαρκή αναζήτηση νέων τρόπων επικοινωνίας του περιοδικού με το κοινό του - τους ειδικούς και το πλατύ κοινό.
Ο νέος ιστότοπος Αρχαιολογία online προσφέρει συστηματική και πληρέστερη κάλυψη της αρχαιολογικής επικαιρότητας, χωρίς τους περιορισμούς της έκτασης ή της συχνότητας έκδοσης του εντύπου, επιπλέον περιεχόμενο σε σχέση με το έντυπο χάρη στη συστηματική αποδελτίωση των πηγών πληροφόρησης στο διαδίκτυο –που μέχρι πρόσφατα γινόταν μόνο για το ενημερωτικό φυλλάδιο– αλλά και σε νέες συνεργασίες. Και τέλος, υποστηρίζοντας τις πρωτοβουλίες για την ελεύθερη πρόσβαση, διαθέτει το ψηφιακό αρχείο τευχών του περιοδικού δωρεάν στο διαδίκτυο!
Το χρυσό στεφάνι που βρέθηκε στο ιερό της Εύκλειας στη Βεργίνα.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Στα Αρχαιομετρικά Νέα αυτού του τεύχους μπορείτε να διαβάσετε:
- Ο δίσκος της Φαιστού σε επικαιρότητα
- Συνέδριο για μελέτες αρχαιολογικού υλικού με σύγχροτρον
- IAEA: Συνάντηση εργασίας για τις νέες τεχνικές διάγνωσης αυθεντικότητας
- Νέες εκδόσεις: Aegean Metallurgy in the Bronze Age

Το λογότυπο του περιοδικού.
Τα παγώνια κυριαρχούν στον χώρο της Κνωσού. Ο απόκοσμος ήχος που βγάζουν σηματοδοτεί τον χρόνο που χρειάζεται κάποιος για να περιδιαβεί τα ανάκτορα. Όταν τελικά αντικρίζει τα πολύχρωμα πλάσματα, ο επισκέπτης νιώθει δέος απέναντι στο αιφνιδιαστικό θέαμα που προσφέρουν. Η παρουσία τους ζωντανεύει τα ανάκτορα όχι μόνο στο παρόν αλλά και στο παρελθόν, μέσα στη φαντασία μας. Μαζί, τα πλάσματα της φύσης και του ανθρώπου συνθέτουν μια διαχρονικά δυνατή εικόνα.
Για τη δύναμη της εικόνας μάς μιλά, μεταξύ άλλων, ο ζωγράφος και καθηγητής Γιώργος Κόρδης. Πιστεύει πως το σημείο όπου συναντιούνται το θεϊκό με το ανθρώπινο στοιχείο μπορεί κανείς να το ψηλαφίσει κατόπιν εσωτερικής αποκάλυψης, όχι διανοητικής διεργασίας.
Ο καθηγητής μεταφέρει την άποψη των εικονομάχων πως αυτό που απεικονίζεται είναι η ουσία του πράγματος και πως η θεότητα δεν μπορεί ν’ απεικονιστεί. Φαντάζομαι πως το ίδιο ισχύει και για τον σπόρο θεότητας που ενυπάρχει στον άνθρωπο: δεν μπορεί ν’ αποτυπωθεί σε έναν απολογισμό της προσωρινής ζωής του, παρά αποκαλύπτεται στον βλέποντα.
Μέσα μας εκτός από τη θεϊκή φλόγα ζει και ο άλλος. Στη σκέψη μας, όπως η εικόνα του έτσι και η ιδέα του είναι ξέχωρη από το ίδιο το πρόσωπο. Τι κρατάμε και αποτυπώνουμε από ένα πρόσωπο όπως στη ζωγραφική εικόνα έτσι και στη μνήμη μας; Κρατάμε την αντικειμενική ουσία του προσώπου ή στοιχεία εντελώς υποκειμενικά;
Μαθαίνουμε από τον καθηγητή Κόρδη ότι ο χρόνος της εικόνας είναι το τώρα και ο χώρος της είναι το εδώ. Έτσι γίνεται κι όταν κοιτάει κανείς ένα αγαπημένο πρόσωπο σε μια φωτογραφία: το πρόσωπο είναι πάντα εδώ.
Ο διευθυντής της Βελγικής Σχολής Αθηνών, καθ. Jan Driessen. Φωτ.: Julien Pohl.
Καταξιωμένος μελετητής της μινωικής αρχαιολογίας, με μεγάλη εμπειρία στο πεδίο, ο διευθυντής της Βελγικής Σχολής Αθηνών δεν διστάζει να ταράξει ήρεμα νερά. Δυναμιτίζει την ακλόνητη άποψη ότι το μινωικό «ανάκτορο» ήταν η έδρα ενός άνακτα. Στη μινωική κοινωνία, υιοθετώντας τον χαρακτηρισμό του Lévi–Strauss, βλέπει μια «Κοινωνία των Οίκων». Είναι αυτή η κοινωνία που, σε αντιπαραβολή με τις πυρηνικές οικογένειες, μας επιτρέπει να υποθέσουμε έναν πιο σύνθετο ρόλο για τη γυναίκα.
Αττικός κάνθαρος (περ. 490–480 π.Χ.). Αγγειοπλαστική και αγγειογραφία του Δούριδος. Σύγκρουση Ηρακλή και Αμαζόνων.
Στη διάρκεια του 19ου αιώνα εκπρόσωποι των Βασιλικών Μουσείων Τέχνης και Ιστορίας αλλά και συλλέκτες, αξιοποιώντας ένα δίκτυο επαφών κυρίως στη Ρώμη και το Παρίσι, προχώρησαν σε δωρεές και/ή αγοραπωλησίες αρχαιοτήτων εμπλουτίζοντας τη Συλλογή Αρχαιοτήτων των Βρυξελλών με τα πιο εντυπωσιακά της εκθέματα. Ο Eugène Van Overloop έγινε διευθυντής του μουσείου το 1898 και το επόμενο έτος προσέλαβε τον Franz Cumont ως επιμελητή της Ελληνορωμαϊκής Συλλογής αποδίδοντάς της έτσι την επιστημονική της αξία. Σήμερα η Συλλογή μελετάται και προβάλλεται πλέον μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας.
Ο λόφος Βελατούρι καθώς τον προσεγγίζουμε από θαλάσσης (φωτ.: EBSA/S. Déderix).
Η θέση του Θορικού εκτείνεται στις πλαγιές του λόφου Βελατούρι («ακρόπολη»), ενός λόφου με διπλή κορυφή, σε περίοπτη θέση, κατά μήκος της νοτιοανατολικής ακτής της Αττικής.
Η μοίρα του Θορικού ήταν συνδεδεμένη με τη ζήτηση αργύρου τόσο στους προϊστορικούς όσο και στους αρχαίους χρόνους γενικότερα, καθώς η πρόσβαση στα πλούσια κοιτάσματα της Λαυρεωτικής εξασφάλιζε στη θέση εξέχοντα ρόλο στην Αττική και όχι μόνο.
Αεροφωτογραφία του αστικού κέντρου της Ιτάνου από τα βόρεια (διακρίνονται η ανατολική και η δυτική ακρόπολη εκατέρωθεν της περιοχής της Αγοράς).
Κτισμένη στο βορειοανατολικό άκρο της Κρήτης, η πόλη της Ιτάνου αναπτύχθηκε γύρω από ένα φυσικό αγκυροβόλιο, ιδανικά τοποθετημένο πάνω στη θαλάσσια οδό που συνδέει το Αιγαίο με την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Καλά προστατευμένη από τους ισχυρούς ανέμους, η θέση αυτή φαίνεται πως λειτούργησε αρχικά ως λιμάνι, ως ενδιάμεσος σταθμός, ως σημείο επαφών και ανταλλαγών. Για άλλους υπήρξε αφετηρία ταξιδιών προς περισσότερο ή λιγότερο μακρινούς προορισμούς και για άλλους απλώς μια στάση, μια από τις πολλές θέσεις όπου σταματούσαν για να διαθέσουν τα εμπορεύματά τους.
Το Κτίριο με Κεντρική Αυλή στο Σίσι, κατά τη διάρκεια της ανασκαφής του. Λήψη από νοτιοανατολικά (©EBSA, N. Kress).
Η αρχαιολογική θέση στο Σίσι, όπως και τα γειτονικά Μάλια, κατοικήθηκε από τα μέσα της 3ης χιλιετίας ως τα τέλη του 13ου αιώνα π.Χ. Πριν όμως τελειώσει ο 14ος αιώνας, το Σίσι έχασε τον κνωσιακό χαρακτήρα του. Η ανασκαφή εμπλουτίζει τις γνώσεις μας για την Εποχή του Χαλκού στην Κρήτη, ενώ κάποια από τα πρωτογενή αρχαιολογικά δεδομένα, όπως το Κτίριο με την Κεντρική Αυλή, μας καλούν να επανεξετάσουμε παγιωμένες απόψεις.
Ο Γιώργος Κόρδης.
Της θεωρίας και της πράξης. Αν αναζητούσαμε έναν επιγραμματικό χαρακτηρισμό για τον Γιώργο Κόρδη, ίσως δεν θα βρίσκαμε καλύτερο. Απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, έπειτα από διετή παραμονή στη Βοστόνη (1987-1989) επιστρέφει στην Αθήνα για να υποστηρίξει στη Θεολογική Σχολή τη διδακτορική διατριβή του στο ερευνητικό πεδίο της Θεολογίας και της Βυζαντινής Αισθητικής (1991). Στην ίδια πάντα Σχολή θα διδάξει επί μία δεκαετία (2003-2013), ως λέκτορας και ως επίκουρος καθηγητής, το μάθημα της Βυζαντινής Τέχνης. Στα χρόνια της Βοστόνης που είχαν προηγηθεί, παρακολούθησε τα μαθήματα Μεσαιωνικών Τεχνικών στη Σχολή του Μουσείου Καλών Τεχνών (Museum of Fine Arts) και πήρε το Μάστερ Θεολογίας από την Ορθόδοξη Σχολή Θεολογίας του Τιμίου Σταυρού (Holy Cross).
Ως επισκέπτης καθηγητής θα ταξιδέψει επανειλημμένα στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Ρουμανία, στην Ουκρανία, στη Ρωσία.
Ο αριθμός των δικών του βιβλίων είναι μεγάλος –όλα από τις εκδόσεις Αρμός– αλλά δεν είναι λίγα και τα βιβλία άλλων που εκείνος έχει εικονογραφήσει.
Ζωγράφος εξαιρετικά παραγωγικός, την τελευταία δεκαετία παρουσιάζει έργα του σε ατομικές εκθέσεις δύο και τρεις φορές μέσα σε μία χρονιά.
Ο Γιώργος Κόρδης μίλησε στο περιοδικό «Αρχαιολογία και Τέχνες».
Άποψη της ενότητας φορητών εικόνων. Μ. Ασία, 19ος αι.
Στην καρδιά της Ελλάδας, στο χωριό Νέο Προκόπι στη βόρεια Εύβοια, ιδρύθηκε το 2018 ένα μουσείο προορισμένο να φιλοξενήσει την ανθρώπινη περιπέτεια και τα αντικείμενα μνήμης των προσφύγων από την Καππαδοκία που εγκαταστάθηκαν σε αυτόν τον τόπο το 1924. Ένα Μουσείο Μικρασιατικού Πολιτισμού.
Ο χώρος όπου διεξάγεται η ανασκαφή των αρχαϊκών οικιών (2019).
Λίγα χιλιόμετρα από το Ρέθυμνο, στις νότιες υπώρειες του «ιερού όρους» Βρύσινας, το οροπέδιο της Ονιθές είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον του Νικολάου Πλάτωνα από το 1954. Ο ερειπιώνας που αναπτυσσόταν στη θέση αυτή μιλούσε για την ύπαρξη μιας αρχαίας πόλης (7ος -6ος αι. π.Χ.). Από το 2018 ένα νέο ανασκαφικό πρόγραμμα συνεχίζει την έρευνα στον τομέα των λεγόμενων αρχαϊκών οικιών. Η εικόνα που αποκαλύπτεται δείχνει έναν ακμαίο οικισμό με σημαντικά δημόσια ή κοινοτικά οικοδομήματα.
Στιγμιότυπο από την ανασκαφική έρευνα του M.N. Valmin (1927–1934) στην ακρόπολη. Φωτ.: Αρχείο Σουηδικού Iνστιτούτου Αθηνών / ΕΦΑ Μεσσηνίας.
Η Μάλθη (αρχ. Δώριον) αποτελεί σημαντικό παράδειγμα προϊστορικής οικιστικής οργάνωσης και θεωρείται ένας από τους αρχαιότερους ορεινούς αγροτικούς οικισμούς της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου. Στον περιφραγμένο αρχαιολογικό χώρο της ακρόπολης της Μάλθης σώζονται κατάλοιπα από τον οχυρωμένο οικισμό της Εποχής του Χαλκού, επισκέψιμα σήμερα.

Από το λεύκωμα του Πλάτωνα Ριβέλλη «Ερείπια», Φωτοχώρος/Φωτογραφικός Κύκλος, Αθήνα 1992.
Δημοσιεύεται το διήγημα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ «Η Παναγιά η Χελιδονού» από τη συλλογή της Διηγήματα της Ανατολής. Μεταφράστρια και εκδότρια: Ιωάννα Χατζηνικολή (Αθήνα, 1980). Η εικονογράφηση του διηγήματος προέρχεται από το λεύκωμα του Πλάτωνα Ριβέλλη Ερείπια, Φωτοχώρος/Φωτογραφικός Κύκλος, Αθήνα 1992
Μικρογραφική τοιχογραφία από το ανάκτορο της Κνωσού με παράσταση ομαδικής θρησκευτικής γιορτής. ΜΜΙΙΙ (16ος αι. π.Χ.).
Aλλαγή, εξέλιξη και μετεξέλιξη, εμφάνιση, εξαφάνιση ή επανεμφάνιση, όροι που επανέρχονται σαν επωδός όταν διαβάζουμε τον αρχαιολογικό-πολιτισμικό χρόνο, ιδιαίτερα της προϊστορίας, συστεγάζονται άνετα κάτω από τον γενικευτικό όρο «μεταμόρφωση». Ακολουθώντας, με κάποια παραδείγματα, τη διαδρομή από το αιτιατό στο αίτιο, θα παρακολουθήσουμε την εξελικτική διαδικασία που δημιούργησε την «καλλιτεχνική κοινή».
Ο ψευδόστομος αμφορέας αγγίζει στην Κρήτη τη μαζική παραγωγή και τυποποίηση τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. Η συνάρτησή του με το ανακτορικό εμπόριο λαδιού ήταν τόσο στενή ώστε, όταν τα ανακτορικά κέντρα και η συναφής οικονομία κατέρρευσαν, η παραγωγή του άρχισε να φθίνει για να σβήσει οριστικά μετά την πρωτογεωμετρική περίοδο.
Τα μινωικά άωτα κωνικά κύπελλα, ευτελή και μιας χρήσης, εμφανίζουν μια κατακόρυφη εκτίναξη της παραγωγής τους αποκλειστικά κατά τη ΜΜΙΙΙ-ΥΜΙ περίοδο. Τα ανασκαφικά δεδομένα τεκμηριώνουν την παρουσία τους στις ομαδικές συνεστιάσεις λατρευτικών πράξεων με κοσμοσυρροή, σαν αυτές που απεικονίζονται σε μικρογραφικές τοιχογραφίες της Κνωσού. Η αισθητή κάμψη της παραγωγής τους είναι συνέπεια της αποσύνδεσής τους από τις λατρευτικές πρακτικές, τις οποίες η εγκατάσταση μιας μυκηναϊκής δυναστείας στο τέλος της ΥΜΙΒ περιόδου δεν θα άφησε ανεπηρέαστες.
Τα αγγεία γοήτρου αποκαλύπτουν μεταμορφωτικούς παράγοντες που συναρτώνται με την ιδεολογία και τη συμπεριφορά μιας ιεραρχημένης, ανακτορικής κοινωνίας. Ο γραπτός διάκοσμος είναι εκείνος που μεταβάλλει ένα απλό αγγείο σε περιζήτητο είδος πολυτελείας. Στους εξέχοντες ζωγραφικούς ρυθμούς, το φυτικό, το θαλάσσιο, τον ανακτορικό ή το μυκηναϊκό εικονιστικό, οι όποιες μεταμορφώσεις στο θεματολόγιο αντλούν από τη συνεχή εικονογραφική παράδοση που εγκαινίασε ο καμαραϊκός ρυθμός. Στον μυκηναϊκό ρυθμό, την εξαίρεση, οι μυκηναίοι ζωγράφοι αντλούν πρότυπα από τις σύγχρονές τους τοιχογραφίες των «παλαιών» ανακτόρων.
Στις απαρχές της τέχνης των τοιχογραφιών, η φορά των επιδράσεων που, κατά κανόνα, βαίνει από τις τοιχογραφίες προς την κεραμική ανατρέπεται. Στην αιγαιακή τέχνη, η πολυχρωμία που πρωτοεμφανίζεται με τον καμαραϊκό ρυθμό σηματοδοτεί και συνδέει τοιχογραφίες και κεραμική. Η γενετική τους συσχέτιση ενισχύεται από την κοινή εμφάνιση και έκφραση της ίδιας ιδεολογίας στο ίδιο ανακτορικό πλαίσιο.
Στην πορεία της σφραγιδογλυφίας, το νέο προκύπτει μέσα από προσαρμογές και μετεξελίξεις του παλιού. «Υπογραφή» του κατόχου τους, οι σφραγίδες εμφανίζονται στην Κρήτη γύρω στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., διευκολύνοντας τις διαδικασίες συναλλαγών. Στην εξελικτική της πορεία η σφραγιδογλυφία αναζητεί όλο και πρακτικότερα σχήματα, όλο και σκληρότερους και εντυπωσιακότερους λίθους ώσπου, από τις αρχές της νεοανακτορικής εποχής, καταλήγει σε δύο σχήματα σφραγίδων, το φακοειδές και το αμυγδαλοειδές. Σε κριτήριο δεξιοτεχνίας αναδεικνύεται η σφραγιστική εικόνα.
Απαιτώντας υψηλού βαθμού τεχνογνωσία, η διάδοση της μεταλλοτεχνίας κατά την 3η χιλιετία π.Χ. επέβαλε την τεχνική εξειδίκευση στο πλαίσιο των πρωτοαστικών κοινωνιών. Η «τεχνική κοινή», που δημιουργήθηκε βαθμιαία σε όλο τον αιγαιακό χώρο, υπήρξε μια από τις βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία της «καλλιτεχνικής κοινής».
Ενδιαφέρουσα περίπτωση μεταμόρφωσης στην παραγωγή τεχνημάτων είναι η μήτρα. Με την πλατιά χρήση της στην κοσμηματοτεχνία κατά τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ., χυτά κοσμήματα κατασκευάζονται σε εξαιρετικά μεγάλες ποσότητες. Η τυποποίηση και η μαζικοποίηση της παραγωγής συνέβαλαν στην κατίσχυση της «καλλιτεχνικής κοινής». H δυνατότητα μίμησης του λαμπρού προτύπου κόσμησης που πρόβαλλε η άρχουσα τάξη την έφερε πολύ κοντύτερα στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.
Το πέρασμα της Ερυθράς θάλασσας σε ελληνικό χειρόγραφο,10ος αι. Η Νύχτα, η Έρημος, ο Βυθός και η Ερυθρά Θάλασσα προσωποποιούνται
Ο Ιουλιανός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 331 μ.Χ. Έλαβε ελληνική παιδεία στη γενέτειρά του, στη Νικομήδεια, στην Αντιόχεια και σε άλλα κέντρα της Ανατολής και επηρεάστηκε βαθύτατα από τη σκέψη των ονομαστότερων νεοπλατωνικών, του Πορφύριου, μαθητή του Πλωτίνου και, ιδιαίτερα, του Ιάμβλιχου. Στους σωζόμενους Λόγουςτου Ιουλιανού αναφέρεται ο νεοπλατωνικός «φιλόσοφος Σαλούστιος», συγγραφέας της πραγματείας «Περί θεών και κόσμου». Πρόκειται για ένα είδος μανιφέστου που ο Σαλούστιος έγραψε λίγο μετά τα μέσα του 4ου αιώνα για να εκθέσει τις βασικές αρχές, θρησκευτικές και φιλοσοφικές, της θρησκευτικής μεταρρύθμισης που προετοίμαζε ο Ιουλιανός. Όταν στα 30 του ο Ιουλιανός γίνεται αυτοκράτορας, αρχίζει η προσχεδιασμένη συνεργασία με τον Σαλούστιο. Θεσπίζεται απόλυτη ανεξιθρησκεία. Αρχαίοι βωμοί και ναοί επισκευάζονται, διοργανώνονται επιβλητικές θυσίες στις οποίες μετέχει προκλητικά ο αυτοκράτορας, ύμνοι εμπλουτίζουν την αρχαία λατρεία. Η μεταρρύθμιση όμως στόχευε και στη δογματική εξυγίανση της αρχαίας θρησκείας με τη βοήθεια της φιλοσοφίας. Ειδικά σεμινάρια με φιλοσοφικές απόψεις για τη φύση και τις ιδιότητες των θεών αποσκοπούσαν στην ανύψωση της παλιάς πίστης σε επίπεδο απρόσιτο από τις άλλες θρησκείες. Το δοκίμιο «Περί θεών και κόσμου» αποτελείται από 21 κεφάλαια. Οκτώ από αυτά συνδέονται με τη θρησκεία και τα άλλα έχουν φιλοσοφικό περιεχόμενο.
Ο «χριστιανός Ορφέας» σε ψηφιδωτό δαπέδου του 6ου αι. από την Ιερουσαλήμ (Κωνσταντινούπολη, Αρχαιολογικό Μουσείο).
Η υποχώρηση της αρχαίας θρησκείας και η συνακόλουθη επικράτηση του χριστιανισμού συμπορεύτηκαν με κάποια γεγονότα-σταθμούς: α) παύουν οι διωγμοί του Δεκίου (249-250) και του Διοκλητιανού (303-304), β) το 313 το Έδικτον των Μεδιολάνων αναγνωρίζει τον Χριστιανισμό, γ) το 392 ο Θεοδόσιος Α΄ απαγορεύει τη λατρεία στα αρχαία ιερά, δ) το 435 ο Θεοδόσιος Β΄ διατάσσει την καταστροφή των ειδωλολατρικών ιερών και τον εξαγνισμό τους με την τοποθέτηση σταυρού, ε) το 529 κλείνει η Νεοπλατωνική Σχολή των Αθηνών σηματοδοτώντας το τέλος του αρχαίου κόσμου.
Τα σημαντικότερα από τα παλαιοχριστιανικά μνημεία της Ελλάδας κτίστηκαν κυρίως μετά το 425 σε πόλεις παράλιες (Θεσσαλονίκη, Νέα Αγχίαλος, Κόρινθος) ή νησιωτικές. Από τους πολλούς αρχαίους ναούς που μετατράπηκαν σε παλαιοχριστιανικές βασιλικές, ενδεικτικά αναφέρουμε: τη βασιλική στη θέση Ιερού της Αφροδίτης στον Ακροκόρινθο, τη βασιλική στο Ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, τη βασιλική στο ναό της Αλέας Αθηνάς στην Τεγέα, το Ωρολόγιον του Ανδρονίκου του Κυρρήστου που έγινε βαπτιστήριο, τη βασιλική που κτίστηκε στο θέατρο του Διονύσου, τον Παρθενώνα που έγινε η Παναγία η Αθηνιώτισσα, το ναό του Ηφαίστου, το «Θησείον», που έγινε Άγιος Γεώργιος, το ναό της Αγροτέρας Αρτέμιδος που έγινε η Παναγιά στην Πέτρα. Η νέα θρησκεία επέλεξε να εγκατασταθεί και σε μεγάλα ιερά της αρχαιότητας, όπως η Δωδώνη και το Ηραίον της Σάμου. Συμμορφούμενοι με διάταγμα του Αρκάδιου (399) που όριζε την καταστροφή όσων αρχαίων ναών είχαν απομείνει στην ύπαιθρο, φανατισμένοι χριστιανοί κατέστρεψαν το ναό της Νέμεσης στη Ραμνούντα και θρυμμάτισαν το άγαλμά της.
Λεπτομέρεια της εσωτερικής διακόσμησης των ανακτόρων. Υδατογραφία (Αρχείο Gärtner, Μουσείο Αρχιτεκτονικής, Πολυτεχνείο Μονάχου).
Ο Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας στο ταξίδι του στην Ελλάδα το 1835 έφερε μαζί του και τον αρχιτέκτονα Friedrich von Gärtner. Στο μεταξύ, ο Όθων είχε ήδη εγκρίνει τη μελέτη του Leo von Klenze για την ανέγερση ανακτόρων σε κλιμακωτά επίπεδα στις δυτικές κλιτύες του λόφου των Μουσών. Οι διαφωνούντες με την πρόταση Klenze αντέτειναν το υψηλό κόστος και το ανθυγεινό κλίμα της περιοχής. Τη λύση έδωσε ο Λουδοβίκος που, ακολουθώντας τις συστάσεις των αυλικών ιατρών, επέλεξε τη θέση του αρχαίου Λυκείου. Η ανέγερση των ανακτόρων, επίτευγμα σχεδόν απίστευτο για την Ελλάδα του τότε, κράτησε περίπου 7 χρόνια (1836-1843). Γερμανοί συνεργάστηκαν με Έλληνες και Ιταλούς, τα αρχαία λατομεία της Πεντέλης ξαναλειτούργησαν. Ο Gärtner μετέφερε αυτούσιες τις συνθετικές αρχές που εφάρμοζε στη Γερμανία. Αντίθετα, ο Schinkel και ο Klenze, άπαξ και βρέθηκαν στον ελληνικό χώρο, αποχωρίστηκαν τις ακαδημαϊκές αντιλήψεις σχετικά με τους κλειστούς και συμμετρικούς κτηριακούς όγκους και υπερασπίστηκαν την ελεύθερη ασυμμετρία, τη γραφικότητα της διάταξης. Ωστόσο, η μορφολόγηση του παλατιού του Gärtner πρέπει να αναλυθεί υπό το πρίσμα της βασικής του αρχής, δηλαδή του κλειστού, λιτού κυβικού κτίσματος. Ως ιδεώδες πρότυπο χρησίμευσε η αυστηρή κατασκευή του δωρικού ναού ενώ, με μέθοδο σύνθεσης την «κάθαρση» ενός ιστορικού προτύπου, ο Gärtner κατάφερε να εφαρμόσει τον «απέριττο ρυθμό». Η ανάλυση της αρχιτεκτονικής των ανακτόρων αποκαλύπτει πώς δημιουργήθηκε η εντύπωση ηρεμίας και λιτού μεγαλείου. Οι αναφορές στα κλασικά πρότυπα είναι περιορισμένες. Νεοτερισμό του κλασικισμού στον ελληνικό χώρο συνιστούν οι επιχρισμένοι τοίχοι με χαραγμένους αρμούς που μιμούνται ισόδομες τοιχοποιΐες. Μνημειακότητα και χάρη απέπνεε και η εσωτερική διακόσμηση των ανακτόρων, εξ αιτίας της οποίας ο Gärtner επέστρεψε στην Ελλάδα για λίγους μήνες το 1840. Η ομάδα των 22 αρχιτεκτόνων, ζωγράφων και διακοσμητών με τους βοηθούς τους που τον συνόδευε, παρέμεινε για να ολοκληρώσει το έργο.
Ο Gärtner δεν ασχολήθηκε με την ένταξη του παλατιού στην πόλη ή το τοπίο. Η ζώνη πρασίνου που δημιουργήθηκε αργότερα οφείλεται στην πρωτοβουλία της βασίλισσας Αμαλίας. Την ένταξη των ανακτόρων στον ιστό της πόλης ανέλαβε ο υπολοχαγός Hoch. Η ιστορία των ανακτόρων υπήρξε πολυτάραχη. Κατοικία των βασιλέων Όθωνα και Γεωργίου έως το 1909, υπέστη μεγάλες ζημιές σε δυο πυρκαγιές, το 1884 και το 1909. Έμεινε απανθρακωμένο ερείπιο και στέγασε πρόσφυγες από τη Μ. Ασία, πριν αποφασιστεί η ριζική του μετατροπή σε έδρα της Βουλής. Τα σχέδια έγιναν από τον Αντ. Κριεζή και εκτελέστηκαν στα έτη 1929-1934. Την ίδια εποχή ισοπεδώθηκε το ελαφρά επικλινές έδαφος του παλατιού προκειμένου να στηθεί το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Το κτήριο του Gärtner στερήθηκε έτσι ένα βασικό του χαρακτηριστικό, την εξέχουσα θέση του πάνω σε ύψωμα.
Το χωριό Πρόσυμνα στην Αργολίδα και η γύρω του περιοχή όπου διεξάγεται η αρχαιολογική έρευνα.
Υπό την αιγίδα του Σουηδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, πραγματοποιήθηκε στην Αργολίδα κατά τα έτη 1988-1990 «επιφανειακή αρχαιολογική έρευνα στις περιοχές Μπερμπάτι και Λίμνες». Αντικείμενο της έρευνας ήταν η διαχρονική κατοίκηση και χρήση του τόπου από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Τα πρώτα ίχνη ανθρώπων μας γυρνούν 50.000 χρόνια πίσω. Στα μέσα της παλαιολιθικής εποχής υπήρχε ήδη ζωή στο φαράγγι της Κλεισούρας, όπου εντοπίστηκαν οικισμοί της μεσολιθικής εποχής και χιλιάδες εργαλεία από πυριτόλιθο. Από τα μέσα της νεολιθικής εποχής, περί το 5000 π.Χ., η εικόνα του οικιστικού μοντέλου στην περιοχή γίνεται πιο συνεκτική. Στις επόμενες επτά χιλιετίες το οικιστικό μοντέλο διαδοχικά επεκτείνεται και συρρικνώνεται. Στα τέλη της τρίτης χιλιετίας, στην κοιλάδα του Μπερμπατιού η ανθρώπινη παρουσία διακόπτεται επί πεντακόσια χρόνια εξαιτίας μιας καταστροφικής διάβρωσης του εδάφους.
H έρευνα συνέλεξε σημαντικές πληροφορίες για την επικοινωνία και τις μετακινήσεις των ανθρώπων στη βορειοανατολική Πελοπόννησο. Πολλοί από τους αρχαίους δρόμους είναι σε χρήση και σήμερα. Η αρχαία Κοντοπορεία, που χρονολογείται στα κλασικά χρόνια ή στον 4ο - 3ο αιώνα π.Χ., ανάλογα με την έννοια που δίνουμε στο πρώτο συνθετικό του ονόματος, είναι είτε «ο κοντινότερος δρόμος» ή «δρόμος αδιάβατος χωρίς μπαστούνι». Κάπως αόριστες είναι οι μαρτυρίες του Πολύβιου και του Αθήναιου στις οποίες στηρίζονται δύο εκδοχές ταύτισης της διαδρομής. Η συγγραφέας υποστηρίζει μια τρίτη εκδοχή, ότι η σύγχρονη Κοντοπορεία απλά ακολουθεί την αρχαία Κοντοπορεία. Η σύγχρονη Κοντοπορεία που, από τη Φραγκοκρατία και μετά, ένωσε την Αργολίδα και την Κορινθία ήταν ο κοντινότερος δρόμος μεταξύ Άργους και Κορίνθου.
Νέες αλυκές στο λιμάνι Δρέπανο σχεδιασμένες από τον Spiridion Morazzo το 1740.
Κοινό δημιούργημα του ανθρώπου και της φύσης, ομοιογενές σύνολο ιστορικού, κοινωνικού και τεχνικού ενδιαφέροντος, οι αλυκές αποτελούν μνημείο παραδοσιακής-τεχνολογικής κληρονομιάς. Τη συστηματική παραγωγή αλατιού στη Λευκάδα οργάνωσαν οι φράγκοι ηγεμόνες της Κάρολος Α΄ Τόκκος και η σύζυγός του Φραγκίσκα Ατζαγιόλι. Οι πρώτες αλυκές ήταν στη λιμνοθάλασσα που εκτείνεται ανάμεσα στο φρούριο Αγία Μαύρα και το Porto Drepano. Η κατασκευή τους τοποθετείται λίγο πριν το 1415, οπότε για πρώτη φορά αναφέρεται φόρτωση αλατιού σε πλοία της Ραγκούσας. Με την κατάληψη της Λευκάδας από τους Ενετούς το 1684, οι φράγκικες αλυκές επεκτάθηκαν και νέες οργανώθηκαν κοντά στο λιμάνι Δρέπανο.
Η επιλογή των θέσεων των αλυκών ήταν μελετημένη και η οργάνωση των σταδίων παραγωγής, που περιγράφονται αναλυτικά, υποδειγματική. Η μεταφορά του αλατιού από τις αλυκές στα πλοία γινόταν με τα μονόξυλα. Οι αλυκές εκμισθώνονταν σε πρόσωπα προσκείμενα στην ενετική κυβέρνηση. Η παραγωγή τους έφτανε τους 3-4 τόνους το χρόνο. Το μεγαλύτερο ποσοστό πήγαινε στις αποθήκες μονοπωλίου της Βενετίας ή της Κέρκυρας και το υπόλοιπο παρέμενε στο νησί για τις ανάγκες των κατοίκων της Λευκάδας, της Πρέβεζας, της Βόνιτσας και της Κεφαλλονιάς. Ο έλεγχος ποιότητας και ποσότητας ήταν αυστηρός και γινόταν από τον τοπικό Προνοητή (Provveditore staordinario). Για να ασκεί καλύτερο έλεγχο, η ενετική κυβέρνηση υποχρέωνε το μισθωτή να υποβάλλει αναλυτικά σχέδια των εγκαταστάσεων των αλυκών, σχεδιασμένα από τον εκάστοτε διορισμένο κρατικό υπάλληλο-τοπογράφο (agrisimentor publico). Ιδιαίτερη αξία έχουν τα σχέδια (1725) του agrisimentor publico Spiridion Morazzo που αποτυπώνουν όχι μόνο τις λειτουργίες των αλυκών αλλά και σκηνές από τη ζωή γύρω από αυτές.
O Willard F. Libby, που επινόησε τη μέθοδο της ραδιοχρονολόγησης με άνθρακα-14.
Η ραδιοχρονολόγηση με άνθρακα-14 είναι μια τεχνική για τον προσδιορισμό, με αξιόλογη προσέγγιση, της ηλικίας αντικειμένων φυτικής ή ζωικής προέλευσης. Η μέθοδος επινοήθηκε το 1946 από τον Willard F. Libby και η αξία της αναγνωρίστηκε επίσημα το 1960 με την απονομή στον Libby του βραβείου Nobel για τη Χημεία.
Ο συγγραφέας εισάγει βήμα-βήμα τον αναγνώστη στη θεωρία και την πρακτική της μεθόδου, επισημαίνοντας τις τυχόν επιπλοκές και δυσκολίες της.
Περιοχή Κάτω Ζάκρου: ο μινωικός δρόμος που συνδέει τον όρμο με την ενδοχώρα.
Η σημασία του ανακτόρου Ζάκρου, μικρότερου από τα ανάκτορα της Κνωσού, της Φαιστού και των Μαλίων, έγκειται τόσο στην καλή του διατήρηση όσο και στην εκτεταμένη αποκάλυψη της πόλης που το περιέβαλλε. Ωστόσο, συνολική έρευνα πεδίου δεν έχει γίνει στην περιοχή.
Στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Μινωικοί Δρόμοι» με αντικείμενο τις χερσαίες επικοινωνίες στην πρωτοϊστορική Κρήτη και το ρόλο που αυτές έπαιξαν στο πλαίσιο της οργάνωσης και της ζωής του μινωικού κόσμου, το νοτιοανατολικό άκρο του νησιού, με επίκεντρα το ανάκτορο Ζάκρου και τη λιμενική πόλη του Παλαικάστρου, ορίστηκε ως περιοχή-πιλότος. Η μελέτη των δικτύων επικοινωνίας δεν μπορούσε να αρκεστεί στη διερεύνηση του οδικού συστήματος και των κτισμάτων που το εξυπηρετούσαν (σταθμοί, φυλάκια). Χρειαζόταν επίσης να γίνει αντιληπτή η στάση των ανθρώπων απέναντι στο περιβάλλον τους: επιλογή θέσης κατοίκησης, εκμετάλλευση φυσικών πόρων, άμυνα και προστασία εγκαταστάσεων, επικοινωνιών κ.ά. Η περιοχή που επελέγη δεν απέδωσε μόνο πληθώρα και ποικιλία αρχαιολογικών καταλοίπων αλλά τα στοιχεία αυτά τις περισσότερες φορές είναι άριστα διατηρημένα χάρη στην περιορισμένη κατοίκηση από το Μεσαίωνα έως σήμερα, την απουσία εντατικής καλλιέργειας με μηχανικά μέσα και την άναρχη τουριστική ανάπτυξη. Εντοπίστηκαν ίχνη της Υπονεολιθικής – Πρωτομινωικής περιόδου, ενώ πολλά και σημαντικά ήταν τα μινωικά ευρήματα από την Παλαιοανακτορική, Νεοανακτορική και Μετανακτορική περίοδο. Οι τρεις οικισμοί των «σκοτεινών» αιώνων είχαν καταφύγει στη ζώνη του φαραγγιού των Νεκρών. Στους ιστορικούς χρόνους φαίνεται ότι ο όρμος εγκαταλείφθηκε και η κατοίκηση μεταφέρθηκε στον Ξηρόκαμπο, στην Πάνω Ζάκρο και στις Καρούμες.
Αττική πλημοχόη τύπου Α από τη Σίνδο, Τάφος 22. Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
Η λέξη «πλημοχόη» πιθανότατα προέρχεται από το ρήμα «πίμπλημι», γεμίζω, και το ουσιαστικό «χοή», σπονδή. Μια δεύτερη εκδοχή συνδέει το αγγείο με ιεροτελεστίες σχετικές με την παλίρροια και τη σελήνη. Πρόκειται για αγγείο πλατύ, με κυρτό περίγραμμα και κάλυμμα, που στηρίζεται σε κεντρικό πόδι. Στην ελληνική κεραμική εμφανίστηκε στα τέλη του 7ου αιώνα και εξέλιπε στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Ίσως το κομψότερο αγγείο της ομάδας της, η πλημοχόη, όπως ο κώθων και η τριποδική πυξίδα, ανήκει στα εξάλειπτρα. Δοχείο καλλυντικών που περιέχει αλοιφή, το εξάλειπτρον είναι παράγωγο του ρήματος «εξαλείφω», δηλαδή: αλείφω εντελώς, επιχρίω. Ο Beazley διέκρινε δυο τύπους πλημοχόης ανάλογα με το πλάτος του ποδιού και τη βάση του αλλά οι αγγειογραφίες πρόσθεσαν και άλλους. Οι πλημοχόες κατασκευάζονταν συνήθως από πηλό και έφεραν απλό, γραμμικό διάκοσμο, υπήρχαν όμως και άλλες από μάρμαρο ή αλάβαστρο. Η έλλειψη μιας ασφαλούς ερμηνείας για τη χρήση του αγγείου ενθάρρυνε πολλές υποθέσεις: δοχεία χοής, σαλτσιέρες, λύχνοι; Πιο εύλογη είναι η υπόθεση ότι η πλημοχόη κατασκευάστηκε αποκλειστικά ως δοχείο για υγρά. Στην αγγειογραφία χρησιμοποιείται κυρίως από γυναίκες στη διάρκεια του λουτρού και της ένδυσης, άρα θα περιείχε άρωμα, μύρο, αρωματισμένο νερό, γαλάκτωμα. Σε λευκές ληκύθους η πλημοχόη απεικονίζεται στην τελετή του γάμου, στο λουτρό της νύφης ή του γαμπρού. Συνδέεται επίσης με τα έθιμα ταφής και τη νεκρική λατρεία. Αναφέρεται ότι στην Ελευσίνα την τελευταία μέρα των μυστηρίων που λεγόταν Πλημοχόαι χρησιμοποιούσαν την πλημοχόη για να κάνουν σπονδή προς τις χθόνιες θεότητες.
Η Μήδεια κάνει ξόρκια. Υδρία του Ζωγράφου της Κοπεγχάγης, Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο.
Η συγγραφέας εμπνέεται από την παράσταση της Μήδειας που ανέβασε το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο (10-11 Ιουλίου 1993) σε σκηνοθεσία Ν. Χαραλάμπους. Στην ορφική μυθολογία, γράφει, η Μήτις ήταν Αρχέγονη θεά που ενώνει μέσα της το Θηλυκό και το Αρσενικό, η Μήτις-Φάνης. Αυτή η διπλή φύση της εκφράζει την αρχική τελειότητα, το ΕΝ-ΟΛΟΝ. Η Μήδεια ανήκει στο σημασιολογικό πεδίο της «μήτιδος»: επινόηση, σοφία, αλλά και δόλος, πανουργία. Μάγισσα η Μήδεια μεταμορφώνει τα μέρη σε ΕΝΑ μέσα σε κύκλο. Η ορχήστρα του θεάτρου της Επιδαύρου είχε κέντρο-ομφαλό την ένθρονη Μήδεια. Όλα τα πρόσωπα έμπαιναν στην τροχιά της Μήδειας-κέντρου, μαγνητισμένα από την εξωανθρώπινη δύναμή της.
Και μπαινοβγαίνοντας από την τρύπα της οροφής, τσουρούφλιζαν τα οπίσθιά τους στη φωτιά της εστίας.
Παιχνιδιάρικη ετυμολόγηση της επίκλησης που προσδιορίζει μια θεά ως «δέσποινα των αγριμιών». Η συγγραφέας υιοθετεί τη μορφή παραμυθιού που αρχίζει σε χρόνια παλιά και παμπάλαια, τότε που των ανθρώπων τα σπίτια δεν είχαν ακόμα πόρτες. Τσουρούφλιζαν τα οπίσθιά τους στη φωτιά της εστίας καθώς μπαινόβγαιναν από την τρύπα της οροφής. Κραυγές και επικλήσεις, παραφθορές και λογοπαίγνια έφτιαξαν τη λέξη «Πόντια». Γενιές και γενιές αργότερα, σε κάποιο χωριό της Ανατολίας το κόκκινο ζώμα της μπουγάδας ενός γελαδάρη μαγνήτισε ένα ταύρο. Όρμηξε καταπάνω του παίρνοντας σβάρνα κι ένα κομμάτι τοίχου. «Θαύμα» πήγε να πει ο γελαδάρης, από το στόμα του όμως βγήκε η λέξη «Θύρα».
To γραφείο του Freud με τα αγαλματίδια, τα χειρόγραφα και τα γυαλιά του(Μουσείο Freud, Λονδίνο).
Το σπίτι του Freud στο Λονδίνο μετατράπηκε το 1986 σε Μουσείο. Το γραφείο-ιατρείο του διατηρήθηκε απείραχτο, όπως ήταν όσο ζούσε εκείνος.
Ο εισηγητής της θεωρίας της ψυχανάλυσης επινόησε ένα ιδιαίτερο τρόπο ανάγνωσης των αντικειμένων με άξονα το λανθάνον περιεχόμενό τους. Το βάρος της έρευνας πέφτει στον τρόπο με τον οποίο εξέθεσε ο ίδιος τα αντικείμενα της μεγάλης του συλλογής αρχαιοτήτων, ειδικότερα όμως τα ειδώλια που πήραν θέση πάνω στο τραπέζι του και που ανακαλούν τη φροϋδική έννοια του πατέρα. Καταπατώντας κάθε συμβατικό τρόπο ταξινόμησης, τοποθετημένα σαν ανθρώπινο σύνολο, τα αγαλματίδια δημιουργούσαν με την παρουσία τους ατμόσφαιρα ονείρου και ψυχικών συνειρμών.
Κάθε συλλογή είναι διάλογος ανθρώπου και αντικειμένων. Όταν η προσκόλληση στη συλλογή αποτελέσει αυτοσκοπό, τότε τα αντικείμενα χάνουν τις πραγματικές τους ιδιότητες και μετατρέπονται σε φετίχ. Με ανθρωπολογική προέλευση, ο όρος «φετίχ» χρησιμοποιήθηκε τόσο από την ψυχανάλυση όσο και από τον Μαρξισμό. «Κάθε φετίχ», αναφέρει ο Freud, «είναι ένα σύμβολο θριάμβου ενάντια στην απειλή του ευνουχισμού». Ο Marx ανατρέχει στο φετιχισμό για να περιγράψει τη μετατροπή των προϊόντων της εργασίας σε εμπορεύματα στην καπιταλιστική παραγωγή. Στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία, η κατοχή αντικειμένων εκφράζει την ανάγκη του ατόμου να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του.
Πέρα από την ψυχολογική της διάσταση που σχετίζεται με την αθανασία, η συλλογή λειτουργεί και ως υποκατάστατο κοινωνικών σχέσεων. Η διεύρυνση του εαυτού μέσω της συλλογής είναι μόνο ένα σύστημα αυτο-αναφορικό. Η συλλογή χρησιμοποιεί, επίσης, το παρελθόν για να δικαιολογήσει την παρουσία της ως σώμα από «αυθεντικά» κομμάτια. Στην ουσία είναι μια α-ιστορική κατασκευή.
Σπήλαιο Αλεπότρυπα Διρού.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Christianism was born and established in an atmosphere of a "Greco-Roman universalism", as it was then represented by the Roman Empire. The transformation of the ancient world is also documented by the religious architecture: the Christian church was substituted for the pagan temple whose new uses were by necessity adapted to serve the needs of the new religion. Ancient cultural edifices in mainland Greece, that were converted into Early Christian basilicas are located in the Peloponnese (Corinth, Nemea, Argos, Epidaurus, Tegea, Olympia), in Athens, Attica, Dodone, Corfu, the Cyclades ( the islands of Delos, Sikinos, Thera, Paros Naxos, Kea ), in the islands of Samos and Thasos in the Aegean. The typology of the Early Christian basilicas deriving from the transformation of pagan temples as a rule ,depends on the form of the ancient cultural edifice which is reused and adapted to the needs and functions of the new religion. Apart from the Greek temples converted into churches, others exist which, according to concrete excavational data, have been destroyed by the Christians. To this cause must be assigned the destruction - for practical reasons - of the Asclepieion in Athens, the damage suffered by the ancient temple at Palaeopolis on Corfu , the brutal shattering of the cult statue of Nemesis at Ramnous in Attica as well as the demolition of her temple.
By reading about archaeological remains, certain terms constantly appear, such as change, evolution, appearance, disappearance, reappearance, etc, which in the present article appear under the general term "metamorphosis". It is true that the archaeological- cultural time, especially in Prehistory: is primarily perceived by us through such metamorphoses in the various manifestations of material life. As metamorphosis is most of all conceived any evolutional procedure that, so much in its short as much in its long duration -especially in the latter-, represents the main vehicle in the creation of civilization. The Aegean palatial civilizations of the 2nd millenium BC. - the Minoan and the Mycenaean -, owing to their social complexity and spectacular flourishing of all categories of arts and crafts, offer an ideal study for metamorphoses as defined and conceived here. Bypassing theoretical constructions of a generalized character, only a few aspects of the issue are approached here through some absolutely representative examples of pottery (stirrup jars, conical cups, prestige-pottery), painting (genetic correlation of the art of the wall-paintings with the Camares style), seal-engraving (mainly the evolution of shape from polymorphy to homeomorphy) and jewelry (wide use of matrix). Starting from changes that occur in the quantity and quality of the production, an effort is made to determine the factors that affect them in connection with the overal socio-economic network of the period and the improvement of know-how.
The Berbati-Limnes archaeological survey is the first of its kind performed in Greece under the auspices of the Swedish Archaeological Institute of Athens. The author of the present article, who took the initiative for this survey, was also head of the research expedition. The in situ research was undertaken in three expeditions in Argolis, during the years 1988-1990 in the region east of Mycenae. The research program was financed by the Humanitarian-Social-Scientific Research Center, the Joseph Aners and the Marc and Amalia Valemberg Institutes, the Royal Scholarship Foundation and the Eric and Lily Phillipson Foundation. The research team organized the search for the perpetual inhabitation of the forementioned location from Antiquity until today (housing, land cultivation). The archaeological survey at Berbati and Limnes also produced significant information on the communication and emigration of people in the North-eastern Peloponnese. This information represents a necessary and valuable addition to our knowledge, obtained so far through the archaeological excavations taking place in the area in the last hundred years.
Professor Alexandros Papageorgiou-Venetas has written this article on the occasion of the two hundred years from the birth of the German architect Friedrich von Gaertner (1792-1847), director of the Academy of Arts of Munich. The author, on the basis of unpublished archive material kept in various cultural institutions of Munich, attempts a concise but thorough critical presentation of the old royal palace of Athens (built between 1836-1843), the only important work by Gaertner outside Germany. First, the procedure of choosing the proper location for the palace, as well as the various phases of its erection are presented, while plenty of information is supplied regarding the technical means, the cost of construction and the collaborators of this work. Then, a critical analysis is attempted of the prevailing compositional principles in the conception of the project.There is also a comparison of Gaertner's notions with the morphological views of his contemporaries Schinkel and Klenze, the celebrated German architects of classicism. A thorough description follows of the morphological and constructive choices of the compositional scheme of the palace and in addition the particular virtues and weaknesses of the work are brought into focus. The article ends with the critical presentation of the incorporation of the palace into the town-planning web of the city of Athens with a concise reference to the question of the formation of the surrounding environment, the creation of the Royal Gardens, as well as later interventions on this significant building, which for one hundred fifty years after its erection has remained the symbol par excellence of modern Athens.
The significance of a modest literary work of the Early Christian period, assigned by its manuscript tradition to a Neoplatonic "philosopher Salloustius", known from the surviving ΛΟΓΟΙ (=Speeches) of the emperor Julian, has not as yet been properly evaluated. This work was in circulation throughout the Middle Ages in the capital of the Byzantine Empire, Constantinople, and in other major centres of the East under the title Περί θεών και κόσμου (=Concerning the gods and the world). Its content leaves no doubt that when it was written — soon after the middle of the fourth century AD - its purpose was to serve the planned religious reformation of the emperor Julian, who had already been numbered among the distinguished Neoplatonic philosophers. The small group of the Neoplatonists of Constantinople, gathered round Julian and Sallustius - the latter being a firm opponent of Christianity but also a modest thinker and advisor to the emperor —, exhibits in a kind of manifesto its fundamental religious and philosophical principles for which the reformers were going to strive. A few years earlier, the most famous Neoplatonists had lived in Greece and in the West, and their works had dominated the philosophical thought of the then known world in its entirety: Porphyrius, a student of the founder of Neoplatonism Plotinus, and lamvlichus. The works of these great phiiosophers had affected the thought of the Neoplatonists of Constantinople.
The salt marsh, a complex creation of human energy and natural construction, represents a homogeneous entity of historic, social and technical interest. The first salt marshes on the island of Leukada date from around 1415, during the period of the Latin conquest, and caused the creation of the suburb Amaxiki. Soon after the occupation of the island by the Venetians in 1684, the salt marshes were expanded, their number was increased by new ones, such those of Torretta, and all were perfectly organized. Their remnants, which have been preserved up to the present, are now endangered to be completely destroyed, thus depriving us of the impressive and valuable technological achievements that were in use until 1948.
The radiocarbon-14 dating method is a technique defining, with significant accuracy, the age of objects which were once mainly made of a living material. This method was introduced in 1946, when Willard F. Libby, within the context of researching cosmic rays, predicted the creation of the radioisotopic carbon-14 in the atmosphere. Soon, by utilizing the first indications and experiments, he proved the possibilities emerging from the use of the forementioned scientific procedure. He was awarded with the Nobel prize for Chemistry "for his method of applying the carbon-14 for the definition of age in Archaeology, Geology, Geophysics and other scientific disciplines". Simplified information and data are presented in this article for the best understanding of this method.
The word "plemohoe" presumably derives from the Greek πίμπλημι (- I fill) and χοή (- I pour out).A Plemohoe is a wide vessel with curved outer lines and lid. It stands on a broad central foot that starts from a flat disklike base. It first appeared in Greek pottery (mainly in Attica and Boeotia) in the late seventh century B.C. and remained in use until the early fourth century B.C. It belongs to the group of exaleiptron pottery along with the kothon and the tripod pyxis- their common characteristics are the incurving lip as well as their function which is related to beauty. Although the use of plemohoe has not as yet been ascertained, Beazley has recognised two types of plemohoe, according to the form of the foot. Its decoration was simple consisting only of a minor decorum or a glazed surface. It was probably intended to contain liquid beauty products such as scent, unguent e.t.c. and was associated in Athens with marriage and funerary rituals. According to Athenaeus, the plemohoe was used in Eleusis on the last day of the mysteries. Plemohoe has remained one of the most enigmatic vessels of antiquity due to the scarcity of relevant information in ancient sources and to its sudden disappearance from the repertoire of pottery.
The tendency to collect derives from one's need to define his own qualities and to control the world around him. It also suggests a personal relationship between man and objects, functioning as a bridge over the past. Every human product has two aspects, one is a tangible, "objective" reality - and the other is that of the imagination,of human inventiveness, and of the ideological charge that resulted in its production. When a private collection becomes public, any attempt to present it objectively is a utopia. This is especially true, when it comes to to a group of articles having their own distinct meaning, an assemblage of fetish understood only by their owner-spiritual father as in the case of the Freud collection.
The palace of Zakro, the fourth Minoan palace of Crete, was discovered during the excavations conducted by Professor Nikolaos Platon from the 1960s to the 1980s. Although this palatial complex is the smallest of those already excavated, namely Knossos, Phaestos and Malia, its primary contribution to science is due both to its good state of preservation and to the extensive appearance of the town surrounding it. The large scale of the excavation - to be published soon by Lefteris Platon - produced ,on the one hand ,a thorough picture of the life and function of the palace, its relations with the town and its commercial transactions with other centers on Crete and abroad.On the other hand it produced a series of significant indications regarding the rural economy of the palatial center and its relevant connections with the broader region to which it belongs geographically and culturally .Athough Zakro had attracted quite early on the interest of geographers-travellers, such as Thomas Spratt, and of the pioneers of Cretan archaeology, Lucio Mariani, Federigo Halbherr and Arthur Evans himself, it had not been systematically and thoroughly researched till recently. The excavator of the palace carried out a series of rescue or trial excavations in the area (mainly graves), while other archaeologists completed the project by excavating a villa, open-air sanctuaries, and a small rural installation. In spite of all the major or minor excavations, the investigation of the broader zone around the palace still remains fragmentary, while the finds, regardless of their importance, cannot in themselves help us picture the inhabitation of the area during successive historical periods.
Κυκλοφόρησαν στο τέλος της Δημοκρατίας μεταφέροντας κρασιά. Ο σχηματισμός του χείλους διαιρεί αυτούς τους αμφορείς σε 3 ομάδες.
Από τους ρωμαϊκούς αμφορείς που κατασκευάστηκαν και κυκλοφόρησαν αποκλειστικά στο χώρο της Μεσογείου, ευρύτατα διαδεδομένος στο τέλος της Δημοκρατίας είναι ο τύπος που χρησίμευε στη μεταφορά κρασιού της Καμπανίας, του Λατίου, πιθανόν και της Ετρουρίας. Άλλος τύπος αμφορέα, που κατασκευάστηκε από την Καμπανία έως την Ανατολή, πιθανότατα προέρχεται από το γνωστό τύπο των αμφορέων της Κω. Αμφορέας για ξίδι είναι ο «ροδιακός», σύγχρονος του «χιακού» αμφορέα. Οι κνιδιακοί αμφορείς κατασκευάζονται από κόκκινο πηλό, καλυμμένο ενίοτε με υπόλευκο βερνίκι. Οι αμφορείς που κατασκευάζονται στο Αιγαίο κατά τους υστερορωμαϊκούς χρόνους διαφέρουν τυπολογικά ανάλογα με τη χρήση τους: μεταφέρουν λάδι, αλοιφές, κρασί και σουσαμέλαιο.

Χαλκογραφία των ναυπηγείων της Κωνσταντινούπολης.
Το πρόπλασμα για το κτίσιμο του Καθολικού της Μονής Ξηροποτάμου, στον Άγιον Όρος, 1762.
Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης στη Δημητσάνα.
Ο κυλινδρόμυλος Γεωργή-Νικολετόπουλου στον Πειραιά. Ένα από τα πρώτα κτίρια μπετόν-αρμέ στην Ελλάδα.
Αμοργός, Χώρα. Ερειπωμένο χαρακτηριστικό συγκρότημα ανεμόμυλων με κυλινδρικούς πέτρινους πύργους.
Η Εύα χειρίζεται διπλό φυσερό. Ελεφαντοστέινο πλακίδιο από βυζαντινό κιβωτίδιο. 10ος ή 11ος αιώνας.
Έτσι μοίρασε ο Χαρμπούρης το φορτίο σε όλο το μήκος της φορτηγίδας, πριν να αντλήσει τα νερά και να την ανελκύσει στην επιφάνεια
Ο Αμφιάραος πραγματοποιεί χειρουργική επέμβαση στον Αρχίνο. 4ος αι. π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Λάρισα. Οινοπαντοπωλείον Νικ. Νικόδημου, εσωτερικό (φωτ. Α. Παυλίδη, 7.7.2005).
Δεξιά πλευρά της εισόδου του σπηλαίου Μεγάλη Βούβα.
Γελοιογραφία του Φ. Δημητριάδη με τον πρωθυπουργό να παρουσιάζει την Ακρόπολη ως έργο της κυβερνήσεώς του.
Το πρόγραμμα του συνεδρίου
Σχέδιο σε ακουαρέλα του πορθμού της Λευκάδας, όπως αποδόθηκε από άγνωστο καλλιτέχνη.
Η αφίσα του συνεδρίου.
Ο κούρος από το Ηραίο της Σάμου που επαναπατρίστηκε.
Πανοραμική εικόνα του ναού του Angkor Wat.
Journal of Mediterranean Archaeology, λογότυπο
A great change was brought about by movement becoming mechanized, by the use of steam, petroleum and electricity. In the pre-industrial period, Greece moved at a very slow pace. The Greeks of the diaspora were the pioneers and innovators. Greeks distinguished themselves in building and shipbuilding. Steel and concrete are predominant in the late 19th and early 20th century. Sweeping changes occur. Traditional ways of production are not recorded or published. Nevertheless, the triumph of technology led to the creation of museums of Science and Technology related to the field of Industrial Archaeology.
The evidence of the Greek commercial shipping and shipbuilding during the Turkish occupation are limited, while any references to shipbuilding until the middle of the eighteenth century are brief and sporadic. The technique applied in the Greek shipyards could be characterized as rather primitive, according to description in travelers accounts, although certain existing information can support the argument that Greek shipbuilders with expert knowledge and technical skills existed in that period. There fore, it is very important that Greek shipbuilders –whose names are occasionally mentioned- and craftsmen were employed in the state shipyards of both the Ottomans and the Venetians from the fifteenth to the nineteenth century, according to literary sources. From the eighteenth century on the information about shipping and shipbuilding in the islands and the coastal areas of Greece is increasing, as a result of the Greek trading activity that is rapidly developing in these years. In the late eighteenth and the early nineteenth century the islands Hydra, Spetses and Psara became the driving force of shipping. The techniques applied in the major Greek shipyards was by then modernized and included the thorough designing of the vessel, the use of imported raw materials when necessary, and the adoption of more secure launching and refloating methods. Furthermore, the effective division of labor among specialized craftsmen resulted to the increase of production and to the improvement of the quality of vessels. As regards the technical applications, the molding method, the variations of which have survived until today, probably represents the most interesting heritage of the Greek shipbuilding craft, at least since the time of Turkish occupation. Similar methods, usually known by the English term “whole-moulding” have been recorded in quite many historical and ethnological research projects dealing with the traditional shipbuilding of other countries and are counted even today among the important “secrets” of the trade of the wooden ship builder.
By the term “technology” in the pre-industrial building construction we mean: the means for architectural drawing, the degree of processing raw materials and the tool of equipment. Since architectural drawings from the Greek province have not survived, the model (maquette) of the katholikon of Xeropotamou Monastery on Mount Aths represents so far a unicum of its kind. However, drawings of impressive konak (Ottoman mansions), distinct in expression and structure, have been preserved in Constaninople. In the province the use of a wooden module for laying down the plan of a building, directly on the ground, is an evidenced practice. Thus, the vast technological divergence between center and periphery is more than obvious. Until the middle of the nineteenth century the building materials are limited to those available in the construction environment and are closely connected with the local architectural idiom. Due to favorable trade conditions, the local differences in building technology start decreasing with the Athonite monasteries and the merchants of the Greek Diaspora being the vanguards of every innovation. The new demands, however, did not lead to the technological development of the domestic sources of building materials, but to extensive imports exclusively from European industries. The sole use of hand tools and the general acceptance of naïve building practices lends to the works a picturesque character that fades away as nearing the centers, that is Mount Athos, the cities and the capital. Nevertheless, the craftsmen in later years start taking licenses and deviating from tradition even in the province: the development of technology since the mid-nineteenth century has not always contributed, as one would expect, to the quality and durability of buildings.
The historiography of modern Greek Technology, which conventionally coincides with the era from the fifteenth century until to date, is not so rich as the one dealing with the other aspects of nationality activity in these six centuries. This article on the one hand refers to this period and on the other contributes to the knowledge of its Technology by focusing exclusively on the personality of three engineers: Nikolaos Sorvolos (15th cent.), a native of Chandax (present Herakleion), Crete, Marinos Charbouris (18th cent.), a native of Argostoli, Kephallonia, and Michail Kokkinis 919th cent.), a native of the island of Chios. They shared the common characteristic of originating from the “periphery”, but they were educated and made a carrer mainly in the West, since the historical circumstances prevailing in their time did not favor “nativeness”. Nevertheless, given that these three “ pioneer engineers” returned sometime and realized important works inside the geographical boundaries of contemporary Greece, certain latent broader influence of their achievements could probably be traced. Here is a concise presentation of their major achievements: a. In 1439, N. Sorvolos “transported” a Venetian fleet, consisting of six galleys nd twenty-five brigs, through a massif of 1,000m height in Northern Italy. b. In 1770, M. Charbouris managed to hoist a huge rock weighing 2,000 tons and to transport it through swamps and rivers to Saint Petersburg, Russia. c. In 1824, M.Kokkinis achieved the gigantic task of planning and building the 2,000 m long stone fortification wall of the city of Mesolonghi in twenty months and in war conditions. The promotion of these pioneers of Greek Technology can probably contribute to the restoration of balance of our educational interests, so that they will be reoriented towards applied sciences as happened in 1810.
The use of reinforced concrete in Greece coincides with the intensive building activity in the country in the twentieth century, and its “secrets” are known to thousands of engineers as well as to craftsmen. Particularly in Greece of the early twenty-first century the use of reinforced concrete is considered the simplest way to erect a building, not to mention that the use of metal for the construction of big technical works (bridges, large roofs, stadiums), although much more difficult in application, is regarded as a matter of course. These two building materials, iron, from the end of the nineteenth century, and reinforced concrete, from the beginning of the twentieth have penetrated the building sector superseding stone and wood, the age long traditional building materials. Iron as building element was used for the construction of factories and Neoclassical mansions around the end of the 1870’s, while the technique of iron construction was continuously developing until about 1905, and can boast grand and bold applications mainly in industrial, harbor and rail works. Reinforced concrete was introduced in Greece in 1901, was essentially established in the 1920’s and was extensively used from then on until the World War II for the erection of hundreds of factories, hospitals, schools and urban blocks of flats of modernistic architecture. Some of the avant-garde reinforce concrete buildings had no followers as opposed t the urban blocks of flats of the 1930’s that became influential models. The basic typology of their architecture and particularly the in situ method of construction have remained unchanged since then. Meanwhile, reinforced concrete as building material transgressed the boundaries of specialized firms and came slowly at the disposal of every minor contractor or craftsman.
During the pre-industrial technological era the natural sources of energy were intensively exploited in Greece for the operation of water- and wind- powered installations, most of which were grinding mills. The watermills, which were mainly furnished with horizontal water wheels, were erected throughout the country, even on the islands, where there has always been a shortage of running water, while the windmills were primarily built in the Aegean, where suitable winds blow. In addition, water power was used for the operation of fulling-mills, water saws, oil mills and fulling-tabs, while wind power was employed not only for water pumping but mainly for the common Mediterranean tower mill and other types of mills, such as the horseshoe-shaped mill, which operated with a single wind direction, or the mill with a horizontally rotating propeller. In spite of the important cultural, historic, social and economic role these installations have played, it does not exist in Greece even to date, when they have been ruined by time, an articulated stet policy for their protection and preservation, although they are significant examples of pre-industrial technology and interesting monuments for archaeological and ethnological study.
This article is a brief review of the motive power of the pre-industrial mills of Cyprus, dating mainly from the eighteenth to the twentieth century. All the available forms of energy have been exploited on the island, the muscular (human and animal), the aeolian and the water power. To the first group are ascribed the hand mill, an integral part of the traditional household until the twentieth century, the cotn grinding mill driven by animals, and the olive mill. During the period of British administration (1878-1960), mills driven by animals are exclusively recorded in Ammochostos district until 1919. The few preserved remnants indicate that the motion was conveyed to the millstones through a large horizontal wooden wheel. The olive mill consists of a cylindrical millstone that rotates vertically in astone round basin. This type of mill, to which the majority of mills preserved on the island belongs, is diversified as regards the form of its vertical axis and its location, whether, that is, it stands in the open or it is sheltered. The few ruined windmills that have been located in areas with suitable winds belong to the Mediterranean type of mills, which consists of a cylindrical tower-like structure, a vertical wheel and canvas sails. Their operation stopped in the beginning of the twentieth century. Water power has been the major exploitable energy, and the watermills have been operating from the twelfth to the mid-twentieth century. They display a monumental stone-built water tower and aqueduct and, as a rule, a horizontal wheel rotating by waterpower. In the pre-industrial phase the millstones, of Melian origin, were installed on the floor of a space built just above the water-wheel, so that both the upper millstone and the water-wheel could rotate around the same vertical axis.
In the framework if the research project carried out in Messenia, the oil producing region of Greece par excellence, relevant machinery and installations have been located, the older ones dating from the mid-nineteenth century. These types of machinery have been identified: In the first type, the crushing device consists of a lower and an upper stone and the press displays a stone base and a wooden superstructure. In the second, the crushing device is enlarged and the press is made exclusively of metal. In the third type, that signals that industrialization of energy, the central system is hydraulic, the crushing device becomes even more bulky and elevated and the press is furnished with a piston. In this later phase of the oil mill evolution more modern and developed types of press are used. The last hydraulic press stopped to be used around 1980, while the oil mills operating to day are equipped with centrifugal apparatuses. Not only the machinery, but also the type of the oil mill buildings is also diversified forming three groups: a. The small, single-spaced oil mills that are located in the olive production areas, process a small amount of olives and serve the needs of a few families. b. The enlarged oil-mills that have the capacity to accommodate large quantities of olives and are located in populated areas. c. The oil mill complexes that can handle an immense olive production and reflect the industrialization of energy and the increase of product.
In Western Europe the break from the past as regards the conception of natural environment, the machine technology and the new labor approach has laid the foundations of the technological tradition, already since the early twelfth century. These principles are expressed by the Presbyter Theophilos, a German monk of the Benedictine order, in his work De Diversis Artibus, a manual in three books, the first of its kind treatise on painting, glass-making and metalwork, written between 1122 and 1123. The third book of this work of diachronic importance is dedicated to metalwork and supplies the basis on which the evolution over the centuries of gold-m and silversmithing techniques can be followed, particularly in our country, where the pre-industrial period has lasted until about the middle of the twentieth century. From the twelfth century to the recent past or even to date Theophilos’ descriptions, the relevant references to modern technical manuals and our oral tradition verify each other continuously. In this article the references to workshops, tool equipments and, indicatively, to certain techniques of manufacturing and decorating objects are aiming to locate the continuities and breaks and to stress any retardation observed in comparison to the technological tradition of the west. Finally, the review of the Greek literary sources concerning metalwork confirms that basic reference texts are lacking and that the gap between science and technology, theory and praxis has never been bridged.
The serious misunderstanding that the restoration of traditional workshops could contribute to the preservation of traditional techniques has resulted to a series of restored and renovated ateliers, however closed and inactive if not definitely abandoned, as well as to a big disillusionment. Concurrently, it has become obvious that traditional arts as a production method and therefore as a means of living have died. The preservation of traditional technology can be much more effectively realized through its recording, documenting and videotaping and also through the publishing of relevant scientific articles. Nevertheless, the creation of thematic technological museums, although it presupposes a high cost of construction, is the most appropriate and effective way for transmitting to the museum visitor traditional technology and its course. These museums fall in two categories: a. The museums of themselves, that is workshops in which the entity of apparatuses is preserved. b. The thematic technical museums housed in neutral building-shells. Both, however, must be primarily based on museological entities, resulting from the elaboration of complete research projects that have been realized through modern educational methods. The operation cost of these museums is a more serious problem than their construction, since the task to staff, maintain and renovate them is both expensive and difficult. The Piraeus Bank Group Cultural Foundation has elaborated a model for the operation and management of an ensemble of eight Thematic Thematic Technological Museums in Greece.
The history of the Sciences and Technology Museums begins at the late sixteenth century with the “galleries of curiosities” and continues in the seventeenth century with the institution of the Ashmolean Museum in Oxford, which presents the scientific and technological achievements in an encyclopedic way. Since the mid-twentieth century, the era of the skyrocketing development of mass media, the emphasis has been shifted and laid up on systematic education. The new approach to thematic exhibitions ascribes the displayed object to a program with a multidimensional meaning-message, such as artifact and society, process of scientific thought, need for protection and preservation. The fixed objective is the communication of knowledge and the means of achieving it are the new museographic applications, such as the advanced audiovisual media and the transeffective systems that help the museum visitor to undergo a personal experience and to form a critical opinion.
A meeting held in 1978 among educationists, technicians and businessmen gave the initiative for the institution of the Technical Museum of Thessaloniki. The purpose of its establishment and uninterrupted presence for a quarter of a century was to contribute to the acquaintance and familiarity with and the increase of interest in Science and Technology. In October 2001 the Science Center and Technology Museum was constituted, an institution that incorporated the activities of the former Technical Museum and conducted the construction, organization and operation of the new installations.
Cities possessing technological museums are cited below in alphabetical order. Information on the museums is also supplied (contact numbers, timetables, museum schedules etc). The cities are the following: Athens, Aigio, Andros, Volos, Galaxidi, Demetsana, Edessa, Thessaloniki, Ioannina, Kalamata, Komotini, Mykonos, Patra, Rhodos, Soufli, Sparti, Syros, Chania and Chios.
Today, when a critical approach to world archaeology is necessary, there are many scholars who ask philosophical questions about the nature and social contribution of archaeology in order to clarify its role. Such an essential question is dealing with the relationship of archaeology with nation. Do archaeologists discover an “objective” past or do they create on their own alternative histories, which then they project in the past? How the socio-political and cultural environment influences the archaeologist’s work? This article aims to explore such issues in the field of Greek archaeology and, by adopting the methodology of critical evaluation, to define the relationship of archaeology and nationalism. Scholars from all over the world have already underlined the mutual character of this relationship. On the one hand, archaeology seems to become valuable when its findings can define the identity of a nation; and on the other, nationalism seems to be enhanced by using the “glorious” past and its remnants; Greek archaeology is not an exception to this common practice.
Lycaea, dedicated to the gods Zeus and Pan, was the most important festival in Arcadia. It was established by Lycaon, the mythical king of Arcadia, and it included rites, performed on the top of the Lycaeon Mount at 1383m height, as well as athletic games and horse races that were conducted in a valley close to the mountain peak. Tradition considers it an age-long festival, but according to the Parian Marble it was established in the fourteenth century B.C.. The archaeological finds evidence rites that date from the archaic period, while the historical sources confirm the conduct of games from the early classical age. The archaeological excavations brought to light tablets inscribed with fourth-century programs of games and names of Lycaean victors. In the athletic games that were held every five years and had a pan-Arcadian range, could also participate distinguished athletes from all over Greece. The program of the games included foot races, wrestling, and horse and chariot races and was similar to that of the Olympic games.
The terminology used in architecture in the ancient world clearly shows that quite often its point of reference is the human body; thus, correspondences of human members to architectural ones are established which refer to the complete and intact as well as to the damaged architectural members. In the terminology concerning the building detriments, the damages are regarded as wounds, the restorations as medical treatments and the declined edifices as living organisms that suffer. Therefore, it becomes obvious that the terminology of architecture refers to man, either directly, when it specifies the architectural members, or indirectly, when it turns t medical terminology in order to describe their decay.
In the district of Leukimi village, at the depth of a small valley, we come in view of the impressive “Megali Vouva” cave that displays a carved phallumorphic stele on the upper right side of its entrance. The interior of the cave consists of two unequal in size chambers. An elevated shallow semi-circular conch (probably a burial place) with two hollows on its right side (probably purposed for offerings) has been carved on a lime stone protrusion almost at the center of the bigger chamber. It closely resembles the cock-cut tomb at Askites. The scattered Hellenistic and Byzantine shards and the fragments of hand made pottery dictate the urgent excavation of the site, which may yield significant finds for the history and culture of Thrace.
In spite of the first impression of an impersonal concrete city that Larissa gives, the patient itinerant finds out that it has preserved some tesserae from all the periods of its history: they represent islets of quality in the everyday life as well as a pole of attraction for the visitors of Larissa. Among them a wine shop of the early twentieth century still stands intact and operates as a restaurant thanks to the painstaking efforts of a local association. The Greek public opinion and our fellow citizens usually downgrade the very serious issue of respecting and preserving the cultural heritage of our country, and in particular that of the recent past. The case of Nikodemos’ wine shop in Larissa and its successful management for twenty years now by a local association presents an interesting model for the preservation of an historic monument of a city by its conscious of the past and appreciative citizens.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Άνδρος, με τη στοιχειωτικά όμορφη Χώρα. Με τα αρχοντικά και με τον ναύτη που χαιρετά, με τα ξωκλήσια. Η Παναγία η Θαλασσινή εν μέσω των κυμάτων. Ο αέρας να σε σηκώνει. Είναι τόσα τα ξωκλήσια στα ελληνικά νησιά, λες και στήθηκαν για να δαμάζουν αυτόν τον αέρα. Η επίκληση του θείου στοιχείου, η παράδοση του ανθρώπου στον Θεό μια γλυκιά, λυτρωτική ταπείνωση.
Σ’ ένα σημείο πάντα σπάει το φράγμα των παράλληλων κόσμων. Το σημείο επαφής ανθρώπου–Θεού είναι το θεϊκό άγγιγμα στο δάχτυλο του Αδάμ στην εικόνα που δημιούργησε ο Μιχαήλ Άγγελος, είναι και το ξωκλήσι που χτίζει ο πιστός στο άκρο του ελληνικού νησιού. Είναι η Πυθία στο Μαντείο των Δελφών μέσα από την οποία μιλά ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας. Είναι η μούσα που ψιθυρίζει στο αφτί του καλλιτέχνη τα μυστικά της ομορφιάς του σύμπαντος, όπως αναφέρει στο άρθρο του ο Δρ Νίκος Ξανθούλης.
Τι μπορεί, όμως, στ’ αλήθεια να παρηγορήσει τον άνθρωπο μέσα στην απέραντη υπαρξιακή μοναξιά του; Την αίσθηση του μάταιου και του φευγαλέου της ζωής, του χρόνου που ξεγλιστράει μέσ’ από τα χέρια μας την έχει εκφράσει μοναδικά ο Έντγκαρ Άλαν Πόε σε ποίημά του λέγοντας πως όλα τα φαινόμενα δεν είναι παρά ένα όνειρο μέσα σ’ όνειρο. Αναρωτιέται, όμως, στο τέλος ο ποιητής αν αυτό ισχύει καθολικά. Μήπως κάτι διασώζεται; Μήπως υπάρχει κάτι άφθαρτο και ακατάλυτο;
Η Ελένη Νομικού.
Βαδίζοντας στον ωραιότερο πεζόδρομο της Αθήνας, μαγνητισμένοι από τις υπαίθριες αρχαιότητες. Στην απέναντι πλευρά, δύο νεοκλασικές κατοικίες μάς μεταφέρουν στα τέλη του 19ου αιώνα και σε έναν τρόπο ζωής που χάθηκε ανεπιστρεπτί. Στη νέα ζωή τους άνοιξαν σε ένα ευρύ κοινό και συναπαρτίζουν το κέλυφος του Μουσείου των Ηρακλειδών. Το Μουσείο, που τάραξε τα νερά της ελληνικής μουσειακής πραγματικότητας όταν πρωτοεμφανίστηκε, προβάλλει σήμερα την αρχαία ελληνική τεχνολογία με την έκθεση «Εύρηκα». Στο τιμόνι του, η Ελένη Νομικού.
Jean–Auguste–Dominique Ingres, «Η αποθέωση του Ομήρου», 1827.
«Αν θεός είναι ο Όμηρος, ίδιες τιμές με τους αθάνατους ας έχει. Αλλά πάλι, και θεός να μην είναι, ας θεωρείται πως είναι θεός». Ο Γάλλος ζωγράφος Ingres (Ενγκρ) ξεδιπλώνει στην οροφή μιας αίθουσας του Λούβρου τη μεγάλη, πολυπρόσωπη σύνθεση που αποθεώνει τον ποιητή. Ένθρονος, ο Όμηρος περιβάλλεται από εμβληματικές θεϊκές μορφές. Τα έπη του προσωποποιούνται. Παρούσες οι Μούσες και οι επτά πόλεις που ερίζουν για το ποια είναι η γενέτειρα του ποιητή.
Πομπή θυσίας, Πίνακας Α του Πιτσά. ΕΑΜ, αρ. ευρ. 16464. Φωτ.: Ελευθέριος Γαλανόπουλος.
Σε μια βαθιά σπηλιά στον Άνω Πιτσά, κοντά στο Ξυλόκαστρο, βρέθηκαν το 1935 τέσσερις ξύλινοι και επιζωγραφισμένοι αναθηματικοί πίνακες. Ανάθημα στις Νύμφες, ο πρώτος πίνακας (540-530 π.Χ.) ζωγραφίζει με τρία χρώματα, γαλάζιο, κόκκινο, κίτρινο, πομπή θυσίας. Τρεις γυναικείες, τρεις παιδικές και μια πιθανολογούμενη ανδρική μορφή, στεφανωμένες και ντυμένες επίσημα, κατευθύνονται προς το βωμό. Μουσικά όργανα, κλαδιά μυρτιάς, ταινίες νίκης και το πρόβατον επί σφαγήν. Πώς διαβάζεται ο πίνακας Α του Πιτσά;
Τμήμα γεωμετρικού αγγείου (The Helike Project, Ντ. Κατσωνοπούλου).
Περιδεείς οι κάτοικοι της αρχαίας Ελίκης, περιοχής με σεισμική δράση έντονη και ακατάπαυστη από τα προϊστορικά χρόνια, επέλεξαν για πολιούχο θεό και προστάτη τους τον Ποσειδώνα που διαφεντεύει τους σεισμούς. Θρυλείται ότι με το σεισμό του 373 π.Χ. η Ελίκη βυθίστηκε στη θάλασσα. Αξιοποιώντας και τη σύγχρονη τεχνολογία, μια συστηματική και διεπιστημονική αρχαιολογική έρευνα εντόπισε την αρχαία πόλη στη στεριά.
Λύκτος: Ελληνιστική Οικία Δ, οικόπεδο Γ.Μ. Ζουραράκη (φωτ.: Γ. Ρεθεμιωτάκης).
Ανθεκτικά τα αρχαία πιθάρια, αρκετά από τα οποία αποτελούν προϊόντα του μακρόβιου εργαστηρίου κεραμικής στην ενδοχώρα της επαρχίας Πεδιάδος, επιβεβαιώνουν, με τη μακροχρόνια χρήση τους, την εξέχουσα σημασία της μεταποίησης και της αποθήκευσης των αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων στους αρχαίους χρόνους. Στην αρχαία πόλη της Λύκτου, τα αποθέματα τροφής σε πίθους και σε διάφορα φέροντα σκεύη από φθαρτά υλικά, μαζί με τα εποχιακά προϊόντα, εξασφάλιζαν επάρκεια τροφής σε πέντε ενήλικα μέλη καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, πρακτική συνήθης και στην προβιομηχανική Κρήτη.
Camillo Miola (Biacca), «Ο χρησμός» (1880), J. Paul Getty Museum. Η φωτογραφία διατίθεται από το μουσείο στο πλαίσιο του προγράμματος Open Content.
Η «ιερή νόσος» του Ιπποκράτη, η σημερινή επιληψία, γινόταν αντιληπτή από τους αρχαίους ως είσοδος κάποιου θεού ή δαίμονα στο ανθρώπινο σώμα. Τα συμπτώματα της νόσου ταυτίζονται με εκείνα που εμφάνιζε η Πυθία σε μαντική έκσταση. Μέσα από το σώμα της, ο Απόλλωνας πρόφερε χρησμούς με τη δική της φωνή. Τη μετάπτωση της Πυθίας σε μια τεχνητή και αναστρέψιμη κατάσταση επιληψίας εξασφάλιζε το μάσημα φύλλων και η εισπνοή καπνού ροδοδάφνης.
Αγία Θαλασσινή, Χώρα Άνδρου. Κεραμοσκεπές ξωκλήσι με δίριχτη στέγη από βυζαντινό κεραμίδι.
Στις παραδοσιακές κοινωνίες ο άνθρωπος λειτουργεί με γνώμονα τη θρησκευτική σκέψη. Το τοπίο που δεν ελέγχει τον τρομάζει. Για να το εξαγνίσει από τα δαιμόνια που τον επιβουλεύονται, κτίζει στα όρια μεταξύ του οικισμού και της ατιθάσευτης φύσης εξωκκλήσια που θα του εξασφαλίσουν θεϊκή προστασία. Με δομικά υλικά από το νησί, με τις απλές γραμμές και τα λιτά σχήματα της κυκλαδικής λαϊκής κατοικίας και με το «γαλάχτισμα», το ανδριώτικο ξωκλήσι παραδίδεται πάλλευκο, ευδιάκριτο από μακριά.
Το κείμενο της επιγραφής (φωτ.: Μ. Τσαμπλάκος).
Σε θέση προικισμένη από τη φύση και σπαρμένη με ερείπια μεσαιωνικών πύργων, βρίσκεται ο ναός του Αγίου Γεωργίου του Πικρού. Στο κατώφλι του Ιερού Βήματος έχει ενσωματωθεί μαρμάρινη επιγραφή, που πιθανότατα προέρχεται από το κατεστραμμένο εβραϊκό νεκροταφείο της Χίου. Η ερμηνεία της επιγραφής συνηγορεί υπέρ της ταφικής χρήσης της.
Πήλινη πρόχους στα χέρια της αρχαιολόγου Δέσποινας Χατζή–Βαλλιάνου. Περιέχει θησαυρό 322 αργυρών νομισμάτων του 2ου αι. π.Χ. Βρέθηκε κάτω από το δάπεδο ενός λαξευτού τάφου. Ανασκαφές ΚΓ΄ ΕΠΚΑ στη νεκρόπολη της αρχαίας Φαιστού, στη θέση Φαλαγκάρι, το 1987. Φωτ.: Αρχείο Δ. Χατζή–Βαλλιάνου.
Η αναζήτηση και η εύρεση κρυμμένων θησαυρών αποτελεί διαχρονικό όνειρο σε πολλές κοινωνίες και σε διαφορετικές εποχές. Ο απρόσμενος και εύκολος πλουτισμός αλλά και η συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να δημιουργήσει ένα αντικείμενο από μια παλαιότερη εποχή τροφοδότησαν τη φαντασία των ανθρώπων.
Θησαυρός αργυρών νομισμάτων που ανευρέθηκε στη γωνία των οδών Νικοκρέοντος και Χατζοπούλου, στην επέκταση του αρχαιολογικού χώρου του Λόφου Αγίου Γεωργίου. Λευκωσία, 2006, ανασκαφές της Εφόρου Αρχαιοτήτων δρος Δ. Πηλείδου.
Οι νομισματικοί θησαυροί εμπλουτίζουν σημαντικά τις πληροφορίες για την ιστορία της Κύπρου που μας δίνουν οι πρωτογενείς πηγές. Νησί πλούσιο σε χαλκό αλλά χωρίς κοιτάσματα χρυσού και αργύρου, η Κύπρος στηριζόταν για την έκδοση νομισμάτων στην εισαγωγή των πολύτιμων μετάλλων ακόμα και σε μορφή αντικειμένων ή νομισμάτων από άλλους τόπους. Στους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους μάλιστα, η Κύπρος λειτούργησε ως «εργοστάσιο ανακύκλωσης» καθώς, με το που έφταναν ξένα νομίσματα στο νησί, μετατρέπονταν σε τοπικό νόμισμα.
Θησαυρός Κορίνθου (Πελοπόννησος), 1930 (IGCH 77). Απόκρυψη θησαυρού: τελευταίο τέταρτο 4ου αι. π.Χ. Περιέχει χρυσούς στατήρες Φιλίππου Β’ και Αλεξάνδρου Γ΄. Νομισματικό Μουσείο Αθηνών. Φωτ.: Μ. Σκιαδαρέσης.
Με τα χιλιάδες τάλαντα που βρήκε αποταμιευμένα από τους Πέρσες βασιλείς, ο Αλέξανδρος έκοψε χρυσά και αργυρά νομίσματα σε μεγάλες ποσότητες, τους «Αλεξάνδρους». Η τεράστια παραγωγή αλλά και ο αποθησαυρισμός χρυσών «Αλεξάνδρων» μειώθηκαν κατακόρυφα μετά τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., καθώς ο χρυσός που είχε εισρεύσει στη Μακεδονία επενδύθηκε σε πολυτέλεια και δεν παρέμεινε στην εγχρήματη οικονομία. Οι περισσότεροι χρυσοί θησαυροί βρέθηκαν στη Βαλκανική, κρυμμένοι από Θράκες μισθοφόρους στο δρόμο της επιστροφής.
Το Κυκλοτερές ταφικό μνημείο στις Κολώνες. Φωτ.: Εύη Μικρομάστορα.
Το νησί πήρε το όνομά του από τη νύμφη Σαλαμίνα, μία από τις είκοσι κόρες του θεού–ποταμού Ασωπού σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση.
Οι αρχαιολογικές έρευνες που έχουν διενεργηθεί στη Σαλαμίνα είναι τόσο σωστικού όσο και συστηματικού χαρακτήρα. Ξεκινούν με τον Σλήμαν το 1883 που στράφηκε στις νησίδες στο βόρειο τμήμα του Στενού της Σαλαμίνας. Ακολούθησαν ο Χ. Τσούντας το 1884 στο Στενό της Σαλαμίνας και ο Π. Καββαδίας το 1896 στην περιοχή του Ναυστάθμου όπου αποκαλύφθηκε πλειάδα τάφων του 11ου αιώνα π.Χ. Ο Α. Κεραμόπουλλος επικεντρώθηκε στο βόρειο τμήμα του τείχους της Κλασικής περιόδου, ο Ευθ. Μαστροκώστας το 1958 στη θέση Χαλιώτη στα νότια του νησιού και στη θέση Καμίνια στα Αμπελάκια. Ο Β. Πετράκος το 1960 και ο Κ. Δαβάρας το 1964 ανέσκαψαν το γνωστό εκτεταμένο μυκηναϊκό νεκροταφείο της Αγίας Κυριακής στα νοτιοανατολικά της πόλης της Σαλαμίνας. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν από τις αρχαιολόγους της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ι. Δεκουλάκου, Μ. Πωλογιώργη και, τα τελευταία 14 χρόνια, από την Τ. Κάττουλα. Στο νότιο τμήμα του νησιού εργάζεται από το 1994 έως σήμερα η ανασκαφική ομάδα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων υπό τη διεύθυνση του καθ. Γ. Λώλου. Έχοντας εντοπίσει αρχικά το Σπήλαιο του Ευριπίδη και το Ιερό του Διονύσου, συνεχίζει την αποκάλυψη της Μυκηναϊκής Ακρόπολης των Κανακίων. Τα τελευταία δύο χρόνια το Ινστιτούτο Εναλίων Αρχαιοτήτων διεξάγει έρευνα στον όρμο του Αμπελακίου, καταγράφοντας τις εγκαταστάσεις του αρχαίου λιμένα. Τέλος, το Φινλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών το 2016 πραγματοποίησε επιφανειακή έρευνα και χαρτογράφηση της αρχαίας πόλης της Κλασικής περιόδου στα Αμπελάκια.

«Κλεοπάτρα»: Λιζ Τέηλορ (1963), Κλωντέτ Κολμπέρ (1934)
Α. Βωβός κινηματογράφος
Ένας μάγος-ταχυδακτυλουργός, ο Ζωρζ Μελιές, γύρισε το 1899 το πρώτο ιστορικό φιλμ, την «Κλεοπάτρα», που δεν ήταν παρά μια κινηματογραφημένη θεατρική πράξη κατά τα πρότυπα της εποχής. Η χώρα που απέκτησε πάθος με τις ιστορικές παραγωγές ήταν η Ιταλία, ούτε αυτή όμως ξέφυγε από τα κινηματογραφημένα σκετς. «Οι τελευταίες ημέρες της Πομπηίας» (1908) των Αρτούρο Αμπρόσιο και Λουίτζι Μάγγυ συγκεντρώνει για πρώτη φορά τις προδιαγραφές ενός ιστορικού φιλμ. Χάρη στο πρωτοποριακό της γύρισμα, η «Καμπίρια» (1913) του Τζιοβάνι Παστρόνε σημειώνει έναν δεύτερο μεγάλο σταθμό. Ύστερα από πολλές συμπαραγωγές Ιταλών και Γάλλων, ο γαλλικός κινηματογράφος αποσύρεται από τις επικές παραγωγές ενώ οι Ιταλοί θα κατακλύσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο «Μπεν Χουρ» (1907) του Σίντνεϊ Όλκοτ ήταν η πρώτη ιστορική ταινία που γυρίστηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η «Μισαλλοδοξία» (1916) του Ντ. Γκρίφιθ, «το μεγαλύτερο φιλμ που έγινε ποτέ», θεωρείται σταθμός και αφετηρία στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο Γκρίφιθ συνδύασε ιδιοφυώς την έρευνα, αρχαιολογική και φιλολογική, με ένα κολοσσιαίο υπερθέαμα. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης που επηρέασε την παραγωγή των επικών ταινιών όσο κανείς άλλος είναι ο Σεσίλ ντε Μιλ που με την Paramount γύρισε το 1923 τις «10 Εντολές». Η περίοδος του βωβού κλείνει το 1929 με την «Κιβωτό του Νώε» του Μάικλ Κέρτιτζ.
B. Ηχητικός κινηματογράφος
Το 1949 θεωρείται η απαρχή της αναβίωσης των ιστορικών παραγωγών του νεότερου ηχητικού και έγχρωμου κινηματογράφου. Τη χρονιά αυτή προβάλλεται το θρυλικό «Σαμψών και Δαλιδά» του Σεσίλ ντε Μιλ που «σπάει» τα ταμεία. Το 1951 η Metro Goldwin Mayer αντεπιτίθεται με το «Κβο Βάντις», το 1953 η 20th Century Fox παρουσιάζει το «Χιτώνα», το πρώτο σινεμασκόπ στην ιστορία του κινηματογράφου.
Οι ταινίες «10 Εντολές» (1956), «Μπεν Χουρ» (1959), «Κλεοπάτρα» (1963), «Ο Χιτών» (1953), «Η Βίβλος» (1966), «Σπάρτακος» (1960) και «Κβο Βάντις» (1951) κέρδισαν συνολικά πάνω από 30 Όσκαρ και ανήκουν στα 100 πιο κερδοφόρα φιλμ όλων των εποχών. Επιστρατεύοντας μεγάλους σκηνοθέτες και διάσημους ηθοποιούς, ο ηχητικός επικός κινηματογράφος δεν στοχεύει στην απομίμηση αλλά στην κινηματογραφική επανερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, στη μέθεξη των βιωμάτων των ηρώων. Παράλληλα συνδυάζει την τέρψη με την ηθική ανύψωση του κοινού καθώς το καλό πάντα θριαμβεύει.
Μετά το τέλος της δεκαετίας του '70 οι ιστορικο-επικές παραγωγές εγκαταλείφθηκαν οριστικά.
Σχολιάζονται το ιστορικό πλαίσιο, η κινηματογραφική προσαρμογή και η ιστορική αυθεντικότητα των ταινιών: «Η Βίβλος» (1966) του Τζων Χιούστον, «Αδάμ και Εύα» (1956) του Αλμπέρτ Γκατ, Η Κιβωτός του Νώε» (1929) του Μάικλ Κέρτιτζ, «Σόδομα και Γόμορρα» (1963) του Ρόμπερτ Άλντριτζ, «Οι πατριάρχες της Βίβλου» (1963) του Μαρτσέλο Μπάλτι, «Ο Ιωσήφ και τα αδέλφια του» (1962) του Ίρβιγκ Ρέηπερ, «Οι 10 Εντολές» (1956) του Σεσίλ ντε Μιλ, «Σαμψών και Δαλιδά» (1949) του Σεσίλ ντε Μιλ, «Δαβίδ και Βηθσαβέε» (1951) του Χένρυ Κινγκ, «Ο Σολομών και η βασίλισσα του Σαββά» (1959) του Κινγκ Βιντόρ, «Σπάρτακος» (1960) του Στάνλεϋ Κιούμπρικ, «Ο τελευταίος Ρωμαίος» (1968) του Ρόμπερτ Σιόντμαν.
Τέλος, ομαδοποιούνται θεματικά σε κατάλογο ιστορικές ταινίες του ηχητικού κινηματογράφου για: την Παλαιά Διαθήκη, την αρχαία Αίγυπτο, τον Τρωικό πόλεμο, την αρχαία Ελλάδα, την αρχαία Ρώμη, τις κατακτήσεις της Ρώμης, τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα χρόνια της Καινής Διαθήκης, τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα χρόνια της παρακμής και, τέλος, τη διαίρεση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που δημιουργεί το Βυζάντιο.
«Πέτρινα Χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη, 1984.
Πώς να ενταχθεί ο κινηματογράφος, αλαζονικό πλουσιόπαιδο του βιομηχανικού πολιτισμού, σε μια καχεκτική Ελλάδα που, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, έχει εισπράξει την καθυστέρηση σε όλα τα επίπεδα του πολιτισμικού γίγνεσθαι; Ακόμη και η αυταρχική πολιτική εξουσία, ανίκανη να εκμεταλλευτεί την εμβέλεια της μεγάλης οθόνης και να συντάξει μέσω αυτής την «επίσημη Ιστορία», θα περιοριστεί στην άσκηση λογοκρισίας.
«Το ανάθεμα» (1916), φιλμ-ζουρνάλ του Χεπ, απαγορεύεται. Οι μυθοποιήσεις του παρελθόντος θυμίζουν κακές σχολικές παραστάσεις: η «Γκόλφω του Μπαχατόρη (1914) ή η «Μαρία Πενταγιώτισσα» (1928) του Μαδρά, ο «Οδυσσέας Ανδρούτσος» (1925) του Μανάκια και το σύγχρονο «Λάβαρο του 1821» του Λελούδα.
Πλάι σε βουκολικά δράματα, όπως η «Αστέρω» (1952) του Δημόπουλου, γυρίζεται το «Πικρό ψωμί» (1951) του Γρηγορίου. Πρώτο μεταπολεμικό ιστορικό φιλμ: το ντοκιμαντέρ του Βασίλη Μάρου «Τραγωδία του Αιγαίου» (1961).
Η προσέγγιση της αρχαιότητας εξαντλείται προπολεμικά σε δύο εκδοχές του «Προμηθέα δεσμώτη» (1927) και στο «Δάφνις και Χλόη» (1931) του Ορέστη Λάσκου. Το 1961 ο Τζαβέλλας γυρίζει την «Αντιγόνη». Αν το 1962 ο Ζάρπας καταγράφει απλά την παράσταση της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή στην Επίδαυρο, με την ευριπίδεια «Ηλέκτρα» του (1962), ο Κακογιάννης εγκαινιάζει έναν πρωτότυπο διάλογο με την τραγωδία, κάτι που δεν θα πετύχει στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» (1977). Στη διάρκεια της χούντας η «Μήδεια» εμπνέει δύο ταινίες, ο Δαδήρας γυρίζει το ψευδοϊστορικό «Ιπποκράτης και δημοκρατία» και ο Ζερβουλάκος διασκευάζει κοινότοπα τη «Λυσιστράτη». Μεταχουντικά, Φέρρης (1975) και Θέος (1976) δημιουργούν δυο φιλόδοξες δοκιμιακές ταινίες.
Παιδιά της δεκαετίας του '60, οι ταινίες μικρού μήκους εκπροσωπούνται από τις «100 ώρες του Μάη» (1963) των Λαμπρινού-Θέου και τις «Περιπτώσεις του Όχι» (1965) των Παπαστάθη-Αυγερινού. Με αρετές εμφανίζονται οι ταινίες των Μανουσάκη(1965), Γλυκοφρύδη(1966), Μανθούλη και Σταμπουλόπουλου(1966, 1967), και Δαμιανού(1966).
Επί δικτατορίας ευδοκιμεί το είδος της πομπώδους επετειακής ιστορικής ταινίας, παραγωγής Τζέιμς Πάρις. Τον εγχώριο κινηματογράφο αναζωογονεί ο Θόδωρος Αγγελόπουλος με την «Αναπαράσταση» (1970) και τις «Μέρες του ’36» (1972). Το 1971, ο Κατσουρίδης γυρίζει το «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;» και ο Δαμιανός την «Ευδοκία».
Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης η πολιτική ταινία απογειώνεται: «Θίασος» (1975) του Αγγελόπουλου, «Χάπυ Ντέι» (1976) του Βούλγαρη, «Κελί μηδέν» (1975) του Σμαραγδή, «Μαρτυρίες» (1975) του Καβουκίδη, «Μάης» (1976) του Ψαρρά, «Γράμμα στον Ναζίμ Χικμέτ» (1976) του Αριστόπουλου.
Με την υπόθεση Πολκ, οι Μαλλιάρης (1981) και Γρηγοράτος (1987) στρέφονται στη σύγχρονη ιστορία. Διαφορετικές προσεγγίσεις της Ιστορίας προτείνουν οι «Κυνηγοί» (1977) και ο «Μεγαλέξαντρος» (1980) του Αγγελόπουλου και ο «Ελευθέριος Βενιζέλος» (1978) του Βούλγαρη. Προσωπογραφίες δημιουργούν ο Τζήμας στον «Άνθρωπο με το γαρύφαλλο» (1981) και ο Λαμπρινός στον «Άρη Βελουχιώτη» (1981). «Στον καιρό των Ελλήνων» (1981) και στον «Θεόφιλο» (1987), ο Παπαστάθης συνθέτει ένα δοξαστικό στις αξίες του ελληνισμού.
Στη δεκαετία του ’80 η αποτίμηση του παρελθόντος αποκτά ανθρώπινα χαρακτηριστικά: «Κάθοδος των εννιά» (1984) του Σιοπαχά, «Ταξίδι στα Κύθηρα» (1982) του Αγγελόπουλου και «Πέτρινα χρόνια» (1986) του Βούλγαρη. Ξεχωρίζει η αισθητική του «Δοξόμπους» (1987) του Λαμπρινού και της «Υπόγειας διαδρομής» (1983) του Δοξιάδη. Μέσα από τις νέες μυθοπλασίες («Πρωινή περίπολος» -1987 του Νικολαΐδη και «Βιοτεχνία ονείρων» -1990 του Μπουλμέτη), η Ιστορία πια αφορά το μέλλον και γίνεται νοητή ως μια απειλητική οικολογική Νέμεσις.
Η Μήδεια του Παζολίνι με το πρόσωπο της Μαρία Κάλλας
Πιερ Πάολο Παζολίνι (1922-1975): Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός, ζωγράφος, συγγραφέας και ποιητής, καθηγητής φιλολογίας με σύντομη διδασκαλική καριέρα. Στα 53 του, το σώμα του βρίσκεται κατακομματιασμένο.
Στην πρωτόλεια ταινία του «Accatione», ο Παζολίνι στρέφει το βλέμμα ενός θρησκευόμενου στο υπο-προλεταριάτο της Ρώμης, κοινωνικό χώρο που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του κινηματογραφικού του έργου. Οι ταινίες «Mamma Roma» και «La Ricotta» (1962) προδίδουν τη στράτευσή του στην Αριστερά. Στο «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» (1964), η ματιά του σκηνοθέτη διασταυρώνεται ισότιμα με τη ματιά του πιστού. Παράλληλα, μια ολόκληρη μικροαστική αλλά και εμπορική εικονογραφία ανατρέπεται. Ο Παζολίνι δεν κρύβει την πολεμική του διάθεση ενάντια στο φανατισμό ενός ορισμένου μαρξισμού και ενός ορισμένου λαϊκισμού. Η άποψή του κρίθηκε αιρετική από το πνευματικό κατεστημένο της εποχής. Σε επανειλημμένες δίκες, όχι μόνον οι κληρικοί αλλά και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας στρέφονται εναντίον του. Ο δικός του «Οιδίπους τύραννος» (1967) ενσαρκώνει τον τραγικό ήρωα που, απογυμνωμένος από οποιαδήποτε δείγματα αστικής νοοτροπίας, οδηγείται στην τελική του συντριβή στην προσπάθειά του να καταλύσει εδραιωμένες κοινωνικές δομές. Η αντισυμβατικότητα του Οιδίποδα γίνεται φανερή στην προσέγγιση της μητέρας του Ιοκάστης. Ο Παζολίνι επεκτείνει την προβληματική του Σοφοκλή ενσωματώνοντας σε αυτή τη φροϋδική θεωρία και το ρόλο που αυτή αναγνωρίζει στα αρχέγονα ένστικτα και το υποσυνείδητο.
Η «Μήδεια» (1970) αντιπαραβάλλει τη βαρβαρότητα της Ανατολής στον «πολιτισμό» της Δύσης. Η συγκλονιστική κραυγή της στην τελευταία σκηνή μεταφράζει την απόγνωση μπροστά στο πολιτισμικό αδιέξοδο των καιρών μας.
Η υστεροελληνιστική επιτύμβια σύνθεση Γ 1499 προτού οι πλάκες συναρμολογηθούν μεταξύ τους.
Η συγγραφέας, που είχε την ευθύνη του αρχαιολογικού ελέγχου της εκσκαφής, ανοίγει το ημερολόγιό της.
Μέσα στο στενό όρυγμα της οδού Δημητρίου Αναστασιάδη ερευνήθηκαν κιβωτιόσχημοι τάφοι λαξευμένοι στον φυσικό πωρόβραχο, θήκες και δύο χτιστοί τάφοι-θάλαμοι. Σε μικρό λαξευμένο κιβωτιόσχημο τάφο, βρέθηκε εξαίσιο χρυσό στεφάνι από το β’ μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Αποτελείται από δύο κλαδιά ελιάς με 28 φύλλα το καθένα που συνδέονται με μικρό «ηράκλειο» κόμβο. Στη Φανερωμένη αποκαλύφθηκε ευρύτερο σύνολο τάφων σε πυκνή διάταξη, από τους οποίους οι 60 περίπου που ερευνήθηκαν χρονολογούνται στο τελευταίο τέταρτο του 4ου και στον 3ο αιώνα π.Χ. Αρκετοί είναι υπόγειοι «συρταρωτοί» με δίδυμους τάφους-προθαλάμους. Από διαταραγμένες επιχώσεις περισυλλέχτηκαν πάνω από 40 ταφικά μέλη, ανάμεσά τους κυλινδρικός επιτύμβιος βωμός του 1ου αιώνα π.Χ. με γιρλάντες και βουκράνια, ανάγλυφη παράσταση νεκρόδειπνου και επιγραφή.
Νοτιότερα οι εκσκαφές διακόπηκαν σε δύο σημεία.
Πρώτα στα κτήματα Καζούλη, όπου αποκαλύφθηκε τετράπλευρος χώρος ταφικού μνημείου λαξευμένος στον φυσικό πωρόβραχο, προσβάσιμος με λαξευμένη κλίμακα καθόδου. Στις πλευρές του εντοπίστηκαν τέσσερις λαξευμένοι θαλαμωτοί τάφοι, διάφορα λαξεύματα θηκών ή μικρότερων «συρταρωτών» τάφων. Οι θαλαμωτοί τάφοι θα σχημάτιζαν μνημειώδη πρόσοψη που θα επιστεφόταν με γείσα. Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα επιτύμβια μέλη με επιγραφές που δίνουν πλούσιο προσωπογραφικό υλικό.
Οι δύο εκπλήξεις όμως που περίμεναν στο Βόδι ήταν απρόσμενες. Σε σπαράγματα βρέθηκε μεγάλη ανάγλυφη σύνθεση σε τρεις πλάκες, δουλεμένη σε αλλεπάλληλα, εναλλασσόμενα επίπεδα βάθους, με μια κεντρική μορφή ήρωα-πολεμιστή πλαισιωμένη από δύο εφηβικές μορφές δούλων. Ο ένας κρατάει το δόρυ του πολεμιστή ενώ γέρνει σε κορμό δέντρου στο οποίο είναι τυλιγμένο φίδι. Ο άλλος, με υψωμένα τα χέρια, προσπαθεί να συγκρατήσει ένα άλογο από τα χαλινάρια. Ο πολεμιστής έχει ριγμένη στους ώμους χλαμύδα, με το αριστερό χέρι κρατάει ξίφος σε θηκάρι ενώ απλώνει το δεξί σε οριζόντια θέση, κίνηση που θέλει να ελέγξει την ορμή του αλόγου. Σε ξεχωριστή πλάκα είχε δουλευτεί το ανώτερο μέρος, που δεν σώζεται, με το κεφάλι του ήρωα, του αλόγου, του φιδιού και πιθανόν το φύλλωμα του δέντρου. Η επιτύμβια σύνθεση χρονολογείται στον 1ο αιώνα π.Χ.
Όχι πολύ μακρύτερα, σπασμένη σε τρία κομμάτια, βρέθηκε μεγάλη επιτύμβια στήλη των χρόνων του αυστηρού ρυθμού. Διασώζει αλληγορική σκηνή με μικρό έφηβο που προσφέρει πετεινό σε νεαρό άντρα. Η επίστεψη της στήλης θα πρέπει να ήταν αετωματική. Το έργο, πιθανόν προϊόν περιφερειακού εργαστηρίου, χρονολογείται στο τέλος του πρώτου ή στην αρχή του δεύτερου τέταρτου του 5ου αιώνα π.Χ.
Πρόσοψη δίδυμου ταφικού μνημείου στη Ρόδο.
Στην περιφέρεια της σύγχρονης πόλης της Ρόδου, σε οικόπεδο προορισμένο για ανοικοδόμηση, αποκαλύφθηκε τμήμα της νοτιοδυτικής αρχαίας νεκρόπολης. Ο ίδιος χώρος είχε χρησιμοποιηθεί από την αρχαιότητα και ως λατομείο εξόρυξης πωρόλιθου. Στο οικόπεδο εντοπίστηκαν τα κατάλοιπα μέρους εκτενέστερου νεκροταφείου με δεκαοκτώ λαξευτούς κιβωτιόσχημους τάφους, δύο κτιστούς κιβωτιόσχημους, δύο λαξευτούς θαλάμους, πέντε θήκες λαξευμένες ή κτιστές που περιείχαν καύσεις σε τεφροδόχα αγγεία ή οστεοθήκες με ιστορική συνέχεια από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. ως τους ρωμαϊκούς χρόνους και δεκατρείς ελεύθερες επιφανειακές ταφές από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου, λαξευμένο σε ενιαίο τμήμα φυσικού βράχου, βρέθηκε δίδυμο ταφικό μνημείο, τμήμα ευρύτερου ταφικού συγκροτήματος όπως δείχνει η επέκταση του περιβόλου του. Οι είσοδοι των δύο ταφικών θαλάμων ήταν σφραγισμένες με καλυπτήριες πέτρες. Οι πανομοιότυποι τάφοι έχουν ορθογώνιο σχήμα και αετωματική οροφή. Ο πρώτος ταφικός θάλαμος ήταν σφραγισμένος αλλά είχε συληθεί. Δεν βρέθηκε καν ίχνος από οστά. Τα ευρήματα, που προέρχονται από την επίχωση, είναι τέσσερα μυροδοχεία ατρακτοειδούς σχήματος των ύστερων ελληνιστικών χρόνων, το κάτω μέρος οξυπύθμενου αμφορίσκου, λυχνάρι με αποκρουσμένο μυκτήρα και πήλινο δισκοειδές αντικείμενο.
Ο δεύτερος θάλαμος ήταν ασύλητος. Ο νεκρός είχε τοποθετηθεί σε ύπτια θέση. Πάνω του, στην αριστερή θωρακική χώρα, είχε τοποθετηθεί αργυρό ομφαλωτό φιαλίδιο. Τα υπόλοιπα κτερίσματα, από τα πλέον χαρακτηριστικά των νεκροπόλεων της Ρόδου, ήταν δύο οξυπύθμενοι αμφορίσκοι, ένα μυροδοχείο, ένα λυχνάρι και σιδερένια στλεγγίδα. Κυρίως από το μυροδοχείο και το λυχνάρι, η γυναικεία αυτή ταφή χρονολογείται στο α’ τέταρτο του 3ου αιώνα π.Χ.
Λεπτομέρεια τοιχογραφίας από το Καθολικό της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου.
Με αφετηρία την άποψη ότι η αντίληψη για τον άνθρωπο έχει κομβική θέση στη ζωή μιας κοινωνίας καθώς συνδέεται με την αντίληψη για το θεό, ή τους θεούς, και τον Κόσμο, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο μετασχηματισμός οποιασδήποτε κοινωνίας σηματοδοτείται από την κριτική που αρχίζει να ασκείται από τα μέλη της στην κυρίαρχη αντίληψή της για τον άνθρωπο.
Στην αρχαία Ελλάδα, στην πρώτη περίοδο ίδρυσης της «πόλης», ο άνθρωπος είναι ο πολίτης στην προσπάθειά του για συλλογική επιβίωση και σωτηρία ενώ, στην περίοδο της ακμής της, ο άνθρωπος γίνεται άσκηση για την αρετή. Στην ελληνιστική περίοδο, ο άνθρωπος της Μεσογείου μετατρέπεται σε έναν παθητικό κοσμοπολίτη που αρχίζει να επιδιώκει την αθανασία και τη σύνδεση με έναν άλλο Κόσμο, καλύτερο από τον επίγειο. Στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, ο «μεσογειακός άνθρωπος» μέχρι και τον 3ο αιώνα μ.Χ. αναπτύσσει τρεις βασικές αντιλήψεις για τον εαυτό του. Τον άνθρωπο/«Λόγο», για τους στωικούς, τον άνθρωπο/κοσμικό κύτταρο φωτός σε κατάσταση πτώσης, για τα ρεύματα του γνωστικισμού, και τον άνθρωπο/ψυχή που ελπίζει σε μια άλλη ζωή ή την αθανασία, για τις ποικίλες μυστηριακές λατρείες και το νεοπλατωνισμό. Όλες σχεδόν οι μεσογειακές αντιλήψεις της εποχής για το τι είναι άνθρωπος συναντιούνται και συγκρούονται στη μορφή του Ιησού Χριστού. Κατά τον ελληνικό Μεσαίωνα, υπήκοος και υπάκουος του αυτοκράτορα και της Εκκλησίας, ο άνθρωπος έχει μια ενιαία αντίληψη για τον εαυτό του: είναι χριστιανός που κινδυνεύει να χάσει τη σωτηρία και την ψυχή του. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ο Ιησούς Χριστός γίνεται η κεντρική συμβολική μορφή, η κεντρική αντίληψη μέσω της οποίας οι Έλληνες μπορούν να συλλάβουν τον εαυτό τους και να αντιπαρατεθούν στον κατακτητή: συνδέονται άμεσα με τα Πάθη του και την ελπίδα της Ανάστασης.
Άποψη του Φιλιππείου στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας.
Δημοσιεύεται τμήμα της ανακοίνωσης του συγγραφέα στο συνέδριο του ελληνικού τμήματος του ICOMOS «Νέες πόλεις πάνω σε παλιές – το παράδειγμα της Άρτας». Θεωρώντας την προσφυγή στη νομολογία «κλειδί» σε θέματα πολιτισμικής κληρονομιάς, ο συγγραφέας ανατρέχει σε αυτή προκειμένου να διακρίνει εννοιολογικά τους αρχαιολογικούς τόπους από τους αρχαιολογικούς χώρους. Αφού διευκρινιστεί ότι η σχέση τόπου προς χώρο είναι σχέση όλου προς μέρος, ο συγγραφέας θέτει και άλλα ερωτήματα: ποιος είναι αρμόδιος να χαρακτηρίσει τόπους και χώρους ως «αρχαιολογικούς», πότε απαγορεύεται και πότε όχι η εκτέλεση έργων σε αρχαιολογικούς χώρους ή, δεδομένης της άγριας οικοπεδοποίησης της γης, τι μέριμνα έχει λάβει ο νομοθέτης για την εναρμόνιση των Υπουργείων Πολιτισμού και Χωροταξίας;
Χαρακτηριστικό εκλεκτικιστικό παράδειγμα: η κατοικία της οδού Κόκκοτα 3 στην Κηφισιά, χτισμένη το 1900 για την κόμισα De Brooke.
Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, οι ομογενείς που επαναπατρίζονται, μαζί με τα κεφάλαιά τους, εγκαινιάζουν στην Ελλάδα τον ευρωπαϊκό τύπο της δεύτερης κατοικίας (villa). Μετά το 1880, επαύλεις αρχίζουν να ανεγείρονται στις παρυφές των μεγάλων αστικών κέντρων. Η δεύτερη κατοικία όφειλε να διαφοροποιείται από το μέγαρο της πόλης, εμφανίζοντας έναν όχι αμιγή κλασικισμό και μια γραφική-ρομαντική σύνθεση, εναρμονισμένη με το ελληνικό τοπίο. Στην Κηφισιά, τόπο παραθερισμού των εύπορων Αθηναίων, σώζονται σήμερα 114 διατηρητέα, χτισμένα ανάμεσα στο 1870 και το 1936. Τα νεοκλασικά της σπίτια είναι λιγοστά. Στον πρώιμο αυστηρό Νεοκλασικισμό (1833-1863) κατατάσσονται εκείνα με τη λιτή διάθεση που αποκλείει τις ρομαντικές εξάρσεις. Στον ώριμο Νεοκλασικισμό (1863-1897) ανήκει η έπαυλη «Χρυσάνθεμο», χτισμένη το 1890, που διατηρεί τα επιμέρους στοιχεία του Νεοκλασικισμού συνδυάζοντάς τα με ελεύθερες και ασύμμετρες κτηριολογικές συνθέσεις. Στον Τσίλερ αποδίδεται η έπαυλη «Ατλαντίς», χτισμένη το 1897. Ο αρχιτέκτονας αντικαθιστά τα ρωμαϊκά μορφολογικά στοιχεία με ελληνικά. Οι εκλεπτυσμένες αναλογίες και η πειθαρχημένη ποικιλία των στοιχείων που δίνουν στη σύνθεση μια κάποια ελευθερία εμπλουτίζουν τελικά τη νεοκλασική συμμετρία του συνόλου. Το 1910, η βίλα Καζούλη παραμορφώνει τις κλασικιστικές αρχές καθώς τις εισάγει στο σύστημα της αναγεννησιακής μορφολογίας.
Το Ρομαντισμό υιοθέτησε και μια άλλη κατηγορία σπιτιών, τα γραφικά «Picturesque» με τις ξύλινες εξωτερικές διακοσμήσεις. Ρυθμολογικά εντάσσονται στην αγροτική αρχιτεκτονική. Κατεξοχήν εικονογραφικό τους πρότυπο υπήρξε η κατοικία του αρχιτέκτονα C.F. Schinkel στο Πότσνταμ (1829-1831). Στην Ελλάδα, ο Τσίλερ συνθέτει με ελληνικά μορφολογικά στοιχεία. Το στιλ του, που ονόμασαν «ελληνοελβετικό», εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στη θερινή κατοικία του βασιλιά Γεωργίου στο Τατόι. Οι «γραφικές» κατοικίες διακρίνονται σε εκείνες που είναι συμμετρικές και κλειστές έτσι ώστε, αν αφαιρούνταν τα ξύλινα διακοσμητικά στοιχεία τους θα θύμιζαν έργα του Νεοκλασικισμού, και σε άλλες, στις οποίες κυριαρχεί το πνεύμα της αγροτικής αρχιτεκτονικής και η ελεύθερη διάρθρωση των χώρων. Η κατοικία της οδού Κόκκοτα 3, αν και ανήκει στην πρώτη κατηγορία, με τους δύο ακραίους «μεσαιωνικούς» πύργους της μετατρέπεται σε χαρακτηριστικό εκλεκτικιστικό παράδειγμα. Αλλά και οι κατοικίες της δεύτερης κατηγορίας, παρά το λαϊκό-αγροτικό χαρακτήρα τους, επειδή εμφανίζουν πολλά ετερόκλητα ρυθμολογικά στοιχεία μπορούν να καταταγούν στον εκλεκτικισμό. Το κτήριο του 1910 στην οδό Κασσαβέτη 19, αποτελεί σύζευξη της αγγλικής προαστιακής βίλας με μια πέτρινη διασκευή του ρυθμού Swiss Cottage.
Οι εκλεκτικιστικές κατοικίες είναι πλούσιες σε αναφορές ιστορισμού. Ο Ρομαντισμός προκρίνει ως κύρια πηγή μορφολογικής ανανέωσης τη φρουριακή αρχιτεκτονική και τους πύργους που εκφράζουν τη μυθολογία του Μεσαίωνα. Την πυργοειδή-μεσαιωνική μορφή εκπροσωπεί μια έπαυλη του 1872 στην οδό Εμμ. Μπενάκη 8 και Πεσμαζόγλου που διατηρεί, κατ’ εξαίρεση, μορφές του Νεοκλασικισμού συνδυάζοντάς τες με στοιχεία του γαλλικού Μπαρόκ. Πρόδηλα μεσαιωνικός είναι ο χαρακτήρας του πύργου στην οδό Τατοΐου και Δεληγιάννη, χτισμένος το 1915 σε σχέδια βέλγου αρχιτέκτονα. Στις κατοικίες με γοτθικίζοντα στοιχεία, παραλλαγή των φρουριακών κτισμάτων, ανήκει η κατοικία του 1897 στην οδό Στροφυλίου 25 και Πεσμαζόγλου. Στα βυζαντινίζοντα εκλεκτικιστικά κτήρια ανήκει η έπαυλη της οδού Τατοΐου 31, κατοικία του Ιωάννη Μεταξά από το 1939, που χτίστηκε το 1890 από τους αρχιτέκτονες αδελφούς Αξελούς.
Θ. Βαλεντής – Π. Μιχαηλίδης, προοπτικό σχέδιο της οικίας Αβέρωφ, Κηφισιά, 1940.
Η υπάρχουσα νομοθεσία στην Ελλάδα στοχεύει κυρίως στην προστασία κτηρίων του 19ου αιώνα και παραδοσιακών οικισμών. Ωστόσο, στις ευρωπαϊκές χώρες, από τη δεκαετία του ’80, διεθνείς οργανισμοί κινητοποιήθηκαν για τη συντήρηση αξιόλογων αρχιτεκτονημάτων και συνόλων του 20ού αιώνα. Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει συστήσει ειδική Επιτροπή μελέτης και το ICOMOS εξέδωσε μια πρώτη σειρά οδηγιών. Το DOCOMOMO προσανατολίζεται στη διάσωση του έργου των ιστορικών πρωτοποριών και του μοντέρνου κινήματος στην Ευρώπη ενώ, στο πλαίσιο της Unesco, λειτουργεί διεθνής ομάδα ειδικών για τη συντήρηση της αρχιτεκτονικής «Art nouveau» σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική. Στην πολιτισμική αξιολόγηση και διάσωση περιλαμβάνονται το ίδιο το φυσικό περιβάλλον και οι κατασκευές που εντάσσονται δημιουργικά σε αυτό και το ολοκληρώνουν (ενδεικτικά: τα tucul στα χωριά της Αβησσυνίας ή οι υδροφράκτες κατά μήκος των βελγικών καναλιών).
Η προβληματική που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών συμπίπτει σε κάποια κοινά σημεία: καταρχήν, κάθε χώρα καλό θα ήταν να συντάξει και να δημοσιοποιήσει καταλόγους έργων που κρίνονται άξια προστασίας. Η επιλογή δεν πρέπει να δεσμεύεται από «πολιτισμικές προκαταλήψεις» υπέρ του μοντέρνου αλλά να καταγράφει και αντιπροσωπευτικά δείγματα του ακαδημαϊσμού ή περιφερειακών τάσεων. Να επιλέγονται έργα στα οποία να αναγνωρίζεται «ιστορική μνήμη» ή μία από τις νέες τυπολογίες του 20ού αιώνα (κινηματογραφικές αίθουσες, τα καταφύγια της γραμμής Maginot κ.ά.).
Πρωταρχική σημασία έχει το νομικό πλαίσιο και η εξασφάλιση πόρων. Από επιστημονική άποψη όμως, προέχει η μελέτη των κατασκευαστικών μεθόδων και υλικών, που εξασφαλίζει την ορθή ανάγνωση της παθολογίας του κτηρίου και την υιοθέτηση των καταλληλότερων μεθόδων επέμβασης.
Το χρυσό δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο (5ος αι. π.Χ., Παντικάπαιον) είναι το έμβλημα των εκδηλώσεων «Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα».
Τον Απρίλιο του 1991 στο Λονδίνο, σε συνεργασία με το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του King’s College, η Πολιτιστική Εταιρεία «ΠΑΝΟΡΑΜΑ» οργανώνει και παρουσιάζει ένα πολύπτυχο πρόγραμμα για τους «Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα». Το πρόγραμμα περιλαμβάνει Έκθεση στο King’s College που παρουσιάζει ο Sir Steven Runciman, παρουσίαση του βιβλίου The Greeks in the Black Sea, ακαδημαϊκή ημερίδα, ξεναγήσεις για τα αγγλικά σχολεία και για τα μέλη της ελληνικής παροικίας, ξεναγήσεις και εργαστήρια για τα παιδιά της ελληνικής και της κυπριακής κοινότητας, διαλέξεις για το αγγλικό και το ελληνικό κοινό, προβολές βιντεοταινιών. Στο πλαίσιο του προγράμματος, εκδόθηκε το βιβλίο της Μαριάννας Κορομηλά Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα.
Καλυκωτός κρατήρας του αγγειογράφου Ευφρονίου και του κεραμέα Ευξιθέου, περ. 510-500 π.Χ. Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Epic and historical films have been favourite subjects of the Cinema since its birth. One of the major reasons for this phenomenon is that in these kind of productions movie makers have the opportunity to use their creative abilities to the full and to act as independent artists rather than to bear the risk of "failure", as often happens in the live theatre. In other words, Cinema has the privilege of directly convincing, impressing and creating "atmosphere" through the powerful effect of the image as opposed to live theatre which heavily depends on dialogue. This fact relies on the undisputed aphorism that a picture is equal to a thousand words. During the silent Cinema era super-productions on historical subjects used to make headlines, offering the producers big profits or heavy losses. The competition was mainly between the American and the Italian cinema and names like Griffith or Cecil DeMille made history. Soon after the introduction of the talkies, in 1927, the idea of spectacular epic production was put on the shelf, since its extremely high cost increased the chance of financial failure and thus no producer was willing to undertake this risk. However, DeMille after endless arguments with Zuckor of Paramount finally managed to make three epic films with a limited budget. In 1949, ten years after "Gone with the Wind", DeMille made an old dream of his come true. He made "Samson and Delilah". Metro-Goldwin-Mayer (MGM) counter- attacked defending its reputation with an amazing production, the "Quo Vadis» and 20th Century Fox followed with the first movie filmed in cinemascope, "The Robe". Shortly thereafter, a great number of epic and historical productions were made in the Golden Hollywood era. When the excessive making of epics led to a natural decline, the great minds of Hollywood gathered in Beverly Hills to discuss a counter attack against the "magic" of the small screen. The result of that summit? A few more masterpieces like "Cleopatra", "Lawrence of Arabia". "Mutiny on the Bounty» and so on. In the mid-sixties, Hollywood stopped making epics for good. The great era had ended. The primacy in spectacle passed to Europe, where Italy easily gained the leading role since its film makers, as we already have mentioned, had a great liking for super productions. However, in the early seventies Europe also gave up the making of historical and epic films. What has finally remained is an inheritance of about 270 productions in which we can follow the birth and development of historical and epic films.
A survey of Greek historic films from the years when they made a first appearance (Balkan Wars) in the form of new releases until the 1970s (Th. Angelopoulos and "militant" documentaries) leads to the conclusion that such films were strongly affected by the general political climate of the country. This kind of film was not especially successful before 1974, in the so-called "old", commercial cinema, due to the lack of freedom in ideological expression. Thus, the folk and anniversary-like approach to and treatment of historic subjects [see, "foustanella" (= an evzone's petticoat) or war epopoeiae with melodramatic exaggeration] became the political instrument, which was used to prevent any deviation from the official and showed the prevailing authority's interpretation of the historic past. Adding the lack of technical prerequisites of Greek film-making to this major motive, we can easily explain the reasons of the disappointing quality of the Greek historic film of that period. The intense political climate prevalent in the years following the overthrow of junta directly affected, as it was natural to happen, the historic film and resulted to a "counter attack", occasionally out of bounds, of the politically militant film makers. In the 1980s the political-historic film gradually loses ground and is succeeded by more anthropocentric films which approach history in a less schematic or dogmatic way. The relation Greek cinema has with ancient literature has not been especially fruitful. Apart from the three pre-World-War II atttempts to make films with an ancient Greek tragic and pastoral repertory (two "Prometheus Bound" in the late 1920s by Gaziadis Brothers and D. Meravidis, respectively, films which were based on the staging of the play by Sikelianos during the Delfi Festival and "Daphnis and Chloe" in 1931 by Orestes Laskos on Loggos' script) no others can be mentioned on similar subjects. Only in 1961 G. Tzavellas shoots a film on Sophocles' "Antigone", while two films on "Electra" - the one based on Sophocles' and the other on Euripides' play - follow, directed by Ted Zarpas (a mere filming of the National Theater's performance in Epidaurus) and M. Kakoghiannis, respectively. There after, antiquity will be represented in the movies either by "historic" anniversary films and adaptations of tragic plays during the years of the military dictatorship (e.g., "Hippocrates and Democracy") or by experimental films inspired by the ancient Greek world [e.g., "Prometheus se Theftero Prosopo» (= Prometheus in Second Person) in 1974 by K. Ferris, "Diadikasia" (= Procedure) in 1975 by D. Theos. In 1977 M. Kakoghiannis returns to the sphere of ancient tragedy directing "lphigeneia in Aulis".
Both in his writings and in his films P.P. Pasolini revives antiquity, approached and interpreted, however, through his personal, Marxist world image, which is essentially different from the narrative form of Hollywood and Cineccita. The major classical works that have attracted his attention, intellect and creativity are "Oedipus the King", "Oresteia" and "Medea", not to mention his interest in the phiiosophic-biosofic content and message of Christianity.
The rescue archaeological investigations during the opening of the trenches for the installation of the city of Rhodes main sewage duct brought to light important new finds. During the rescue excavation in the trench on Demetriou Anastasiadi street, some cist graves, caskets as well as two chamber tombs were investigated. They belong to the eastern sector of the urban neckropoleis extending to the south-east of the Hellenistic wall; an exquisite gold olive wreath was found in a small cist grave belonging to the 4th century BC. Approximately two kilometres south of the Karakonero funerary emplacements, on the western side of the road to Kallithea, a rectangular rock-hewn courtyard approached by steps of a Late Hellenistic funerary monument was researched; many grave members were collected bearing rich inscriptional evidence for the family of ΜΕΛΩΝΟΣ ΑΡΙΣTOKPITOY ΝΕΤΤΙΔΑ. In 1986, seven hundred metres to the west of the outlet of the main sewage duct at Cape Vodi (about five kilometres away from the city of Rhodes), pieces of a Late Hellenistic relief composition were found.The lower part of this composition was found in situ forming part of the southern of two parallel flanking walls which have not as yet been fully investigated. The composition has been worked on in three adjoining marble slabs and depicts a central frontal figure of a hero-warrior holding his sword and standing in front of his horse between two servant boys. The upper part of the composition, which would have been worked on one or more separate slabs, is missing. The above composition dates from the 1st century BC. Two years later, in 1988, three pieces of a large grave stele were found buried under a huge accumulation of earth a few metres away from the site where the Late Hellenistic composition had been discovered. The stele can be said to date from the first half of the 5th century BC. It depicts a young boy offering a rooster to a young man in a fine scene of tender allegory. The rescue excavations during the construction of the city of Rhodes' main sewage ducts required close cooperation between the Archaeological Service and the Local Administrative Authority responsible for the project.
The article is based on the results of a rescue excavation at the modern city quarters of Rhodes island and aims to present the archaeological data of a burial monument located in a necropolis of the ancient city of Rhodes. The research conclusions have contributed to our knowledge of burial architecture and customs and to the reconstruction and appreciation of the social canvas of the island in general.
Societies are structured and formed through the cosmotheoretical image of what they really represent. The nucleus of the concept of this representation is man himself. In the autonomous ancient Greek city man is a free citizen.In the universal Christian society he is a Christian subject and a bondman; while in a free, contemporary, national society he is a continuously emerging and self-created human being.
The old prestige of the city of Athens was revived when the city became the capital of the modern Greek state. The installation of Otto' s reign in Greece had as a natural aftermath the introduction of the then contemporary notions and concepts of German architecture to the country; therefore, the "neoclassical" style appears to prevail both in public as well as in private buildings. However, by the end of the nineteenth century the wealthy Greeks of the Diaspora, such as Sygros, Papoudoff, Negrepondis, Averoff and others, return to their fatherland bringing along not only their wealth, but also their refined Europeanized mentality and education, which was going to affect greatly the general attitude of the upper-class Athenian society. The spirit of Maeecenas, the benefactor, which becomes predominant, finds its most authentic expression in a series of manors and villas, not inferior to European ones. The plutocratic social segment of Athens warmly adopts the notion of the suburban, "romantic" in style villa as it attempts to be released from the restraints of classical architecture. These villas that appear mainly in the Athenian suburbs become progressively the exclusive private buildings of Kifissia, because their romantic air was perfectly suited to the purely rural character of the surburb which was also easily accessible by train. One of the typical stylistic features of these villas is the obvious dependence of their form on the rural architecture of central Europe. Thus, both a unique suburb - a "museum" of the most eccentric and ostentatious specimens - and a unique architecture - extremely picturesque and daring - were created in the outskirts of Athens. The typology of these villas sought to adapt a picturesque and romantic architectural style compatible with the Greek landscape and avoiding social symbolism or implications. In this determinative yet vague framework many architects tried to combine harmoniously a variety of styles. Ernst Ziller among then also follows this objective in the model that Hansen created for the villas of his upper class Viennesse clientele. The representative stylistic examples of the Kifissia villas exhibit a more or less similar treatment of architectural composition and a wide variety of formation elements, which are often so heterogeneous as to make their stylistic classification extremely difficult if not impossible. Apart from the few "neoclassical" specimens, a broad range of styles and variations appear: "art nouveau", "wood carved", "rustic"; degenerated or exact applications of Victorian architectural "fantasies" with Middle-Age turrets ant ramparts. These styles and variations either form a random conglomeration οr a successful novelty, depending on the architect's genius and ability. The Kifissia villas are undoubtedly products of a transitional period, which is characterized by an ideological inconsistency and lack of orientation, by a rearrangement of the aesthetic values and by the superficial adoption and adaptation of international architectural models. These manors although cannot be considered as typical examples of Greek tradition, nevertheless they are characteristic of a specific phase of our recent history.
The issue of restoration or of the reconstruction of works of architectural tradition lately is being reconsidered. Due to a continuously developing historic and cultural awareness, it is being approached beyond the "traditional" way. Until recently a "reconstruction" was, almost exclusively, limited to a restoring or reconstructing intervention upon the architecture of monuments of buildings that have a significant artistic value. The major aim of this intervention was to handle effectively the critical structural deficiencies caused either by time or destructive natural phenomena (earthquakes, etc.). However, in the 1980s the need for an effective approach to the problems concerning the restoration of important works of architecture of the 20th century became quite urgent. These problems, needless to say, are much more complex and difficult to solve than they originally appear to be.
Νεαρός ιππέας (τζόκεϊ), 240-200 π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Η ελληνιστική εποχή (336-31 π.Χ.) προβάλλει τον τρισδιάστατο χώρο και την έκρηξη των συναισθημάτων. Τα πορτρέτα εκφράζουν τον έντονο ατομικισμό, τα συμπλέγματα διηγούνται μια ιστορία. Παρά τις έντονες αλληλεπιδράσεις, διακρίνονται η αλεξανδρινή σχολή, η περγαμηνή και η σχολή της κυρίως Ελλάδας.
Στην πρώιμη ελληνιστική περίοδο (300-230 π.Χ.) επικρατούν η σχολή του Πραξιτέλη (αττική) και του Λύσιππου (πελοποννησιακή).
Στη μέση ελληνιστική περίοδο (230-150 π.Χ.) διακρίνεται το στυλ «μπαρόκ», που εκφράζει η Πέργαμος με τα γλυπτά της ζωφόρου στο Βωμό του Διός Σωτήρος, και το στυλ «ροκοκό» που αντλεί από την πραξιτέλεια παράδοση.
Στην ύστερη ελληνιστική εποχή (150-31 π.Χ.), ένας ακαδημαϊκός κλασικισμός συμβιώνει με μορφές που αναπτύσσονται τολμηρά και στις τρεις διαστάσεις του χώρου.

Roland Barthes speaks of dress or fashion as being a social mechanism. Is there such a thing as a formal, structured “language” of dress, is one of the questions asked. Also how does psychoanalysis look on such things as the sense of shame that goes with nudity, our submission to the “urgent commands” of fashion and how clothes are identified with our social image. Could transvestism or drag shows be a way of ultimately enforcing the social code of sexual identity behind dress? What is the connection between colonialism and Mahatma Gandhi’s khadi loincloth? How did the hats worn by nomads become a source of inspiration to Joseph Beuys? Can one find traces of an identity in the present Paris fashions? And finally, are men allowed to wear earrings in church?
A host of methodological problems attends to the study of the history of clothing, particularly its various descriptions of internal (qualitative) developments. Conventional historical treatments are incapable of answering such basic questions as "precisely when does an article of clothing change in function or form?". Periodization is proved to be too narrow, and many researchers have wrongly approached dress as a purely historical event, in the hope of adumbrating the spirit of the times. Whatever its primary origin and function -such as protection or decoration — , clothing constitutes a system. That is, every article of clothing is subsumed under a formal, normative system instituted by society, In Saussurian terms, the clothes of an individual -or even his/her hair style— are the equivalent of parole, while the wider system to which they belong -the rules governing sartorial combinations and uses, the constraints and uses, degrees of permissiveness and toleration- constitutes the underlying iangue. Fashion (mode) is thus always a "fact of dress as a system" (costume). But parole can turn into Iangue , e.g. when a social group collectively adopts an individualized type of dress - which often happens in men's fashion; conversely, Iangue can turn into concrete parole, as often occurs in female haute couture. In post-Darwinian terms, individual habillement corresponds to a biological organism, whereas costume to a species. As a system, dress (costume) can and should be analysed both syn chronically and diachronically. To return to my opening reservation: dress, though a product of history and especially susceptible of change in periods of turbulence, should be studied above all in the light of values that are oppositional and structured as social models.
No public figure of the twentieth century exploited the communicative potential of dress more thoroughly than the Indian nationalist leader, Mahatma Gandhi, whose simple white cotton loincloth became a key symbol of India's struggle against British colonial rule. Like many elite Indian men of his day, Gandhi begun his adult life impressed by European clothing. However, years of struggle as a human rights barrister in South Africa taught him that racism went beyond clothes, and he became convinced that India could never attain political or economic freedom in the clothing of the colonizer. When he abandoned his European apparel and called on all Indians to boycott or burn their foreign cloth, it was a public dismissal of what he called "the tinsel splendours of Western civilization" - a civilization he chose to challenge, not with luscious elite Indian garb, but with the simple coarse cotton garments of the Indian peasantry. The white cotton khadi (hand-spun and hand-woven cloth) he promoted as national dress was intended to unite all Indians -whether rural or urban, male or female- providing a powerful symbol of national unity whilst at the same time ensuring the revival of the threatened industries of hand-spinning and weaving. But although Gandhi was highly successful at exploiting the communicative potential of clothes, the subtlety of his message was often misunderstood. This becomes particularly clear, when exploring the symbolism of the loincloth which he originally adopted as a temporary and drastic measure in 1921, but which he ended up wearing till the end of his life.
This article deals with the textiles of the nomads, the pilot, the position they had in these people's life, their mode of manufacturing, way of using and symbolic dimension throughout the centuries, form the Scythians to the nomads of the present Mongolia. The German artist Joseph Beuys has developed an experiential, rich relationship with these textiles. We must point out, however, how different is the approach of an archaeologist from that of an artist: the first approaches knowledge through his methodological instruments, which, the most wiil allow him to treasure is a touch of nostalgia for the different; while the second can adopt the form, the symbols, even the senses in order to express some personal realities.
Transvestism, which in our civilization seems to have a simple and one-way meaning, is proved to be a very general and vague term, when included in the cultural and social content of other people and placed under different historical conditions. Transvestism, in general, is defined as the total or partial adoption of dress, behavior, way of speaking and works of the opposite sex. The argument that transvestism can have different reasons and cultural content and that it is not necessarily connected with homosexuality is documented through a brief presentation of certain selected and characteristic examples. The concept of transvestism obliges us to exceed the biological sex, social sex, sexuality and reproduction, in order to adopt an attitude that takes under consideration the cultural and social components of each meaning and their interrelation.
The technology of textile industry was formed almost parallel with the industrial revolution. It was the textile industry that sometimes caused the rapid changes that the industrial revolution brought about, while others drew power from the latter. Until then the textile industry was a mere activity, mainly of handicraft expression in its original phase and of applied art in its final stage, where the combinations of colour and the design were playing an important role in the final appearance of the textile product. With the evolution of technology, this artistic character was limited to the designing procedure and was almost effaced from the production level. On the contrary, the systematization of knowledge was strengthened and expressed through machinery and procedure designing in an industrial scale. The end of the nineteenth and the beginning of the twentieth century signal the conclusion of this long transition. Through continuous efforts the technology of textile industry obtains a form, which will become a point of reference for the years to come. A technological substratum is thus created, that makes the technological evolution possible. Relevant improvements will be continuous created, they will be many and important, but not radical and subversive. The next landmark will be set in the field of materials, and a new era will begin with the invasion of electronics in the textile industry procedures. The examination of the early twentieth-century textile industry technology in this framework offers the opportunity not only to review the course made so far, but also to explore the horizons ahead. Thus, it is possible to follow the progress from the older handicraft stage to the industrial production and, at the same time, to the formation of the needs, which will lead the developments in the near future. All this long evolutionary route of the technology of textile industry is also a reference to the incomparable human effort for covering the need of dressing and, at the same time, a monument of the continuous endeavour of the engineers, designers and makers, of all these modern media of the Promethean spirit.
Although there exists, at least in principle, the scriptural disapproval of the excessive care for clothing (Mat. 6:28-31. Luke 12:22-28; Mat. 11:8, Luke 7:25: James 2:2-4). strongly reflected on the doctrine of the Church Fathers as well, this disapproval is mirrored in the Canon Law of the Eastern Church with regard to the clergy members only, to whom the pursuit of luxurious attire is forbidden (Canon 27 of the Council in Trullo of 692 and Canon 16 of the Vllth Ecumenical Council of Nicaea of 787). Such prohibitions does not exist for laymen. On the contrary, already the Synod of Gangrae, of about 340, in its broader effort to eradicate extremities of ascetic spirit, barred the clothing in rags for piety reasons and the ex¬pression of contempt to those dressed luxuriously (Canon 12), as well as the dressing of women in a man's attire for austerity reasons (Canon 13). Special Canons (62 and 71 of the Council of Trullo) also prohibited ths masquerade or the exchanging of suits between men and women, in the framework of feasts, which had been considered as pagan survivals. It is often argued that these regulations prohibited women from wearing clothes appropriate to men. In reality, however, such a general prohibition, corresponding to that contained in the Old Testament Law (Deuter. 22:5], was never introduced expressly in the Eastern Church Law.
This article investigates the face acquired by tradition in modern Greek society, and in the material civilization in particular. Focusing our interest in the costume collection of the Dora Stratou's theater, we argue that while tradition is common in its natural expression, it becomes individual in its fabricated dimension, The traditional practices obtain a very different form, role and position in society through an objective procedure. Using theater as a model, we observe that the excessive emphasis on "authenticity" and the "archetype" -terms that clearly separate the historical truth from innovation and novelty- has only a relevant value in a world where change is a continuous process. Dora Stratou has collected Greek costumes on the basis of their appearance and availability, while any other particular criteria used had more to do with their appropriateness to a dancing and theatrical performance than with these dresses as traditional objects. Apart from being an indispensable factor in a dancing performance, costume is the expression of cultural definition and ethnic identity. Its study should not rise questions as regards its authenticity and originality, since the standards defining these qualities are flexible and subjects to change. The criteria of "traditionalism" are fluid by definition, therefore conventional evaluations of the "traditional" often fail to render the appropriation of different elements, new or old ones. It has often been stressed that traditional life, although constantly subjected to changes, is continuously "handed down", from one generation to the next, without ever loosing its value. From the moment it enters the realm of the conscious, massively produced and delivered, transmission that claims the ensuring of continuity, traditional life acquires various expressions and dimensions. It becomes tradition, with a capital T. Past is idealized, and civilization becomes an air-tied mass. As a result, we perceive "hellenization" beyond time and history. What is really missing is the historical and rational relation with the past.
Textile objects answer many and various needs of man and have been made by a great variety of materials. The metals used for making metal threads, employed since antiquity for the decoration of precious textiles, represent a special group of materials with many peculiarities. The simultaneous presence of disparate materials, such as the non-organic metals and the organic fibers and dyes, makes the conservation work problematic and complex, both technically and ethically. The examination of the morphology and the clear chemical identification of all the material components of the textile is a necessary prerequisite, before the beginning of any conservation work. The results of such a preliminary examination of composite metal threads and sequints of the eighteenth and nineteenth century are presented in this article. Among the methods used was the microscopic investigation of the morphology of the threads, the identification of the visual fibers of their nucleus and dye, the electronic inspection {SEM) of the surface morphology and state of preservation of the metal threads, as well as the analysis (AAS) of the chemical composition of the metal materials. The results of the examination and the information drawn facilitate the technical and historical decoding of the textile objects and help the conservator to reach well documented decisions as regards the kind and extension of any intervention. Finally, they give the possibility of controlling the short- and long-term effectiveness and security of the conservation methods applied.
The tendency for embellishing and decorating our appearance coexists with and is probably expressed through organic, natural needs, so that clothing declares innermost wishes, submission to general restrictions and symbolic commands. The need of the individual to cover, one way or another, a small part of his/her body is an anthropological commonplace, which, however, refers to an exceptionally important constant factor throughout history. The constitution of a naked human physiognomy is almost unthinkable. Thanks to the attire chosen, the dressed individual is transformed to a composed surface of symbolic signs and at the same time to a projection surface for the observer. Clothing, finally, serves the expansion and formation of communication codes, which surpass the potentialities that the body morphology and the muscular expression offer. The morphology and symbolism of the body are provided by the clothing, the manifestation of cultural conceptions and subjective fantasies. The covering of the body is obviously interwoven with decency, a pivotal feeling for the human psychism and, by expansion, for the individual behavior in a group or in society. Decency, that is, is the nucleus of the very sexual existence, which coexists with the command for its dissimulation or distortion. Therefore, the covering of the genitals is one of the symbolic prerequisites for social coherence and a condition sine qua non for the constitution of the impulsive repression. Decency refers to the socialization of sexuality. It is the feeling through which the moral demands and their conflict with the subjective sexual inclinations are proved. Clothing contributes to the broadening of the expressive potentialities of an individual, because it enriches the standard morphology of the body with a new "vocabulary", through which the intimate inclinations are represented and realized.
Through a poetic text, the author of this article attempts to speak about textile and fashion: the very origin of weaving, the sanctity enveloping this ceremonial activity, the evolution of textile that resembles the unfolding of life, the garment that becomes not only a part of the movement, but also of the history of the individual wearing it.
In 1834, when the Greek capital was transferred to Athens, the lack of appropriate buildings for housing public services led to the utilization of edifices, dating from the period before the Revolution of 1821, mainly churches and mosques, even ancient monuments. The sudden arrival of the Regency, settled in the winter in a city lacking the necessary substructure to receive it, can primarily be held responsible for the preservation of the old city and the reuse of the semi-ruined old buildings. As a result, the old urban tissue was urgently reconstructed without, however, any relevant program to have been designed In advance. Thus, the compulsory preservation of edifices that were under demolition became a restraining factor in the realization of the approved town planning. However, besides the public services, the need the abundant antiquities to be sheltered was also imperative, pending the erection of a museum. Therefore, certain churches and the better- preserved ancient monuments were used for storing the ancient works of art. The want of buildings suitable to house the functions of the capital of a modern European state brought to the attention of the officials the few available private mansions, the dimensions and the structure of which could meet such a role. The utilization of all these edifices was not, however, so temporary as it was meant to be at the beginning, therefore extensive restoration and other works were carried on in them, a tangible proof that the permanent buildings would not be available in the near future. The study of the temporary installations of the public services of Athens reveals their compulsory accumulation in the old city as a result of the hasty transfer of the capital and the preservation of the old urban tissue that it caused. Consequently, all the urban activities are again gathered in the same section of the city as in the Ottoman period, a fact which restrained all attempts for the lay-out of the permanent edifices in the new town-planning of the city, in the framework of the creation of a modern European capital.
A rare marble statue of Hermes was revealed in ancient Messene in 1996, which, although it was found in fragmentary condition, is almost fully preserved. The statue is made of white dolomitic marble, however, when it was found, its surface was almost completely covered by dark-colored sediments. The cleaning of the work was necessary for its aesthetic elevation, so that it could be presented to the public fully restored and recognizable. All the satisfactory methods for handling similar problems were examined before the cleaning of the statue, and the laser method was selected on the basis of its positive properties: although it fully removes the sediments, it leaves intact a thin layer of patina on the thus perfectly restored marble surface. The application of the laser method also revealed important details of the work and the various qualities of its surface, elevated the virtues of the material and soothed the strong color contrasts, The application of laser technology proved to be the only one that combined the capability of the complete control of the device during the cleaning procedure with the respect to all those elements, which compose the authentic "skin" of the statue.
This article deals with the question of innovative development within the context of local tradition in Greece and with constructions for re¬mote island sites in particular. However, the emphasis is not on the constructions themselves, but on the deserted sites and the way they can be approached. The constructions belong to three types, lookouts, steps-leading nowhere and open-air shrines, and must be ruled by two major principles: the spiritual dimension of the deserted place -the landscape or the seascape itself-, and the special constraints, dictated by the physiognomy of each construction. These constraints are the following: the site chosen, the shelter capability, the path of the sun and the direction of the prevailing wind. In addition, as regards the open-air shrines type, it must also be taken into consideration that these constructions afford access to their visitors. In terms of policy, it is suggested: a. The opening of motor roads to be avoided, so that the remoteness of chapels/shrines to be preserved, b. Tourist or other relevant developmental facilities that necessitate an access by car to be discouraged, so that the continuity of the natural landscape to remain intact, c. The use of high technology for communal use —medical facilities, educational units, internet-cafe, local administration office— to be encouraged, rather than the countless individual phone connections to be promoted. The aforementioned construction and policy proposals contribute to the cultural survival and the social coherence of the remote Greek islands.
Communication with the public is the essence of “public archaeology” and museology. It is also important to educational programs for children. In context of the lesson Archaeology and History of Art which is taught at The Aristotelian University of Thessaloniki, a discussion took place “on how Greek and European experience in general on modern style education can be applied to the teaching of History and Culture in Primary and Secondary schools” (July 1998-March 2000). Specifications were set for Greek educational programs having to do with museums and archaeology in general. Greek experience on such matters was compared to programs of the same type that have been applied in Great Britain, Germany and France. Alternative approaches to archaeology as experienced by children were also discussed.
Research that was done by the Aristotelian University of Thessaloniki (July 1998-March 2000), had as its objective to see to what extent the existing educational programs encourage the building up of the relations between schools and museums. The research also aimed at understanding whether museum specialists and school teachers could work together. The results of the research showed that the museum staff who are currently in charge of educational programs have no teaching experience. On the other hand school teachers are not told of these educational programs and so do not take part in them. Educational archaeology is part of the school program and specifically belongs to the History lesson while the various pamphlets that go with the teaching of History hinder rather than encourage students to take an open-minded approach to archaeology. Guided tours of antiquities, research either recorded by the students or not, and “workshops, ”are part of the Greek programs for educational archaeology which are similar to the French system. The pilot program entitled “Melina-Education and Culture”, saw to the various archaeological departments offering educational information and involved school teachers . In two schools in Thessaloniki, a primary school and a high-school, a pilot scheme was introduced where a group project of archaeological interest involved alternative knowledge, the pupils’ experience of antiquities and so on. In this article tables of the conclusions reached by the research into educational archaeology are presented analytically.
The educational policy of museums and cultural media of Germany, Great Britain and France was looked into by the research team of the Aristotle University of Thessaloniki in the years 1998 to 2000. A general characteristic of the policy of British museums is the effort made to achieve a direct and effective connection of cultural activities with the national school curriculum. Therefore, although educational programmes are planned by museums, it is the teachers who have the last word in their realization. The German museums’ policy is twofold. The educational departments of German museums plan and realize educational activities which are organized by special services which undertake the educational support of all museums. A close contact is kept with school teachers. In France, the conducted tours of museums for children are combined with workshop activities. French museums usually organize such programmes and school teachers take on a secondary role in these educational activities.
About 700 film and television productions deal with the Greco-Roman antiquity, most of them dedicated to the Roman world. However, while in the "Roman" movies the subject derives from historic material, in the "Greek" ones it is rarely based on the history of the classic period, the fifth and fourth centuries BC. On the contrary, it is mostly subjects from the Greek mythology that have been filmed, which have also been used excessively in the theatrical repertoire of the very classic years. Consequently, "the classic in the movies" has to do first with mythological subjects elaborated during the classic era. and then with the projection of the classic era in the movies as a historic phenomenon.
This exhibition marked the fruitful collaboration between I the Greek National Gallery and the Dutch Dordrecht's I Museum, which commenced two years earlier with an-I other similar event entitled "Greek Gods and Heroes in the Age of Rubens and Rembrandt", a significant contribution to an ongoing dialogue about the role of "history painting" in the Netherlands.The Athenian exhibition was a presentation of some of the most spectacular artistic accomplishments of the Dutch Golden Age I through the individual case of one of its main centers: that of Dordrecht, the oldest city of Holland. Curators of both exhibitions were Peter J. Schoon, Director, and Sander Paariberg, Curator of the Dordrecht's Museum, and the author. The show, including 77 items, was divided in six thematic unities and was laid out in the building on two floors: Landscape painting, marine painting, and still life upstairs, genre painting, portraiture and history painting downstairs. Among the painters represented in the exhibition were Rembrandt's distinguished pupils, who left their native Dordrecht in order to study under the great master in Amsterdam: Ferdinand Bol (1616-1680), Samuel van Hoogstraten (1627-1678), Nicolas Maes (1634-1693), and Arent de Gelder (1645-1627). Dordrecht's most fa¬mous landscape painter Albert Cuyp (1620-1691), who led, during the same period, his large retrospective exhi¬bitions in Washington, London and Amsterdam, was rep¬resented by three paintings of his specialization. The presence of two more members of the Cuyp family, the father Jacob Gerritsz. Cuyp (1594-1652) and Benjamin Gerritsz. Cuyp (1612-1652), was also significant, since Jacob was Dordrecht's leading portraitist in the first half of the seventeenth century, while Benjamin received Rembrandt's message in quite an intriguing way. The Dordrecht's Museum also owns exceptional works by a few painters who are not natives of the city, such as Jan van Goyen (1596-1656), Jacob van Gee! (1584/5-1638 or later) or Adriaan Coorte (active around 1683-1707). Finally, a local revival, or rather a return to the values of the Dutch Golden Age, best represented in the works of Abraham (1753-1826) and Jacob van Strij (1756-1815) and Christiaan Schotel (1787-1838) prolonged the artistic flourishing in Dordrecht until, approximately, 1830. A smaller show, consisting of drawings and prints from the Dordrecht's Municipal Archives, which illustrate the city's life and activities in the seventeenth and eigh¬teenth centuries, complemented the main exhibition. The Commercial Bank of Greece, EBFA and EPT sponsored the exhibition and the communication of the event.
The Greek branch of the international organization "Restaurateurs Sans Frontieres" is a non-profitable association, having among its immediate goals: a. To restore and preserve cultural monuments, b. to develop and promote not only the monuments but their spiritual content as well, c. to evoke and stimulate public awareness of legacy and its spreading to future generations. The main objectives are: the interest in and awareness of the important role the cultural heritge plays in every society to be increased; and the need for personal involvement in the cause of protecting and preserving this heritage to be fully understood.

Σπαρτιάτισσες που αγωνίζονται.
O Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, δύο αντιδημοκρατικοί φιλόσοφοι, είναι οι κυριότερες πηγές μας για την κρητική και τη σπαρτιατική πολιτεία. Δωρικό φαινόμενο αποτελεί η «πολιτεία-στρατόπεδο» με τον ομαδικό τρόπο ζωής και αγωγής που μόνο στόχο είχε τη δημιουργία ανδρείων πολεμιστών. Θεμελιώδεις θεσμοί ήταν τα συσσίτια και τα γυμνάσια (στρατιωτικές ασκήσεις). Οι νέοι ζούσαν σε οργανωμένες ομάδες (αγέλαι στη Σπάρτη, βουαί στην Κρήτη). Η παιδεραστία, απότοκος της ομαδικής ζωής, τίθεται στην υπηρεσία της αγωγής των νέων. Και στις δύο πολιτείες απαγορευόταν η οινοποσία, συμπόσια δεν οργανώνονταν. Στο ίδιο αυστηρό πλαίσιο αγωγής, απαγορευόταν στους νέους η αποδημία, όπως και η κριτική σε νόμους και θεσμούς. Στη Σπάρτη η απαγόρευση αποδημίας συμπληρώνεται με την ξενηλασία. Σε τέτοιες κοινωνίες προφορικότητας, με κύριο μέλημα επιπλέον την ανάπτυξη του σώματος, γράμματα και ποίηση έρχονται δεύτερα: πρωτεύοντα ρόλο στην αγωγή παίζουν η μουσική και ο χορός. Λέγεται ότι πρώτοι οι Κρήτες χόρεψαν ένοπλους χορούς και λάτρευαν τον Δία ως χορευτή. Ο Πλάτωνας διακρίνει τον ένοπλο χορό σε πολεμικό (πυρρίχη), ομαδικό χορό όπως αυτός των Κουρητών, και ειρηνικό (εμμέλεια). Η χρήση της μουσικής δεν απέβλεπε μόνο στην ψυχαγωγία αλλά διευκόλυνε και την εκμάθηση. Με τον ήχο της βάδιζαν στη μάχη οι μεν Λακεδαιμόνιοι με αυλούς, οι δε Κρήτες με λύρες. Κρήτες και Σπαρτιάτες γνώριζαν γραφή και ανάγνωση. Στη Σπάρτη αναγνώριζαν την αξία του Ομήρου τον οποίο οι Κρήτες θεωρούσαν απλά «χαριτωμένο». Στις σχέσεις τους με τη Σπάρτη οφείλουν οι Κρήτες την εξοικείωσή τους με τον Τυρταίο.
Ενώ η Κρήτη είχε πρόβλημα υπερπληθυσμού, η Σπάρτη έπασχε από ολιγαριθμία. Το κρατικό μονοπώλιο της αγωγής των νέων άρχιζε από τη γέννησή τους, όταν τα νεογέννητα ελέγχονταν από δημόσια αρχή. Όποιο ήταν κακόμορφο κατέληγε στους Αποθέτες. Από τα επτά τους χρόνια τα παιδιά κατατάσσονταν σε ομάδες, ζούσαν, έπαιζαν και εργάζονταν μαζί. Η υπακοή στον Αρχηγό της ομάδας ήταν άσκηση πειθαρχίας. Όλη η ζωή τους ήταν η σκληρή σωματική άσκηση, η αντοχή στην πείνα και σε δοκιμασίες, όπως το μαστίγωμα στο βωμό της Άρτεμης Ορθίας, η άμιλλα, η εκμάθηση της προγονικής σοφίας σε στίχους ή σε πεζό λόγο. Από την έντονη αθλητική άσκηση δεν εξαιρούνταν τα κορίτσια.
Σκηνή σε σχολείο. Κύλικα του ζωγράφου Δούριδος (480 π.Χ.). Μουσείο Βερολίνου.
Με την καθοδήγηση του Βασίλη Μοσκόβη, δεκατρείς φοιτήτριες και φοιτητές μετέφρασαν το Περί παίδων αγωγής του Πλουτάρχου, στο πλαίσιο του μαθήματος «Παιδαγωγική Έρευνα» που διδάχτηκε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1986-1987.
Ο Πλούταρχος ορίζει τους κανόνες της σωστής αγωγής των ελεύθερων και εύπορων παιδιών. Αρχίζει έγκαιρα: ο πατέρας να μην είναι μεθυσμένος την ώρα της σύλληψης, η μάνα να θηλάζει η ίδια το παιδί της.
Τρεις είναι οι παράγοντες που εξασφαλίζουν την ενάρετη ζωή: η φυσική προδιάθεση, η λογική (η πνευματική καλλιέργεια) και η συνήθεια (η εξάσκηση).
Ιδιαίτερη προσοχή αποδίδεται στην επιλογή του παιδαγωγού. Το παιδί πρέπει να ακούσει τα εγκύκλια μαθήματα βιαστικά ώστε να αφιερωθεί στη φιλοσοφία. Για τον Πλούταρχο, τέλειος είναι εκείνος που συνδυάζει αρμονικά την πολιτική δραστηριότητα με τη φιλοσοφία.
Πολύ σημαντική είναι η άσκηση της μνήμης. Η σωματική ανάπτυξη δεν πρέπει να αμελείται. Τα παιδιά να παρακινούνται στις καλές πράξεις με την πειθώ, γιατί το ξύλο ταιριάζει σε δούλους.
Απευθύνονται γενικές οδηγίες προς τους νέους: να μην είναι αντικοινωνικοί, να ζουν συγκρατημένα, να κρατούν τη γλώσσα τους, να στέκονται πάνω από το θυμό τους και να κρατούν καθαρά τα χέρια τους. Οι κόλακες καταδικάζονται.
Ως προς την παιδεραστία, οι έρωτες της Θήβας, της Ηλιάδας και της Κρήτης καταδικάζονται, ενώ υμνούνται οι εραστές της ψυχής.
Ο Πλούταρχος παραθέτει μια σειρά από αλληγορικές φράσεις του Πυθαγόρα που βοηθούν στην απόκτηση της αρετής. Ο πατέρας οφείλει να είναι πρότυπο μίμησης για το παιδί του.
Ο Αίσωπος με την αλεπού. Κύλικα του 5ου αι. π.Χ.
Οικογενειακή υπόθεση στην Αθήνα, η συστηματική εκπαίδευση των αγοριών ήταν προσιτή μόνο στους πλούσιους. Τα αγόρια πηγαίνουν σχολείο στα επτά. Προηγουμένως έχουν επωφεληθεί, όπως και τα κορίτσια, από την ανεπίσημη εκπαίδευση που παρέχουν η μητέρα και οι τροφοί με τραγούδια, με μύθους από τον Αίσωπο ή με τα κατορθώματα ομηρικών ηρώων. Σημαντικός ήταν ο ρόλος του παιδαγωγού. Τα μαθήματα ήταν τρία: τα γράμματα, που συμπεριλαμβάνουν και την αριθμητική, η μουσική και η γυμναστική στην παλαίστρα για νέους 12–18 χρονών. Η ανάγνωση και η γραφή ήταν απλά το μέσο για την εκμάθηση του Ομήρου. Οι πλουσιότεροι Αθηναίοι παρακολουθούσαν μαθήματα από σοφιστές και επωφελούνταν από τις συζητήσεις μαζί τους στα συμπόσια.
Μαθητές και φιλόσοφοι. Χρονογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη (Εθνική Βιβλιοθήκη Μαδρίτης).
Η θρησκευτική παιδεία στο Βυζάντιο, οργανωμένη από την Εκκλησία, ήταν σαφώς διαχωρισμένη από την κοσμική παιδεία που στηριζόταν στις κλασικές σπουδές.
Σχολεία πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης υπήρχαν και στις επαρχίες αλλά τα παιδιά της ανώτερης κοινωνικής τάξης είχαν ιδιωτικούς δασκάλους. Στο σχολείο τα παιδιά διδάσκονταν γραμματική, δηλαδή γραφή και ανάγνωση, και αργότερα σύνταξη και εισαγωγή στους κλασικούς συγγραφείς. Στην εφηβεία, διδάσκονταν ρητορική, δηλαδή προφορά, απαγγελία και μελέτη των κλασικών και τέλος φιλοσοφία, επιστήμες και τις τέσσερις τέχνες: αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία. Η κλασική παιδεία απουσιάζει μόνο από τις σχολές των μοναστηριών. Γύρω στον 7ο αιώνα ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη η Πατριαρχική Σχολή με διδασκαλία της βασικής κλασικής παιδείας και των θεολογικών κειμένων. Πλάι στις Σχολές της Αντιόχειας και της Αλεξάνδρειας, της Βηρυτού και της Αθήνας, ο Μ. Κωνσταντίνος δημιουργεί στην πρωτεύουσα πανεπιστήμιο που, υπό την αυτοκρατορική αιγίδα, θα λειτουργήσει ως το τέλος της αυτοκρατορίας με διδασκαλία των κλασικών, των επιστημών και της φιλοσοφίας. Ο Ιουστινιανός θα αναπτύξει τη Νομική αναδεικνύοντας το πανεπιστήμιο στο σημαντικότερο κέντρο νομικών σπουδών.
Το 856 ο Βάρδας, θείος του Μιχαήλ Γ΄, ιδρύει δεύτερο πανεπιστήμιο στα ανάκτορα της Μαγναύρας το οποίο έκλεισε ο Βασίλειος Β΄. Το 1045 τρίτο πανεπιστήμιο ιδρύεται από τον Κωνσταντίνο Θ΄ τον Μονομάχο που επιθυμεί να αναδιοργανώσει τη νομική επιστήμη. Στο μεταξύ, ο Ιωάννης Μαυρόπους έχει ιδρύσει ιδιωτικό σχολείο και, ανάμεσα στους δασκάλους, είναι και ο Μιχαήλ Ψελλός. Ο Κωνσταντίνος θα προσθέσει στο πανεπιστήμιο Σχολή Φιλοσοφίας. Στα χρόνια των Κομνηνών η επίβλεψη των σπουδών περνάει στα χέρια της Εκκλησίας.
Όταν το πανεπιστήμιο, ακολουθώντας την πρωτεύουσα, μεταφέρεται στη Νίκαια, ο Ιωάννης Βατάτζης ιδρύει Σχολή Φιλοσοφίας όπου διδάσκει ο Νικηφόρος Βλεμμύδης. Όταν ο Μανουήλ Παλαιολόγος επανακτά την Κωνσταντινούπολη, ψυχή του πανεπιστημίου γίνεται ο Γεώργιος Ακροπολίτης. Την εποχή του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου το πανεπιστήμιο γνωρίζει πραγματική άνθηση και γίνεται το πεδίο εφαρμογής του βυζαντινού ουμανισμού. Το τελευταίο οργανωμένο πανεπιστήμιο πρόσφερε ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος (1391-1425) ονομάζοντάς το «Καθολικόν Μουσείον».
Παπαγιαννάκης, Το Ελληνόπουλο, λάδι σε μουσαμά (Μουσείο Μπενάκη).
Με κύριο σημείο αναφοράς το περιεχόμενο των αναγνωστικών βιβλίων της περιόδου 1880-1919, η συγγραφέας εξετάζει πώς δομείται το παρελθόν και πώς ορίζεται η έννοια «πατρίδα» στη διαδικασία διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας. Η διάπλαση της εθνικής ταυτότητας γίνεται επιτακτική σε μια περίοδο όπου κυριαρχούν το όραμα της συνένωσης με τις ακόμη υπόδουλες περιοχές, η θεωρία του Φαλμεράυερ, η αμφισβήτηση της ελληνικότητας της Μακεδονίας και η προώθηση της Μεγάλης Ιδέας.
Η έννοια «πατρίδα» ορίζεται ως προς το χώρο και το χρόνο. Τα σύνορα συμβάλλουν αποφασιστικά στην εξομοίωση όσων βρίσκονται εντός των ορίων της και στη διαφοροποίησή τους από όσους είναι έξω από αυτά. Ωστόσο, η έννοια του εθνικού εδάφους δεν δηλώνει απαραίτητα την πραγματική οριοθέτηση του «ελληνισμού», που ρευστοποιεί τα σύνορα καθώς εκτείνεται σε παρελθόντες χρόνους και σε εδάφη.
Το εθνικό έδαφος και η ελληνικότητα μιας περιοχής προσδιορίζονται από την ιστορία, την κοινή γλώσσα, τους προγόνους. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το προσωπικό «δέσιμο» του καθενός με την ιδιαίτερη πατρίδα του, μεγενθύνουν τη φόρτιση του δεσμού με την ευρύτερη πατρίδα. Τα προσωπικά βιώματα παραμερίζονται και προβάλλεται μια διαπροσωπική σχέση: η πατρίδα είναι η μάνα που προσφέρει στα παιδιά της μια κοινή ταυτότητα. Στην ακραία της μορφή, η άρνηση της ατομικότητας είναι ο θάνατος για την πατρίδα.
Τον εδαφικό προσδιορισμό της έννοιας «πατρίδα» καθορίζει η συνεχής αναφορά στο παρελθόν που θεσμοθετεί την ιστορική συνέχεια και νομιμοποιεί εδαφικές διεκδικήσεις.
Στα περιεχόμενα των Αναγνωστικών, το παρελθόν διαιρείται στις εξής ιστορικές περιόδους: Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, Τουρκοκρατία, Επανάσταση του 1821 και Νέα Ελλάδα. Το μεγαλείο των αρχαίων προγόνων προβάλλεται ως κληρονομιά. Οι πόλεις της Αθήνας και της Σπάρτης είναι ορόσημα φιλοπατρίας. Οι κατακτήσεις του Μ. Αλέξανδρου συντελούν στον ορισμό της ελληνικής ταυτότητας μέσα από την απόρριψη της ετερότητας, ενώ η καταγωγή του καλύπτει ιδεολογικά τον Μακεδονικό Αγώνα. Η Βυζαντινή Aυτοκρατορία οριοθετεί τα σύνορα του ελληνισμού, κατοχυρώνοντας και την ελληνικότητα της Μικράς Ασίας, θεσμοθετεί την αλληλεξάρτηση έθνους και ορθοδοξίας και προσφέρει θρύλους που καλλιεργούν προσδοκίες: «πάλι με χρόνους με καιρούς…». Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας τονίζονται οι ταπεινώσεις των υποδούλων και η ωμότητα των κατακτητών, υπηρετώντας έτσι τον αλυτρωτισμό που βρίσκεται στον πυρήνα της Μεγάλης Ιδέας. Η αγάπη για την πατρίδα και την ελευθερία διατηρεί το διαχωρισμό «Έλληνες» και «Τούρκοι», ενώ η διαφορά γλώσσας και θρησκείας ενισχύει την ελληνική ταυτότητα. Κάθε αναφορά στο ’21 έχει άμεση κατάληξη στο παρόν καθώς προβάλλει τους ανεκπλήρωτους στόχους και απαιτεί την ολοκλήρωση της αρχικής εξέγερσης.
Κύρια όψη του Παρθεναγωγείου του Πειραιά (Αρχείο Εμπορικής Τραπέζης).
Τα τρία σχολεία στην Αθήνα την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν ο «Παρθενών» που ίδρυσε η Φιλοθέη Μπενιζέλου τον 16ο αιώνα, η σχολή του ιερομονάχου Γρηγόρη Σωτήρη κοντά στο Κονσέγιο (αρχές 18ου αιώνα) και η περίφημη σχολή Ντέκα (1750).
Προσαρμοσμένα στην αλληλοδιδακτική μέθοδο διδασκαλίας, ειδικά κτίρια για τη στοιχειώδη εκπαίδευση εμφανίζονται στις αρχές του 19ου αιώνα, το πρώτο στους Δολούς της Μάνης (1819). Στην Αθήνα η Φιλόμουσος Εταιρεία ιδρύει το πρώτο αλληλοδιδακτικό το 1823. Δάσκαλος είναι ο ιεροδιάκονος Συνέσιος Σμυρναίος. Ο αριθμός των μαθητών αυξάνει ραγδαία. Δεύτερο αλληλοδιδακτικό ιδρύεται με δάσκαλο τον Νεόφυτο Νικητόπλου ή Νικητόπουλο. Το 1831 φθάνουν στην Αθήνα οι Αμερικανοί μισιονάριοι J. King, Robertson και Hill με σκοπό την ίδρυση σχολείων. Τα αλληλοδιδακτικά τους σχολεία, ιδιωτικά και φιλανθρωπικά, παρείχαν δωρεάν φοίτηση. Το 1834, οι μεγαλοαστικές αθηναϊκές οικογένειες πείθουν την Francis Hill να ιδρύσει ανώτερο παρθεναγωγείο με δίδακτρα για τη μέση εκπαίδευση των κοριτσιών. Όπως και το σχολείο της για τα άπορα κορίτσια, το σχολείο αρρένων του Δ. Σουρμελή και το οικοτροφείο της Γαλλίδας παιδαγωγού Βαλμεράνζ, ανήκουν και αυτά στο χώρο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
Το 1834 καθιερώνεται η υποχρεωτική φοίτηση παιδιών 5-12 ετών σε σχολεία που κτίζονται και συντηρούνται με ευθύνη των δήμων (εξ ου και δημοτικά). Ο αλληλοδιδακτικός οδηγός του Ι. Κοκκώνη παρέχει τις κτιριολογικές οδηγίες. Το 1835, ο Δήμαρχος Αθηναίων Ανάργυρος Πετράκης, έχοντας εξασφαλίσει εκκλησόπεδο στην οδό Αθηνάς, αναθέτει στον αρχιτέκτονα του Δήμου Stauffert να σχεδιάσει το δημοτικό. Αν και η χωροθέτηση και η μορφολογία του κτιρίου δεν ήταν οι ενδεδειγμένες, το σχολείο υπήρξε το μοναδικό δημοτικό της Αθήνας για πάνω από 30 χρόνια και, από τον πρώτο του δάσκαλο, ονομάστηκε «Σχολή Καραμάνου».
Στα επόμενα χρόνια η συνδιδακτική κερδίζει έδαφος και τα διδακτήρια προσαρμόζονται.
Το 1871 ο Δήμος Αθηναίων κτίζει το δεύτερο δημοτικό στο Μαρούσι, πιθανόν με κάποιον από τους δύο μηχανικούς του, τον Ν. Λύσιππο και τον Ι. Γενισαρλή. Στα μέσα της δεκαετίας του 1870, το ερβαρτιανό εκπαιδευτικό σύστημα αποκτά συνεχώς οπαδούς. Ο Σύλλογος προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων στέλνει στη Γερμανία τρεις υπότροφους εκπαιδευτικούς, τον Σπ. Μωραΐτη, τον Χαρίσιο Παπαμάρκο και τον Παν. Οικονόμου. Το δημοτικό που κτίζει τώρα ο Δήμος της Αθήνας, η Δημοτική Σχολή της οδού Αδριανού σε σχέδια του Παναγή Κάλκου, επιχειρεί να εκφράσει το νέο σύστημα. Κατώτερο από μορφολογική άποψη αλλά με παρόμοια κάτοψη είναι το σύγχρονό του δεύτερο Παρθεναγωγείο Πειραιά (1876) που ιδρύει ο Ιάκωβος Ράλλης.
Οικία Γ. Γενναδίου (1845- κατεδ. 1980), φωτογραφία 1930-40 (Αρχείο Μουσείου Μπενάκη).
Το νεοκλασικό κτίριο στη γωνία των οδών Ακαδημίας και Σίνα που πήρε το όνομα του Κωστή Παλαμά είχε στεγάσει το ιδιωτικό σχολείο με την επωνυμία «Ελληνικόν εκπαιδευτήριον» (1849-1870), που ίδρυσε Γρηγόριος Γ. Παπαδόπουλος. Ο Γρ. Παπαδόπουλος (1818-1873), σημαντική προσωπικότητα στο χώρο της παιδείας, υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του «Συλλόγου προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων» και συντέλεσε στη σύσταση του Ωδείου και στη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 1870. Ιδιαίτερα τον απασχόλησε η μόρφωση των γυναικών. Δική του ήταν η ιδέα της ίδρυσης του «Συλλόγου Ελληνίδων Γυναικών» και του «Εργαστηρίου των Απόρων Γυναικών». Συνέταξε ο ίδιος ή βελτίωσε τα προγράμματα του διδασκαλείου, του Αρσακείου, του Πολυτεχνείου, του Ελληνικού Παρθεναγωγείου, του Αμαλιείου και του Ορφανοτροφείου Χατζηκώστα.
Με τους γοργούς ρυθμούς αύξησης του αθηναϊκού πληθυσμού, με την άφιξη παιδιών από επαρχίες ή την ομογένεια, το πρόβλημα της στέγασης των μαθητών είχε γίνει οξύ. Οι Αθηναίοι κάθε κοινωνικής τάξης δεν καταδέχονταν να πάρουν οικότροφους. Το «Παιδαγωγείον» που έκτισε ο γυμνασιάρχης Αθηνών Γ. Γεννάδιος το 1845 δεν συγκέντρωσε αρκετούς μαθητές ώστε να λειτουργήσει. Το κτίριο του Εκπαιδευτηρίου ήταν το πρώτο που κτίστηκε στην Αθήνα ειδικά για να στεγάσει ίδρυμα μέσης εκπαίδευσης, αφού το Βαρβάκειο του αρχιτέκτονα Παν. Κάλκου ολοκληρώθηκε το 1859. Τα δύο γυμνάσια της Αθήνας και τα άλλα στην υπόλοιπη Ελλάδα στεγάζονταν σε νοικιασμένα κτίρια. Μονάχα στην Ερμούπολη είχε κτιστεί το 1834 ειδικό κτίριο σε σχέδια του Erlacher.
Φευγαλέα αναφορά του Φ. Δραγούμη στο κτίριο του Ελληνικού Εκπαιδευτηρίου αποδίδει την πατρότητά του στον Σταμάτη Κλεάνθη. Η συγγραφέας αναγνωρίζει πράγματι τον αρχιτέκτονα στον πρώιμο γερμανικό νεοκλασικισμό της όψης, στη λιτότητα, στην οργάνωση του κτιρίου.
Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός (1778-1849), πρώτος πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Το 1829, ένα χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Καποδίστριας διορίζει τον Ανδρέα Μουστοξύδη διευθυντή ενός ανύπαρκτου Εθνικού Μουσείου με σκόρπιες αρχαιότητες που φιλοξενούνταν στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας. Τον Μουστοξύδη θα αντικαταστήσει ο ζωγράφος Αθανάσιος Ιατρίδης. Το 1834 στην Αθήνα, ο Ιατρίδης γίνεται βοηθός του πρώτου Έλληνα έφορου αρχαιοτήτων, Κυριάκου Πιττάκη. Με νόμο του 1834, που εκπονήθηκε από Βαυαρούς βάσει της νομοθεσίας του Παπικού Κράτους για τα αρχαία της Ρώμης, γεννιέται η Αρχαιολογική Υπηρεσία. Προϊστάμενος διορίζεται ο Βαυαρός αρχιτέκτων Βάισενμπεργκ. Θα τον αντικαταστήσει ο Ρος με υφισταμένους τον Πιττάκη και τον Ιατρίδη. Το εμβληματικό μνημείο της Ακρόπολης περιέρχεται στη δικαιοδοσία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας τον Μάρτιο του 1835. Ο Πιττάκης συγκεντρώνει με έρανο τα χρήματα για την πρώτη ανασκαφή τον Απρίλιο του 1833. Τη διαμόρφωση του Ιερού Βράχου επηρέασε ο αρχιτέκτονας Leo von Klenze που υπέδειξε στο βασιλιά την κατεδάφιση μεσαιωνικών και τουρκικών κτισμάτων, την αναστήλωση του Παρθενώνα και την ίδρυση μουσείου πάνω στην Ακρόπολη. Ο Ρος, ο Eduard Schaubert και ο Hansen ανέλαβαν την αναστήλωση του ναού της Αθηνάς Νίκης. Το 1835 ο Ρος καθιερώνει τα πρώτα εισιτήρια εισόδου στην Ακρόπολη. Την ίδια χρονιά, εκδίδεται το τετράτομο έργο του William Martin Leake, Travels in Northern Greece. Το 1836, με την παραίτηση του Ρος από τη θέση του Γενικού Εφόρου, σβήνει η ευρωπαϊκή αυγή της ελληνικής αρχαιολογίας. Τον Ρος διαδέχεται ο Πιττάκης, «ο πρώτος Έλληνας αρχαιολόγος». Στις 6 Ιανουαρίου 1837 ιδρύεται η Αρχαιολογική Εταιρεία. Τον Οκτώβριο του 1837 κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος της Εφημερίδος Αρχαιολογικής. Στο πρώτο μουσείο της (1847), η Αρχαιολογική Εταιρεία τοποθετεί τα εκμαγεία των μαρμάρων του Παρθενώνα που ήρθαν από την Αγγλία έχοντας έτσι «αντί της αληθείας τουλάχιστον τας σκιάς». Ενώ από το 1845 αρχιτέκτονες της Σχολής της Ρώμης έρχονταν στην Αθήνα, αξιόλογα ελληνικά αρχαιολογικά σχέδια έφτιαξε πρώτος ο αρχιτέκτονας Παναγής Κάλκος με αφορμή συλλογική έκθεση για το Ερέχθειο (1853). Από τα μέσα του αιώνα αρχίζει η ίδρυση των ξένων αρχαιολογικών σχολών με πρώτη τη γαλλική.
Τον Πιττάκη διαδέχεται ο Παναγιώτης Ευστρατιάδης που, το 1866, προσλαμβάνει ως βοηθό τον Παναγιώτη Σταματάκη. Η αποκαλούμενη «ηρωική εποχή της ελληνικής αρχαιολογίας» λήγει με το θάνατο του Σταματάκη το 1885.
Με τον Κουμανούδη γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας (1859) αρχίζει η άνοιξη της ελληνικής αρχαιολογίας που συγκεντρώνει ανθρώπους νέους, σπουδαγμένους, γλωσσομαθείς, στραμμένους προς την Ευρώπη.
Η Υψηλοτέρα των Ουρανών (1853), εικόνα της σχολής Κορνάρου. Κελλάκι, ναός Αγ. Γεωργίου.
Ο Κορνάρος γεννήθηκε το 1745 στην Κρήτη. Πριν από το 1775 φθάνει στη μονή Σινά. Η άφιξή του στην Κύπρο τοποθετείται ανάμεσα στο 1785 και το 1789. Εδώ, φιλοτέχνησε κυρίως εικόνες αλλά και αργυροεπίχρυσα επικαλύμματα εικόνων, τοιχογραφίες και χαλκογραφήματα. Η ιδιάζουσα τεχνοτροπία του καλλιτέχνη διαδόθηκε με ταχύ ρυθμό σε όλο το νησί παραμερίζοντας τη μεταβυζαντινή ζωγραφική.
Η εν είδει χαλκογραφίας μικρογραφική του δουλειά αποκαλύπτεται θριαμβευτικά στην εικόνα της Παναγίας Ελεούσης του Κύκκου. Με επιχρυσωμένο φύλλο ασημιού, έκτυπο και εγχάρακτο, με τα πρόσωπα των μορφών ζωγραφισμένα πάνω στο μέταλλο, ο Κορνάρος κάλυπτε παλαιότερες εικόνες, συνήθως ένθρονης βρεφοκρατούσας Παναγίας, δημιουργώντας μια εικονογραφική παράσταση δικής του έμπνευσης. Ήταν όμως και χαράκτης. Οι δύο χάλκινες πλάκες που φιλοτέχνησε εκτυπώθηκαν επανειλημμένα σε χαρτί και ύφασμα. Η προτομή της Παναγίας Μακεδονίτισσας Βρεφοκρατούσας στην ομώνυμη μονή στη Λευκωσία είναι η μόνη ενυπόγραφη τοιχογραφία του Κορνάρου που βρίσκεται στην Κύπρο.
Η τεχνοτροπία του Κορνάρου εκπηγάζει από την κρητική σχολή (τέλη 15ου-τέλη 17ου αιώνα). Τα πρώιμα έργα του στην Κρήτη και τα όψιμα κυπριακά του έργα έχουν κοινή την περίπλοκη δομή της εικονογραφικής σύνθεσης. Στα όψιμα έργα επικρατεί η καμπύλη και ελικοειδής γραμμή, οι φωτοσκιάσεις, τα οβάλ πρόσωπα. Τάσεις μπαρόκ χαρακτηρίζουν έργα όπου συνδυάζονται η πλαστικότητα των μορφών και ασκητικές μορφές σε ρεαλιστική απόδοση. Τα στρογγυλά, εύσαρκα πρόσωπα με μεγάλα μάγουλα και καμαρωτά φρύδια και οι εξωπραγματικές πτυχώσεις των ενδυμάτων, η πλούσια εναλλαγή των χρωμάτων του είναι από τα χαρακτηριστικά που θα αντιγράψουν οι συνεχιστές του. Τέλος, στα μοτίβα που περιβάλλουν τις εικόνες διακρίνεται η συγχώνευση της χαρακτικής με τη ζωγραφική, τέχνες που και στις δυο ο Κορνάρος ήταν μεγάλος μάστορας. Οι τελευταίες αναλαμπές του έργου του Κορνάρου σβήνουν στο τέλος του 19ου αιώνα με την επικράτηση του ρεαλισμού.
Είναι 10 το πρωί: όλοι εν δράσει!
Αναζητώντας τις διάφορες μορφές με τις οποίες παράγεται η εξουσία, διαπιστώνουμε ότι στην οργάνωσή του ο χώρος της πόλης έχει αφομοιώσει μια σειρά παραδοχές για το ρόλο των γυναικών. Οι παραδοχές αυτές δεν έχουν αλλάξει από τη βιομηχανική επανάσταση. Η διάκριση ανάμεσα στα δύο φύλα έχει και μια χωρική διάσταση. Η πόλη παίρνει ελάχιστα υπ' όψη της τη μεταβαλλόμενη θέση των γυναικών στην κοινωνία, ενώ η διαίρεση του χώρου σε δημόσιο και ιδιωτικό αναπαράγει τα φυλετικά στερεότυπα. Ο ιδιωτικός χώρος συνιστά ένα προνομιακό πεδίο για τη μελέτη της σχέσης «γυναίκα–χώρος». Η εξέλιξη προς την πυρηνική οικογένεια που αρχίζει με τη γέννηση του καπιταλισμού τον 17ο και 18ο αιώνα γενικεύεται στη διάρκεια του 19ου και του 20ού. Η έννοια του «συνολικού σπιτιού» σβήνει για να ανατείλει η κατάσταση της «συνολικής νοικοκυράς» και, παράλληλα, η ζήτηση για μικρά διαμερίσματα.
Μελέτες αναφέρουν ότι η οργάνωση και η μορφή της πόλης ενισχύει την υποδεέστερη θέση των γυναικών, νομιμοποιεί τις αντιθέσεις σε βάρος τους και τις αποκλείει από την ιδιοποίηση του χώρου, δημιουργώντας μια σειρά από «απαγορευτικά σήματα». Η κριτική που εκφράζεται μέσα από τη φεμινιστική οπτική οφείλει να συντεθεί με τις συζητήσεις των αρχιτεκτόνων για τη σημερινή κρίση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής.
Σχεδιάγραμμα του Εθνικού Μουσείου Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης (ΑΤΡ).
Στο ΑΤΡ συνυπάρχουν ένα υποδειγματικό μουσείο και ένα ερευνητικό κέντρο, συνδυασμός που λείπει από την Ελλάδα. Ο ιδρυτής του Μουσείου G.-H. Rivière είναι εκείνος που οραματίστηκε και το Κέντρο Γαλλικής Εθνολογίας, που ανήκει στη Διεύθυνση Μουσείων της Γαλλίας και στο Εθνικό της Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (C.N.R.S.). Το δωδεκαώροφο κτίριο του Μουσείου στεγάζει τα εργαστήρια και τους επιστημονικούς του χώρους. Σε οριζόντιο άξονα και σε έκταση 6.000 τ.μ., στο ισόγειο και το υπόγειο, βρίσκονται οι εκθεσιακοί χώροι. Αρχιτέκτονας ήταν ο Dubuisson, ενώ ο Claude Lévi-Strauss συνεργάστηκε στο θεωρητικό σχήμα. Τον παιδαγωγικό ρόλο του μουσείου υπηρετούν ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα. Η Πολιτιστική του Γκαλερί, που αντανακλά τη στρουκτουραλιστική προσέγγιση του μεγάλου εθνολόγου, απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Η Επιστημονική Γκαλερί, οργανωμένη κατά τρόπο «κλασικό», απευθύνεται στους ειδικούς.
Τμήμα του οχυρωματικού τείχους της αρχαίας πόλης του Γαλαξιδιού.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Σ. Χαραλάμπους και Χ.Θ. Μιχαήλ, «Νέα μέθοδος χρονολόγησης κεραμεικών με θερμοφωταύγεια», Nuclear Instruments and Methods 137 (1976), σελ. 565-567 - X.Θ. Μιχαήλ και Π.Δ. Ανδρόνικος, «Προβλήματα που αντιμετωπίσθηκαν στη νέα μέθοδο μέτρησης του ρυθμού δόσης (μέθοδος του εγκλείστου)», Nuclear TRACKS 1985, τόμ. 10, σελ. 631-637 - Ν. Ζουριδάκης, J.F. Sallieges, A. Person, Σ. Φιλιππάκης, «Χρονολόγηση κονιαμάτων από αρχαία ελληνικά ανάκτορα με τη μέθοδο ραδιενεργού άνθρακα», Archaeometry, τχ. 29/1 (1987)
The education of youths in Athens and Ionia in the classical age had as its final goal the harmonic development of body and mind, by cultivating equally athletics and knowledge. This approach was in accordance with the instructions of the intellectuals and mirrored the prevailing democratic ideology. The Cretans and the Spartan Dorians, on the contrary, without being illiterate, held athletics in first priority and especially army manoeuvers and training in arms.. The Doric world, having as supreme ideal the "νικάν εν πολέμω" ( war victory) began with war, evolved through war and terminated in war. Their state was a vast camp that had messes and military training and expeditions as typical characteristics. The Cretans and Spartans of the classic period ruled by aristocracy or oligarchy and kingship, respectively, were closed societies of oral rather than written communication; they rejoiced more on valour in the field of battle than in virtue or justice and this natural choice provoked the criticism of the two major classic philosophers Plato and Aristotle, who otherwise, conservative as they both were, admired and praised the Cretans and Spartans.
Under the supervision of Vassilis Moskovis thirteen students of either sex translated Plutarch’s book “Concerning the education of children”. This project was related to “Paedagogical Research”, a lesson taught at the Paedagogical Department of Primary Education, Athens University, during 1986 and 1987. Plutarch defines the rules for the proper upbringing of free and well-to-do children. He begins, opportunely as follows: The father must not be drunk at the time of conception, and the mother should breastfeed her baby herself. Three factors ensure a virtuous life: A natural predisposition (towards such a life), logic (cultivating the intellect) and habit (training). Great attention is given to the choice of teacher. The child should get through his general education rapidly, in order to then devote himself to philosophy. In Plutarch’s eyes, he who harmoniously combines an engagement in politics alongside philosophy, achieves perfection. The training of memory is very important. Physical development should not be neglected. Children should be encouraged to do good deeds through persuasion because corporal punishment is only fit for slaves. General instructions are given to the young. They should not be antisocial, they should live modestly, hold their tongues, master their anger and keep their hands clean. Flatterers are condemned. As for pederasty,the lovers of Theba, Iliada and Crete are condemned, while lovers of the soul are praised. Plutarch includes a series of allegorical phrases by Pythagoras that help achieve virtue. A father is obliged to be an example to his child.
Education and training both in prehistoric and Homeric Greek society are synonymous with work and dexterity. They presuppose physical, mental and psychological maturity and characterize the action and attitude of man in all the expressions of his life. For the prehistoric human being education entailed the application and improvement of gained knowledge - with the help of experience - for handling the environment so as to create the best living conditions. For youths in antiquity all activities concerning the management of the house and property and which were handed down by adults were the only education available, since life concentrated entirely on the family-race. From the eighth century BC on, family ties start loosening. The economy breaks its family boundaries and becomes urban, while the "city" is gradually transformed into a"state". Education starts to obtain a definite character and to train citizens for their participation in public affairs. By the end of the sixth century the nature of the youths' education has become clear. It is destined only for boys who escorted by their paedagogue go to school and the palaestra in order to be taught letters, music and gymnastics. The education is private and aims to train and prepare the youths for the public life. The education of the girls is relevant to their activities in the home and prepares them for the life of mature, responsible women and is achieved through certain procedures related to religious life.
The Byzantines inherited from the classical world a deep respect for learning and a high appreciation for the spiritual civilization of the ancient Greeks. Therefore, it is almost certain that the public schools operated without interruption from the Roman period to the Fall of the Byzantine Empire. The theocratic character of the political, cultural, social and ideological structure and thought of the Byzantine Empire supplies an incomplete knowledge of the secular life in Byzantium. Through this basic concept the scholars are inevitably led only to the religious aspects of Byzantine history and art. It is not accidental that most information on education, available so far, refers to advanced studies, which are connected with the life and work of eminent Church personalities. Our knowledge of basic education is comparatively limited. Elementary schools operated not only in the capital but also in the province. However, children of high society had their private tutors as in ancient Greece and Rome. The number of schools and the percentage of the attending children remain subjects of research since both vary according to geographic areas and periods in time and are relevant to the large percentage of illiterates in Byzantium. The elementary curriculum included grammar, that is writing and reading, as well as syntaxis and introduction to the classic authors, while rhetoric was taught in the secondary curriculum , that is, pronounciation, reciting and the study of the classics. The third level of education concentrated on philosophy, the sciences and the four arts of arithmetics, geometry, music and astronomy. Thus, it becomes obvious that the classical education was fundamental to the schooling system of the Byzantines and it is significant that the classic works have been preserved in the Byzantine scriptoria where educated copyists reproduced manuscripts of ancient texts It seems that the secular education, organized by the state, was clearly separated from the religious education for which the Church held the entire responsibility. The University of Constantinople was under the auspices of the emperor and remained active from the fourth to the fifteenth century. The major subjects taught there were classic literature, science and philosophy, but not theology. The latter was included in the curriculum of the Patriarchic School, probably founded in the seventh century in the Byzantine capital, where attendants were clergymen and theologians. Minor schools educating the monks were located in many monasteries.
The love of one' s own country, the obligations of the civilian and soldier towards it, as well as the knowledge of its historic past, are the main axes on which each state invests ideologically in order to justify its existance in the consciousness of its citizens. In the pursuit of creation and reinforcement of the national identity and consciousness childhood attracts the most attention. The education of each new generation of citizens according to the ethnic ideals and the lessons of the glorious past is the first important step towards the creation of an ethnic identity. Consequently, children are conceived as the future generation of civilians and soldiers and childhood is defined as the age category,where proper education makes the child aware aware of its presence and obligations in the specific place and time, to keep alive the memories from the past and to fight for the realization of the national visions. The procedure of developing a national identity and the attention paid to it are closely connected with the social, political and ideological circumstances prevailing in a country during a certain period. In Greece, the first decades of the twentieth century display such circumstances, which set the problem of national identity as a focal point of political, social and ideological interest.
The eagerness for learning and education, typical of the Greek people, remained steady throughout the dark years of Turkish occupation. Therefore, it is not surprising that the Athenians, even in slavery, tried to found and maintain their own schools. The levels of education were three, the first, "the common schools", provided elementary knowledge, the second, the "hellenicon",where Greek education and culture were taught and at the third level philosophy and science were taught. The second level usually functioned as a prerequisite of the third and was not so much connected with the first. The "common schools" were housed, as a rule, in the narthex of churches or in monasteries, since the teachers were in their majority clergymen, or even in the house of the teacher, if he was a layman. The schools of the upper level were originally housed in monasteries. The coenobitic character of education was also well known both in the West and the East. Therefore, the first building units erected to house educational institutions of the middle and upper level were generally ruled by the same principles. Their plan was a large closed rectangle for the bigger institutions, while the smaller ones followed a n or a Γ plan. Three such schools operated in Athens. The "Parthenon", a girls' school, founded by Philothei Benizelou in the sixteenth century; the school of the monk Gregory Sotiris founded in the early eighteenth century and the famous Deka school, founded in 1750. It was only in the beginning of the nineteenth century that the first edifices purposed for elementary education were built. Their plan and layout served a specific teaching method, that of inter-didactics. The first school applying this approach was instituted in Doli, Mani. while the first in Athens was founded by the Philomousos Society in 1823. More schools were built later, the best as regards architecture being the one designed by the municipal architect Stauffert, that started operating in the fall of 1840. The second municipal school, built in 1871, followed Stauffert' s architectural principles and was located in Marousi. The new building purposed to house a primary school and financed by Athens' Municipality in 1875-76, was probably the first architecture trying to express the new educational concept. The school, located in Adrianou Street, was founded in 1874 and was built according to the plans of the well known architect Panagis Kalkos. A similar plan also displayed its contemporary second girls' school in Piraeus, which was founded by lakovos Rallis in 1876 in the Hydraic sector. The architecture of this building was, hovewer, less successful as regards its morphology, than the school of Adrianou Street. These three aforementioned schools or rather the first two, since the third does not essentially belongs to Athens, were the only buildings especially planned and erected to house public schools of primary education in the Greek capital during the nineteenth century. Only one building, the Varvakeion Lyceum, was built in Athens (1857-59) to house a school of secondary education. Built according to the plans of Panagis Kalkos it represented one of the best examples of the Greek classicism. Other buildings serving the needs of secondary education belonged to the private sector. For almost an entire century (1840-1926) the capital of Greece possessed only two buildings purposely erected as primary schools. All the other schools were housed either in rented or donated buildings, which, however, could hardly, if at all, cover the basic needs of a proper education.
A few months ago the neoclassical building of Athens University on the corner of Academias and Sina Streets was opened to the public. The entire work of its restoration was commissioned to the member of Athens Academy, Professor Solon Kydoniatis by the University Senate. After the decision of the University Rector, the building was dedicated to the great poet Kostis Palamas. Although the homage and respect owed to the memory of our national poet is undeniable, it could be probably a better idea for this building to preserve the name of its founder. Gregorios G. Papadopoulos. Gregorios Papadopoulos (1818-1873), an eminent personality in the field of education, completed his studies in France and came to Greece in 1844 after an invitation by A. Mavrokordatos. He was appointed teacher in the Gymnasium of Athens, while at the same time he lectured on Art History at the Athens Polytechnic. He had already become a member of the Archaeological Society of Rome and the Academy of History and Archaeology of South Russia. He sojourned in Patras for a short period of time in order to organize there the local highschool. After his return to Athens he founded in 1849 the "Greek Institute", while at the same time he kept up with his lectures in Athens Polytechnic. A founding member of the "Association for the Expansion of the Greek Letters" he also contributed to the institution of the National Conservatory and the organization of the Olympic Games of 1870. He was especially concerned with the education of the Greek woman, therefore he took the initiative for the institution of the "Association of Greek Women" and the "Workshop of the Indigent Women". The improvement of the curriculum at the Teachers' College, Arsakeion, Polytechnic, Greek Parthenagogeion. Amaleion and the Chatzikosta Orpanage was the product of his mind. In 1870 Papadopoulos was appointed head of a department tn the Ministry of External Affairs and a little later he left for Thessaloniki in order to coordinate there the consuls of Macedonia and Thrace. His positive role and contribution to this period so important to Northern Greece, was substantial. Being in Thessaloniki, he suffered a severe attack of bronchitis and died in 1873. The Greek Institute (1849-1870) was the first edifice built in Athens, since the foundation of the Greek State, with the sole purpose of housing an educational institution. The two highschools in Athens were housed in rented buildings. The Varvakeion highschool, designed by the architect P. Kalkos, was founded one year later than the Greek Institute, in 1857, and was finished in 1859. All over Greece the highschools were housed in rented buildings with the single exception of the Hermoupolis highschool, on Syros island, built in 1834 according to the plans of the architect Erlacher. Therefore, the architect responsible for the plans of the Greek Institute did not have any existing model to follow. The layout and organization of the plan, section and facade of the Institute point out clearly that their designer was a civil engineer. Thus, we can accept as valid the information supplied by Th. Dragoumis that Stamatis Kleanthis was the creator of this building.
The ancient monuments of Greece have served to the modern Greek state as an excellent source for the expression of its ideology. This concept, as well as the Greeks' belief that the antique monuments were a venerated heritage, led to the foundation of an archaeological service and of a national museum on Aegina island, soon after the establishment of the Greek state. This first archaeological service, originally staffed with Independence fighters and philhellenic scientists succeeded in overcoming the post war chaos and with the help of the Archaeological Society to reach its goal, that of rescuing and restoring the antiquities and to organize a most efficient service, which, in spite of the political and financial obstacles, laid the foundations of contemporary Greek archaeology.
loannis Kornaros was a Cretan painter who settled in Cyprus during the late eighteenth and early nineteenth century. He created many works in his own typical style and strongly influenced Cypriot hagiography, thus contributing to the termination of the post-Byzantine tradition of the island. The artist was born in 1745 on Crete, however, his exact birthplace, Sitia or Mylopotamos, is a matter of argument. The date of his birth is concluded from the historic inscription on the oldest known portable icon ascribed to him that is safely kept in the Akroteriani Monastery (Toplou) in Sitia district. The inscription gives as date of execution the year 1770 and mentions that Kornaros was twenty five years old when he painted this icon In 1775 or a little earlier the painter visited the St. Catherine's Monastery on Sinai. Kornaros and Cyprus : Kornaros painted most of his works on Cyprus and all belong to the mature, late phase of his artistic activity. He came to the island when the Archbishop was Chrysanthos. His arrival can be placed between 1787 and 1789, however the exact date cannot be defined, since it depends on the date of his departure from Sinai, a matter which also remains uncertain, as well as on his probable sojourn in Alexandria where some of his works still exist. The influence of his style was so strong that it progressively prevailed throughout Cyprus, on the one hand creating a "school' and on the other contributing to the replacement of the post-Byzantine tradition of painting. The great impact Kornaros' style had on the religious art of the island was mainly due to the decay of post-Byzantine hagiography in eighteenth century Cyprus and to the inflow of Western artistic tendencies as a result of which the hagiographers, clergy and believers were searching and longing for something new and fresh, which they easily discovered in Kornaros' painting. The "school" of Kornaros continued to exist and develop in the nineteenth century, sometimes pure, sometimes mixed with other tendencies and artistic currents. It was nol before the end of the century that a new realistic and powerful style completely replaced from Cyprus the hagiographic school of the immigrant artist.
As we explore the different forms taken on by authority, we realize that, while organizing itself, the city has absorbed and acknowledged the different roles played by its women. These ways of acknowledging women have not changed since the Industrial Revolution. Discrimination between the sexes has taken on a spatial-related dimension. The city barely takes into account women’s changing place in society, while its definition of space as public or private has reproduced gender stereotypes. Private space lends itself to the study of the link existing between woman and space. The evolution of the nuclear family beginning with the birth of capitalism in the 17th and 18th century, grew during the 19th and 20th century. The notion of a “Total House” gives way to the rise of the notion of the “Total Housewife” and simultaneously to the rise in demand for such apartments. Studies mention that the organization and form of the city reinforces women’s inferior position, condones unfavourable contrasts and excludes them from appropriating space, thus creating a series of “Signals of Prohibition”. Arguments made from a feministic point of view need to be linked to the discussions made by architects concerning the crisis in the architecture of today.
The ATP combines an exemplary museum with a research centre. Such a concept of a museum is lacking in Greece. The museum’s founder G.H. Riviere was the one to also envisage the French Centre of Ethnology which is part of the Management of French Museums and the National Centre for Scientific Research. The twelve storey museum building houses the laboratories and the space devoted to scientific research. The exhibition space covers 6000 square metres on a horizontal axis and is situated on the ground floor and in the basement. The museum’s architect is Debuison, and the great ethnologist Claude Levi-Strauss collaborated on a theoretical level. Special programmes support the museum’s educational function. Its Cultural Gallery reflecting Claude Levi-Stauss’s structuralistic approach, addresses the general public. The Scientific Gallery, organized in a “classical” manner addresses the specialists.

Βοσκός της φυλής Nuer (Ανατολική Αφρική) που αρμέγει την ανήσυχη αγελάδα του (περ. 1939).
Ο συγγραφέας παρουσιάζει ένα ταξινομικό σχήμα των τεχνολογικών ικανοτήτων του ανθρώπου, που χωρίζεται σε τρία κύρια συστήματα: στην τεχνολογία της παραγωγής, στην τεχνολογία της αναπαραγωγής και στην τεχνολογία της γοητείας. Η Τεχνολογία της Παραγωγής περιλαμβάνει την κοινώς νοούμενη τεχνολογία, δηλαδή τους πλάγιους τρόπους για την εξασφάλιση των «πραγμάτων» που θεωρούνται αναγκαία: τροφή, στέγη, ενδυμασία, κατασκευάσματα παντός είδους. Στο σύστημα αυτό συμπεριλαμβάνεται η παραγωγή σημάτων, δηλαδή η επικοινωνία. Η Τεχνολογία της Αναπαραγωγής είναι σύστημα πιο αμφιλεγόμενο, επειδή περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος αυτού που η καθιερωμένη ανθρωπολογία δηλώνει με τον όρο «συγγένεια». Στην Τεχνολογία της Γοητείας, τέλος, τοποθετούνται όλες εκείνες οι τεχνικές στρατηγικές, ειδικά η τέχνη, η μουσική, οι χοροί, η ρητορική, τα δώρα κ.λπ., τις οποίες χρησιμοποιούν οι άνθρωποι προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συναίνεση άλλων ανθρώπων στις επιδιώξεις ή στα σχέδιά τους. Στις τεχνικές στρατηγικές της γοητείας, από τις οποίες εξαρτάται η διευθέτηση της κοινωνικής ζωής, εκδηλώνεται η ανώτερη ευφυΐα.
Η τεχνολογία, η επιδίωξη δυσεπίτευκτων στόχων με πλάγια μέσα, τι σχέση έχει με τη μαγεία; Η μαγεία είναι/ήταν σαφώς μια πλευρά καθεμιάς από τις τρεις τεχνολογίες που αναφέρθηκαν. Διαφέρει όμως γιατί αποτελεί έναν «συμβολικό» σχολιασμό τεχνικών στρατηγικών παραγωγής, αναπαραγωγής και ψυχολογικής χειραγώγησης. Ως συμπλήρωμα των τεχνικών μεθόδων, η «μαγεία» διατηρείται επειδή εξυπηρετεί «συμβολικούς», δηλαδή γνωστικούς, σκοπούς.
Έχοντας περιγράψει τη μαγεία ως «ιδανική» τεχνολογία, που κατευθύνει την πρακτική τεχνολογία και κωδικοποιεί τις τεχνικές μεθόδους στο γνωστικό-συμβολικό επίπεδο, ο συγγραφέας αναρωτιέται ποια θα μπορούσαν να είναι τα χαρακτηριστικά μιας «ιδανικής» τεχνολογίας; «Ιδανική» τεχνική μέθοδος, προσθέτει, είναι εκείνη που μπορεί να εφαρμοστεί με μηδενικό κόστος δυνατοτήτων. Το προσδιοριστικό χαρακτηριστικό της «μαγείας» ως ιδανικής τεχνολογίας είναι το ότι είναι «αδάπανη» όσον αφορά το μόχθο, τους κινδύνους και τις επενδύσεις που αναπόφευκτα απαιτεί η πραγματική τεχνική δραστηριότητα. Η παραγωγή «δια μαγείας» είναι παραγωγή χωρίς ασύμφορες παρενέργειες, όπως ο αγώνας, η προσπάθεια κ.λπ.
Οι προπαγανδιστές, οι κατασκευαστές δημόσιων εικόνων (image makers) και οι ιδεολόγοι του τεχνολογικού πολιτισμού είναι οι μάγοι του, και το ότι δεν διεκδικούν υπερφυσικές δυνάμεις οφείλεται μόνο στο ότι η ίδια η τεχνολογία έχει γίνει τόσο ισχυρή, που δεν χρειάζεται να το κάνουν. Και το ότι δεν αναγνωρίζουμε τη μαγεία απερίφραστα, οφείλεται στο ότι τεχνολογία και μαγεία είναι για μας ένα και το αυτό.
Ο Laduma Madela μαζί με την Nolwenzo, την «Πριγκίπισσα των Φαρμάκων». Η πήλινη κούκλα χρησιμοποιείται για τη θεραπεία κάποιων μορφών τρέλας.
Η έννοια της κριτικής απόστασης στο θέμα της μαγείας δεν είναι διόλου αυτονόητη. Το άρθρο εξετάζει κάποιους από τους τρόπους με τους οποίους ποικίλοι πολιτισμοί, όπως των αρχαίων Ελλήνων και των Αζάντε, και διάφορα άτομα στο πέρασμα των αιώνων –από τον Κικέρωνα και τον Πλωτίνο έως τον Tylor και την M. Douglas- μίλησαν περί μαγείας και πρότειναν θεωρίες γι’ αυτήν. Ξεκινώντας να μελετήσουμε τη θεωρία και την πρακτική της μαγείας άλλων κοινωνιών, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια σοβαρή μας αναπηρία: η ματιά μας είναι εξαρχής διαστρεβλωμένη από την υποτίμηση της μαγείας, μια στάση που ανάγεται στην Εκκλησία των πρώτων χριστιανικών αιώνων, στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και στον βικτωριανό (μεσο-αστικό) ορθολογισμό. Ο αρχαιολόγος και ο ιστορικός της αρχαιότητας αντιμετωπίζουν ένα επιπλέον πρακτικό εμπόδιο: οι άνθρωποι που τους ενδιαφέρουν είναι νεκροί προ πολλού, κι έτσι δεν έχουνε εντόπιους πληροφορητές. Κι όμως, πιο πρόσφατα δεδομένα πεδίου που περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, το «λογικό» σκεπτικό βάσει του οποίου μια τοπική κοινότητα ερμηνεύει το μαγικό εγχείρημα, μπορεί να ρίξει φως στα αρχαία δεδομένα και να μας επιτρέψει, αν μη τι άλλο, να θέσουμε καίρια ερωτήματα στο παλαιότερο υλικό. Ένας τρόπος για να προσεγγίσουμε κριτικά τη μαγεία είναι να τη μελετήσουμε ως επιτέλεση που εμπεριέχει συμβολική δράση και να εστιάσουμε ιδιαίτερα τόσο στα συμφραζόμενα τέτοιων τελετουργιών όσο και στη μαγική γλώσσα. Ο Malinowski ενσάρκωσε το παράδειγμα μιας τέτοιας προσέγγισης σε διάφορες εργασίες του για τα νησιά Τρόμπριαντ, και η καινοτομία του έχει αποδειχθεί λυτρωτική εδώ και 65 χρόνια τώρα.
Από το κινηματογραφικό έργο The Devils (Οι δαιμονισμένες) του Ken Russell, που αναφέρεται σε γεγονότα του 1634.
Οι ιστορικοί έως τις αρχές του 20ού αιώνα απέφευγαν να προσεγγίσουν το φαινόμενο της μαγείας, μιας «πρωτόγονης» και «αρχαϊκής» επιβίωσης του ανθρώπινου ψυχισμού, εντελώς αταίριαστης με το πνεύμα του Διαφωτισμού.
Από τα αρχαία χρόνια, η μαγεία συνδέθηκε με τα μέλη εκείνα του κοινωνικού σώματος που θεωρούνταν πλησιέστερα στις δυνάμεις της φύσης. Το δίπολο «άνδρας-πολιτισμός» και «γυναίκα-φύση», που θεωρήθηκε το θεμέλιο της αρχαιοελληνικής σκέψης, σήμερα αμφισβητείται.
Ως αντεστραμμένη όψη της επίσημης θρησκείας, η μαγεία προσέλκυσε άτομα που δεν μπορούσαν να πραγματώσουν τις ευχές και τις επιθυμίες τους μέσα από την επίσημη θρησκεία, δηλαδή γυναίκες και άλλους περιθωριακούς τύπους. Τα άτομα αυτά υπέστησαν διώξεις σε περιόδους φανατισμού και αδιαλλαξίας τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Βόρεια Αμερική. Τέλος, το κυνήγι των μαγισσών συνέβαλε στην καταστροφή των λίγων, επαγγελματικών κυρίως επιτευγμάτων των γυναικών του Μεσαίωνα.
Ο συγγραφέας σχολιάζει αρχαία κείμενα, μαγικούς παπύρους και ταινίες του κινηματογράφου.
Ιερός κυνηγός της φυλής των Κόγκο που τιμωρεί την κακοήθη μαγεία. Φυλακτήριο ειδώλιο. Ζαΐρ, πριν από το 1878.
Είναι η ίδια η έννοια της μαγείας οικουμενική και διαχρονική ή πρόκειται για υστερο-βικτωριανό νοηματικό κατασκεύασμα μιας ιμπεριαλιστικής μεσαίας τάξης; Η διάκριση μεταξύ θρησκείας και μαγείας είναι οικουμενική, ή τουλάχιστον χρήσιμη, ή διαφέρει από εποχή σε εποχή και από λαό σε λαό; Ποιόν ορισμό θα μπορούσαμε να δώσουμε στη μαγεία; Πρόκειται για κατώτερη θρησκεία; Για ελαττωματική λογική ή συναισθηματική διεργασία; Για οπισθοδρομική συμπεριφορά ή παιδαριώδη φαντασίωση; Πως αναλύεται η μαγεία; Ως συμβολικό σύστημα ή ως παράσταση με ιδιαίτερη μορφολογία στο επίπεδο της γλώσσας και των δρωμένων της; Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά που αποδίδονται στο μάγο και τη μάγισσα;
Μια ιέρεια του βουντού ετοιμάζεται να συμβουλευτεί κάποιο πνεύμα για έναν πελάτη της. Στο βάθος, ο βωμός γεμάτος ετερόκλητα αντικείμενα.
Προς τι το ενδιαφέρον που οι ανθρωπολόγοι έχουν επιδείξει για τη «μαγεία»; Κκαι πώς η ανθρωπολογική θεωρητικοποίηση αυτού του θέματος χρησίμευσε ως βάση για την ανθρωπολογική θεωρία γενικά; Για πάνω από ενάμιση αιώνα, η Ανθρωπολογία (και η Λαογραφία) έζησαν σύμφωνα με ένα καθήκον που τους είχε ανατεθεί ως θεμέλιο της πανεπιστημιακής τους καριέρας: το επιστημονικό τους αντικείμενο ήταν/είναι η ετερότητα, ένα μείγμα πρωτογονισμού και παραδοσιακότητας, οπισθοδρομικότητας και συντηρητισμού αλλά και εξωτισμού και ρομαντισμού: το «παράλογο» βασιλεύει. Κατά κάποιο τρόπο, η «μαγεία» έγινε ανθρωπολογικό και λαογραφικό αντικείμενο, δημιουργώντας έτσι τις συνθήκες για την αναπαραγωγή της επιστημολογικής της συνέχισης. Η ανθρωπολογία της ανθρωπολογικής «μαγείας», λοιπόν, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα από μόνο του, καθώς η «μαγεία» έγινε κατανοητή, ορίστηκε και εξηγήθηκε με ένα σωρό τρόπους. Διαπιστώνουμε όμως μια διπλή τάση: είτε προς μια εξελικτική εξήγηση της ύπαρξης και της διατήρησης της «μαγείας» ως απόδειξης των παράλογων όψεων ιστορικά καθορισμένων γεγονότων ή προς μια θεώρηση της «μαγείας» ως μιας αναπόφευκτης όψης κάθε είδους κοινωνίας, όντας από μόνη της ένα σκληροπυρηνικό φαινόμενο σκληροπυρηνικό. Όπως και να ’χει, η «μαγεία» προσλαμβάνει πολλές μορφές στην ανθρωπολογική θεωρία αλλά και στην κοινωνική πρακτική: θεραπεία, «το μάτι», κατοχή από πνεύματα, υπερφυσικά όντα, δηλητήριο, γητειές, μαντική είναι μόνο κάποιες από τις μορφές που παίρνει η «μαγεία»· γιατί υπάρχουν παράλληλα θεωρίες για το σώμα, για τη σκέψη, για το συμβολισμό, για την ταξινόμηση, χωρίς να παραλείψουμε τις θεωρίες για την κοινωνική και πολιτική οργάνωση. Με δυο λόγια, η «μαγεία» είναι πρωτεϊκό θέμα που έχει παράγει πρωτεϊκές επιστημολογικές καταστάσεις και πρωτεϊκές αναλυτικές έννοιες και ιδέες με σκοπό να εξηγήσουν / ερμηνεύσουν πρωτεϊκές κοινωνικές καταστάσεις.
Βραζιλιάνος μάγος-ιερέας: ετοιμάζεται να καταληφθεί από κάποιο δαιμόνιο.
Το έργο του Marcel Mauss, Σχεδίασμα μιας γενικής θεωρίας για τη μαγεία, το οποίο εξέδωσε σε συνεργασία με τον Henri Hubert το 1904 στο Παρίσι, επηρέασε τους σημαντικότερους ανθρωπολόγους που καταπιάστηκαν στη συνέχεια με το θέμα αυτό. Σηματοδοτεί, στις αρχές του 20ού αιώνα, τη στροφή από την αντιμετώπιση της μαγείας ως διανοητικής, ατομικής υπόθεσης στην άποψη ότι η προέλευση και η φύση της μαγείας γίνεται κατανοητή μόνο μέσω της κοινωνικής λειτουργίας της. O Mauss, αφού επισημάνει τις αδυναμίες της προσέγγισης του Frazer, θα διατυπώσει τη δική του θεωρία. Ξεκινά από το γεγονός ότι η μαγεία περιλαμβάνει τρία συστατικά στοιχεία: α) δρώντα πρόσωπα, β) ενεργήματα (πράξεις) και γ) νόμους (νοητικές παραστάσεις). Ονομάζει μάγο το πρόσωπο που τελεί τις μαγικές πράξεις, μαγικές παραστάσεις ή νόμους τις ιδέες και τις δοξασίες που αντιστοιχούν στις μαγικές πράξεις, ενώ τις πράξεις σε σχέση με τις οποίες όρισε τα υπόλοιπα στοιχεία της μαγείας τις ονομάζει μαγικές τελετουργίες. Έχοντας δώσει αυτούς τους ορισμούς, ο Mauss προχωρεί στην περιγραφή των τριών στοιχείων. Για το ένα από αυτά, τους νόμους, διακρίνει δυο μεγάλες κατηγορίες: α) τους απρόσωπους και β) τους προσωποποιημένους. Απρόσωποι είναι οι νόμοι της συνάφειας, της ομοιότητας και της αντίθεσης. Για να παρουσιάσει τις προσωποποιημένες μαγικές οντότητες, ο Mauss αναφέρει δυο μεγάλες κατηγορίες τους, τις ψυχές των νεκρών και τα δαιμόνια. Το συμπέρασμα του Mauss είναι ότι «υπάρχουν στη ρίζα της μαγείας θυμικές καταστάσεις που γεννούν ψευδαισθήσεις και που δεν είναι ατομικές, αλλά προκύπτουν από την ανάμειξη των αισθημάτων του ατόμου με εκείνα ολόκληρης της κοινωνίας».
Φωτογραφία στην ορατή περιοχή του φάσματος. Λεπτομέρεια της παράστασης Χριστός Αναπεσών.
Ο ναός του Πρωτάτου ιστορείται στο τέλος του 13ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες αποδίδονται στον αγιογράφο Μανουήλ Πανσέληνο και αποτελούν λαμπρό αντιπροσωπευτικό δείγμα της Μακεδονικής Σχολής. Η μέχρι σήμερα σχετική βιβλιογραφία επικεντρώνει στην αισθητική και ιστορική θεώρηση της ζωγραφικής του Πανσέληνου. Το παρόν άρθρο, του οποίου δημοσιεύεται εδώ το πρώτο από τα δύο μέρη, έρχεται να καλύψει το βιβλιογραφικό κενό σε ό,τι αφορά τη μελέτη της διαδικασίας κατασκευής των τοιχογραφιών. Το περιεχόμενο του άρθρου διαρθρώνεται γύρω από δύο βασικούς άξονες:
α) Την περιγραφή των συστατικών υλικών και της τεχνικής κατασκευής της ζωγραφικής, με σκοπό την ανάδειξη της αξίας της και την προβολή του μνημείου.
β) Την καταγραφή της σημερινής κατάστασης διατήρησης και τη λεπτομερή περιγραφή και οριοθέτηση φθορών, αλλοιώσεων και επεμβάσεων, με στόχο την αποτελεσματική συντήρηση των τοιχογραφιών αλλά και του μνημείου ολόκληρου που βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο.
Διεξοδικά μελετήθηκαν ορισμένα θέματα, η επιλογή των οποίων έγινε με κριτήριο την αντιπροσωπευτικότητά τους ως προς την τεχνική και τεχνοτροπία του Πανσέληνου αλλά και της Μακεδονικής Σχολής γενικότερα. Εφαρμόστηκε συνδυασμός μη καταστρεπτικών και δειγματοληπτικών μεθόδων ανάλυσης. Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκε φωτογράφιση και μακροφωτογράφιση στην ορατή περιοχή του φάσματος και εφαρμόστηκε υπέρυθρη ανακλαστογραφία. Έγινε φωτογράφιση του φθορισμού που προκαλείται από υπεριώδη πηγή διέγερσης και πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις χρώματος. Ως προς τις δειγματοληπτικές μεθόδους ανάλυσης, έγινε παρατήρηση στο οπτικό μικροσκόπιο και, επιπροσθέτως, χρησιμοποιήθηκαν φασματοσκοπικές μέθοδοι μRAMAN και μFTIR, η στοιχειακή μικροανάλυση SEM-EDS και η περιθλασιμετρία ακτίνων X.
Κατά τη μελέτη αυτή, οι ενδείξεις που συγκεντρώθηκαν από τις μη καταστρεπτικές μεθόδους επιβεβαιώθηκαν και συμπληρώθηκαν από τα αποτελέσματα των αναλυτικών μεθόδων.
Παιδιά της Σχολής Χιλλ ξυπνούν στο έκθεμα «Γειά σου Πυθαγόρα» ύστερα από μια διανυκτέρευση στο Παιδικό Μουσείο.
Τα τελευταία χρόνια τα μουσεία αντιμετωπίζουν όλο και πιο επιτακτικά τη μεγάλη πρόκληση της εποχής τους, να γίνουν ζωντανά κύτταρα «στην υπηρεσία της κοινωνίας και της εξέλιξής της». Εκτός όμως από τους έφηβους ή τις εθνικές μειονότητες που δεν επισκέπτονται τα μουσεία επειδή νιώθουν ότι δεν τους αφορούν, υπάρχει και μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που δεν μπορούν να επισκεφθούν τα μουσεία γιατί δεν έχουν φυσική πρόσβαση: μένουν σε άλλη πόλη, έχουν δυσκολίες κινήσεως, είναι ασθενείς. Στο άρθρο παρουσιάζονται τρία από τα προγράμματα προσέγγισης που έχει αναπτύξει το Ελληνικό Παιδικό Μουσείο.
«Το Παιδικό Μουσείο στο Νοσοκομείο» ήταν το όνοματου προγράμματος προσέγγισης που περιλάμβανε δέκα πιλοτικά εκπαιδευτικά προγράμματα στην πτέρυγα εντατικής θεραπείας νεοπλασματικών παθήσεων του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία», τα οποία απευθύνονταν σε παιδιά 4-15 ετών.«Η Χρωματιστή Διαδρομή» πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια ενός διώροφου λεωφορείου γεμάτου μηχανήματα εικόνας και ήχου. Η αρχική ιδέα ήταν της εταιρείας Informa-Canonκαι το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που σχεδιάστηκε ήταν σπονδυλωτό και είχε τον γενικό τίτλο «Αντι-γράφοντας την πόλη μου». Το πρόγραμμα «Ελάτε να φτιάξουμε τον Οδηγό του Μουσείου» ήταν μια πρόσκληση που το Παιδικό Μουσείο απηύθυνε στη γειτονική του Σχολή Χιλλ. Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε συνεργατικά και τα παιδιά αναμείχθηκαν στην «παρασκηνιακή» ζωή του Μουσείου.
Τα προγράμματα προσέγγισης διαμορφώνουν ενεργητικά το προφίλ των επισκεπτών του μουσείου, φέρνοντας το μουσείο σε επαφή με πολύ διαφορετικό κοινό και δυναμώνοντας τον κοινωνικό του ρόλο. Εμπεριέχουν όμως και μια πρόκληση: ύστερα από την αρχική προσέγγιση, πώς μπορεί να συνεχιστεί η επικοινωνία με το κοινό; Πώς μπορεί να διατηρηθεί ο ανοιχτός διάλογος με την κοινότητα;
Η οροφή του δυτικού περιστυλίου, με το στέγαστρο για την προστασία της ιωνικής ζωφόρου.
Ο ναός του Ηφαίστου, που λανθασμένα ονομάζεται Θησείο, βρίσκεται στην κορυφή του λόφου του Αγοραίου Κολωνού, στην αρχαία Αγορά της Αθήνας. Ο δωρικού ρυθμού ναός χτίστηκε γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και είναι σήμερα ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα μνημεία.
Κατά την Παλαιοχριστιανική περίοδο ο ναός μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Επεμβάσεις έγιναν και κατά τη Μεσοβυζαντινή εποχή. Το 1834 και έως την έναρξη των ανασκαφών της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αγορά το 1931, ο ναός χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση αρχαιολογικής συλλογής. Η Αμερικανική Σχολή συνέχισε τις επεμβάσεις συντήρησης στο ναό ως το τέλος της δεκαετίας του 1950. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, εργασίες συντήρησης έγιναν από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ακροπόλεως.
Οι φθορές στο ναό είναι μηχανικές, βιολογικές και φυσικοχημικές. Συμβουλευόμενοι τη βιβλιογραφία και με επιτόπια παρατήρηση, οι συγγραφείς παρουσιάζουν τις προτάσεις τους για την αντιμετώπιση των φθορών και καταθέτουν μια ολοκληρωμένη μελέτη για τη συντήρηση του ναού.
Απόλλων Σαυροκτόνος, έργο του Πραξιτέλη. Ρωμαϊκό αντίγραφο, παλαιότερα στη συλλογή Borghese. Παρίσι, Λούβρο.
Οι αρχαίοι κριτικοί τέχνης αναγνώριζαν στον Πραξιτέλη τον μεγαλύτερο αγαλματοποιό (γλύπτη αγαλμάτων των θεών) μετά τον Φειδία και τον σημαντικότερο καλλιτέχνη της Αθήνας του 4ου αιώνα π.Χ.
Ξεκάθαρη εμφανίζεται στην αρχαία παράδοση η προτίμηση του Πραξιτέλη για την μαρμαρογλυπτική, επειδή η μαρμαρογλυφία είναι συνυφασμένη με την αντίληψη της γλυπτικής ως απελευθέρωσης και, κατά τον Πλάτωνα, ως αποκάλυψης αυτού που ενυπήρχε ήδη στον μαρμάρινο όγκο, δηλαδή μέσα στη φύση.
Η τέχνη του Πραξιτέλη θεωρήθηκε σύμβολο του κόσμου των εταιρών στην Αθήνα της ύστερης κλασικής εποχής, όταν αυτή η αντιπροσωπευτική μορφή της ελληνικής κοινωνίας θαυμάστηκε και εκτιμήθηκε πολύ.
Η έκφραση υποκειμενικών συναισθημάτων σε έργα τέχνης, κάτι τόσο εμφανές στο έργο του Πραξιτέλη, είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς διεργασίας, οι πρόδρομοι της οποίας πρέπει να αναζητηθούν στην εποχή του Αθηναίου ηγέτη Κίμωνα (δεκαετία του 460 π.Χ.).
Η τέχνη του Πραξιτέλη είναι μεγάλη, γιατί εκφράζει πολύ παραστατικά την ανάγκη του ατόμου να αποδεσμευτεί από το στενό περιβάλλον της πόλεως, μια ανάγκη έντονα αισθητή στην πολιτισμική ατμόσφαιρα της Αθήνας, και η οποία οδήγησε τρεις δεκαετίες αργότερα στην επική περιπέτεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Η όψιμη καλλιτεχνική παραγωγή του Πραξιτέλη χαρακτηρίζεται από τα εξής γνωρίσματα: από τεχνοτροπική άποψη, η απόδοση των επιφανειών τονίζεται μέσω του παιχνιδιού της φωτοσκίασης, πράγμα που κάνει την εικόνα αβέβαιη και ονειρώδη· από ρυθμική άποψη, περιγράφεται το σκηνικό, μπροστά στο οποίο παρουσιάζονται οι μορφές μεγεθυμένες στα πλάγια και ιδωμένες έτσι από μια σκηνογραφική σκοπιά· όσον αφορά το μήνυμα, παραμελείται η ιδανική τάση, που αποσκοπούσε στην ανακάλυψη των πραγματικών μορφών των θεών και ήταν χαρακτηριστική της νεότητας του Πραξιτέλη, για χάρη μιας προτίμησης προς τις κομψές εγκόσμιες μορφές, κατάλληλες για την πρόκληση ηδονής. Αυτή η πραξιτέλεια τεχνοτροπία εξαπλώθηκε σ’ όλον τον ελληνικό κόσμο, και έγινε η κατεξοχήν αθηναϊκή τεχνοτροπία.
Η «αρχαιολογία του θανάτου» ιδωμένη στο Μουσείο ως Τέχνη. (Αρχαιολογικό Μουσείο Κεραμεικού).
Γιατί οι μουσειακές απεικονίσεις του παρελθόντος έχουν απέκτησανοκτήσει τη μορφή που όλοι ξέρουμεν εμφάνιση που έχουν; Πως οι μουσειακές εκθέσεις κατασκευάζουν, ταξινομούν, απεικονίζουν και ερμηνεύουν το παρελθόν; Πρόκειται γιαΤα πολύ σημαντικά αυτά ερωτήματα, που πρέπει να απαντηθούν. Η συγγραφέας, ενήμερη για τις νεότερες θεωρίες της Αρχαιολογίας και της Μουσειολογίας, επιχειρηματολογεί υπέργια της σημασίας της μελέτης των μουσειακών δομών του παρελθόντος σε σχέση με μια κριτική ανάλυση του «λόγου» της Αρχαιολογίας, δηλαδή της ποιητικής (δομής και φυσιογνωμίας) και πολιτικής (ιδεολογίας) της επιστήμης της Αρχαιολογίας. Συνεχίζει λέγοντας τη συνέχεια, ότι τα μουσεία του κλασικού παρελθόντος και η επιστήμη της Κλασικής Αρχαιολογίας προσφέρουν πρόσφορο έδαφος στην εξερεύνηση της μεταξύ σχέσης ανάμεσα στον «λόγο» της Αρχαιολογίας και τον «λόγο» των μουσείων. Τέλος, εν συντομία σχολιάζει εν συντομία τόσο τις παραδόσεις όσο και τις τρέχουσες προοπτικές της Κλασικής Αρχαιολογίας, καθώς και την δυνάμει επίδρασή τους σε εκθέσεις κλασικής αρχαιολογίας, ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη μορφή έκφρασής τους.
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: Η Μυκηναϊκή Αίθουσα το 1910.
Το επιστημονικό αντικείμενο της μουσειολογίας περιλαμβάνει τη μελέτη:
- της ιστορίας και θεωρίας της συλλεκτικής δραστηριότητας καθώς και την έρευνα της ιστορίας και των αρχών αξιολόγησης αντικειμένων και συλλογών
- της ιστορίας, επιστημολογίας και κοινωνιολογίας του μουσείου ως πολυδιάστατου οργανισμού, με ποικίλους ρόλους και ιδεολογικές προεκτάσεις
- της ιστορίας, θεωρίας και πρακτικής άλλων επιστημών που σχετίζονται άμεσα με τον μουσειακό χώρο και τις συλλογές του μουσείου σε σχέση με την κοινωνία και τις κοινότητες που καλείται να υπηρετήσει.
Στο πλαίσιο αυτών των κατευθύνσεων, το παρόν αφιέρωμα στη μουσειολογία ολοκληρώνεται με μια αναφορά σε ερευνητικές εργασίες που σχετίζονται με τα επιστημονικά ενδιαφέροντα της μουσειολογίας και σε προσπάθειες που συνδυάζουν τις θεωρητικές αναζητήσεις με την εφαρμογή τους για την παρουσίαση μουσειακού έργου.
Νεαρός επισκέπτης της έκθεσης «Εποικισμός του Λονδίνου» ακούει προσωπικές μνήμες τεσσάρων κατοίκων της πόλης από διαφορετικές κοινότητες.
Έρευνες κοινού που διεξάγονται στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική δείχνουν ότι το προφίλ των επισκεπτών των μουσείων αποτελείται σε γενικές γραμμές από ανθρώπους ανώτερης μόρφωσης, μέσης και ανώτερης κοινωνικής τάξης, ηλικίας 25-45 ετών. Οι ομάδες επισκεπτών που κατά παράδοση δεν επισκέπτονται μουσεία είναι -μεταξύ άλλων- άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, από διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο, έφηβοι και ηλικιωμένοι. Ο πιο εύκολος τρόπος να εντοπιστούν αυτές οι ομάδες επισκεπτών είναι να συσχετιστούν με τις ομάδες κοινοτήτων στις οποίες μπορεί να ανήκουν.
Τα προγράμματα προσέγγισης, που σχετίζονται άμεσα με το είδος του μουσείου και τις συλλογές του, δημιουργήθηκαν με στόχο να αναπτύξει το μουσείο αμφίδρομες σχέσεις συνεργασίας με τις κοινότητες που βρίσκονται κοντά του γεωγραφικά. Τα προγράμματα προσέγγισης διακρίνονται σε τρεις γενικές κατηγορίες:
Ο Κικέρων υπήρξε χαρακτηριστικός συλλέκτης της ομάδας των «διανοούμενων ουμανιστών».
Η μελέτη της ιστορίας των συλλογών βρίσκεται στην καρδιά κάθε προσπάθειας να κατανοηθεί η φύση των μουσείων. Και δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι η ιστορία της ευρωπαϊκής συλλεκτικής δραστηριότητας και των ευρωπαϊκών μουσείων θα ήταν εντελώς διαφορετική χωρίς τους Ρωμαίους.
Οι Ρωμαίοι κληρονόμησαν την ελληνική διάθεση για την απόλαυση της τέχνης και την ελληνιστική παράδοση της χρήσης της για την αποστολή πολιτικών και κοινωνικών μηνυμάτων. Κατά την ύστερη δημοκρατική και την πρώιμη αυτοκρατορική περίοδο στη Ρώμη, η συλλεκτική δραστηριότητα έγινε σταδιακά κοινωνικό και πνευματικό φαινόμενο αδιαμφισβήτητου κύρους. Οι Ρωμαίοι συλλέκτες απέκτησαν ενδιαφέρον για τα ελληνικά έργα τέχνης και τα αντικείμενα πολυτελείας, όπως και για τα αξιοπερίεργα αντικείμενα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ανιχνεύονται τρεις τύποι συλλεκτών σύμφωνα με προσωπικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά κίνητρα αλλά και σύμφωνα με τις κοινωνικές και ιδεολογικές επιταγές της εποχής. Δύο από αυτούς, οι «παθιασμένοι συλλέκτες» και οι «διανοούμενοι ουμανιστές», προέρχονται από τη φιλελληνική τάση, ενώ οι «εγκυκλοπαιδιστές» από τη συντηρητική τάση.
Τα χρόνια αυτά στη Ρώμη συνοψίζουν τις έννοιες ολόκληρης της πρώτης («αρχαϊκής») φάσης της συλλεκτικής δραστηριότητας. Είναι η εποχή της μετάβασης από τις συλλογές ως ιερά αφιερώματα και υπομνήσεις θριάμβων στις συλλογές ως κοινωνικό και πνευματικό φαινόμενο με αδιαμφισβήτητο κύρος. Επιπλέον, είναι η εποχή όπου αποδίδονται νέα χαρακτηριστικά στον υλικό πολιτισμό και εγκαινιάζονται πρακτικές, όπως η χορηγία των τεχνών και η αγορά τέχνης, και επιστήμες, όπως η ιστορία της τέχνης. Η δραστηριοποίηση για τη δημιουργία συλλογών δεν είναι παρά άλλη μια καινοτομία της περιόδου. Κεντρική θέση κατέχει η επιθυμία να «κατασκευαστεί» ένα ένδοξο παρελθόν για τη ρωμαϊκή κοινωνία. Η κυρίαρχη ιδεολογία αναζητείται στον ελληνικό πολιτισμό. Οι δυο αυτοί αιώνες, επομένως, έγιναν η αφετηρία μιας σειράς ιδεών, πρακτικών και θεσμών, που επηρέασαν άμεσα τις συλλεκτικές και καλλιτεχνικές επιλογές της Ευρώπης. Το μοντέλο που προσέφεραν αναβίωσε κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης και αποτέλεσε έκτοτε ζωντανή παράδοση για ολόκληρο τον δυτικό κόσμο.
Νάνοι που χορεύουν. Αγαλματίδια από ελεφαντόδοντο. Αρχές 12ης Δυναστείας (20ός αι. π.Χ.).
Γιατί η Τέχνη επιλέγει να απεικονίσει μια μορφή που μόνο αισθήματα λύπης, τρόμου ή απέχθειας μπορεί να προκαλέσει; Μήπως επειδή το «γκροτέσκο» μαγνητίζει την προσοχή;
Από την προ-δυναστική Αίγυπτο έως την κλασική και τη ρωμαϊκή αρχαιότητα, ανακαλύπτουμε πολυάριθμες απεικονίσεις νάνων. Κατά την Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή εποχή, θα κυριαρχήσουν ευρύτερα αντιλήψεις που προσέδιδαν αποτρεπτικές ή άλλες ιδιότητες στους ανθρώπους με φυσικά μειονεκτήματα. Η ρεαλιστική διάθεση που χαρακτηρίζει τη ζωγραφική Φλαμανδών, Ολλανδών, Ιταλών και Γερμανών ζωγράφων του 15ου αιώνα εκφράζεται στην απεικόνιση περιπτώσεων ραχίτιδας ή ρευματοειδούς αρθρίτιδας.
Καθετί που φαίνεται να επηρεάζει τη ζωή αντανακλάται στην τέχνη. Και όταν η τέχνη απεικονίζει νάνους, καμπούρηδες, δύσμορφους ανθρώπους σε ασυνήθιστες στάσεις και με κωμικές εκφράσεις αντικατοπτρίζει ίσως τις προτιμήσεις των ευγενών της εποχής για εμψυχωτές.
Ανθρωπολόγοι και παλαιοπαθολόγοι όμως οφείλουν να χρησιμοποιούν τις απεικονίσεις αυτές με μεγάλη προσοχή, ειδικά σε περίπτωση διάγνωσης και περιγραφής ασθενειών. Άραγε οι Φλαμανδοί ζωγράφοι με τα τόσο εκφραστικά χέρια που φιλοτεχνούν αποδίδουν τη ρευματοειδή αρθρίτιδα ή τα έντονα συναισθήματα;
Η καλλιτεχνική απόδοση μιας ασθένειας μπορεί να είναι πολύ στυλιζαρισμένη η και μείγμα διαφορετικών παθολογικών περιπτώσεων. Συχνά ακόμη ο καλλιτέχνης υπερβάλλει για να προκαλέσει αβίαστα το γέλιο.
Πολλές φορές ακόμα και το ίδιο το έργο δεν αρκεί για να τονίσει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της υγείας και της ασθένειας. «Το πλοίο των τρελών», θέμα που καθιερώνεται για να διαχωριστούν «οι παράφρονες» από τους «σώφρονες», θα ζωγραφίσει πρώτος, πριν από τον H. Bosch, ο S. Brant το 1494.
Καρέττα καρέττα (ή χελώνα Loggerhead) από ελληνικό γραμματόσημο.
Ο συγγραφέας επανέρχεται σε άρθρο του το οποίο είχε δημοσιευτεί το 1990, στο τεύχος 35 της Αρχαιολογίας, και περιείχε μια λανθασμένη πληροφορία. Η διόρθωση αναφέρει ότι η ελληνική κύλιξ, που εικονίζεται στη σελίδα 63 του άρθρου εκείνου, είναι δείγμα ερυθρόμορφης κεραμικής του 5ου αιώνα π.Χ. και σήμερα ανήκει στο Μουσείο Ετρουσκικής Τέχνης της Ρώμης. Πρόκειται για το αγγείο που εικονίζει έναν άνδρα να τρέχει ακολουθούμενος από χελώνα. Η χελώνα αποδίδεται ως υβρίδιο θαλάσσιας και χερσαίας χελώνας.
Ο συγγραφέας υπενθυμίζει ότι τα νομίσματα της Αίγινας, της περιόδου από το 700 περίπου έως το 404 π.Χ., ή και αργότερα, εικονίζουν στον εμπροσθότυπο θαλάσσιες χελώνες, ενώ στο τέλος της περιόδου χερσαίες χελώνες. Το γεγονός αυτό, γράφει, δεν έχει εξηγηθεί ικανοποιητικά. Κατά τον συγγραφέα, πρόκειται για ένα ακόμη παράδειγμα πηλογλυφικού μύθου που προέρχεται από το Qhuena, από τον οποίο πήραν το όνομά τους οι άνθρωποι ή η πόλη που εξέδωσε το νόμισμα αυτό.
Λεπτομέρεια από την ταινία σπειρομαίανδρου, οι άκρες του οποίου απολήγουν σε μορφές γρυπολεόντων.
Το 1983, στην πλαγιά του λόφου της Σπηλιανής, επάνω από το Πυθαγόρειο της Σάμου, ανακαλύφθηκαν σημαντικά λείψανα μεγάλου κτηριακού συγκροτήματος των ελληνιστικών χρόνων. Η ανασκαφή έφερε στο φως δυο χώρους που καλύπτονται με ψηφιδωτά δάπεδα εξαιρετικής τέχνης. Το πρώτο δάπεδο είναι διακοσμημένο με ψηφιδωτό γρυπολεόντων, δηλαδή σπείρες που απολήγουν σε μορφές γρυπολεόντων και περιβάλλουν το ψηφιδωτό σε ορθογώνιο σχήμα, διαστάσεων 9,50x7,00 μ. Το δεύτερο δάπεδο διακοσμείται με ψηφιδωτό βλαστόσπειρας, επίσης σε ορθογώνιο σχήμα, διαστάσεων 5,62x5,18 μ. Και στα δύο ψηφιδωτά έχει διαπιστωθεί η ίδια τεχνική κατασκευής.
Οι σπείρες που φέρουν τις κατά κρόταφον προτομές γρυπών αποτελούν το πιο αξιόλογο διακοσμητικό στοιχείο του ψηφιδωτού. Το σχέδιο είναι σπάνιο και το μόνο μέχρι σήμερα γνωστό αντίστοιχο βρίσκεται στην οικία των Δελφινιών στη Δήλο.
Ο τύπος των γρυπών της Σάμου θυμίζει την αρχιτεκτονική διακόσμηση του ναού των Διδύμων που χρονολογείται στο πρώτο τέταρτο του 2ου αιώνα π.Χ. Η ακρίβεια στην απόδοση σε αυτό το δάπεδο επιτρέπει την αναγνώριση της προέλευσης του μοτίβου: πρόκειται για την απεικόνιση σε ψηφιδωτό, διακόσμησης τοίχου από κονίαμα, διότι το μοτίβο μοιάζει με έξεργο ανάγλυφο σε επίπεδο βάθος. Επιπλέον, το λευκόχρυσο χρώμα του μοτίβου θυμίζει τις επίχρυσες πήλινες απλίκες από τον Τάραντα που μιμούνται τη μεταλλουργία και χρονολογούνται από το 350-325 π.Χ.
Μια στυλιστική χρονολόγηση στηρίχτηκε στη σύγκριση με το σύνολο των γνωστών ψηφιδωτών του corpus. Οι παραλληλισμοί που έχουν αναφερθεί για τα διάφορα μοτίβα, η τεχνική των ψηφιδωτών με τους γρυπολέοντες και τη βλαστόσπειρα οδήγησαν στην παραγωγή που άνθισε στην Πέργαμο κατά τη διάρκεια του 2ου αιώνα π.Χ.
Ο ρόλος του μουσείου ως φορέα επίσημης και θεσμοθετημένης συλλογικής μνήμης.
Το άρθρο παρουσιάζει την έκθεση «Κάθε Χρόνο Τέτοια Μέρα...Εθνικές Επέτειοι και Ιστορική Μνήμη» που οργανώθηκε με πρωτοβουλία του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού (ΙΜΕ) και εγκαινιάστηκε στο χώρο του πρώην εργοστασίου της ΒΙΟΣΩΛ το Μάρτιο του 1998. Η έκθεση αναφέρεται στο πεδίο του εθνικού παρελθόντος, αναφορά που λειτουργεί με δύο τρόπους: ως ιστορική, η έκθεση «αναπαριστά», εκ των πραγμάτων, το παρελθόν· ταυτόχρονα όμως επιχειρεί να θίξει το θέμα της νοηματοδότησης του παρελθόντος, τόσο από ιστορική όσο και από μουσειολογική άποψη. Πως δηλαδή προσεγγίζει το παρελθόν η επιστήμη της ιστορίας και πως επιχειρεί να το οπτικοποιήσει η μουσειολογική πρακτική. Το άρθρο χωρίζεται σε δυο μέρη: το πρώτο μέρος εξετάζει το πλαίσιο οργάνωσης, την επιλογή του θέματος και το σκεπτικό της έκθεσης· το δεύτερο μέρος αναλύει τον τρόπο οπτικοποίησης του θεωρητικού πλαισίου.
Η έκθεση επιχείρησε να θέσει στο επίκεντρο του προβληματισμού το ρόλο των ιστορικών μουσείων και εκθέσεων ως πηγών κριτικής προσέγγισης του παρελθόντος. Η παλινδρομική μέθοδος στην ιστορία, οι πολλαπλές «αναγνώσεις» των γεγονότων μέσα από τα εκάστοτε παρόντα καθώς και η θεωρία του κονστρουκτιβισμού στην κοινωνική πρακτική (social constructionism), η συνειδητοποίηση δηλαδή του ρόλου του ατόμου στην παραγωγή νοήματος, αποτέλεσαν τον πυρήνα του θεωρητικού πλαισίου.
Η ανάλυση μιας έκθεσης ως συστήματος αναπαράστασης θέτει αυτομάτως τις εκθέσεις και τους δημιουργούς-φορείς τους στο ευρύτερο κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό και επιστημολογικό πλαίσιο στο οποίο ανήκουν. Μόνον έτσι αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι εκθέσεις δεν είναι «ουδέτερο έδαφος» που καλλιεργεί τη γνώση, αλλά προϊόντα ιδεολογίας. Συχνά ιδεολογικών συγκρούσεων που διαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα, την τελική εικόνα.
Έκθεση γλυπτών στο αρχαιολογικό μουσείο της Θήρας, γραμμική διάταξη (1904).
Οι μουσειακές εκθέσεις αποτελούν ιδανικό πεδίο για να ανιχνεύσει κανείς την ιδεολογική άποψη μιας κοινωνίας και μιας εποχής για το παρελθόν. Η περίοδος 1829-1909 επελέγη επειδή το 1829 ιδρύθηκε το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο της χώρας, ενώ το 1909 αποτελεί terminus ante quem, καθώς σηματοδοτεί μια μείζονα αλλαγή στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας αλλά και μια περίοδο ύφεσης στην ανάπτυξη των μουσείων.
Αν τα μουσεία αποτελούν «εργαλεία κρατικής ιδεολογίας», κατ’ αναλογία οι εκθέσεις δεν είναι «απλές αναπαραστάσεις αδιαμφισβήτητων δεδομένων» αλλά «πολιτιστικά τεχνουργήματα». Υπό αυτή την έννοια κάθε έκθεση μπορεί να θεωρηθεί ως ένα εντελώς νέο ιδεολογικό αντικείμενο, που απαιτεί τη δική του ξεχωριστή ερμηνεία.
Το ιδεολογικό οικοδόμημα του νέου ελληνικού κράτους βασιζόταν στον σεβασμό για τη δόξα της αρχαίας Ελλάδας και στην προσπάθεια χρησιμοποίησης της δόξας αυτής για την επίτευξη σύγχρονων στόχων. Οι αρχαιότητες, εθνικά σύμβολα έτοιμα προς χρήση, ήταν η προφανής απόδειξη του δεσμού αυτού. Ο πρωταρχικός σκοπός των μουσείων ήταν η αποθήκευση και η ασφαλής φύλαξη των αρχαιοτήτων. Η ιδέα του μουσείου ως χώρου παιδείας αναπτύχθηκε σταδιακά. Τα ελληνικά μουσεία ήταν εξαρχής προσανατολισμένα προς το ευρύ κοινό. Το θεωρητικό πλαίσιο για την έκθεση των αρχαιοτήτων ήταν το ακόλουθο: χρονολογική παρουσίαση, διδακτισμός, αισθητισμός.
Οι εκθέσεις μπορούν να ιδωθούν ως αισθητική αξία, ως ιδεολογική πρόταση και να μελετηθούν για την ιδεολογική τους λειτουργία. Τα μουσεία διατήρησαν τη στερεότυπη και βαθιά ριζωμένη αίσθηση περί της συγγένειας της σύγχρονης με την κλασική Ελλάδα. Οι αρχαιότητες είχαν προφανή ιδεολογική και πολιτική αξία. Στα «ιερά κειμήλια» άρμοζαν «ευπρεπείς εκθέσεις». Λόγω του φαινομενικά ουδέτερου τρόπου παρουσίασής τους, οι εκθέσεις ενίσχυαν και προωθούσαν την κυρίαρχη ιδεαλιστική αντίληψη για τις αρχαιότητες και διαιώνιζαν την επίσημη στάση του κράτους σχετικά με την αρχαιολογική κληρονομιά. Υπ’ αυτό το πρίσμα, και σε ό,τι αφορά τον ιδεολογικό τους προσανατολισμό, τα ελληνικά αρχαιολογικά μουσεία της περιόδου 1829-1909 παρέμειναν συντηρητικά.
Τμήμα αττικού ψηφίσματος, σχετικού με τη σικελική εκστρατεία, 416/5 π.Χ. Ωραίο δείγμα στοιχηδόν γραφής σε προευκλείδιο αλφάβητο (ΕΜ 659 1β. IG I3 93).
Το Επιγραφικό Μουσείο, μοναδικό στο είδος του στον ελλαδικό χώρο, είναι ο πραγματικός θεματοφύλακας των αρχαίων «τίτλων» του ελληνισμού. Σήμερα, τον Σεπτέμβρη του 1999, έχουν καταγραφεί 13.501 επιγραφές στα ευρετήρια του Μουσείου. Είναι σχεδόν όλες γραμμένες σε μάρμαρο ή λίθο, ενώ υπάρχουν λίγες συγκριτικά πάνω σε αντικείμενα από πηλό. Στο μέγιστο ποσοστό τους οι επιγραφές είναι ελληνικές αλφαβητικές, κυρίως από την Αττική. Χρονολογικά οι επιγραφές κλιμακώνονται από τον 8ο αιώνα π.Χ. έως τα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Στον προθάλαμο και στις δυο μεταπολεμικές αίθουσες, η έκθεση ακολουθεί τις σύγχρονες μουσειολογικές και αισθητικές αντιλήψεις. Στις υπόλοιπες αίθουσες η ταξινόμηση υπαγορεύθηκε από τη μορφή και το μέγεθος του λίθου αλλά και από το είδος των επιγραφών, καθώς συνέπεσε με την έκδοση της σειράς Inscriptiones Graecae.
Ο κοινός επισκέπτης βρίσκεται αμήχανος μπαίνοντας στη μεγάλη «λίθινη βιβλιοθήκη» του Επιγραφικού Μουσείου. Καλείται τώρα να συμμετάσχει ενεργά και να αποκρυπτογραφήσει τα κωδικοποιημένα μηνύματα που φέρουν οι «φθεγγόμενοι λίθοι». Θα ανακαλύψει πως οι άψυχες πέτρες εκπέμπουν φωνές και αποπνέουν συναισθήματα. Κείμενα επίσημα, νόμοι και ψηφίσματα, κείμενα όλο ευσέβεια, οι αναθηματικές επιγραφές, κείμενα που κρύβουν ανθρώπινο πόνο, τα επιτύμβια επιγράμματα, κείμενα χαρούμενα ή περίεργα, τιμητικές επιγραφές, διάφορα πειράγματα, οι μαγικοί κατάδεσμοι.
Κύριος σκοπός του μουσείου, πέρα από τη φύλαξη των πολύτιμων κειμένων του, είναι η εξυπηρέτηση των πολυάριθμων μελετητών, που γίνεται επί τόπου ή με αλληλογραφία. Άτυπη είναι η λειτουργία ενός εκπαιδευτικού προγράμματος για την ιστορία της ελληνικής γραφής. Είναι αισθητή η έλλειψη ενός χώρου για εκπαιδευτικά προγράμματα, και επιτακτική η ανάγκη χώρου για την οργάνωση περιοδικών εκθέσεων.
Συνέδριο CIDOC-MDA 1999.
Από τις 7 ώς τις 10 Σεπτεμβρίου 1999 πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο το ετήσιο συνέδριο της Διεθνούς Επιτροπής για την Τεκμηρίωση (CIDOC), μιας από τις διεθνείς επιτροπές του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM). Η διοργάνωση έγινε σε συνεργασία με το MDA (Museum Documentation Association), τον εθνικό φορέα αρμόδιο για την ανάπτυξη και τον συντονισμό των εφαρμογών τεκμηρίωσης στα βρετανικά μουσεία. Το συνέδριο ήταν αφιερωμένο στις μορφές παρουσίασης των συλλογών και τις διαστάσεις της επικοινωνίας στο Διαδίκτυο, καταγράφοντας το πέρασμα από την προβληματική της τεκμηρίωσης στην προβληματική της επικοινωνίας.
Η παρουσίαση της βρετανικής κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα των Μουσείων και του Πολιτισμού αποτέλεσε μια από τις εντυπωσιακότερες στιγμές του συνεδρίου, τόσο για το δυναμισμό των προτάσεων όσο και για το μέγεθος των χρηματοδοτήσεων. Την εφαρμογή αυτών των τάσεων στο Ην. Βασίλειο για την παροχή πρόσβασης στην εθνική κληρονομιά σε ηλεκτρονική μορφή έδειξαν τα προγράμματα ανάπτυξης πολιτιστικών δικτύων. Σε ειδικές συνεδρίες συζητήθηκαν οι προϋποθέσεις ανάπτυξης περιεχομένου, με αντικείμενο τις μουσειακές συλλογές και τη διάθεσή τους στο Διαδίκτυο, καθώς και τα αποτελέσματα από τις έρευνες κοινού, που επισκέπτεται τόσο τον φυσικό όσο και τον δικτυακό χώρο των Μουσείων. Μια συντονισμένη παρουσίαση του επαγγέλματος του «τεκμηριωτή» ή, όπως ονομάζεται σωστότερα σήμερα, του ειδικού της πληροφορίας στα Μουσεία του Ην. Βασιλείου, έδωσαν οι Andrew Roberts και Alice Grant. Σε ειδική συνεδρία παρουσιάστηκαν οι εξελίξεις στο χώρο των εφαρμογών των επιστημών της πληροφορίας και της επικοινωνίας στην Αρχαιολογία στο Ην. Βασίλειο. Συμπληρωματικά, αξίζει να αναφερθούν και οι δραστηριότητες της ομάδας εργασίας για την Αρχαιολογία στο πλαίσιο του CIDOC.
Από την έκθεση για τα «Βυζαντινά εφυαλωμένα κεραμικά. Η τέχνη των εγχαράκτων», στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης.
Η έκθεση «Βυζαντινά εφυαλωμένα Κεραμικά. Η Τέχνη των Εγχαράκτων», που οργανώθηκε από το Μουσείο Βυζαντινού πολιτισμού Θεσσαλονίκης, περιλαμβάνει τριακόσια περίπου αγγεία από όλη την Ελλάδα. Πρόκειται για το κατεξοχήν είδος διακόσμησης των κεραμικών που εξυπηρέτησαν ως επιτραπέζια σκεύη στα νοικοκυριά από τα μεσοβυζαντινά έως τα νεότερα χρόνια. Η έκθεση διαρθρώνεται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη, παρουσιάζεται η πορεία και η εξέλιξη της εγχάρακτης διακόσμησης από τα μεσοβυζαντινά έως τα μεταβυζαντινά χρόνια. Στη δεύτερη, παρουσιάζονται ευρήματα από δυο ναυαγισμένα βυζαντινά πλοία και, στην τρίτη, παρουσιάζονται ομάδες αγγείων με κοινά χαρακτηριστικά, που μπορούν να αποδοθούν σε συγκεκριμένα κέντρα παραγωγής του ελλαδικού χώρου.
The writers in this survey ask important questions about the nature of magic. Such as whether magic is timeless in its meaning or is it only a late Victorian fiction. Is there any meaning in making a distinction between magic and religion? Is magic universal? Are the substances used in magic practised by Zulu witchdoctors any different from those used in ancient Greece or during the Renaissance? How does one define magic? Is it an inferior religion, defective logical system, a fantasy of technology? How should magic be approached and analyzed? As a system made of symbols? As a strange performance? What are the characteristics of a witch and a wizard? Already from the 5th century BC magic being considered as technology, how is it threatened by 21st century high technology?
The idea of critical distance in relation to magic is by no means self-evident. This article examines some of the ways in which various cultures like those of the ancient Greeks and the Azande and various individuals across time- from Cicero and Plotinus to Tylor and M. Douglas- have talked about and proposed theories about magic. In studying the theory and practice of magic of other societies, we suffer from a serious handicap: our view is coloured from the first by the disparagement of magic, an attitude which reaches back to the Early Church, the European enlightenment and Victorian (middle-class) rationalism. The archaeologist and ancient historian face a practical obstacle as well: his or her subject are dead and buried, and so they lack local informants. Yet more recent field data, including e.g. the "logical" premisses on which a local community explains the operation of magic, may throw suggestive light on the ancient data and enable us at least to frame pertinent questions about the older material. One way of approaching magic critically is to study it as a performance inolving symbolic action and to focus especially upon the context of such rituals as well as the magical language. Malmowski exemplified this approach in several works on the Trobriand islands, and his innovation has proved liberating for some 65 years now.
The article examines the interest shown by anthropologists in "witchcraft" and the way in which anthropological theorization on that subject served as the basis for anthropological theory in general. For over one and a half century, Anthropology (and Folklore) have lived up to an assignment offered to them as a basis for their academic career; their scientific object was/is otherness, a mixture of primitiveness and traditionalism, of backwardness and conservatism as well as of exoticism and romanticism; the "irrational" reigns. In a way, "witchcraft" became an anthropological and folkloric object, thus creating the conditions for the reproduction of its epistemological continuation. The anthropology of anthropological "witchcraft" is, then, a very interesting subject in itself, as "witchcraft" has been understood, defined and explained in a variety of ways. There is a dual tendency, though, either towards an evolutionary explanation of the existence and persistence of "witchcraft" as a proof of the irrational aspects of historically determined events; or towards a consideration of "witchcraft" as an indispensable aspect of any kind of society, being a hard-core social phenomenon in itself. Either way, "witchcraft" assumes many forms in anthropological theory as well as in social practice; healing, the evil eye, spirit possession, supernatural beings, poison, sorcery, divination are but some of the forms "witchcraft" undertakes; because there also exist theories about the body, about thought, about symbolism, about classification, not to mention theories about social and political organization. In short, "witchcraft" is a protean subject that has produced protean epistemological situations and protean analytical concepts and notions to account for protean social situations.
Technical means are a roundabout means of securing some desired result. I would like to offer a classificatory scheme of human technological! capabilities in general, which can be seen as falling under three main headings. The first, the "Technology of Production", comprises technology as it has been conventionally understood. The second, the "Technology of Reproduction", includes most of what conventional Anthropology designates by the word "kinship". The third, the "Technology of Enchantment', is the most sophisticated. It includes all technical strategies, which human beings employ in order to secure the acquiescence of other people in their intentions or projects. Magic is, or was, clearly an aspect of each of the three technologies identified above. I take the view that "magic" as an adjunct to technical procedures persists, because it serves "symbolic" ends, that is to say cognitive ones. The propagandists, image-makers and ideologues of technological culture are its magicians, and if they do not lay claim to supernatural powers, it is only because technology itself has become so powerful that they have no need to do so. And if we no longer recognize magic explicitly, it is because technology and magic, for us, are one and the same.
The theoretical consideration of magic changed radically in the late nineteenth century, thanks to the work of great thinkers who explored the provenance of magic as a phase in the spiritual evolution of man. While in the early twentieth century another group of scholars enriched the issue drastically, proposing that if the provenance of magic is to be fully understood, its social function should first be examined. The world of magic has been constructed and is inhabited "by the successive expectations, obsessive illusions and prospects of entire generations, which are all expressed in the form of formulas".
The phenomenon of magic became the subject of study in the field of classical studies not before the early twentieth century, since its non-rational character did not match the Weltanschauung of the Western world after the Age of Enlightenment. Magic, as the reverse image of official religion, attracted those individuals who were unable to realise their wishes and desires through official religion, women, that is, and other outsiders. For this reason women and other members of fringe groups became victims of persecutions during periods of intolerance both in Europe and North America. Finally, witch-hunt contributed to the shattering of the few, mainly professional achievements of mediaeval women.
The field of research of museology includes: a) the study of the history and theory of collections and the rules of evaluating artefacts and collections, b) how museums’ scientific and social background should be studied as a living organism, c) the study of other sciences relevant to museums, such as history of art and how such sciences affect today’s museums, and d) the study of museums’ relationship with society and the various social groups they serve. This last function of museology touches on sensitive matters such as how a museum should present such things as ethnic minorities, different historical memories, how different identities are shaped and so on.
The article aims to throw light on Roman collecting attitudes during the first centuries B.C. and ad, and thus indicate how the developments during this interesting transitional era have influenced the broad history of European collecting and the shaping of contemporary museums. The acquaintance with the Greek world had a powerful impact on Roman thought and customs, The Romans inherited Greek interest in works of art and the Hellenistic tradition of using them to convey political and social messages. During the period under examination, this tradition was further explored and thus new collecting practices and notions were added to the existing ones. Gradually collecting became a social and intellectual phenomenon of indisputable status. Roman collectors developed an interest in Greek objets d' art and luxury goods, as well as natural and artificial curiosities. Within the above framework, three collecting modes have been detected, according to different personal and emotional motives, as well as social, ideological and political demands. Two of them, "passionate collectors" and "intellectual humanists" have been influenced by the "philhellenic" attitude, while the third, the "encyclopedists", from the conservative attitude. There is a clear line of development from the sculpture and curiosities' collectors of the 1st centuries B.C. and ad through the rest of the Roman period and onwards, through the 15th and 16th centuries and so, to the whole idea of the value of classical antiquity and contemporary museum collections.
A series of questions referring to the ideological approach of the Greek past has been the cause of this research. The special nature of this past in Greece, that is its duration, cultural radiance and international fame, has enriched it with a symbolical meaning. The research covers the period from 1829, when the first Greek archaeological museum was founded, to 1909, a year that signals not only a major change in the political life of Greece, but also a period of inflation in the museums development. Museum exhibitions offer the ideal field for detecting the ideology of a society and an epoch about the past. The content of the exhibitions can be read in three different ways, as follows: First reading: the exhibition as an esthetic value; second reading: the ideological function of the exhibition; third reading: the exhibition as an ideological proposal. However, as very aptly Susan Pearce has noted, "the exhibitions tend to adopt the most convenient aspect from a whole range of available choices .... because they must be easily readable by visitors. In this way the exhibitions usually end up to preserve a standard view and approach of the past".
Why do museum representations of the past come to look the way they do? How do museum exhibitions construct, order, represent and interpret the past? These are very important queries, which need to be addressed and explained. The author of the article, being aware of modern theories in the fields of Archaeology and Museology, argues about the importance of studying museum constructions of the past in relation to a critical analysis of the discourse of Archaeology, that is the disciplinary poetics and socio-politics of Archaeology. She continues by arguing that museum receptions in Greek classical past and the discipline of Classical Archaeology provide a fertile ground in exploring the interrelationship between the discourse oi Archaeology and the discourse of museum. She also explains, how such a line of research can be pursued in the context of Greek archaeological museums. Finally, she presents some brief remarks on the traditions as well as the current perspectives of Classical Archaeology and their potential effect on classical archaeological exhibitions, their subject matter and form of expression.
Exhibitions are systems of representations. They use the field of the visible in order to give a form to what is invisible. They employ objects, texts and sound, as well as every other semiotic method, in order to create entities ana ensembles with a meaningful context. Via metonymy and metaphor exhibitions construct a "realm of significance", which cannot itself be seen One of the major realms of significance is the past, and more specifically the national past, which was first visualized in museum exhibitions during the last couple of centuries. This article refers to the exhibition "This Day Every Year... National Anniversaries and National Memory", organized by the Institution of Major Hellenism in its new premises, the cultural center Hellenic World, on 254 Peiraios Street, in Tavros, Atlica. The exhibition refers to the national past and, by reason of the Greek anniversaries of October 28th and March 25th, attempts to approach the notion of the anniversary through the present and the daily routine, on the one hand; and on the other, to bring up the issues of the science of History, the role of the historian and that of the museologist. The exhibition does not present the historic facts in themselves, but the way in which each historical period has conceived and interpreted them. Given that it was originally purposed for school groups, the exhibition seeks a new "pedagogic" method for presenting history, different from the one employed in school text¬books. Entities, such as the Hero, Celebration, Mass Media. Memory, comment on the mechanisms of remembrance, the procedure of production of social memory, the notion of stereotype- the stereotype of hero, for example, in different eras- the meaning of symbols and ceremonies in anniversaries. The article comprises two parts: the first examines the organizational framework, the choice of subject and the grounding of the exhibition, while the second analyses the method of visualizing its theoretical framework.
Cultural, political, economic and technological changes have forced museums to redefine their mission and to construct new identities for the future. In the post-modern era. museums need to justify their social relevance. Some of the questions museums need to answer are the following: What will the role of the museum as an educational institution be in 2000? How can museums define and strengthen their role in a rapidly changing social reality? The answer to these questions can be partly answered by developing new relationships with audiences- current, potential and virtual ones. In their effort to become more open and to approach new audiences, museums have developed outreach programmes for different communities. The aim of this paper is to present the rationale of and different approaches to outreach programmes as well as to provide examples of good practice.
The outreach programmes comprise activities inside and mainly outside the museum, which aim to consolidate (he dialogue with the community and to offer services to an isolated, as regards place or ideas, public By providing the museum a contact with a very diversified public, they shape energetically the visitors' profile and strengthen the social role of the museum The article presents three different outreach programmes, developed by the Greek Children's Museum. "The Children's Museum in the Hospital" and the "Coloured Route", which the museum presented in ten different Greek cities, functioned as a dynamic opening to a new public and expanded the museum's services to other areas. The last programme - "Join Us to Construct the Museum’s Guide"- invigorated the relations with an already existing public, through a series of activities inside and outside the museum premises And most important, it offered children the chance not only to get acquainted with the "behind-the-scenes" museum, but also to contribute to its function. The variety of approaches and also the challenge they comprise became obvious through the presentation of the fore mentioned programmes; apart from the public's response, the museum has to find ways for retaining its contact and dialogue with the community, in order these two partners to create an essential and life-long relation between them.
The ancient art criticism recognized in Praxiteles the greatest sculptor of images of deities (agalmatopoios) after Pheidias, and the greatest artist of Athens in the late-classical period, which is for us the fourth century B.C. In particular, Praxiteles' predilection for marble sculpture has been very clear in the ancient tradition, because marble sculpture is consistent with the concept of sculpture as a release and, according to Plato, as a discovery of what existed already inside the block of marble, thus inside nature. The most significant merit of his art is that it has been regarded as the symbol of the world of the courtesans in late classical Athens, when this important figure of Greek society had been deeply admired and highly regarded. The expression of subjective feelings in works of art, which is so apparent in Praxiteles' oeuvre, is the result of a long process, whose antecedents go back to the age of the Athenian leader Cimon (460s B.C.). The art of Praxiteles is great, because it expresses very well the need to evade the narrow environment of the polis, surrounding the individual, which was felt very deeply in the Athenian culture and which led, three decades later, to the epic adventure of Alexander the Great. The late artistic production of Praxiteles is characterized by the following features: from the stylistic point of view, by the accentuation of the rendering of the surfaces through a game of light and shade, which makes the image fluent and dreamy; from the rhythmic point of view, by the addition of backdrops, against which the figures are represented enlarged and are rendered as in a stage setting; from the point of view of the message, by the neglect of the ideal tendency, aiming at the discovery of the true form of the gods, and the favouring, instead, of the elegant mundane figures, apt to excite a hedonistic gratification. This Praxitelean style is irradiated everywhere in the Greek world and becomes the Athenian style par excellence.
The temple of Hephaistos is located on the hill of the Agoraios Kolonos on the west side of the Ancient Agora of Athens. This temple which previously was called "Theseion", was built about the middle of the 5th century B.C. It is one of the best preserved monuments. The present work includes the study of the history of the temple and the pervious attempts to preserve it. According to bibliography and personal observation the existing erosion of the temple has been recorded and an environmental study on the site of the Ancient Agora has been made. Based on the above facts a general study about the conservation of the temple has been made.
The murals at the Protaton on Mount Athos belong to the end of the 13th century. These murals are the only remaining composition by Manouel Panselinos and a unique example of the Macedonian School of painting. Until now, bibliography had concentrated on the aesthetics and the history of the murals and attention had not been given to the procedure of their making by the artist. This treatise a) describes the materials and techniques used by the artist, b) gives a detailed record of the damage, fading and interventions made on the paintings over the years, having as its purpose an effective conservation of this work of art. Attention was given both to Panselinos’ technique and to his style of painting, while the methods of analysis and the samples taken were a combination of non-destructive methods such as photographing and macrophotography of the visible end of the spectrum, ultra-violet reflectography, photographing the fluorescence resulting from visible and UV light illumination, and colour measuring. Samples were observed through the microscope, μRAMAN and μ FITIR spectroscopic methods were applied, as was analytical electron microscopy, SEM-EDS.
This article corrects some points in the publication in the no 35 issue of the Archaeologia journal on the subject of a Greek Kylix . The kylix discussed is an Attic red figure vase dating from the 5th century BC. On it is depicted a tortoise behind the figure of a running man. In this picture the tortoise is a hybrid, having all the characteristics of a sea-turtle apart from its shell which is that of a tortoise (land turtle). The first staters of Aegina, minted in the years 700-404BC, display on the obverse side the peloglyph of a Land tortoise ‘s shell or carapace. This, it seems, stands for three Qhuena terms: a) “Oenone”, an earlier term for Aegina, b)” Oenopia,” another former name of Aegina, and c) “Oea”, early main inland town of Aegina.
In 1983 important remains of a large Hellenistic building complex were discovered on the slope of Speliani hill, rising above Pythagoreion, on the island of Samos. The systematic excavation that followed brought to light two areas with mosaic floors of exceptional art. The first floor, measuring 9.50x7.00m (drawing 1), is decorated with spirals, each terminating to a griffin figure, while the second, measuring 5.62x 5.18m (drawing 2), is embellished with a running spiral motif. Both mosaics have been executed in the same technique. The motif: the iconographic type of the Samos griffins is quite similar to the architectural decoration of the temple at Didyma, dated from the first quarter of the second century B.C., now in the Louvre. The date of the mosaics: the stratigraphic data are, so far, very inadequate, therefore only a relative date can be proposed. Thus, the iconographic motifs and the technical execution employed lead to works produced in Pergamon during the second century B.C., and especially to the mosaics of the palaces IV and V, which in all probability date from the second quarter of the second century B.C.
From the era of rock-graffito until the present exhibitions of works of art in museum and galleries, man appears the only creature endowed with the unique gift to express his most intimate thoughts and feelings through art. Through a selection of examples that represent various aspects of the human destiny, on the one hand we attempt to understand the motives of the artist who created them, and on the other to explore their usefulness and validity as source of the science of Paleopathology.
Έτσι φαντάστηκαν στα νεότερα χρόνια τον Κολοσσό, από τις περιγραφές των αρχαίων.
Τη Ρόδο, πλούσιο νησί ναυτικών και εμπόρων, ξεκίνησε να υποτάξει ο Δημήτριος ο Πολιορκητής με μεγάλο στόλο. Οι Ροδίτες όμως άντεξαν την πολιορκία και νίκησαν τον Δημήτριο. Για να ευχαριστήσουν τον προστάτη τους θεό Ήλιο, κατασκεύασαν ένα κολοσσιαίο άγαλμα του θεού. Ο γλύπτης Χάρης από τη Λίνδο και οι μαθητές του χρειάστηκαν δώδεκα χρόνια για να το τελειώσουν. Ο μπρούντζινος Κολοσσός έμελλε να καταστραφεί αργότερα από σεισμό. Ήτανε, λέει, 31 περίπου μέτρα ψηλός και στεκόταν στην είσοδο του λιμανιού της Ρόδου, με τα πόδια του ένα σε κάθε μόλο, ώστε να περνούν τα πλοία από κάτω.

Ο πρωταθλητής Ελλάδας και ρέκορντμαν Ν. Παπαγεωργίου στη Βαλκανιάδα του Ζάγκρεμπ το 1934.
Ο ακοντισμός στην αρχαιότητα διακρινόταν σε εκηβόλο και στοχαστικό. Στους αγώνες δρόμου ανήκουν το στάδιο, ο δίαυλος, ο ίππιος, ο δόλιχος και ο οπλίτης με αθλητές που φορούν χάλκινες πανοπλίες. Αγώνες δρόμου υπήρχαν και για τις γυναίκες. Στο άλμα εις μήκος, οι αθλητές κρατούσαν βάρη, τους αλτήρες, για να ισορροπούν καλύτερα. Η πάλη εμφανίζεται με δύο μορφές: την ορθία πάλη και την κάτω πάλη. Τα υπόλοιπα βασικά αγωνίσματα ήταν το πένταθλο, το παγκράτιο και οι αρματοδρομίες. Από τις αρματοδρομίες ξεχωρίζουν το τέθριππο, η απήνη, η συνωρίδα αλόγων, το τέθριππο πώλων (πώλος είναι το πουλάρι), η συνωρίδα πώλων. Τα ιππικά αγωνίσματα ήταν η ιπποδρομία τελείων κελήτων (κέλης είναι ο δρομικός ίππος, ο ίππος της ιππασίας), η ιπποδρομία πώλων και η κάλπη (ιπποδρομία στην οποία ο αναβάτης πηδούσε από το άλογο όταν πλησίαζε στο τέρμα και παρεκάλπαζε ως αυτό).
Άρμα σε ταφική στήλη από τον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών, 16ος αι. π.Χ.
Η ίδρυση των Ολυμπιακών αγώνων (776 π.Χ.) συνδέεται με τον Πέλοπα ή, συχνότερα, με τον Ηρακλή. Ιεροτελεστία και δευτερευόντως μόνο θέαμα, οι αγώνες απηχούν μιαν ανατολική θεολογία της γονιμότητας και της αέναης επιστροφής που εξαπλώθηκε στον ελλαδικό χώρο μέσω του κρητομυκηναϊκού συγκρητισμού. Η ελληνική λέξη ἥρως, που έχει κρητικές καταβολές και σημαίνει «δεσπότης», «κύριος», συνδέεται με την παράδοση ότι μόνο οι βασιλείς και οι πρίγκιπες ζουν μετά το θάνατο, όπως φαίνεται και στους αγώνες της Ίδας που έχουν σχέση με το θάνατο του παιδιού-βασιλιά. Έτσι εξηγείται γιατί δύο όροι-κλειδιά των ελληνικών αγώνων έχουν κρητική προέλευση: Ἄεθλος (αγώνας) και κτέρεα (κτερίσματα). Γύρω από έναν μεγάλο νεκρό οργανώνονται οι αγώνες στην Ολυμπία (Πέλοψ), στη Νεμέα (Οφέλτης), στα Ίσθμια (Μελικέρτης), στους Δελφούς (Πύθων). Στην αφετηρία τους οι αγώνες περιλάμβαναν χορικά δρώμενα που αναβίωναν τα πάθη του ήρωα και το θρήνο της ταφής, στα οποία οι μελετητές αναγνωρίζουν τις απαρχές της τραγωδίας. Η περιοδικότητα των αγώνων θυμίζει τα Ελευσίνια μυστήρια, στα οποία οι μυημένοι καλούνταν «μακάριοι» όπως και των αγώνων ο νικητής (ὄλβιος). Ο χρόνος θέσπισης των Ολυμπιακών αγώνων τους συνδέει με τα αριστοκρατικά πολιτεύματα των κυοφορούμενων πόλεων. Συνθέτοντας τη λειτουργία των αγώνων, διακρίνουμε τρία επίπεδα: α) οι αγώνες προϋποθέτουν «κανόνες παιχνιδιού», μακρόχρονη εξάσκηση και, για τους μουσικούς και ποιητικούς αγώνες, υψηλή καλλιέργεια, β) από την προσπάθεια των αγωνιζόμενων απορρέει μια θεία χάρη που φέρνει τον άνθρωπο κοντά στο υπερφυσικό, γ) με την εκεχειρία, οι αγώνες συμβάλλουν στην αρμονία. Οι ρωμαϊκοί αγώνες στηρίζονται σε ιταλικές και ετρουσκικές παραδόσεις, δέχθηκαν όμως και ελληνικές επιρροές. Δίνοντας έμφαση στο θέαμα, αναθέτουν ρόλο εκτελεστών σε περιθωριοποιημένα άτομα, μίμους και μονομάχους. Αναντίστοιχη προς τους ελληνικούς αγώνες είναι και η σημασία που αποδίδεται στο αίμα που χύνεται ιδίως στην πάλη των μονομάχων, είδος ανθρωποθυσίας. Αναζητήσαμε την ανθρωπολογική σύγκριση που θα εδραίωνε την άποψή μας στον αγώνα αντισφαίρισης στις προκολομβιανές κοινωνίες. Αυτό το εξεζητημένο παιχνίδι, στο οποίο μόνο οι ευγενείς είχαν δικαίωμα συμμετοχής, ενεργοποιεί όλα τα επίπεδα της κοινωνίας και μας αποκαλύπτει τις κοσμικές του διαστάσεις. Όπως ο θρίαμβος ενός Ολυμπιονίκη παραμένει η νίκη του Πέλοπα, έτσι κι εδώ οι κινήσεις ανάγονται σε ένα χρόνο αρχέγονο, τον μόνο που μετράει.
Ακροβάτες προσκολλημένοι στα κέρατα ταύρου, σπονδικό αγγείο από την Κουμάσα, 2100-1900 π.Χ.
Ο ταύρος, ιερό ζώο που ταυτίζεται με την ανδρική θεότητα, αποτελεί εμβληματική μορφή στη μινωική Κρήτη. Εμφανίζεται στο μύθο της αρπαγής της Ευρώπης από τον Δία, στο μύθο του Μινώταυρου, είναι το αντικείμενο του πόθου της Πασιφάης. Τα ταυροκαθάψια, το πιο δημοφιλές αλλά και το πιο επικίνδυνο άθλημα που σχετιζόταν με την ιερή τελετουργία, κλέβει τις εντυπώσεις. Ωστόσο, άλλα αθλήματα, η πάλη, η πυγμαχία, το κυβίστημα, δηλαδή η ακροβασία, μαρτυρούνται σε αρχαιολογικά ευρήματα όπως το λίθινο κωνικό ρυτό από την Αγία Τριάδα (περ. 1500 π.Χ.) ή η τοιχογραφία από τη Σαντορίνη με τα δύο παιδιά πυγμάχους. Τα ταυροκαθάψια συνδέονται πιθανόν με τη σύλληψη του άγριου ταύρου για θρησκευτικούς σκοπούς, όπως απεικονίζεται σε ελεφαντοστέινη πυξίδα (1500-1450 π.Χ.) από τον Κατσαμπά. Το ίδιο θέμα απεικονίζουν και τα δύο χρυσά κύπελλα από το Βαφειό της Λακωνίας (περ. 1500 π.Χ.). Οι πάμπολλες παραστάσεις του αγωνίσματος επιτρέπουν την περιγραφή του. Άντρες ή γυναίκες, φορώντας ένα απλό περίζωμα, άρπαζαν τον ταύρο από τα κέρατα. Προσπαθώντας να απαλλαγεί, ο ταύρος έδινε την ευκαιρία στους αθλητές να εκτελέσουν το εντυπωσιακό τους κυβίστημα. Παλαιότερες απεικονίσεις του αγωνίσματος θεωρούνται τα σπονδικά αγγεία της προανακτορικής περιόδου που βρέθηκαν στους θολωτούς τάφους της Κουμάσας και του Πορτιού στη Μεσσαρά. Η καλύτερη όμως απεικόνιση σώζεται σε τοιχογραφία της Κνωσού, το Toreador Fresco, γύρω στο 1500 π.Χ. Λάρνακα του μυκηναϊκού νεκροταφείου της Τανάγρας που παριστάνει και ταυροκαθάψια, υποδεικνύει ότι οι Μυκηναίοι είχαν επιτάφιους αγώνες σαν αυτούς που περιγράφει ο Όμηρος.
Ο «Πρίγκηψ με τα κρίνα» της Κνωσού σε αναπαράσταση του 1926 (Α. Έβανς και Ζιγιερόν, υιός).
Είναι ο «Πρίγκηψ με τα κρίνα», εμβληματική μορφή του μινωικού πολιτισμού, μια χίμαιρα του Σερ Άρθουρ Έβανς που πίστεψε πως ανακάλυψε την προσωπογραφία του ιερέα-βασιλιά, δηλαδή του Μίνωα; Ο συγγραφέας, έχοντας υποβάλει τον Πρίγκηπα σε ανατομική εξέταση που, από την ανάπτυξη των μυώνων του, αποδεικνύει ότι πρόκειται για πυγμάχο, προτείνει να τον εκθρονίσουμε. Αν και στην πρώτη δημοσίευση (1901-1902) των αποσπασματικών ευρημάτων του (κνήμη, κορμός, στέμμα), ο Έβανς σημειώνει ότι ανήκουν σε διαφορετικές παραστάσεις και ότι ο κορμός ανήκει πιθανόν σε πυγμάχο, το 1926 ο συνεργάτης του Ζιγιερόν υιός, σε μια ευφυή ανάμειξη τμημάτων μινωικού αναγλύφου και σύγχρονης ζωγραφικής, δημιουργεί τη μορφή ενός αιώνια νέου άντρα που κρατά το λουρί ενός ιερού ζώου, σφίγγας ή γρύπα. Ο συγγραφέας αναζητεί παράλληλα στη μινωική πλαστική και, ιδιαίτερα, στο ρυτό της Αγίας Τριάδας με τους δώδεκα εγχάρακτους πυγμάχους που και αυτοί φορούν περιδέραιο όπως ο πυγμάχος της Κνωσού με τους κρινανθούς. Το πολυτελές του διάδημα δεν γνωρίζουμε σε ποια μορφή ανήκε. Μελετώντας θραύσματα από την Κνωσό, ο συγγραφέας δηλώνει με βεβαιότητα ότι οι τοίχοι του ανακτόρου της Κνωσού γύρω στο 1500 π.Χ. έφεραν ανάγλυφα από κονίαμα που παρίσταναν δύο πυγμάχους, ανάλογους με αυτούς που αποκαλύφθηκαν στην τοιχογραφία της Θήρας.
Ολυμπία, το ιερό της Ήρας.
Δελφοί, Ολυμπία, Ισθμός Κορίνθου, Νεμέα: γιατί διάλεξαν οι Έλληνες αυτά τα ιερά για να συγκεντρώνονται; Η παλαιότητά τους μαρτυρείται από λείψανα της μυκηναϊκής περιόδου και γνωρίζουμε ότι ο αρχικός τους χαρακτήρας ήταν νεκρικός, καθώς οργανώθηκαν γύρω από τον τάφο επιφανών ηρώων. Ο Απόλλων εποπτεύει τους Δελφικούς αγώνες που γιορτάζουν τη νίκη του επί της Πυθούς ή του Πύθωνα, χθόνιες, προ-ολύμπιες δυνάμεις. Στα Ίσθμια, που γιορτάζονται με αφορμή το θάνατο του Παλαίμονα-Μελικέρτη, προστάτης είναι ο Ποσειδώνας. Ο Δίας επιστατεί στους αγώνες της Νεμέας και της Ολυμπίας. Για τους αγώνες στη Νεμέα υπάρχει διπλή παράδοση: είτε συνδέονται με τον Ηρακλή και τη νίκη του επί του επιχώριου λέοντα, ή με τον τάφο του Οφέλτη που ίδρυσαν οι Επτά πριν εκστρατεύσουν επί Θήβας. Με τον Πέλοπα και την Ιπποδάμεια συνδέονται οι αγώνες στην Ολυμπία. Διάσημοι και λόγω της αναβίωσής τους, ξεχωρίζουν μαζί με τους Δελφικούς αγώνες που έχουν τον πιο έντονο πανελλήνιο χαρακτήρα. Τα Πύθια ιδρύθηκαν το 590 π.Χ. και γιορτάζονταν αρχικά κάθε οκτώ χρόνια, στη συνέχεια κάθε τέσσερα. Τα Ίσθμια ξεκίνησαν το 582 π.Χ. και γιορτάζονταν ανά διετία.
Με τον καιρό ατονεί ο νεκρικός χαρακτήρας της αέναης επιστροφής και επικρατεί η λατρεία της άμιλλας που δίνει ηθικό περιεχόμενο στους αγώνες. Κήρυκες διαδίδουν έγκαιρα την έναρξη μιας εκεχειρίας που μπορούσε να διαρκεί και ένα έτος, χρόνος που χρειαζόταν στους απομακρυσμένους Έλληνες για να παν και να ’ρθουν. Αφού κάθε χρόνο γίνονταν κάπου πανελλήνιοι αγώνες και οι αρχαίοι δεν έζησαν εν ειρήνη, αυτό σημαίνει ότι η εκεχειρία δεν γινόταν πάντα σεβαστή.
Παναθηναϊκός αμφορέας (367-366 π.Χ.) με την υπογραφή του αγγειοπλάστη Κίττου. Βρετανικό Μουσείο.
Την πανάρχαιη αθηναϊκή γιορτή εκλαΐκευσε επί το μεγαλοπρεπέστερο ο Πεισίστρατος το 566 π.Χ., διακρίνοντάς την σε Μεγάλα και Μικρά Παναθήναια, αναδιοργανώνοντας την πομπή του πέπλου, εισάγοντας τους αθλητικούς αγώνες και θεσπίζοντας ως βραβεία τους παναθηναϊκούς αμφορείς, γεμάτους λάδι από τα ιερά δέντρα της θεάς. Ο κάθε αμφορέας περιείχε 38-39 λίτρα λάδι, διανέμονταν δε γύρω στους 1300 αμφορείς. Αν και η ερυθρόμορφη τεχνική επικρατεί στα αγγεία από τα μέσα του 5ου αιώνα, παραδοσιακοί οι παναθηναϊκοί αμφορείς θα παραμείνουν μελανόμορφοι ως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η διάταξη των θεμάτων είναι τυποποιημένη: στην κύρια όψη εμφανίζεται η Αθηνά σε στάση μάχης, στη δευτερεύουσα το αγώνισμα στο οποίο διακρίθηκε ο αθλητής. Απέναντι από τη θεά, επιγραφή δηλώνει «είμαι ένα βραβείο από τους αγώνες της Αθήνας». Μετά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., η Αθηνά πλαισιώνεται από δύο δωρικούς κίονες που πάνω τους τοποθετείται κόκορας, σύμβολο αγωνιστικού πνεύματος. Τον 5ο αιώνα οι αμφορείς διακοσμούνται από ζωγράφους της ερυθρόμορφης τεχνικής από τους οποίους ξεχωρίζουν ο Επίκτητος ΙΙ και ο ζωγράφος του Βερολίνου. Ξεχωριστή ομάδα αποτελούν τα αγγεία του Κουμπάν. Από τις αρχές του 4ου αιώνα ορίστηκε να αναγράφεται στην κύρια όψη του αγγείου το όνομα του επώνυμου άρχοντα, γεγονός που επιτρέπει ακριβή χρονολόγηση. Στην κορυφή των κιόνων, τους κόκορες αντικαθιστούν τα σύμβολα που συχνά απεικονίζουν πλαστικά έργα. Το 360/59, η μορφή της Αθηνάς, με περίβλημα που καταλήγει σε σχήμα χελιδονοουράς, στρέφεται προς τα δεξιά. Από την εποχή αυτή γνωρίζουμε τους αγγειοπλάστες Βάκχιο και Κίττο. Στους ελληνιστικούς χρόνους η τεχνική των αγγείων αρχίζει να εκφυλίζεται. Από τον 3ο αιώνα π.Χ. στα αγγεία αναγράφονται οι ταμίες που θα αντικαταστήσουν αργότερα οι αθλοθέτες. Ο ελλιπής παναθηναϊκός αμφορέας των αρχών του 4ου αιώνα μ.Χ. που βρέθηκε στην Αγορά, το τελευταίο δείγμα που σώθηκε ως εμάς, καθρεφτίζει την παρακμή της εποχής του.
Ισορροπία σε άλογο (Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, 1952, πιν. Ε΄, εικ. 3).
Μέρος του μνημειακού συμπλέγματος που περιλάμβανε την Αγία Σοφία και το Παλάτι, ο Ιππόδρομος βρισκόταν στην καρδιά της Βασιλεύουσας. Με μορφή αρχαίου ελληνικού σταδίου αποτελείται από τρία μέρη, τις carceres (κάρκερες), το πέλμα και τα βάθρα. Οι carceres, καμπύλο κτίσμα με 12 πόρτες και κεντρική πύλη, ήταν το σημείο εκκίνησης. Στην ευθεία τους υπήρχε πύργος που έφερε τα επίχρυσα άλογα του Λύσιππου που τώρα στολίζουν τον Άγιο Μάρκο στη Βενετία. Εκεί κυμάτιζε η σημαία της έναρξης των αγώνων. Το πέλμα, δηλαδή ο στίβος, χωριζόταν σε δύο δίαυλους με λοξή και χαμηλή αξονική κατασκευή, τη σπίνα. Ο χαμηλός της τοίχος περιείχε νερό κι ονομαζόταν Εύριπος. Στον έντονα συμβολικό χαρακτήρα της σπίνας συντελούσε ο πλούσιος γλυπτός της διάκοσμος. Σώζονται οι δύο οβελίσκοι, του Μ. Θεοδόσιου και του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, και η κολόνα που σχηματίζουν τα κορμιά τριών φιδιών. Πάνω της στηριζόταν χρυσός τρίποδας, αφιέρωμα στους Δελφούς μετά τη μάχη των Πλαταιών. Τα βάθρα ήταν τα καθίσματα των θεατών που στηρίζονταν σε κολόνες, 30 ή 40 σειρές σε αμφιθεατρική διάταξη. Οι άρχοντες κάθονταν στα σκαμνία. Ειδικός υπάλληλος, ο μαξιλλάριος, φρόντιζε να κάθονται οι θεατές σε μαξιλάρια. Κάθισμα λεγόταν το βασιλικό θεωρείο, πολυώροφη κατασκευή που επικοινωνούσε με το παλάτι. Πέρα από τους αγώνες, ο Ιππόδρομος φιλοξενούσε αναγορεύσεις αυτοκρατόρων, υποδοχές επισήμων, αρχές επαναστάσεων, διαπομπεύσεις, θανατικές εκτελέσεις, στρατιωτικούς θριάμβους. Η κατεξοχήν λειτουργία του βέβαια ήταν οι αρματοδρομίες που τελούνταν συχνά πυκνά ακόμα και Κυριακές και γιορτές, γεγονός που εξόργιζε τον κλήρο. Τους τέσσερις δήμους, τους Πράσινους, τους Βένετους, τους Ρούσσους και τους Άσπρους, αντιπροσώπευαν 4 τέθριππα. Όποιος ηνιόχος έχανε την περικεφαλαία του, το κασσίδιον, έβγαινε από τον αγώνα. Στο τέλος των αγώνων ή ενδιάμεσα, προσφέρονταν διάφορα θεάματα με μίμους και ακροβάτες ή με αναπαραστάσεις κυνηγιού με άγρια θηρία που έφερναν από μακριά. Από τα αγωνίσματα που συνέχιζαν την ελληνορωμαϊκή παράδοση, ο νόμος αναγνώριζε ως βασικά την πάλη, την πυγμαχία, το άλμα, το δρόμο και το δίσκο, και ως ελεύθερα το ακόντιο, την άρση βαρών, το τόξο και τη σφαίρα. Ο βυζαντινός ιππόδρομος αναπαράγει τον ρωμαϊκό κοσμικό συμβολισμό που υποκρύπτει αγροτικές λατρείες προσθέτοντας και βιβλικούς συμβολισμούς. Με τις νίκες να αποδίδονται στον αυτοκράτορα που αντιπροσωπεύει την κοσμογονική πράξη της δημιουργίας, η πολιτική ζωή «θεατρικοποιείται» οδηγώντας σε μια κάθαρση που δεν είναι παρά η επαναφορά της τάξης. Αν τυχόν η εξουσία του αυτοκράτορα αμφισβητηθεί, επέρχεται η τιμωρία όπως όταν στη στάση του Νίκα ο Ιουστινιανός σκότωσε στον Ιππόδρομο 30.000 άτομα.
Στον Πιερ ντε Κουμπερτέν οφείλεται η αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων.
Το 393 ο Μέγας Θεοδόσιος απαγορεύει την τέλεση των Ολυμπιακών αγώνων. Επιθυμώντας διακαώς την αναβίωσή τους, ο Πιερ ντε Κουμπερτέν προτρέπει τον Γεώργιο Α΄ να προκηρύξει την έναρξη της Πρώτης Σύγχρονης Ολυμπιάδας στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 1896, Κυριακή του Πάσχα. Ο Γ. Αβέρωφ και άλλοι εύποροι Έλληνες της διασποράς ανέλαβαν τα έξοδα της αναμαρμάρωσης του αρχαίου σταδίου (4ος αι. π.Χ.). Σε 43 διαφορετικά αγωνίσματα έλαβαν μέρος 311 αθλητές από 13 κράτη. Στο επινοημένο αγώνισμα του Μαραθώνιου, νικητής αναδεικνύεται ο μαρουσιώτης γαλατάς Σπύρος Λούης. Οι σύγχρονες Ολυμπιάδες στοχεύοντας μόνο τα ρεκόρ δεν κατάφεραν να αναβιώσουν το αρχαίο ήθος της αθλητικής νίκης.
Κριτής και παγκρατιαστές. Πίσω όψη παναθηναϊκού αμφορέα (480-470 π.Χ.), Μουσείο Hood, Ανόβερο.
Παρουσιάζεται περίληψη άρθρου του Norbert Elias (1976) για τη διαφορετική αντίληψη της αρχαίας και της σύγχρονης κοινωνίας ως προς τη βία που ενέχεται στα αθλήματα. Ο Elias θέτει δύο θεμελιώδεις θεωρητικές αρχές: α) την αποφυγή του εθνοκεντρισμού που δεν επιτρέπει την κατανόηση της διαφορετικότητας μιας άλλης κοινωνίας και β) το ανεπίτρεπτο της αποσύνδεσης ενός κοινωνικού φαινομένου από άλλα δομικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας στην οποία εντάσσεται. Στην αρχαιότητα, λέει, η αθλητική βία συνδέεται με το ιδεώδες της ρώμης, την κοινωνική θέση του αθλητή, την αυτοάμυνα αλλά και τα πολεμικά ήθη. Καταλήγοντας, επισημαίνει την υποκρισία του σύγχρονου κράτους-έθνους που αποδοκιμάζει μεν τη βία αλλά την εφαρμόζει ασύδοτα στις διακρατικές σχέσεις και τους συνεχείς πολέμους.
Γεωμετρικό αγγείο από τη Χαλκίδα.
Στα χρόνια γύρω από το 800 π.Χ. συντελείται μια αλλαγή-ορόσημο στη ζωή της πολιτείας. Η στροφή προς τη θάλασσα και τις ναυτικές δραστηριότητες έχει ως αποτέλεσμα ένα «συνοικισμό» που δημιουργεί το άστυ της Χαλκίδας με το λιμάνι του στο μυχό του κόλπου του Αγ. Στεφάνου. Η πόλη γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση και αποκτά προηγμένη τεχνολογία στη μεταλλοτεχνία και, κυρίως, στην επεξεργασία του σιδήρου. Η επεξεργασία του χαλκού, με τον οποίο κάποιοι συνέδεσαν το όνομα της πόλης, προϋποθέτει μακρινές εμπορικές συναλλαγές για την απόκτηση του απαραίτητου κασσίτερου. Στην αγγειοπλαστική, ο σκύφος ή κοτύλη είναι το δημοφιλέστερο σχήμα, ενώ καθαρά ευβοϊκή ιδιορρυθμία αποτελεί η χρήση λευκού επιχρίσματος στα διακοσμητικά σχήματα. Τον 8ο αιώνα η Χαλκίδα συναγωνίζεται ισότιμα τη Θήβα, την Αθήνα, την Κόρινθο. Αποκτά αποικίες στην Ιταλία, τη Σικελία, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Στα τέλη του 8ου αιώνα, έρχεται αντιμέτωπη με την Ερέτρια στον γνωστό πόλεμο για το Ληλάντιο πεδίο. Η πόλη κατοικείται αδιάκοπα ως τις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ. Παλαιοχριστιανικά μνημεία, τάφοι και ευρήματα αποτελούν τις τελευταίες ενδείξεις κατοίκησης. Τότε η παλαιά πόλη εγκαταλείπεται, μεταφέρεται και οχυρώνεται στο λόφο που ελέγχει το πέρασμα του Ευρίπου. «Κάστρο του Ευρίπου» θα ονομαστεί (αργότερα, Νεγκροπόντε). Αν και το φαινόμενο της εγκατάλειψης των αστικών κέντρων μπροστά στις επιδρομές Αβάρων και Σλάβων είναι γενικότερο, διαφαίνεται ένα επιτελικό, μεγαλόπνοο σχέδιο, που αποδίδεται στον Ηράκλειο, για την ίδρυση εκτεταμένου αμυντικού συστήματος από πόλεις-λιμάνια σε επιλεγμένες και οχυρωμένες θέσεις, όπως η Χαλκίδα, η Μονεμβασιά, η Κέρκυρα.
H πρόσοψη του κτιρίου της Γενναδείου Βιβλιοθήκης.
Ο Ιωάννης Γεννάδειος (1844-1932) δώρισε τη βιβλιοθήκη του στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών με τον όρο να διατηρηθεί ως παρακαταθήκη για τον ελληνικό λαό όντας προσιτή στη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Το έργο της Αμερικανικής Σχολής ήρθαν να συνδράμουν «Οι φίλοι της Γενναδείου», συμβάλλοντας στον συνεχή εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης. Η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει κλασικούς συγγραφείς, έργα θεολογικά, γεωγραφικά και ταξιδιωτικά, βυζαντινά κείμενα, βιβλία σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση, την ιστορία της Τουρκοκρατίας και μοναδικά ντοκουμέντα σχετικά με τον Μπάυρον. Άλλες συλλογές απαρτίζουν οι ελληνικές γραμματικές, έργα φυσικής ιστορίας και έργα μουσικά. Ιδιαίτερη σπουδαιότητα έχουν τα πολύτιμα αρχεία της για τον Αλή Πασά, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Σλήμαν, τον Δ. Μητρόπουλο κ.ά.
Χαραχτή ροζέτα με σπειροειδείς κύκλους σε υποπράσινο κάμπο. Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, Τ 1843 (περ. 1650-1750).
Από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα, η ιστορία της μεταβυζαντινής και νεότερης κεραμικής συνεχίζεται αδιάλειπτα στα βυζαντινά χνάρια της ζωγραφικής και της εγχάραξης (sgraffito), με κύρια χρώματα το πράσινο και το καστανοκίτρινο ή την ώχρα, και με εφυάλωση της διακοσμημένης επιφάνειας. Αυτή η συνέχεια καθιστά δυσδιάκριτες όχι μόνο χρονικές αλλά και τοπικές διαφορές ανάμεσα σε εργαστήρια τόσο απομακρυσμένα όπως η Κύπρος και η Άρτα, η Ρόδος και η Θεσσαλονίκη ή η Θεσσαλία. Ωστόσο, εύκολα διακρίνει κανείς ότι η λεπτεπίλεπτη βυζαντινή τεχνική γίνεται χονδροειδέστερη και τα προτιμώμενα σχήματα του πιάτου, της γαβάθας και του τριφυλλόσχημου μαστραπά φέρουν κοσμήματα που κινούνται ελεύθερα και στην εξωτερική όψη. Παράλληλα, εμφανής είναι η επίδραση από ξένα εργαστήρια: από την Ιταλία έρχονται τα μαγιόλικα κεραμικά, από τη Νίκαια (Ισνίκ) τα «ροδίτικα», ενώ τα κεραμικά της Κιουτάχειας επιζούν ως και στο εργαστήρι «Κιουτάχεια» στην Αθήνα του 20ού αιώνα. Μεγάλη διάδοση από τον 18ο ως τον 20ό αιώνα είχαν και τα κεραμικά του Τσανάκ-καλέ. Στην Αθήνα οι αγγειοπλάστες είχαν στήσει τα εργαστήρια τους στους χώρους της αρχαίας και της ρωμαϊκής αγοράς και στην Πλάκα, όπου συνέχισαν να δουλεύουν και μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους το 1456. Στα τέλη του 16ου ή στις αρχές του 17ου αιώνα χρονολογούνται κεραμικά που, συνυπάρχοντας με τους άλλους δύο παραδοσιακούς ρυθμούς, μιμούνται τα ιταλικά μαγιόλικα.
Γωνιακό ακροκέραμο από το εργαστήριο του Φειδία, 430 π.Χ., Μουσείο Ολυμπίας.
Ξεπερνώντας τον χρηστικό ρόλο της κεραμοσκεπής, τα ακρωτήρια στις γωνίες των αετωμάτων διακοσμούσαν τα ακραία μέρη της στέγης με θέματα φυτικά, με ζώα ή με μυθικά προσωπεία. Η επιφάνειά τους ήταν συνήθως ζωγραφιστή με εναλλαγές μαύρου και κόκκινου χρώματος. Η απόδοση των φυτικών σχεδίων, φύλλων λωτού, ακάνθου, φοίνικα, αμπέλου, ανθέμιου χαρακτηρίζουν τις περιόδους της αρχαιότητας. Η χρήση των ακροκεράμων επανέρχεται με το κίνημα του Νεοκλασικισμού στην Ευρώπη τον 19ο αιώνα. Το κίνημα μεταφυτεύεται στην Ελλάδα από τους Βαυαρούς και το ακροκέραμο γίνεται το σήμα κατατεθέν της ελληνικής νεοκλασικής αρχιτεκτονικής. Φτιαγμένα για σπίτια κάθε τάξης από τα κεραμοποιεία του Δ. Σαρρή, που συνεργαζόταν με τον Τσίλλερ, του Α. Νάστου, του Στ. Μπουρίτη κ.ά., τα ακροκέραμα, αν δεν πληρούν τις αρχαίες προδιαγραφές της αρχιτεκτονικής εναρμόνισης, διαθέτουν μιαν αυθύπαρκτη ομορφιά κι ευαισθησία.
Αναπαράσταση του Ηρακλή με το δοχείο των προσφορών, από το ιερό Σαλιάρη της Θάσου.
Είναι γνωστός ο κύκλος των μύθων γύρω από τον Ηρακλή. Παιδί του Δία και της Αλκμήνης, αντίπαλος του Ευρυσθέα που τον ανάγκασε να κάνει τους δώδεκα άθλους του. Πολλές είναι οι παραλλαγές που ερμηνεύουν το γεγονός ότι ο Ηρακλής μπήκε στη δούλεψη του Ευρυσθέα. Στη Θάσο όμως, ο Ηρακλής εμφανίζεται ως προστάτης του «άθλου» της εργασίας στα λατομεία. Ο εργάτης βλέπει ενσαρκωμένη τη δύναμη που χρειάζεται στον Ηρακλή. Πλαγιασμένος πάνω στη λεοντή και με το ρόπαλο στο δεξί του χέρι, ο Ηρακλής είναι σαν να του λέει: «Άνθρωπε, τι σε δυσκολεύει;»
Βυζαντινές χρυσές ψηφίδες.
Την ποικιλία των ψηφιδωτών κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους συνοδεύει η εξειδίκευση των τεχνιτών. Ο pictor imaginarius ζωγραφίζει την εικόνα πάνω σε χαρτόνι, ο pictor parietarius μεταφέρει το σχέδιο πάνω στην αρχιτεκτονική επιφάνεια, προτού εκτελέσει το ψηφιδωτό στους τοίχους, τις αψίδες και τους τρούλους ο musivarius και, στα δάπεδα, ο tesselarius. Με τη μεγάλη εξάπλωση του ψηφιδωτού υποβαθμίζεται η καλλιτεχνική του αξία και εμφανίζεται το φαινόμενο του «προκατασκευασμένου» έργου. Εκτός από πέτρες, στρογγυλεμένες ή κομμένες σε κύβους, οι τεχνίτες χρησιμοποίησαν πολύχρωμα μάρμαρα και άλλα πετρώματα που τα χρωμάτιζαν τεχνητά. Οι περίτεχνες συνθέσεις περιείχαν συχνά ημιπολύτιμους λίθους, ενώ στα εντοίχια μωσαϊκά γίνεται χρήση υαλόμαζας. Μετά το 1204, οι υαλοκατασκευαστές εγκαθίστανται στη Βενετία και ιδρύονται τα πρώτα εργοστάσια κατασκευής υαλόμαζας. Τον 14ο αιώνα, οι φούρνοι του Μουράνο αρχίζουν την παραγωγή σμάλτου προσθέτοντας νέα χρώματα στην ελληνική παλέτα και, τον επόμενο αιώνα, κατασκευάζοντας υαλόμαζα σε δύο στρώματα διαφορετικού χρώματος, αγγίζουν την απεριόριστη πολυχρωμία. Τον 15ο αιώνα, στη Βενετία πάλι, κατασκευάζονται χρυσές ψηφίδες ανθεκτικότερες από εκείνες που, με δύο τεχνικές, έφτιαχναν οι Βυζαντινοί ενώ, το 1881, κατασκευάζονται ασημένιες ψηφίδες από πλατίνα. Ο συγγραφέας, αφού αναφερθεί και στα συνδετικά υλικά, παρουσιάζει ενδεικτικό κατάλογο αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων ψηφιδογράφων και ψηφοθετών.
Το έντονο φως προκαλεί ρωγμές στο χρώμα των πινάκων.
Κλιματολογία Μουσείων ονομάζεται ο κλάδος που εξετάζει τη ζημιογόνα επίδραση του περιβάλλοντος στα αντικείμενα με σκοπό τουλάχιστον να την περιορίσει. Τρεις είναι οι κυριότεροι παράγοντες φθοράς: ο φωτισμός και η υπεριώδης ακτινοβολία, η ατμοσφαιρική ρύπανση και η υγρασία. Την κατάσταση στην Ελλάδα μελέτησε ο συγγραφέας σε μεταπτυχιακή διατριβή, εξετάζοντας τις περιβαντολλογικές συνθήκες στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στο Μουσείο Ακροπόλεως, στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Μουσείο Μπενάκη και στο Βυζαντινό Μουσείο. Συγκρίνοντας τα αποτελέσματά του με τα διεθνή πρότυπα καταλήγει πως αυτά δεν συμβαδίζουν με τις διεθνείς προδιαγραφές.
Αφίσα για το πρώτο μέρος της τριλογίας, Αγαμέμνων του Peter Stein (Επίδαυρος, 1980)
Πριν δύο περίπου χρόνια, το 1980, ο Peter Stein με τον βερολινέζικο θίασο Schaubühne παρουσίασε στην Επίδαυρο την τριλογία του Αισχύλου που, όπως και η πρόσφατη παράσταση του Peter Hall, προκάλεσε αντιφατικές αντιδράσεις. Ο Stein ετοίμαζε την παράστασή του διάρκειας 9 1/2 ωρών επί επτά χρόνια. Με τη βοήθεια φιλολόγων-ελληνιστών μετέφρασε το έργο σε πεζό λόγο διαλέγοντας λέξεις που ηχούν σαν νεοελληνικές. Αποφεύγοντας σύγχρονες αναφορές, έδωσε το προβάδισμα στην Αρχαιολογία παρά στο Θέατρο. Αντί για πρόγραμμα της παράστασης κυκλοφόρησαν τέσσερις αφίσες, από μία για τον Αγαμέμνονα, τις Χοηφόρες και τις Ευμενίδες και μια τέταρτη για την Ορέστεια συνολικά. Οι αφίσες συνδυάζουν την υψηλή αισθητική με μαρτυρίες φιλολογικές και αρχαιολογικές που «ντύνουν» την παράσταση.
Το Εκκλησιαστικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
There were two kinds of javelin throwing contest in antiquity. The far-shooting contest and the contest of aim. Runners ran in the stadium, they also ran the double course, they raced on horseback, there was the long course and the race where athletes ran wearing armour. Women also ran races. In the long jump athletes held weights, the alteres, the better to improve their balance. There were two kinds of wrestling match; upright wrestling and wrestling on the ground. Other main contests were the pentathlon, the pancration (a combination of wrestling and boxing),and chariot races. There was the four-horsed chariot race, the four-wheeled chariot race, the two-horsed, the chariot race with four colts and with two colts. There were contests held with athletes on horseback. Such races were the race of perfect racehorses, the racing of colts and the kalpi, a race on horseback where at some point the rider jumped off the horse and ran alongside the steed to the end of the course.
The establishment of the Olympic Games in 756 B.C. coincides with radical social changes that led to the creation of the city-state which gradually evolved from the kingdoms of Homer’s time. Ancient Greece, dates back to the Olympic Games in fact, rooted on older traditions going back to the Minoan, or even earlier ages. In the background of the Olympic Games lie a great number of religious beliefs and rituals, quite popular in the eastern Mediterranean during the Neolithic age, which are brought to Greece via the Creto-Mycenaean culture. The nucleus of this religion l theology is the cycle of renewal in nature – succession of life and death - of the world, the societies and their leaders. This theology brings along with it a feeling of security; it gives answers to man’s role in the universe, to his destiny, and places him under the protection of gods and heroes who secure biological renewal and social revival and continuity. Thus, the athletic competition becomes, for mortals, a medium for complete fulfillment. The Panhellenic games are the most impressive part of athletics that comprise nudist, equestrian, poetic and music competitions, found all over Greece during the time of the city-state. The Greek games can be analyzed as follows, on one hand they gave to the participants the chance to express their vital dynamism in a noble competition, which, however, cannot be regarded as an exclusive characteristic of the Greek civilization. J. Huizinga has proved that fundamentally emulation of heroes like Hercules and Theseus comes with all forms of contest, even with the deeds of heroes like Hercules and Thesaeus, who are often confronted with beasts and monsters. Athletic games involve athletes who compete according to rules and undergo a long training. On the other hand, they symbolise a complete range of the imaginary relations of humans with the universe. Finally, the games are a decisive element for the structure and function of the community, since through them, a positive approach to community elements is achieved. This role is particularly obvious in the Olympic Games, where athletes from all Greek cities - even those at waswar – are gathered to participate in a religious and peaceful competition. The Roman games originated in Etruscan and Italian tradition. Although they were influenced, in their evolution, by Greek ideas, they retained their own character and have developed their identity. It is interesting also to mention the lawn-tennis played in the pre-Colombian societies of Central America. In this game, with an old and clear religious meaning, only the aristocracy had the right to participate. The playground symbolized the universe, the ball and the players symbolized the sun and the stars respectively. The simple people, members of the community, were not allowed to play but only to watch. The game was the symbolic representation of the macrocosm and it guaranteed regeneration, renewal and “perpetual return”. As Mircea Eliade points out, the aim is one and the same: “the annulation of time past, the abolition of history through a continuous return in ill tempore, through the repetition of the act of creation”.
Athletic games like boxing, wrestling and bull-leaping seem to have been indispensable to every religious feast in Minoan Crete. These games are often shown on ritual objects – found in special locations that have been considered as sanctuaries – like the conic, sotone rhyton (c. 1500 BC) from Agia Triada. Being a very characteristic example, it is decorated with scenes of boxing, wrestling and bull-leaping in relief. The most popular and hazardous game was bull-leaping, which in all probability originates from bull-catching. Various phases of the game are represented on the two famous golden cups from Vapheio, Laconia, on show at the National Museum. The numerous representations of bull-leaping in Minoan wall-painting and minor arts give us a clear picture of the actual game: the athletes participating (men and women) seized the running bull firmly by its horns and while the animal tried to toss off its human burden, they were launched in the air risking a jump over and across the back of the bull. The best representation of bull-leaping is the so-called ‘toreador fresco” (c. 1500 BC) in Knossos. It is not certain, however, whether this game bears any relation to modern Spanish bullfights. Bull-leaping, wrestling and boxing passed from the Minoan over to the Mycenaean world. Mycenaeans introduced, most probably, the race and chariot races to athletic games and were the first who organized athletic competitions on funerary occasions, events that are represented on funerary Mycenaean monuments and are so brilliantly described in the Homeric Poems.
The reconstruction of the so-called “Priest – king” from Knossos is one of the most popular figures of Minoan art. It is made up of three ancient fragments of painted plaster (the crown, the torso, the left leg); the other parts are modern, painted by inference. When A. Evans uncovered the plaster fragments in 1901, he wrote that they belonged to different personages and “the torso may suggest a boxer”. This theory seems to make sense. Anatomical observation of this torso shows a contracted powerful musculature and the left arm that has ceased to exist is definitely in a lifted position as the pectoral muscle is raised. These observations allow us to conclude the torso was one of a boxer resembling the many athletic representations engraved on the Boxer Vase from Agia Triada. The lily crown belongs to another personage, perhaps a priestess (like the one on the Agia Triada sarcophagus). The painted reliefs of two athletes boxing in the Palace of Knossos were surely the model for the “boxing children” fresco in Akrotiri at Thera.
The Panhellenic festivals offered the ancient Greeks the opportunity to express their unity in origin, tradition and language. These feasts and games took place in four major sanctuaries, commemorating past achievements of heroes and of the illustrious dead. Thus, in Delphi the myth of Apollo who slew the dragon Python – symbol of a prehistoric earth deity, was the nucleus of the festivities, in Nemea the games honored the dead royal child Ophelites or, according to another version, Hercules. In Isthmia the hero honoured was Melikertes, while in Olympia the athletic games commemorated the victory of Pelops over the old King Oenomaos. Periods of peace were proclaimed throughout the country to facilitate the gathering of Greeks in these four sanctuaries. Each Panhellenic feast had a distinct character; in Delphi, for example, the peaceful noble spirit of Apollo, patron of the arts, presided while in Olympia the games were held under the auspices of Zeus, the potent father of gods, so that mind and body were trained and exercised in the use of weapons, a means of vital importance for ruling. The symbolism and ethics of the Greek ideal served later as a substitute for the funeral character of the games. Thus, the Olympic Games stood for the cult of physical and mental effort and of noble competition that led to virtue and perfection.
Panathenaic Amphorae, the Attic vases offered as a prize to the winners of athletic competitions held during the Great Panathenaea, form a distinct group, which, for almost ten centuries (6th century BC to 4th century AD), has been enriched with hundreds of samples. They are decorated with black painted figures on a light background while the details are rendered with incision and red and white paint. This technique remains in use until the mid 5th century BC, when its rival, the red-figured style, is definitely adopted. However, the black – figured decoration will exceptionally continue to be used on the Panathenaic amphorae, the “official vases”, a tradition that will prevail even in the Hellenistic period. The decoration themes are strictly prescribed and their arrangement on the vase becomes typical. The goddess Athena, in a warrior’s pose, is depicted on the front side, while on the back is represented the athletic game in which the athlete has won. While, however, the rendering of the goddess is dry and stylized, that of the athlete is free and natural and expresses the contemporary art of the times. In the evolution of iconography it can be observed that in early works (6th century B.C.) Athena is represented in a warrior’s pose turning to the left, while later, at the end of the 6th century, she is flanked by two Doric columns. The 5th century amphorae have been decorated by great artists of the red-figured style, who are distinguished by their personal style in design. The 4th century introduces a number of innovations, most important of which is the inscription of the name of the so-called “Eponymos Archon” on the front face of the vase, which serves as an indisputable chronological evidence. Along with the name of the archon also appear his symbols and attributes. From 360 BC to 50 BC, the figure of the goddess turns to the right. At the end of the century the attribute towards athletics and their content is changed – the result of the game counts more than the competition itself – and consequently the representation of the athletic games is altered: the ideal athlete image is gone, the old vigor and grace are lost. During the Hellenistic and roman period the overall appearance of Panathenaic amphorae degenerates reflecting the decay of the times they belong to.
The hippodrome was the centre of social and political life in Constantinople. It was there that the Emperor was proclaimed and dignitaries were welcomed in official ceremonies, there that revolutions broke out, executions, pillories and military triumphs took place. The hippodrome as architectural concept is a combination of the Greek stadium and the Roman arena.It owes to the latter both its structure and symbolism. The most popular show in the hippodrome was chariot-racing, taking place either regularly or on fixed dates or marking happy or disastrous occasions to sweeten the crowds. Beside chariot-racing, the hippodrome was the place for various athletic games like wrestling, boxing, hurling, also for shows and public spectacles in which actors, mimes and acrobats performed hunting and battle scenes etc. Moreover, the hippodrome had a rich cosmic symbolism; it symbolized the universe, while the chariot-races symbolized the circle of life and consequently the continuous renewal of the universe which culminated in the person of the emperor, the representative of God on earth, who ruled the universe-empire. All this symbolism resulted in reinforcing the power and authority of the emperor. Furthermore, the four municipalities representing the people of Constantinople and the symbolic colours for their distinction and identification – green, blue, white, red – reflected the social structure of the capital. Thus, the hippodrome can be defined as the symbolic representation of the social and political situation of its times.
In the name of Christianity, the Byzantine emperors ordered the destruction of ancient temples and sanctuaries and banned all activities that might promote the ancient spirit and culture. From the 18th to the early 19th century, however, Europeans seek to return to the ancient origins and archetypes of their civilization. Thus, in 1874, the German excavations under E. Curtius begin in Olympia, while in 1883 Pierre de Coumbertin, a young French ideologist, becomes conscious of the importance of athletics in the upbringing of youths. Since then, he commits himself to revive the Olympic Games. The first International Olympiad takes place in Athens in 1896 thanks to the persistent efforts of de Coumbertin. However, the approach to the Olympic Games and appreciation of them couldn’t be more different nowadays; in antiquity the glory of the winner in an Olympiad accompanied him for the rest of his days, today it lasts only as long as he holds a record.
Norbert Elias, in an article published in the “Actes en Sciences Sociales” no 6 Paris 1976, deals with violence in athletics, a characteristic that distinguishes modern from the ancient Olympic Games. For the overall appreciation of cultural phenomena in societies of the past, one has to carefully study relevant theoretical, ideological and methodological questions, since any “research on a social phenomenon remains incomplete if not related to other characteristics of the social structure to which it belongs”. The author concludes that violence is conditioned by” inner” factors, innate in a society as well as by “outer” ones, determined by the relationship between societies. Therefore, the notions of defence as combat, the notion of self-defence also the social status of an athlete relate to one another and can explain violence in athletic games, since violence is fundamental to the biological existence of human beings.
The first urban centre was created around 800 BC., when the inhabitants of small scattered villages gathered together and founded the first organized settlement. This new town of the late geometric period was located in Agios Stefanos Bay, which became the town harbour and a centre of navigation and commerce. Metalwork and pottery developed. At the same time an intense movement of colonization is observed to the North (Macedonia, Thrace) and the West (Italy, Sicily) is observed.Up to 600 A.D., that is, for fourteen centuries, Chalcis flourished and declined at the same location around Agios Stefanos Bay. The effort of the Department of Antiquities of Euboea undertaken at the moment is to determine the successive phases of the town planning development and organization of ancient Chalcis. The decade 610-620 A.D., when the ancient town is abandoned and transferred to a neighboring location on the hill dominating the Euripus strait, is considered a crucial historic landmark. The new, small town l fortress, the “Castle”, is fortified and thus a suitable harbour for the royal ships is secured. It is suggested that the transfer and the fortification of coastal towns such as Chalkis, Monemvasia, Corfu etc. belonged to a broader defense plan of the Byzantine Empire, attributed to the Emperor Herakleios (610-641 A.D.). This plan aimed at control of the sea, a goal to be achieved through the reorganization of the royal navy and the resistance against the Abars and the Slavs. Fortified harbours ensured the inhabitants’ safety and made possible the mooring and supplying of the fleetwith provisions The new choice of position proved successful and the new fortified town of Chalcis became in the Middle Ages known throughout the east Mediterranean Sea as the “Castle of Euripus”.
The Gennadius Library is named after the diplomat and bibliophile Ioannis Gennadius (1844-1932), who 60 years ago donated his distinguished book collection to the American School of Classical Studies on the condition that the School would hold these books in trust for the Greeks and operate a library, accessible to the international community of scholars. To house the collection, the School constructed in 1923- 1925 a building in the Neoclassical style with the aid of the Greek Government and the Carnegie Corporation. To assist the enrichment of the collection, which originally numbered 26.000 volumes and now comprises over 70.000, the association “The Friends of the Gennadius Library” was instituted in 1964. The Gennadius Library, which is also a research institute offers to scholarship, through its rare collection, a wide range of items and topics referring to Greece: classic authors in first editions, editions of works of the Church Fathers, travellers’ descriptions, a rich collection of archaeological editions of the 18th -20th century, Byzantine texts, an impressive number of volumes on the Greek Revolution (1821 – 1829) and on Turkish history (1470 – 1500), a unique collection of information (archives, works of art) on the philhellene Lord Byron, modern Greek Literature. However, the most important possession the Library holds is its archives, like that of Ali Pasha, of the archaeologist Heinrich Schliemann and of the music conductor Dimitris Mitropoulos. Moreover, the Nobel-prize winning poet Odysseus Elytis has recently donated his papers to the Library in appreciation for its distinguished contribution to the study of Greek culture. The Gennadius Library is not only archives, books, catalogues and stacks but also an alive and active educational nucleus: the series of lectures and exhibitions held there verify this additional cultural character.
Pottery as an artistic medium not only survived the fall of the Byzantine Empire and Turkish rule but it has also achieved a rich and impressive production both in quantity and quality. Post-Byzantine potters have adopted the traditional Byzantine techniques in making and decorating their products. Two main types of decoration are employed: the painted and the incised one (sgraffito), while the colours prevailing are the green and ochre (yellow-brown). The decorated area is glazed with a colourless varnish. The ceramics, even when coming from the most remote Greek workshops, display common characteristics in form and decoration, since even in post-Byzantine times they closely follow tradition. This tradition was so strong that the foreign influence from east and west affected only few workshops. The examples illustrated here represent Athenian workshops of two periods, from around 1650 to1750 and from1750 to 1850.
The earliest acroteria known appear in Greece in the 6th century BC. They are decorated with floral motifs, representations of animals and mythological figures like Hermes, the goddess Athena etc. More popular, however, are the anthemia that are painted, in low relief in front . The acroteria remain in use until the end of the roman period, they then reappear as architectural decorative features in the 19th century, the age of Neoclassicism in Europe. In this new phase they decorate both aristocratic and humble houses in Athens and other urban centres. Their form and decoration seems closely related to the ancient acroteria, while they are arranged together more densely.
"Let Herakles be his name" proclaimed Apollo, the god of sun and music: this was the starting point for the creation of a popular mythology related to Herakles, a mythology that distinguished him as the most celebrated among Greek heroes. An unknown, so far, quality of the hero is presented here: Herakles patron of miners. In this role, he is represented lying comfortably in a mine and facing the miners. He looks as if he is saying: "Come on you, humans, what is all the fuss and difficulty about? I, alone, could have done more and better work". From the complete representations shown here, four were found in Thassos, one in Laconia and one in Iran.
Different types of mosaic appear in Roman times where at the same time artists specialize in a particular skill. So, we can see the pictor imaginarius, who paints the different subjects, the pictor parietarius, who transfers the painting from the cartoon to the surface which is to be decorated by the musivarius (for walls and ceilings) or the tesselarius (for floors) with the tesserae. We give here some names of artists who signed their work; some are Greek, others are Roman but their works spread worldwide; Amitaion, Amiteius Quintus, Antaios, Anthos, Apollinaris, Asklepiades, Blastos, Cecilianus, Dioskourides and others. The materials used for mosaics are: pebbles, natural rocks cut to cubic tesserae, enamel tesserae, gold-glass tesserae. As binding materials were used: lime, pumice, marble and ceramic dust (sometimes egg was added). At the end of the 19th c. portland cement is widely used.
The conservation of works of art includes their restoration and preservation. Control over environmental conditions in Museums is quite a new science which is not as yet included in the history of conservation. The basic reasons for the deterioration of works of art (in museums and galleries) are three: 1) strong light and UV radiations 2) pollution of the air and 3) humidity. The situation in Greece is not brilliant, for the moment, but we hope to see some improvement as countries reconsider their role in the preservation of historic monuments and of works of art.
Two years ago, in 1980, Peter Stein brought the Berlin Schaubuhne’s production of the Oresteia to the theatre of Epidauros. This production of Aescylus’s trilogy was very controversial as indeed was Peter Hall’s recent production. Peter Stein’s production lasted for nine and a half hours. Preparations for the production took seven years. The trilogy was translated into prose with the advice of specialists in ancient Greek literature. The play was put into words sounding like modern Greek. No reference was made to the modern world but the emphasis was more on the archaeological than on the theatrical aspects of the trilogy. Four posters were given out instead of a programme, one for each part of the trilogy, (Agamemnon, Libation Bearers, Eumenides), and one for the Oresteia as a whole. The posters are visually very pleasing, and by their reference to the literary and archaeological side of the Oresteia, add greatly to the performance.

Χαράλαμπος Μπούρας. Φωτ.: Σωκράτης Μαυρομμάτης.
Το 2009 η Βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη, εγκαινιάζοντας τη σειρά «Τιμής Ένεκεν», εκδίδει τις ομιλίες που αφιέρωσαν στον Χαράλαμπο Μπούρα στις 8 Μαΐου 2007 οι Μανόλης Κορρές, Σταύρος Μαμαλούκος, Δημήτρης Φιλιππίδης, Μάνος Γ. Μπίρης, Μάρω Καρδαμίτση–Αδάμη και Cyrill Mango.
«Πάντα πίστευα πως το μυαλό του είναι φτιαγμένο με ειδικό τρόπο, κάποιο μοντέλο μηχανής τούρμπο, που αντί για το κουβάρι που όλοι εμείς οι υπόλοιποι προσπαθούμε να διαφεντέψουμε, εκείνου είναι απίστευτα τακτικό και καλοστρωμένο, όπως τα εργαλεία σ’ ένα χειρουργείο» καταθέτει ο Δ. Φιλιππίδης. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον Μπούρα «ένα σπάνιο παραδείσιο πτηνό που έτυχε να βρεθεί στα μέρη μας».
Ο Μ. Κορρές αναφέρεται κυρίως στον Μπούρα–αναστηλωτή, ειδικό της προστασίας και συντήρησης των ιστορικών μνημείων, στον Μπούρα–δάσκαλο. Ξεχωρίζουμε τη μελέτη με τα 107 σχέδια για την αναστήλωση της άρτι ανεσκαμμένης στοάς στο ιερό της Αρτέμιδος Βραυρωνίας, την οποία ο Χ. Μπούρας άρχισε τον Οκτώβριο του 1960 και κατέθεσε τον Οκτώβριο του 1962. «Σημειωτέον ότι» σημειώνει ο Μ. Κορρές, «τότε ο Μπούρας, ως Διευθυντής Αναστηλώσεων, βρισκόταν κάθε μέρα στο γραφείο του στο Υπουργείο Παιδείας, και στη Βραυρώνα πήγαινε τα απογεύματα». Στη μελέτη του αυτή ο Χ. Μπούρας σημείωνε: «Απαραίτητος προϋπόθεσις της αναστηλώσεως του μνημείου είναι η δυνατότης επαναφοράς αυτού εις την θέσιν (κατάστασιν) εις την οποία ευρέθη (η περίφημη αρχή της αναστρεψιμότητος)». Και εδώ σημειωτέον ότι η παλαιότερη διατύπωση της Αρχής της Αναστρεψιμότητας (Reversibility) σε επίσημο έγγραφο θα γίνει το 1963 στον καταστατικό χάρτη του American Institute of Conservation, ενώ από τη Χάρτα της Βενετίας (1964) λείπει.
Μετά την επιστροφή του από το Παρίσι, ο Χ. Μπούρας εκπονεί δεύτερη διατριβή για τα βυζαντινά σταυροθόλια με νευρώσεις, η καταγωγή των οποίων έως τότε θεωρείτο φράγκικη. Από το 1966 έως το 1973/74, καθηγητής στο ΑΠΘ, διδάσκει Ιστορία της Αρχιτεκτονικής. Αντίστοιχο διδακτικό αντικείμενο θα υπηρετήσει και στο ΕΜΠ τα χρόνια 1974–1999. «Σχεδόν όλοι οι εν ενεργεία σήμερα Έλληνες αρχιτέκτονες αναστηλωτές είναι μαθητές του Χαράλαμπου Μπούρα και, όπως λένε, εκείνος διέπλασε την επιστημονική τους προσωπικότητα και τα ιδανικά τους» προσθέτει ο Μ. Κορρές.
Τη συμβολή του Χ. Μπούρα στη μελέτη της βυζαντινής και μεταβυζαντινής αρχιτεκτονικής, πεδίο στο οποίο έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της έρευνάς του, παρουσιάζει ο Σ. Μαμαλούκος. Οι δημοσιευμένες μελέτες του ξεπερνούν τις εκατό, ανάμεσά τους οκτώ βιβλία, περί τα σαράντα άρθρα σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά, περίπου τριάντα μελέτες σε συλλογικούς τόμους και πρακτικά επιστημονικών συναντήσεων. Οι χωροχρονικές ενότητες των ερευνών του αφορούν την αρχιτεκτονική α) της Κωνσταντινούπολης και των περιοχών της άμεσης επιρροής της (Χίος κ.ά. νησιά του Αιγαίου), β) της λεγόμενης Μεσοβυζαντινής Ελλαδικής Σχολής, γ) του Δεσποτάτου της Ηπείρου, δ) την αρχιτεκτονική και τέχνη της Λατινοκρατίας, στην οποία διέκρινε την αμιγώς δυτική μεσαιωνική αρχιτεκτονική από τη φραγκοβυζαντινή αρχιτεκτονική, και ε) την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική των μετά την Άλωση χρόνων. Από τις συνθετικές του μελέτες ξεχωρίζουν τα Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής (τόμ. 2). «Είναι μια συνοπτική ιστορία της μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής» σημειώνει ο συγγραφέας. «Όχι μόνον της Βυζαντινής και της Ευρωπαϊκής έως τον 15ο αιώνα, αλλά και του Ισλαμικού κόσμου και της Τουρκοκρατίας, που διετήρησαν τον μεσαιωνικό τρόπο σκέψεως αλλά και “παραγωγής” της αρχιτεκτονικής έως τα νεώτερα».
«Σύμβολο» εξαγωνικού σχήματος. 26 χιλιοστά. Όψη α: Προτομή ιερέα κατά μέτωπο. Όψη β: Δύο ανθρώπινες μορφές. Πιθανώς σκηνή συμποσίου. Στα αριστερά διακρίνεται αποτύπωμα ιδιωτικής σφραγίδας. Στο έξεργο επιγραφή. Αρ. ΝΜ 214/2005. Επιγραφικό και Νομισματικό Μουσείο, Αθήνα.
Το Νομισματικό Μουσείο φιλοξενεί μια ιδιότυπη ομάδα αρχαίων τεχνουργημάτων, τα οποία αναγνωρίζονται ως σύμβολα (tesserae) της Παλμύρας. Πρόκειται για πήλινα πλακίδια σε ποικίλα και ιδιόμορφα σχήματα, με έκτυπες παραστάσεις συνήθως και στις δύο όψεις και με επιγραφές στην αραμαϊκή. Πιθανότατα χρησιμοποιούνταν για την πρόσβαση σε τελετουργικά γεύματα ή για τη διανομή φαγητού μετά από θυσίες. Χρονολογούνται ανάμεσα στον 1ο και τον 3ο αι. μ.Χ. και παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για τις θεότητες της Παλμύρας και τη σημιτική θρησκευτική ιστορία γενικότερα.
Ψήφισμα της πόλης των Δελφών: Tο 159/8 π.Χ. απονεμήθηκαν τιμές σε έναν ξένο ευεργέτη της πόλης των Δελφών. Αργότερα το όνομα και η εθνικότητά του απολαξεύτηκαν, γεγονός που ισοδυναμεί με καταδίκη σε λήθη (Μ.Δ. 3798).
Από τους χιλιάδες ενεπίγραφους λίθους που έχουν βρεθεί στους Δελφούς επιλέχθηκαν 52 πιο αντιπροσωπευτικοί, προκειμένου να εκτεθούν και να αναδείξουν το εύρος της δραστηριότητας του ιερού και τη σημασία του ως πανελλήνιου κέντρου. Παρουσιάζονται επιγραφές αναθηματικές, έμμετρες, αφιερώματα και ψηφίσματα της Δελφικής Αμφικτυονίας, οικονομικές πράξεις, αγωνιστικές επιγραφές, καθώς και επιτύμβιες.
Τοπίο με αρχαιότητες του Ολλανδού ζωγράφου Herman Posthumus (γεν. 1512/13). Στην επιγραφή παράθεμα από τον Οβίδιο (Μεταμορφώσεις 15, 234–5): «Χρόνε που καταβροχθίζεις τα πράγματα και συ μισητή αρχαιότητα, όλα τα καταστρέφετε».
Η ύπαρξη μιας μηχανής του χρόνου θα καθιστούσε άραγε περιττή την αρχαιολογική έρευνα; Καθώς η αρχαιολογία εξετάζει καταρχήν τον υλικό πολιτισμό και προσπαθεί να συνάγει συμπεράσματα μέσα από αυτόν για τους πολιτισμικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς και άλλους μετασχηματισμούς στην ιστορία του ανθρώπου, βασικό μέλημα της επιστήμης είναι ο τρόπος με τον οποίο ο χρόνος εγγράφεται στα αντικείμενα που φέρνει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη. Τελικά, πόση απόσταση υπάρχει ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν; Μήπως το βλέμμα του αρχαιολόγου είναι αυτό που δημιουργεί το παρελθόν, ακριβώς όπως το βλέμμα της Γοργούς;
Κτερίσματα από το νεκροταφείο της Λιμναίας.
Το δεύτερο τμήμα της Ιόνιας οδού και δύο ακόμα οδικοί άξονες που συνδέονται μαζί της αλλάζουν τα δεδομένα της αρχαίας τοπογραφίας στην περιοχή της Β–ΒΔ Αιτωλοακαρνανίας. Οι αρχαιότητες εκτείνονται χρονολογικά από την Πρωτογεωμετρική περίοδο έως και την Πρωτοβυζαντινή εποχή, περιλαμβάνοντας νέα στοιχεία για τις αρχαίες πόλεις που βρίσκονται στη νότια και ανατολική ακτή του Αμβρακικού Κόλπου και την ύπαιθρο χώρα τους, ενώ αποκαλύπτουν τη συνέχεια της κατοίκησης στην περιοχή κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες.
Φωτογραφική άποψη του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (1889).
Το 1834, ο πρώτος αρχαιολογικός νόμος προβλέπει την ίδρυση «Κεντρικού Δημόσιου Μουσείου διά τας αρχαιότητας» με έδρα την Αθήνα. Κλασικιστές Ευρωπαίοι αρχιτέκτονες εκπονούν ακατάπαυστα επί 30 χρόνια μελέτες και σχέδια. Τις αντιγνωμίες για τη θέση του Μουσείου τερματίζει η δωρεά 62 περίπου στρεμμάτων από την Ελένη Τοσίτσα τον Μάρτιο του 1866. Στις 3 Οκτωβρίου 1866, τίθεται ο θεμέλιος λίθος του Κεντρικού Μουσείου το οποίο, δύο χρόνια αργότερα, μετονομάζεται «Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον».
Μεσοβυζαντινό πανδοχείο, ναός και κτιριακό συγκρότημα του 4ου-3ου αι. π.Χ.
Στο στενό μέρος της Κοιλάδας των Τεμπών, εκεί όπου κατά τις μαρτυρίες των περιηγητών παρουσιαζόταν επιτακτική η ανάγκη για ανάπαυση, ήρθε στο φως ένα στενόμακρο κτίριο των βυζαντινών χρόνων, πιθανόν πανδοχείο της περιόδου. Στα ανατολικά του, αποκαλύφθηκαν τα λείψανα βυζαντινού ναού και πλήθος τάφων επιμελημένης κατασκευής, ενώ στη δυτική έξοδο της Κοιλάδας εντοπίστηκαν κατάλοιπα παλαιοχριστιανικού οικισμού. Οι πρώτες έρευνες στην περιοχή οδηγούν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο πιθανότατα για θέση προσκυνήματος σε έναν σημαντικό σταθμό της αρχαίας οδικής αρτηρίας.
Αντικρίζοντας τη «Νυχτερινή Περίπολο» του Rembrandt στο δίκαια πολυβραβευμένο Rijksmuseum στο Άμστερνταμ. Φωτ.: Αρχείο Μ. Μούλιου.
«Ο λόγος για τον οποίο δεν έχουν γραφεί οδηγίες χρήσης λεξικών ή μουσείων είναι επειδή θα ισοδυναμούσαν με οδηγίες χρήσης του ανθρώπινου νου» σημειώνει ο Robert Harbison στο βιβλίο του Eccentric Spaces (2000). Μία από τις βασικότερες προκλήσεις της μουσειολογικής επιστήμης, εκτός από τη διεπιστημονικότητα, είναι η ευρύτητα του πεδίου γνώσης και έρευνας, σκέψης και αντίληψης που απαιτείται για τη λειτουργία του μουσείου και την κατανόησή του ως φαινομένου. Το 1999, το περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες φιλοξένησε το πρώτο αφιέρωμά του στη Μουσειολογία (τχ. 70–73), ενώ 15 χρόνια μετά (2014–15) παρουσίασε στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του ένα δεύτερο, σε επιμέλεια της γράφουσας, το οποίο εστίασε σε βασικά πεδία της σύγχρονης μουσειολογικής έρευνας και πρακτικής. Στο διάστημα μεταξύ των δύο αφιερωμάτων πολλά άλλαξαν στην Ελλάδα —και εξακολουθούν να αλλάζουν—, τόσο στα θεσμικά όργανα και τις νομοθετικές ρυθμίσεις για τον πολιτισμό, την οργάνωση και τη λειτουργία των μουσείων, όσο και στην ίδια την κοινωνία και την οικονομία της γνώσης και του πολιτισμού. Από το σύνολο των δεκαπέντε άρθρων του δεύτερου αφιερώματος αναδημοσιεύονται στο παρόν τεύχος —σε βραχύτερη εκδοχή— τρία κείμενα, τα οποία συμπυκνώνουν προβληματισμούς για το παρελθόν και το μέλλον των μουσείων και του μουσειακού επαγγέλματος.
Εκπαιδευτική επίσκεψη προπτυχιακών φοιτητών Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, στο πλαίσιο σεμιναριακού μαθήματος μουσειολογίας. Φωτ.: Αρχείο Μ. Μούλιου.
Η συγγραφέας επενδύει με τη θεωρητική της κατάρτιση τα δεδομένα που προέκυψαν από μια πρωτότυπη ερευνητική της πρωτοβουλία: Προκειμένου να χαρτογραφήσει τις επαγγελματικές πορείες των μουσειολόγων στην Ελλάδα, να ανιχνεύσει τους παράγοντες που καθόρισαν τη μουσειολογική τους κατάρτιση, την επαγγελματική τους εξέλιξη και το σημερινό προσωπικό τους μουσειολογικό στίγμα, προώθησε σχετικό ερωτηματολόγιο, το οποίο συμπλήρωσαν πλήρως 82 μουσειολόγοι που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας. Το εύρος των σχολίων τους συγκροτεί ένα εντυπωσιακό υλικό με βαρύνουσα σημασία στη μελέτη της πορείας της μουσειολογίας στην Ελλάδα.
To Μουσείο Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας, στο Βανκούβερ του Καναδά. Φωτ.: Μ. Μούλιου.
Ποιος είναι ο ρόλος των εθνογραφικών μουσείων στον 21ο αιώνα; Πώς τα μουσεία αυτά, προϊόντα της αποικιοκρατίας που ήθελε τη Δύση μοναδικό πρωταγωνιστή στην παραγωγή της γνώσης, μπορούν να ανταποκριθούν στις πολιτικές, κοινωνικές και δημογραφικές προκλήσεις της εποχής μας; Πώς κατασκευάζουν και πραγματεύονται την εθνοτική και πολιτισμική ετερότητα σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης, πληθυσμιακών μετακινήσεων, άμβλυνσης των διαφορών, αλλά και έντονης ανάπτυξης του εθνικισμού και της μισαλλοδοξίας;
Άποψη της έκθεσης «The Museum Show», Arnolfini, 2011, © Arnolfini. Φωτ.: Jamie Woodley.
Με έμπνευση τον Μάη του ’68 καλλιτέχνες από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού εστίασαν την αμφισβήτηση και τις ιδεολογικές τους ανησυχίες στην «παραγωγή» των έργων τέχνης, στους θεσμούς που τα πλαισιώνουν και εκτιμούν την αξία τους, και στο χώρο των μουσείων, στους τρόπους με τους οποίους αυτά συγκροτούν και αναδεικνύουν τις συλλογές τους. Από τις συζητήσεις αναδύθηκε στα τέλη του ’80 η Θεσμική Κριτική, κίνημα τέχνης με αντίκτυπο στη θεσμική μεταρρύθμιση του μουσείου και στον γόνιμο διάλογο ανάμεσα στους μουσειολόγους και τους καλλιτέχνες.
Αεροφωτογραφία του Κάστρου των Ιωαννίνων.
Το Κάστρο Ιωαννίνων με τη διαχρονική ιστορία του αποτελεί ένα εμβληματικό μνημείο της ομώνυμης πόλης. Είναι κτισμένο σε μια μικρή χερσόνησο που προβάλλει στη λίμνη Παμβώτιδα και περιέβαλλε τον οικιστικό πυρήνα της πόλης. Το Κάστρο διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση. Η χάραξή του ακολουθεί σχήμα ακανόνιστου τραπεζίου. Ο οχυρωματικός περίβολος, προσαρμοσμένος στις υψομετρικές καμπύλες του εδάφους, έχει ύψος που κυμαίνεται σήμερα από τα 8,85 μ. έως και τα 13,69 μ. Στο εσωτερικό του διαμορφώνονται δύο οχυρές ακροπόλεις: η βορειοανατολική, όπου σήμερα δεσπόζει το τζαμί του Ασλάν πασά, και η νοτιοανατολική, που είναι περισσότερο γνωστή ως Ιτς Καλέ.

Chiseled stone tools are records of human activity. They were invented by Homo habilis, about 2.6 million years ago, along with his bipedal character, which is, of course, a preceding stage of development.The above two events as well as the enlargement of the anthropoid's brainpan are considered today as the three basic features of the evolution and gradual development of the human species. For this reason the study of stone tool industries, which appear in every Palaeolithic site and represent 99% of the archaeological material, is a crucial step for the understanding of the intelligence, behaviour, activities and social structures of the humans who lived during the Palaeolithic period. The first handling of this material goes back to the 16th century AD, when stone tools found in Italy were recognized as human products. The study of Prehistoric stone industries evolved quickly since. The problems and objectives in the study of stone tool industries reflect the most representative intellectual conditions in each period as well as the influence of its scientific trends on these studies. Today the research and study of the stone tool industries are organized into four major sectors, which, however, have not developed at the same rate.The raw material sector aims at defining the quality of the raw stone material chosen and used by Palaeolithic man for making his tools, the sector also traces sources and investigates the procedures used for supplying and distributing the raw material. The technology sector examines technical procedures followed during all stages of the making of stone tools, from the flaking of the raw material to the final creation of an object. Its objective is to reconstruct "the technical chain" and to determine the position of stone findings within it. The typology sector takes into consideration the different shapes of stone finds, especially of tools, and introduces types, the listing of which permits their chronological and cultural categorization. The technology sector locates and analyzes under a microscope, the deteriorations caused by time on stone tools, which, when effected by human activity, are called "utilization traces". Experimental Archaeology makes a decisive contribution to different areas of research and to the study of the stone tool industries of the Palaeolithic period.
The modern research approach to Prehistory, which contributes to the understanding of man's behaviour and the organization of his life during the Paleolithic period, consists of the definition of the raw stone material chosen and used by Paleolithic man for making his tools, the location of the sources of raw material , and the investigation of the procedure for the supply, transportation and distribution of raw material.
Experimental Archaeology may have proved that flakes, blades, miniature blades and other artefacts produced from either chips or fragments of stone can be used for various tasks. However, only those of the above items whose sides and tips have been refined, are officially cosidered as tools. Most often the working procedure defines the form of the tool, which is a decisive factor for its typological analysis. The establishment of types became the main objective of specialists during the first half of the 20th century. The classification of types in a list depending on time and place, made a chronological and cultural approach possible which remains valid till today in the world of Prehistory.
For decades scholars have avoided any utilization approach to tools because of their ( the scholars') justified mistrust in the extravagant imagination of the pioneer prehistorians regarding the tools' use. In 1963 J. Tixier himself, the well-known French technologist and typologist had written that the time had not yet come - if ever -to leave behind "Prehistoric Typology" and to advance to "Prehistoric Utilization".He further added that this second stage of research was very extensive and included many traps which could mislead scholars. One year later the Western world was informed through the English edition of S.A. Semenov's work "Prehistoric Technology" about his research on on the utilization traces of tools.
The description of stone tool industries, seen as an indispensable prerogative for the propagation of knowledge and communication, is never complete enough to allow the reader to visualise one such artefact in his mind's eye. Therefore, an acurate drawing, showing all traces of working, retouching and utilizing a tool, must accompany every publication. The evolution of the graphic representation of Prehistoric stone tools advances simultaneously with that of typology and technology.
Stone implements are the only material remnants which permit us to follow the evolution and differentiation of technology throughout the Palaeolithic period. They supply composite information which, to be understood, needs to be decoded and interpreted. The basic technical components, knowledge, materials and actions, are correlated and form standards, quite recognizable even in the early phases of human activity. The technological approach enables us to analyse the basic methods for the hammering and carving of stone and to determine the ideas leading to these endeavours during the Lower, Middle and Upper Palaeolithic period. We present in this article the various versions of stone carving techniques as well as the methods of manufacturing stone implements through a simple or complex procedure. Stone carving techniques clarify a. certain ways hunters and food collectors thought at that time and their ways of dealing with the environment as a source of raw materials;b. the degree of technical innovations, both their conception in the abstract and their organized realization; and c. the introduction of technical novelties and their coexistence or combination with the technical standards with a future to them.
In the 17th century, Kastoria was a wealthy city of about 10,000 inhabitants, mostly Christians, who occupied the eastern, northern and southern regions outside the city walls and the area of the Byzantine citadel. Their spiritual and social self-administration was regulated by the Bishopric. The degree of their religious freedom is confirmed by the number of old and new churches, which have been renovated or founded, respectively. According to the surviving monuments, sixteen churches dating from 1605/6 to 1663 are decorated with wall-paintings. Their dedicatory inscriptions together with literary sources reveal social, professional and financial parameters, which allow us to reconstruct the everyday life of Kastoria's Christian population. In the subject matter of these wall-paintings, 14th-and 15th-century artistic trends prevail from northern and western Macedonia and the adjacent regions, beyond Greece's present frontiers.These trends however are filtered through the local tradition. In spite of the apparent eclecticism of these works, they show a unity of style which belongs to the so-called "anti-classical" tradition with its various manifestations - The styles of Macedonia, Epirus and that of the "Kastoria Workshop" . Thirteen different artists can be distinguished -mainly locals with a limited range of intercommunal activity- three of the above belong to the same group to which the decoration of five churches can be assigned. They seem equally well to master the technique of icon painting as well as of monumental painting. The 17th-century wall-paintings of Kastoria are multi-dimentional artistic works of art, which do not mark the end of a school of painting but represent the link between 16th-century conservatism and the 18th century boom of folk art painting. Furthermore, they prove the coexistence of two worlds, the one that is conventionally known as post-Byzantine and the world of modern Greece that was only just emerging at the time.
A concise presentation is attempted in this brief note of three major research issues of contemporary Palaeolithic Archaeology. Archaeological evidence of the Palaeolithic period in Greece is investigated within the framework of these issues and there is proof that owing to its geographical position at the crossroads the Near East and Europe, our country is an area of special interest for their approach. 1. The origin of the human species and its propagation in Europe/The Lower Palaeolithic period. 2. The origin of contemporary man (Homo sapiens sapiens) and his propagation in Europe/The transition from the Middle to the Upper Palaeolithic period. 3. The transition from the Palaeolithic to the Mesolithic period. From this brief survey it becomes obvious that in Greece we are in a position to locate an abundance of archaeological evidence. This will contribute decisively to the investigation of the great financial, social and cultural changes that took place during the Palaeolithic period. In years to come, the objective of scholars must not only be the discovery of new sites but also the completion of a reference system in which the Greek data will be combined with those from abroad for a better understanding of the past.
1. Social and cultural aspects of tourism in Athens During the four centuries of Turkish rule (1452-1828) Greece was hardly visited by foreigners. Travel contacts developed slowly but steadily during the first fifty years of independent national life. During the first decade the active involvement of foreign scholars (e.g. L. Ross, G. Muller, H. Ulrichs, A. Brandis, G. Finlay, N. L. Fraas, etc.) in the social and scientific life of young Greek society contributed even more decisively to Greece again approaching the family of European states. Some rare exclusive visitors came to Athens on their own initiative on their way to lengthy trips in the Middle East, for example the German writer and landscape specialist Furst Puckler-Muskau ( Athens 1836), the French novelist Gustave Flaubert (in 1851) or the French philosopher Ernest Renan (in 1865) . They were considered as cultivated travellers (Bildungsreisende). Organized visits for tourists were still non existent. At the time some early photographers, mainly architects and draftsmen (e.g. G. M. Bridges 1848, J. Robertson 1850, A. Normand 1851 and F. A. Beato 1857) organized the first photographic campaigns in Athens, focusing mainly on the documentation of the city's antique monuments. In these early days a special kind of group was to be seen on the Acropolis with the presence of crowds of young midshipmen from foreign fleets anchored in the bay of Phaleron. This was a calamity for the monuments as vividly described by Ross in his memoirs. This period of individual travelling, during which organized tours were very rare,was followed -starting in the last decade of the 19th century- by an era of early group (not mass!) tourism.The guidebooks of Joanne Murray and Baedeker were indispensable travel companions. Their high standard still amazes us today. Already, however in the 1890ies Mr.Cook in person visited Greece and conceived a vast program of regular tours. In 1914 an official office for tourism was founded, followed in the 30ies by a specific ministry for "Press and Tourism". By the late 1920ies air connections had already been established between Athens and some European cities. The first tourist brochures were issued and for the first time ancient sites were "reanimated". Cultural events with international appeal took place in Athens (performances of antique drama at the Odeion of Herodes Atticus, in Delphi in 1927, and the Delphic festival in 1930) and in Olympia (festivities in the Altis on the occasion of the 1936 Olympic Games). The elitist nature of the tourist flow to Athens and Greece persisted, however, until the Second World War. Immediately after the war there was a growing awareness in Athens of the inevitable opening up of the country to mass tourism. Today, package tours absurdly promise the tourist, two days in which to "do" the whole of Athens and all the museums of the city with a "comprehensive guided tour" and in the evenings still be able to be confronted with "real life" in the city's central districts. In addition "experience" (the word education is strictly avoided) is combined with relaxation. Therefore groups of tourists are herded outside of Athens as soon as possible. Today, although Greece still strives for "educational tourism" based on different itineraries, the flow has degenerated into a twofold phenomenon. Mass summer vacations on coastal regions and islands of an average duration of 8 days and a mass inundation of Athens for a ritual and rather unconcious visit of the famous "antiquities" in the polluted city by people anxious to leave the place as soon as possible. 2. Tourist infrastructure and tourist policy in Greece during the last decades. Tourism in Athens as an economic factor.Tthe city and its heritage as tourist attractions. In the beginning of the 50ies Greek authorities became aware of the importance of tourism. With tourist planning came the generous expansion of central ports and airports. 3. The implications of the influx of tourists on the monumental heritage of Athens Specific living habits and the rather low awareness (by the majority of Athenian population) of the artistic value of the city's historical heritage create many varieties of exploitation of the different antiquities. The wear and tear of the rock surface of the Acropolis, caused by the footsteps of millions of visitors, reached an alarming degree. By 1980 a light, reversible concrete covering was foreseen in situ in order to create a pedestrian pathway on the plateau. Visiting the interior of the Parthenon was prohibited. This brings us to the delicate problem of human behaviour in cultural public spaces. Visitors hinder one another in the crush of the crowd, and more so because their own physical presence is often so dense that it prevents the lower parts of the buildings or exhibits in the museums from being seen. The qualitative aspect of the phenomenon is in certain circumstances more serious than the quantitative one. The human mass does not assemble together as a visually indifferent entity dominated by the monuments,rather groups of people prevail, competing with the aesthetic appearance of the monuments. Thus, it seems that the openminded ,playful and "tactile" experience of historical sites combined with the security of the monuments care has still to be invented!
Kleitor, a city of NW Arcadia called Azania in antiquity, lies about 3 km. west of the village of Kato Kleitoria and today belongs administratively to the Kalavryta county of Achaia. It owes its name (kleistos-closed) to its enclosed landscape, mythological tradition, however, relates it to Kleitor, son of Azania, the founder of the Arcadian tribe of Azanoi. Texts by Pausanias are the most important historical sources for the topography, monuments and myths of the region. Nevertheless, the relevant testimony of earlier writers, such as Pindar, Xenophon, Plutarch, Polybius, Libius, is also enlightening. The city has been excavated since 1987, and its cultural physiognomy has emerged progressively through the combination of random finds, excavational data and survey results. Its Hellenistic fortification wall, of which the NW and W gates have been located, encloses an area of 145 acres approximately. Its cemeteries are dated from the Geometric to the Late Roman years; while the ancient theater,the houses and kilns for ceramics have started being revealed by the city itself. None of its sanctuaries mentioned by Pausanias -those of Asclepius, Demeter, Eilethia, Dioskouroi, Koria Athena- have as yet been identified although there are positive indications of the cult of Artemis. Moreover, at the site of Frangoklessi, which today dominates the archaeological area and echoes the Frankish conquest of the land, an Early Christian basilica has been located. Random Prehistoric finds, products of surveys or excavations - place the use of the site in the Early Mycenean period. The city seems to have prospered in Classical and Hellenistic times, it was a trading center in the Roman era, while its administrative nucleus in later days probably moved west to the town going by the name of Kleitor since Mediaeval times.
Until recently the Mesolithic period in Greece was considered as a doubtful period and in certain cases even its existence was questioned. The achaeologist D. Theocharis defined the Mesolithic period as a transitional phase, with its use of stone continuing the Late Palaeolithic tradition. However, relevant finds in Greece have multiplied day by day and the Mesolithic period has obtained its real dimensions and special features. Remnants of habitation from the Frangthi cave, the Theopetra cave in Kalambaka, the Cyclopas cave on the island of Joura, Alonnessos, and the outdoor site on Kythnos exhibit are remarkably similar where stone masonry and food remnants are concerned. The excavational data from the cave on Joura -the huge accumulation of fish bones and the technical perfection of the relevant equipment- prove an astonishing fishing boom. Dozens of bone hooks dating from between 8500-7000 BC bear witness to the highest quality of minor arts. The stone work recovered from the above mentioned sites follows the Palaeolithic tradition and shows typical Mesolithic characteristics; however, shortly after 8.000 BC, pigs, the first domesticated animals appear in the cave of Joura, while the primitive cultivation of plants probably begins in the Frangthi cave. This latter phase could thus be seen as "Early Neolithic" or "Preceramic" and corresponding to a similar phase which, in the Middle East and Asia Minor (Yarmo, Cayonu, Beida, Jericho), is dated back to the 9th millennium. In this case, however, the problem of the chronological definition of the Mesolithic period emerges. What is primarily established is that the Mesolithic period in Eastern Greece and the Aegean begins earlier, while in Western Greece (Corfu) and the Balkans (Lepenski Vir) there is a time lag. It seems that new achievements such as cultivation of land, domestication of animals probably came to the Balkans from the East via the Aegean sea routes. Thus, it is natural that the Aegean sites appear more developed that those of Western Greece. The recent excavation of a Mesolithic settlement on Kythnos testifies to intense marine activity in the Aegean already from the 9th-8th millennium BC. The study of the lithic material from Joura (J. Kozlowski, personal communication) has also established the relationship with the stone masonry of SWestern Asia Minor (Attaleia region). Progress in research must also clarify the chronological limits of the Preceramic phase which was first established by Theocharis and Milojcic in Thessaly. This phase, the duration of which was probably short, does not appear everywhere in Greece, while its lithotechny is almost identical with that of the Early Neolithic period.
Since antiquity, metals have been appreciated in Greece, where the metalwork tradition still remains important and has created "schools", such as those of the Dodecanese, Stemnitsa or loannina. This article deals with three different traditional techniques, one of which refers to the casting of a ring (small object) on a cuttle-fish bone mould. The second one refers to the reproduction of a flat model by using soot, the third one to the mounting of a stone or gem.

Caravaggio, "Έρωτας", περ. 1601-2, λάδι, 191x148 εκ., Staatliche Museen, Βερολίνο.
Ο θεός Έρωτας που μας κληροδότησε η Αρχαιότητα, προσωποποίηση της αρχέγονης δύναμης της επιθυμίας και του πόθου για τον άλλον, της ροπής για ένωση με τον άλλον.
Ο θεός που οι αρχαίοι Έλληνες τον θέλουν να ξεπηδάει από το χάος που συνιστά τη δύναμη που δημιουργεί τον Κόσμο.
Ο φοβερός αυτός θεός που πήρε τη μορφή ενός φτερωτού γυμνού αγοριού, με αρκετά σκαμπανεβάσματα στην ηλικία του, από πιτσιρικάς μέχρι έφηβος.
«Ο πιο όμορφος ανάμεσα στους θεούς, αυτός που παραλύει τα μέλη του κορμιού, που νου και φρόνιμη βούληση δαμάζει μέσα στα στήθη όλων των ανθρώπων και όλων των θεών», άρα κυβερνάει θεούς και ανθρώπους.
Σ’ αυτόν τον θεό θα αφιερώσουμε τρία συνεχόμενα τεύχη της Αρχαιολογίας, χωρίς τον αυστηρό χρονικό προσδιορισμό που συνήθιζε το περιοδικό στα αφιερώματά του μέχρι τώρα. Δειλά, θα γίνονται ωσμώσεις των διαφόρων εποχών – μήπως άραγε γνωρίζει και ο έρωτας εποχή;
Jacques Louis-David, "Έρωτας και Ψυχή", 1817, λάδι, 181x241 εκ., The Cleveland Museum of Art, Κλήβελαντ
Στο κείμενο επιχειρείται η σκιαγράφηση της πλατωνικής σύλληψης του έρωτα ως φιλοσοφικής έννοιας. Στην προσωκρατική σκέψη, όποτε χρησιμοποιήθηκε η εικόνα του έρωτα (στον Ησίοδο, στον Παρμενίδη, στον Εμπεδοκλή), έγινε ως προσωποποίηση της δύναμης ή της αιτίας κίνησης των όντων στο σύμπαν. Ο Πλάτων όμως θα αναθέσει έναν διαφορετικό και πρωτόγνωρο ρόλο στον έρωτα: ο έρωτας, η πιο ισχυρή και πολύπλοκη ανθρώπινη επιθυμία, λειτουργεί ως ένας ανέλπιστος εσωτερικός σύμμαχός μας στον δρόμο προς την αληθινή φιλοσοφία. H ερωτική έλξη ξεκινά ως άλογο πάθος, έχει όμως τη δυνατότητα να μετασχηματιστεί σε ένα είδος θεϊκής μανίας, που ωθεί τον άνθρωπο προς την ένωση με τις Iδέες. Στο Συμπόσιο, τόσο στο λόγο της Διοτίμας όσο και στην παρέμβαση του Αλκιβιάδη, ο έρωτας ταυτίζεται με τον φιλόσοφο, τον «φίλο» της σοφίας, και ειδικά με τον Σωκράτη. Και στον Φαίδρο, η προνομιακή σχέση του έρωτα προς το Ωραίο ανοίγει μια επίγεια προοπτική προς τις Ιδέες. Η φιλοσοφία ορίζεται ως μια ζωντανή επικοινωνία ψυχών: του εραστή-δασκάλου και του ερώμενου-μαθητή. Aν η φιλοσοφία είναι διαδικασία μάθησης, που προϋποθέτει δύο ανισότιμους πόλους, τον δάσκαλο και τον μαθητή, τότε η ερωτική συνομιλία είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα που πλησιάζει περισσότερο σ’ αυτό το ιδεώδες.
Συγκέντρωση θεών, ανατολική πλευρά Παρθενώνος, Μουσείο Ακροπόλεως.
«(...) Ως υιός λοιπόν του Πόρου και της Πενίας που είναι ο Έρως, συμβαίνει ώστε η κατάστασίς του να είναι η εξής: Πρώτα πρώτα είναι αιωνίως πτωχός και κάθε άλλο παρά απαλός και ωραίος, όπως τον φαντάζεται ο κόσμος (...)».
Πλάτωνος, Συμπόσιον, κείμενον-μετάφρασις και ερμηνεία: Ι. Συκουτρής, Αθήναι 1934, σ. 140, 142, 144, 146 (στο αρχαίο κείμενο: 203b και 203c).
Σκηνή παλαίστρας από ερυθρόμορφο αγγείο, 5ος αι. π.Χ., Μουσείο Λούβρου, Παρίσι.
«(...) η ψυχή ολόκληρη βράζει και δονείται, και, όπως ακριβώς δημιουργείται, σ’ εκείνους που βγάζουν δόντια, ο πόνος γύρω από αυτά ενόσω φυτρώνουν, δηλαδή τσούξιμο και αίσθημα έντονης δυσανεξίας γύρω από τα ούλα, έτσι προκαλείται και ο πόνος που υφίσταται εκείνος που η ψυχή του αρχίζει να βγάζει φτερά (...)».
Πλάτωνος, Φαίδρος, μελέτη-μετάφραση-σχόλια: Παναγιώτης Δόικος, εκδ. Ζήτρος, Αθήνα 2002, σ. 273-281 (στο αρχαίο κείμενο: 251a-252c).
Έρως και Ψυχή, μαρμάρινο σύμπλεγμα, Galleria degli Uffizi, Φλωρεντία.
[Ο έρωτας] «με το γάμο, θα συμμαζευτεί, θα φρονιμέψει. Έχει διαλέξει μια νέα και του ’χει δώσει και την παρθενιά της. Ας την πάρει λοιπόν, κι ας ζήσει ευτυχισμένος με τον πρώτο του αυτό έρωτα, την Ψυχή».
Απουλήιου, Ο χρυσός γάιδαρος ή οι μεταμορφώσεις (μτφρ. από την έκδοση "Γραμμάτων" Αλεξάνδρειας, 1927), εισαγ.-επιμ.: Α. Αϊβαλιώτης, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1982, σ. 149-151 (στο αρχαίο κείμενο: Βιβλίο VI, παράγρ. 22, 1- 24, 4).
Χάλκινος κοιμώμενος Έρως, Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.
Το άρθρο πραγματεύεται την απεικόνιση του Έρωτα στην αρχαία ελληνική γλυπτική. Στις γενεαλογίες ο Έρως θεωρείται από τις αρχέγονες δυνάμεις, ενώ στην ποίηση είναι ο θεός της Αγάπης και αναφέρεται ως γιος διαφόρων θεών.
Οι γλυπτικές παραστάσεις του Έρωτα είναι σχετικά περιορισμένες. Εικονίζεται φτερωτός σε εφηβική, παιδική ή νηπιακή ηλικία. Στην εξηρτημένη γλυπτική εικονιζόταν στο βάθρο του λατρευτικού αγάλματος του Διός στην Ολυμπία. Η παράσταση του Έρωτα σε θρόνο στη Βοστόνη να κρατάει ζυγαριά είναι χαρακτηριστική, όμως εκφράζονται επιφυλάξεις για τη γνησιότητα του έργου. Επίσης, εικονίζεται στα αρχιτεκτονικά γλυπτά του Παρθενώνα, στη βόρεια μετόπη (ΧΧV) και στην ανατολική ζωφόρο δίπλα στην Αφροδίτη. Τέλος, απεικονίζεται στην ανατολική ζωφόρο του ναού της Αθηνάς Νίκης. Στη διάρκεια του 4ου αιώνος μεγάλοι καλλιτέχνες φιλοτέχνησαν γλυπτά του Έρωτα, τα πρωτότυπα των οποίων δεν σώζονται. Η γνώση μας στηρίζεται στο συσχετισμό των φιλολογικών πηγών και των ρωμαϊκών αντιγράφων. Πρόκειται για τους Έρωτες των Θεσπιών και του Παρίου, που δημιούργησε ο Πραξιτέλης, έργα γνωστά από τα αντίγραφα του Centocelle και του Παλατίνου. Ο Πόθος του Σκόπα, που στήθηκε στη Σαμοθράκη, αποτελούσε σύμπλεγμα με την Αφροδίτη και είναι γνωστός επίσης από αντίγραφα.
Ο Έρωτας τοξότης του Λυσίππου ακολουθεί το μοτίβο του Αποξυόμενου. Στην ελληνιστική εποχή χρονολογείται ο κοιμώμενος Έρως της Νέας Υόρκης και ο Έρως κιθαρωδός στην Τύνιδα, που αποδίδονται με τη μορφή νηπίων. Στο Μουσείο Bardo της Τύνιδας βρίσκεται και ο χάλκινος Έρως που σχετίζεται με τους αθλητικούς αγώνες. Τέλος, ερωτικά συμπλέγματα στα οποία εικονίζονται ο Πάνας ή Σάτυρος, η Αφροδίτη και ο Έρως έχουν έναν παιγνιώδη ή και σατυρικό χαρακτήρα και εκφράζουν το πνεύμα της εποχής.
François Gérard, "Έρωτας και Ψυχή", 1798, λάδι, 186x132 εκ., Μουσείο Λούβρου, Παρίσι.
Εκτός από τους μύθους και τις τραγωδίες, η πλατωνική φιλοσοφία παρουσιάζει επίσης γόνιμα σημεία σύγκλισης και απόκλισης με την ψυχαναλυτική σκέψη και δύναται να αποτελέσει, με τη σειρά της, πηγή έμπνευσης.
Η αναμφισβήτητα τεράστια ποσότητα των αντικαταθλιπτικών που καταναλώνονται στις μέρες μας αλλά και η συλλογική επιθετικότητα, που διογκώνεται διαρκώς διεθνώς, διαλύουν την ευδαίμονα αυταπάτη της δυνατότητας του ορθολογισμού και της επιστήμης να κατακτήσουν τις τελικές απαντήσεις.
Ένα θέμα που έχει απασχολήσει έντονα τον Sigmund Freud είναι η διαπίστωση ότι ενώ το αναγνωστικό κοινό δέχεται ως αυτονόητο το γεγονός ότι το γνωστικό πεδίο κάθε επιστήμης έχει κάποια όρια, κάνει συνήθως εξαίρεση για το πεδίο της ανθρώπινης ψυχολογίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα: α) είτε την επικέντρωση του ενδιαφέροντος τόσο της επιστημονικής κοινότητας, όσο και των υπολοίπων, στις βιολογικές θεωρίες και έρευνες που, καθώς κατακτούν ολοένα νέα εδάφη, μοιάζει να υπόσχονται τις τόσο επιθυμητές τελικές απαντήσεις, β) είτε την άκριτη, δογματική, ανορθολογική αποδοχή τρόπων σκέψης και δράσης που θέτουν σε κίνδυνο τη διασφάλιση της ανθρώπινης ειρήνης και ευτυχίας.
Ο στοχασμός όλων, ως εκ τούτου, οφείλει να αρθεί στο ύψος της αποστολής του να είναι ο φορέας της ανάδειξης της διφυΐας του ανθρώπου. Το πνεύμα των καιρών (zeitgeist) της εποχής του Freud επέβαλε την ενδυνάμωση της αντικειμενικότητας έναντι της υποκειμενικότητας, της επιστήμης έναντι της θρησκείας, της ετερότητας έναντι της ομοιότητας. Το zeitgeist της δικής μας εποχής επαναφέρει στο προσκήνιο την ενδυνάμωση της υποκειμενικότητας έναντι της αντικειμενικότητας, της ομοιότητας έναντι της ετερότητας. Γνωρίζουμε ότι τα δίπολα αυτά βρίσκονται σε μια διαλεκτική σχέση. Η ανάδειξη των ωσμώσεων ανάμεσά τους συντελεί σε μια ευρύτερη κατανόηση των ανθρώπινων ψυχικών καταστάσεων.
Ο Freud ήταν επιφυλακτικός, τουλάχιστον στα δημόσια γραπτά του, σε εμπειρίες όπως ο έρωτας ή οι μυστικιστικές εμπειρίες, ο Πλάτων το αντίθετο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, μπορεί το έργο του τελευταίου να φωτίσει το άχρονο συναίσθημα ευδαιμονίας που συνοδεύει τις ερωτικές ή μυστικιστικές απολαύσεις, ή κατ’ άλλους και οποιαδήποτε δημιουργία ή απόλαυση έργου τέχνης. Η κατάρρευση της πρωταρχικής ναρκισσιστικής ευδαιμονίας αναζητά το γιατρικό της, ειδάλλως μπορεί να οδηγήσει σε κατακλυσμιαία επιθετικότητα, συλλογική ή ατομική.
Η αναζήτηση των δυνατοτήτων που διατίθενται στον άνθρωπο προκειμένου να επιστρέψει στον απολεσθέντα παράδεισο της ναρκισσιστικής αυτάρκειας και ευδαιμονίας δίχως ταυτόχρονα να οδηγηθεί στο χώρο της παθολογίας, μας φέρνει απαρέγκλιτα στον έρωτα –το πιο κοινό από τα πάθη–, στην τέχνη και την επιστήμη, στη θρησκεία και στο μυστικισμό.
Σε αυτό το άρθρο, θα επερωτήσουμε τη φροϋδική θεώρηση για τον έρωτα με αφετηρία μια έννοια-σταθμό στην ψυχαναλυτική σκέψη, το ναρκισσισμό. Επιπλέον, έχοντας την τύχη να διαθέτουμε στην ίδια τη γλώσσα μας το έργο ενός κορυφαίου γνώστη των ερωτικών, του Πλάτωνα, δεν θα διστάσουμε να το χρησιμοποιήσουμε, σκύβοντας να δροσιστούμε στους σχετικούς διάλογους του: το Συμπόσιο και τον Φαίδρο.
Franz von Stuck, "H Tilla Durieux ως Κίρκη", 1913, λάδι, Alte Nationalgalerie, Βερολίνο.
Η διαχείριση της ερωτικής επιθυμίας απασχόλησε την ελληνική αρχαιότητα από τη λεγόμενη αρχαϊκή έως την ύστερη εποχή. Με λιγοστές εξαιρέσεις, όπως τις περιπτώσεις που διάφορες υποθέσεις ακραίας ερωτικής συμπεριφοράς έφθαναν στα αθηναϊκά δικαστήρια, οι καλοί τρόποι δεν επέτρεπαν να τίθεται το ζήτημα με αναφορές στους ζώντες ή ακόμα και σε υπαρκτά πρόσωπα του παρελθόντος. Ο προβληματισμός γινόταν ευχερέστερος με όρους μυθολογικούς και με αναφορές σε μύθους. Οι περιπέτειες του Οδυσσέα, για παράδειγμα, γίνονταν συχνά αφορμή για σχολιασμό. Ιδιαίτερη έλξη ασκούσε το επεισόδιο της Κίρκης, το οποίο επικαλέστηκε αιώνες αργότερα και ο Πλούταρχος για να διατυπώσει τις απόψεις του γύρω από τις ηδονές και τους ερωτικούς πειρασμούς. Η ομηρική αφήγηση αφήνει άλλωστε περιθώρια για διαφορετικές ερμηνείες. Από τη μια πλευρά παρουσιάζει την Κίρκη ως απειλητική μάγισσα που μεταμόρφωνε τους επισκέπτες της σε ζώα και που κράτησε δέσμιο τον Οδυσσέα με τον έρωτά της για ένα χρόνο, ενώ από την άλλη προσκαλεί σε μια σύγκριση με την Πηνελόπη. Η συμπεριφορά της Κίρκης παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας οικοδέσποινας η οποία προσπαθεί να προστατέψει την τιμή της. Όσα φανερώνονται για την ερωτική της επιθυμία ενδέχεται να αντανακλούν αντιλήψεις για τις προβλεπόμενες συμπεριφορές γυναικών. Η αναζήτηση μιας μόνιμης σχέσης και ενός γάμου αντιδιαστέλλεται προς τη λαγνεία και την ελευθεριότητα. Η προσφυγή στα μαγικά φίλτρα αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, στην ενδυνάμωση μιας σχέσης που την απειλούσαν οι πειρασμοί του κόσμου.
John William Waterhouse, "Δεκαήμερον", 1916, ελαιογραφία σε μουσαμά, 61x91 εκ., Lady Lever Art Gallery, Λίβερπουλ.
Οι Προραφαηλίτες, μια μυστική εταιρεία νέων ΄Αγγλων ζωγράφων, ποιητών και κριτικών που ιδρύθηκε στο Λονδίνο το 1848, γοητευμένοι από τις ρομαντικές φαντασιώσεις, ανακαλύπτουν στον ύστερο Μεσαίωνα και στις Γραφές εικονογραφικά θέματα και εμπνέονται από τα έργα των τριών μεγάλων Φλωρεντινών, του Πετράρχη, του Δάντη και του Βοκκάκιου.
Στην πρώτη έκθεση της Αδελφότητας, το 1849, ο Millais εκθέτει την Ισαβέλλα (1848 -1849), το πρώτο έργο ενδεικτικό της προραφαηλιτικής τεχνοτροπίας, συνοδευμένο από τους στίχους της πρώτης και της εικοστής πρώτης στροφής του ποιήματος του Keats, Ισαβέλλα ή η γλάστρα με τον βασιλικό (Isabella or The Pot of Basil, 1820), έμμετρης παραλλαγής της πέμπτης νουβέλας της τέταρτης μέρας από το Δεκαήμερο του Βοκκάκιου.
Η δραματική συνέχεια της ιστορίας του ποιήματος του Keats εικονογραφείται δέκα χρόνια αργότερα σε έργο του Hunt, H Ισαβέλλα και η γλάστρα με τον βασιλικό (1868).
Από το έργο του Hunt εμπνέεται ένας όψιμος Προραφαηλίτης, ο John William Waterhouse (1849-1917) την Ισαβέλλα (1907), αλλά δίνει και μια πρωτότυπη σκηνή με τους πρωταγωνιστές του Δεκαήμερου (1916).
Ο Dante Gabriel Rossetti ζωγραφίζει την Bocca Baciata (1859), εμπνευσμένη από το επιμύθιο της έβδομης νουβέλας της δεύτερης μέρας (στίχος 122).
Οι Προραφαηλίτες παρουσιάζουν ανάλογη εμμονή στις αναπαραστάσεις ορισμένου τύπου γυναικείας ομορφιάς με εκείνην που χαρακτήριζε τους μεγάλους Φλωρεντινούς στην περιγραφή των Donne Angelicate.
Η μούσα του Βοκκάκιου εικονίζεται από τον Rossetti στο ΄Οραμα της Fiammetta (1878), ένα από τα διπλά έργα που συνόδευαν τα ποιήματά του Ballads and Sonnets (1861), με μοντέλο την ελληνικής καταγωγής Μαρία Σπάρταλη-Stillman, της οποίας η ομορφιά υπήρξε φημισμένη και καθιερώθηκε ως ο τύπος της ιδανικής προραφαηλιτικής καλλονής, ενώ η ίδια δεν υπήρξε μόνο μοντέλο αλλά θεωρείται η καλύτερη από τις γυναίκες ζωγράφους της ομάδας..
Ο μαγικός κήπος του Messer Ansaldo (1889) της Σπάρταλη εικονογραφεί την πέμπτη ιστορία της δέκατης μέρας του Δεκαήμερου.
Ο Βοκκάκιος εξακολουθεί, επτά αιώνες μετά, να είναι επίκαιρος και να επανατροφοδοτεί την πένα και τον θεωρητικό λόγο όχι μόνο των ιστορικών και κριτικών της λογοτεχνίας αλλά και των ιστορικών και κριτικών της τέχνης.
Η νύφη την επομένη του γάμου τακτοποιεί τη νέα οικία.
Τη θέση της γυναίκας στην αθηναϊκή και τη σπαρτιατική κοινωνία της αρχαιότητας σε σχέση με το θεσμό του γάμου εξετάζει η Μαρία Γκιρτζή στο άρθρο αυτό, αντλώντας πληροφορίες και παραθέτοντας αποσπάσματα από ένα πλήθος φιλολογικών πηγών – έπη, κωμωδίες και τραγωδίες, ιστορικές αφηγήσεις, δικανικούς λόγους, πραγματείες κ.λπ. Με βάση αυτές τις μαρτυρίες επιχειρεί μια συγκριτική μελέτη των γαμήλιων εθίμων στις δύο πόλεις, όπως και της θέσης της γυναίκας πριν αλλά και μετά το γάμο, απαντώντας, μεταξύ άλλων, σε ερωτήματα, όπως το γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα, το αν υπήρχε αγάπη στο γάμο, και κλείνοντας με μια αναφορά στο γάμο της ρωμαϊκής κοινωνίας.
Τραγόμορφοι Γέροι με ανθισμένα ξύλα και νεαρές Κορέλες χορεύουν συντονισμένα.
H κοσμογονική εξήγηση που μας άφησε κληρονομιά ο Hσίοδος εκφράζει το πανανθρώπινο διαχρονικό βίωμα – ότι η Γη που γεννά τη βλάστηση είναι γένους θηλυκού. Aπό τότε που ο άνθρωπος επινόησε την καλλιέργεια, σε όλα τα πλάτη του πλανήτη σε δοξασίες και παραδόσεις που εξαρτώνται από το τοπικό περιβάλλον, τις εποχές του χρόνου, τις ιστορικές περιόδους και την πολιτισμική ψυχοσύνθεση των κατά τόπους αγροτών, η γη είναι γυναίκα – από θεά ως σκλάβα. Όσο πιο εξαρτημένη είναι η ανθρώπινη κοινωνία από τη γη τόσο οι μύθοι, οι δοξασίες και η απορρέουσα συμπεριφορά –δηλαδή τα αγροτικά έθιμα– είναι βαθιά ριζωμένα σε αυτήν. Από τα γνησιότερα, σε απευθείας σχέση με τη γη, χειμωνιάτικα έθιμα –που έχουν καταγραφεί και μελετηθεί κάτω από την ονομασία δρώμενα- είναι ο Kαλόγερος, που διαδραματίζεται σε αγροτικές περιοχές της Mακεδονίας, αλλά και το έθιμο των Γέρων της Σκύρου.
Το οικόσημο και το ρητό του αρχοντικού.
Το μοναδικό ενετικό αρχοντικό του ιστορικού κέντρου της πόλης των Χανίων, το οποίο εξακολουθεί να διατηρεί και την αρχιτεκτονική ταυτότητά του και το οικόσημό του και το λατινικό ρητό του, βρίσκεται στην οδό Ζαμπελίου 37-43. Tο άρθρο αυτό αποτελεί μέρος μιας εκτενέστερης έρευνας για την ταύτιση του οικοσήμου και τον εντοπισμό του ατόμου για το οποίο κτίστηκε αυτό το εξαίρετο δείγμα καλαισθησίας και ευαισθησίας, αλλά και την αναστήλωση του αρχοντικού, η οποία πρέπει να γίνει. Στο άρθρο αυτό, ο συγγραφέας δεν καταπιάνεται με τη λεπτομερή εξιστόρηση του πραγματικού οδοιπορικού της έρευνάς του. Μια παράθεση στοιχείων ωστόσο είναι σημαντική για τη γνωστοποίηση, σε ένα ευρύτερο κοινό, του ιστορικού, αρχιτεκτονικού και εραλδικού χαρακτήρα ενός μνημείου που στέκει ακόμη όρθιο απέναντι στην αδιαφορία των ανθρώπων: είτε πρόκειται για το Υπουργείο Πολιτισμού το οποίο ως ιδιοκτήτης του κτίσματος θα το αναστηλώσει κάποτε –είθε πριν καταρρεύσει– είτε για τους ιδιώτες οι οποίοι το νοικιάζουν και το χρησιμοποιούν ως ταβέρνα!
Το νηματουργείο "Βέρμιον" κατά την τρίτη φάση (1966-1972).
Η Βέροια, η Νάουσα και η Έδεσσα, οι τρεις σημαντικότερες πόλεις της Κεντρικής Μακεδονίας είχαν ανέκαθεν το φυσικό προνόμιο της δυνατότητας εκμετάλλευσης της υδραυλικής δύναμης από υδατοπτώσεις. Στηριζόμενες σε αυτό τέθηκαν οι βάσεις για την πρώιμη βιοτεχνική και βιομηχανική ανάπτυξη τους από τις αρχές του 19ου έως τα μέσα του 20ού αιώνα. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα κατασκευάστηκαν αξιόλογα βιομηχανικά κτίρια, τα οποία αποτελούν μάρτυρες μιας περιόδου πλούσιας και δημιουργικής που ο αντίκτυπός της φτάνει μέχρι τις μέρες μας.
Ένα από κτιριακά συγκροτήματα που κατασκευάστηκαν την περίοδο αυτή στη Βέροια είναι το νηματουργείο βάμβακος «Βέρμιον». Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα βιομηχανικά συγκροτήματα της Μακεδονίας και αποτελεί ένα από τα πρώτα δείγματα βιομηχανικών συγκροτημάτων στην Ελλάδα όπου συνυπάρχουν χώροι παραγωγής, διοίκησης και εργατικής κατοικίας. Περιβάλλεται από λίθινα τείχη και πύργους, παραπέμποντας σε κατασκευές οχυρωματικού χαρακτήρα. Η τυπολογία του συγκροτήματος, συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του παραδοσιακού κτιρίου, και παράλληλα συνδυάζει χαρακτηριστικά εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. Στη μορφολογία του διακρίνονται αναφορές στο κλασικισμό, καθώς και στοιχεία που συναντώνται σε ανάλογα ευρωπαϊκά συγκροτήματα του 19ου αιώνα, όπως είναι η αυστηρή συμμετρία και μεγαλοπρέπεια.
Στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο λειτούργησε το βιομηχανικό συγκρότημα, έγιναν προσθήκες, αλλαγές στην εσωτερική διάρθρωση του εργοστασίου και τροποποιήσεις της αρχικής του μορφής λόγω του εκσυγχρονισμού του εξοπλισμού, της αύξησης της παραγωγής και του εργατικού προσωπικού αλλά και λόγω της φυσικής φθοράς του χρόνου και των καταστροφών που υπέστη. Σήμερα, αν και το νηματουργείο «Βέρμιον» δεν λειτουργεί, συνεχίζει να διατηρεί την αρχιτεκτονική του αξία και το σημαντικό ρόλο του στην ιστορία της ευρύτερης περιοχής.
Λίθινα αντικείμενα που έχουν τοποθετηθεί με τη σειρά εισαγωγής τους στο αυτοσχέδιο εργαστήριο.
Tο άρθρο αυτό αποτελεί έναν «οδηγό επιβίωσης» για τον συντηρητή αρχαιοτήτων που λαμβάνει μέρος σε αρχαιολογικά προγράμματα εκτός έδρας. Οι προκλήσεις που εμφανίζονται είναι η έλλειψη ενημέρωσης πάνω στο ποιες εργασίες αναλαμβάνει, η επικοινωνία με τον υπεύθυνο και των υπολοίπων μελών του προγράμματος καθώς και τη συχνή δράση του ως μονάδας.. Βάση της εμπειρίας του συγγραφέα καθώς και άλλων ατόμων που έχουν εργαστεί σε ανασκαφικά προγράμματα, παρουσιάζονται κάποιες προετοιμασίες που είναι ωφέλιμες να γίνουν, αρκετό καιρό πριν, σε εργασιακό όσο και προσωπικό επίπεδο. Η θεωρία εφαρμόζεται στην πράξη. Με τη βοήθεια παραδειγμάτων και φωτογραφικού υλικού, το κείμενο προσπαθεί να δώσει μιαν άλλη, κοντινότερη εικόνα στον αναγνώστη, είτε αυτός έχει ανασκαφική εμπειρία, είτε όχι.
Τρισδιάστατη ιδεατή αναπαράσταση των γλυπτών του Παρθενώνα.
Η καταγραφή αρχαιολογικών δεδομένων, η μελέτη και η αναπαράσταση τοποθεσιών με αρχαιολογικό και ιστορικό ενδιαφέρον, αντικειμένων και τοπίων του παρελθόντος με τη βοήθεια υπολογιστή και προγραμμάτων τρισδιάστατων γραφικών, ονομάζεται «εικονική αρχαιολογία». Η χρήση των υπολογιστών στο χώρο του πολιτισμού αποτελεί τεχνολογία αιχμής, που επιτρέπει στους πολιτιστικούς οργανισμούς καταρχήν να ψηφιοποιήσουν το υλικό τους, ώστε αυτό να είναι διαθέσιμο στην επιστημονική κοινότητα και στο ευρύ κοινό και στη συνέχεια με τη βοήθεια των τρισδιάστατων γραφικών να μελετήσουν, να επεξεργαστούν και να οπτικοποιήσουν πολύπλοκα δεδομένα, έννοιες και ευρήματα παρέχοντας έτσι μια πιο αντιληπτή μορφή του πολιτιστικού αγαθού. Στο άρθρο δίνεται ο ορισμός και ο σκοπός της εικονικής αρχαιολογίας, έτσι όπως καθορίζεται από τη διεθνή βιβλιογραφία, καθώς και η συμβολή των λογισμικών τρισδιάστατων γραφικών και των σύγχρονων τεχνικών σύλληψης δεδομένων στην ενίσχυση της αρχαιολογικής διαδικασίας.
Η περίφημη οινοχόη του Διπύλου.
Το ζήτημα της γραφής είναι θεμελιώδες μέσα στο λεγόμενο ομηρικό ζήτημα. Τα τελευταία χρόνια έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις η θεωρία του Αμερικανού καθηγητή B.P. Powell ότι το ελληνικό αλφάβητο επινοήθηκε ειδικά προκειμένου να καταγραφούν τα ομηρικά έπη• και μάλιστα καθ’ υπαγόρευση του ίδιου του ποιητή. Στο παρόν άρθρο εξετάζεται η λειτουργικότητα του «ομηρικού» αλφαβήτου που προτείνει ο Powell, ενώ τονίζεται η ελάχιστα ικανοποιητική κατάσταση της ελληνικής γραφής για μια τέτοια χρήση κατά τη διάρκεια του 8ου αιώνα, εποχή του ποιητή. Η στοιχειωδώς ικανοποιητική απόδοση των ομηρικών επών στο αλφάβητο που προτείνει ο Powell ελέγχεται και κρίνεται πρακτικά αδύνατη: κυρίως λόγω των σοβαρών ελλείψεων της ελληνικής γραφής κατ’ αυτή την περίοδο, της προφανούς απουσίας επαρκούς γραφικής ύλης ή/και κατάλληλων επιφανειών. Και σε κάθε περίπτωση, ένεκα του γεγονότος ότι η ομηρική ήταν η προφορική ποίηση μιας προφορικής κοινωνίας. Έτσι η ομηρική ποίηση όχι μόνο δεν είχε ανάγκη τη γραφή, αλλά –αντίθετα- η τέχνη της γραφής αποδείχθηκε «εχθρική» για την ελληνική επική ποίηση. Ο συγγραφέας του άρθρου, ερευνητής των πρώιμων ελληνικών συστημάτων γραφής, υποστηρίζει ότι η πρωταρχική χρήση του ελληνικού αλφαβήτου ήταν να διευκολύνει, ιδίως από ελληνικής πλευράς, τις ελληνο-φοινικικές ναυτιλιακές και εμπορικές συναλλαγές. Η χρήση της γραφής από τους Έλληνες στη λογοτεχνία και την επιστήμη έπεται χρονικά, όπως συνέβη παντού στην ιστορία της γραφής.
Κορακονησία. Άποψη από αέρος.
Η Κορακονησία βρίσκεται στον Αμβρακικό Κόλπο, ανάμεσα στα βυζαντινά λιμάνια της Άρτας, την Κόπραινα και τη Σαλαώρα. Στο νησάκι, που σε παλαιά έγγραφα αναφέρεται ως Κορακονήσιον, εκτός από το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το τοπίο της ευρύτερης περιοχής, μπορεί κανείς να επισκεφθεί το Φειδόκαστρο, το μικρονήσι Κέφαλο, το Καθολικό της Μεσοβυζαντινής Μονής της Παναγίας, το παρεκκλήσιο του Οσίου Ονουφρίου και την "Κούλια" της τελευταίας οθωμανικής περιόδου.
Οι αμφορείς της Αρχαιολογικής Συλλογής Νέας Κούταλης, όπως εκτίθενται σύμφωνα με την περιοχή προέλευσής τους και τη χρονολογία.
Στο ακριτικό νησί της Λήμνου εγκαινιάσθηκε την 1η Ιουλίου 2006 ένα νέο θεματικό Μουσείο του Αιγαίου. Στο Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης και Σπογγαλιείας Νέας Κούταλης παρουσιάζεται η ναυτική παράδοση των προσφύγων από το νησί Κούταλη της Προποντίδας. Στη Νέα Κούταλη οι πρόσφυγες του 1922 ασχολήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά με τη σπογγαλιεία και την επεξεργασία σφουγγαριών. Έτσι στο Μουσείο εκτίθενται κειμήλια και φωτογραφίες από τη ναυτική ζωή των Κουταλιανών πριν από τον ξεριζωμό τους από την Προποντίδα, αντικείμενα που αφορούν τη σπογγαλιεία (εξοπλισμός δυτών, εξαρτήματα των σπογγαλιευτικών καϊκιών, εργαλεία επεξεργασίας των σφουγγαριών κ.ά.), αλλά και αρχαιολογικά ευρήματα που περισυνέλεξαν οι σφουγγαράδες από τα βάθη της θάλασσας και χρονολογούνται από τους αρχαίους έως τους νεότερους χρόνους.
Πληροφορίες
Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης και Σπογγαλιείας Νέας Κούταλης
τηλέφωνο Μουσείου: 22540 92383
Ωράριο λειτουργίας Μουσείου
Τρίτη κλειστά
Δευτέρα, Τετάρτη-Κυριακή: 10.00-14.00
Δήμος Νέας Κούταλης
Λήμνος 81400
τηλ.: 22540 51790, 51362
fax: 22540 51763
e-mail: dimkout@otenet.gr
Δίον
Η συντακτική επιτροπή του περιοδικού σκέφτηκε πως θα ήταν ευχάριστο για τους αναγνώστες μας να βρίσκουν σε κάθε τεύχος μια πρόταση για εκδρομή. Μια εκδρομή σε γνωστά μέρη που όμως θα τους αποκαλύψει κάτι καινούργιο!
Αυτή τη φορά προορισμός μας είναι το Λιτόχωρο. Χτισμένο στις ανατολικές υπώρειες του Ολύμπου, με πολλές γραφικές γωνιές προσφέρεται ως ορμητήριο για πολλές εξορμήσεις: έτσι, εκτός από την ανάβαση στον Όλυμπο, προτείνονται επισκέψεις στο Δίον, τη Βεργίνα, το Κάστρο του Πλαταμώνα, αλλά και πιο κοντινές διαδρομές στα Ταμπάκικα, τους Μύλους, το Ξέφωτο του Αϊ-Γιάννη.
Το εξώφυλλο του βιβλίου
Βιβλιοπαρουσίαση της σημαντικής έκδοσης Il papiro di Artemidoro, των C. Gallazzi / B. Kramer / S. Settis (επιμ.), Edizioni Universitarie di Lettere Economia Diritto, Μιλάνο 2008.
Το εξώφυλλο του βιβλίου
Βιβλιοπαρουσίαση της έκδοσης Οδοιπορικό στα Μνημεία του Νομού Καρδίτσας. Αρχαιότητες, Ναοί, Νεότερα Μνημεία, της Ευαγγελίας Τσαγκαράκη (επιμ.), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καρδίτσας, Καρδίτσα 2007.
Το εξώφυλλο του βιβλίου της Ruth D. Whitehouse "Gender and Italian Archaeology: Challenging the Stereotypes".
Στη στήλη "Από το Journal of Mediterranean Archaeology" παρουσιάζεται το έργο της αρχαιολόγου Ruth D. Whitehouse, στο οποίο είναι αφιερωμένο το τεύχος 21/1 (2008), του Journal of Mediterranean Archaeology.
Η αρχική σελίδα του ιστότοπου της ΚΖ' Εφορείας Κλασικών και Προϊστορικών Αρχαιοτήτων που λειτουργεί από το καλοκαίρι του 2007.
Για την ιστοσελίδα μιας Εφορείας Αρχαιοτήτων, η πρώτη σκέψη που έρχεται στο νου είναι η επίσημη παρουσίαση που περιλαμβάνει ο ιστότοπος του ΥΠΠΟ, προσβάσιμη από τον κατάλογο των Περιφερειακών Υπηρεσιακών Μονάδων του (από το οργανόγραμμα του Υπουργείου Πολιτισμού, www.yppo.gr/1/g10.jsp, επιλογή "Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς",www.yppo.gr/1/g1540.jsp?obj_id=11).
Οι ιστοσελίδες αυτές, τυποποιημένες και απρόσωπες ίσως, αλλά εξαιρετικά χρήσιμες, προσφέρουν συγκεκριμένες πληροφορίες για όλες τις Εφορείες, Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (ΕΠΚΑ) και Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (ΕΒΑ). Τι συμβαίνει όμως αν μια Εφορεία αποφασίσει να προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα στην αρχαιολογική επικοινωνία; Η στήλη των «Δικτυακών Τόπων» παρουσιάζει τις περιπτώσεις τριών Εφορειών οι οποίες, εκτός από την τυποποιημένη παρουσίαση στον ιστότοπο του ΥΠΠΟ, διαθέτουν ανεξάρτητη ιστοσελίδα: η ΛΓ΄ ΕΠΚΑ, η ΚΖ΄ ΕΠΚΑ και η 10η ΕΒΑ.
Χάρτης της Κέρκυρας, από τη συλλογή του ΜΙΕΤ.
Ειδήσεις: Γερμανοί επιστήμονες στα ίχνη του Ιπποδρόμου της Αρχαίας Ολυμπίας, Νεολιθικά ευρήματα στο Βασιλί Φαρσάλων, Ρωμαϊκά γλυπτά εντοπίστηκαν στην Κύθνο, το Βατικανό δάνεισε στην Ελλάδα γλυπτό του Παρθενώνα, Άνοιξε η Αρχαιοθήκη στο Δίον, Υποτροφίες Βρετανικής Σχολής Αθηνών.
Εκθέσεις: Χάρτες του Ιονίου Πελάγους, Ελλάδα και Τεχνολογία: μια διαχρονική προσέγγιση, Η εξέλιξη της αρχαιολογικής φωτογραφίας, Βυζαντινές εικόνες στο Βουκουρέστι.
Συνέδρια: 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αναστηλώσεων, Κύκλος σεμιναρίων για την Αλβανία, «Byzantium in London».
Διαλέξεις: Διάλεξη της Εταιρείας Μελέτης Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, Διαλέξεις στην Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταρεία, Διάλεξη για τα γλυπτά του Παρθενώνα.
Βιβλία: Χ. Κουκούλη-Χρυσανθάκη, R. Treuil και άλλοι, Dikili Tash, village préhistorique de Macédoine orientale - Βασιλική Μαχαίρα, Το ιερό Αφροδίτης και Έρωτος στην Ιερά Οδό - Horst Blanck, Το βιβλίο στην αρχαιότητα.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Στα Αρχαιομετρικά Νέα αυτού του τεύχους μπορείτε να διαβάσετε:
-Το 5ο Συμπόσιο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
-Το 2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας
-Νέες εκδόσεις: Θ. Τσέλιος, Η μεταλλουργία του χαλκού στην Προανακτορική Κρήτη: Τεχνολογικές εξελίξεις και κοινωνικές όψεις, Ε. Ιωακείμογλου, Τα οργανικά υλικά στην Τέχνη και την Αρχαιολογία. Τόμος Α΄: Λίπη και έλαια, φυσικά κεριά και φυσικές ρητίνες.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Ένας θησαυρός που δεν ανακτήθηκε ποτέ. Σαν όλους τους θησαυρούς. Η μοίρα τους είναι να θάβονται — είτε μέσα μας είτε στη γη. Εκεί φαίνεται να βρίσκεται και η απόλαυσή τους από τους ιδιοκτήτες τους — στην κατοχή και αποθήκευσή τους μακριά από το πεδίο του βλέμματος.
Οι υπό καλλιέργεια αρετές μας δεν θα γίνουν ποτέ ένα δώρο που θα προσφέρουμε στον εαυτό μας και στους άλλους. Οι απολογισμοί θα διαγράψουν κύκλους μέσα στη σκέψη μας μέχρι τα ίχνη τους να χαθούν. Τα νομίσματα έμειναν θαμμένα στα λουτρά στην Ερέτρια, σαν τα τραύματα, τις αναμνήσεις, τις μεταμέλειες και τις συγγνώμες που θάβουμε μέσα στον νου μας.
Φαίνεται πως γεννιόμαστε με την τάση να συσσωρεύουμε περισσότερο παρά να μοιραζόμαστε. Υπάρχει τέλος, υπάρχει σκοπός ή μας οδηγεί η παρόρμηση; Χρήμα, αγαθά, άνθρωποι, επιτεύγματα, εμπειρίες, εξουσία, ό,τι επιλέγει ο καθένας να συλλέξει. Πόσο αληθινή είναι η κατοχή τους; Τι προσπαθούμε να κρατήσουμε κρατώντας τα; Η απελευθέρωση και η εξέλιξη έρχονται με την επίπονη ανατροπή αυτής της τάσης. Με τη συσσώρευση τρέφουμε το εγώ, όχι την ψυχή. Η αυτάρεσκη πλευρά μας δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος. Είναι ο κόλακας, όχι ο μέντορας.
Ο Sylvian Fachard, διευθυντής της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Ελλάδα.
Τον γοητεύει η πολιτισμική πολυπλοκότητα του τοπίου της Αττικής. Η σταθερότητα του τοπίου μέσα στις χιλιετίες στη Μεσόγειο τον συναρπάζει. Τον συναρπάζει επίσης απολύτως το ότι η χωρική και εδαφική οργάνωση αποτελεί προϋπόθεση του αρχαίου ελληνικού δημοκρατικού πολιτεύματος. Υπερμάχεται των διεπιστημονικών μελετών σε επίπεδο περιοχής (regional studies), εργάζεται με Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (GIS) συμπληρώνοντας όσα δεν βλέπει το μάτι. Είναι ο καθηγητής Sylvian Fachard, νέος διευθυντής της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Ελλάδα.
Άγαλμα του Απόλλωνος Σαυροκτόνου. Αντίγραφο από πρωτότυπο έργο του Πραξιτέλη, α' τέταρτο 2ου αι. (πρωτότυπο έργο: μεταξύ 340 και 330 π.Χ.). Βρέθηκε στη Ρώμη, Via dei Serpenti. Περίβλεπτο άγαλμα από πεντελικό μάρμαρο, ίχνη ερυθρού χρώματος στον κορμό του δέντρου. Ύψ. 110 εκ.,
πλ. 71 εκ., βάθ. 81 εκ. Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας, δωρεά του Walther Fol το 1871,
αρ. ευρ. MF 1316. © Musée d’art et d’histoire, φωτ.: André Longchamp.
Μια κομβική παρουσία συνέδεσε τις απαρχές του φιλελληνικού κινήματος στη Γενεύη με τη δημιουργία της σύγχρονης Ελβετίας. Πρόκειται για τον Ιωάννη Καποδίστρια, υπουργό Εξωτερικών του Τσάρου, έναν από τους διπλωμάτες που χειρίζονταν τις ελβετικές υποθέσεις. Για την επέτειο των 200 ετών από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, το Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας της Γενεύης διοργάνωσε έκθεση και ημερίδα με θέμα «Γενεύη και Ελλάδα. Μια φιλία στην υπηρεσία της ανεξαρτησίας».
Η ακρόπολη της Ερέτριας. Στην κορυφή της βρίσκεται η παλαιότερη εγκατάσταση η οποία χρονολογείται στην Ύστερη/Τελική Νεολιθική περίοδο.
Οι ανασκαφές της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Ελλάδα έχουν διαχρονικά επικεντρωθεί στις ιστορικές φάσεις κατοίκησης της Ερέτριας και της Αμαρύνθου, με την έρευνα της αρχαίας πόλης και του εκτός των τειχών ιερού της Αμαρυσίας Αρτέμιδος. Ως εκ τούτου, τα προϊστορικά κατάλοιπα αποτελούν μέχρι σήμερα τυχαία ευρήματα, με μόνη εξαίρεση έναν μικρό τομέα στην κορυφή της ακρόπολης της Ερέτριας. Αντιθέτως, η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ευβοίας είχε διεξαγάγει στοχευμένες έρευνες στην Αμάρυνθο από τη στιγμή που τα δεδομένα της επιφανειακής έρευνας αποκάλυψαν ότι ο λόφος των Παλαιοεκκλησιών αποτελεί σημαντικό σημείο στο δίκτυο των παράκτιων θέσεων της κεντρικής Εύβοιας κατά την Εποχή του Χαλκού.
Τάφος 2, Oικία
με τα Ψηφιδωτά. © ESAG.
Ο ενταφιασμός μέσα σε κεραμικά αγγεία αποτελεί τον επικρατέστερο τρόπο ταφής στην Ερέτρια για έμβρυα, νεογέννητα και νήπια από την Υστερογεωμετρική έως και την Αρχαϊκή περίοδο. Η ταφή μέσα σε αντικείμενα σημαντικά για τη διατήρηση του οίκου υποδηλώνει ότι τα άτομα αυτά δεν αντιμετωπίζονταν ως παραμελημένα μέλη της κοινωνίας. Αντίθετα, παρέχει προστασία στους εύθραυστους αυτούς σκελετούς και συνδέει τα πρόωρα χαμένα νεαρά άτομα με την οικογένειά τους.
Το ειδώλιο Τ7244 (σε πρώτο πλάνο αριστερά) και άλλα αντικείμενα στη θέση εύρεσης στο εσωτερικό του ναού
της Αμαρυσίας Αρτέμιδος. © ESAG.
Το καλοκαίρι του 2020 στην Αμάρυνθο, ο τομέας που είχε ανασκαφεί τελευταία στα δυτικά του ανασκαφικού πεδίου απέφερε σημαντικά ευρήματα. Νέες τομές διενεργήθηκαν με στόχο τη διερεύνηση του κτηρίου 6, το ανατολικό τμήμα του οποίου είχε ήδη αποκαλυφθεί. Όπως αποδείχθηκε, το μεγάλο ορθογώνιο κτίσμα είχε πλάτος 10 μ., μήκος τουλάχιστον 30 μ. και η θεμελίωσή του ακουμπούσε σε προγενέστερα οικοδομικά κατάλοιπα. Μία τομή διαστάσεων 4x4 μ., στο κέντρο του δυτικού τμήματος του κτηρίου 6, αποκάλυψε έναν αποθέτη με σπάνια ευρήματα: αγγεία, πήλινα ειδώλια και μικροευρήματα. Τα περισσότερα από τα ευρήματα αυτά διατηρούνταν ακέραια, ενώ κάποια είχαν σπάσει in situ από το βάρος της επίχωσης. Αυτό το σύνολο αντικειμένων που παρουσιάζει μεγάλη χρονολογική συνοχή τοποθετείται στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. Στο άρθρο παρουσιάζονται δύο αντικείμενα που προέρχονται από αυτόν τον σημαντικό αποθέτη: ένα πήλινο σανιδόμορφο καθιστό ειδώλιο και μια χάλκινη φιάλη.
Στήλη της Θεττάλης και της κόρης της (ME 20064). Ερέτρια. 60,5x37–39x7,6–7 εκ., γ' τέταρτο 4ου αι. π.Χ. (φωτ.: Α. Σκιαδαρέσης).
Η Ερέτρια ήταν μία από τις πολυπληθέστερες και ακμάζουσες ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας. Αυτό το δημογραφικό «πλεόνασμα» και η ευημερία των διαβιούντων πολιτών αντανακλάται στον κόσμο των νεκρών, κρίνοντας από τη μεγάλη αφθονία των ταφικών μνημείων που αποκαλύφθηκαν στη σύγχρονη πόλη και τα περίχωρά της. Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί η εύκολη πρόσβαση σε ντόπιο μάρμαρο και ασβεστόλιθο καλής ποιότητας που επέτρεπε στους τεχνίτες να παράγουν λίθινα σήματα για τους τάφους Ερετριέων, αλλά και ορισμένων ξένων που έτυχε να πεθάνουν μακριά από την πατρίδα τους.
Στην Ερέτρια βρέθηκαν, επίσης, πολυάριθμα κείμενα χαραγμένα στον λίθο, τα οποία επιτρέπουν στους επιγραφικούς να βελτιώσουν σημαντικά τις γνώσεις μας για την πόλη και την τεράστια επικράτειά της. Μέσα σε αυτό το πλούσιο επιγραφικό υλικό, οι επιτάφιοι είναι μακράν τα πιο πολυάριθμα κείμενα.
Το Δρακόσπιτο του όρους Όχη.
Τα Δρακόσπιτα της νότιας Εύβοιας αποτελούν μία ομάδα από αρχαία λίθινα κτίρια, τετράγωνης ή ορθογώνιας κάτοψης. Η λαϊκή φαντασία τα ονόμασε Δρακόσπιτα εξαιτίας της εντυπωσιακής κατασκευής τους από μεγάλους, κατεργασμένους λίθους. Τα περισσότερα εντοπίζονται στην ορεινή περιοχή των Στύρων Καρυστίας. Κατά τη νεότερη περίοδο, μαζί με τον χαρακτηρισμό «δρακόσπιτο», στο καθένα από αυτά αποδόθηκε το νεοελληνικό, κάποτε αρβανίτικο ή άλλο, τοπωνύμιο της γεωγραφικής θέσης του, όπως στα Δρακόσπιτα Λιμικό, Ίλκιζες, Κούρθεα, Λουμιθέλ, Κρόι Φτοχτ, Αμινού και Βίγκλια. Το μεγαλύτερο και καλύτερα διατηρημένο είναι το Δρακόσπιτο στο όρος Όχη, στα βόρεια της πόλης της Καρύστου. Το συγκρότημα των τριών Δρακόσπιτων στη θέση Πάλλη Λάκκα Στύρων είναι επίσης αξιοσημείωτο και καλοδιατηρημένο.
Ερυθρόμορφη υδρία από την περιοχή
της Καμπανίας,
περ. 350 π.Χ. Μιλάνο, Θεατρικό Μουσείο της Σκάλας του Μιλάνου (Λάζος Χ.Δ., «Παίζοντας στο χρόνο: Αρχαία ελληνικά και βυζαντινά παιχνίδια (1700 π.Χ.– 1500 μ.Χ.), Αίολος, Αθήνα 2002, σ. 136). Έρωτας δίνει ώθηση σε μια νεαρή κοπέλα που κάνει κούνια πάνω σε πέταυρον. Ανάμεσα στις δύο μορφές, διακρίνεται το υποπόδιο πάνω στο οποίο ανέβαιναν οι κόρες για να καθίσουν στην αιώρα.
Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν εντάξει τα ομαδικά παιχνίδια στο πρόγραμμα αγωγής των παιδιών, γνωρίζοντας ότι αναπτύσσουν τη συντροφικότητα, ασκούν το σώμα, καλλιεργούν το πνεύμα, μαθαίνουν τα παιδιά να σέβονται τους κανόνες τους και, συνακόλουθα, να τηρούν μεγαλώνοντας τους νόμους της πόλης τους. Σήμερα, είναι γενικότερα γνωστό ότι πολλά παιχνίδια που παίζονταν στην αρχαία Ελλάδα και μάλιστα στην Κάτω Ιταλία, την περιοχή που αφορά στη μελέτη μας, έφτασαν μέσω του Βυζαντίου ως τις μέρες μας. Σε ορισμένες περιπτώσεις παίζονται με πανομοιότυπο τρόπο ή με μικρές διαφοροποιήσεις, σε άλλες διατηρούν ακριβώς το ίδιο αρχαίο όνομα ή έχουν πάρει διαφορετικό.
«Ο Francesco Morosini εκπορθεί το κάστρο της Καλαμάτας». Μουσείο Correr Βενετίας. Photo Archive–Fondazione Musei Civici di Venezia.
Στον Francesco Morosini, το όνομα του οποίου συνδέθηκε με την καταστροφή του Παρθενώνα (1687), ανέθεσε η Βενετική Γερουσία την ηγεσία του στόλου των χριστιανικών δυνάμεων της Δύσης στον Βενετοτουρκικό πόλεμο του 1684–1699, γνωστό ως Πόλεμο του Μορέως. Τη διοίκηση των στρατευμάτων της ξηράς είχε ο στρατηγός βαρώνος Annibale di Deghenfelt, που πρωταγωνίστησε στη μάχη της Καλαμάτας. Η νίκη ήρθε ανήμερα του Σταυρού.
Σύμπλεγμα Θησέα και Αντιόπης τη στιγμή της αποκάλυψής του το 1900. Ερέτρια, Ναός Δαφνηφόρου Απόλλωνα, τέλη 6ου αι. π.Χ. (Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, 1900).
Η Ερέτρια βρίσκεται στη βόρεια ακτή του νότιου Ευβοϊκού Κόλπου, απέναντι από τις ακτές της Αττικής. Η ίδρυσή της σε μια θέση στην οποία μαρτυρείται κατοίκηση ήδη από την Εποχή του Χαλκού (παρόλο που αυτή δεν μοιάζει να συνεχίζεται κατά την 1η χιλιετία π.Χ.) δεν μπορεί να μελετηθεί χωρίς την παράλληλη αναφορά σε δύο θέσεις που διαδραμάτισαν κυρίαρχο ρόλο στην περιοχή από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού έως την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου: την Αμάρυνθο και το Λευκαντί.
Στον λόφο Παλαιοεκκλησιές της Αμαρύνθου υπήρχε μια σημαντική προϊστορική θέση για την οποία γίνεται αναφορά στα αρχεία του μυκηναϊκού ανακτόρου της Θήβας. Η εξέλιξη αυτού του οικισμού στις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. δεν είναι γνωστή, ωστόσο οι δραστηριότητες των κατοίκων φαίνεται ότι μεταφέρθηκαν προς την πεδιάδα, μετά την ξηρασία που έπληξε τον κόλπο στα δυτικά του λόφου. Τον 8ο αιώνα π.Χ. μαρτυρούνται στην περιοχή τουλάχιστον τρεις αψιδωτές οικίες, ενώ το αργότερο από τον 7ο αιώνα άρχισε να αναπτύσσεται εκεί το Ιερό της Αμαρυσίας Αρτέμιδος, το οποίο αναδείχθηκε στο σημαντικότερο θρησκευτικό κέντρο της Εύβοιας.

Πήλινο προσωπείο Διόνυσου από τη Μαρώνεια, 4ος αι. π.Χ. Μουσείο Κομοτηνής.
Η πρώτη προϊστορική ανασκαφή στη Θράκη, στην τούμπα της Παραδημής έδωσε σημαντικά ευρήματα της Νεολιθικής και της πρώιμης εποχής του Χαλκού. Η Παραδημή όμως υπήρξε εξαίρεση, αφού όλες οι έρευνες στρέφονταν πρώτα στην παραλιακή ζώνη, όπου είχαν ιδρυθεί τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. οι ιωνικές αποικίες, και μετά στη γειτονική πεδινή ζώνη ως τα νότια υψώματα της Ροδόπης. Η εξερεύνηση της τρίτης ζώνης που περιλαμβάνει τις ορεινές περιοχές της Ροδόπης ως τα βουλγαρικά σύνορα άρχισε μόλις το 1971. Στόχος η επισήμανση μνημείων και χώρων της πρώιμης και μέσης εποχής του Σιδήρου (1000-600 π.Χ.). Περιγράφονται τα σημεία των ανασκαφών και εκθέματα από τα Μουσεία Κομοτηνής και Σαμοθράκης.
Μαρώνεια, Άγιος Γεώργιος. Μεγαλιθική πύλη του δυτικού σκέλους των τειχών.
Από τη Μέση και τη Νεότερη Παλαιολιθική εποχή βρέθηκαν κοντά στα Ρίζια του Έβρου αρκετά κομμάτια επεξεργασμένου πυριτόλιθου. Από τη Νεολιθική εποχή, που στη Θράκη φθάνει ως το 4500 π.Χ., η Παραδημή είναι ο μόνος οικισμός που έχει ανασκαφεί. Συγκρίνεται με τους οικισμούς Φωτολείβος Ι, Ντικιλί-Τας Ι και με τον πολιτισμό Vesselinovo-Karanovo III της Βουλγαρίας. Τα στιλβωμένα αγγεία δείχνουν υψηλή τεχνική, κάποια έχουν εγχάρακτη διακόσμηση και χαρακτηρίζονται από το κωνικό σχήμα του κάτω μέρους και τις κερατοειδείς ή κομβιόσχημες αποφύσεις στις λαβές. Η τρίτη περίοδος της Παραδημής έδωσε και εξαιρετικά ειδώλια. Στην τέταρτη περίοδο εμφανίζεται η κεραμική με γραφίτη (Graphit Malerei). Για τη νεολιθική αρχιτεκτονική δεν υπάρχουν ακόμη στοιχεία και οι υποθέσεις στηρίζονται στα ευρήματα του Karanovo. Η εποχή του Χαλκού αρχίζει γύρω στο 3000 π.Χ. Τα ευρήματα από την πρώιμη εποχή του Χαλκού στην Παραδημή μπορούν μόνο να παραβληθούν προς τα αντίστοιχα της Τροίας Ι. Περισσότερες πληροφορίες δίνουν οι οικισμοί του Φωτολείβους και του Ντικιλί-Τας που έδωσαν αρχιτεκτονικά λείψανα και πλούσια κεραμική με σχοινωτή διακόσμηση, χαρακτηριστική της Kurgan-Kultur (Schnurkeramik). Η Μέση Χαλκοκρατία δεν εμφανίζεται ανασκαφικά, ούτε τα μινυακά αγγεία που τη χαρακτηρίζουν. Άγνωστη ανασκαφικά είναι και η Ύστερη Χαλκοκρατία με τη μυκηναϊκή κεραμική. Τα κενά ως προς την εποχή του Χαλκού στη Θράκη συμπληρώνουν τα ανασκαφικά ευρήματα στη ΝΑ Βουλγαρία. Οι πιο χαρακτηριστικές θέσεις της εποχής ως τα μέσα της Ύστερης Χαλκοκρατίας είναι τούμπες σχηματισμένες πάνω σε θέσεις χαλκολιθικές, νεολιθικές ή και νέες. Λίγο πριν από την αρχή της μέσης περιόδου της, εργαλεία και όπλα κατασκευάζονται από μέταλλο, χρησιμοποιούνται οι κλειστές μήτρες και γενικεύεται η ανάμιξη χαλκού και κασσίτερου. Σκοτεινές παραμένουν και η πρώιμη και μέση εποχή του Σιδήρου που αντιστοιχούν με την Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική του ελλαδικού χώρου. Στο ορεινό χωριό Ρούσσα του Έβρου βρέθηκαν κρηπιδώματα διαλυμένων τύμβων που περιλάμβαναν τάφους από σχιστόπλακες. Στην πρώτη περίοδο της Ρούσσας (9ος αιώνας π.Χ.) χρονολογούνται οι μεγαλύτεροι τάφοι, Dolmens, καθώς και η κεραμική με την αυλακωτή διακόσμηση στο λαιμό και τον ώμο των αγγείων. Χαρακτηριστικό σχήμα είναι ο «αμφορέας» με το αμφικωνικό σώμα, τον κωνικό λαιμό και τις τέσσερις κατακόρυφες κερατοειδείς αποφύσεις (Buckelkeramik). Τα γεωμετρικά σχέδια είναι εμπίεστα και εγχάρακτα ενώ αποδίδεται και η διακοσμητική μορφή του πελαργού. Στη δεύτερη περίοδο χρησιμοποιούνται στις θήκες τα μεγάλα τεφροδόχα αγγεία με τα υπολείμματα της καύσης των νεκρών, στην κεραμική κυριαρχεί η εμπίεστη διακόσμηση και εμφανίζονται οι χάλκινες και σιδερένιες τοξωτές και τριγωνικές πόρπες. Η κεραμική των δύο πρώτων περιόδων της Ρούσσας έχει ομοιότητες με την κεραμική της Τροίας VIIB2. Στην τρίτη περίοδο της Ρούσσας (γύρω στο 600 π.Χ.) ανήκουν οι απλές καύσεις ή τα τεφροδόχα αγγεία μέσα σε αβαθείς λάκκους. Χαρακτηριστικά κτερίσματα είναι τα σιδερένια μαχαιρίδια και οι αιχμές δοράτων. Σε υψώματα της Ροδόπης έχουν λαξευτεί σε βράχους δίσκοι ή και κοιλότητες σε διάφορους συνδυασμούς, ίχνη λατρείας ή αστρονομίας. Έχουν επίσης επισημανθεί ίχνη υπαίθριων ιερών. Στη θρησκεία και τη μυθολογία των αρχαίων Θρακών εμφανίζονται ο Ήλιος, ο Απόλλων, ο Μάρων, ο Ρήσος, ο Θραξ Ιππεύς ή Ήρως που αργότερα συμφύρεται με τον άγιο Γεώργιο και, βεβαίως, ο Ορφέας και ο Διόνυσος.
Ορεινή Ροδόπη. Πέτρινο κλειστό σπίτι.
Η εθνοαρχαιολογική έρευνα που έγινε στη Θράκη το καλοκαίρι του 1982 επικεντρώθηκε στην περιοχή βορειοδυτικά της Κομοτηνής, στη χαράδρα του ποταμού Κομψά του που πηγάζει από την ορεινή Ροδόπη. Η ορεινή Ροδόπη φιλοξενεί παραδοσιακές φυλετικές ομάδες, όπως οι Πομάκοι, αποκλειστικά ορεσίβιοι και με περιορισμένες επαφές με τους πεδινούς. Η απομόνωσή τους οφείλεται και στη χάραξη των εθνικών συνόρων το 1920. Οι οικισμοί τους θεωρούνται μία από τις βορειοελλαδικές παραλλαγές του τυπικού μεσογειακού χωριού με την πυρηνική οικιστική διάταξη. Μια άλλη πληθυσμιακή ομάδα, εγκατεστημένη στην ίδια περιοχή πριν κατέβει στην πεδιάδα, ήταν οι Μουσουλμάνοι. Ζούσαν σε οργανωμένα χωριά και είχαν στενές εμπορικές σχέσεις με κωμοπόλεις της πεδιάδας όπου πουλούσαν τα προϊόντα τους. Παρά την κοινή θρησκεία δεν υπήρξε επιμειξία μεταξύ Μουσουλμάνων και Πομάκων. Μια τρίτη ομάδα, μετακινούμενη εποχιακά, ήταν οι Σαρακατσάνοι που ξεχειμώνιαζαν κοντά στις Σάππες. Ως το 1919 μετακινούμενοι ήταν και οι βούλγαροι βοσκοί, οι Μπαηγκάνηδες, που κατέβαιναν να ξεχειμωνιάσουν στις παραθαλάσσιες περιοχές της Θράκης.
Το Σίλλιο και ο Κάβος είναι δύο χωριά στην χαράδρα του Κομψάτου, κοντά στον Πολύανθο. Το Σίλλιο είναι εντελώς εγκαταλελειμμένο από το 1948, ενώ ο Κάβος, ερημωμένος από το 1950, κατοικείται το καλοκαίρι από λίγες οικογένειες. Κύρια πηγή πληροφοριών για την κοινωνική οργάνωση και την οικονομία των χωριών ήταν ο ογδοντάχρονος προύχοντας του Σίλλιου Ρετζέπ αγά. Πρόκειται για τυπικά μουσουλμανικά χωριά με περιορισμένη κοινωνική ζωή. Το κλειστό σύστημα επικοινωνίας και εμπορικής δοσοληψίας, ανέπαφο για πολλά χρόνια, διατήρησε παλιές παραγωγικές διαδικασίες και κοινωνικές δομές.
Η πολιτιστική συμπεριφορά των παραδοσιακών ομάδων της Ροδόπης δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε περιβαλλοντικούς, οικονομικούς ή πολιτικούς λόγους. Ορισμένοι τύποι πολιτιστικής συμπεριφοράς δεν είναι αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου αλλά μιας μακρόχρονης ιστορικής διαδικασίας-εμπειρίας. Ανάλογα ερμηνευτικά προβλήματα αντιμετωπίζει ο προϊστορικός αρχαιολόγος. Οι παρατηρήσεις μας από την έρευνα των παραδοσιακών ομάδων της Θράκης δείχνει ότι η χρήση μεμονωμένων κριτηρίων για την κατανόηση πολιτιστικών διαδικασιών, όπως πολύ συχνά συμβαίνει στην αρχαιολογία, δεν οδηγεί σε σωστές ερμηνείες.
Πήλινα ειδώλια χορευτριών από τάφο ελληνιστικής εποχής στα Άβδηρα.
Η αποικία που πρώτοι οι Κλαζομένιοι επιχείρησαν να ιδρύσουν στο χώρο των Αβδήρων γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα καταστράφηκε στο τέλος του από τους Θράκες. Τα Άβδηρα ίδρυσαν οι κάτοικοι της ιωνικής πόλης Τέω το 545 π.Χ. Ο μύθος λέει πως την πόλη ίδρυσε ο Ηρακλής θέλοντας να τιμήσει τον Άβδηρο που κατασπάραξαν τα ανθρωποφάγα άλογα του βασιλιά των Βιστόνων Θρακών Διομήδη. Στη διάρκεια των Περσικών πολέμων τα Άβδηρα χρησίμευσαν ως βάση των Περσών και ο Δημόκριτος άκουσε μαθήματα από τους Χαλδαίους μάγους που είχε μαζί του ο Ξέρξης.
Η πόλη διέκοψε την κυκλοφορία νομισμάτων της από το 449 ως το 439 π.Χ. και τη σταμάτησε μετά το 167 π.Χ. Στη ρωμαϊκή κυριαρχία παρέμεινε αυτόνομη πολιτεία σε στενή εξάρτηση από τη Ρώμη. Στον αφανισμό της συντέλεσαν και τα έλη που άρχισαν να δημιουργούνται στο ακρωτήρι Μπουλούστρα, τοπωνύμιο που προέρχεται από το όνομα του Πολύστυλου, μικρού οικισμού των βυζαντινών χρόνων.
Στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια τα Άβδηρα αριθμούσαν γύρω στους 22.000 κατοίκους, είχαν πολύ ανεπτυγμένη οικονομία και άριστα οργανωμένο δημοκρατικό πολίτευμα. Πολιούχος θεός τους ήταν ο Απόλλων και έμβλημά τους ο γρύπας. Η πόλη γιόρταζε τα Διονύσια, τα Θεσμοφόρια και διοργάνωνε αγώνες προς τιμήν του Άβδηρου. Διάσημοι Αβδηρίτες υπήρξαν ο Ανακρέων, ο Πρωταγόρας και ο Δημόκριτος.
Ο οχυρωματικός περίβολος της πόλης, που δημιουργήθηκε στο τέλος της αρχαϊκής εποχής, έχει κτιστεί με γωνιόλιθους πωρόλιθου και οι δόμοι του πλησιάζουν το ψευδοϊσόδομο σύστημα. Η πόλη χωριζόταν σε δύο τμήματα, με πιο σημαντικό το δυτικό όπου βρέθηκαν τρεις δρόμοι και όπου μάλλον βρισκόταν η αγορά. Στα ρωμαϊκά χρόνια, νότια από την πύλη του δυτικού τείχους κατασκευάστηκαν λουτρά ενώ, στον 9ο-10ο αιώνα μ.Χ., ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο. Οι κατοικίες που βρέθηκαν χρονολογούνται από τον 4ο αιώνα π.Χ. ως τη ρωμαϊκή εποχή. Από τα ελληνιστικά χρόνια εφαρμόστηκε το ιπποδάμειο σύστημα. Κτισμένες με μεγάλους γωνιόλιθους πωρόλιθου, ασβεστόλιθου ή γρανίτη, οι κατοικίες ήταν εσωτερικά επιχρισμένες με χρωματιστά ασβεστοκονιάματα. Τα Άβδηρα είχαν δύο λιμάνια και θέατρο έξω από τα τείχη. Οι τάφοι, από την αρχαϊκή ως την ελληνιστική εποχή, είναι διαφόρων ειδών: μονολιθικοί σαρκοφάγοι, κιβωτιόσχημοι, πήλινες λάρνακες, ταφικά πιθάρια, τεφροδόχα αγγεία, λακκοειδείς και κεραμοσκεπείς. Σε πολλές περιπτώσεις σκεπάζονται με τύμβους. Στα αξιόλογα ευρήματα που μοιράζονται τα Μουσεία της Καβάλας και της Κομοτηνής ανήκουν η σαρκοφάγος κλαζομενιακού τύπου με παράσταση του μύθου του Τρωίλου (500-400 π.Χ.), δύο ανθεμωτές επιστέψεις επιτυμβίων στηλών (5ος αιώνας π.Χ.), το ψηφιδωτό δάπεδο με δελφίνια, κρίνους και ανθέμια (250-200 π.Χ.) κ.ά.
Από τις ανασκαφές των δύο τελευταίων ετών στα Άβδηρα, ήρθε στο φως το πρώτο αρχαϊκό ιερό και εντοπίστηκε το νεκροταφείο των Κλαζομενίων (μέσα 7ου αιώνα π.Χ.). Οι τάφοι των ενηλίκων είναι απλές ταφές στην άμμο, ενώ το οι παιδικές ταφές γίνονται σε μεγάλα ταφικά αγγεία. Από τα κτερίσματα, πόρπες, ιωνικές κύλικες και ταφικοί αμφορείς φανερώνουν σχέσεις με τα παράλια της Μ. Ασίας, ενώ οι πρωτοκορινθιακοί αρύβαλλοι προδίδουν σχέσεις και με την κυρίως Ελλάδα.
Τμήμα της ανάγλυφης μαρμάρινης ζωφόρου από το Πρόπυλο του Τεμένους με κορίτσια να χορεύουν, περ. 340 π.Χ. (Μουσείο Σαμοθράκης).
Ο προϊστορικός οικισμός (Μικρό Βουνί) που έζησε από την Τελική Νεολιθική του αιγαιακού χώρου ως τα όψιμα χρόνια της Μέσης Χαλκοκρατίας αποτελεί παράδειγμα πρωτοαστικής «πόλης» στο Αιγαίο. Εντοπίστηκαν οικισμοί της Ύστερης Χαλκοκρατίας και τρία μεγαλιθικά ταφικά μνημεία από την εποχή του Σιδήρου. Το τελευταίο στρώμα του προελληνικού πληθυσμού ήταν θρακικό και η γλώσσα του παρέμεινε ως τελετουργική γλώσσα στη λατρεία των Μεγάλων Θεών μέχρι τον 1ο αι. π.Χ. Γύρω στο 700 π.Χ. το νησί αποίκισαν Αιολείς. Η πόλη, με ασημένια νομίσματα και μικρό πολεμικό στόλο στα αρχαϊκά χρόνια, προστατεύτηκε στις αρχές του 6ου με εντυπωσιακό τείχος. Στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια η λατρεία των Μεγάλων Θεών παίρνει διεθνή χαρακτήρα. Η νομισματοκοπία που είχε διακοπεί τα κλασικά χρόνια συνεχίζεται μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ. Ωστόσο, από τον 3ο αιώνα μ.Χ. αρχίζει σταθερή η παρακμή. Γύρω στο 1430 η Σαμοθράκη περιέρχεται στην κυριαρχία του γενουάτη ηγεμόνα της Αίνου Παλαμήδη Gattilusi. Ερημώνεται δύο φορές, στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης και το 1821.
Κεντρική μορφή της θρησκείας των Μεγάλων Θεών είναι μια «Μεγάλη Μητέρα», η Αξίερος, Δήμητρα για τους Έλληνες, συγγενική της Κυβέλης και των αντίστοιχων θεαινών της Ανατολίας. Από την Αξίερον πιθανόν αποσπάσθηκαν η Εκάτη Ζηρυνθία και Αφροδίτη Ζηρυνθία, ενώ προσκολλημένος σε αυτή είναι ο Καδμίλος, ιθυφαλλικός θεός της γονιμότητας που ταυτίστηκε με τον Ερμή. Κάβειροι είναι δύο συνοδοί ιθυφαλλικοί δαίμονες. Στους Μεγάλους Θεούς ανήκουν ένας θεός του Κάτω Κόσμου και η γυναίκα του, ο Αξιόκερσος (Άδης) και η Αξιόκερσα (Περσεφόνη). Οι γιορτές της Σαμοθράκης δραματοποιούσαν το γάμο του Κάδμου και της Αρμονίας. Στα νυχτερινά Μυστήρια των Μεγάλων Θεών υπήρχαν δύο βαθμίδες: η καθαυτό μύηση και η εποπτεία. Μεγάλες ποσότητες κρασιού καταναλώνονταν στο συμπόσιο, πριν ή μετά τη μύηση.
Γύρω στο 340 π.Χ., στην καρδιά του Ιερού Χώρου που έχει έκταση 50 περίπου στρεμμάτων, κτίστηκε ορθογώνιος περίβολος γνωστός ως Τέμενος, πιθανόν ανάθημα του Φιλίππου Β΄. Το Πρόπυλο στην είσοδό του αποδίδεται στον Σκόπα. Η ζωφόρος διακοσμείται με τελετουργικό χορό κοριτσιών στην πρωιμότερη χρήση του αρχαϊστικού ρυθμού. Ανάμεσα στο 288 και το 281 π.Χ. η βασίλισσα Αρσινόη αφιέρωσε τη Θόλο, γνωστή με το όνομά της. Η Θόλος αποτελεί το μεγαλύτερο γνωστό κλειστό και κυκλικό οικοδόμημα της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής. Στο τέλος του 3ου αιώνα π.Χ. κατασκευάζεται θέατρο και, αργότερα, πάνω από το κοίλο, ορθογώνιο κτίσμα που χωριζόταν σε δύο τμήματα. Στο πίσω νότιο τμήμα έστεκε η πλώρη του πλοίου με τη Νίκη.
Μετά την κατάργηση της πολυθεϊστικής λατρείας τον όψιμο 4ο αιώνα π.Χ. το Ιερό ερημώνει. Ένα καμίνι του 5ου αιώνα που μεταβάλλει τα κοντινά του μάρμαρα σε ασβέστη, ένας σεισμός στα μέσα του 6ου αιώνα και η σύληση ως τα νεότερα χρόνια ολοκληρώνουν την καταστροφή. Το ιστορικό της έρευνας αρχίζει με τον γάλλο πρόξενο στην Αδριανούπολη M. Champoiseau που πρώτος έσκαψε στη Σαμοθράκη το 1863 βρίσκοντας στο Ιερό των Μεγάλων Θεών το άγαλμα της Νίκης. Ακολουθούν άλλοι Γάλλοι, δύο αυστριακές αποστολές και, από το 1938, το Πανεπιστήμιο της Νέα Υόρκης. Από το 1982 η ΙΘ΄ ΕΠΚΑ εργάζεται στην προϊστορική θέση Μικρό Βουνί.
Μνημειακή πύλη της Μαρώνειας.
Επτά οικισμοί στην πεδινή περιοχή στα ΝΑ της Κομοτηνής ανήκουν στη Νεολιθική (3η χιλιετία π.Χ.) και την Πρωτοχαλκή (2η χιλιετία π.Χ.) περίοδο. Ο Όμηρος εμφανίζει τους Θράκες Κίκονες να πολεμούν γενναία στο πλευρό των Τρώων και αναφέρει τη Μαρώνεια ως την πατρίδα του ιερέα του Απόλλωνα Μάρωνα. Στα ακρογιάλια της, για να ξεφύγει από τη σπηλιά του Κύκλωπα ο Οδυσσέας τον μεθάει με μαρωνίτικο κρασί.
Τη Μαρώνεια ιδρύουν στο α΄ μισό του 7ου αιώνα π.Χ. άποικοι από τη Χίο. Στοιχεία για τη ζωή στα αρχαϊκά χρόνια δεν υπάρχουν. Τον 4ο αιώνα, εποχή της μεγάλης ακμής, δημιουργείται τεχνητό λιμάνι ενώ μακρύ τείχος προστατεύει την πόλη. Ο Φίλιππος Β΄ προσαρτά τη Μαρώνεια το 350 π.Χ. τερματίζοντας την κυκλοφορία των ανεξάρτητων νομισμάτων πού έκοβε στο α΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Σειρά από 28 τέτοια ασημένια τετράδραχμα εκτίθενται στο Νομισματικό Μουσείο. Από την πόλη του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ. οι ανασκαφές αποκάλυψαν ένα ελληνιστικό θέατρο που έχει υποστεί ρωμαϊκή μετασκευή, ένα ιερό που βάσει των επιγραφών αποδίδεται στον Διόνυσο και κατοικίες που προδίδουν πολυτέλεια και άνεση. Για τη λατρεία του Απόλλωνα μαρτυρεί ο Όμηρος και για τη λατρεία του Διόνυσου η εικόνα του θεού και το σύμβολό του, το σταφύλι, πάνω στα νομίσματα. Αργότερα προστέθηκε η λατρεία του μυθικού οικιστή Μάρωνα. Οι επιγραφές μαρτυρούν και λατρεία του Δία, του Ποσειδώνα, του Ερμή και του Ασκληπιού. Στους ελληνιστικούς χρόνους εισάγονται αιγύπτιοι θεοί και στους ρωμαϊκούς η λατρεία της Ρώμης. Το πολίτευμα ήταν δημοκρατικό, υπήρχε Βουλή, Δήμος και Γερουσία, ενώ οι απόγονοι των οικιστών αποτελούσαν την αριστοκρατική τάξη. Γύρω στο 148 π.Χ. η Μαρώνεια θέτει σε κυκλοφορία αργυρά τετράδραχμα που μαζί με τα παρόμοια θασίτικα είναι τα κυριότερα νομίσματα της Θράκης. Στα βυζαντινά χρόνια η Μαρώνεια είναι έδρα επισκόπου. Στην παραλία Άγιος Χαράλαμπος σώζονται ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής με ψηφιδωτό δάπεδο, θεμέλια βυζαντινής εκκλησίας και κτιρίων κ.ά.
Αργυρό τετράδραχμο Δικαίας με παράσταση βοδιού στην κύρια όψη και χταποδιού στη δεύτερη, 500/475 π.Χ.
Η Θάσος και η Σαμοθράκη υπήρξαν οι γέφυρες επικοινωνίας με τη χώρα των Θρακών. Στα τέλη του 8ου ή στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. πάριοι άποικοι αποβιβάστηκαν στη Θάσο. Το 654 π.Χ. μετανάστες από την Άνδρο ιδρύουν την Άργιλο στον κόλπο του Στρυμόνα και μια σειρά από αποικίες στη Χαλκιδική. Γύρω στα 660-650 π.Χ., τα μεταλλεία του Παγγαίου παρακινούν χίλιους νέους μετανάστες από την Πάρο, μαζί και Έλληνες της Θάσου, να περάσουν απέναντι, στην Περαία.
Στη θασιακή Περαία, με μήκος 110 χλμ., οι Έλληνες ίδρυσαν νέες αποικίες ή «εμπόρια». Από τις αρχαιότερες πόλεις ήταν η Γαληψός, η Οισύμη, η Στρύμη, η Νεάπολη, η Δάτος και η Σκαπτή Ύλη. Ανατολικά της Σκαπτής Ύλης ιδρύθηκε ο εμπορικός σταθμός της Στρύμης. Λίγο αργότερα οι Θάσιοι ίδρυσαν στην Περαία και άλλα «εμπόρια», την Απολλωνία, την Αντισάρα, το Ακόντισμα και την Πίστυρο και, το 360/359 π.Χ., ίδρυσαν τις Κρηνίδες στην πεδιάδα των Φιλίππων με τα κοιτάσματα χρυσού. Στο νέο νομισματοκοπείο των Κρηνίδων οι Θάσιοι έκοβαν νομίσματα με την επιγραφή «ΘΑΣΙΟΝ ΗΠΕΙΡΟ».
Στο Αηδονοχώρι του νομού Σερρών αποκαλύφθηκαν νεκροταφείο, ιερό και οικίες που αποδίδονται στην αρχαία Τράγιλο. Στο ακρωτήριο Μπουλούστρα, στο δυτικό άκρο του Πόρτο-Λάγος, Μικρασιάτες άποικοι ίδρυσαν τα Άβδηρα. Ανάμεσα στα Άβδηρα και τη Στρύμη, στο ΝΑ άκρο της Βιστονίδας, τοποθετείται μια άλλη αποικία, γνωστή ως «Δίκαια παρ’ Άβδερα». Βάσει των ευρημάτων υποστηρίζεται η εκδοχή ότι την αποίκισαν Ίωνες, ενώ τα ωραιότατα νομίσματά της τη σχετίζουν με τη Σάμο. Άποικοι από τη Χίο ίδρυσαν στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. τη Μαρώνεια. Μεταξύ Μαρώνειας και Μεσημβρίας πρέπει να βρισκόταν η Ορθαγορία.
Στη Σαμοθράκη τώρα, γύρω στα 700 π.Χ. εγκαταστάθηκαν Σάμιοι ιωνικής καταγωγής και Μικρασιάτες με αιολική προέλευση από την περιοχή της Τρωάδας. Στο νησί κατοικούσαν ήδη προελληνικά φύλα και το θρακικό φύλο των Σαΐων. Στη θέση της αποικίας υπήρχε προελληνικό ιερό των Μεγάλων Θεών με μυστηριακή λατρεία που χρησιμοποιούσε γλώσσα μη ελληνική. Η ομάδα των Μεγάλων Θεών περιλάμβανε τη γυναικεία θεότητα που ονομαζόταν Αξίερος, τον Κάδμιλο, τους Καβείρους, και τους θεούς του Κάτω Κόσμου Αξιόκερσο και Αξιόκερσα. Οι λατρευτικές ανάγκες καθόρισαν τη χρήση των κτισμάτων: το Ανάκτορο, το Τέμενος όπου ο Σκόπας είχε φιλοτεχνήσει μαρμάρινο σύμπλεγμα Αφροδίτης και Έρωτα, το Ιερόν, το Αρσινόειο, η μεγαλύτερη γνωστή θόλος. Σε υπαίθρια μνημειακή κρήνη είχε στηθεί το άγαλμα της Νίκης, όρθιας στην πλώρη ενός πλοίου.
Μια σαμοθρακική Περαία δημιουργήθηκε στα θρακικά παράλια ανάμεσα στο όρος Ίσμαρος και τις εκβολές του Έβρου. Μας παραδίδονται τα εξής ονόματα: Μεσημβρία, Σάλη, Ζώνη, Δρυς, Τέμπυρα και Χαράκωμα. Φαίνεται ότι η Περαία ή τμήμα της αφιερώθηκε ως ιερό τέμενος στους θεούς της Σαμοθράκης. Η Αίνος κτίστηκε στις εκβολές του Έβρου και η ζωή σε αυτήν συνεχίστηκε αδιάλειπτη. Το γεγονός ότι από τα μέλη της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας πλήρωνε τον μεγαλύτερο φόρο μαρτυρεί την οικονομική της άνθηση. Ιδρύθηκε το αργότερο στο β΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ. μάλλον από Αιολείς από την Αλωπεκόνησο και αργότερα από Μυτιληναίους και Κυμαίους. Οι ελληνικές αποικίες της Θράκης αν και ιδρύθηκαν ως «εμπόρια» άσκησαν ισχυρή επιρροή στους Θράκες και σταδιακά τους εξελλήνισαν.
Ο περιτοιχισμένος οικισμός της Μεσημβρίας. Άποψη από την ακρόπολη.
Η Μεσημβρία ήταν κατά τον Ηρόδοτο η δυτικότερη από τις αποικίες που ίδρυσαν οι Έλληνες της Σαμοθράκης στα παράλια της Θράκης, «τα Σαμοθρηίκια τείχεα», στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. Από τις συστηματικές ανασκαφές που άρχισαν το 1966 αποκαλύφθηκε ένα ολοκληρωμένο οικιστικό σύνολο. Το τείχος ορίζει μια έκταση 733 στρεμμάτων αλλά η ιδιαιτερότητα του οικισμού έγκειται σε ένα εσωτερικό τείχος που δημιουργεί μια σχεδόν τετράγωνη, περιτοιχισμένη συνοικία 243 περίπου στρεμμάτων στο ΝΔ του άκρο. Στη συνοικία με την ιπποδάμεια ρυμοτομία, με οικίες, με μαγαζιά ή εργαστήρια και με ένα ληνό, διακρίνονται τρεις φάσεις που χρονολογούνται το αργότερο από τον 5ο αιώνα π.Χ. φθάνοντας ως τον 3ο ή και τον 2ο αιώνα π.Χ. Στην ευρύτερη πόλη ανακαλύφθηκε ιερό της Δήμητρας. Από τα ευρήματα του ιερού εκπληκτικά είναι τα αφιερώματα στη θεά: πλήθος πλακίδια επίχρυσα, επάργυρα, χάλκινα, ακόμη και χρυσά και ασημένια, φέρουν σφυρήλατες λατρευτικές παραστάσεις. Εικονίζονται η Κυβέλη σε θρόνο, η Δήμητρα και η Κόρη, η μεγάλη θεά της Σαμοθράκης, δεόμενοι λατρευτές, μέρη του σώματος, κ.ά. Στα ευρήματα από τη Μεσημβρία συγκαταλέγονται ακέφαλος αρχαϊκός κούρος, θαυμάσια αγγεία του 5ου και του 4ου αιώνα και ένας παναθηναϊκός αμφορέας, νομίσματα από διάφορες πόλεις, περίτεχνα κτερίσματα. Στο νεκροταφείο που βρίσκεται έξω από την πόλη βρέθηκαν ταφές σε λίθινες και πήλινες σαρκοφάγους, κεραμοσκεπείς και κιβωτιόσχημοι τάφοι, εγχυτρισμοί, καύσεις και μεμονωμένες ελεύθερες ταφές. Ξεχωρίζει κυκλικός τύμβος με μια κεντρική ταφή και οκτώ άλλες γύρω του σε λεβητοειδή τεφροδόχα αγγεία και πίθους προϊστορικής εποχής, γεγονός που υποδεικνύει ότι η Μεσημβρία ιδρύθηκε πάνω σε θέση παλαιότερου θρακικού οικισμού.
Τα θαλασσοφαγωμένα στόμια από δύο σήραγγες του υδραγωγείου στη Στρύμη.
Η κακομοιριά όλων των Ελλήνων μαζεύτηκε στη Θάσο, διαπιστώνει εξ ιδίας πείρας ο Αρχίλοχος. Στη Θάσο εγκαταστάθηκαν Πάριοι από τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. Στα μέσα του 7ου αιώνα, κατάφεραν να απωθήσουν τους αυτόχθονες και να σχηματίσουν την Περαία, το γεφύρωμα του νησιού προς την ενδοχώρα, ιδρύοντας παραλιακές πόλεις με ανατολικότερη τη Στρύμη. Σε χαμηλή μικρή χερσόνησο, ανάμεσα στη Μαρώνεια και το Πόρτο Λάγος, κοντά στο ακρωτήρι της Μολυβωτής που προμήθευσε με δόμους από τιτανόλιθο τον οχυρωματικό περίβολο της πόλης, εντοπίστηκαν τα ερείπια της Στρύμης σε χώρο που αναιρεί τη μαρτυρία του Ηροδότου. Η γεωφυσική εικόνα δηλώνει πως τόσο η Στρύμη όσο και η Μολυβωτή ήταν κάποτε νησίδες. Η Στρύμη υπήρξε μήλον της έριδος ανάμεσα στη μητρόπολη Θάσο και τη Μαρώνεια. Το 353 π.Χ. ο Φίλιππος ο Β΄ βοήθησε τους Μαρωνίτες να την καταλάβουν και να την καταστρέψουν. Από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια που ανακαλύφθηκαν σε σταυροδρόμι της αρχαίας πόλης, το «σπίτι του βωμού» προβάλλει μια επαρχιακή εφαρμογή της ιπποδάμειας ρυμοτομίας ενώ το «σπίτι του θησαυρού» συνεισφέρει στην έρευνα με 28 ασημένια τετράδραχμα Μαρωνιτών που απεικονίζουν είτε τον Διόνυσο είτε άλογο που καλπάζει.
Οι κάτοικοι, για την ύδρευσή τους, λάξευσαν υπόγειο δίκτυο από σήραγγες, φρεάτια και δεξαμενές, τμήματα των οποίων θυμίζουν το ευπαλίνειο όρυγμα της Σάμου (540 ή 525 π.Χ.) και το υδραγωγείο της Ολύνθου (τέλη του 5ου αιώνα π.Χ.). Το υδραγωγείο της Στρύμης χρονολογείται στα τέλη του 6ου ή –το πολύ– στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ.
Αττική προέλευση έχουν τόσο τα μελαμβαφή όσο και τα ερυθρόμορφα αγγεία του 5ου αιώνα π.Χ. που προέρχονται από τα ταφικά μνημεία: παναθηναϊκός αμφορέας του ζωγράφου του Βερολίνου, ερυθρόμορφη πελίκη του ζωγράφου της Κενταυρομαχίας (Λούβρο), ερυθρόμορφος αμφορέας με πώμα του ζωγράφου του Πηλέα και παρόμοιος αμφορέας του ζωγράφου του Κλεοφώντα. Σε λαβές άβαφων οξυπύθμενων αμφορέων υπάρχουν ενσφράγιστες επιγραφές με διάφορα σύμβολα (θαλάσσια ζώα, καρπούς, κ.ά.), σφραγίσματα δαχτυλιδιών (σύμπλεγμα που μοιάζει με την Αφροδίτη και τον Έρωτα) και θασίτικα ονόματα.
Τραϊανούπολις. Η «Χάνα».
Ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολή και τη Θεσσαλονίκη, η Θράκη αποτέλεσε το βόρειο προτείχισμα της αυτοκρατορίας. Λεηλατήθηκε από τους Βησιγότθους (378), τους Ούνους (α΄ μισό του 5ου αιώνα), τους Καταλανούς (14ος αιώνας) και τους Τούρκους (14-15ος αιώνας). Η επιδρομή του βασιλιά των Βουλγάρων Ιωαννίτση το 1206 ήταν η πιο καταστροφική.
Στο δρόμο από τη Μακεδονία προς τον Έβρο ο ταξιδιώτης καλείται να ανασυστήσει την ιστορία των πόλεων που συναντά. Τόπειρος: έδρα επισκόπου από τον 5ο ως τον 8ο αιώνα. Ξάνθεια – Ξάνθη: άσημος οικισμός που προήχθη σε επισκοπή τον 9ο αιώνα, βρισκόταν σε θέση κατάλληλη για στρατοπέδευση και στρατιωτική βάση. Άβδηρα – Πολύστυλο: οχυρωμένη ναυτική βάση όπου βρέθηκαν παλαιοχριστιανική και μεσοβυζαντινή βασιλική, μονόχωρος θολοσκέπαστος ναός του 12ου αιώνα, δύο νεκροταφεία. Αναστασιούπολις – Περιθεώριον: η μεγάλη τοξωτή πύλη που έφερε στο λιμάνι είχε δεξιά και αριστερά μαρμάρινες πλάκες με χαρακτά μονογράμματα των κτητόρων Παλαιολόγων. Μαξιμιανούπολις – Μοσυνόπολις: συχνό στρατόπεδο εκστρατειών με δημόσια λουτρά προς χρήση των αυτοκρατόρων κατά τη διαμονή τους στην πόλη. Παπίκιον Όρος: ανήκει στον ορεινό όγκο της Ροδόπης, ΒΔ της Κομοτηνής, κέντρο μοναχισμού οργανωμένου κατά τα πρότυπα του Αγίου Όρους. Κουμουτζηνά – Κομοτηνή: ο παλαιοχριστιανικός σταθμός της Εγνατίας οδού. Γρατιανού – Γρατινή: αποτέλεσε το σημαντικότερο οικιστικό κέντρο της κεντρικής Ροδόπης στα υστεροβυζαντινά χρόνια μετά την καταστροφή της θρακικής πρωτεύουσας Μοσυνοπόλεως. Πάτερμα: δίπλα σε ρεματιά που γεφυρώνεται με τριπλή μεσαιωνική γέφυρα. Μαρώνεια: σημαντικό εμπορικό κέντρο και λιμάνι, από τα μέσα του 5ου αιώνα αναδείχθηκε σε αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή εξαρτώμενη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μάκρη: τρίκλιτη μεσοβυζαντινή βασιλική (9ος-10ος αιώνας), σταυροειδής τετρακιόνιος του 12ου αιώνα. Τραϊανούπολις: από τον 4ο ως τον 13ο αιώνα ήταν το σημαντικότερο κέντρο εκκλησιαστικής και κοινωνικής ζωής στη Θράκη. Σώζεται η «Χάνα», κτίσμα που χρησίμευε ως σταθμός της Εγνατίας οδού τον 14ο-15ο αιώνα. Φέρες: η Παναγία Κοσμοσώτειρα κτίστηκε το 1152 από τον Σεβαστοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό ως καθολικό μονής. Έργο αριστουργηματικής αρχιτεκτονικής και τοιχογράφησης αποπνέει κωνσταντινουπολίτικο αέρα. Διδυμότειχον: εδώ στέφθηκε αυτοκράτορας το 1341 ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Το κάστρο του Πυθίου: έργο βυζαντινής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής, χρησιμοποιήθηκε από τον Ιωάννη Καντακουζηνό ως έδρα και προσωπικό καταφύγιο. Έργο αμυντικό αλλά και μνημειώδης εγκατάσταση αυτοκράτορα.
Το Λαογραφικό Μουσείο Κομοτηνής.
Στο πλαίσιο της πολιτιστικής αναβάθμισης της Θράκης, η Διεύθυνση Λαϊκού Πολιτισμού του ΥΠΠΕ δραστηριοποιείται από το 1982 σε δύο τομείς:
1. Στον χαρακτηρισμό νεωτέρων μνημείων ως διατηρητέων,
2. Στην επιχορήγηση φορέων στο χώρο της λαογραφίας.
Αναφέρονται τα κτίρια και οι επιχορηγήσεις.
Αναφέρεται ακόμη η αποκάλυψη τρίκλιτης βασιλικής και νεκροταφείου του 11ου αιώνα στο Πολύστυλον, όπως και η συνέχιση της έρευνας για την αποκάλυψη βυζαντινών πόλεων που εντάσσεται στο πρόγραμμα της European Science Foundation. Επίσης σημειώνεται η αποκάλυψη το 1984 βυζαντινού βαπτιστηρίου στη Θράκη και δύο βυζαντινών ναών του 11ου αιώνα στο Παπίκιον Όρος στη Ροδόπη.
Το μεγάλο χάνι της Φιλιππούπολης. Ελαιογραφία του βούλγαρου ζωγράφου Τζάνκο Λαβρενός.
Το χάνι, λέξη περσικής προέλευσης, ανάγεται πιθανόν στους σταθμούς ανεφοδιασμού που οργάνωσαν οι Αχαιμενίδες (6ος–5ος αιώνας π.Χ.) στις μεγάλες οδικές αρτηρίες. Τέτοιοι σταθμοί, που ο Ηρόδοτος ονομάζει «καταλύσεις» και ο Κτησίας «emporia», γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση τον 13ο αιώνα στην Περσία, τη Συρία και την Ανατολία. Τα χάνια που κτίζονταν στους εμπορικούς δρόμους των καραβανιών (καραβάνσεραϊ) οργανώνουν το χώρο αμυντικά γύρω από ένα αίθριο με λίγα ανοίγματα στο εξωτερικό και μικρό τζαμί στο κέντρο. Τον 17ο αιώνα τα χάνια των πόλεων καθιερώνονται όχι μόνο ως πανδοχεία αλλά και ως αγορά και χρηματιστήριο των εμπορικών ειδών.
Στα Βαλκάνια, μέχρι τον 19ο αιώνα, η Ξάνθη παραμένει ένα ασήμαντο κεφαλοχώρι καθώς η Εγνατία περνάει από τη Γενισέα. Στην περιγραφή του ο Εβλιά Τσελεμπή (1667) αναφέρει δύο χάνια. Ωστόσο, η επιβολή της μονοκαλλιέργειας του καπνού, η μεταφορά στην Ξάνθη της έδρας του Τούρκου έπαρχου το 1872 μετά την καταστροφική πυρκαγιά στη Γενισέα αλλά και η θέση της Ξάνθης στη νέα σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκη–Κωνσταντινούπολη (1891) οδήγησαν την πόλη σε μεγάλη ακμή. Καταφθάνουν Δυτικομακεδόνες και περίφημοι ηπειρώτες τεχνίτες που χτίζουν τα δίπατα σπίτια των καπνεμπόρων, καπναποθήκες, μύλους, χάνια, καταστήματα. Όλα σχεδόν τα χάνια εμφανίζουν το μοντέλο «φούρν’ μαγαζί και χάν(ι)», δηλαδή το χάνι συνοδεύεται από μια σειρά μαγαζιά και φούρνο. Τα δώδεκα χάνια που σώζονται στην Ξάνθη, και εδώ αναφέρονται ονομαστικά, είναι συνήθως διώροφα με εσωτερική αυλή, έχουν στον όροφο τα δωμάτια με το ξύλινο χαγιάτι ως κοινόχρηστο χώρο επικοινωνίας, ενώ στο ισόγειο τους βοηθητικούς χώρους, αποθήκες, στάβλους και τα καταστήματα πάντα να κλείνουν την πλευρά που βλέπει το δρόμο. Κτισμένα κυρίως στο β΄ μισό του 19ου αιώνα, τα χάνια αυτά φέρουν νεοκλασικές επιδράσεις στη μορφολογική οργάνωση. Ως αντιπροσωπευτικό δείγμα περιγράφεται το χάνι της οδού Κομοτηνής 55 στο εμπορικό κέντρο της Ξάνθης, στο χώρο όπου κάθε Σάββατο γίνεται το παζάρι. Η κτητορική επιγραφή της κεντρικής του εισόδου αναφέρει ότι κτίστηκε το 1880 και ανήκε σε δύο Ηπειρώτες, τον Δημήτριο Θ. Μοράβα και τον Μαργαρίτη Ιωάννου. Η όλη του αρχιτεκτονική σύνθεση και τυπολογία το προορίζουν να μετατραπεί ιδανικά, κατά τη συγγραφέα, σε φοιτητικό ξενώνα.
«Ζουνάρι με την κορώνα» με απεικονίσεις σταυρών. Ιδιωτική Συλλογή, Αθήνα.
Η Θράκη φημίζεται για μια εμμονή σε πρωτογενείς μορφές λατρείας όπου συχνά το χριστιανικό και το παγανιστικό συμπορεύονται. Μέρος από τα μυστήρια και τα όργια της διονυσιακής λατρείας αποτελούν το βαθύτερο υπόστρωμα δρώμενων όπως είναι ο Καλόγερος (ή Κούκερος, Χούχουτος, Σταχτάς, Μπέης, Κιοπέκμπεης) και, προπαντός, τα Αναστενάρια. Η λατρεία του «Θρακός ιππέως» μεταφέρθηκε στον καβαλάρη άγιο Γεώργιο που η γιορτή του συνδέεται με μαγικές ενέργειες. Το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα διαποτίζει και την παραδοσιακή τέχνη. Στα χωριά Μεγάλο και Μικρό Ζαλούφι, στο ύψος του μετώπου οι γυναίκες τοποθετούσαν ιδιόρρυθμο κόσμημα, την πλιάτσικα. Στο πάνω μέρος καθεμιάς από τις πέντε της σειρές με φλουριά που συμβόλιζαν τα πέντε καρφιά της Σταύρωσης, υπήρχε χρυσός σταυρός με παράσταση του Εσταυρωμένου. Τη χρυσή πόρπη με την παράσταση Παναγίας ή Εσταυρωμένου, που στερέωνε το μαντίλι στην κορυφή αυτού του κεφαλόδεσμου, οι γυναίκες τη θεωρούσαν φυλακτικό. Στο Καβακλί, το στολίδι του κεφαλόδεσμου ήταν η μπάπκα πάνω στο μικρό φέσι, με τα φλουριά της τοποθετημένα σε σχήμα σταυρού. Μαρτυρείται και επιμετώπιο κόσμημα της ανατολικής Θράκης που στο επάνω κεντρικό σημείο του κατέληγε σε σταυρό.
Ακολουθεί η πρώτη δημοσίευση δώδεκα θρακιώτικων κοσμημάτων. Τα κοσμήματα του κορμιού περιλαμβάνουν τρία γιορντάνια–περιλαίμια, τρία εγκόλπια–φυλαχτά, ένα βραχιόλι και μια ζώνη, ενώ στον κεφαλόδεσμο ανήκουν τα κοσμήματα για το μέτωπο και τους κροτάφους και οι καρφίδες για τη στερέωση των κεφαλομάντιλων. Στα κοσμήματα απαντούν τα εξής θρησκευτικά θέματα: Φιλοξενία του Αβραάμ, Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα (του τύπου της Βλαχερνίτισσας), Χριστός στο Σταυρό, Χριστός σε απεικονίσεις Ανάστασης, Γέννηση, Χριστός Παντοκράτορας, Χριστός ως αμνός, άγιος Στυλιανός, άγιος Κωνσταντίνος. Πέρα από την έντονη θρησκευτικότητα, τα κοσμήματα αυτά διακρίνονται για την αυστηρή ή οριζόντια συμμετρία τους, τη μετωπικότητα, την ενισχυτική επανάληψη του ίδιου θέματος που πολλαπλασιάζει τη δύναμή τους και για το συνδυασμό μαγικού, αποτρεπτικού και θρησκευτικού συμβόλου, γεγονός που προδίδει ότι η σχέση ανθρώπου και αντικειμένου είναι σχέση ψυχική, δηλαδή μαγική.
Σπίτια στη διατηρητέα περιοχή της Ξάνθης που φτιάχτηκαν από καστοριανούς τεχνίτες.
Το 1982, σε αποστολή του ΥΧΟΠ, ο συγγραφέας βρέθηκε στο χώρο της Ξάνθης και μαγεύτηκε. Γνώστης εκ των ένδον, στηλιτεύει την κρατική ανορεξία και την έλλειψη πολιτικής για τη διατήρηση των αρχιτεκτονικών δημιουργημάτων που, σε συνδυασμό με τις πιέσεις που ασκούν συμφέροντα, «παράγοντες» και τοπικοί βουλευτές, αφήνουν να καταστρέφεται ένας χώρος μοναδικός. Χώρος με μεγάλη πεδινή έκταση, ορεινό όγκο σχεδόν απροσπέλαστο, χιλιόμετρα αμμουδερής παραλίας. Χώρος όπου από αιώνες συμβιώνουν τέσσερις «εθνίες» (‘Ελληνες, Πομάκοι, πεδινοί μουσουλμάνοι, «Τουρκόγυφτοι»). Χώρος του καπνού που έφτιαξε τα αστικά αρχοντικά των ελλήνων καπνεμπόρων του 19ου και 20ού αιώνα, τα επιβλητικά μουσουλμανικά μνημεία και τις θαυμάσιες πέτρινες γέφυρες. Στην παραδοσιακή πόλη της Ξάνθης, όπως και στην Κομοτηνή, το πείραμα της οργανωμένης δόμησης ανέλαβε η ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ, θυγατρική της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας. Ιδιαίτερα στον τομέα της δόμησης όμως, δεν έχουν γίνει καταγραφές και τα στοιχεία είναι ελάχιστα. Επιβάλλεται να επιστρέψει η Βουλγαρία το αρχειακό υλικό που τα στρατεύματα κατοχής (1941-44) πήραν αποχωρώντας.
Στα Άβδηρα οι ανασκαφές καρκινοβατούν. Υπολείμματα της βυζαντινής παραλιακής πόλης των Πόρων, στο Πόρτο Λάγος, κινδύνευσαν άμεσα από την εγκατάσταση τεράστιων σιλό εργοστασίου. Στα αρχαιότερα μουσουλμανικά μνημεία ανήκουν το θαυμάσιο τζαμί της κωμόπολης Γενισέας και τουλάχιστον δύο παλιά νεκροταφεία, ενώ από τα αρχοντικά μουσουλμάνων αστών ξεχωρίζει εκείνο του Σεφκέτ μπέη. Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ξάνθη είχε και ισραηλίτικη κοινότητα που η συναγωγή της εμφανίζει έντονα στοιχεία νεοκλασικισμού. Η Ξάνθη και το προάστιό της Παλαιά Χρύσα διασώζουν αρχοντικά εμπόρων με στοιχεία κεντροευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής (τέλη 19ου-αρχές 20ού αιώνα) πλάι σε αστικά σπίτια φτιαγμένα από καστοριανούς τεχνίτες που μοιάζουν εκπληκτικά με σπίτια στη Δυτική Μακεδονία. Αρμονικά δένουν εκκλησίες και τζαμιά και, στο μη διατηρητέο τμήμα της πόλης, υψώνονται επιβλητικές οι καπναποθήκες. Στην Παλαιά Χρύσα σώζεται ο κουμπές της εισόδου του άλλοτε μουσουλμανικού σχολείου (μέσα 19ου αιώνα) που έχει μεγάλη ομοιότητα με ανάλογο στοιχείο κτιρίου της Νότιας Ελλάδας του 1828. Εκτός από τους αρχαιολόγους που πρόλαβαν να διαφυλάξουν τμήμα της παλιάς Ξάνθης (αποτύπωση, καταγραφή, τοπογραφικοί χάρτες), η σωτηρία της πόλης επαφίεται στους ιδιώτες. Τα μέλη της «Φιλοπρόοδης Ένωσης Ξάνθης» ίδρυσαν λαογραφικό μουσείο στεγάζοντάς το σε δύο συνεχόμενα αρχοντικά καπνεμπόρων. Την πολιτισμική μοναδικότητα του χώρου της Ξάνθης συμπληρώνουν τα χωριά με έντονο παραδοσιακό χρώμα στα βόρεια του νομού, όπως είναι το Κάτω Καρυόφυτο, και τα πομακοχώρια. Και τη φυσική του ιδιαιτερότητα, η λίμνη Βιστωνίδα με τον σπάνιο υδροβιότοπο, το δάσος της Χαϊντούς, ο Ίασμος, τα σπήλαια των Δρυάδων, της Μονής Ταξιαρχών κ.ά.
Καπναποθήκες της Ξάνθης, 1890.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία προωθεί τις μονοκαλλιέργειες. Το 1860 η Γενισέα καταστρέφεται από πυρκαγιά και η έδρα του έπαρχου μεταφέρεται στην Ξάνθη. Το 1871 η εφημερίδα της Σμύρνης «Μέντωρ» αναφέρει πως όλοι οι κάτοικοι της Ξάνθης εμπορεύονται τα καπνά που η ετήσια εξαγωγή τους υπερβαίνει τις 2,5 εκατομμύρια οκάδες. Αναδύεται η εικόνα μιας πόλης ανθηρής και φιλοπρόοδης, στραμμένης στην εκπαίδευση των παιδιών της. Ο Μητροπολίτης Ιωακείμ Σγουρός σφραγίζει τα τέλη του 19ου αιώνα, την «belle époque» της Ξάνθης. Σε επαγγελματικό οδηγό της εποχής φαίνεται η είσοδος γερμανικών, γαλλικών, αγγλικών, αυστριακών, ελβετικών κεφαλαίων και οι ανάγκες ενός διαμετακομιστικού εμπορίου που πενήντα χάνια δεν φτάνουν να ικανοποιήσουν. Την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας πολιτιστική δράση είχαν το θέατρο «Απόλλων» και ο Μουσικογυμναστικός Σύλλογος «Ορφεύς». Με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα το 1904 συγκροτούνται «Ομάδες Αντιστάσεως». Στη διάρκεια των Βαλκανικών και του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου η Ξάνθη βιώνει αλλεπάλληλες κατοχές από Τούρκους, Βούλγαρους, Έλληνες, πάλι Βούλγαρους, Συμμάχους, ώσπου απελευθερώνεται το 1920. Στον Μεσοπόλεμο η πόλη και πάλι ευημερεί. Ακμάζει η σιγαροβιομηχανία, οι καπνεργάτες οργανώνονται στο συνδικάτο τους «Η Άμυνα» και ανασυστήνουν το πολιτιστικό τους σωματείο «Εργατική πρόοδος». Την έντονη πολιτιστική δραστηριότητα της πόλης διακόπτει η δικτατορία του Μεταξά και η βουλγαρική κατοχή (1940-44). Από τον Σεπτέμβρη του 1944 ως τον Απρίλη του 1945 το ΕΑΜ εγκαθιδρύει αυτοδιοίκηση. Την άνοιξη του 1945 εγκαθίστανται οι επίσημες ελληνικές αρχές. Ακολουθεί τριακονταετία μαρασμού και παρακμής. Η εισβολή στην Κύπρο το 1974 και ο κίνδυνος που διαφάνηκε ώθησαν την πολιτεία να πάρει μέτρα για την ανάπτυξη της Θράκης.
Τα Θρακικά Χρονικά.
Το 1960 ο Στέφανος Ιωαννίδης, μορφή που σημάδεψε με το πέρασμά της τόσο τη «Στέγη Γραμμάτων και Καλών Τεχνών» όσο και τη «Φιλοπρόοδη Ένωση Ξάνθης», ιδρύει τα Θρακικά Χρονικά. Στηρίζεται σε θρακιώτες συνεργάτες. Η έκδοση είναι τριμηνιαία και φέρει τον υπότιτλο «Έρευνα - Επιστήμη - Τέχνη». Έμβλημα ο γρύπας από παράσταση νομίσματος των Αβδήρων. Το 1972 το περιοδικό επανεμφανίζεται ως ετήσια έκδοση και ο υπότιτλος θα γίνει «Αρχαιολογία - Ιστορία - Λαογραφία - Έρευνα». Στόχος του περιοδικού υπήρξε η ανάδειξη του πλούτου της Θράκης σε όλο το φάσμα των επιστημών και των τεχνών.
Ο Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου, ιδρυτής του Αρχείου του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού.
Είναι το έργο ζωής του Πολύδωρου Παπαχριστοδούλου. Πρόσφυγας, γεννημένος το 1884 στις Σαράντα Εκκλησιές, αγωνιώντας να περισώσει την ψυχή της Θράκης, γίνεται διευθυντής σύνταξης του πρώτου τόμου των Θρακικών που εκδίδει το νεοσύστατο «Θρακικό Κέντρο». Στη συνέχεια, ιδρύει την «Εταιρεία Θρακικών Μελετών» και εκδίδει το 1934 το δικό του περιοδικό, τροφοδοτώντας την ύλη του και με ό,τι είχε ο ίδιος συλλέξει και αποθησαυρίσει στο αρχείο του. Τριάντα τρεις τόμοι εκδόθηκαν ως το θάνατό του το 1967. Ένας 34ος τόμος εκδόθηκε το 1969 με τον τίτλο Αρχείο Θράκης, και στη συνέχεια το περιοδικό συγχωνεύτηκε με τα Θρακικά.
The town and vicinity of Xanthi represent a unique case in modern Greece where both the natural envirnoment and the cultural heritage of the district are concerned. This article concentrates on the treatment and prospects of Xanthi's cultural heritage (from the ancient, Byzantine and later period), Muslim and Jewish monuments, as well as the traditional villages of the area.
Ethnoarchaeological research carried out in Thrace proved that ethnographic observations can facilitate archaeological explanation. The area of mountainous Rhodopi, north of the town of Komotini, is very rich in ethnographic material mainly because traditional societies, such as the Pomaks have lived there for centuries. Although the situation has changed dramatically in the last sixty years, the remains of these isolated communities are still apparent and significant. The main ethnoarchaeological work took place around two deserted villages in the gorge of the Komposatos River. The research was focused on the reconstruction of the history, environment and economy of the area in the last hundred years, by interviewing peasants and collecting information from various sources. Our aim was to draw a framework in which valid hypotheses can be formulated concerning the historical and economic processes that have affected the evolution of the traditional societies of the area. Moreover, we proceeded to put forward hypotheses on how these ethnographic observations can be used as analogies for explaining archaeological concepts.
The town Xantheia is mentioned by Ancient and Byzantine writers, yet they give no information as regards the inhabitants, the regime, the economic and cultural life, or its distinguished citizens. The first documented information dates from the mid-19th century, when Xanthi becomes an important commercial tobacco centre. In the 1860s the town starts to prosper, while famous schools are founded thanks to the noble initiative or to the generous contribution of Greek tobacco merchants. In the early 20th century, an active cultural life already exists, led by the society “Orphaeus” and the theatre “Apollon”. In the last twenty years of Turkish rule, (1891 – 1912), most of the trade is in Greek hands, while over 5.000 tobacco workers contribute to the high performance of the economic and cultural mechanism. Between 1904 and 1912, patriotic groups of resistance become active and are coordinated with the organization of the Macedonian Struggle. In the years 1912 – 1919, due to the first uproar of the Balkan wars and the First World War, Xanthi is successively ruled by the Turks, the Bulgarians, the Greeks, the Bulgarians once again and the Allies, while it is finally liberated in May 1920. The town sees a new phase of economic and cultural development in the years between the two World Wars, which is interrupted by Metaxas’ dictatorship, the war and the Bulgarian occupation. From September 1944 to April 1945, the Greek Liberation Front (EAM) introduces the system of self-administration in Thrace, while in the following thirty years the city goes through a heavy economic crisis and its natural aftermath, population reduction. Since 1974, year of the fall of the Greek junta, serious measures have been taken for the development and recovery of Xanthi.
To this day a wide variety of folk traditions live on in Thrace. Particularly persistent are original forms of cult, in which pagan and Christian elements often coexist harmoniously. It is well-known that many gods of the Greek pantheon originate from Thrace and it is highly probable that a large part from the Dionysian orgies and mysteries came from the deeper strata of Thracian culture. Quite many modern Greek mimic representations, having a strong physiolatric character and aiming at the fertility of the land, are based on Christian religion, but also retain indispensable elements from the ancient Greek tradition as well as from the instinctive primitive religions. It is characteristic that the Church, during its early years, tried all but possible means to uproot myths and pagan practices but it was finally obliged to give up its efforts. In Thrace, that northeastern part of Greece, the cult of the Thracian Hero-Rider is deeply rooted and manifests itself in various forms and media, on stelae in reliefs and on rock carvings. The old tradition of the Thracian Rider is continued by the modern Greek inhabitants of the area in the cult of St. George, the hero of the new faith. The deep religious feeling of the Greek population of Thrace seals, in a distinct way, their traditional art. Various data concerning the traditional folk attire lead to the indisputable presence of deep religious feeling. In Mikro and Megalo Zaloufi, villages in eastern Thrace, as well as in the neighbouring settlements, the peasants used to wear over the typical headdress, a significant and peculiar form of jewel, called “pliatsika”. It covered the entire space between the top of the hood and the eyebrows.The jewel consisted of five rows of big golden coins, sewed vertically on leather. The five rows symbolized the five nails of the Crucifixion. A golden cross, showing the crucified Christ,hung over each row. The “pliatsika”, a gift to the fiancée from her beloved, was worn for the first time on the day of betrothal. A woolen or silk material covered the headdress and was attached to the top of the head by a golden buckle showing the Virgin or Christ on the Cross. This buckle was considered to be an amulet and was worn by women throughout their life. The religious-Christian element plays an important part in secular, silver jewelry, in which religious representations and symbols deriving from Church iconography are employed for the decoration of head or body.
Thasos, the fertile island of the north Aegean Sea rich in gold deposits, was colonized by Parians in the Archaic Period (8th-7th century BC.). By the mid 7th century, emigrants from Thassos had founded a number of town-colonies on the Macedonian and Thracian coast with the purpose of exploiting the products of the fertile inland and its gold deposits. Strymni, the Thasian colony in eastern Thrace, was a humble town located between the present Porto Lago and Maroneia. The low and small peninsula on which the town was built and the present cape Molyviotis were once independent islands. Although the excavations, carried out in the area of Ancient Strymni are limited, they have produced important finds. This small, provincial town was protected by a fortified wall to the north and west and by a natural steep coast to the east and south. A cluster of houses on a crossroads exhibit the “hippodameian” town-planning. The inhabitants of Strymni had undertaken the painstaking project to carve the poros out of the ground of the peninsula in order to create a complete water supply system comparable to the Eupalineion aquaduct of Samos. The cemetery has not as yet been located, since the few funerary monuments found, that date back to the 5th century BC, belong to the same family. The most important vases come from tombs, they are products of Attic workshops and quite many can be attributed to well-known artists. The neighbouring Maronians started claiming Strymni ever since its founding (about 650 B.) and finally managed to destroy it completely – as an answer to the Strymnians’ resistance – with the help of Philip II in the mid-14th century BC.
The island of Samothrace facing the delta of Euros River, displays a central mountain range and a peripheral zone of human settlement and activity that is mainly accumulated on its southweastern part. There, the proto-urban settlement of the island is located, the result of the introduction of the Mediterranean multi-culture to the area. A composite society in Samothrace appears again, after the colonization of the island by the Greeks and the foundation / institution of the city-state on the northwestern coast, next to a pro-hellenic sanctuary of mystic cult. The sanctuary and the cult of the Great Gods, as well as the entire island, reached a high point in the Hellenistic and Roman period. However, from the 3rd century on a gradual decay began which led to desolation by the 6th century. The random inhabitation of the town continues up to the 15th century, when the entire population is settled exclusively in Chora, in the interior of the island. This characteristic social phenomenon, exhibiting a unique multifunctional central settlement, would be preserved in Samothrace until the beginning of the 20th century, when a gradual decentralization began to take place. Archaeological research on the island started in the past century and has, until now,concentrated mainly on the sanctuary of the Great Gods. The excavation undertaken by the 19th Ephorate of Prehistoric and Classical Antiquities in Mikro Vouni, as well as the diachronic archaeological survey of Samothrace, open new perspectives in the study of human behavior in the field of insular biogeography.
The remains of ancient Maroneia lie south east of Komotini, on a plain well protected from the north winds by Ismaros Mountain. The area has been inhabited since the Neolithic age 93rd millennium BC). At least seven settlements belong to this period and more precisely to the 2nd millennium BC. The archaeological data speaks for the domination of this area by Thracian tribes – they also managed to reach Troy – during these years. Homer provides the first information about Maroneia and also mentions the town as birthplace of the priest Maron, who lived in the sacred grove of Apollo in the town Ismaros. In the 7th century BC a wide colonization of the coastal Thrace took place. The location of the first settlement of emigrants from Chios Island remains as yet unknown. However, in Professor Bakalaki’s opinion, this colony must be identified with the acropolis at the top of Ismaros Mountain, east of Maroneia. Besides the elegant coins of the 6th century BC, we have no other information or documentation of the life of Maroneia in antiquity. During the Persian Wars, Maroneia shared the fate of the other Thracian towns and was occupied by the invaders. After the defeat of the Persians, the town became a member of the Athenian Alliance. The 4th century BC, was the period of flourishing and prosperity for Maroneia. The archaeological excavations that started in 1969 in Maroneia and continue until today, brought to light important finds, significant for the town’s history. Of equal importance are also the remnants of the Byzantine Era in the area than prove beyond doubt that Thrace has always been a most valuable source of culture.
In the early 7th century BC Greeks from the insular country of Asia Minor reached the islands and the Thracian coast of the North Aegean Sea, the part bounded between the rivers Strymonas and Evros. The newcomers forced the onld inhabitants, the Thracians, to retreat to the inland and founded there a number of commercial stations (emporia) and colonies). Thus, emigrants from Paros island founded on the Thracian coast the following emporia and colonies: Galepsos, Apollonia, Oesymi, Antisara, Neapolis, Akontisma, Pistyros and Strymni: while later they advanced to the interior of the area with the purpose of exploiting the rich gold and silver deposits of mount Pangaion. Greeks from Asia Minor colonized the region east of the mouth of River Nestos and founded Avdira and Dikaia, while emigrants from Chios Island founded Maroneia at the foot of mount Ismaros, and Orthagoreia. The inhabitants of Samothrace Island, Aeolians and Ionians who arrived there in the early 7th century BC, were founders of many emporia and colonies on the Thracian coast: Mesimbria, Zoni, Drys, Sali, Charakoma, Tembyra, Samothracian, Peraia. The eastern colony of the Aegean Tracian coast, Aenos, was situated on the mouth of Evros river and was founded by Aeolians from the island of Alopekonissos and by emigrants from the islands of Mytiini and Euboea . The commercial relations between the Greeks of the colonies and the Thracians from inland resulted in the influence of Greece civilization on the Thracians and to the gradual hellenization of many of them.
Our knowledge of the prehistory of western Thrace is limited and is based on area surveys, random finds and excavational data from neighbouring regions. Three locations in south Evros, that is, Rizia, Keramos and Pheres furnish Palaeolithic evidence, while the Neolithic period is much better known, not only from the excavation of Paradimi but also from quite many other contemporary locations. The first phase of Paradimi corresponds to the Vesselinovo-Karanovo III civilization of Bulgaria, yet its ceramic follows an independent local tradition. The third period exhibits remarkable figurines, while the fourth is marked by the graffiti technique used in pottery. The Early Bronze Age in Paradimi ends almost abruptly a little before 2000 BC.as is also the case with Dikili-Tash and Photoleivos, a date that coincides with the appearance of the new Indo-European tribes in the area. The Middle Bronze Age is completely unknown and no trace of the typical Minyan pottery has been found in the whole of Thrace. The Late Bronze Age is known only from finds that come from mountainous acropoleis. Mycenaean settlements and finds have not – as yet – been located on coastal Aegean Thrace. Most information for the Thracian Bronze Age comes from excavations of neighbouring Bulgaria. The Early Bronze Age settlements are erected on low artificial hills (=toumba) on sites inhabited during the Stone and the Bronze Age. At the same time new settlements are created close to rivers and springs or on naturally fortified hills. The houses, in the beginning, are rectangular in plan, constructed with poles, tree-branches and clay, while later they follow an apsidal plan. They contain a furnace, a space for storing cereals, stone hand-mills and the other necessary household.ware In the pottery of the early period dominate the phialae with the inward turned lips, the prochoi with the obliquely cut mouth and the flasks; the Middle period is characterised by conic vases having two perpendicular handles and by prochoi with oblique mouth and raised handles; vases with raised handles appear in the Late period. The Iron Age began around 1000 BC, according to the new excavational data. It is especially interesting for the study of the history of Thracian tribes, their religion, mythology and civilization. The excavated tombs at Roussa, in south Evros, containing dolmens and cists, gave ceramics embellished with furrows, impressed and incised designs.A characteristic shape in pottery is the amphora with the biconical body, the conical neck and four vertical horny bulges on its shoulders. The impressed decoration exhibits a rich geometric repertoire; homocentric circles with tangent lips, horizontal or vertical bands formed by the combination of lines, triangles, meanders and rhombs. This predominant geometric feeling goes so far as to deploy a severe geometric design even for the representation of animals. On the basis of the ceramics and graves three periods can be distinguished in Roussa: the dolmens and the pottery with the furrowed decoration date back to the 9th century BC; the cist graves, the pottery with the rich impressed embellishment and the bronze and iron buckles, to the 8th century B.C.; the simple cremation in pits or in ash-vases accompanied with funerary offerings such as iron knives and spear heads, date to around 600 BC. The ceramics of Roussa belong to the Buckelkeramik and Stempelkeramik groups.Representative examples of these groups are to be found in a considerable geographic span, from Romania to Asia Minor and verify the settlements of Thracian tribes in the southeastern Balkans. The carved discs found on the mountain peaks of Rhodopi prove the extensive cult of Sun Worship, while the cavities and the incised designs found on rocks have not as yet been given any sound explanation. The open-air sanctuaries located on the hill and mountain peaks of Thrace must be connected with the cult of the mythic Thracian king Rhesos who, killed in Troy, was later worshipped as a hero and deified. The cult of Rhesos was succeeded by the cult of the Thracian Rider or Hero that gives its place to Saint George the Rider in the Christian Era. The carved tombs that stand for caves, the conchs in the rocks of the mountains and the megalithic grave-dolmens mirror the faith of the Thracians in the eternity of soul and reveal the simultaneously celestial and earthly character of their religion that is perfectly expressed in the Orphic mysteries.
Avdira was founded in 545 BC by inhabitants of the Ionian town Teo. Initially, the settlers had to fight against hostile local Thracian tribes in order to establish themselves there. During the Persian Wars, King Xerxes was twice received there. When the Persian Wars were over, Avdira became a member of the First and Second Athenian Alliance. In 376 BC the town was destroyed by the Trivalians. Later it was successively ruled by the Macedonians, the Seleukids, the Ptolemies and by Lysimachus. The economy of Avdira was based on agriculture, cattle-raising, fishery and commerce. The town had commercial relations with distant countries as indicated by coin circulation. It had a democratic regime, the vulture as its emblem and Apollo as patron god. Its main religious feasts were the Dionysia and the Thesmophoria, while its mythical founder, Avdiros, was honoured through athletic competitions. Famous philosophers and poets were born in Avdira: Protagoras, Leucippus, Anaxarchus, Nicaenetos and the celebrated Democritus. The town was again destroyed during the Roman period by the general Ortensius. In the 1st century BC Avdira fell into decline due to political, financial and public health (epidemic) reasons. A small village, Polystylon, had replaced the thriving town in the Buzantine era. The excavations that started thirty years ago, brought to light parts of fortifications, a gate reinforced with towers, streets, Hellenistic and Roman houses, sculpture workshops, a segment of the ancient theatre and a multitude of tombs dating from the Archaic period to Byzantine years. A part of the city walls and a tower on the Acropolis were found during the recent excavations, while the research goes on outside the walls of the classical town, where the archaic temple and cemetery of the 7th century BC are situated.
The Greek word chani (=inn) is of Persian origin and originally described the building complexes along main commercial roads which served as stations, storehouses and hostels. The inns of urban centres are their direct successors. The architectural evolution of these buildings in antiquity is not known, since the building materials used in their construction were especially perishable. The inns were erected on commercial routes, on significant locations, dangerous passes, and crossroads, in big cities, on bridges etc. and at a distance of approximately 20 miles the one from the other. The inn of the provincial, commercial road functions as a filling station, while the long road ends at an agency, a place for commercial transactions and a place to spend the night. In the 17th century urban inns become hotels with commercial activity.In their function they resembled the ancient agora. Commencing with the Turkish occupation of the Balkans, a great number of inns were built by the roadside of the road connecting Constantinople with Belgrade via Sofia or Thessaloniki and along the ancient Egnatia Road. In 1667, the famous Turk traveler Evlia Celebi gives the first description of the town Xanthi in which two inns are mentioned. The town becomes an important urban centre in the 19th century, due to the extensive cultivation of tobacco, on the one hand, and to the new developmental policy of the Ottoman Empire, on the other. In 1872 Xanthi becomes the seat of the Turkish prefect and as a result, the only administrative, military and commercial centre in the region. Owing to its geographic position, the town is included in the plan for the new railroad that connected Thessaloniki with Constantinople in 1891. Soon, a pressing demand for its famous tobacco led a great number of Epirotan and Macedonian workers to the town. The Epirotans, in particular, being more skillful craftsmen, are responsible for a variety of representative buildings such as two-storey houses, huge tobacco store-houses, mills, inns and shops. All the inns of Xanthi display the same layout, which is typical of urban inns from the 17th century on. Individual buildings are arranged around a courtyard and are usually two-storied. The rooms occupy the first floor and communicate through an outer wooden loggia facing the yard. Supplementary rooms, stables and shops are on the ground floor. The shops open towards the street.A heavy wooden door secures the entrance of the inn and gives access to the yard.
Due to its geographic position between Constantinople and Thessaloniki, Thrace played an important role in the long history of the Byzantine Empire from early Christian years to the fall of Constantinople (1453). Being a natural fortification to the north of the state it was organised both administratively and militarily. It faced, for centuries, the attacks and the destructions caused by various hostile tribes and nations, the heaviest of all by Ioannitsi, king of the Bulgarians, in 1206. Topeiros, Xanthi, Avdira, Anastasioupolis, Mosynopolis, Komotini, Gratini, Maronia, Makri, Traianoupolis, Pheres, Didymoteichon and Pytheion are Byzantine towns, in ruins nowadays , that the visitor sees when passing through Thrace. Most of the aforementioned towns were used as stations by the travellers of the Egnatia road – the most important road across Thrace – and developed economically, socially and militarily. Many served as seats of bishops and other functionaries of the church, some were built close to or on the site of ancient towns, others keep until today their Byzantine name. The Papikion Mountain, part of the mountain range of Rhodopi, is important to the religious life of Byzantium, since an important monastic centre developed there along the lines of Mount Athos. The aforementioned towns along with smaller settlements and fortresses standing on the barely accessible mountaintops of Rhodopi safeguarded and controlled communication in the entire Thracian region and transmitted the Byzantine civilization to to the insular Balkans.
The first excavation of a prehistoric site in Thrace took place at the mound of Parademe and brought to light important finds of the Neolithic age and of the Early Bronze age. The excavation at Parademe was, however, an exception since all research originally took place on the shores where the Ionian colonies had been founded in the 7th and 6th centuries BC. It was after the shores had been investigated that excavations were carried out from the plains adjacent to the shores up to the southern heights of mount Rodope. In 1971 a third phase of research started, covering the mountainous district of Rodope up to the Bulgarian border. Excavations aimed at marking out sites and monuments belonging to the Early and Middle Iron Age (1000-600 BC). In this article the sites are described, also exhibits from the museums of Komotini and Samothraki.
Since 1982 the ministry of culture and sciences has become active in promoting folk culture in Thrace. The interest taken by the ministry has concentrated mainly on a) the preservation of contemporary monuments of interest, b)the funding of services relating to folklore in Thrace. In this article the buildings and funding of their protection are mentioned. Also mentioned are the unveiling and giving over to the public of a three-aisled basilica and 11th century cemetery in Polystylon as is the continuing search for the discovery of Byzantine cities. This search is part of the European Science Foundation program. In 1984 a Byzantine baptistery was discovered in Thrace as were two 11th century Byzantine churches on mount Papikion of Rodopi.
In 1960 the “Thracian Chronicles” were founded by Stefanos Ioannides. Stefanos Ioannides was an influential figure both in the “ Foundation for the Arts and Literature” as in the “Progressive Association of the city of Xanthi”. The “Thracian Chronicles” was a local paper, run by Thracian journalists. It was a quarterly with the subtitle “Research-Science- Arts”. Its logo was the griffin on a coin of Abdera. In 1972 the paper reappeared as a yearly publication with the subtitle of “Archaeology-History-Folklore-Research”. The journal aimed at promoting the artistic and historic wealth existing in Thrace.
These archives are the work of a lifetime. Polydoros Papachristodoulou was a refugee born at Saranta Ecclesies in 1884. In his effort to preserve Thracian traditions he became editor of the first volume of Thracian News which was published by the newly founded “Thracian Centre”. He then founded the “Association for Thracian Studies” and in 1934 he published his own magazine which was supplied with information from what he had in his personal archives. Thirty-three volumes had been published by the time of his death in 1967. A 34th volume was published in 1969 with the title Thracian Archives. The magazine later merged with the Thracian Chronicles.

Γιος της λήμνιας βασίλισσας Υψιπύλης και του αρχηγού της Αργοναυτικής εκστρατείας Ιάσονα είναι ο βασιλιάς Εύνηος. Μαζί του συναλλάσσονται οι Αχαιοί πολιορκητές της Τροίας, εκείνοι που θα εγκαταλείψουν στο νησί τον Φιλοκτήτη. Η ομηρική αναφορά που μετράει περισσότερο όμως είναι εκείνη που συνδέει το νησί με τον Ήφαιστο. Στη Λήμνο εκσφενδόνισε οργισμένος ο Δίας τον θεϊκό τεχνίτη και εκεί θα στήσει αυτός το εργαστήρι του. Φιλόξενους συμπαραστάτες θα βρει τους αγριόφωνους Σίντιες, κατοίκους του νησιού αρχέγονους. Την ιστορική πορεία της Λήμνου καθόρισε το γεωγραφικό της στίγμα: στην είσοδο του Ελλησπόντου, θαλάσσιο σταυροδρόμι, ορμητήριο, οχυρό, τόπος εξορίας. Το εισαγωγικό αυτό κείμενο ακολουθεί «Συνοπτικό χρονολογικό διάγραμμα της Λήμνου (513 π.Χ. – 1912)».
Οι οικιστικές φάσεις της Πολιόχνης διακρίνονται μεταξύ τους από το όνομα του χρώματος που φέρει η καθεμία. Η Μελανή περίοδος είναι προ-αστική. Πρώτη αστική περίοδος είναι η Κυανή που χωρίζεται σε Πρώιμη και Ύστερη. Εδώ η κεραμική εξελίσσεται τόσο ως προς τα σχήματα όσο και ως προς την τεχνική διακόσμησης. Εμφανίζονται οι τριποδικές χύτρες και η κεραμική με μη ομαλή επιφάνεια (ceramica striata / scored ware). Στη διάρκεια της Πράσινης περιόδου τα αγγεία, προπαντός αυτά της οικιακής χρήσης, χάνουν σταδιακά τη στιλπνότητά τους. Κατά την Ερυθρά περίοδο η διακόσμηση στα αγγεία σπανίζει και η οικιακή κεραμική παρουσιάζει μη στιλπνή επιφάνεια. Τα κεραμικά σχήματα είναι όμοια με εκείνα των προηγμένων φάσεων της Τροίας Ι και των πρώιμων φάσεων της Τροίας ΙΙ. Η Κίτρινη περίοδος έχει εξαιρετικά απλά σχήματα (όμοια με εκείνα της Τροίας ΙΙ), με χαρακτηριστικότερα το δέπας αμφικύπελλον και τις σφαιρικές άωτες φιάλες. Ανάμεσα στην Κίτρινη και την Καστανή περίοδο, παρεμβάλλεται Hiatus που αντιστοιχεί στην Τροία ΙΙΙ και IV. Κατά την Καστανή περίοδο η μονόχρωμη ερυθρά κεραμική, όμοια με εκείνη της Τροίας V, εμφανίζει μεγάλη ποικιλία σχημάτων και διακόσμησης που γίνεται με τροχό. Ανάμεσα σε αυτή και την τελευταία, Ιώδη περίοδο, μεσολαβεί Hiatus που αντιστοιχεί στις πρώιμες και τις μέσες φάσεις της Τροίας VI. Η Ιώδης περίοδος παρουσιάζει κεραμική λεπτόκοκκου πηλού στους χαρακτηριστικούς τύπους του τέλους της Μινωικής και της Μέσης Ελλαδικής και με σχήματα πρωτομυκηναϊκά.
Οι ιταλικές ανασκαφές ανέδειξαν την Πολιόχνη ως την αρχαιότερη πόλη του Αιγαίου. Και ανέδειξαν την κεφαλαιώδη σημασία της Λήμνου στο πλαίσιο του «τρωικού-παρατρωικού» πολιτισμού της Πρώιμης Χαλκοκρατίας. Στην είσοδο του Ελλησπόντου, απέναντι από την Τρωάδα, η Λήμνος υπήρξε από τους πρώτους σταθμούς στη μεταλαμπάδευση της νέας επαναστατικής τεχνογνωσίας, της μεταλλοτεχνίας, που πρέπει να έγινε μέσω Μικράς Ασίας. Χρυσόμαλλο δέρας, βασιλιάς Εύηνος, Ήφαιστος, Σίντιες και Κάβειροι υποστηρίζουν μια τέτοια άποψη. Πέρα από τη γεωστρατηγική του σημασία, την εκπληκτική άνθηση του νησιού ευνόησε και η γεωμορφολογία του. Τα χθαμαλά του βουνά κάνουν χώρο σε εκτεταμένους βοσκότοπους και εύφορες αμπελοφόρες και σιτοφόρες πεδιάδες διευκολύνοντας το ανταλλακτικό εμπόριο. Το Κουκονήσι, νησίδα στο μυχό του κόλπου του Μούδρου, ανήκει στο πυκνό πλέγμα προϊστορικών οικισμών της Λήμνου. Κρίνοντας από τις ελώδεις παραλίες και τα αβαθή νερά, συνυπολογίζοντας την ανυψωμένη σήμερα στάθμη της θάλασσας, δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι, σε κάποιες τουλάχιστον περιόδους κατοίκησής του, το Κουκονήσι ήταν ενωμένο με την ανατολική πλευρά του κόλπου. Η συνεχής άροση για την καλλιέργεια σιτηρών έφερε στην επιφάνεια πληθώρα οστράκων, άφθονα λιθοτεχνήματα, θαλάσσια όστρεα και διαταραγμένα οικοδομικά υλικά, ένα επί τόπου «λατομείο» πεπλατυσμένων λίθων, που αξιοποιήθηκαν από τους ντόπιους σε μαντριά, σε ξερολιθιές ή στην εσωτερική λιθεπένδυση πηγαδιών. Άλλωστε, η πιο εύλογη ετυμολόγηση του ονόματος της νησίδας, που αρχικά ονομαζόταν Σπάθα, στηρίζεται στο ντόπιο αγροτικό ιδίωμα και στα σκόρπια αρχαία οικοδομικά λείψανα υπό μορφή λίθων. «Κούκκο» λένε στη Λήμνο το λιθοσωρό. Το κεραμικό υλικό κατατάσσεται χονδρικά σε δύο μεγάλες χρονολογικές ομάδες. Η νεότερη ανάγεται στους ιστορικούς χρόνους. Τα όστρακα της Υστερογεωμετρικής και Αρχαϊκής εποχής παρουσιάζουν χαρακτηριστικά δείγματα της εγχώριας παραγωγής «bucchero» και της γραπτής κεραμικής με γραμμική γραπτή διακόσμηση. Τα όστρακα της παλαιότερης ομάδας τεκμηριώνουν την έντονη κατοίκηση στα χρόνια της Πρώιμης εποχής του Χαλκού. Τυπολογικά αντίστοιχα με την κεραμική από την Πολιόχνη και τη Μύρινα, εγγράφονται στην κεραμική παραγωγή του τρωικού πολιτισμικού κύκλου. Τα περισσότερα –χειροποίητα, στην πλειοψηφία τους ανοιχτές φιάλες και τριποδικές χύτρες- καλύπτουν την 3η χιλιετία π.Χ. Χρονολογικά και τυπολογικά ξεχωρίζει μεγάλη ομάδα οστράκων από το πρώτο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. Προέρχονται από τροχήλατα ερυθρόχρωμα αγγεία εξαιρετικής ποιότητας και χαρακτηρίζονται από τις οριζόντιες αυλακώσεις γύρω από το χείλος και τις περίτεχνες λαβές. Την κατοίκηση κατά την εκπνέουσα Ύστερη εποχή του Χαλκού (13ος-12ος αιώνας π.Χ.) εκπροσωπούν γραπτά μυκηναϊκά όστρακα, ανάμεσά τους τμήμα από ταυρόσχημο ρυτό. Τα άλλα κινητά ευρήματα από το προϊστορικό Κουκονήσι είναι τα ποικίλα λιθοτεχνήματα, τα κωνικά και αμφικωνικά πήλινα σφονδύλια, τα πήλινα βαρίδια και τα θαλάσσια όστρεα σε μεγάλη ποικιλία. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα μυκηναϊκά ευρήματα που για πρώτη φορά τεκμηριώνουν άμεσα μια κάποιου είδους μυκηναϊκή παρουσία στο νησί. Με τα ευρήματα αυτά «δένει» η πινακίδα ΡΥ Αb 186 από το ανάκτορο της Πύλου που αναφέρεται σε γυναίκες της Λήμνου, παραδίδοντας έτσι την παλαιότερη μνεία του ονόματος του νησιού.
Από τα σημαντικότερα προβλήματα στα οποία η φωτιά πρόσφερε λύση ήταν η κατεργασία του ξύλου, το ίσωμα ή η κάμψη του, με εφαρμογές στην κατασκευή τόξων και άλλων βλητικών κατασκευών, την αρχιτεκτονική, τη ναυπηγική. Χάρη στη φωτιά αναπτύχθηκαν η αγγειοπλαστική και η κεραμουργία, η παραγωγή και η κατεργασία των μετάλλων. Την πρωτοπορία της Λήμνου στην τεχνολογία της φωτιάς αναγνωρίζουν οι αρχαίοι και επιβεβαιώνουν οι ανασκαφές. Από την Πολιόχνη της τρίτης χιλιετίας π.Χ προέρχονται σκεύη υψηλής αισθητικής και υψηλής αντοχής ταυτόχρονα. Από την υπονεολιθική (Μαύρη) φάση της Πολιόχνης, διαπιστώνεται η πρόσμειξη λεπτών θραυσμάτων μαρμαρυγία στον πηλό, προκειμένου να γίνουν τα μαγειρικά σκεύη ανθεκτικά στη φωτιά. Οι ανασκαφικές μαρτυρίες της επιτόπιας κατεργασίας χαλκού και μπρούντζου υποδεικνύουν στους ειδικούς μελετητές ότι τα μέταλλα προέρχονται από την περιοχή του Αφγανιστάν. Στην τρίτη χιλιετία π.Χ., η ναυσιπλοΐα ήταν ήδη αναπτυγμένη και το μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού γινόταν μέσω του Εύξεινου Πόντου. Άποψη του συγγραφέα είναι ότι η Αργοναυτική εκστρατεία είχε σκοπό την απόκτηση τεχνογνωσίας από την περιοχή της Κολχίδας σχετικά με την προμήθεια και την κατεργασία των μετάλλων. Στην περιοχή του Καυκάσου άλλωστε δεν τιμώρησε ο Δίας τον Προμηθέα, επειδή αυτός χάρισε στους ανθρώπους τη φωτιά; Στη Λήμνο είχε στήσει το εργαστήρι του ο αρχιμεταλλουργός των θεών, ο Ήφαιστος. Παιδιά ή εγγόνια του, δεινοί μάγοι και μεταλλουργοί, οι Κάβειροι λατρεύονται από πολύ νωρίς στη Λήμνο. Για να ελλιμενιστεί η Αργώ στο νησί, την άδεια βγαίνει να ζητήσει ο Αιθαλίδης, ο γιος της καπνιάς.
Δαίμονες της μεταλλουργικής πυράς και της γονιμότητας, του κρασιού και της θάλασσας, οι Κάβειροι συνδέονται με τον Ήφαιστο ή τον Καδμύλο, τον ιθυφαλλικό Ερμή της Ίμβρου. Συχνά ταυτίζονται με τους Διόσκουρους. Πάνω σε βόρειο, απόκρημνο ακρωτήρι της Λήμνου, κοντά στο λιμάνι της Ηφαιστίας που το διοικούσε, το Καβείριο αγναντεύει τη Σαμοθράκη. Γύρω στο 200 π.Χ., ημιτελές αφήνεται μεγάλο ορθογώνιο κτήριο με στοά στην πρόσοψη, μικρότερο αλλά ανάλογο της Στοάς του Φίλωνος στο Τελεστήριο της Ελευσίνας και διπλάσιο σε πλάτος από το Ιερό της Σαμοθράκης. Τη στενή σχέση με την Αττική και την έντονη θρησκευτική ζωή του Ιερού υπογραμμίζει το υλικό αποθέτη που χρονολογείται από τον 5ο αιώνα π.Χ. έως την ελληνιστική περίοδο. Τον 3ο αιώνα μ.Χ., ταπεινότερο κτήριο μιμείται την κάτοψη και τη λειτουργικότητα του μεγάλου ελληνιστικού Τελεστηρίου που κάηκε. Εδώ βρέθηκε πλούσιος αποθέτης κεραμικής που καλύπτει το διάστημα από τον 8ο έως και τον ύστερο 6ο αιώνα π.Χ. Καταμετρήθηκαν 300 περίπου αγγεία, ανάμεσά τους οινοχόες, κύαθοι και σκύφοι, κύπελλα, κάνθαροι και αγγεία από γκρίζο bucchero. Αυτή η αρχαιότερη φάση δεν εκπροσωπείται στα ευρήματα της Σαμοθράκης. Την άποψη ότι οι κάνθαροι του Τεμένους της Σαμοθράκης προέρχονται από τη Λήμνο ενισχύει το γεγονός ότι το «καρχήσιον», που αναγνωρίστηκε ως το τελετουργικό αγγείο των Μυστηρίων της Σαμοθράκης, συναντιέται συχνά στον αποθέτη του Καβειρίου της Λήμνου. Κάτω από το κεντρικό κλίτος του υστερορωμαϊκού Τελεστηρίου, αποκαλύφθηκε το αρχικό Τελεστήριο που χρονολογείται στο 700 π.Χ. περίπου. Τα αγγεία, από το β΄μισό του 6ου αιώνα π.Χ., υποδεικνύουν ότι ίσως πρόκειται για το αρχαιότερο Τελεστήριο στον ελληνικό χώρο, παλαιότερο και από το σολώνειο Τελεστήριο της Ελευσίνας. Αναθηματικές επιγραφές σε αγγεία, γραμμένες στο ίδιο αλφάβητο και στην ίδια γλώσσα της γνωστής τυρρηνικής στήλης των Καμινίων του β΄μισού του 6ου αιώνα π.Χ., αποτελούν αδιάσειστη απόδειξη της σχέσης του Ιερού με τον βαρβαρικό πληθυσμό των Τυρρηνών που, στο τέλος της υστεροαρχαϊκής περιόδου, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Λήμνο και να μεταναστεύσουν στη Χαλκιδική. Η άφιξη και εγκατάσταση των Τυρρηνών στη Λήμνο και την Ίμβρο τοποθετείται μετά το τέλος της 2ης χιλιετίας και συνδέεται με την πρώτη εμφάνιση της καβειρικής λατρείας στο χώρο του Αιγαίου.
Η κοπή και η εικονογράφηση των λημνιακών νομισμάτων δεν μένουν, βέβαια, ανεπηρέαστες από τις ιστορικές περιπέτειες του νησιού. Η λεηλασία του από τον Φίλιππο Β΄(354-352 π.Χ.) θέτει τέλος στην αθηναϊκή κυριαρχία που είχε εγκατασταθεί το 479 π.Χ. Ώσπου ο Σεπτίμιος Σεβήρος (192-211 μ.Χ.) να της παραχωρήσει την ανεξαρτησία της, η Λήμνος είχε περάσει από τα χέρια των επιγόνων του Αλεξάνδρου, των Ρωμαίων και, για άλλη μια φορά, των Αθηναίων. Οι πρώιμες κοπές της Μύρινας και της Ηφαιστίας χρονολογούνται πριν από το 348 π.Χ. Η κεφαλή Αθηνάς στον εμπροσθότυπο και κουκουβάγια με σύμβολα στην πίσω όψη, εμφανίζονται σε νομίσματα και των δύο πόλεων. Στη Μύρινα διακρίνονται τρεις ομάδες ανάλογα με την απόδοση των θεμάτων. Στην Ηφαιστία, εκτός από τον «αθηναϊκό» τύπο νομίσματος, μια δεύτερη ομάδα, πιστή στην τοπική παράδοση, αντικαθιστά την κουκουβάγια με κριάρι. Τα ελληνιστικά νομίσματα της Ηφαιστίας έχουν καθαρά θρησκευτική-λατρευτική θεματική. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις τοπικές θεότητες, τον Ήφαιστο και τους Καβείρους. Από το 166 π.Χ. έως τον 3ο αιώνα μ.Χ., το νομισματοκοπείο της Μύρινας είναι ανενεργό ενώ η Ηφαιστία εκδίδει νομίσματα με τον Ήφαιστο. Η πόλη προχωρεί σε ψευδοαυτόνομες κοπές, με την επώνυμη, πυργοστεφή κεφαλή της θεάς Λήμνου στον εμπροσθότυπο και, στην πίσω όψη, το όνομα της πόλης πλάι σε αναμμένη δάδα, θέμα που αναφέρεται σε ετήσιο τελετουργικό εορτασμό στο νησί. Άλλα εικονογραφικά θέματα είναι η κεφαλή του Διονύσου και τα σύμβολα της λατρείας του, σταφύλι ή κέρας της αφθονίας, η ακτινωτή κεφαλή του Απόλλωνα ως θεού Ήλιου, οι εξάκτινοι αστέρες και οι πίλοι, σύμβολα των Διοσκούρων.
Οι κληρούχοι, που οι Αθηναίοι εγκατέστησαν στη Λήμνο στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., διατηρούσαν το δικαίωμα του αθηναίου πολίτη και συνέχιζαν να προσδιορίζονται από το δήμο και τη φυλή τους. Δύο δήμοι κληρούχων υπήρχαν στο νησί, ένας σε καθεμιά από τις πόλεις της λημνιακής «διπόλεως». Η Αθήνα από τον 4ο αιώνα π.Χ. έστελνε «επιμελητές». Επιγραφή του 329/8 π.Χ. αναφέρει δυο στρατηγούς της Λήμνου να μεταφέρουν στην Ελευσίνα τις «απαρχές» του σταριού και του κριθαριού. Οι κληρούχοι εγκατέλειψαν τη Λήμνο μόνο μια φορά, μετά τη νίκη του Λύσανδρου στους Αιγός Ποταμούς (404/3 π.Χ.) που έφερε στο νησί τούς Σπαρτιάτες. Το 387 π.Χ. όμως, η Ανταλκίδειος ειρήνη αποδίδει τη Λήμνο, την Ίμβρο και την Τένεδο στους Αθηναίους. Οι εγχώριοι Λήμνιοι έχουν Βουλή και Εκκλησία του δήμου. Υπάρχει όμως και «εκκλησία και δήμος των τετελεσμένων», των μυημένων στα Καβείρια μυστήρια. Μεγάλη σειρά επιγραφών του μουσείου αποτελούν οι «όροι», τα ορόσημα αγρών και οικιών. Οι ενεπίγραφοι όροι χρησίμευαν ως ορόσημο των υποθηκευμένων κτημάτων λόγω δανείου. Η Άρτεμις, πολιούχος της Μύρινας, λατρευόταν ως θεά της Σελήνης σε επίσημο ιερό μέσα στα όρια της πόλης. Ωστόσο, δύο επιγραφές είναι ορόσημα τεμένους της Αρτέμιδας που βρισκόταν έξω από τη Μύρινα. Αντίστοιχα, το ιερό των Καβείρων που ανήκε στην Ηφαιστία είχε κτιστεί έξω από τα τείχη της. Άλλοι δύο όροι βεβαιώνουν την ύπαρξη θρησκευτικής οργάνωσης των Οργεώνων υπό την αιγίδα του Ηρακλή. Το διάσημο κρασί του νησιού διαλέγεται με τον Διόνυσο. Τα Διονύσια φιλοξενούσαν και αγώνες τραγωδίας. Άλλες επιγραφές παραπέμπουν στη λατρεία του Ηφαίστου, πολιούχου της Ηφαιστίας, και των Καβείρων που ονομάζονται Μεγάλοι Θεοί. Ιδιαίτερη κατηγορία επιγραφών αναφέρεται σε χειραφετήσεις δούλων. Εξαιτίας τους η αίγλη του Καβειρίου είχε φτάσει έως την Αθήνα. Οι επιτύμβιες επιγραφές σκαλίζουν σε στήλες το όνομα του νεκρού με ή χωρίς την ανάγλυφη παράστασή του. Επιτύμβιες είναι σχεδόν όλες οι επιγραφές που προέρχονται από την Ίμβρο και την Τένεδο.
«Δίπολις» ήταν η Λήμνος ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Στη χαλκολιθική περίοδο («periodo nero») ανήκουν τα οικιστικά λείψανα από την Πολιόχνη και τη Μύρινα. Στο τέλος της «periodo verde», όταν η Πολιόχνη άγγιζε τη μεγαλύτερη ακμή της, η Μύρινα παρήκμασε. Από τη μυκηναϊκή περίοδο τα ευρήματα είναι ελάχιστα. Έντονη δραστηριότητα στο νησί από τον 8ο έως τον 5ο αιώνα π.Χ. μαρτυρούν τα ευρήματα από τον αποθέτη στο Καβείριο, το πλούσιο υλικό από το Ιερό της Μεγάλης Θεάς, τα κτερίσματα από τη νεκρόπολη της Ηφαιστίας, τα ευρήματα από το Ιερό της Άρτεμης και τα μοναδικά ειδώλια από αποθέτη στη Μύρινα. Από το εκτός πόλεως ιερό τέμενος της Άρτεμης, όπου βρέθηκε θυσιασμένος ταύρος, προέρχονται ειδώλια μουσικών γυναικείων μορφών. Αθηναίοι εντοπίζονται στη Μύρινα από το τέλος των αρχαϊκών χρόνων. Ταραχές ακολούθησαν την επιβολή του τυράννου Λυκάρετου από τους Πέρσες το 512 π.Χ. Εξ αιτίας τους έγιναν οχυρωματικά και λιμενικά έργα στην ακτογραμμή του νησιού. Αθηναίοι κληρούχοι εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Ηφαιστία και τη Μύρινα μετά το 439 π.Χ. Επιγραφές των κλασικών χρόνων μαρτυρούν την ύπαρξη στην πόλη δήμου Χαλκιδέων. Η ακμή της Μύρινας συνεχίζεται στις μέρες των επιγόνων. Έξω από την πόλη, τα κτερίσματα από συστάδα τάφων (β΄ μισό του 2ου αιώνα π.Χ. - αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ.) περιλαμβάνουν χρυσές δανάκες, χρυσά κοσμήματα, νομίσματα, αγγεία. Το μεγαρόσχημο κτήριο σχετίζεται με την Αφροδίτη - θεά του Κάτω Κόσμου. Η Λήμνος παρέμεινε αθηναϊκή έως τον 2ο αιώνα μ.Χ. Στη Μύρινα αποκαλύφθηκε νεκροταφείο των ρωμαϊκών χρόνων με κιβωτιόσχημους τάφους, χτισμένους σε χαμηλό τοιχάριο ή εγχυτρισμούς σε αμφορείς.
Σπανιότητα εικαστικών μαρτυριών, σπανιότητα περιγραφικών τεκμηρίων. Την ερευνητική του μέθοδο ο Άγγελος Δεληβορριάς στηρίζει στην αρχή ότι ο παραδοσιακός νεοελληνικός πολιτισμός των μεταβυζαντινών αιώνων πρέπει να άνθισε και στη Λήμνο, άσχετο αν η μη έγκαιρη παρέμβαση για την περισυλλογή και την προστασία τεκμηρίων οδήγησε σε μια έλλειψη συμπτωματική. Ως προς την αρχιτεκτονική, στη Μύρινα κυρίως, εντοπίζονται κτίσματα «ηπειρωτικού τύπου». Την παλαιότερη παράδοση του λημνιακού σπιτιού αντιπροσωπεύει ο απλός, μονόχωρος τύπος του αγροτόσπιτου με την «αξάτη» που, τον 18ο αιώνα, παίρνει κάποτε μνημειακό χαρακτήρα. Απελευθερώνοντας την προέλευση του «ηπειρωτικού» τύπου κατοικίας από τον δογματικό της προσανατολισμό στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης, φανερώνεται πιθανότερη μια στέρεη εξάρτησή της από τις παραδόσεις του ευρύτερου, ενιαίου νησιωτικού χώρου. Στα νησιά του ανατολικού αιγαίου παραπέμπει και η ιδιαιτερότητα του πλαστικού ιδιώματος των γλυπτικών διακοσμητικών στοιχείων στις κατασκευές του όψιμου 19ου αιώνα. Απομονωμένο ανάμεσα στα αδημοσίευτα τέμπλα του νησιού, το «αξιόλογο ξυλόγλυπτο τέμπλο» σε εξωκκλήσι του 1732 στη θέση Ανυπάτη, αδυνατεί να πει αν πίσω του βρίσκεται κάποιο περιοδεύον σινάφι ή ένα τοπικό εργαστήρι. Φαίνεται ότι από τα σπίτια της Λήμνου δεν απουσίαζε το κατ’ εξοχήν νησιώτικο έπιπλο, η κασέλα. Οι διακοσμημένες κασέλες θέτουν το ερώτημα της ζωγραφικής παράδοσης, διαδεδομένης τον 18ο αιώνα σε όλα τα νησιά του Αιγαίου. Το γεγονός ότι δύσκολα θα είχε γεννηθεί εκ του μηδενός το έργο του λαϊκού ζωγράφου Γρηγορίου Παπάμαλη, επιτρέπει την υπόθεση πως πιθανότατα θα υπήρχε κάποια τοπική σχολή εκκλησιαστικής ζωγραφικής. Το 1786, ο γάλλος ελληνιστής D’Ansse de Villoison που επισκέπτεται τη Λήμνο, αναφέρεται σε σπίτια στολισμένα με «βαρδάκια», δηλαδή σε στολισμένους τοίχους με κεραμικά, από τα οποία δεν απουσιάζουν τα Τσανάκ-Καλέ. Εντοπίζοντας ίχνη των καμινιών ως το 1840, η Μπέτυ Ψαροπούλου διαπιστώνει ότι οι τσουκαλάδες του νησιού έφτιαχναν κεραμικά γυαλωμένα και ακόσμητα και μόνο τα σταμνιά τους ζωγράφιζαν με άσπρο μπατανά. Αναμφίβολα, τα πιο θεαματικά κοσμήματα των νησιώτικων σπιτιών ήταν τα κεντήματα. Το 1894, ο Louis de Launαy προσέχει τα στρωσίδια, υφασμένα και κεντημένα από τις γυναίκες του σπιτιού. Το 1806, ο μητροπολίτης Λήμνου καταδικάζει τα «περιττά» κεντήματα. Την ύπαρξη τοπικής παράδοσης υποστηρίζει και η μαρτυρημένη άνθιση της παραγωγής βάμβακος και μετάξης. Μια εικόνα από τη χαμένη κεντητική της Λήμνου μπορούν να προσφέρουν τα δυο γυναικεία πουκάμισα του Μουσείου Μπενάκη: σχηματοποιημένα άνθινα θέματα, μετρητή βελονιά, χρωματιστά μετάξια. Λίγο πριν εκπνεύσει, το ίδιο διακοσμητικό πνεύμα, το ίδιο τεχνοτροπικό ύφος απαντά στις «πετσέτες» που, έως τα προπολεμικά χρόνια, έδεναν στο κεφάλι τους οι λήμνιοι χωρικοί. Η παρακολούθηση της εξελικτικής διαδικασίας στην περίπτωση της γυναικείας φορεσιάς είναι δυσχερής, καθώς ένα μοναδικό ακέραιο παράδειγμα διασώθηκε στο Εθνικό-Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας. Ο εξωτερικός επενδύτης, το καβάδι, απουσιάζει ίσως λόγω παλαιότητας ή παραφθοράς. Το πουκάμισο της Λήμνου ανήκει στη μεγάλη ομάδα πουκαμίσων με «κολονάτο» διάκοσμο, με ιστορία που χάνεται στα βάθη του ελληνικού χρόνου. Όσο για τη βράκα, η επίδραση του οθωμανικού στοιχείου είναι «περιστασιακή». Ορθότερος είναι ο προσανατολισμός της Marie de Launay που ανιχνεύει «un arrière-goût italien», από τα κατάλοιπα των χρόνων των Gateluzzi.
Ο Κότζινος, σημερινός Κότσινας, είναι στη μεσοβυζαντινή περίοδο το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο λιμάνι της Λήμνου. Ως «τόπος» μαρτυρείται το 1136. Οι Μονές του Αγίου Όρους με μετόχια που καταλαμβάνουν τις ευφορότερες εκτάσεις του νησιού έχουν στραμμένο το μάτι τους πάνω του. Το 1403 η Λήμνος παραχωρείται στον Ιωάννη Ζ΄ Παλαιολόγο. Μετά το θάνατό του, ο Κότζινος παραμένει στη χήρα του Ευγενία, για να καταλήξει το 1440 στην οικογένειά της, τους γενοβέζους Γατελούζους. Το 1479 η Λήμνος εκχωρείται από τους Βενετούς στους Τούρκους. Ανάμεσα στο 1403 και το 1479,το στρατηγικής σημασίας νησί διεκδικούν Τούρκοι και Βενετοί. Με τη μοίρα του νησιού συνδέθηκαν δύο ακόμη Παλαιολόγοι, ο Κωνσταντίνος, που το 1442 απώθησε τους Τούρκους, και ο δεσπότης του Μορέα Δημήτριος. Στο αρχαιολογικό μουσείο της Λήμνου φυλάσσεται μαρμάρινο αρχιτεκτονικό μέλος από τον Κότζινο με μονογράφημα που πιθανότατα αναφέρεται στον Δημήτριο Παλαιολόγο. Ήδη από τον 16ο αιώνα το φρούριο του Κότζινου ήταν ακατοίκητο. Στο εσωτερικό του φρουρίου, από όπου ξεκινούν τα 64 σκαλοπάτια που πραγματοποιούν την κάθοδο προς το «αγίασμα», στρωματογραφική ανασκαφική έρευνα απέδωσε ελάχιστα κεραμικά δείγματα. Αυτά διακρίνονται σε δυο ομάδες: η πρώτη χρησιμοποιεί την τεχνική της εγχάραξης, λεπτής (sgraffito) και φαρδιάς (incision). Στα διακοσμητικά της θέματα συγκαταλέγονται ομόκεντροι κύκλοι, γοργόνα και άγγελος (;). Στη δεύτερη ομάδα, χρησιμοποιούνται δύο τεχνικές, γραπτή και εγχάρακτη. Οι πιτσιλιές είναι σκουροπράσινες και το γέμισμα της χάραξης καφετί. Και οι δυο ομάδες έχουν εφυάλωση πράσινη και κίτρινη. Χρονολογούνται στα τέλη του 15ου με τις αρχές του 16ου αιώνα. Πήλινος τριποδίσκος προσδιορίζει υστεροβυζαντινό εργαστήρι κεραμικής.
Μάντρα ονομάζεται ο κτιστός χώρος στην ύπαιθρο, στα χωράφια ή στα δυσπρόσιτα βουνά, όπου συγκεντρώνει ο βοσκός το κοπάδι του. Με τον προσανατολισμό της προφυλάσσει το βοσκό από το βορριά. Οι στάβλοι ή στάνες της ηπειρωτικής Ελλάδας, το κρητικό μητάτο με τον «κούμο» του αποτελούν πρόχειρες, θολιαστές κατασκευές, φτιαγμένες αποκλειστικά από πέτρα με το εκφορικό σύστημα. Όμοια ακριβώς κτίσματα είναι οι μάντρες στη Χίο. Ξύλινες τουρλωτές κατασκευές ήταν τα κονάκια των Σαρακατσάνων. Με επίκεντρο τη Λήμνο, τα νησιά Λέσβος, Ίμβρος, Τένεδος και Σαμοθράκη μοιράζονται όμοιες κατασκευές, μοναδικές στην τεχνική τους. Στη Λήμνο κτίζουν με πέτρα, ξύλο και καλάμια. Αληθινοί μαστόροι έχτιζαν την πέτρα χωρίς χρήση κονιάματος. Σε αντίθεση με άλλα μέρη, στη Λήμνο η μάντρα εξελίσσεται και οργανώνεται. Διακρίνονται πέντε τύποι: α) ο αρχικός, το μονόχωρο ορθογώνιο κτίσμα με τζάκι, β) ο γεωργικός, σε περιοχές με καλλιεργήσιμη γη, με αποθηκευτικούς χώρους κυρίως για σιτηρά, αλώνι, κατοικία βοσκού, χώρο σταβλισμού μεγάλων οικόσιτων ζώων, γ) ο γεωργοκτηνοτροφικός, σε περιοχές με καλλιεργήσιμη γη αλλά και βοσκοτόπια, με χώρο κατοικίας, χώρο για τα πρόβατα (χαγιάτι), στάβλο για μεγάλα ζώα, αχυρώνα, φούρνο, αλώνι κλπ., δ) ο κτηνοτροφικός, μόνο σε περιοχές με βοσκοτόπια σε ψηλά βουνά και απότομες χαράδρες, διαθέτει: χαγιάτι (για τα πρόβατα) και μικρό χώρο με τζάκι για το βοσκό, ε) ο μεικτός οικογενειακός βρίσκεται μέσα ή κοντά σε οικισμό. Το χαγιάτι στις μάντρες της Λήμνου είναι ο χώρος γύρω από τον οποίο οργανώνονται όλες οι άλλες λειτουργίες. Και είναι το σημείο που προσδιορίζει την τελική αρχιτεκτονική σύνθεση του συγκροτήματος.
Στα δύο λιθοεπένδυτα πηγάδια της Πολιόχνης το Αιγαίο της 3ης χιλιετίας π.Χ. πρωτοβλέπει το στοιχείο της σύναξης και της κοινωνικής ζωής που συνοδεύει ως τις μέρες μας κοινοτικά πηγάδια και κρήνες. «Καλλίρροες» ήταν οι «τυκτές», οι υπόστεγες αρχαιοελληνικές κρήνες. Θρησκευτικές δοξασίες, τελετουργικά δρώμενα και δεισιδαιμονίες ήταν συνυφασμένες με τη λειτουργική- κοινωνική διάστασή τους. «Αι κρηναίοι νύμφαι» μεταμορφώνονται στις νεράιδες των δικών μας παραμυθιών. Με εξαίρεση το θολοσκέπαστο υπόγειο «αγίασμα» στο φρούριο του Κότσινα, οι περιηγητές σπάνια μνημονεύουν κρήνες του νησιού. Τη μόνη κρήνη που αναζητούν είναι η «Φθελιδεία», απ’ όπου έβγαινε η φημισμένη «λημνία γη». Στη Μύρινα και στο χωριό Τσιμάνδρια, εντύπωση τους προκαλεί το κάλυμμα σαρκοφάγων που, αναποδογυρισμένο, χρησίμευε σαν λεκάνη κάτω από τη βρύση. Ένας τους παρατηρεί ότι η κρήνη είναι το κέντρο της κοινωνικής ζωής των γυναικών. Οι σωζόμενες υπέργειες κρήνες ανήκουν στο διάστημα από το β΄μισό του 19ου αιώνα έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Από αυτές, η παλαιότερη είναι τουρκική και στέκεται στην αγορά της Μύρινας (1771). Δεύτερη χρονικά (1862) είναι η υπόστεγη κρήνη του χωριού Δάφνη, σύγχρονη σχεδόν με την κρήνη των Λύχνων. Οι κρήνες διακρίνονται τυπολογικά σε δυο ομάδες: α) Υπόστεγες κρήνες. Αρχιτεκτονικός τύπος με αρχαίες καταβολές που πλησιάζει την οικιστική αρχιτεκτονική. Ορθογώνιες στην κάτοψη, οι κρήνες έχουν χτιστές τις δύο ή τις τρεις πλευρές ενώ οι υπόλοιπες υποστηρίζονται από πεσσό ή κίονα. Η κεραμιδένια στέγη είναι μονόριχτη, δίριχτη ή τετράριχτη και φέρεται από ορατά ξύλινα ζευκτά. β) Κρήνες με συμπαγή πρόσοψη. Απαρτίζουν την πολυαριθμότερη ομάδα. Αρχιτεκτονικά διαμορφωμένη, η πρόσοψη αναπληρώνει τον υπόστεγο χώρο. Ο κρουνός περιγράφεται συνήθως από ψηλό θυρόσχημο αρχιτεκτονικό πλαίσιο. Παραδείγματα εκζήτησης στη διαμόρφωση της πρόσοψης αποτελούν οι κρήνες των Θέρμων (1908) και του Κοντοπουλίου (1927). Στα συμβολικά, μεμονωμένα θέματα που κοσμούν τις κρήνες ανήκει και ο σταυρός που εξαγνίζει τα νερά. Χρονολογημένες βάσει κτιτορικών επιγραφών, οι τρεις χρονικά τελευταίες κρήνες είναι διακοσμητικά απαιτητικότερες. Η υπόστεγη κρήνη στα Τσιμάνδρια (1935) διακοσμείται με δυο λίθινα ολόγλυφα ανθοδοχεία, με ανδρικό και γυναικείο χέρι σε χειραψία. Έργο του Βασίλη Κοντού, η υπόστεγη κρήνη του Πεδινού (1950) εμφανίζει δυο γωνιαία «ακροκέραμα» με σύμφυτες ανθρώπινες κεφαλές και μικρή προτομή αγγέλου. Η πληθωρικά διακοσμημένη κρήνη του Κοντοπουλίου (1927) είναι έργο του Τάσου Ανηβελάκη. Στην απόληξη της πρόσοψης, η τοξωτή διάταξη των γλυπτών κοσμημάτων θυμίζει έντονα αετωματική σύνθεση. Τη συμμετρικότητα υπογραμμίζουν δυο αντωποί φτερωτοί γρύπες που υποβαστάζουν γυναικεία κεφαλή. Την κορυφή του «αετώματος» καταλαμβάνει ολόγλυφο καθισμένο λιοντάρι. Δυο καθιστές παιδικές μορφές αποτελούν τα πλαϊνά ακρωτήρια. Ανθισμένα κλαδιά ακάνθου δηλώνουν τη ζωοδότρα δύναμη του νερού. Οι δαιμονικοί γρύπες και το λιοντάρι είναι συνάμα αποτρόπαια και φύλακες της κρήνης. Αποτροπαϊκή είναι και η γυναικεία κεφαλή, ίσως γοργόνειο. Την ιστορία ζωντανεύουν οι γλαφυρές επιγραφές της τουρκικής κρήνης στη Μύρινα και της υπόστεγης κρήνης στη Δάφνη αλλά και η δίγλωσση επιγραφή, τουρκική και ελληνική, της κρήνης των Θέρμων.
Την άφθονη πέτρα της Λήμνου δούλευαν οι πετράδες με μεράκι και τα δημιουργήματά τους βρίσκονται διάσπαρτα στο νησί. Επικεφαλής της ομάδας ήταν ο μάστορας που είχε για βοηθούς τους γιούς του, που μάθαιναν έτσι τα μυστικά της δουλειάς. Την τέχνη των πετράδων θαυμάζουμε στις εκκλησίες και τα καμπαναριά, ιδιαίτερα στο τέμπλο του Αγίου Κωνσταντίνου στο χωριό Ρωμανού. Και στα αρχοντόσπιτα: κατώφλια, υπέρθυρα, παραστάδες, ποδιές παραθύρων, τζάκια, που όχι μόνο τα πελεκούσαν αλλά τα τοποθετούσαν κιόλας. Το μεράκι τους διατρανώνουν τα υποστηρίγματα (φουρούσια) των μικρών μπαλκονιών από πελεκητή πέτρα, στολισμένα με ανάγλυφα πουλιά, λουλούδια, γρύπες, λιοντάρια. Η τέχνη τους έφτιαξε κρήνες, χείλη πηγαδιών και τις ποδιές τους ολόγυρα, γούρνες. Δικά τους είναι και τα λιτά ηρώα με τα πετρωμένα δάφνινα στεφάνια. Και για τους κοινούς νεκρούς σμιλέψανε πέτρινα αγγελούδια, γλάστρες, λουλούδια, άγκυρες και άλλα παρόμοια θέματα. Η συγγραφέας παραθέτει όσα ονόματα πετράδων κατάφερε να συγκρατήσει η προφορική παράδοση.
Το λημνιακό παραδοσιακό σπίτι έχει σχήμα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, έχει τετράριχτη κεραμιδένια σκεπή και είναι χτισμένο όλο με εμφανή πέτρα. Γυμνό από δέντρα, το νησί προμηθευόταν ξύλο από το Άγιο Όρος, τη Θάσο, τη Σαμοθράκη και τη Θράκη. Ο ασβέστης δεν ήταν σε χρήση αφού και αυτός εισαγόταν από τη Σαμοθράκη, τη Λέσβο ή το Άγιο Όρος. Ανάλογα με τους χώρους που το απαρτίζουν και τη γενικότερη αρχιτεκτονική του μορφή, το λημνιακό σπίτι χωρίζεται σε τέσσερις τύπους: α. Μονώροφο σπίτι (καλύβι ή χαμόγειο) β. Διώροφο σπίτι με εξωτερική πέτρινη σκάλα γ. Διώροφο σπίτι με αξάτα . «Αξάτα» ονομάζεται ο χώρος που προστίθεται στην πρόσοψη της απλής διώροφης οικίας. Έχοντας στέγη επίπεδη χρησιμεύει σαν εξώστης δ. Διώροφο σπίτι με αξάιτο. Το «αξάιτο» είναι δωμάτιο με υπόστεγο κτισμένο πάνω στην αξάτα. Πέρα από την αγροτική αρχιτεκτονική, στα εύπορα χωριά και ιδίως στην πρωτεύουσα, τη Μύρινα, αναπτύχθηκε η αστική αρχιτεκτονική που δεν έχει ακόμη μελετηθεί.
Το Μουσείο παιχνιδιών (Spielzeugmuseum) στη Νυρεμβέργη έδωσε το 1978 στο συγγραφέα το ερέθισμα να στήσει στη γενέτειρά του ένα μουσείο αντίστοιχο. Έτσι ξεκίνησε τη συλλογή του. Πάνω από έξι χιλιάδες παιχνίδια καλύπτουν το χρονικό φάσμα από το β΄μισό του 19ου αιώνα έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Γνώμονας στο στήσιμο της συλλογής ήταν η ανάδειξη της ελληνικής πραγματικότητας. Από το αστικό και μεγαλοαστικό παιχνίδι έως το ευτελές πανηγυριώτικο ή αυτοσχέδιο παιχνίδι εικονογραφείται όλη η κοινωνική διαστρωμάτωση με τη συναφή ιδεολογία. Γύρω από τη δυαδικότητα αγορίστικο – κοριτσίστικο παιχνίδι αρθρώνονται οι θεματικές ενότητες. Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στα τρένα, αυτοκίνητα και καράβια, ενώ πολυάριθμες ομάδες απαρτίζουν τα τσίγκινα λιθόγραφα και τα κουρδιστά παιχνίδια, οι κατασκευές, οι μαριονέτες κ.ά. Οι λαϊκές αυτοσχέδιες κατασκευές και τα παραδοσιακά παιχνίδια του δρόμου από τη Λήμνο κατέχουν ξεχωριστή θέση. Για την πληρέστερη τεκμηρίωσή του, το παιχνίδι έχει αναζητηθεί σε παλιά χαρακτικά, ζωγραφικά έργα, καρτ-ποστάλ, φωτογραφικές αποτυπώσεις και σε κείμενα. Συμπληρωματική της ιστορίας των παιχνιδιών, η ιστορία του παιδικού βιβλίου εκπροσωπείται από εκατοντάδες παλιά παιδικά βιβλία, κάποια σε εξαιρετικά σπάνιες εκδόσεις. Το μουσείο στη Λήμνο οφείλει πολλά στους «δωρητές ψυχής» που αποχωρίστηκαν και δώρισαν τα δικά τους παιχνίδια. Δυο βασικές αρχές διέπουν τα σχέδια για το Μουσείο: α) να μην υποβαθμιστεί ο θαυμαστός κόσμος του παιδικού παιχνιδιού σε άψυχα μουσειακά εκθέματα, β) το παιχνίδι να είναι σταθερά παρόν στην ευρύτερη έννοιά του ως κινητήριου παράγοντα για τη δημιουργία πολιτισμού, άποψη που εικονογραφείται ανάγλυφα στο βιβλίο του Χουιζίνγκα Homo Ludens.
Εν είδει κινητής έκθεσης, το μουσειολεωφορείο μεταφέρει στο κοινό που αδυνατεί να επισκεφθεί το μουσείο μια αποσπασματική του εικόνα. Οι ρόλοι αντιστρέφονται, το μουσείο επισκέπτεται το κοινό του. Η ιδέα έχει εφαρμοστεί δεν είναι καινούρια. Για παράδειγμα, η «Ζέμπρα με ρόδες», όπως λέγεται το μουσειολεωφορείο στη Μποτσουάνα, επισκέπτεται χωριά που είναι διασκορπισμένα στην έρημο Καλαχάρι. Η Κιβωτός δημιουργήθηκε από τη συνεργασία της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Λέσβου με το Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του ΥΠ.ΠΟ και την Κ΄Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Η Κιβωτός θέτει πολλαπλούς στόχους: παιδαγωγικούς, μουσειακής δεοντολογίας, κοινωνικού περιεχομένου και επιμορφωτικής πολιτικής.
Στον έκτο τόμο της σειράς Meligunis Lipara, οι συγγραφείς L. Bernabò Brea και Madeleine Cavalier καταθέτουν λεπτομερή απολογισμό των ανασκαφικών εργασιών που έγιναν στη νησίδα Filicudi κατά τις δεκαετίες 1950 και 1960. Εκτιμούν ότι τα Αιόλια νησιά δέχτηκαν μετανάστες από το Αιγαίο κατά την τρίτη χιλιετία π.Χ. Τρανή απόδειξη ο οικισμός του Capo Graziano στη νησίδα Filicudi, χρονολογημένος στην περίοδο μεταξύ 2300 και 2000 π.Χ. περίπου, χρόνο άφιξης στο Αιγαίο των «Πρωτο-Ελλήνων». Κάποιος δικός τους κλάδος, πιστεύουν, εγκαταστάθηκε στο λόφο του Capo Graziano. Tα περί εισβολής των «Πρωτο-Ελλήνων» αντικρούει o Χρ. Ντούμας. Oι αρχαιολογικές μαρτυρίες, υπενθυμίζει, έχουν αποδείξει πως το Αιγαίο το εκμεταλλεύονταν οι νησιώτες του. Ως τη μεγαλύτερη απόδειξη αναφέρει την Πολιόχνη που, από τις αρχές κιόλας της τρίτης χιλιετίας π.Χ., ήταν αξιόλογος σταθμός διαμετακομιστικού εμπορίου πάνω στο θαλάσσιο δρόμο μεταξύ Αιγαίου και Μαύρης θάλασσας. Για λόγους ακόμη ανεξακρίβωτους, η Πολιόχνη και άλλα πρωτο-αστικά κέντρα του βορειο-ανατολικού Αιγαίου εγκαταλείφθηκαν γύρω στα τέλη της Πρωτοελλαδικής ΙΙ περιόδου (περί το 2300/2200 π.Χ.). Άποψη του συγγραφέα είναι ότι οι νεήλυδες της ηπειρωτικής Ελλάδας αλλά και οι μετανάστες των Αιόλιων νησιών είναι πρόσφυγες από τη Λήμνο.
Η σκηνοθέτις ενδίδει στην αίσθηση της αναζήτησης, στον ίδιο τον τόπο όπου εκτυλίσσεται το Δράμα. Σε μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Λήμνου, την Ηφαιστία, σώζονται τα ίχνη του θεάτρου της που χρονολογείται στον 5ο ή τον 4ο αιώνα π.Χ. Αποσπάσματα από τονΦιλοκτήτη του Σοφοκλή οδηγούν από τη μοναξιά του ήρωα στην τελική συμφιλίωση, στην επαναφορά της πανάρχαιας τάξης.
Στους χώρους του παλαιού τουρκικού Διοικητηρίου προσαρμόστηκε η σύγχρονη επανέκθεση. Τα ευρήματα, που εκτίθενται με χρονολογική σειρά, προέρχονται από τις ανασκαφές της Ιταλικής Σχολής στην Πολιόχνη, το Καβείριο και την Ηφαιστία, τα ευρήματα της Κ΄ Εφορείας από τη Μύρινα κυρίως, περιλαμβάνονται όμως και οι αρχαιότητες από την Ίμβρο που είχε στείλει ο Επίσκοπος στην Αθήνα λίγο πριν τη Μικρασιατική καταστροφή. Αντίγραφο του Έρωτα που έφτιαξε ο Λύσιππος, σφίγγες και σειρήνες συντροφιά στον Κάτω Κόσμο, Απόλλωνας κιθαρωδός, αυλητής, γυναίκες μουσικοί, από τους τάφους των αθηναίων κληρούχων μελαμβαφή αγγεία αττικά, ειδώλια και σκεύη, τα ελληνιστικά εργαστήρια κεραμικής από την Ηφαιστία και τη Μύρινα, ο αποθέτης από το Καβείριο.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
The settlement of Poliochni, situated on a small precipice hill overlooking the sea on the eastern coast of the island of Lemnos opposite Troad, is one of the most significant sites of the Early Bronze Age in northern Aegean. Systematically excavated in the years 1931-1936, 1951-1953 and 1956 has, since 1985, become the objective of a wide restoration and exploitation campaign which, starting back from 1990, is also offering the possibility of re-examining the archaeological data. Being originally a village of huts in curvilinear plan, it substituted for an urban settlement, with megaron-type houses and imposing public buildings, whose inhabitants had a remarkable knowledge of metal work techniques. The settlement, surrounded by magnificent walls, was occupying the slope of the hill for almost the entire third millennium B.C., though less consistent traces indicate a more sporadic inhabitation even during the second millennium. The archaeological data prove as certain the relations of Poliochni with Troy and the other centers of the Troad, the northern Aegean, the Cyclads, in a major degree, as well as with important centers of mainland Greece. The necropolis of the settlement has not been located as yet, however, the intramural burials, not only of children, reveal an established ceremonial, rich in socio-cultural significance.
Although the origin of the cult and the genealogy of the Kabeiroi have remained obscure, the excavations of the Italian Archaeological School at cape Chloe have advanced our relevant knowledge. According to the results of this research project, that was initiated in 1937-1938 and has been continuing from 1982 until today, it seems highly probable that the first known sanctuary of the Kabeiroi with the oldest in the Greek region Telesterion was situated there. A number of graffiti on pottery finds, drawn in the same alphabet and leanguage with the known Tyrrenian stele from Kaminia, of the sixth century B.C. -presently in the National Archaeological Museum of Athens-, prove beyond doubt that this sanctuary is related with the Tyrrenians and that the problem of their origin as well as of their arrival to Lemnos is in all probability connected with the first appearance of the Kabeirian cult in the Aegean basin.
The excavational research of the last decade at Myrina, Lemnos, has brought into light new, abundant data concerning the ancient topography of the city and the history of the island. The remnants of a large littoral settlement at the site Richa Nera, which seems to resemble Poliochni, are proven to be of special importance for the inhabitation of Lemnos during the Early Bronze Age. As regards the historic times, the location of sanctuaries in and outside of Myrina, ceramic and koroplastic workshops, fortifications, cemeteries etc., certifies on the one hand the importance of the city -equal to that of Hephaestia- from the eighth century B.C. to the Roman period, included, and on the other its considerable extension.
The few inscriptions of the Archaeological Museum of Myrina, few if only compared to the plethora of the recorded ones in the bibliography for Lemnos, do not fall short of valuable information on history, civilization, religion and the general course of the island in antiquity and especially on the status quo that prevailed on Lemnos after the Athenians, under the leadership of Miltiades, took over and established there their klerouchoi. These inscriptions derive from excavations on Lemnos -at Myrina, Hephaestia and the Sanctuary of the Kaveiroi-and from accidental finds from this as well as from the neighboring Imbros and Tenedos island. Most of the inscriptions are decrees honouring individuals, natives or kierouchoi, who, in various ways, had benefited the demoi of the Lemnian "dipolis" (» with two cities). Funerary and votive inscriptions also exist while others are relevant to the liberation of slaves or to setting the boundaries of sanctuaries, houses and fields.
Simplicity and popular wisdom have dictated the formation and layout of the traditional house of Lemnos, a type of dwelling that has been adopted throughout the rural settlements and villages of the island and belongs to the broader rural architecture of Greece. It is a one or two-storied house with an oblong groundplan, built with visible stone masonry and topped with a double-sloping tiled roof. The Lemnian peasant -usually a farmer and cattle-breeder- in his role of architect has created the proper structure and layout for meeting his everyday needs. By composing his dwelling with simplicity and harmony, he has achieved a purely functional result, which could very well serve as a source of inspiration for contemporary architecture.
The art of stonecarving has a long and rich tradition on Lemnos; the rocky mountains of the island have always supplied the necessary raw material in abundance. Unfortunately, this traditional art has almost completely vanished.The various creations of the stonecarvers, however, who worked with inspiration and excessive artistry for the embellishment of churches, mansions, funerary monuments and Heroa, bridges, fountains etc. These craftsmen still remain witnesses of its passed glory. From the great number of popular stonecarvers, who were active periodically on Lemnos, oral tradition has only preserved some of their names.
The author of the article puts certain questions regarding the traditional art of Lemnos, which remains practically unknown, due both to the absence of relevant evidence and to bibliographical poorness. Using as a starting point some figurative documentations of foreign travellers, he firstly approaches architecture, which periodically has more effectively attracted the scientific interest, and then continues with the examination of the interior decoration of houses. He advances further to an attempt of investigating woodcarving and painting, the latter been also conjectured by the ascertained work of modern folk artists. General remarks follow about the ceramic tradition and embroidery that must have been flourishing at the end of the eighteenth and the beginning of the nineteenth century, also interwoven with the embellishment of the Lemnian costume. The evolutionary course of the latter is traced through the impressions of travellers as well as on the basis of the few surviving specimens. In sharp contrast, the gold and silversmith's products are non-existent, as at least can be judged from the present results of the relevant research.
As the excavations at the proto-urbanistic settlement of Poliochni have proven, the island of Lemnos has in many ways played an extremely important role in the framework of the so-called Trojan Civilization during the Early Bronze Age. According to the mythical tradition and the archaeological evidence the contribution of the island to the adoption and the Aegean transmission of the new revolutionary know-how, Metallurgy, was, as it seems, decisive. Primarily, the privileged geographic position of Lemnos -at the entrance to the Dardanelles, across the Troad- in combination with its suitable land morphology -fertile, broad plains and safe ancorages- must be considered as the basic factors for the cultural thriving of the island during this period. Thus, an impressive network of littoral, in their majority, settlements was developed, which still await for the archaeologist's pickaxe. One of these settlements, among the most important at it seems, is the Koukonissi isle, south of Lemnos, at the inner part of the Moudros Bay. The first surveys, besides a number of sherds from the historic period, produced abundant evidence of prehistoric inhabitation, especially at the northern part of the isle. Scattered building remnants, ceramics and clay spindles -perfectly corresponding to those from Poliochni and Troy-, sea-shells, scraps of consumed food, as well as a plethora of stone tools ascertain the great importance of Koukonissi during the Early Bronze Age. The finds surveyed so far, mainly ceramics, reliabiy witness to many superposed building phases. The inhabitation of the isle also went on during Middle and Late Bronze Age, as it is proven by the presence of Mycenaean sherds as well. Now is the turn for the systematic excavational research that has been scheduled to commence this year.
In the rich architectural polyptych of the island, the traditional fountains comprise an especially important chapter of the anonymous, in most cases, folk creation and serve as an indispensable vehicle of the local micro-history. The majority of the surviving fountains is dated from the second half of the nineteenth century to the beginning of the 1940's, included. Some of them and a few older ones have occasionally, and for various reasons, attracted the interest of foreign travellers. On the basis of the type of their roofing the fountains of Lemnos are divided in two groups: a. roofed fountains with supporting props and a free, functional space, similar to a vestibule, for weather protection of those waiting there for getting water, and especially of women while doing their laundry, b. unroofed fountains with a solid facade —from where the spout appears - in numerous morphical variations. Their sculptural decoration, mostly of symbolic character (cross, resettes, human and angelic heads, daemonic creatures, etc.) is sparing, although some examples exhibit a surprising sophisticated embellishment. Nevertheless, most fountains bear inlaid inscriptions referring to the year of their foundation and to the name of the sponsor, the latter being either the community or local benefactors or occasionally foreign dignitaries. The name of the craftsman, with a sole exception, is silenced; it has been entrusted to the oral tradition, which however is often forgerfull.
The third millennium B.C. was a period of high prime for Lemnos. The first town of Europe was founded on its land, since the island happens to be situated at the cross-roads connecting two seas -the Aegean with the Euxine Pontus- at the most critical moment of the Aegean history. Mastering the technology of fire, the Aegean society started advancing by leaps and bounds towards its emancipation and, consequently, civilization. Specialized knowledge and raw materials for the development of metallurgy in the Aegean seem to be transferred from the eastern coasts of Euxine Pontus through the Vosporus and the Hellespont straits.Thus, Lemnos functioned as the first station of import and transmission of the new technology and its products. This is attested by the archaeological finds and is also echoed by the ancient myths about Hephaestus, the Kabeiroi, the Golden Fleece and the Argonauts.
This short article is the early outline of a thorough study on the mintage of Lemnos. Special emphasis is laid on the dating of certain types of coins, which coincide with important stages of the historic evolution of the two local mintages, these of Myrina and Hephaistia. The conclusions drawn still being provisional and the coins' evidence fragmentary, cannot reject or confirm whatever theories are revealed through the study of the island's history or slightly suggested by concrete archaeological data. However, the concise description of types, brief iconographical commentary, and the search of chronological evidence are only a few of the excitements involved in this study. Nevertheless, on the basis of the frequency that local coin issues are found all over the island, the variety of iconographic types and the degree of differentiation of the coinage stamps, it is certain that the productive activity of both mints of the island remained in high levels throughout the Hellenistic period, although clear indications do exist for even earlier historic phases.
Kotzinos, the most important Medieval town and commercial harbour of Lemnos, second only to Palaeokastron (Kastro - Myrina), is located at the northern side of the island, close to the ancient Hephaestia, at the inner spot of the Bournias Bay. The gradual degeneration of the harbour of Hephaestia, mainly due to accumulation of silt during the Late Roman period, created the need for a bigger and safer harbour like Kotzinos, which thus was founded in the Middle Byzantine years. Today Kotsinas is a small village of fishermen in which the ruins of the Medieval walls represent the only witness to the second most important town of Lemnos during the Middle Ages. The financing of a peliminary research in the area, coupled with the "European" interest in fortified settlements that are endangered to vanish, offered the opportunity for an in situ investigation and study of the remaining evidence. The combination of the archaeological and historical data proves that the Medieval fortress Kotzinos -and its broader region- has been of crucial importance, since it could, and still can control the Hellespont straits, the major commercial station of the sea-route to Constantinople. Its significance is further ascertained by the continuous conflict mainly between Byzantine and Venetian merchants for the domination of the area as well as by the strong interest of the monasteries of the Mount Athos in their properties on the island, the metochia that occupy the most fertile land of Lemnos.
The architecture of the cattle-breeders of Lemnos is an Unknown Architecture that it is usually passed by without being evaluated. The products of this architecture are called mandres (= pens) not only on Lemnos but throughout the Aegean as well. They are made of simple materials, stone, wood and canes and their building technique remains unchanged in the span of 4000 years -from the Prehistoric period until today- as unaltered are the needs these structures serve. Still today on Lemnos hundreds of such buildings welcome and shelter the shepherd and his flock. On the basis of the cattle character of the area -pure or mixed- and the capacity of the flock the mandres are divided in five types: Type A: Original, B: Agricultural, C: Agricultural-Cattle, D: Cattle, E: Family. The thorough analysis of each type offers the possibility not only the building and compositional ability of its creator to be studied but mainly the way of living in past, old times to be known and understood.
The "Kivotos' (=Arc)) is a bus-museum touring the towns and villages of Lesbos and Lemnos and transporting pictures from the local history and civilization. The first acquaintance of the "Kivotos" with the school communities is made through the educational program "Eastern Aegean: Pictures from the Past. Lesbos and Lemnos from the Prehistoric Period to the Hellenistic Age" that aims to make the youths aware of their cultural heritage and its protection.
"A collection of more than 6,000 toys, dating from antiquity (copies) until the beginning of the 1960's decade, as well as hundreds of rare children's books compose the core of the Museum of History of Children's Toys and Books which is going to be established soon at Myrina, on Lemnos island. In accordance with the other objectives of the museum, the creation of a relevant research center has been scheduled, aiming to the investigation of all aspects regarding the symbolic dimension of children's game, its socio-anthropolo-gical extension and financial parameter as well as its educational and therapeutic role. "
Τα επιθετικά όπλα των αρχαίων Ελλήνων διακρίνονται σε: α)αγχέμαχα, δόρυ, ξίφος, εγχειρίδιο και β) εκηβόλα, ακόντιο, τόξο, σφενδόνη. Τα κύρια αμυντικά όπλα είναι η ασπίδα, ο θώρακας, το κράνος και οι κνημίδες. Το δόρυ αποτελείται από το ξυστόν, ξυσμένο ξύλο μελιάς ή κρανέας, και φέρει στο ένα του άκρο τη λόγχη. Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. εμφανίζεται η σάρισα, κύριο επιθετικό όπλο της μακεδονικής φάλαγγας. Στο ξίφος, μέγεθος και σχήμα ποικίλλουν. Ξίφος μήκους 55 εκ. περίπου, τοποθετημένο στη θήκη του, τον κολεό, κρεμόταν με κοντό τελαμώνα στην αριστερή πλευρά των οπλιτών της φάλαγγας.

Ο Αίας μπήγει το ξίφος στο έδαφος για να αυτοκτονήσει. Μελανόμορφος αττικός αμφορέας που αποδίδεται στον Εξηκία, περ. 540 π.Χ.
Η αυτοκτονία της Διδώς. Μικρογραφία από τον κώδικα Virgilius Vaticanus, Lat. 3225 φ. 40.
Ο Θεαγένης λαμβάνει τιμητικό βάιο από τη Χαρίκλεια. Άμπραχαμ Μπλούμαρτ, Mauritshuis, Χάγη.
Η Αφροδίτη ξαναδίνει τη νιότη και χαρίζει ομορφιά στον Φάωνα. Λεπτομέρεια από ερυθρόμορφη υδρία, 410 π.Χ.
Η Φαίδρα, ο Ιππόλυτος και ο Έρως. Ψηφιδωτό από την "Οικία του Διονύσου", Νέα Πάφος, αρχές 3ου αι. μ.Χ.
Η αυτοκτονία της Λουκρητίας. Μουσείο Καλών Τεχνών, Caen.
Οι Αχαιοί βρίσκουν τον Αίαντα νεκρό, πεσμένο στο γυμνό ξίφος.
Ερυθρόμορφο αγγείο Δούριδος (500-460 π.Χ.), Φλωρεντία, Museo Archeologico Nazionale.
Έμβολο (Μουσείο Κανελλοπούλου)
"Εις Άδου Κάθοδος", 16ος αι. Χρυσοκονδυλιές στις ακτίνες της δόξας του Ιησού με την τεχνική ίνακοπ.
Αναπαράσταση του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Ολυμπίου Διός.
Γενική άποψη του ναού της Αρτέμιδος στην Αυλίδα. Σε πρώτο πλάνο το άδυτο του ναού.
Η ιδιοκτησία Παπουτσάκη πριν από την καθαίρεση των κονιαμάτων.
Το αρχαίο θέατρο της Δωδώνης.
Although it is unknown as a term in ancient Greek, suicide is nevertheless present in Graecoroman antiquity. Ajax, an emblematic suicide, turned his deed into an act of bravery. However, suicide is approved of, when it protects male honour. What if, though, the hero’s suicide is due to a narcissistic trauma? From among the real or mythical women suicides, Sappho stands out for her “drowning”. What, however , is its symbolism? The five “Romantic” novels of late antiquity are haunted by despair in love, but intended suicide acts as an affirmative gesture to life. For the Romans, the suicide’s methods conceal all sorts of symbolisms. The stoic philosophers Seneca and Epictetus were in favour of a voluntary exit from the game of life.
Suicide is often denoted as the “Roman Death” in the Anglo-Saxon world. The expression stems from the conviction that self-killing was common in the ancient world. However, on the basis of the available data it is not possible to corroborate this belief. In my 1990 monograph entitled From Autothanasia to Suicide. Self Killing in Classical Antiquity 960 instances were processed. During the years the number of my ghastly collection has grown to 1317.. As an historian I am not qualified to assess the aesthetic meaning of an individual work of art nor its place in a specific genre. My questions are basic and global: which suicides were represented? Were specific methods favored or avoided by art? If so, why? What is the proportion of male versus female suicide in art? Are these distinct patterns for Greek and Roman iconography of self-killing? The answers to these questions may help to establish the significance of art for understanding the ancient paradigm of mors voluntaria. The way an individual puts an end to his or her life is the most objective method to group the representations. Therefore, this paper discusses the material to the method used.
The article focuses on the visual representations of suicide in antiquity and examines their literary background: Ajax’s suicide is thoroughly narrated in the cyclic poems, an epos that was disseminated in the entire Greek world through the popular representations of this episode, decorating in the archaic period pottery, shields and architectural sculpture. In the fifth century B.C. the tragedies of Aeschylus and particularly those of Sophocles presenting Ajax’s suicide probably inspired the celebrated painter and toreutics artist Parrausius to create a work with this subject and equally influenced the vase-painting repertoire in the decades that followed. The shift of interest towards representations of real events that occurres after Aristotle’s explains the success and popularity of a series of sculptures, ranging from the Pergamene to Roamn art, which portray the suicide of defeated barbarian leaders. Finally, suicides caused by love as well as their impact on Roman wall paintings are considered.
Sappho identifies herself with Aphrodite and Phaon with Phaethon. By diving from the White Rock of Leukas, she does what Aphrodite does in the form of the evening star, diving after the sunken sun in order, next morning, as the morning star, to bring him back from the dead in pursuit of her.
In his tragedy Ajax Sophocles outlines the psychological portrait of the tragic hero and stresses the internal procedures that lead him to take his own life. The character of Ajax is depicted rigorous and strict with a supercilious, excessive appreciation of his won heroism that reaches impudence and arrogance. Ajax identifies himself with the behavioral model of valor and heroism that the figure of his severe but glorified father represents. He will not dare to stand before his father before he himself would accomplish the heroic deeds of his model. The supercilious self-esteem of Ajax and his rigid and arrogant nature suggest a narcissistic pathology, which is connected with an equally pathological “ideal Ego” that displays unfeasible or excessive ambitions as well as compulsive feelings of disgrace and makes man unable to face the consequences of his actions and the criticism of others. Ajax’s reaction to the outcome of the “crisis of arms” will reveal the susceptibility of his character. The course of the play follows the route of the psychical clashes of Ajax. The shame, humiliation and insult he feels because of the outcome of the “crisis of arms” cause a strong narcissistic trauma that leads the hero to revenge in order to restore his haughty self-appreciation. Driven by his narcissistic furor (with the intervention of the goddess Athena, according to Sophocles), he switches to a situation of “madness” and dispatches the cattle of the Achaeans in an illusion that he slaughters his hateful enemies. Regaining the perspicacity of his conscious of his nature that he is unable to change and thus he commits suicide in a desperate effort to restore his pathological insolence. Ajax takes his own life, since disgrace has deprived him of honor, the major reason of his existence.
Although the ancient Greek language has no single term for “suicide”, our sources-particularly the myths, the historians, funerary epitaphs and dream-books- abound in revealing information on how the Greeks regarded the self-killing of a member of their society. The article examines two representative cases from the mid- fourth century B.C. First, the case of the Athenian politician Timarchus who was alleged to have prostituted himself to other men in his youth, having welcomed upon his body the “sins of a woman”. After being sentenced to atimia (in effect, a humiliating and lifelong public silence and withdrawal), Timarchus is reported to have hanged himself. The report, based on a literal reading of a passage in Demosthenes XIX, 2, is late (pseudo-Plutarch), yet seems plausible enough in the light of the social dynamics of the fourth-century B.C. Athens: atimia could have provoked suicide in a society in which social cohesion and the need to conform were extremely intense. Second, the flamboyant, pseudo-altruistic suicide of Pausanias, Phili II’s eromenos, as recounted in Diodorus Siculus (XVI. 93. 3-7). Both suicides were triggered by the invective that alleged violation of dikaios eros, that is properly managed homosexual relations. Both allegations “feminized” the accused and thereby cast a shadow on his competence and solidarity as a citizen-soldier. As we hope to show, these parallel suicides-a kind of diptych-shed light on one another and together confirm a number of ancient mentalities regarding not only suicide but also masculinity and “male honor”.
In the Hellenistic period when Stoicism flourished, suicide was “in fashion”. No matter how paradox it may seems, the Stoic, a rare human type, had the right to commit suicide for five different reasons. He was excused to take his own life, when his bliss, a state of euphoria similar to that of god, was threatened, since, according to Stoic philosophy, god, nature and the word were equivalent sizes, related to each other with sympathy. Zemo of Citium, the founder of Stoicism, committed suicide, when a heavenly “sign” announced to him that his time had come to depart from his world. The doctrines of the Cynics contributed in general to the philosophy of Stoics and particularly to their approach on suicide. The reasoning of J.M. Rist, an expert on Stoicism, that Plato and Aristotle consider suicide permissible under certain circumstances brings afore various persuasive arguments and interesting questions regarding this subject, which breaches the internal cohesion of the Stoic system of philosophy.
The young and beautiful lovers of the ancient Greek novels attempt escape from some stalemate situation which introduces uncertainty to the desired outcome of their love. In their quest for togetherness, they depart their normal environment, risking their lives, and passively submit themselves to ordeals in alien parts. They might thus be seen as fixed props on which are pinned a symbolic expression of a search for self-definition and social role. But it is while in the chaotic, alien world that the isolated protagonists find themselves most lacking in social identity; and it is also in this alien world that the individual protagonist attempts his or her own ultimate act of personal control:suicide. Typical of all suicide scenes in the novels is loss of hope, defeat and resignation. For purely personal reasons- always despair over the perceived loss of their loved one- all of the novels’ protagonists attempt, or threaten to kill themselves. Thus the protagonists’ risk-taking, which started their ordeals in the alien world, is an act born out of a feeling of uncertainty; in contrast, the protagonists’ suicide acts within their alien world ordeals arise from a sense of certainty. The protagonists’ constructed meanings for their suicide actions show that they know beyond all doubt that there is no hope of attaining their love (and social identity) in the future, that all is irretrievably lost. While the lovers, through their risk-taking departure from their homelands were communicating the question “Who am I?”, through their suicide acts they are communicating the answer “I know who I am, I am nobody”. At the determination of each suicide attempt, the individual protagonist possesses a certainty of his or her social identity as a nobody in the absence of order.
The article deals with four of the many cases of women in antiquity that intentionally took their own life: Sappho, Phaidra, Iocaste and Cleopatra. However, the circumstances prevailing in the time each one of them lived concealed the personal, social and political causes of their suicide.
The phenomenon of suicide in antiquity and in the Roman period in particular is a complex subject with many aspects that need to be studied. In most cases only the motive that drives a person to commit suicide is known, while his childhood. Experiences and mental balance are latent. The choice of method by which the individual intentionally takes his own life, such as starvation, setting himself on fire, taking poison or hanging himself, has a specific symbolism and a great importance. The motives driving a person to commit suicide, such as mania, physical pain, dedication, disgrace and others, must be approached through the way of thinking of those living in the Roman age, which is also relevant to their social up bringing. The Roman laws were referring only to specific cases of suicide, such as the suicide of soldiers, while the jurists of the period laid particular stress on such cases as the suicide of the defendant who would take his own life during his trial. Finally, we must note that there were no social or ethical limitations in representing suicide either in visual arts or theatrical plays, drama and comedy. Some of the surviving works of art, such as the wall painting of Pyramus and Thisbe or the sculpture of the Gaul who turns his sword to himself after having killed his wife, give us an adequate idea of how the suicidal act was represented.
The Mycenaean world undoubtedly displays a unique form of “burial” culture which in addition to its architectural expressions (shaft, chamber, vaulted graves) and artistic manifestations (funeral offerings), also reveals the structure of its society. Thus, the study of Mycenaean burials discloses the close relation of funerary practices and customs with Mycenaean society and how this society was organised. Furthermore, the social stratification and status as well as the political and economic level both of individuals and of the society they lived in are reflected in the funerary rituals and in the basic types of burial of the Late Helladic period.
This article focuses on three bronze battering rams from ancient warships of the Classical, Hellenistic and Roman periods, found in Greece. The first is exhibited at the Archaeological Museum of Piraeus, the second is on show at the Archaeological Museum of Ioannina in Northern Greece. The latter is in fact a mere fragment of a ram that was found on the site of the Nicopolis excavations. It is part of a group of battering rams decorating the monument of Octavian Augustus, built to commemorate his victory over the combined fleets of Queen Cleopatra of Egypt and Marcus Antonius in the naval battle of Aktion in 31 BC. The third is a very small, ram-like object with a peculiar shape-its identity will be discussed later- strikingly different from the other two. It is on show at the Kanellopoulos museum in Athens. The study of the three battering rams from the point of view of metallurgy has led to significant conclusions regarding their chemical composition, anti-corrosive behaviour in sea water, physical and mechanical properties and overall design.
The name of Pheidias is related to two exceptionally beautiful and sumptuous statues; that of Athena Parthenos and that of Zeus. Made of gold and ivory, the statue of Athena was housed in the nave of the Parthenon, while the other statue was housed in the temple of Zeus in Olympia. The iconography of these two statues and their pedestals is derived from mythology and is very interesting from a historical, sociological and political point of view. As the forerunner of philosophy and history, Mythology supplied artists with material for the creation of associations necessary to the spectator. The figures depicted on the shield of Athena and on the throne of Zeus, conveyed a message from the creator of the two statues to the visitors to the two ancient sanctuaries, that of the temple of Athena that stood on the Acropolis of the city that was the centre of the Athenian alliance, and the sanctuary of Zeus at the Panhellenic centre of Olympia. Both symbolised a world lost to us today, which left its traces and exerted an influence on Christianity, the new religion. Although these mythical works of art perished in the age of the Byzantine Empire, their fame has remained indelible.
Russian icons are painted with egg tempera on a wooden medium which is usually made of linden and is supported on its reverse by horizontal wooden bars. The obverse is generally dressed with linen on which the preparation for painting, a mixture of plaster or chalk with sturgeon or animal glue and linseed oil, is applied. The preliminary sketch is drawn according to the models or instructions of iconographic manuals; it is made with charcoal and is accentuated with ink. The finished painting is coated with a protective layer of “alifa”, a varnish consisting of progressively drying linseed oil and amber. Gold, mixed with egg white and occasionally combined with boll is used for gilding, while gold sheet is employed for gold striations, either plain, in which case it is applied according to the “inakop” technique, or dissolved in sour cherry-tree glue and mixed with egg white. Egg-yolk and “kvas” are the cohesive agents of pigments.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Με αφορμή το τεύχος που κρατάτε στα χέρια σας, είχαμε την τιμή να συνομιλήσουμε με τον διαπρεπή ιδιωτικό ερευνητή, κύριο Γιώργο Τσούκαλη. Είναι προφανές πως η επιτυχία που έχει γνωρίσει ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι απόλυτα δικαιολογημένη από τα προσόντα που διαθέτει και έχει επιστρατεύσει στην επαγγελματική δραστηριότητά του, δεν είναι συγκυριακή. Επιπλέον, όπως διαπιστώνεται από την επικοινωνία και τη συναναστροφή μαζί του, πρόκειται για έναν πραγματικό κύριο.
Τα όσα μας εμπιστεύτηκε είναι συγκλονιστικά και εγείρουν έντονα συναισθήματα γύρω από τη μοίρα του υλικού πολιτισμού μας και τις επιπτώσεις της στην εθνική ταυτότητά μας. Στην πορεία της καριέρας του έχει σώσει αμέτρητους εθνικούς θησαυρούς από αρχαιοκάπηλoυς και ιερόσυλους. Τα αγαθά αυτά θα ήταν καταδικασμένα να αλλάζουν χέρια που μόνο το κέρδος υπολογίζουν, αποξενωμένα από το περιβάλλον στο οποίο πραγματικά ανήκουν, από το οποίο προσδιορίζονται και το οποίο προσδιορίζουν. Όταν εξαφανίζονται αυτά τα αγαθά, χάνουμε κομμάτια της ιστορίας μας και, κατά συνέπεια, της ταυτότητάς μας. Αυτό πιστεύει και ο κύριος Τσούκαλης. Έχει ταχθεί έμπρακτα και με αυταπάρνηση στη δίωξη αυτού του εγκλήματος, από το οποίο θίγεται το κοινωνικό σύνολο, το έθνος αλλά και ο οικουμενικός πολιτισμός.
Ο σεβασμός και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι επένδυση, είναι διατήρηση της αξιοπρέπειας. Απόδειξη ότι αξίζουμε τα δώρα που βρέθηκαν στον δρόμο μας, ότι μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα σε τι προστατεύεται και τι απεμπολείται.
Ο Γιώργος Τσούκαλης.
Καταξιωμένος ιδιωτικός ερευνητής, ο Γιώργος Τσούκαλης έχει μια παράπλευρη αδυναμία: είναι στρατευμένος στην πάταξη της αρχαιοκαπηλίας. Στο βιβλίο του Λαθρέμποροι ιστορίας. Επιστροφή των 20 θησαυρών (εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2012), παρουσιάζει είκοσι υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας από το 1991 έως το 2012, τις οποίες έλυσαν ο ίδιος και οι συνεργάτες του. Μας ταξιδεύει εδώ κι εκεί στην ηπειρωτική Ελλάδα, ακολουθώντας τα ίχνη των αρχαιοκάπηλων και της λαθραίας συγκομιδής τους. Υπάρχει αναμέτρηση, υπάρχει σασπένς. Εκείνος προσπαθεί να τους παρασύρει σε παγίδα, οι άλλοι μπλοφάρουν προκειμένου να φυλάξουν τα νώτα τους. Η ατμόσφαιρα έχει κάτι από κατασκοπευτική ταινία ή και θρίλερ.
Η συνεργασία του Γιώργου Τσούκαλη με την Ελληνική Αστυνομία ξεκίνησε το 1991. Η αρχή έγινε στα Μέγαρα με μια μεγάλη ανάγλυφη επιτύμβια πλάκα από μάρμαρο. Ακολούθησαν υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα τόσο διαφορετικά όσο μια αρχηγός κυκλώματος σωματεμπορίας, που είχε παράλληλα οργανώσει μεγάλο δίκτυο αρπαγής και μεταφοράς βυζαντινών εικόνων, ένας ιδιαίτερα γνωστός γκαλερίστας, ένας συντηρητής έργων τέχνης, δύο αντικέρ, ένας απόστρατος συνταγματάρχης, ένας μετρ γνωστού ξενοδοχείου κ.ά. Η σημαντικότερη ίσως υπόθεση αρχαιοκαπηλίας στην Ελλάδα είναι μυθιστορηματική: Ύστερα από πολυετείς ενέργειες, το 1998 επαναπατρίζονται από το Μαϊάμι τα 277 αρχαία αντικείμενα που είχαν κλαπεί από το Μουσείο της Κορίνθου τον Απρίλιο του 1990. Οι δράστες, έχοντας τότε τραυματίσει σοβαρά το φύλακα, είχαν μπει στο μουσείο από τα κεραμίδια. Το 2011, σημειώθηκαν δύο επιτυχίες που ξεπέρασαν κατά πολύ τα ελληνικά σύνορα: Ανακτήθηκαν το «Κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου», ο πίνακας του Ρούμπενς που είχε κλαπεί το 2001 από το Μουσείο Καλών Τεχνών της Γάνδης, και ένα χρυσοκέντητο Κοράνι. Την ίδια χρονιά αποτράπηκε η πώληση ενός αγαλματιδίου της θεάς Εκάτης που προερχόταν από την περιοχή της Κορίνθου ή της Νεμέας.
Τα χρηματικά ποσά που διακυβεύονται είναι διόλου ευκαταφρόνητα. Στο κέρδος προσβλέπουν άλλωστε όσοι ανακαλύπτουν τα περιζήτητα αρχαία και επιθυμούν να τα πουλήσουν, πόσω μάλλον οι διακινητές που αναζητούν ή «έχουν έτοιμο» τον τελικό αποδέκτη. Τρίτο και τελευταίο πρόσωπο αυτής της διαδρομής, ο αγοραστής, ενδέχεται να εμφορείται από αγάπη για τις ελληνικές αρχαιότητες — εκτός εάν η απόκτησή τους ενισχύει απλά το κενόδοξο κοινωνικό του γόητρο. Είναι πάντως διατεθειμένος να πληρώσει αδρά. Και το εμπόριο αρχαιοτήτων καλά κρατεί.
Αττική επιτύμβια στήλη από πεντελικό μάρμαρο (περ. 360 π.Χ.), στην οποία απεικονίζεται οικογένεια. Είναι μία από τις αρτιότερες επιτύμβιες στήλες της Κλασικής περιόδου.
Στην καρδιά του Μανχάταν, ακουμπώντας στο δυτικό όριο του Central Park, το κεντρικό παράρτημα του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης παρουσιάζει ένα πανόραμα πολιτισμών που εκτείνονται σε περισσότερες από πέντε χιλιετίες και περιλαμβάνουν θησαυρούς που έχουν συγκεντρωθεί από κάθε γωνιά της γης. Μία από τις συλλογές του απαρτίζεται από εξαιρετικά έργα της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, όλα τους υψηλής καλλιτεχνικής και ιστορικής αξίας.
Νέδα. Θέση «Μπέρεκλα». Τα ερείπια της εκκλησίας του Άι-Στράτηγου, που είναι κτισμένη επάνω στα θεμέλια του ναού του Νομίου Πανός.
Οι γοητευτικές τοποθεσίες της Άνω Μεσσηνίας κρατούν ακόμη μυστικές τις θέσεις που αναφέρουν οι αρχαίες πηγές. Η αρχαία Ανδανία, μυθική κοιτίδα της μεσσηνιακής επικράτειας, δεν έχει ταυτιστεί. Ωστόσο, αποκαλύφθηκαν τα λείψανα μεγάλου δωρικού ναού των πρώιμων κλασικών χρόνων, ο οποίος αποδίδεται στον Απόλλωνα. Ο ναός βρίσκεται σε άμεση οπτική επαφή με το ναό του Επικουρίου στις Βάσσες.
Η ζωγραφισμένη αυλαία του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.
Ένα ειδυλλιακό ξέφωτο με ψηλά δέντρα και κελαρυστά νερά. Μια παρέα από Νύμφες ακούνε μαγεμένες τη μουσική του Ορφέα. Εκείνος, απόμακρος, στρέφεται εκστατικός προς το ηλιοβασίλεμα. Η αυλαία, μεσοπολεμικό δημιούργημα του σκηνογράφου Θεόδωρου Αρμενόπουλου, είχε βίο περιπετειώδη και δεν θα είχε καλή κατάληξη αν δεν έπεφτε στα έμπειρα και ευαίσθητα χέρια της ομάδας συντήρησής της.
Τοιχογραφία από το θρησκευτικό κέντρο του ανακτόρου των Μυκηνών, 13ος αι. π.Χ. Γυναικεία μορφή (θεότητα; ιέρεια;) με πόλο στο κεφάλι.
Τα εικονογραφημένα ευρήματα των ανασκαφών στο Ακρωτήρι, τη Μινωική Κρήτη και τις Μυκήνες αναδεικνύουν μια ενδυματολογική εμφάνιση που αποκαλείται «ιερή» ή «ιερατική», μια φορεσιά επίσημη και εξαιρετική με ανάλογα εξαρτήματα και περίτεχνη κόμμωση για τις γυναίκες. Γίνεται όμως να διακρίνουμε το ιερό από το κοσμικό σε σκηνικά με έντονο τελετουργικό πρόσημο;
Ψηφιδωτό που απεικονίζει την Κτίσιν (αρχές 5ου αι. μ.Χ.). Οικία Ευστολίου, Κούριον.
Διάσπαρτα σε όλη την Κύπρο, τα ψηφιδωτά δάπεδα καλύπτουν έκταση που αγγίζει τα 13 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανέλαβε να μελετήσει την τεχνολογία κατασκευής τους. Ερευνήθηκαν ο τρόπος δημιουργίας του στρώματος ψηφοθέτησης, τα κονιάματα που χρησιμοποιήθηκαν ως υποστρώματα και ως υποδομή για τη σωστή στήριξη των δαπέδων, ο τρόπος επιλογής και κοπής των πετρωμάτων και η αξιοποίηση των φυσικών και μηχανικών τους ιδιοτήτων, καθώς και ο τρόπος ψηφοθέτησης και τοποθέτησης των ψηφιδωτών.
Χρυσό επιστήθιο κόσμημα από σφυρήλατο χρυσό έλασμα και ενθέσεις κεχριμπαριού. Palestrina, αρχές 7ου αι. π.Χ.
Εκθαμβωτικής ομορφιάς, η χρυσοχοΐα των Ετρούσκων φανερώνει τον κοσμοπολιτισμό της κοινωνίας τους και τη στενή επαφή με τις τέχνες της Ανατολής. Τα κοσμήματά τους είναι αναγνωρίσιμα από την τελειότητα των τεχνικών διακόσμησης. Στην κοκκίδωση, τα σφαιρίδια γίνονται τόσο μικροσκοπικά που μοιάζουν με χρυσόσκονη. Σκεπτόμενες μαϊμούδες και πάπιες καμαρωτές προσμετρούνται σε έναν εκρηκτικό αριθμό ζώων, πραγματικών και φανταστικών, που συγχρωτίζονται ελεύθερα με ανθρώπους, με θεϊκές μορφές και ιερά σύμβολα.
Αργυρό τετράδραχμο Αντιόχου Γ' με κεφαλή του βασιλέως στον εμπροσθότυπο. Νομισματοκοπείο ΔΕΛ, 17,06 γρ., 29 χιλ., 12. SC 1063 (Ιδιωτική συλλογή «The Medicus collection»).
Η «Βάση Θησαυρικών Δεδομένων των Σελευκιδών» επιτρέπει τη μελέτη των νομισμάτων που έκοψε ο Αντίοχος Γ' αλλά και των θησαυρών που οι ιδιοκτήτες τους απέκρυψαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του. Ο Αντίοχος Γ' αξιοποιεί τα προϋπάρχοντα νομισματοκοπεία της Μεσοποταμίας, τα νομίσματά του όμως έχουν δυτικόστροφο προσανατολισμό με τελικό προορισμό τη Μικρά Ασία. Τη νομισματική του παραγωγή χαρακτηρίζει η εξαιρετικά πλούσια κοπή χάλκινων νομισμάτων που συνδέονται με την πληρωμή των πολυάριθμων στρατιωτικών φρουρών στην επικράτειά του.
Εύρημα από οικία στην Cosa, λατινική αποικία στα τυρρηνικά παράλια. Αποτελείται από 2.004 αργυρά δηνάρια, τα τελευταία από τα οποία χρονολογούνται στα 74–72 π.Χ. Συνδέεται άμεσα, δηλαδή, με τη δήωση και την καταστροφή της πόλης από Τυρρηνούς πειρατές το 70 π.Χ.
Οι αιτίες για αποθησαυρισμό δεν εξαντλούνται στις πολεμικές συγκρούσεις. Η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια ενδέχεται να πυροδοτούνται και από λόγους ακραιφνώς οικονομικούς. Άλλωστε, πόλεμος και χρήμα είναι έννοιες αλληλένδετες. Οι βαρβαρικές εισβολές στα τέλη του 3ου αιώνα που συντάραξαν την αυτοκρατορία συνοδεύτηκαν από μια μαζική υποτίμηση. Η μελέτη της σύνθεσης των «θησαυρών» αποκαλύπτει τις διακυμάνσεις στην αξία του χρήματος και, κατ’ επέκταση, στην ευρύτερη οικονομική και χρηματιστηριακή αυτοκρατορική πολιτική.
Αεροφωτογραφία του αρχαιολογικού χώρου. Διακρίνονται τα κατάλοιπα του αρχαίου λιμένα της Κυλλήνης, της μεσαιωνικής πόλης και του λιμένα της Γλαρέντζας (2004).
Ο αρχαιολογικός χώρος Κυλλήνης-Γλαρέντζας βρίσκεται στην τοπική κοινότητα Κυλλήνης του Δήμου Ανδραβίδας-Κυλλήνης της Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας, σε μικρή απόσταση από το σύγχρονο ομώνυμο του χωριού λιμάνι, που εξυπηρετεί τη θαλάσσια επικοινωνία της Πελοποννήσου με τα νησιά του νοτίου Ιονίου. Πρόκειται για το χώρο όπου ιδρύθηκε το λιμάνι της αρχαίας Κυλλήνης αρχικά και της μεσαιωνικής Γλαρέντζας αργότερα. Η θέση, στο βορειοδυτικό άκρο της δυτικότερης χερσονήσου της Πελοποννήσου, βόρεια του ακρωτηρίου Χελωνάτας στον Κυλλήνιο κόλπο, ασφαλής και στρατηγική, αποτέλεσε το μοναδικό λιμάνι της περιοχής από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας και διαχρονική πύλη επικοινωνίας της Ελλάδας με τη Δύση.

Ο πήλινος αμφιπρόσωπος δίσκος της Φαιστού, περ. 1700 π.Χ., κυριότερο δείγμα της κρητικής ιερογλυφικής γραφής.
Γύρω στο 2000 π.Χ., μαζί με τα πρώτα μεγάλα ανάκτορα στην Κρήτη, εμφανίζεται ένα είδος γραφής που μοιάζει με τα ιερογλυφικά της Αιγύπτου και προέρχεται από ιδεογράμματα. Κυριότερο δείγμα της είναι ο δίσκος της Φαιστού (1700-1600 π.Χ.), που σχηματοποιεί τα αρχικά ιερογλυφικά σημάδια σηματοδοτώντας τη μετάβαση στο γραμμικό σύστημα γραφής. Προελληνική γλώσσα, η «γραμμική Α» (1700-1400 π.Χ.) δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί. Η «γραμμική Β», μυκηναϊκή ελληνική γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε από τους Αχαιούς από το 1450 π.Χ., αποκρυπτογραφήθηκε από τους J. Chadwick και M. Ventris. Oι Έλληνες παίρνουν από τους Φοίνικες το αλφάβητο, το οποίο όμως θα εμπλουτίσουν με φωνήεντα.
Σκηνή συμποσίου από τη Θήβα της Αιγύπτου, γύρω στο 1400 π.Χ.
Μετά την ανακάλυψη της κεραμικής την 7η χιλιετία, της μεταλλουργίας και της γραφής γύρω στο 3500 π.Χ., εμφανίζονται οι πρώτες πόλεις. Ο καταμερισμός της εξειδικευμένης εργασίας δημιουργεί μια κάθετη κοινωνική διαστρωμάτωση που έχει στην κορυφή της το παλάτι, όπου βρίσκεται το κέντρο διαχείρισης του κεφαλαίου. Η γραφή γεννήθηκε για να εξυπηρετήσει τις νέες λογιστικές ανάγκες. Στη Μεσοποταμία, οι Σουμέριοι ανακαλύπτουν τη σφηνοειδή γραφή που χρησιμοποιήθηκε από τη σουμεριακή και την ακκαδική γλώσσα. Εμφανίζεται γύρω στο 3300 π.Χ. και εκλείπει στα χρόνια του Χριστού. Το όνομά της το οφείλει στο βασικό της γραφικό σημείο που έχει μορφή σφήνας. Στην Αίγυπτο, η ιερογλυφική γραφή χρησιμοποιήθηκε από το 3150 π.Χ. περίπου ως το τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ. Ενώ η σφηνοειδής εξελίχθηκε μέσα από ένα λογιστικό σύστημα, το ιερογλυφικό γραφικό σύστημα της Αιγύπτου εμφανίζεται εξαρχής σχεδόν ολοκληρωμένο. Απλοποιημένη μορφή της ιερογλυφικής είναι η ιερατική που, γύρω στο 650 π.Χ., θα δώσει την ακόμη πιο απλοποιημένη δημοτική. Η ιερογλυφική γραφή συνδέεται άμεσα με τις ζωγραφικές παραστάσεις σε μια μορφή που θυμίζει σημερινά κόμικς ή κλασικά εικονογραφημένα. Γύρω στα μέσα της 3ης χιλιετίας, στις περιοχές της Συρίας και της Παλαιστίνης, εμφανίζονται δύο φωνητικά αλφάβητα, το σφηνοειδές της Ουγκαρίτ και το φοινικικό. Με βάση το φοινικικό οι Έλληνες θα φτιάξουν το δικό τους αλφάβητο, που οι Ρωμαίοι θα μετατρέψουν σε λατινικό, στο οποίο θα βασιστούν όλες οι ευρωπαϊκές γλώσσες. Μέσα από το ελληνικό θα βγει αργότερα και το σλαβικό αλφάβητο.
Συστάδα από παπύρους. Αιγυπτιακή τοιχογραφία της 18ης δυναστείας, 1703-1468 π.Χ.
Παρανείλιο φυτό που οι Αιγύπτιοι επεξεργάζονταν ήδη από την 3η χιλιετία, ο πάπυρος δεν τους προμήθευε μόνο με γραφική ύλη αλλά και με τροφή, φάρμακα, καραβόπανα κ.ά. Ακόμη και πλοία κατασκεύαζαν οι Αιγύπτιοι από κορμούς παπύρων. Από την εξαγωγή του στη Βύβλο της Φοινίκης (12ος-11ος αιώνας π.Χ.) προέρχεται η ελληνική λέξη «βύβλος, βιβλίο». Δώρο της άμμου είναι οι πάπυροι που σώθηκαν κυρίως από την Αίγυπτο και, σε πολύ μικρότερο ποσοστό, από την Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία. Στην Ευρώπη το σπουδαιότερο παπυρικό εύρημα είναι οι 800 περίπου κύλινδροι από έπαυλη στο Herculaneum (Ηράκλειο), που θάφτηκε κάτω από τη λάβα του Βεζούβιου το 79 μ.Χ. Ελληνικοί πάπυροι βρέθηκαν στο περσικό Κουρδιστάν, το Αφγανιστάν, στο δρόμο που συνδέει την Αντιόχεια με τη Μεσοποταμία (Δούρα-Ευρωπός) και σε σπηλιές γύρω από τη Νεκρά Θάλασσα. Ο πάπυρος του Δερβενίου (γύρω στο 350 π.Χ.) θεωρείτο ως το αρχαιότερο δείγμα ελληνικής γραφής σε πάπυρο μέχρι την ανακάλυψη παπύρινου κύλινδρου σε τάφο του 5ου αιώνα π.Χ. στη Δάφνη της Αττικής. Ορόσημο για την αιγυπτιολογία υπήρξε η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο. Στην ομάδα επιστημόνων που τον συνόδευε οφείλεται η ανεύρεση, το 1799, της τρίγλωσσης στήλης της Ροζέττας. Σταθμό για τη μελέτη των παπύρων αποτελεί η δεκαετία 1870-1880, όταν οι αιγύπτιοι γεωργοί μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες εύφορου χώματος προκειμένου να επεκτείνουν τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Η απογύμνωση της γης έφερε στην επιφάνεια χιλιάδες παπύρους. Μόνον η Οξύρρυγχος έδωσε γύρω στους 3.500. Την αθρόα ανεύρεση παπύρων ακολούθησε η έκδοση και μελέτη τους με αποτέλεσμα την ίδρυση μιας αυτοτελούς πλέον επιστήμης, της παπυρολογίας.
Αθήνα, Ακρόπολη. Αρχιτεκτονικά μέλη της επισκευής του Εκατόμπεδου του Πεισίστρατου.
Η χρήση γραμμάτων πάνω σε αρχιτεκτονικά μέλη βοηθούσε τους τεχνίτες στη σύνδεση των κατεργασμένων λίθων. Οι Έλληνες γνώριζαν δύο συστήματα αρίθμησης με εφαρμογή γραμμάτων, το αλφαβητικό και το ακροφωνικό ή δεκαδικό, αν και στα αρχαιότερα δείγματα βλέπουμε να χρησιμοποιούνται και εμπειρικές μέθοδοι. Το αλφαβητικό σύστημα δίνει στη σειρά των συνθηματικών γραμμάτων αριθμητική σημασία, ενώ στο ακροφωνικό σύστημα χρησιμοποιούνται ως αριθμοί τα αρχικά γράμματα λέξεων, οι οποίες εκφράζουν τους ίδιους τους αριθμούς. Η συγγραφέας παρουσιάζει δείγματα αλφαβητικού συστήματος του 6ου αιώνα π.Χ. από την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, από τον Θησαυρό των Αθηναίων στους Δελφούς με τα τρία του διαφορετικά συστήματα αρίθμησης, από τον πρώτο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Το Εκατόμπεδο της Ακρόπολης των Αθηνών παρέχει την αρχαιότερη μαρτυρία χρήσης του ακροφωνικού συστήματος. Συντομογραφίες των ονομάτων των αριθμών συναντάμε στον Θησαυρό των Αθηναίων στους Δελφούς και στον πρώτο ναό της Αφαίας στην Αίγινα. Μοναδικό είναι το παράδειγμα των επιγραφών της Καλυδώνας (580-550 π.Χ.) που δεν περιέχουν μόνον ολογράφως τους αριθμούς των διαδοχικών τμημάτων της υδρορρόης αλλά προσδιορίζουν και ποια τμήματα ανήκουν στην ανατολική ή τη δυτική πλευρά του ναού. Οι αρχαίοι Έλληνες προτίμησαν το εύχρηστο σύστημα της αλφαβητικής αρίθμησης που επεκτάθηκε στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Τη διάδοσή του μαρτυρούν η Στοά του Φιλίππου στη Δήλο (217-210 π.Χ.), μια βάση της Αγοράς της μικρασιατικής Άσσου (3ος-2ος αι. π.Χ.), ο βωμός του Ευμένους Β΄ και ο λεγόμενος «ιωνικός» ναός στο ισόπεδο του θεάτρου της Περγάμου (200-150 π.Χ.), η μεταφορά του ναού του Ηφαίστου στην Αγορά των Αθηνών (1ος αι. π.Χ.).
Ο ευαγγελιστής Λουκάς και ο Θεόφιλος. Μικρογραφία του 12ου-13ου αι. από τον κώδικα αρ. 234 της Μ. Παντοκράτορος Αγίου Όρους.
Η οργάνωση της βιβλιοθήκης του Αριστοτέλη τον 4ο αιώνα π.Χ. μαρτυρεί ήδη μια διακίνηση κειμένων που στους επόμενους αιώνες θα ενταθεί. Οι φιλόλογοι της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου αποκαθιστούν κριτικά τα γνησιότερα χειρόγραφα. Ιδρύονται δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες και οργανωμένα κέντρα αντιγραφής. Με τη διάδοση του Χριστιανισμού αναπτύσσεται με γοργό ρυθμό η αντιγραφή βιβλικών και πατερικών κειμένων. Στην όψιμη αρχαιότητα τα ελληνικά κείμενα μεταφράζονται στα συριακά, τα αραβικά και τα αρμενικά. Παράλληλα, η περγαμηνή αντικαθιστά τον πάπυρο ως υλικό γραφής και ο κώδικας τον κύλινδρο ως σχήμα βιβλίου. Το χαρτί, γνωστό στους Κινέζους από τον 1ο-2ο αιώνα μ.Χ., άρχισε να διαδίδεται στον ελληνικό χώρο μετά τον 10ο αιώνα. Ωστόσο, τα ελληνικά χειρόγραφα εξακολούθησαν να γράφονται σε περγαμηνή ως τον 14ο αιώνα. Οι αντιγραφείς δούλευαν σε οργανωμένα εργαστήρια. Μετά τον 9ο αιώνα, εμφανίζονται τα εργαστήρια της μονής Στουδίου, της μονής των Οδηγών, της μονής Προδρόμου-Πέτρας στην Κωνσταντινούπολη, το κέντρο του Αρέθα στην Καισάρεια κ.ά. Ο αντιγραφέας παρομοιάζει τη χαρά του όταν, με ιδρώτα και μόχθο, τελειώνει ένα βιβλίο με τη χαρά του ξενιτεμένου που ξαναβλέπει την πατρίδα του. Τα λάθη στην αντιγραφή αλλά και οι παραβάσεις των κανόνων εργασίας τιμωρούνται ανάλογα: αφορισμός και πενήντα ή και εκατό μετάνοιες για τον πρωτοκαλλιγράφο που αμελούσε τα καθήκοντά του, τριάντα μετάνοιες για όποιον θύμωνε κι έσπαζε το καλάμι του κ.ο.κ. Συχνά ο καλλιγράφος υπέγραφε το έργο του, που ολοκληρωνόταν μόνο μετά την παραβολή με το πρωτότυπο, τη φιλοτέχνηση τυχόν μικρογραφιών, των επίτιτλων και των κεφαλαίων γραμμάτων, τη συρραφή των φύλλων και τη στάχωση του κώδικα.
Μικρογράμματη γραφή τύπου «άσσου πίκας»: Κώδ., Εθνική Βιβλιοθήκη Βατικανού, αρ. 1553, φ120. 10ος αι., Ιωάννης Δαμασκηνός.
Αφετηρία για την εξελικτική πορεία της γραφής θεωρείται η καθιέρωση του ιωνικού αλφάβητου στην Αθήνα από τον Ευκλείδη το 403/402 π.Χ. Η μεγαλογράμματη γραφή των αττικών επιγραφών αποτέλεσε τον κανόνα και πέρασε στο Βυζάντιο. Λέγεται ότι ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (περ. 257-180 π.Χ.) υπήρξε ο εισηγητής των σημείων στίξης που διέσπασαν τη συνεχή ακολουθία των λέξεων. Η καλλιγραφική προσπάθεια του γραφέα δεν ήταν πάντα η ίδια. Για τις διαπροσωπικές συναλλαγές αρκούσε ένα κοινότυπος τύπος γραφής που ονομάστηκε επισεσυρμένη (ή κοινή). Τάση για προχωρημένη εκζήτηση εμφανίζει η επίσημη γραφή των δημόσιων υπηρεσιών, η λεγόμενη γραφή της επίσημης γραμματείας ή γραφειοκρατική. Η καλλιγραφική γραφή που απευθυνόταν σε βιβλιόφιλους ονομάστηκε βιβλιακή ή γραφή των βιβλίων. Πρώτα στάδια του μεγαλογράμματου ρυθμού, σε χρήση ως τον 10 αιώνα, αποτελούν η βακχυλίδεια και η ρωμαϊκή γραφή. Στο μεταίχμιο του 2ου-3ου αιώνα μ.Χ., εμφανίζεται η βιβλική μεγαλογράμματη γραφή. Δείγματα της κοπτικής ή αλεξανδρινής γραφής σώζονται από τον 6ο και 7ο αιώνα. Η τελευταία μορφή του μεγαλογράμματου ρυθμού είναι η οξυκόρυφη (ogivale), που εμφανίζει δύο τύπους, την κεκλιμένη και την όρθια. Επιβίωση της βιβλικής μεγαλογράμματης με αφομοιωμένα στοιχεία της οξυκόρυφης αποτελεί η λειτουργική στρογγυλόσχημη γραφή. Η μικρογράμματη γραφή εμφανίζεται γύρω στο 800 μ.Χ. Η αρχή της βρίσκεται στη μεγαλογράμματη κοινή επισεσυρμένη που, από τον 4ο ως τον 9ο αιώνα, χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα χάρη της συντόμευσης του χρόνου γραφής. Η επίσημη χρήση της λατινικής γλώσσας ως τα χρόνια του Ηράκλειου (610-641 μ.Χ.) είχε σαν αποτέλεσμα το συνταίριασμα των χαρακτήρων ρωμαϊκής και λατινικής επισεσυρμένης σε ένα καινούριο ύφος γραφής, τη βυζαντινή επισεσυρμένη. Στην αναγέννηση των γραμμάτων του 9ου-10ου αιώνα, το βιβλιογραφικό εργαστήριο της Μονής Στουδίου προσφέρει το αρχαιότερο χειρόγραφο βυζαντινής μικρογράμματης γραφής. Στην τυποποίησή της, η στουδιτική γραφή κατέχει ξεχωριστή θέση. Η όλο και μεγαλύτερη εισδοχή μεγαλογράμματων σημείων στη μικρογράμματη γραφή δημιουργεί έναν μικτό ρυθμό. Η μικρογράμματη εμφανίζει τώρα δύο τύπους: την όρθια καλλιγραφική με μεγαλογράμματα τα σημεία Ε και Η και την καλλιγραφική με κλίση γραφή, που θα είναι η βάση για τις εξελικτικές τάσεις της μικρογράμματης. Οι παλαιογράφοι από εδώ και στο εξής μιλούν για ομάδες γραφών (παλαιά στρογγυλή, παλαιά επιμήκη κ.ά.). Τον 13ο αιώνα εμφανίζεται η γραφειοκρατική μικρογράμματη (δημοτική) γραφή με πολλές βραχυγραφίες και ακανόνιστα σχήματα γραμμάτων. Στο δεύτερο μισό του ίδιου αιώνα δημιουργείται η ανισοστρόγγυλη γραφή. Οι ξεχωριστές τεχνοτροπικές αποκλίσεις στους τύπους των γραφών συνδέονται με τα αντιγραφικά κέντρα της αυτοκρατορίας σε βαθμό που οι παλαιογράφοι ονοματίζουν με προσγραφές σε βιβλιογραφικά εργαστήρια.
Χρυσόβουλλος Λόγος του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, Ιούνιος 1301. Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών (χειρόγραφο αρ. 1, 19).
Αν ο δυτικός Μεσαίωνας υπήρξε η «εποχή της πλαστογραφίας», άραγε ισχύει κάτι ανάλογο και για το Βυζάντιο; Στο ρωμαϊκό δίκαιο, η «πλαστογραφία», falsum, περιλάμβανε και την υπεξαγωγή εγγράφων, την ψευδορκία, την ψευδή καταμήνυση, τη δωροδοκία δικαστή κ.ά. Οι ποινές ήταν ιδιαίτερα αυστηρές. Η ιουστινιάνεια νομοθεσία, στην καμπή της μετάβασης από το ρωμαϊκό δίκαιο στο βυζαντινορωμαϊκό, διακρίνει τα έγγραφα σε ιδιωτικά, δημόσια και συμβολαιογραφικά. Η διαφορά ανάμεσα σε ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα εντοπίζεται στο βάρος της αποδείξεως. Τα συμβολαιογραφικά έγγραφα βρίσκονται κοντύτερα στα ιδιωτικά, επειδή μοιράζονται μαζί τους την αναγκαία απόδειξη της πιστότητας με μάρτυρες. Ξεχωριστά, ανάμεσα στα δημόσια έγγραφα, είναι τα αυτοκρατορικά σάκρα, τα προστάγματα, τα χρυσόβουλα. Εκχωρώντας ή ανανεώνοντας προνόμια, τα αυτοκρατορικά έγγραφα ασκούσαν ιδιαίτερη έλξη στους πλαστογράφους. Τα περισσότερα από αυτά αφορούσαν μοναστικές περιουσίες. Δεν είναι τυχαίο ότι, διαθέτοντας την εμπειρία της γραφής, τα μοναστήρια έγιναν ο συνηθισμένος τόπος παραγωγής πλαστών εγγράφων. Οι δικαστές χρησιμοποιούσαν διάφορα κριτήρια, από γραφολογικά ως υφολογικά, προκειμένου να διακρίνουν τα πλαστογραφημένα έγραφα. Η διπλωματική, ο κλάδος της φιλολογικής επιστήμης που μελετά τα έγγραφα, αναπτύχθηκε από την προσπάθεια να διακριθούν τα γνήσια από τα πλαστά. Από τις απόψεις των ιστορικών για το φαινόμενο της πλαστογραφίας στον Μεσαίωνα πειστικότερη είναι εκείνη που διαβλέπει μια συγκαλυμμένη πράξη βίας. Πρόκειται, δηλαδή, για πράξη αυτοδικίας κοινωνικών ομάδων που αγωνίζονται να κρατήσουν τα προνόμιά τους.
Ο Αίας και ο Αχιλλέας παίζουν ζάρια σε μελανόμορφο αμφορέα του Εξηκία, Μ. Βατικανού (344). (Πηγή: The Beazley Archive online).
Μετά το 650 π.Χ., ο Έλληνας αγγειογράφος αρχίζει να «διηγείται» γλαφυρά επεισόδια και οι πρώτες λέξεις που γράφει πλάι στις μορφές αποσκοπούν στην ταύτισή τους. Από το 600 π.Χ. όλα τα εργαστήρια κεραμικής υιοθετούν τη μελανόμορφη τεχνική που περιγράφει μυθολογικές και σκηνές της καθημερινής ζωής. Οι επιγραφές πολλαπλασιάζονται και ποικίλλουν σε νόημα. Η μετονομασία των ίππων του Αχιλλέα από τον ζωγράφο Νέαρχο στα μέσα του 6ου αιώνα πιθανόν αναφέρεται σε κάποια γνωστά «φαβορί» των ιπποδρομιών της Αθήνας. Παράλληλα, οι επιγραφές μεταφέρουν πληροφορίες και ονόματα απλών ανθρώπων που δεν σώζονται στον γραπτό λόγο. Από το 566 π.Χ., που ο Πεισίστρατος αναδιοργανώνει τους αγώνες προς τιμήν της Αθηνάς, κατασκευάζονται οι παναθηναϊκοί αμφορείς με αναπόσπαστο στοιχείο την επιγραφή. Στην όψη με τη μορφή της Αθηνάς Προμάχου υπάρχει πάντα η επιγραφή των ΑΘΗΝΗΘΕΝ ΑΘΛΩΝ. Όταν από τον 4ο αιώνα οι ζωγράφοι υποχρεούνται να αναγράφουν το όνομα του επώνυμου άρχοντα, η επιγραφή τους γίνεται πολύτιμο στοιχείο χρονολόγησης. Ωστόσο, η μεγάλη καινοτομία των επιγραφών στα αγγεία του 6ου αιώνα είναι οι υπογραφές των καλλιτεχνών: ο τάδε «ἔγραφσεν», ο τάδε «ἐποίησεν». Οι περισσότερες υπογραφές χρονολογούνται μεταξύ 550 και 520 π.Χ. και μας παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τα κεραμικά εργαστήρια της Αθήνας, παρότι για μας τα πιο σημαντικά αγγεία είναι αυτά που δεν έχουν υπογραφή. Σε μικρογραφικές κύλικες (540-510 π.Χ.), με ή χωρίς υπογραφή, αναγράφονται ευχετικές φράσεις. Σε μία από αυτές, τα γράμματα χρησιμοποιούνται ασυνάρτητα, ως διακοσμητικά στοιχεία. Από τα τέλη του 6ου ως τις αρχές του 5ου αιώνα, οι ψευδεπιγραφές θυμίζουν τα παλιότερα παραπληρωματικά κοσμήματα. Μετά το 550 π.Χ., οι ζωγράφοι χρησιμοποιούν «διαφημιστικά» συνθήματα για να δελεάσουν την πελατεία τους. Ούτε οι διάλογοι ανάμεσα στις απεικονιζόμενες μορφές τούς αφήνουν αδιάφορους. Στον αμφορέα του Εξηκία, σε παιχνίδι με ζάρια (κύβους), «τέσσερα!» αναφωνεί ο Αχιλλέας κερδίζοντας το «τρία!» του Αίαντα. Μια ξεχωριστή κατηγορία επιγραφών σε μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία είναι τα ονόματα που συνοδεύει η λέξη «καλός», ωραίος, και που έχουν σαφώς ερωτικό χαρακτήρα. Τα ονόματα αφορούν κυρίως σύγχρονους νεαρούς Αθηναίους, αριστοκράτες και πλούσιους. Όπως λέει ο Pierre Devambez, στην αρχαιότητα τα αγγεία με τις επιγραφές τους θα έπαιζαν το ρόλο των σημερινών περιοδικών.
Σκηνή «δεξιώσεως» πάνω σε λουτροφόρο με τον πολεμιστή Ιεροκλή ορθό και τον πατέρα του Ιέρωνα καθιστό.
Καθώς οι ασπρισμένοι ξύλινοι πίνακες και άλλα φθαρτά υλικά δεν σώθηκαν, η ελληνική επιγραφική μελετά τις αρχαίες ελληνικές επιγραφές πάνω σε πέτρα ή χαλκό. Η χρονική της διάρκεια, από τις αρχές της αλφαβητικής γραφής ως τα τέλη της ελληνιστικής εποχής, συναγωνίζεται την τεράστια γεωγραφική έκταση του αρχαίου κόσμου. Από την Αθήνα και μόνο, 13.500 επιγραφές φυλάσσονται στο Επιγραφικό Μουσείο, 7.500 στο Μουσείο της Στοάς του Αττάλου, άλλες στους «Αέρηδες» στην Πλάκα, κι άλλες κάτω από την Ακρόπολη. Οι επιγραφές διακρίνονται σε δημόσιες και ιδιωτικές. Με εντολή των πόλεων χαράχτηκαν ψηφίσματα, νόμοι, απόδοση λογαριασμών των αρχόντων, κατάλογοι. Με εντολή των ιερατείων χαράκτηκαν κανονισμοί, οδηγίες για τους πιστούς. Στις ιδιωτικές ανήκουν οι αναθηματικές επιγραφές, διάφορα επιτύμβια, ορόσημα νομής κτημάτων, προικώων, κ.ά. Οι επιγραφές των αρχαϊκών χρόνων εμφανίζουν μεγάλη ετερομορφία που οφείλεται στην κατά τόπους αφομοίωση του φοινικικού αλφάβητου. Από τις παραλλαγές του αλφάβητου ξεχώρισαν το ιωνικό (ή ανατολικό) στα παράλια της Μ. Ασίας και το Αιγαίο, και το χαλκιδικό (ή δυτικό) που μεταφέρθηκε από την Κύμη της Εύβοιας στην Cuma της Ιταλίας. Ο συγκερασμός των δύο στην Αθήνα το 403 π.Χ. διαμόρφωσε το αλφάβητο της ιωνικο-αττικής γλώσσας. Βουστροφηδόν, κιονηδόν και στοιχηδόν είναι οι τρόποι παρουσίασης των επιγραφών.
Ο Gulielmo Achille Cavellini ντυμένος με τα αυτοκόλλητα που δημιούργησε.
Τα αυτοκόλλητα, η οθόνη της τηλεόρασης, η επανάχρηση παλιών γραφών όπως οι στάμπες , το γκράφιτι, η δουλειά πάνω στο σώμα ή με το σώμα είναι νέες γραφές που επανακαθορίζουν τα κριτήρια των Καλών Τεχνών. Στην Ταχυδρομική Τέχνη, μέσα από τα υπάρχοντα δίκτυα των ταχυδρομείων, καλλιτέχνες και φιλότεχνοι επικοινωνούν μεταξύ τους απευθείας χωρίς τη διαμεσολάβηση συλλέκτη ή γκαλερίστα, ανταλλάσσοντας σχέδια, φωτογραφίες, ιδέες. Οι επικοινωνίες γίνονται σε δύο επίπεδα πολυπλοκότητας: το πρώτο λειτουργεί σαν επικοινωνιακό μήνυμα που λέει «Εγώ είμαι εδώ, εσύ που είσαι;». Το δεύτερο απαιτεί καλλιτεχνική δημιουργία, προσωπική εμπιστοσύνη, πρωτοβουλία λειτουργίας με τον άλλο που δεν είναι παρών.
Γκράφιτι στη Νέα Υόρκη.
Το βιβλίο Η θρησκεία των γκράφιτι (The Faith of Graffiti) κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1974 με κείμενο του Norman Mailer και φωτογραφίες των M. Kurlansky και J. Naar. Εδώ δημοσιεύονται έξι φωτογραφίες με σχόλια που δίνουν στα γκράφιτι διαστάσεις ιερής γραφής, παραλληλίζουν την κίνησή τους με το ροκ εντ ρολ, τα τοποθετούν στην πρωτοπορία της πρώτης νεανικής κουλτούρας των δρόμων που ξεκίνησε το 1950.
Προοπτική άποψη των ναών της Ποσειδωνίας του R. Mirland, 1915 (Παρίσι, ENSBA).
Πρόσφατα παρουσιάστηκαν στην Αθήνα τα σχέδια ελληνικών μνημείων από γάλλους αρχιτέκτονες της παρισινής Σχολής Καλών Τεχνών (ENSBA) στο διάστημα 1845-1937. Το «Μεγάλο Βραβείο της Ρώμης» οδηγούσε τους καλύτερους φοιτητές της Σχολής στις «Αποστολές της Ρώμης». Μένοντας τέσσερα χρόνια στη Βίλα των Μεδίκων, οι υπότροφοι μελετούσαν κάθε χρόνο από ένα μνημείο της Ιταλίας (αποτύπωση, πλήρης αναπαράσταση, πίνακες με λεπτομέρειες). Φραγμό για το ταξίδι στην Ελλάδα αποτελούσε ο φόβος μήπως οι νέοι, στο πνεύμα του ρομαντισμού, ξέφευγαν προς την Ανατολή, όπως ο Delacroix. Το ταξίδι αυτό εγκρίθηκε τελικά στις 15 Φεβρουαρίου 1845. Τους νέους αρχιτέκτονες στέγασε η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή που ιδρύθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1846.
Επίδαυρος, ναός του Ασκληπιού, σχέδιο του Defrasse (1891).
Τα σχέδια που βγήκαν από τη Βιβλιοθήκης της Σχολής Καλών Τεχνών στο Παρίσι για να εκτεθούν στο κοινό πρέπει να τα θεωρήσουμε ως χαρακτηριστική παραγωγή αρχιτεκτόνων που αντιδρούν μπροστά σε μια άσκηση αποκατάστασης, όπως θα αντιδρούσαν μπρος στον οποιοδήποτε αρχιτεκτονικό σχεδιασμό.
Τα σχέδια αναπαράστασης ή αρχιτεκτονικού σχεδιασμού διέπονται από την ίδια τυπολογία, τις ίδιες τεχνικές και τις ίδιες συμβατικές αρχές. Και στις δύο περιπτώσεις η συλλογή πληροφοριών χρησιμεύει ως προστατευτικό πλαίσιο. Κοινή είναι η επεξεργασία υποθέσεων που ακολουθεί. Τα σχεδιάσματα αποτελούν το τελευταίο στάδιο εργασίας που, και στην αναπαράσταση και στο σχεδιασμό, κατέχει πρωταρχική θέση. Ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο που χαρακτηρίζει όλους ανεξαιρέτως τους νικητές του Βραβείου της Ρώμης που ανέλαβαν την αναπαράσταση ενός μνημείου είναι η ταύτισή τους με τον αρχιτέκτονα που είχε συλλάβει το μνημείο πριν από 20 αιώνες. Από την εξέταση του συνόλου των Αποστολών διακρίνονται τρεις τάσεις που αποτέλεσαν κριτήριο για τη μελέτη της εργασίας των αρχιτεκτόνων: α) η μέριμνα για τη μέθοδο, για τη λεπτομερή και ακριβή συλλογή στοιχείων, β) οι εντυπωσιακές τοιχογραφίες που τονίζουν την εμφάνιση σε βάρος της αρχιτεκτονικής, έργα μεγάλων ζωγράφων παρά αρχιτεκτόνων, και γ) η αναζήτηση ορθολογικών χώρων από αρχιτέκτονες που ερευνούν το χώρο αντιδρώντας όπως απέναντι σε μια πραγματική αρχιτεκτονική παραγγελία.
Δελφοί, Ιερά οδός και ναός του Απόλλωνα, λεπτομέρεια της γενικής αναπαράστασης από τον A. Tournaire (1894).
Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, τόσο οι αρχαιολόγοι όσο και οι αρχιτέκτονες που κέρδισαν το Βραβείο της Ρώμης κινούνται προς την Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες, τη Μικρά Ασία. Με εξαίρεση τα Δίδυμα και την Αλικαρνασσό, θέμα της αποστολής δεν είναι πια ένας μεμονωμένος ναός αλλά πλήρη ιερά: Ολυμπία, Δήλος, Δελφοί. Οι διαστάσεις των σχεδίων αυξάνονται υπερβολικά, η χρωματική παλέτα εμπλουτίζεται. Η αισθητικά πολύ ωραία αναπαράσταση των ανασκαφών στη Δήλο του Nénot (1881-1882) ανήκει στον κόσμο της φαντασίας, σε αντίθεση με τα πολύ πιο πειστικά σχέδια της Αποστολής του Lefèvre. Η Άλτις της Ολυμπίας που αποκαλύφθηκε το 1883 από τους Γερμανούς, αποτυπώνεται από τον Laloux. Στην Επίδαυρο, η κοινή εργασία του αρχιτέκτονα Defrasse και του αρχαιολόγου Lechat οδηγεί σε μια στοιχειοθετημένη αναπαράσταση του ναού του Ασκληπιού και της Θόλου της Επιδαύρου. Στο τέλος του 19ου αιώνα, οι Δελφοί αποτελούν την κορωνίδα όλης αυτής της σειράς των εργασιών. Σε πίνακες πελώριων διαστάσεων, ο Tournaire συνταιριάζει αυστηρές αρχαιολογικές απαιτήσεις και ανεπτυγμένη καλλιτεχνική αίσθηση. Με τον Pontrémoli στην Πέργαμο, τον Hulot στον Σελινούντα, τον Lefèvre στη Δήλο και τον Bonnet στην Πριήνη παρατηρούμε πώς, στις αρχές του 20ού αιώνα, το ενδιαφέρον για την πολεοδομία αντικαθιστά το ενδιαφέρον για τα μνημεία. Αστείρευτη πηγή έμπνευσης, η Ακρόπολη των Αθηνών ενέπνευσε το 1912 την αποστολή του Nicod που αποτύπωσε τους στύλους του Ολυμπίου Διός, την Πλάκα και απόψεις του Ιερού Βράχου με τη σύγχρονη πόλη στα ριζά του.
Παρθενώνας, δωρικός ρυθμός, αποκατάσταση του B. Loviot (1879-1881). Υδατογραφία, κόκκινο και γαλάζιο μελάνι.
Οι γάλλοι αρχιτέκτονες, όπως ο Ballu, ο Paccard, ο Titeux, ο Tétaz, ο Dubuisson ή ο Loviot, δεν έρχονται από τη Ρώμη για να μελετήσουν την εξέλιξη των κατόψεων, των όγκων, των σχημάτων και των διαστάσεων, αλλά για να θαυμάσουν και να συλλάβουν το νόημα της αττικής αρχιτεκτονικής του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα π.Χ. που έχει αναχθεί σε πρότυπο τελειότητας. Βρίσκουν ότι ο συνδυασμός του λογικού με μια «εξαίσια καλαισθησία» αποτυπώνεται στον αθηναϊκό δωρικό ρυθμό της Ακρόπολης, στον ιωνικό ρυθμό του Ερέχθειου, στον κορινθιακό ρυθμό του χορηγικού μνημείου του Λυσικράτους. Τα λεπτομερειακά τους σχέδια τους αποκαλύπτουν την καθαρότητα και τη χάρη των αττικών γραμμών. Σε σύγκριση με τα μνημεία της Ακρόπολης, τα παλαιότερα ή νεότερα μνημεία αντιμετωπίζονται με σχετική περιφρόνηση και απαξιωτικές κρίσεις. Από το 1845 ως το 1854, τα σχέδια των Αποστολών είναι διπλά πολύτιμα καθώς αποτυπώνουν λεπτομερέστατα την πρόοδο των ανασκαφών στους σημαντικούς αρχαιολογικούς τομείς της πόλης. Με ακρίβεια περιγράφεται η κατάσταση των δόμων, πέτρα προς πέτρα. Εξίσου αξιόπιστες με φωτογραφίες, οι Αποστολές προσδιορίζουν την όψη των μνημείων όταν επιτέλους αυτά γίνονται αντικείμενο αναστήλωσης και προστασίας. Η αναπαράσταση, όπως την εννοούσε η Ακαδημία των Καλών Τεχνών, άφηνε μεγάλη ελευθερία στους αρχιτέκτονες να προτείνουν συλλήψεις συνόλων που κανένας αρχαιολόγος δεν θα μπορούσε ποτέ να εκφράσει. Αποδεικνύεται τελικά ότι, σε σύγκριση με τις συντηρητικές σχεδιαστικές αναπαραστάσεις μας, οι έντονα χρωματισμένες εικόνες τους είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα της αρχαιότητας.
Το αρχαίο θέατρο της Βεργίνας.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Around 2000 BC, along with the first great palaces in Crete a kind of writing appears, bearing a similarity to Egyptian hieroglyphics and deriving from ideograms. The form of hieroglyphics on the Phaestos disc (1700-1600 BC) is the main example of this writing and marks the transition towards linear writing. Linear A writing (1700-1400 BC) is pre-Hellenic and has yet to be deciphered. Linear B is the Mycenaean Greek language used by the Achaeans from 1450 BC onwards. It was deciphered by J. Chadwick and M. Ventris. The Greeks adopted the Phoenician alphabet, to which however they added vowels.
The appearance of writing in the eastern Mediterranean (Mesopotamia and Egypt) was the result of a social-economic evolution. The "invention" of agriculture around 8.000 BC brought along with it a social-economic revolution on which society as we know it is based even today. It caused the creation of the first settlements and, later,that of cities, the appearance of craftsmen (potters and silversmiths) and of the class system in its first form . The fact that man, for the first time, was accumulating "capital" - in the form of food - which was administered by a political-religious centre, palace and priesthood, contributed to this evolution. In order that this administration might operate, an accounting system became necessary from which writing derived. Consequently, writing was not a natural but a cultural phenomenon. It appeared in Mesopotamia and Egypt in the 4th millenium BC in the form of ideograms and phonograms. The phonetic alphabet of the Phoenicians originated from phonograms and was solely based on consonants.The Greeks completed this alphabet by adding vowels and created, thus, the first "modern"alphabet from which the Latin and the Slavic alphabet is derived.
Pliny the Elder gives a blow-by-blow description, not always correct, of the processing of papyrus from the homonymous plant of Egypt. He also refers to the various qualities of papyrus available on the market. Other sources give information on the selling prices of this writing material from the Classic to the Roman age. The ancient papyri that havecome down to us are mainly from Egypt but also, in a smaller percentage, from Palestine and Mesopotamia. Only a few papyri have been discovered outside these countries. The most important papyri found in Europe are the cylinders from Herculaneum, Italy, discovered in a rural villa along with a collection of fine sculptures during an excavation in 1952. Greek papyri have also been discovered in the Persian Kurdistan, in Ai-Khanoum, Afghanistan, in Doura- Europos, Mesopotamia, as well as in caves around the Dead Sea, Palestine. The Greek soil has supplied papyrology with few papyri. One, of the mid-4th century B.C., was found in Derveni, 10 km. north of Thessaloniki, in 1962; another, of the mid-5th century B.C., the oldest, so far, example of Greek writing on papyrus, was found in a tomb at Daphni, Attica, among other offerings (see Αρxαιολογiα 1, Nov. 1981, p. 85). The expedition of Napoleon the Great in Egypt stands as a landmark for the study of ancient texts and Egyptology. However, until the second half of the 19th century, the study of Greek papyri was considered a secondary discipline, subordinate to Egyptology. The great number and significance of papyri, discovered during the three last decades of the 19th century, thanks to the systematic excavations of European archaeologists gave every right to the famous Romanist Mommsen to state that if the 19th century is known as the age of inscriptions, the 20th would be known as the age of papyri. The numerous editions and studies of papyrus texts set the foundations for a new self-contained and self-sufficient science, that of papyrology.
Soon after the invention of writing, man attributed to it a symbolic meaning by using its elements in order to define various actualities. Thus, ancient Greeks used the letters of the alphabet as distinctive signs for many objects; judicial and theatrical tablets, law chapters and chapters of books, offerings in temple inventories etc. Quite common was, in addition, the use of painted or incised letters or architectonic members for the correct matching of dressed stones. This tactic is significant to us; on the one hand it throws light on the various construction techniques and on the working scheme of the ancients, proving the logic and care involved in their architecture. On the other hand, this tactic reveals the way letters were used in the numbering systems known to Greeks. Apart from the alphabetic and the decimal, other empirical arrangements of numbers were used.
We owe the ancient texts we possess today to the persistent efforts of copyists of all ages, who supplied their intellectual clientele with exact copies of older manuscripts. The actual copying, a challenge in itself, became even more problematic and demanding, when the prototype was old with faded or destroyed writing. The transition from papyrus to parchment and from the majuscule to minuscule writing (9th century AD) were crucial moments for the survival of texts; the new medium and technique demanded special knowledge of older writings and a critical mind during copying. Copying normally took place in organized workshops, where the old manuscripts to be copied were gathered, necessary writing material was provided and the selling of production was guaranteed. Eventually, various technical problems would appear but the invention of new media soon rescued the situation. The writing material originally used was papyrus but its sensitive character and difficulties in provision of it led to the wide use of parchment from the 3rd century. Finally, the industrial production of paper made the use of both, papyrus and parchment impractical and disavantageous and put this new material exclusively into use from the 10th century down to our days. The invention of printing in the 15th century did not bring copying to an end. Te calligraphers continue to exercise their skill either because the provision of printed books was difficult in certain areas or because the request for certain texts had only a limited character. Every manuscript, beyond any other value it may possess, also stands as a unique work of art, sealed with the personality of the individual copyist, who devoted his time to an activity that perhaps was non-creative for him, but invaluable to us, the copying of old manuscripts.
The evolution of Byzantine writing from the beginning to the end of the Byzantine empire, that almost coincides with the invention of printing, is briefly surveyed in this article. First, the origin of Greek writing in capitals as in Attic inscriptions, is studied and the ways of thinking that led to the formation of two types of writing, official and regular, everyday writing, is examined. The majuscule writing in capitals developed from the static form of inscriptions to the biblical majuscule writing that remained in use until the 10th century. In the last phase of the evolution appeared the odinata et inclinata majuscule and the odinale diretta writing. The latter affected the liturgical rotondo majuscule writing of the Gospel. Minuscule writing appeared in the 8th to 9th century. The phases and types of its evolution can be classified chronologically in three periods from the 9th to the 11th, the 11th to the 13th and the 13th to the15th.
This article deals with the “abuse” of writing in juridical documents during the byzantine age, which by the West has been considered as “the age of forgery”. Through the forgery of official documents and juridical texts the author examines whether the content of this term also applies to the East. Justinian legislation classified the documents on the basis of their provenance into private, public and notarial. Needless to say private documents could more easily be forged. For this reason, when a case of dispute about the authenticity of a document arose, the law demanded full proof of its authenticity. In Byzantine legislation certain provisions on legal procedure and penal laws were comprised referring to forgery as a punishable offence. A forgery – falsum in the Roman law – did not, however, only mean an altogether forged or the copying of an authentic document as is the case today. The term also applied to a whole series of criminal acts that had as common characteristic the mere fact that they were punished by the same law and formed, in a way, a procedural unity. Beside forgery as such, placed under the same serious category of criminal actions were deceit, the appropriation of documents, bribery of a judge etc. Judging from the severity of the punishment – exile and confiscation for free citizens, the death penalty for slaves – these acts must have been considered as severely criminal. As far as the aetiology of the phenomenon is concerned the most satisfactory explanation so far is the one that reasons that the effort of a suitor to gain a trial by forgery a disguised act of violence, where a kind of special mental ability replaces physical force. In this context, an act of forgery appears as a form of self- redress in certain social groups. Such citizens having secured, especially from the 13th century on, a minimum of land property and having some sort of an education fought tooth and nail to keep these possessions even though endless trials from disputes might ensue.
Since the early years of their civilization, Greeks travelled and met people of the East, an important source of knowledge and inspiration. New knowledge and experience mainly affected pottery, a basic and essential art that is representative of the age it was made in. Thus, the 8th century B.C. is the "Geometric" and the 7th century the "Orientalizing" period. Also from the East, Greeks brought home the Phoenician alphabet which altered and most probably developed became indisputably Greek in character. Thus, from the mid-8th century B.C. Greeks have written in their own alphabet on the pottery they created: Vessels of everyday use that, according to the celebrated archaeologist Pierre Devampez, "played the role magazines play today". The content of the pottery inscriptions varied: it indicated the use of the individual piece, it identified the owner, it supplied titles and names, it simply recorded the name of the artist, potter and painter of the vase or the words spoken by the represented figures. Therefore, inscriptions on vases come down to us as a vast source of information on one of the most important ages of art and civilization in Greece.
Writing served ancient Greeks as a medium for the expression of thought, for the communication of important public texts and for the keeping of various archives. Greeks mainly wrote on wood, papyrus, linen material, parchment, wax etc. Inscriptions are generally classified as public and private ones. Due to the immense expansion of the classical world, ancient Greek inscriptions can be found in the entire Mediterranean, the Black Sea and even in the remote areas of Asia Minor. They range chronologically from the beginning of alphabetic writing to the end of the Hellenistic Age. Varieties of the written word in the Archaic period are incredibly rich. Local varieties of certain letters of the alphabet I are due to different versions of the phonetic alphabet. None of the Greek alphabets of the Archaic years retained the exact form and the phonetic value of any of the twenty-two letters of the Phoenician alphabet. Writing gradually evolved into three forms; verse, columns and "boustrophedon".
Stickers, the television screen, writing used over and over again as in seals or in graffiti, art produced by the body or on the human body, all these are new forms of scripts redefining the fine arts. In Postal Art artists and art lovers communicate directly by post without intermediaries, in an exchange of drawings, photographs, or ideas without the intervention of galleries or collectors. On one level this exchange could be a simple greeting saying “hello here I am, where are you?” On another level it is an artistic communication demanding creativity, self-confidence and the ability to communicate with an audience that one cannot actually see.
In 1974 a book called The Faith of Graffiti was published in the United States, written by Norman Mailer and illustrated by M. Kurlansky and J. Naar. Here we present six photographs with captions that bring to graffiti the attributes of an almost holy writ, compares the movement with that of rock and roll and places it in the avant-garde of the young street culture that took off in the 1950s.
Drawings of Greek monuments by French architects belonging to ENSBA the French school of fine arts in the years 1845-1937 were recently exhibited in Athens. The “First Grand Prize” (Prix de Rome), led the most qualified students of the French school to the Prix de Rome expeditions. Scholars who qualified for these expeditions stayed at the Medici villa for four years and studied one Italian monument each year drawing up plans and reconstructing the monuments on paper, making detailed blueprints of each monument. The only obstacle that stood in the way of the Greek expedition was the spirit of Romanticism leading the young men East as in the case of Delacroix. The expedition was finally approved on the 15th January of 1845.The young architects stayed at the French School of Archaeology in Athens which was founded on the 11th of September 1846.
Drawings which were brought to the public out of the Library of the Paris School of Fine Arts should be seen as characteristic of architects whose reconstruction of monuments is in the same spirit as any architectural design. Architectural drawings, whether these are reconstructions or plans for buildings are ruled by the same techniques and conventions. In both cases the available information defines the latitude the architect is allowed.The working process is also similar both to reconstructions or in blueprints for a new building.The drawing of plans is the final stage which is also the most important both to reproductions and in the designing of buildings.It is worth mentioning that all Prix de Rome winners who reconstructed a monument on paper identified with the architect who originally designed the building 20 centuries ago.Three tendencies can be seen as crucial to the work of the architects who took part in the Expeditions. a) a methodical research and gathering of exact and detailed evidence around their subject, b) the strikingly beautiful murals that resulted , which are more painterly than architectural, and c) the rationalism in the architects’ designs which seem to belong to a new architectural assignment rather than to the reconstruction of a monument.
This article records impressions from a very interesting exhibition of drawings made by French architects of the 19th and 20th centuries that was recently on show in Athens. These architects, as many others of their colleagues, students at the Ecole des Beaux- Arts in Paris, holders of scholarships of the French Academy,and then living in Rome for four years, started coming to Greece in 1845. The purpose of their stay was, in collaboration with the archaeologists, to submit to the Academy a complete study of a monument. The study comprised the full and detailed record of a monument in its "actual state", its reconstitution, (plan, view in perspective, sections), and certain significant details of the edifice in large scale drawings. The portfolio was also accompanied by an appendix that clarified its contents. Distinct, tendencies worth mentioning in the drawings of these young architects are: the care for a strict methodology, the excessive attention paid to "actual state" drawing and the research for "rational spaces".

Αρχαία ελληνικά αγγεία στη μουσειοσκευή του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης.
Οι τέσσερις μουσειοσκευές του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης καλύπτουν τα εξής θέματα:
«Κυκλαδικός πολιτισμός». Εκτός από το έντυπο ενημερωτικό υλικό, η μουσειοσκευή περιέχει πέντε αντίγραφα των αντιπροσωπευτικότερων ειδωλίων και άλλα πέντε των κυριότερων σκευών, τις πρώτες ύλες στις Κυκλάδες της 3ης χιλιετίας (φύλλο χαλκού, μάρμαρο, οψιδιανό, ελαφρόπετρα και σμύριδα) και αντίγραφα χάλκινων εργαλείων.
«Το παιχνίδι στην αρχαία Ελλάδα». Στόχος αυτής της μουσειοσκευής είναι να μάθουν τα παιδιά τις ρίζες και την εξέλιξη διάφορων παιχνιδιών, την αρχαία ονομασία τους, με ποιο όνομα επιβίωσαν στα χρόνια μας, τους κανόνες τους κ.ά. Τα παιδιά μπορούν να περιεργαστούν τα υλικά των παιχνιδιών της μουσειοσκευής και να παίξουν πλειστοβολίνδα («βεζίρης»), ψηλαφίνδα (τυφλόμυγα) κ.ά. παιχνίδια που περιγράφονται στο ενημερωτικό έντυπο.
«Η αρχαία ελληνική ενδυμασία». Η μουσειοσκευή αυτή δημιουργήθηκε σε συνεργασία με το Κέντρο Μελετών Ακροπόλεως (βλ. σ. 17-19)
«Αρχαία ελληνικά αγγεία». Η μουσειοσκευή απευθύνεται κυρίως σε μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου και έχει οργανωθεί σε τέσσερις ενότητες: Μια σειρά από πήλινα άβαφα αντίγραφα αγγείων για να τα περιεργαστούν τα παιδιά. Ενημερωτικό υλικό που αναφέρεται στα στάδια κατασκευής ενός αγγείου, στην εξέλιξη των κεραμικών ρυθμών από τον 10ο ως και τον 5ο αιώνα π.Χ. και στην κατάταξη των βασικών σχημάτων των αγγείων ανάλογα με τη χρήση τους. Μικρή φωτογραφική έκθεση και μια σειρά εκπαιδευτικών παιχνιδιών.
Μουσειοσκευή της Μικρής Ζωφόρου
«Η Ζωφόρος του Παρθενώνος». Στη μουσειοσκευή, η ζωφόρος διαιρέθηκε σε τμήματα σύμφωνα με τις θεματικές ενότητες των τεσσάρων πλευρών της (ιππείς, άρματα, πομπή της θυσίας, θεοί). Περιέχεται το κάθε αντίγραφο τμήματος της ζωφόρου με τη φωτογραφία του, ενώ η δυτική ζωφόρος έχει αναλυθεί σε μεμονωμένους λίθους, ο ένας χρωματισμένος για να θυμίζει την αρχική μορφή. Την πραγματική κλίμακα δίνει μικρό κεφάλι της Ίριδας. Οι μαθητές θα κληθούν να συνθέσουν με τα αντίγραφα τις πλευρές της ζωφόρου και θα γνωρίσουν την πρώτη ύλη δουλεύοντας με αρχαία εργαλεία σε ένα κομμάτι μάρμαρο.
«Η Δυτική Ζωφόρος του Παρθενώνα». Τα εκμαγεία από το δυτικό τμήμα της ζωφόρου συνοδεύονται από τις πλαστικοποιημένες φωτογραφίες των άλλων τμημάτων στην ίδια κλίμακα. Υπάρχουν πάντα οι πρώτες ύλες, λίθος με χρωματική απόδοση και μικρό κεφάλι εφήβου σε πραγματική κλίμακα. Μήτρες από πλαστικό επιτρέπουν στους μαθητές να φτιάξουν το εκμαγείο ενός λίθου ή να συνθέσουν μια πλευρά ή και ολόκληρη τη ζωφόρο.
«Το Ιερό της Ακροπόλεως». Η μουσειοσκευή αποτελείται από δύο μέρη: α) αντίγραφο του Βράχου με τα επίπεδα που διαμορφώθηκαν τον 5ο αιώνα για να υποδεχτούν τις βάσεις των κτηρίων και β) τις μακέτες κτηρίων, βωμών, αναθημάτων κ.λπ. Τα παιδιά μπορούν να τοποθετήσουν τα δικά τους αναθήματα, να εξοικειωθούν με την τοπογραφία της Ακρόπολης και, με ειδική χειροτεχνία (χάρτινοι προσκυνητές, πεζοί, ιππείς, βόδια για τη θυσία), να αναπαραστήσουν την πομπή των Παναθηναίων.
«Λιθοξοϊκή». Η μουσειοσκευή έχει δύο επίπεδα: Στο ανώτερο τοποθετούνται ο πήχυς, η γωνία, το κουμπάσο (διαβήτης) και το μολύβι. Στο κατώτερο, μαζί με δύο μαντρακάδες (σφυριά της λιθοτεχνίας) και προστατευτικά γυαλιά, έχει προσαρμοστεί ένα κομμάτι μάρμαρο (που πάνω του έχουν λαξευτεί διαδοχικά ίχνη εργαλείων) και έχουν τοποθετηθεί τα αντίστοιχα εργαλεία. Στα παιδιά δίνεται η ευκαιρία, κάνοντας πρακτική εφαρμογή σε μάρμαρα και έχοντας παρατηρήσει τα εργαλεία της μουσειοσκευής και τα ίχνη του καθενός, να μάθουν να αναγνωρίζουν τα ίχνη αυτά πάνω σε αρχαία μάρμαρα.
«Αρχαία Ελληνική Ενδυμασία». Η μουσειοσκευή, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, περιέχει ενημερωτικό υλικό, τις πρώτες ύλες και τους πιο αντιπροσωπευτικούς τύπους της αρχαίας ελληνικής ενδυμασίας, που τα παιδιά μπορούν να αναγνωρίσουν σε αγγεία και γλυπτά από τον 6ο ως τον 4ο αιώνα π.Χ. Ο καλύτερος τρόπος για να μάθουν τα παιδιά να ξεχωρίζουν τις ενδυμασίες είναι να ντυθούν τα ίδια. Στη μουσειοσκευή περιέχονται πέπλος, χιτών, ιμάτιο, χλαμύς και εξωμίς. Διάφορα εξαρτήματα συνοδεύουν τα ρούχα, όπως περόνες, κουμπιά, υποδήματα κ.ά.
«Αρχαία Ελληνικά Μουσικά Όργανα». Η μουσειοσκευή περιλαμβάνει: μια αφίσα του Γ. Πολύζου με την κιθάρα, υλικό για τον εκπαιδευτικό με διαφάνειες, βιβλία, προτάσεις για χειροτεχνίες και την κασέτα με τη μελέτη του Gregorio Paniagua με τη μουσική της Αρχαίας Ελλάδας. Σε ειδικές θήκες έχουν τοποθετηθεί τα εξής μουσικά όργανα: βάρβιτος, σάλπιγγα, λύρα, δύο σύριγγες του Πανός, κύμβαλα, κέρας, τύμπανο, δύο ζευγάρια κρόταλα και οι αυλοί με τη φορβειά.
Δημοσιεύεται το σύνολο του εποπτικού υλικού που το Μουσείο Ακροπόλεως έχει συντάξει ειδικά για τους εκπαιδευτικούς.
Το κασελάκι του αγιογράφου.
Η μουσειοσκευή «Οι ελληνικοί παραδοσιακοί κεφαλόδεσμοι» απευθύνεται σε παιδιά 8-12 χρονών. Στον εκπαιδευτικό παρέχει οδηγίες, βιβλία και άρθρα για την παραδοσιακή ενδυμασία. Στα παιδιά προσφέρονται διαφάνειες με επεξηγηματικό κείμενο, αφίσες με κεφαλόδεσμους, μεγάλη ασπρόμαυρη φωτοτυπία αθηναϊκού κεφαλόδεσμου για να τη χρωματίσουν και να την κρατήσουν, δείγματα κεφαλόδεσμων μεταγραμμένα σε οικεία στα παιδιά υλικά (χαρτόνι, κόλες γλασέ, χαρτί γκοφρέ, ύφασμα, κ.ά.) που συνοδεύονται από ενημερωτικές καρτέλες και οδηγίες κατασκευής, δύο κεφάλια από κούκλες για να δοκιμάσουν πάνω τους τους κεφαλόδεσμους. Την αναβίωση της εποχής ενισχύει κασέτα με παραδοσιακά τραγούδια.
Η χειροτεχνική φάση έχει εύκολα και δύσκολα στάδια: Να ζωγραφίσουν ένα κεφαλόδεσμο ή να τον κατασκευάσουν; Να ζωγραφίσουν μια ολόκληρη φορεσιά ή να διαλέξουν ένα μοτίβο από ένα υφαντό μαντίλι και να το κεντήσουν σε σελιδοδείκτη; Μήπως να το ζωγραφίσουν πάνω σε τζάμι ή σε πλακάκι;
«Το κασελάκι του αγιογράφου» απευθύνεται σε μαθητές του Γυμνασίου και του Λυκείου. Είναι εξοπλισμένο με εργαλεία και υλικά αγιογραφίας από το 15ο και το 16ο αιώνα, από τότε δηλαδή που οι κρητικοί ζωγράφοι ξαναζωντανεύουν την παράδοση της κωνσταντινουπολίτικης αγιογραφίας. Διαφάνειες επιτρέπουν τη σύγκριση της οργάνωσης και των υλικών ζωγραφικής ενός κρητικού εργαστηρίου με αντίστοιχα εργαστήρια στην Ιταλία και τις Κάτω Χώρες. Τα υλικά, που ακολουθούν τα στάδια της ζωγραφικής, είναι η ξυλεία, η ζωική κόλλα (που προερχόταν και από την επεξεργασία μουσούδας τράγου), το ύφασμα, ο νεκρός γύψος, ο κρόκος του αβγού, τα χρώματα, ο χρυσός και το βερνίκι. Η τεχνική δεν είναι απλή. Για την αποτύπωση του σχεδίου χρησιμοποιούνταν τα «ανθίβολα», «νύχι» από αχάτη ολοκλήρωνε το στίλβωμα του χρυσώματος.
Το «κασελάκι» εναποθέτει στα χέρια του καθηγητή ένα κείμενο και διαφάνειες για τα εργαστήρια, τα υλικά και την τεχνική της αγιογραφίας. Στα παιδιά προσφέρει τα υλικά σε μπουκαλάκια και βάζα, τα εργαλεία (πινέλα, «νύχι», γουδί, αχιβάδες κ.λπ.) και, τέλος, το ανθίβολο και μια εικόνα σε πέντε διαδοχικά στάδια κατασκευής.
Η μουσειοσκευή «Τα λαϊκά παιχνίδια», που βασίζεται στην προσωπική συλλογή της Μαρίας Αργυριάδη, απευθύνεται σε παιδιά του Δημοτικού και περιέχει αυθεντικά παλιά παιχνίδια πλάι στις διαφάνειες και τα επεξηγηματικά κείμενα. Στα λαϊκά παιχνίδια περιλαμβάνονται η κουδουνίστρα, τα ζώα (πάνινα, πήλινα, ξύλινα), η κούκλα των κοριτσιών. Εδώ επιβάλλεται μια παρένθεση: γύρω στα τρία της, το κορίτσι του χωριού αποκτούσε από τη μητέρα της την πρώτη του, πάνινη, «κουτσούνα». Γύρω στα 8 με 12, το κορίτσι έπαιρνε από τον πατέρα του μια ξύλινη κουτσούνα ντυμένη με αστική φορεσιά. Στην εφηβεία, το κορίτσι αποκτούσε μια κούκλα με νυφική φορεσιά που θα συνόδευε τα προικιά της και δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ. Το τόπι, «σφαίρα» στην αρχαιότητα, ήταν αρχικά κοριτσίστικο παιχνίδι, όπως και τα κότσια, οι «αστράγαλοι». Στην αρχαιότητα υπήρχαν δύο ειδών κούνιες, η «σφενδόνη» και το «πέταυρον». Το γιο-γιο είναι ένα λαϊκό πανηγυριώτικο παιχνίδι. Αγορίστικα παιχνίδια είναι η ροκάνα, οι κατασκευές αντικειμένων (αμάξια, καραβάκια, κ.λπ.) και οι σφυρίχτρες, ήδη γνωστές στην Αίγυπτο τουλάχιστον από τον 10ο αιώνα π.Χ.
Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.
Πέρα από τις τρεις εκπαιδευτικές εκδηλώσεις με τη μορφή ανοιχτής ημέρας του Μουσείου (1989-1991), το Βυζαντινό Μουσείο, χάρη στα εκπαιδευτικά προγράμματα που εγκαινίασε το 1988, έχει συγκεντρώσει τον πυρήνα μιας μελλοντικής μουσειοσκευής. Ο μεγάλος αριθμός μαθητών που επισκέπτονται το Μουσείο υπέδειξε την ανάγκη προετοιμασίας των συνοδών εκπαιδευτικών. Το εκπαιδευτικό υλικό που ετοιμάστηκε περιλαμβάνει 10λεπτη βιντεοκασέτα για τον βυζαντινό πολιτισμό και έξι φυλλάδια για τη βυζαντινή τέχνη. Στη διάρκεια της επίσκεψης, τα παιδιά μπορούν να παρατηρήσουν εννέα διαδοχικές φάσεις κατασκευής μιας εικόνας. Στο Πωλητήριο διατίθενται τέσσερα παζλ με μια εικόνα του Μουσείου και με ψηφιδωτά του Δαφνιού.
Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα στο Νομισματικό Μουσείο.
Το Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα του Νομισματικού Μουσείου απευθύνεται στις δύο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού και τις δύο πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Πριν από την επίσκεψη, αποστέλλεται στον εκπαιδευτικό «Ενημερωτικός Φάκελος» με: α) ενημερωτικό φυλλάδιο, β) ανάτυπο άρθρου που παρουσιάζει τη φιλοσοφία του Προγράμματος και περιγράφει τη δραστηριότητα των παιδιών στο Μουσείο, γ) Πληροφορίες και οδηγίες για το παιχνίδι «Το Κυνήγι του Θησαυρού» και δ) Το βασικό Φυλλάδιο του Εκπαιδευτικού Προγράμματος που κατευθύνει τους μαθητές πάνω από τις προθήκες.
Τις μοναχικές επισκέψεις του εκπαιδευτικού με την τάξη του διευκολύνουν η διάθεση του βασικού Φυλλαδίου από άλλα μουσεία και το πρόγραμμα του Νομισματικού Μουσείου «Ενημέρωση των Εκπαιδευτικών».
Χώρος του κτιρίου στο οποίο στεγάζεται το Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και Επικοινωνίας του ΥΠΠΟ.
«Η Γέννηση της Γραφής» και «Ο Δημόσιος Βίος στην Αρχαία Αθήνα» είναι τα δύο
εκπαιδευτικά προγράμματα που το Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του ΥΠΠΟ απευθύνει σε παιδιά από την Δ΄ Δημοτικού ως την Γ΄ Λυκείου. Και στα δύο, ειδικευμένοι εκπαιδευτές εξοικειώνουν τα παιδιά με το αντικείμενο με τη βοήθεια εποπτικού υλικού και οπτικοακουστικών μέσων. Η πρακτική εφαρμογή έχει μορφή παιχνιδιού. Άλλα παιδιά γράφουν στα ιερογλυφικά, στη σφηνοειδή, στη Γραμμική Β και άλλα αναπαριστούν στην Αρχαία Αγορά τους Ηλιαστές, την Εκκλησία του Δήμου, τους Μετρονόμους, χρησιμοποιώντας αντίγραφα αντικειμένων που είδαν στο Μουσείο της Στοάς του Αττάλου. Πλούσια ενημερωτικά φυλλάδια χορηγούνται στους εκπαιδευτικούς.
Του Μουσείου τα μιλήματα» (Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, 1990).
Δύο τύπους μικρών ειδικών αποσκευών έχει δημιουργήσει το Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης:
«Το μπαουλάκι της Πανδώρας», διακοσμημένο εξωτερικά από τον λαϊκό ζωγράφο Γιώργο Σαββίδη, επιδιώκει, με το όνομά του, να διεγείρει την περιέργεια για το περιεχόμενό του. Τα αντικείμενα που κρύβει, κατάλληλα επιλεγμένα, προέρχονται από τις συλλογές του Μουσείου. Καθώς το κοινό του προγράμματος ποικίλλει (μαθητές κάθε ηλικίας, ενήλικες, άτομα με ειδικές ανάγκες), τα μουσειακά αντικείμενα προσαρμόζονται και το μπαουλάκι εμπλουτίζεται αναλόγως. Πάντοτε όμως, η εκπαιδευτική διαδικασία αποσκοπεί στην ενεργό συμμετοχή του κοινού που καλείται να εκφράσει στο τέλος τις εντυπώσεις του με λόγο, με σχέδιο, με κίνηση.
Η αποσκευή «Του Μουσείου τα Μιλήματα» δημιουργήθηκε για να προετοιμάσει την επίσκεψη των σχολικών ομάδων. Ο εκπαιδευτικός δανείζεται την αποσκευή και τη χρησιμοποιεί στην τάξη. Κεντρικό στοιχείο του περιεχομένου της είναι μια σειρά από διαφάνειες με έργα από τις συλλογές του Μουσείου. Συνοδεύονται από κασέτα με επεξηγηματικό σχολιασμό σε απλό και άμεσο προφορικό λόγο. Η αμεσότητα του λόγου στηρίζεται στη σκέψη ότι «το Μουσείο έρχεται και μιλά μέσα στην τάξη», σκέψη που έδωσε στην αποσκευή το όνομά της. Η αποσκευή περιέχει επίσης: μικρογραφίες χαρακτηριστικών αντικειμένων, πλήρη σειρά εκδόσεων του Μουσείου, μαγνητοσκοπημένη ξενάγηση στο Μουσείο και μια σειρά ενημερωτικά έντυπα για τον εκπαιδευτικό, ανάμεσά τους και κατάλογο λαογραφικών ταινιών που προβάλλονται στο Μουσείο.
Η μουσειοσκευή για το επάγγελμα του πεταλωτή από τις Μηλιές Πηλίου
Το Κοινοτικό Μουσείο στις Μηλιές ετοίμασε για τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού μια σειρά από μουσειοσκευές με γενικό θέμα «Η ζωή σε ένα χωριό του Πηλίου». Η πρώτη μουσειοσκευή για το επάγγελμα του σαμαρά, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων όλα τα απαραίτητα εργαλεία και υλικά για να κατασκευάσει κανείς ένα σαμάρι, αποδείχθηκε βαριά και δύσχρηστη. Αντικαταστάθηκε από μικρότερες μουσειοσκευές για τα εξής επιμέρους θέματα: «Η καλλιέργεια της ελιάς», «Το σπιτικό καρβέλι», «Το πετάλωμα», «Το πηλιορείτικο αρχοντικό», «Ο πηλιορείτικος γάμος», «Από το μαλλί στο υφαντό». Καθεμιά τους περιλαμβάνει πληροφοριακό κείμενο για τον εκπαιδευτικό και φυλλάδιο για τα παιδιά, διαφάνειες, φωτογραφίες, παιχνίδι, χειροτεχνία κ.ά.
Με ένα διαβατήριο τα παιδιά του Παιδικού Μουσείου ταξιδεύουν στο χρόνο μέσα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Με εκπαιδευτικά προγράμματα και υλικό, το Παιδικό Μουσείο απευθύνεται στα παιδιά του Δημοτικού και τους δασκάλους τους για να τους ευαισθητοποιήσει στις ειδικές μεθόδους διδασκαλίας στα Μουσεία. Από τα τρία προγράμματα, το «Ταξίδι στο χρόνο» και «Οι δώδεκα θεοί» αφορούν την αρχαία Ελλάδα και «Η Ελληνική Επανάσταση στο Μουσείο» τη νεότερη ιστορία. Στους δασκάλους παρέχεται υλικό που θα τους βοηθήσει να προετοιμάσουν τους μαθητές για τα εξής μουσεία: Βοτανικό, Βυζαντινό και Χριστιανικό, Δημοτική Πινακοθήκη, Εθνικό Αρχαιολογικό, Εθνικό Ιστορικό, Πολεμικό, Κέντρο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης Δήμου Αθηναίων, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Μουσείο και Κέντρο Μελέτης Ελληνικού Θεάτρου, Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Βορρέ.
Ο χάρτης του Εθνικού Κήπου παρουσιάζει τα ενδιαφέροντα σημεία του και επισημαίνει τις σημαντικές χρονιές της ζωής του.
Το πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στον Εθνικό Κήπο παρουσιάστηκε τον Απρίλιο του 1988. Για τη δημιουργία του συνεργάστηκαν το Ελληνικό Τμήμα του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM) και η Επιτροπή Δημοσίων Κήπων και Δενδροστοιχιών. Εκπαιδευτικό φυλλάδιο για παιδιά ηλικίας 7-11 ετών συμπληρώνει το ειδικό έντυπο για τους εκπαιδευτικούς. Το έντυπο έχει στη μία όψη του έγχρωμο χάρτη του Κήπου με σημειωμένα όλα τα ενδιαφέροντα σημεία του και, στο περιθώριο, πληροφορίες και χρονολογίες. Η άλλη όψη διηγείται την ιστορία του Κήπου, μιλάει για τα φυτά και τα ζώα του και περιγράφει τις φροντίδες που δέχεται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Πανώ φωτογραφικής έκθεσης με λεζάντες για τη βιολογία της χελώνας.
Το Πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης Μαθητών επιδιώκει να δημιουργήσει οικολογική συνείδηση στα παιδιά προβάλλοντας το παράδειγμα ενός πανάρχαιου ερπετού που κινδυνεύει από εξαφάνιση στη σύγχρονη εποχή. Για να ανταποκριθεί στις πολλές αιτήσεις για ενημέρωση, συχνά από απομακρυσμένες περιοχές, ο Σύλλογος δημιούργησε τη «Βαλίτσα της Χελώνας», που υλοποιήθηκε με την ενίσχυση της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς και του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η βαλίτσα διατίθεται σε τέσσερα επίπεδα, ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα, και περιέχει 14 αντικείμενα: έκθεση φωτογραφίας και έντυπου υλικού, τη βιντεοταινία «Caretta», διαφάνειες, ερωτηματολόγιο, οδηγίες για τους εκπαιδευτικούς, δώρα κ.ά. Παρατίθεται κατάλογος των εκδόσεων για παιδιά στο Πωλητήριο του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας.
Κινεζική γιόνκα στο Quanzhou σήμερα.
Το όραμα του Αλέξανδρου κληροδότησε τρεις δρόμους για τη σύνδεση της Ανατολής με τη Μεσόγειο. Ο βόρειος περνούσε από τη Βακτριανή, την Κασπία και τη Μαύρη θάλασσα. Ο κεντρικός ένωνε τις Ινδίες με τον Περσικό διαμέσου του Τίγρη στη Σελεύκεια. Από εκεί, διά ξηράς, τα εμπορεύματα έφταναν στην Αντιόχεια και την Έφεσο. Ο νότιος δρόμος από τις Ινδίες, μέσω της Αραβικής χερσονήσου και της Ερυθράς θάλασσας, κατέληγε στο λιμάνι των Πτολεμαίων Βερενίκη.
Την έκφραση «Δρόμοι του μεταξιού» εγκαινίασε τον 19ο αιώνα ο γερμανός γεωγράφος Ferdinand von Richthofen, επειδή το πολυτιμότερο αγαθό, που την παραγωγή του η Κίνα κρατούσε μυστική, ήταν το μετάξι. Από τις εξαγωγές πορσελάνης και κεραμικών της Κίνας, ο δρόμος του μεταξιού ονομάστηκε και «porcelain» ή «ceramic road», ενώ το όνομα «spice road» οφείλεται στη μεγάλη διακίνηση μπαχαρικών προς την Κίνα.
Ήδη από τον 1ο αιώνα π.Χ., οι κίνδυνοι στους χερσαίους δρόμους έστρεψαν το εμπόριο προς τη θάλασσα. Ο Ινδικός ωκεανός έγινε ένας θαλάσσιος διάδρομος που ένωνε τον ρωμαϊκό κόσμο με τα λιμάνια της Ινδίας και τα παράλια της Κίνας. Οι θαλάσσιοι δρόμοι επωφελήθηκαν όχι μόνο από το έργο των γεωγράφων αλλά και από τις μελέτες του Ίππαλου για τους μουσώνες. Αξιοποιώντας τους μουσώνες, τα πλοία με κατεύθυνση την Ανατολή διέσχιζαν τον Ινδικό την άνοιξη και, φορτωμένα με τα προϊόντα της, έκαναν το αντίστροφο ταξίδι το χειμώνα. Το εμπόριο με την Κίνα είχαν στα χέρια τους οι μεγαλέμποροι της Αλεξάνδρειας, κυρίως Έλληνες, και οι Σύροι στα λιμάνια τους. Με την άνοδο του Ισλάμ τον 7ο αιώνα, οι Άραβες έγιναν οι διαμεσολαβητές του εμπορίου της Κίνας με τη Βενετία, την Ισπανία και την Πορτογαλία.
Ωστόσο, εξίσου σημαντική υπήρξε η παρουσία των Κινέζων. Τα πλοία τους, με το ένα και μοναδικό πρυμναίο πηδάλιο, μπορούσαν να πλέουν κόντρα στον άνεμο. Ο άνεμος ήταν η κινητήρια δύναμή τους και τα λίγα κουπιά ήταν επικουρικά. Είχαν συνήθως τέσσερις ιστούς και δυο ειδών ιστία, για ανέμους από την πρύμνη και για ανέμους από την πλώρη. Από τον 11ο αιώνα η χρήση της πυξίδας γενικεύτηκε. Οι πλοηγοί πορεύονταν με τα άστρα τη νύχτα, τον ήλιο τη μέρα και την πυξίδα στη συννεφιά. Πρωτοπόρος στην αστρονομική ναυσιπλοΐα, η Κίνα καλλιέργησε όσο κανείς την «επιδεξιότητα να σε οδηγούν τα άστρα».
Στις δυναστείες Tang, Song και Yuan (7ος-14ος αιώνας μ.Χ.), από τα λιμάνια Hepu, Guangzhou (Καντώνα), Quanzhou και Yanghou, τα κινεζικά πλοία ταξιδεύουν στον Περσικό κόλπο, την Ερυθρά θάλασσα, την ανατολική Αφρική. Όπως γράφει ο Μάρκο Πόλο, που επισκέφθηκε την Κίνα το 1275 μ.Χ. και έμεινε εκεί 17 χρόνια, η κίνηση στο λιμάνι του Quanzhou ήταν 100 φορές μεγαλύτερη από την κίνηση στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.
Η εμβάθυνση της πολιτισμικής όσμωσης ανάμεσα στους λαούς Ανατολής και Δύσης ήταν το σημαντικό παράπλευρο όφελος που προέκυψε από τους δρόμους του μεταξιού.
Η Σκύλλα και ένας κάβουρας εικονίζονται σε νόμισμα του Ακράγαντα από τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. Βοστόνη, Museum of Fine Arts.
Το πέρασμα από το στενό της Σκύλλας και της Χάρυβδης είναι για τον Οδυσσέα αναγκαστικό. Αν ακολουθούσε την εναλλακτική που του εμφανίζει η Κίρκη, να περάσει ανάμεσα από τις Πλαγκτές πέτρες όπως η Αργώ, ο ήρωας του έπους θα έπρεπε να ξεπεράσει το κλέος του Ιάσονα. Ασύμβατες διαδρομές. Συμβολικά η Αργώ εγκαινιάζει τη γενιά των ποντοπόρων πλοίων. Ο Οδυσσέας χάνει το στόλο του και καταλήγει κυβερνήτης μιας σχεδίας, προτού το κύμα τον ξεβράσει ολόγυμνο στο νησί των Φαιάκων. Η Αργώ ήταν «σε όλο τον κόσμο ξακουσμένη». Το πλοίο του Οδυσσέα δεν είχε όνομα. Η Οδύσσεια όμως θα κάνει «στον κόσμο ξακουστό» τον ήρωά της.
Αφηγούμενος τις περιπέτειές του, ο Οδυσσέας δανείζει τη φωνή του όταν μεταφέρει είτε αυτολεξεί τα λόγια κάποιων προσώπων είτε άλλων τα λόγια που τα άκουσε. Το θαλασσινό του ταξίδι αποκαλύπτεται εν μέρει από τα λόγια των άλλων. Ο Οδυσσέας με δικά του λόγια συμπληρώνει τα κομμάτια που λείπουν. Ήχοι, θραύσματα από φωνές, αποσπάσματα από ομιλίες η μια μέσα από την άλλη, συνθέτουν το ναυτικό ταξίδι του Οδυσσέα.
Για τη Σκύλλα, πρώτα απ’ όλα μαθαίνουμε για τη φωνή της, πως είναι όμοια με θηλυκό κουτάβι που γαβγίζει. Στην κατηγορία του θηλυκού, όπως όλοι οι θανάσιμοι κίνδυνοι για τον Οδυσσέα, η Σκύλλα συνδέεται με μυθικές μορφές όπως η Λάμια, η Έμπουσα, η Έχιδνα, η Εκάτη κ.ά. Κανείς δεν μπορεί να πολεμήσει ένα τέτοιο πλάσμα, λέει η Κίρκη.
Ο Όμηρος την ονομάζει «αθάνατον κακόν». Μια άλλη εκδοχή εμφανίζει τη Σκύλλα όχι αθάνατη αλλά αναστημένη. Ο πατέρας της Φόρκυς την ξαναφέρνει στη ζωή όταν την κομματιάζει ο Ηρακλής. Ο διαμελισμός της από τον Ηρακλή υπογραμμίζει το συνονθύλευμα από ζώα που συνθέτει το σώμα της Σκύλλας: όνομα και φωνή σκύλου, τρεις σειρές δόντια όπως τα σκυλόψαρα, δώδεκα πόδια και έξι λαιμοί σαν γιγάντιος πολύποδας κ.λπ.
Συνδυάζοντας την εικόνα ενός μικρού σκυλιού που θηλάζει η μητέρα του με την ιδέα ενός θανάσιμου κακού, πίσω από την εικόνα αυτής της «σκύλακος νεογιλής» προβάλλει ένα τέρας με παιδική φωνή. Η μητέρα της Σκύλλας Κράταιις, που καλείται να επέμβει για να περιορίσει τις επιθέσεις της κόρης της, ενισχύει το θέμα της παιδικότητας.
Έχοντας μιλήσει για την αφθαρσία της Σκύλλας, την τροφή της και την επέμβαση της μητέρας της, ο Όμηρος συνεχίζει περιγράφοντας τα βόδια και τα πρόβατα του Ήλιου που ζουν αιώνια. Στο νησί της Θρινακίας, ξαναβρίσκουμε τα θέματα της μητρότητας, της τροφής και της αθανασίας. Αυτά τα θέματα είναι και ο συνδετικός κρίκος με το επόμενο στάδιο του ταξιδιού, όταν ο Οδυσσέας θα χάσει τους συντρόφους του πριν ξαναβρεί την ατομικότητά του.
Πήλινο φυσιοκρατικό κεφάλι (τύπος Α1) από άγνωστη θέση της Θεσσαλίας.
Πάνω από 2.500 είναι τα αδημοσίευτα νεολιθικά ειδώλια από τη Θεσσαλία, ανατολική και δυτική, ευρήματα επιφανειακών κυρίως ερευνών. Από τα εκατοντάδες κεφάλια που έχουν ήδη μελετηθεί προκύπτει μια τυπολογία βασισμένη στη μορφολογία τους: διακρίνονται τα φυσιοκρατικά (Α) και τα σχηματοποιημένα (Β). Στα σχηματοποιημένα, το κεφάλι είναι απλά ένα τριγωνικό κομμάτι πηλού ή πέτρας. Στα φυσιοκρατικά, στοιχεία του ανθρώπινου κεφαλιού αποδίδονται, έστω και υπαινικτικά.
Τα φυσιοκρατικά κεφάλια είναι κυρίως πήλινα, τα σχηματοποιημένα είναι πήλινα και λίθινα. Τα πήλινα έχουν πλαστεί γύρω από κυλινδρικό, επιμήκη, πήλινο πυρήνα που πάνω του επικολλήθηκε το πρόσωπο. Χαμηλό ανάγλυφο ή εγχάραξη αποδίδουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου με έμφαση στα μάτια και τη μύτη, και τα δύο επίθετα. Μικρή, οριζόντια σχισμή ζωγραφίζει το στόμα, τα αυτιά δεν θεωρείται απαραίτητο να δηλωθούν, οι κομμώσεις ενδέχεται να είναι περίτεχνες. Εννέα τύποι ξεχωρίζουν στα φυσιοκρατικά κεφάλια (Α1-9), δύο στα σχηματοποιημένα (Β1-2).
Η μελέτη αναδεικνύει την ιδιαιτερότητα των θεσσαλικών ειδωλίων στη νεολιθική Ελλάδα. Μάλιστα, η κατηγορία Α1 δεν απαντά πουθενά αλλού. Γυναίκες απεικονίζουν οι τύποι Α2 και Α3 που υπογραμμίζουν την κόμμωση. Με τον τύπο Α4 η φυσιοκρατία αγγίζει την αποκορύφωσή της. Εδώ ο ειδωλοπλάστης έχει αναπτύξει δεξιοτεχνία τέτοια που του επιτρέπει να φτιάχνει προσωπογραφίες.
Οι προχωρημένες φάσεις της Μέσης Νεολιθικής φαίνεται ότι αποτελούν την αφετηρία για σχηματοποίηση. Τα κεφάλια συνεχίζουν να αποδίδονται φυσιοκρατικά αλλά η μορφή γίνεται πιο στυλιζαρισμένη. Ο ειδωλοπλάστης διακοσμεί με χρώμα και εγχαράξεις όπως στην κεραμική. Τα κεφάλια από τη Νεότερη Νεολιθική είναι πολύ σχηματοποιημένα: τραπέζια, τρίγωνα, ελλείψεις αντικαθιστούν τα προσωπικά χαρακτηριστικά.
Κώδικας 13ου αιώνα με στάχωση από ύφασμα που φέρει κεντημένο το μονόγραμμα των Παλαιολόγων. Ρώμη, βιβλιοθήκη μονής Grottaferrata
Ο όρος «παθολογία», επιβεβλημένος από το Ινστιτούτο που ίδρυσε το 1938 στη Ρώμη ο Alfonso Gallo, θεωρείται παρωχημένος. Ο διεπιστημονικός όρος «αρχαιολογία του βιβλίου» δηλώνει τη γνώση των υλικών (ξύλο των πινακίδων, προέλευση του δέρματος του καλύμματος, είδος μετάλλου για τα κλείστρα) αλλά και της τεχνικής που τα συνδυάζει για να φτιάξει τη στάχωση του βιβλίου. Αντικείμενο μελέτης της είναι κυρίως το μεσαιωνικό βιβλίο. Οι παλαιότεροι συντηρητές, αν έκριναν ότι η παλιά βιβλιοδεσία αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο για τα φύλλα με το κείμενο, την πέταγαν και την αντικαθιστούσαν με νέα, καλλιτεχνική. Η μεγαλύτερη καταστροφή παλαιών βιβλιοδεσιών έγινε μεταπολεμικά και, στην Ιταλία, οι πλημμύρες της Φλωρεντίας και της Βενετίας (1966) την επέτειναν.
Την ιστορία της βιβλιοδεσίας επηρέασε το μνημειώδες τρίτομο έργο του Ιταλού De Marinis (1960) που στήριζε την καλλιτεχνική αξία μιας βιβλιοδεσίας μόνο στη διακόσμηση του καλύμματος. Εκτός όμως από τα διακοσμητικά στοιχεία του καλύμματος για τα οποία χρησιμοποιούνται στάμπες, σε συνδυασμό με φύλλα χρυσού στη Δύση, ιστορική αξία έχουν μεταξύ άλλων: ο τρόπος ραφής των τετραδίων, οι αποστάσεις μεταξύ των σημείων ραφής, το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα πιθανά νεύρα και, το βασικότερο, ο τρόπος με τον οποίο στηρίζονται οι ξύλινες (αργότερα χαρτονένιες) πινακίδες στο σώμα του βιβλίου.
Οι επεμβάσεις αποκατάστασης της βιβλιοδεσίας σήμερα περιορίζονται στο ελάχιστο. Η αλλαγή προσέγγισης αντικατοπτρίζεται στα δύο μεγάλα προγράμματα, στη Γαλλία και την Ιταλία, για την καταγραφή και αρχειοθέτηση των δομικών στοιχείων των μεσαιωνικών βιβλιοδεσιών που φυλάσσονται σε μουσεία και σε βιβλιοθήκες, κρατικές και εκκλησιαστικές.
Θεσσαλικός επιχύτης για το πλύσιμο των χεριών, Λαογραφικό Μουσείο Λαρίσης.
Καθώς έτρωγαν με το χέρι, πριν το φαγητό οι Βυζαντινοί νίβονταν ή χειρονίβονταν χρησιμοποιώντας ένα χρηστικό σύστημα δύο σκευών, το «χερνιβόξεστο». Το ένα σκεύος ήταν το «χέρνιβο», η λεκάνη που δεχόταν τα απόνερα, και το άλλο ο «επιχύτης», το δοχείο με το νερό. Η μορφή του χέρνιβου δεν μας είναι γνωστή. Κεραμικά αγγεία διαφόρου χωρητικότητας, οι επιχύτες από τον θεσσαλικό χώρο έχουν σφαιρικό ή κυλινδρικό σώμα, επίπεδη βάση, εκροή με κλίση προς τα επάνω, ταινιοειδές χερούλι. Είναι πάντα ακόσμητοι, με καστανοκίτρινη ή καστανοπράσινη εφυάλωση.
Ένα δεύτερο οικιακό σκεύος είναι επιτραπέζιο. Γνωρίζουμε ότι οι Βυζαντινοί περιχύναν το φαγητό τους με κάποια ζεστή σάλτσα που χρειαζόταν ένα ειδικό σκεύος για την εναπόθεσή της. Τα σκεύη αυτά θερμαίνονταν μέσα στη χόβολη. Οι Βυζαντινοί τα ονόμαζαν «σαλτσάρια» ή «σαλτσερά». Απλούστερα στη μορφή από εκείνα που βρέθηκαν στην Κόρινθο, στην Αγορά των Αθηνών κ.α., τα θεσσαλικά σαλτσάρια εμφανίζουν δύο παραλλαγές: είτε έχουν σχήμα ημισφαιροειδές και είναι διαφόρου χωρητικότητας, με ή χωρίς περιχείλωμα ή είναι σκεύη μεγάλης χωρητικότητας, με επίπεδο πυθμένα και σχεδόν κατακόρυφα τοιχώματα. Εφυαλωμένα μέσα κι έξω, μονόχρωμα και αποίκιλτα, στηρίζονται σε κολουροκωνικά κοίλα πόδια με τριγωνικά ή σχισμοειδή ανοίγματα και έχουν χοντρά τοιχώματα για περισσότερη θερμοχωρητικότητα.
Από τα άφθονα θεσσαλικά ευρήματα καθημερινής χρήσης που χρονολογούνται από το 13ο αιώνα και μετά, διαφαίνεται ότι μετά τη φραγκική κατάκτηση τα επαρχιακά κεραμουργεία αναπτύχθηκαν σε αυτοδύναμες μονάδες και πρόσφεραν στην τοπική αγορά σκεύη υψηλής ποιότητας με έντονα επιτόπια χαρακτηριστικά.
Συγκριτική ανατομία ανθρώπου – γάτας.
Αν το περιβάλλον είναι το κέλυφος μέσα στο οποίο και διά του οποίου επιβιώνει ο άνθρωπος με σχέση δυναμικής αλληλεπίδρασης, τότε όλα τα εξελικτικά βήματα του ανθρώπινου είδους βρίσκονται χαραγμένα στο κέλυφος αυτό σαν σε χάρτη και, επομένως, είναι ανιχνεύσιμα. Με την ανίχνευση, αποκρυπτογράφηση και ερμηνεία τους ασχολείται η περιβαλλοντική αρχαιολογία. Δύο κυρίως παράγοντες καθιστούν το έργο αυτό επίπονο και σχολαστικό: η αποσπασματικότητα των αρχαιολογικών δεδομένων και η παρεμβολή αλλαγών τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στον ανθρώπινο παράγοντα που συχνά αλλοιώνουν την εικόνα του περίγυρου και την κάνουν δυσανάγνωστη. Ο περιβαλλοντικός αρχαιολόγος οφείλει να αντιλαμβάνεται τις αλλαγές στην επιφάνεια της γης, να αναλύει και να ερμηνεύει τα ιζήματα και το ρόλο τους στον τρόπο ζωής, να συμπεραίνει τη διατροφή πληθυσμών από τις ασθένειες που διαφαίνονται στα οστά τους, να αναγνωρίζει θαλασσινά από τα όστρεα και τα λοιπά κατάλοιπά τους, είδη της χερσαίας πανίδας από τα οστά τους, είδη της χλωρίδας από τη γύρη και τους σπόρους των φυτών. Τη βοήθειά τους προσφέρουν άλλες επιστήμες, όπως η Γεωλογία, η Οικολογία, η Φυσική Ανθρωπολογία, η Παλαιοζωολογία, η Παλαιοβοτανική και η Παλαιοπαθολογία.
Άργος: η οικία Δημ. Καλλέργη σε φωτογραφία του 1934 από το αρχείο του Τάσου Τσακόπουλου.
Σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 36 της Αρχαιολογίας, ο συγγραφέας υποστήριζε την ισχυρή πιθανότητα ύπαρξης προστυλίου στην ανατολική πλευρά της οικίας που έκτισε το 1830 ο Δημήτρης Καλλέργης. Στο μεταξύ, είχε την ευκαιρία να δει κάποια σχέδια που φιλοτέχνησε το 1833 ο Χάνσεν στο Άργος. Ένα από αυτά απεικονίζει το «Καλλέργειο» από τα ΒΔ., αποδίδοντάς του σοφίτα και προστύλιο. Την ύπαρξη του προστυλίου υποστηρίζουν άλλωστε απόσπασμα του σχεδίου πόλεως του 1847, παλιές φωτογραφίες του κτιρίου και το σχέδιο Φομίν. Δύο φωτογραφικές μαρτυρίες του 1934 από το αρχείο του Τάσου Τσακόπουλου απεικονίζουν τις αλλαγές στη μορφή του κτιρίου.
Σημάδια που άφησαν ρίζες φυτών πάνω στο κόκαλο.
Η Παλαιοπαθολογία διερευνά τις ασθένειες των προϊστορικών ανθρώπων αξιοποιώντας τα σημάδια που αυτές άφησαν πάνω στα οστά. Οι ειδικοί έχουν καταλήξει στα εξής συμπεράσματα:
1. Ο προϊστορικός άνθρωπος ασκούσε μόνος του ένα είδος κινησιοθεραπείας θέλοντας να θεραπεύσει την αγκύλωση των κλειδώσεων,
2. Γνωστή, η κρανιακή χειρουργική είχε μεγάλο ποσοστό επιτυχίας,
3. Προς τους άρρωστους παρεχόταν ιατρική φροντίδα. Επομένως, οι προϊστορικές κοινωνίες δεν ήταν τόσο σκληρές και άγριες όσο νομίζουμε.
Η «ταφονομία» ασχολείται με τη διατήρηση ή την καταστροφή των οστών. Για παράδειγμα, καταστροφή προκαλούν οι ρίζες φυτών που, επειδή παράγουν κάποιο οξύ, αποτυπώνονται πάνω στο κόκαλο.
Λεσβία δομή στο τείχος της Νότιας πλευράς του οχυρού στην αρχαία Μήθυμνα.
Σε έξι επικράτειες ήταν χωρισμένη η Λέσβος, όσες και οι αιολικές της πόλεις. Εκτός από τα τείχη των ίδιων των πόλεων, οχυρωματικά έργα υπήρχαν και στο εσωτερικό της κάθε επικράτειας. Τα οχυρά έχουν συνήθως ορθογώνιο σχήμα, αν και υπάρχουν και κάποια με σχήμα ακανόνιστο ή κυκλικό. Κοινό τους χαρακτηριστικό είναι η κατασκευή του τείχους με τη λεσβία δομή. Οι πλευρές των λίθων λαξεύονταν ώστε οι εξωτερικές τους επιφάνειες να αρμόζουν απόλυτα. Στις πιο επιμελημένες κατασκευές, μετά βίας χωράει ανάμεσα στους λίθους η λεπίδα μαχαιριού. Αργότερα, στον 2ο αιώνα π.Χ., όταν η Ερεσός έχτισε τέτοια οχυρά χρησιμοποίησε το ισόδομο σύστημα με τους ορθογώνιους λιθόπλινθους που επικρατούσε εκείνη την εποχή.
Στην ανατολική παραλία της Μηθυμναίας είχαν βρεθεί τάφοι ελληνιστικοί, παλαιοχριστιανικά ερείπια, βυζαντινοί ναοί και το μεσαιωνικό κάστρο της Κλειούς, δεν είχε βρεθεί όμως οχυρωματικό έργο. Ωστόσο, δικόρυφο οχυρό υψώνεται σε στρατηγικό σημείο ανάμεσα στον κάμπο της Λαγκάδας του Μανταμάδου και στο Γενί-Λιμάνι της Κάπης. Το ύψωμα είναι διαμορφωμένο σε ωοειδές πλάτωμα και το τείχος ζώνει το χείλος του πλατώματος. Φτιαγμένο κάπως πρόχειρα με μικρές πέτρες κατά το έμπλεκτο σύστημα έχει πάχος 1 περίπου μ. Χαρακτηριστικό της αρχαιότητας του περιβόλου είναι το τμήμα του τείχους στο ανατολικό άκρο της νότιας πλευράς, φτιαγμένο με επιμελημένη λεσβία δομή. Όστρακα από αγγεία τεφρά λεσβιακά και μελαμβαφή συνηγορούν υπέρ της αρχαιότητας των κτισμάτων. Στη ΒΔ άκρια του πλατώματος έχει χτιστεί πρόσφατα η Αγιά Σωτήρα.
Άποψη του εκκλησιαστικού συγκροτήματος του Οσίου Λουκά.
Συζητώντας με αρχαιολόγους και ιστορικούς, ο συγγραφέας αντιλήφθηκε ότι με το άρθρο του στο τεύχος 36 της Αρχαιολογίας δεν είχε καταστήσει απολύτως σαφή τα βασικά του επιχειρήματα, ότι οι δομικές παρατηρήσεις είναι από μόνες τους ικανές να στήσουν το ιστορικό πλαίσιο του συγκροτήματος του Οσίου Λουκά και ότι, επίσης, η μελέτη του εκείνη αποκάλυπτε και χωροθετούσε δύο ακόμη κτήρια. Την παρανόηση καλλιέργησε εν μέρει η αναφορά στα αμφίβολης αξιοπιστίας Υπομνήματα που δημοσίευσε ο Κρέμος. Εδώ ο συγγραφέας χρησιμοποιεί, από γραπτές πηγές, τον Βίο του Οσίου και δύο μελέτες που χρονολογούν το Καθολικό στα 1011, ενώ παράλληλα παραπέμπει στο αρχικό του άρθρο.
Έχοντας ανακεφαλαιώσει ένα προς ένα τα δομικά επιχειρήματά του, καταλήγει και πάλι σε δύο ιστορικά συμπεράσματα: α) κάτω από το ναό της Παναγίας και το Καθολικό, υπάρχουν άλλα δύο κτήρια, τα αρχικά: ο ναός της Αγίας Βαρβάρας και το Ευκτήριο και β) η σειρά των κατασκευών έχει ως εξής:
1. Αρχική Αγία Βαρβάρα (946) και ολοκλήρωσή της (955 - 958/959/960)
2. Ευκτήριο (960; - 965;)
3. Μεταποίηση της Αγίας Βαρβάρας σε Παναγία και σύνδεση με το Ευκτήριο μέσω του «χώρου Λ» (1000; - 1011)
4. Κατασκευή του Καθολικού με πυρήνα το Ευκτήριο (μετά το 1011 και πριν το 1048)
Αποδεικνύεται ότι η χρήση των Υπομνημάτων στην αρχική μελέτη συνέβαλε απλά στο να χρονολογηθεί το Ευκτήριο στα 961-966 (αντί του περίπου 960; - 965;) και να προταθεί ως αρχή ανεγέρσεως της Παναγίας η περίοδος μετά το 997, αντί περίπου 1000.
Ζιγκουράτ στην αρχαία πόλη της Ουρ.
Η συγγραφέας, εξαιτίας του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, εκπέμπει σήμα κινδύνου για τα μεγάλα κέντρα του μεσοποταμιακού πολιτισμού. Η ιστορία της Μεσοποταμίας αρχίζει την 9η χιλιετία με τη «νεολιθική επανάσταση». Στο σημερινό Κουρδιστάν, την 7η χιλιετία αρχίζει η αστικοποίηση του ανθρώπου και ανακαλύπτεται η κεραμική. Γύρω στα 2600 π.Χ. ανακαλύπτεται η γραφή. Η στήλη του νομοθέτη βασιλιά Χαμουραμπί με τη σφηνοειδή γραφή, ο Ναβουχοδονόσωρ στη Βαβυλώνα με τους κρεμαστούς κήπους, τα κλιμακωτά παλάτια, η Ουρ και η Ουρούκ, η Νινευή και η Νιμρούδ, τα βασιλικά πορτρέτα και οι ανάγλυφες συνθέσεις: ο πολιτισμικός θησαυρός της Μεσοποταμίας που κινδυνεύει είναι αμύθητος.
Άποψη Κασταλίας κρήνης
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
"When Schools do not go to the Museum, then the Museum must go to School". To realize this slogan the Museum of Cycladic and Ancient Greek Art has created its first educational museum-kit. Its main purpose is to introduce children to the Cycladic Civilization, the civilization, that developed in the Cyclades during the third millennium BC, the so-called Early Bronze Age. The museum-kit contains casts of the representative marble idols and utensils of the third millennium BC, copies of tools, rough materials and relevant elucidating material (scientific catalogue, museum publications for children on the Cycladic civilization, slides, maps and handicrafts). The project's main aim is to enable children to be tought the Cycladic Civilization not only through seeing and listening, but through the knowledge of the rough materials that the ancient inhabitants of the Cyclades used (marble, bronze, opsidian, emery, pumice-stone); to feel and experience the copies of the Museum exhibits and to experiment with copies of Early Bronze Age tools. The museum-kit can be used at school, either as a visit substitute when a class for various reasons cannot visit the Museum; or for an adequate preparation of the children before a museum visit. Owing to the teachers' enthusiasm and everpresent zeal, the museurn-kits have already "travelled" to more than sixty schools, mainly in Attica, but also as far as Kalamata, Karpathos, Spetses, Chalkida, Zakynthos, Naxos and Mytilini. The subjects to which the kits refer are the Cycladic Civilization, the Play in Ancient Greece, Ancient Greek Attire and Ancient Greek Vases. For any participation in the Museum of Cycladic and Ancient Greek Art educational programs the teacher must contact the Museum in advance. Besides the museum-kit, a wide range of educational material is available at the Museum, some of it can be obtained on loan, other material must be purchased.
Each museum-kit is a complete unit which can be easily used by anyone who reads the accompanying instructions. It is addressed to certain school ages but it can also be appropriately adjusted so as to meet the educational needs of various other ages. Relevant analytic material (scientific monographs and publications) or a simple elucidating text is available to teachers for the effective use of the museum-kit contents. The purpose of the educational museum-kits varies. Through the constructive entertainment some aim at the development of creativity, while others at the achievement of a faster knowledge. The purpose, however, is multiple and by combining all the educational components it results in an overall improvement of the student's educational status. The teacher has the experience of his students' mental and knowledge potentialities. Thus, depending on his specialization and his specific pursuits, he can make the best ouf of the museum-kit, since each of them has been planned to cover an entire topic. The topics of the museum-kits are: 1. The Parthenon Frieze 2. The Acropolis Sanctuary 3. Stone Carving 4. Ancient Greek Attire 5. Ancient Greek Musical Instruments.
A few years ago certain school teams started visiting the museums of Greece not any more as mere spectators, but as participants in «dromena», In order that continuous contact between children and museum develop we have started lending relevant material in museum-kits to schools, cultural societies and institutions. The museum-kits travel from school to school making accessible to children material relevant to a specific subject or explaining an entire topic. The subject/ topic is introduced to children through elucidating texts, slides, photographs, museum copies or originals, proposals for educational activities or handicrafts. When presenting the museum-kit to his class the teacher's work is made much easier by the concrete information and the simple instructions which accompany the kit. The choice of subject of a museum-kit aims at the following objectives,to emphasize certain collections of the Benaki Museum,to make known to the public the work of the Museum departments and to develop specific topics related to art. The museum-kits are designed and realized by the Department of Educational Programs of the Benaki Museum in cooperation with specialists. All scientific information is adapted to the educational objectives dictated by the age of the children to which they are addressed. «The Greek Traditional Headbands-are intended for children eight to twelve years of age, but also for younger ones if properly adapted. "The Folk Games» are intended for children of Elementary Education levels. "The Hagiographer's Kit» is intended for high-school students.
The centre of Educational Programs of the Ministry of Culture presents in Athens two educational programs, which are addressed to children, aged 9-14: a. The Birth of Writing. Presented all the year round at the centre's premises, on 9 Prytaneiou St., Plaka. b. The Public Life in Ancient Athens. Presented in Spring and Fall in the Ancient Agora site. Both programs run in two phases: 1. Specialized personnel introduces the children to the basic components of the program, using for best results relevant illustrative and audio-visual material. 2. The children exercise the knowledge thus obtained through specially designed forms of play. In the Birth of Writing program the children are invited to try the hieroglyphic, sphenoid or Linear Β writing; while in the Public Life in Ancient Athens they revive the classical Athenian Democracy by playing the part of Heliastes of the Ecclesia tou Demou (= Assembly of Free Citizens) and by using copies of the exhibits they have already seen in the Museum of the Attalos' Stoa. All relevant printed material is available at the centre of Educational Programs.
The Greek Folk Art Museum has created two types of portable, educational units, the "Pandora's Chest" and "Museum Chat". The "Pandora's Chest" includes representative, authentic objects from the museum's collections. They have so been chosen as to serve properly the educational program and the museum staff, who accompany the kit, to the various schools where it is sent. The "Museum Chat" includes audiovisual material that refers to the Greek Folk Art sectors, relevant objects in miniature scale, printed information and ideas for creative handicrafts. It is lent out to schools for a defined period of time.
One of the pursuits of the Children's Museum is to plan and produce educational programs and relevant material appropriate to the needs of teachers and pupils of Elementary Education. These programs seek to introduce the teacher to the special method required for an effective educational project realized in a Museum. The teacher's participation in such a program gives him the chance to experience these methods so as to make the best out of them when he visits another Museum. In addition he is supplied with the necessary educational material which he can utilize in order to prepare his pupils for a future visit to a Museum (behaviour, approach, observation, description of the exhibits). For example, in the case of the National Archaeological Museum, a pamphlet and a "Passport" are available to the teacher. The pamphlet contains ideas and activities which can be applied and performed before the educational visit to the Museum. The passport enables the visiting pupil to "travel" via the exhibits through the centuries.
This educational program aims at the best utilization of the National Gardens' potentialities, being the major assembly of plants in the Greek capital, for the environmental education of youth and for the general public. The program is the result of the cooperation between the Greek Section of ICOM (International Council of Museums) and the Commitee of Public Gardens and Alleys, and was for the first time realized in April, 1988, on the occasion of the European Year for the Environment. Taking into consideration that the National Garden lies in the centre of Athens, has a rich vegetation and serves as an easily accessible pastime area to many Athenians, the Greek Section of ICOM carefully planned and published a special leaflet, useful to teachers and to anyone interested. It contains a colour map ot the Garden with all its worth-seeing sites marked and commented on by an elucidating brief text. The reverse of the leaflet gives information relevant to the Garden.Its history and stages of development,plants and animals residing in it, the necessary care for its proper maintenance and the staff required. Finally, this leaflet, available at the "institutions" of the National Garden-the Botanic Museum and the Children's Library - is accompanied by a special educational pamphlet for children, aged 7-11.
The Society for protection of the Sea-turtle is a non-profitable organization, which has as its objective the study of the sea turtle in Greece and the channeling of the relevant information to the authorities and public. The Program of Environmental Information for students that started in 1986 belongs to this " framework". The program is supported by the Ministry of Education and financed by the European Economic Communities and the International Fund for wild life (WWF Int.). The sea turtle is used as an example of an agelong serpent which is seriously threatened by modern man's competition and materialistic greed. Thus, this program does not simply aim to introduce the turtle to students of all grades. Its main target is to make them understand the responsibility each and every one of us holds for the environment's degeneration and to propose an alternative, harmless for the environment, way of life. Knowing thoroughly the biology, habits and difficulties that a sea turtle faces, many examples can be presented in support of the forementioned ideas. The students' response is very positive and the schools interested in our program are more than we can easily accomodate. Therefore, our desire to satisfy all applications, even those of remote schools, as well as the need for an educational material easily used led to the creation of the "Turtle Kit". This kit is a complete mobile program for Environmental Education that has been realized thanks to the support given by the General Secretariat of New Generation and the Ministry of Environment. The "Turtle Kit" contains: - Photographic exhibition on turtle biology and on the project of its study and protection. - Relevant printed information. - Video-tape (27') entitled "Caretta"; filmed at Zakynthos island from 1980 to 1983. - Four series of slides, accompanied by texts, on Nature's functions and the tighs existing among living organisms. - Gifts for the teachers and the school communities. - A questionaire. - Instructions for the teachers, etc. By entrusting the "Turtle Kit" to the teachers to use it as a creative tool we hope that they will succeed in transferring theirs as well as our own environmental problematic and worries to the students. We strongly believe that we all will live in a better world tomorrow if children are properly informed today.
The East experienced Hellenism thanks to Alexander the Great. Without him, the Greek word and spirit would not have reached the heart of Asia, the Greek language would not have become the common instrument of the then known universe and the gift of Hellenism that he so enthusiastically offered would not have embraced "so erotically and insurmountably by an attractive and thrilling as ever Asia". Alexander the Great infused new power into the Asiatic life. The meeting of the Asiatic peoples with the people of the West as well as the cultural exchanges that followed as a natural altermath were for the first time realized in the sixth to fourth centuries BC in the Empire of the Achaemenids. It was to Persepolis that people from all over the Empire sped, while towns in the peripheral provinces, such as Vaktra, Samarkand and Taxila, which were destined to become later important stations of the routes of silk, were connected with roads and developed into meeting points of East and West. The routes of silk date from the first centuries of the Early Christian period. Via these routes, silk and other precious or exotic products from China and India were transferred to the Western world. And via these same routes the bounds of coexistence and the cultural dialogue of the West and East were founded, developed and flourished. The people using these routes towards the West or East followed various land or sea courses which in rather a symbolic way show the close and effective communication of people.
This article proposes an interpretive and semasiological analysis of certain data contained in the Homeric narration and referring to the Odysseus' passing through the straits of Skylla. Specifically noted are - The relation between Odysseus' and Jason's ships (contrary to the Argonautic epos the importance in the Odyssey is given to Odysseus not to his ship). - The significance of the voice as a "representational" medium and the function of the multiple narration in the composition of the "oral" geography in Odyssey, in Odysseus' narration the words of others are almost narrated). - The description of Skylla made by Circe in relation to certain characteristic faculties, which are assigned to Skylla (voice of a female puppy). - The relation of Skylla with other terrifying mythical creatures, its killing by Heracles, its revival by Phorcys, its resemblance to the appearance of a dog and its feminine substance (invulnerable, therefore fatal). - The persistence of the Homeric description of Skylla in certain elements relevant to food, immortality and mainly to childishness. - The role of food, maternity and immortality in the Homeric narrations about Skylla and the Threnacia island, the inclusion of the Skylla episode in Odysseus' return and its importance for the definition of the general concept of time in Odyssey (separation of Odysseus from his companions, regaining of individuality by Odysseus, his interposition in a time that exclusively concerns him).
This article is only the summary of a joint publication on the figurines in private collections of Thessaly. The relevant project was carried out by the Research centre for Antiquity of the Athens Academy and the IE' Ephorate of Prehistoric and Classic Antiquities at Larissa. The article refers to a choice of twenty Neolithic figurine heads found on various sites of Eastern and Western Thessaly. These heads have been selected from over 2.500 unpublished figurines, which belong to private collections. They have been rendered with such an expressive power and realistic features that they could be considered as portraits of unknown members of the Neolithic Thessalian society. These heads, apart from exhibiting a very interesting modeling technique, contribute a lot to out knowledge of the appearance of the Neolithic face. However, since these figurines are surface finds, it is not easy to classify them in precise chronological groups. Nevertheless, an attempt of classifying them in chronological and topographical entities is made by comparing them to relevant pottery and to other published or unpublished figurines from Thessaly and the surrounding area. Two main groups of heads seem to prevail so far, the naturalistic and the schematic one. The first group of heads, usually made of clay, can be subdivided in two entities, the one sharing common characteristics - a fact possibly indicating the existence of figurine workshops; the other displays heads of free, plastic rendering with an emphasis on certain facial features. The overall handling of these heads shows the artist's effort to portray specific members of the Neolithic community, an effort which often produces individual faces of ovewrhelmmg expression. The second group includes figurine heads made of marble or other stone. Some of them are acroliths, while others do not bear any specific characteristics.
Until recently the interest of scholars, historians and paleographers was mainly focused on the books' text, while the case studies dealing with the structural elements of old books were a rarity. However, the scientific knowledge of the materials and techniques required for and applied to book binding is not only necessary for a book restorer but it seems to be an indispensable tooI for the historian and the old books specialist, in general. A new scientific discipline, "the Archaeology of Books" has as its object the thorough study of materials and special techniques of book making, mainly of the manuscript. The major pursuit of this new science is the collection and utilization of ail information relevant to the history of the book. At the same time it has set the ambitious objective to reconstruct bit by bit the overall appearance as well as the production of a Mediaeval scriptorium.
Environmental Archaeology is a new concern of archaeological science ,co-ordinating and dealing with different disciplines, such as geology, biology, ecology, anthropology, paleobotany. paleozoology, etc. Its main scope is the study of man and his environment, their mutual interaction and the archaeological evidence coming from that relationship, such a artifacts, ecofacts and a complex of factors which it is difficult to fully understand.
Discussing with friends the article on the "Complex of St Luke" (ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, 36. Sept. 1990) I detected an underestimation of the importance of structural remarks in framing the history and dating of the Complex. Thus, a reaffirmation of the proposed chronology, based only on structural remarks seems necessary. Reference will be made to the English Summary of the said article ipp. 29, 30), to the Vita of the Saint and to two papers dating the Catholicon to 1011, namely: "A propos de la date... etc", Ca. Arch. XIX, 1969, and "Περί Μονής Οσίου Λουκά Νεώτερα", Ελληνικά, 25, 1972. Features in the church of the Panaghia disclose remains of an older building, which can be no other than the church of St Barbara, mentioned in the Vita. Between the two existing churches, namely the Panaghia and the Catholicon, lies "space Λ", housing the relics of the Saint. The said space, because of its decorated masonry, identical to and continuous with that of the Panaghia, is considered as contemporary to the latter. Other features, such as deviation "δ" (p. 30, col. 1) and a blocked former skylight, indicate that "space Λ" connected the "new" Panaghia to an older building. Other details, such as other blocked skylights and the plan of the Crypt, confirm the fact that the Catholicon has enveloped an older building on the same site, which should be identified with the Euktenon in the shape of a Cross, mentioned in the Vita. Three facts, connected with the erection of the Catholicon, must be emphasized: (a).- The addition of an eastern cross-vault to "space Λ" (b).-the fact that the said cross-vault lacks decorations ("A propos... etc", p. 131), and (c).- the fact that in the N.E. gallery, the wall of the Panaghia had to be demolished, to give the Catholicon its normal dimensions. These facts indicate that the Catholicon had to respect "space Λ", which was already in existence and in use as a sanctified place of worship (p. 30, §IX). "Space" "Λ", was designed, from the time of its erection (Ελληνικά, ρ. 308) to house the relics of the Saint. However, the said paper was composed when it was generally believed that "space Λ" formed part of the N.E. compartment of a totally "new" Catholicon, which replaced a modeste oratoire ("A propos.-. etc", p. 128) or a small oratory (ένας μικρός "ευκτήριος οίκος", "Περί Μονής" p. 300). The same papers rightly indicate that the translation of the relics into "space Λ" occured on the 3rd of May of 1011. This date was then accepted as the date of erection of the Catholicon, because "space Λ" was believed to form part of the latter. However, according to the new discoveries, "space Λ" was erected prior to the Catholicon, simultaneously with the Panaghia. Obviously then, the date of 1011 should be assigned to "space Λ" and accordingly to the Panaghia, as well. As mentioned already in ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, p. 27 end of § μα1 and n. 80, the preponderance of structural facts should lead to a reexammation of ambiguous texts. Tentative Chronology a. Si. Barbara, begun 946 (Vita) and was decorated plentifully (955 and after, 955-960?) (Vita). b. Euktenon, some time after the above (960-965"?) (Vita). c. Panaghia, finished shortly before 1011, having begun a decade (?) earlier (1000-1011?). d. Catholicon, date uncertain, later than 1011 and earlier than 1048. Conclusion It is obvious that the above tentative chronology, based solely on structural facts, coincides almost exactly with the one already proposed. A slight deviation is to be noted only in Irelation to the date of the Euktenon ("960?-965?" instead of "961-966"), as well as that of the beginning of the Panaghia ("1000?" instead of "after 997").
Δωρικός ναός του 5ου αι. π.Χ., αφιερωμένος στη θεά Ήρα. Σεγέστα Σικελίας.
Στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. η Ελλάδα βλέπει τη γέννηση των μνημειακών ναών. Ξεκινώντας από την ηπειρωτική Ελλάδα, ο δωρικός ρυθμός θα επικρατήσει στις αποικίες της Δύσης, ενώ ο ιωνικός στην ανατολική Ελλάδα και τα νησιά. Τρίτος ρυθμός, ο κορινθιακός, θα περιμένει τον 4ο αιώνα π.Χ. Οι κυριότερες διαφορές δωρικού και ιωνικού ρυθμού σημειώνονται στην ανωδομή τους, πολύ φανερά στα κιονόκρανα. Οι βραχύτεροι και πιο χοντροί δωρικοί κίονες πατούν απευθείας στο στυλοβάτη, όχι σε βάση όπως οι ραδινοί ιωνικοί. Έχουν 16-20 ραβδώσεις με κοίλη τομή που σχηματίζουν μεταξύ τους οξείες ακμές αντί για τις 22-44 ραβδώσεις, χωρισμένες με κατακόρυφη ταινία, των ιωνικών κιόνων.

Γκαντάρα. Κλιμακωτή κατασκευή από ψαμμόλιθο, με ανάγλυφη παράσταση στην οποία είναι εμφανής η ελληνιστική επίδραση.
In six articles the purpose of historiography is discussed, that is the study of the mechanisms and factors that lie behind the ideas and stereotypes of an era. Before Schliemann, were collectors of Aegean prehistoric antiquities interested in the archaeological nature of their collections? The Cycladic idols that were looked upon with contempt by those who admired the classical ideal were greatly admired by followers of the modern movement at the end of the 19th century. The social and cultural background of Schliemann, Dorpfeld, or Tsountas certainly influenced their archaeological research and various interpretations of it. Why should an archaeologist long to give a Homeric name to a Mycenaean site discovered by him? Evans made up an image of ancient Crete that stood for everything that was the exact opposite of the Victorian ,industrial society of the England he came from. There is also a similarity between Cretan Mycenaean and contemporary art.
The practice of collecting prehistoric artifacts has had a long history in Europe, and the collectors and antiquaries of the 16th-19th centuries are regarded today by many as the precursors of the discipline of prehistoric archaeology, in the circum-Aegean lands such a practice and the associated discourses appear to have emerged much more recently, but they certainly antedate Schliemann's discoveries of the 1870s, and they can be followed back to the early 19th century. In this article I try to reconstruct something of the texture and ethos of that practice and discourses, as they emerge from the writings of archaeologists of the period. It is evident that collecting and the associated discourses had their rules and norms, strategies and tactics, distinctly different from those that would prevail later on in the discipline of Aegean prehistory.
The first figurines carved on white marble came to light in the late eighteenth century, when P. van Kneney drew attention to their existence and called them "idols" or "figurines". Save the end of the nineteenth century, the European travelers and archaeologists were not system¬atically engaged in the study of figurines; it was only then that the climate started changing, when the first research projects were carried out in the Cyclades by Bent, Dümmler and Tsountas. The aesthetic evaluations of the scholars for this new works of art were expressing their reactions, which could be grouped in three categories: the first shows embarrassment and reserve, the second includes all sorts of negative judgments, the third comprises complex terms and peculiar characterizations. This reserve, aversion and, in some cases, rejection originated from the established conception of “beautiful". The classic ideal did not permit scholars to approach the Cycladic figurines in a different way. This atti¬tude changed in the early twentieth century, when the modern sculptors "adopted" morphological characteristics of the figurines in their creations. Acceptance and recognition came slowly and progressively through the familiarity of the specialists with these "primitive" art forms, which in the 60s led archaeologists to typology. This formalistic method of classification and evaluation prevailed throughout the post-war years, and thus the "peculiar", "incomplete", "ugly", "primitive" statuettes were transformed and began to be considered as fine works of art.
The birth of the Aegean prehistory is indissolubly connected with the Homeric epos and the Greek mythology, since the first archaeological research in the area was aiming at the verification of the historic truth comprised in the ancient texts and myths. However, the col¬lation of the Homeric world with the tangible relics led to the discovery of two, unknown so far, prehistoric civilizations, the Mycenean and the Northeastern Aegean one. In the era of Romanticism, Homer as well as the classic antiquity and the East are the baste points of reference for the pioneers of the Aegean prehistoric archaeology. The conception of Homer by H. Schliemann is not the result of a unique inspiration, but the consequence of scientific and cultural tendencies of his earlier or contemporary colleagues, distinguished in various, however relevant, fields, such as folklore and comparative mythology, which were especially developed in Germany during Schliemann's period. W. Dörpfeld, on the contrary, Schliemann's assistant in Troy and Tiryns, was more affected by classic archaeology, especially in the early years of his career. After the establishment of Otto's dynasty in 1833, Greece became the most rewarding field for the German scholars, philologists in their majority, who initiated a new era in the archaeological research. Dörpfeid's participation in the Olympia excavations had such an impact, that classic archaeology became a model for the interpretation of the prehistoric remnants of Troy and Tiryns. The reference of building ruins or site remnants to a Homeric or mythological framework has become an unquestionable reality in the case of the Aegean prehistory, while the discovery of Homeric cities and palaces remains a fascinating event even today.
From Pausanias time until today travelers, specialists and archaeologists continue to give names and to add prestige to the archaeological remnants that date from the second half of the second millennium B.C.. Most of these names are loans from the Iliad and Odyssey. The standard repetition of the phenomenon probably suggests that we believe even today in the complete historicity of the epic texts and myths. The archaeologists dealing with the Aegean world have often been nourished with the classic tradition to such an extent, that they quite easily pass from the archaeological evidence to the myths, because there is a continuity of data from the present to the past in their minds and culture. However, the existence of a city called “Troy” continues to have an untenable historical support and scientific reasoning, while the Homeric texts cannot be taken as testimonies for the Mycenaean age. Next to these scientific reasons, which prompt certain archaeologists and historians to accept the epic or mythical accounts, the terror of anonymity can equally be explained by the prestige accompanying this or that name of a site. To pull an archaeological discovery out of anonymity and oblivion means that whoever achieves this task not only will become famous among his colleagues, but he win also be praised by a broader public which still lives with the ideal that it is the Archaeologist who sets off to discover lost cities and he succeeds in his objective. Therefore, we must accept that our effort the Mycenaean place-names to coincide with those of the historic period is often a dangerous task. In addition, we must not forget that there is not any Mycenaean text supplying the name of a single Mycenaean lord. What seems, then, reasonable is to hope that the new texts of the Linear B script will enrich our knowledge about Mycenaean Greece.
In revealing Crete to the West, Evans pictured an ideal land: nature was wonderful, with a rich vegetation and welcoming atmosphere, an entity inspiring the artistic creation, while Minoan society, affected by nature, was peaceful, harmonious and feministic in a way; as a result, civilization was splendid in every aspect, and art, luxury and joy governed the Minoan world. This idyllic description ascribed Crete to the series of lost paradises, where humanity experienced a kind of Gold Age, according to various myths, which have as a common motif the contrast to the present. As a matter of fact, Evans created this picture of Crete in order to contradict the Victorian industrial and bourgeois England. This model, which replaced the standard model of classic Greece, was fed by Evans' sensitivity towards nature, landscape, flowers and birds, while at the same time it was supported by a sort of rejection of the pre¬sent: rich and idle, Evans never found his proper place in society, and the wars, which he witnessed, carried him further away from the present. Therefore, he turned to another world, exotic and fascinating, whom he formed as he desired, and who would be incarnated in the palace of Knossos. Evans' vision was criticized, but it was finally imposed on Crete and on the occasion of Crete. The effect of the discovery, the composing ability of Evans, his knowledge of journalism, his dominating stature, the expectations of the public, all contributed to this success, where viewpoint was more important than science. From then on superlative was praised and anachronism marked more and more the picture of Minoan Crete, while a guided public kept asking reassurance for the very same issues. One hundred years later, however, this picture must be reevaluated, the history of the ideas must be restored and, most important, the radical differentiation between this picture and the historic reality must be achieved. The picture must be submitted to the trial of doubt and criticism and must leave space for new research, which will give new answers not to the same eternal questions, but to others, which have not been raised as yet. Let us wonder, if such a revision of the picture can possibly be attempted on Crete itself.
The discovery of the Aegean civilizations of the Bronze Age caused an exchange between the Creto-Mycenaean art and the twentieth-century artistic production. This was a two-way exchange: for example, the European artists were inspired by the forms and the repertoire of the pre¬historic creators, while so much in architecture and furniture as much in theatre the modern construction techniques (reinforced concrete, bricks etc.) contributed to the reconstruction and "revival" of many ancient monu¬ments and works of art, as for instance the palace of Knossos, not to mention the esthetic issues concerning Art Nouveau and Arts and Crafts that elevated the Minoan masters as contemporaries of Morris and Guimard. This two-way effect becomes obvious in a plethora of examples, especially in France, where between 1905 and 1930 a real “Cretomania" is manifested: in literature, theatre and cinema as well as in the decorative motives embellishing the Art Nouveau ceramics the reference to the Minoans and Mycenaeans is easily recognizable. The fake industry also indicates the passion for the art then called pre-Hellenic and therefore non classic: an art very much suitable to a period which, while was rejecting academism, was getting more than enthusiastic with whatever was pioneering and innovating. Thus, it will not be a paradox if we say that the Creto-Mycenaean art is related with the art of the early twentieth century.
The way we hang up maps, that is North up and South down, a consensus regarded as a natural fact, conveys the subconscious but firm idea that the countries of the North lie higher than the countries of the South and that the people of the North are superior to those of the South. In the writings of the historians, linguists and archaeologists of the last century who formed a still effective viewpoint regarding the origins of the ancient Greek civilization, this world image is traceable and quite eloquent: southward movements are described as “downward”. According to the laws of gravity, conquerors always descend from “on high” from the manly North, flooding and submerging the swampy, passive, effeminate South. This world image has been decisive in the interpretation of philological, historical and archaeological finds concerning the relations of the Minoan with the Mycenaean civilization, as well as the provenance of the ancient Greek “nation”. Even before the Linear B script was deciphered, it was already known that the ancient Greek language consisted of two layers, one Indo-European and one not Indo-European. Under the influence of the notions mentioned before, the first, the “higher” layer which was characterized as the more purely “Greek” was attributed to the Indo-Europeans who descended from the North, while the second layer, the “pre-Hellenic” was assigned to the non Indo-European native population which was naturally under the authority of the first. However, the semantic analysis of the two lingual layers show that the terminology of the dominant layer, “άναξ” (=lord), “βασιλεύς”(=king), “ξίφος”(= sword), “θώραξ”(=cuirass), “χιτών”(=robe), “χρυσός”(=gold), is not Indo-European. This fact is also confirmed by the deciphering of the Linear B script, and reinforces Evans’ theory of the suzerainty of the “Minoans” over the already Greek-speaking Peloponnese, and also on the Minoan roots of the Mycenaean civilization, a theory rejected in haste in the light of the influence of the cartographic consensus mentioned at the beginning of this article.
The Gandhara area is mentioned for the first time in the Rig-veda, the oldest sacred book of the Aryans who arrived at the valley of the River Indus around 1500 B.C., as well as in the Achaememan inscriptions of the sixth to fifth century B.C. In both sources this area is described as a wealthy Achaemenian satrapy, which, not only was paying a high tribute, but also was supplying the Iranian army with armed corps. The Chinese pilgrims, who unanimously place the Gandhara area to the west of the River Indus, call it Kien-to-lo. It is namely the district surrounded by the Lagman region and the city of Djata-labad to the west, the Souat and Bouner hills to the north, the River Indus to the east and Kalabag hills to the south. These same boundaries were enclosing many famous sites of ancient Pakistan, some of which are renowned due to the deeds of Alexander the Great, while others are celebrated thanks to the writings of the Chinese pilgrims.
According to the famous ancient Greek traveller Pausanias, the ancient Greek theatre of Megalopolis was the biggest in the Greek territories. It had a diameter of 126 metres and a capacity of 21.000 persons and it probably accommodated the meeting of the Common of the Arcadians. The architectural parts of the theatre are built with whitish, sedimentary limestone, while the surrounding walls of the edifice to the east and west are made of stone. Agents such as water, atmospheric conditions and the microclimate have caused alterations in the building materials, changes in colour, composition, natural properties and so on. The conservation practices proposed are cleaning of depositions, salt removal from stone surface, treatment of the theatre’s foundations to make them waterproof and durable. In addition consolidation of building materials is proposed, as well as restoration of broken architectural parts, reconstruction of surrounding walls and compulsory use of suitable filters by the factories of Megalopolis.
The construction materials (wood, paper, textile, varnishes, pigments, synthetic membranes and foamy rubber) used for the exhibition and storage of the museum collections may function as factors of serious damage of the sensitive items. Lists of materials and the sort and extension of ero¬sion that may cause as well as the groups of the sensitive museum collections are presented in this article, while the proper construction materials that must be chosen and used are mentioned. Finally, solutions are given for the restoration and upgrading of the storage and exhibition systems of the museum objects, aiming at the partial or total elimination of the damage, which may be caused to these objects by unsuitable construction materials.
The documentation of the scientific data through visual representation is necessary in the modern scientific methodology. In the archaeognostic sciences in particular, such as archaeology, geoarchaeology, palaeoan-thropology, palaeontology etc, all the representational methods are applied. The most appropriate ways for representing and documenting the archaeological data are photography and videotaping. The latter is coming off rather simply, the photos, however, that can be taken are of a low analysis, therefore they do not have the dis-tinctiveness necessary for the presentation and publication of the data. Photography, on the contrary, offers all the technical qualities, prerequisites for presentation and publication and, although it is a more complex procedure that videotaping, it does not require any particular specialization. In any case, if the photos can be taken by a professional photographer, the quality of the result is usually much higher. In action, however, as regards in situ surveys, excavations and/or photographing of finds, the employment of such a specialist is difficult and is also considered a luxury due to the high cost and to the close cooperation with the archaeologist it entails, since only a few photographers know "the correct angle for photographing archaeological items". Therefore, the ordinary but efficient documentation of the excavationai data through photography, an indispensable means for archaeologists, is now much easier, if one uses the new digital technology of computers.
Kefalonia, the largest of the Ionian Islands, laying on the exit of the Patraikos Bay, has been already since antiquity an important naval station for the ships travelling to Sicily, South Italy and the adriatic coast. The natural forti¬fications of the island, created by the land morphology and the high relief of the ground, has successfully been exploited by the natives already since antiquity. The human presence on Kefalonia is dated from around 50,000 B.C.( while the first organized settlement is placed in the first half of the second millennium. According to Thucydides, the island was a Terra-polis (= had four cities) and was divided in four cities-states, namely Pale, Krane, Same and Pronnous. The strong rivalry and hostility governing their relations from the fifth century B.C. on, and especially during the fourth and third century, led to the construction of extensive fortresses, sections of which have survived until today. However, the powerful fortifications did not hold back the Romans, who managed to occupy Same in 187 B.C. and to use the island as a naval base for their war operations.
Ancient Phocis played a very important role in the history of ancient Greece, not only because of its vicinity to the famous sanctuary of Delphi, which it originally owned, but also because of its geographical position. In the begin¬ning of the sixth century B.C., after the first sacred war, Phocis lost the sanctuary of Delphi and was occupied by the Thessalians. Soon after their liberation in the end of the same century the Phocian cities allied in a confederation aiming at the recovery of the sanctuary of Delphi and at their independence. However, the efforts of the Phocians to regain the celebrated sanctuary caused two more sacred wars with unfortunate implications for them: they were submitted to Philippe of Macedonia, were excluded from the Deiphic amphictyony and were forced to pay each year a heavy indemnity for the precious offerings of the sanctuary they had plundered during the third war. The hostility between Phocians and Macedonians continued, and they had several fierce confrontations in the battlefield during the third and second century B.C. Until their final submission to the Romans, the Phocians managed to preserve somehow their independence by remaining united and by keeping their confederation quite powerful, whenever a political issue would arise.
In this article the ancient musical ratios, that is the musi¬cal fractions still alive in the musical tradition of Greece, the Balkans and Eastern Mediterranean, are related to the geographical data of ancient sites. Thus, the musical intervallic constants also form geographical con¬stants and represent the marginal relation between day and night during the summer solstice, which was determining the geographical latitude of each location. For example, for Babylon this relation was 3/2 (three parts day and two parts night during the solstice of June 21st), for Cyzicus 5/3 (15 hours day and 9 hours night), while for Alexandria it was 7/5 (14 hours day and 10 hours night). Furthermore, it is quite probable that already since the second millennium B.C. it was known the ratio of the perfect "fourth" 4/3, which represents the geographical latitude of the Egyptian Thebes. The ratio between day and night for Delphi, having a geographical latitude 38o 35', coincides with the har¬monic ratio of the golden mean, which justifies the name of the site "omphalos". In Delphi the duration of day on June 21st is 14 hours and 50' and that of night 9 hours and 10'. This ratio, which also represents the symbolism Apollo-Dionysus, is the golden ratio (1,61808...). An analogous interpretation can be applied to the meridian of important ancient sites, on the basis of the difference of sunrise and sunset in two locations. In this way the position of Delphi in the omphalos of Europe is warranted, since its location is in reality the golden mean of the solar distance between the Atlantic of the Hesperides and Atlas and the Caucasus of Prometheus.
The great number of Greek captives that Governor Capodistrias brought back from the labor markets of Egypt, in combination with the bad hygiene conditions prevailing in the first years after the liberation of Greece from the Turks, created a fertile environment for the contagion and spreading of trachoma. Thus, as a large segment of the population was threatened with blindness, an emergency situation was created for the foundation of a hospital, specialized in ophthalmologic diseases. Thus, a special committee was established in 1843 with main objective the erection of the hospital and, therefore, the necessary fund-raising. The plans of the building, which stands today on the junction of Panepistimiou Avenue with Sina Street, were commissioned to the Danish architect Christian Hansen: he produced two different series of drawings, one in Neoclassic style, the other, to be finally realized, according to the wishes of Ludwig of Bavaria, in Neobyzantine style. The official inauguration ceremony of the hospital took place on June 14th, 1854. The increasing need of space led to the addition of a storey to the Eye-Hospital in 1860 and to the erection of a new building at the back of the existing one in 1914. The hospital was functioning effectively for a few years, when in 1930 the then assistant Professor Charamis declared that the building would not be able to meet for long the constantly rising demand. This viewpoint was supported in the post-war years by professor Kosmetatos, who also proposed the selling of the edifice. However, the issue remained in suspense, and thus the small, elegant building of Panepistimiou Avenue stands even today in place. A new function, suitable to its dimensions and space layout, can preserve it for many years to come.
This paper discusses a general problem in Euripidean poetics starting from a feature of the Ion. In that play there is a curious juxtaposition of contrasting pairs that run through the very core of the play. Euripides has arranged the plot-construction in a series of doublets, which, I argue, express the very substance of the play itself, as is shown by the fact that, beyond these individual structural repetitions, the thematics of the play as a whole is characterized by doubling and repetition at every level. Also, more profoundly, this arrangement in doublets is a way of representing reality; the dramatist wants to signal the co-existence of different perspectives of vision, without supplying a clear-cut answer. In the Ion, Euripides is ultimately inquiring into the nature of the Athenian civic ideology and the value and limitations of the Athenian achievement. In the gradually deepening and ultimately overwhelming crisis of the Peloponnesian War, Euripides is asking how Athens became what it was and what it has to remember about itself, if it is to continue to survive. The arrangement in doublets is related to but is not identical with another feature of Euripidean drama, namely the assignment to his characters of speeches that seem to betray consciousness of contemporary rhetorical techniques, beyond what is to be expected of these legendary characters. This Euripidean practice of offering contrasting speeches on a single important issue has often been remarked upon by scholars who have connected it with the sophistic interest in rhetoric which is so conspicuous a feature of the Athenian culture in Euripides' day. For this sophistic context, the plurality of discourses is necessarily linked with the un-knowability of reality. For Euripides, on the other hand, I suggest matters are different. For the dramatist, truth is not unattainable, but can only be approximated via this very plurality of discourses. Here I explore some concepts of Mikhail Bakhtin's literary theory for indicating how Euripides is different both from his tragic colleagues and from his sophistic contemporaries. Euripidean truth is not contradictory or ambiguous; it requires two or more voices and his plays precisely "embody" this dialogical vision of truth.

Απεικόνιση της Αθηνάς στο ασημένιο τάσι του Μακρυγιάννη, Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο (αρ. 3730).
Δημοσιεύονται για πρώτη φορά τα δύο τάσια του Μακρυγιάννη που δώρισε στο Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο ο γιος του, στρατηγός Κίτσος Μακρυγιάννης. Το τάσι, που αναφέρεται συχνά στα κλέφτικα τραγούδια, εντάσσεται στην κατηγορία αντικειμένων που χρησιμοποιήθηκαν από αγωνιστές του ’21 και ανήκαν στο σύνολο (τακίμι) του οπλισμού τους. Τα τάσια του Μακρυγιάννη, που συνδιαλέγονται συναρπαστικά με τα γραπτά του, είναι κατασκευασμένα από Ηπειρώτη χρυσοχόο. Το «ασημένιο» τάσι με αριθμό αντικειμένου 3730 είναι από επίχρυσο ασήμι και σαβάτι και δουλεμένο με χυτή, χαρακτή και σαβατλίδικη τεχνική. Στον εσωτερικό ομφαλό απεικονίζεται δικέφαλος με στέμμα, σκήπτρο και σφαίρα. Ολόγυρα την εξωτερική επιφάνεια καλύπτουν τα εξής θέματα: α) Μπροστά από τα ανάκτορα, ο Όθων ορκίζεται πίστη στο Σύνταγμα. Απέναντί του, έφιππος άντρας (Καλλέργης;), β) Κρανοφόρος πολεμιστής με δόρυ και ασπίδα με γοργόνειο. Πίσω του αρχαίος ναός, μπροστά του δέντρο στη ρίζα του οποίου κάθεται ογκώδης ανθρώπινη κεφαλή, γ) Αθηνά κρανοφόρος στηρίζει το χέρι της σε ασπίδα με γοργόνειο και συνοδεύεται από κουκουβάγια. Συμμετρικά πλαισιώνεται από σημαίες και πολεμικά σύμβολα, δ) Αρχαιοπρεπής αντρική μορφή με φτερωτά πέδιλα και κηρύκειο (Ερμής;). Από το σώμα του ξεκινάει κέρας Αμαλθείας. Το τοπίο περιλαμβάνει ανθοφόρο αγγείο, οικοδόμημα και καράβια με ανοιχτά πανιά.
Η πρώτη παράσταση αναφέρεται σε ιστορικό γεγονός στο οποίο πρωταγωνίστησε και ο Μακρυγιάννης. Οι επόμενες τρεις σχετίζονται με την αρχαιολατρία του. Η μεγαλογράμματη επιγραφή στο τελείωμα ταυτίζει το τάσι και περιλαμβάνει λέξεις ή εκφράσεις που αντιστοιχίζονται με όμοιές τους στο γραπτό του έργο.
Το «ξύλινο» τάσι με αριθμό αντικειμένου 3732, φτιαγμένο από ξύλο, ασήμι, σαβάτι και δέρμα, είναι δουλεμένο με επιπεδόγλυφη, χαρακτή και σαβατλίδικη τεχνική. Στο εσωτερικό, που είναι ντυμένο με δέρμα, τον ομφαλό διακοσμεί σταυρός. Εξωτερικά στον ομφαλό ρόδακας χρησιμεύει ως το κέντρο λουλουδιού με αραιά πέταλα που υψώνονται ως τα μισά της κούπας. Κυματιστή γραμμή διαχωρίζει τις διακοσμητικές επιφάνειες: φτερωτό λιοντάρι, φτερωτός δράκος, πουλί, λεοντόμορφο θηρίο. Η μεγαλογράμματη επιγραφή που ταυτίζει το «τάσιον» και το χρονολογεί (1850) έχει λέξεις που απαντούν με αξιοθαύμαστη συχνότητα στα Οράματα και Θάματα.
Βραχοανάγλυφα ρωμαϊκών Φιλίππων.
Φίλιπποι – Κρυονέρι – Ζυγός – Π. Καβάλα – Ελαιοχώρι, Παγγαίο – Ελευθερούπολις και Φωλεά είναι οι περιοχές του νομού Καβάλας που εμφανίζουν πλήθος βραχογραφήματα. Η γραφή πάνω σε βράχους γίνεται με χρώμα ή με χάραξη. Μια δεύτερη διάκριση προκύπτει από τη θέση τους: άλλα βρίσκονται μέσα σε σπηλιές και εντοπίζονται δύσκολα, ενώ άλλα απαντούν στο ύπαιθρο σε μεγάλους βράχους από ασβεστόλιθο. Τέλος, ενώ μεγάλο μέρος του βραχογραφικού υλικού μπορεί να χρονολογηθεί, για ένα επίσης μεγάλο μέρος η απουσία αρχαιολογικών ευρημάτων καθιστά αδύνατη την ένταξή του σε κάποια πολιτισμική περίοδο.
Στην πρώτη ομάδα χωριών, εγχάρακτα σχήματα παριστάνουν ελάφια, αλεπούδες και άλλα ζώα, αλλά και έναν οπλισμένο ιππέα, πολεμιστή ή κυνηγό, που σύμφωνα με μια «μυστηριακή ερμηνεία» θα μπορούσε να είναι πρόγονος του Θράκα ιππέα. Στους Φιλίππους και στο Κρυονέρι εντοπίστηκαν δεκατέσσερα παλαιολιθικά εργαλεία που ταξινομούνται από την Πρώιμη Μέση Παλαιολιθική ως την Ύστερη Άνω Παλαιολιθική (500000–20000 π.Χ.). Στους μνημειώδεις βράχους των ρωμαϊκών Φιλίππων βρέθηκαν 180 βραχογραφήματα από τα τέλη του 2ου και τις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ., που απεικονίζουν κυρίως την Άρτεμη και πιθανότατα είναι αναθηματικά αφιερώματα. Στα βουνά του Συμβόλου, στο βάραθρο της Φωλεάς και στην τοποθεσία «Γραμμένη πέτρα», σε βράχους με κοιλότητες απεικονίζονται γεωμετρικά σχήματα, κυρίως κυκλικά, ενώ κάποια χαράγματα σχηματίζουν πλοία και βάρκες με πανιά και κουπιά. Τα ίδια θέματα διακρίνονται και στις βραχογραφίες στο Ασφέντου Κρήτης.
Τμήμα του έκτυπου από την Κνωσό με βραχίονα και κέρατο ταύρου (συμπληρωμένο από το σχεδιαστή του Evans).
Ο συγγραφέας παραμερίζει παρερμηνείες για να καταλήξει ότι, αντίθετα με την Αίγυπτο όπου οι αναπαραστάσεις πάλης είναι αναρίθμητες και της πυγμαχίας μηδενικές, στην Κρήτη η πάλη δεν τεκμηριώνεται από εικονογραφημένα αποδεικτικά στοιχεία. Οι μόνοι αθλητικοί αγώνες που έχουν τεκμηριωθεί για την Κρήτη είναι η ταυρομαχία (αιχμαλώτιση και ταυροκαθάψια), η πυγμαχία και η ακροβασία. Διακρίνονται οι καθαυτό ακροβάτες (κυβιστήρες) από τους άλτες ταύρων με τους οποίους συχνά συγχέονται κυρίως λόγω της εξομοίωσης μινωικών και αρχαίων ελληνικών αθλημάτων. Το 1901 ο Evans ανακαλύπτει στην Κνωσό τμήματα γύψινων αναγλύφων που αναπαριστούν τμήματα ανθρώπινων σωμάτων και τα χαρακτηρίζει «διασκορπισμένα μέλη». Το 1930 ο Evans επιλέγει ένα από τα «διασκορπισμένα μέλη» και το ονομάζει «τμήμα μιας ομάδας παλαιστών». Οι μετέπειτα συγγραφείς θα προσθέσουν στα μινωικά αθλήματα και την πάλη μετά την ταυρομαχία και την πυγμαχία. Το 1976, ο B. Kaiser διαφώνησε με την ερμηνεία του Evans υποστηρίζοντας πως στο ανάγλυφο απεικονίζεται ταυρομάχος να αρπάζει το κέρατο του ζώου που είναι κάτω από τη δεξιά του μασχάλη, άποψη που ασπάζεται και ο συγγραφέας.
Δαίμονες μεταφέρουν το ανάφορο σε τοιχογραφία των Μυκηνών (1250-1200 π.Χ.). Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Οι μυκηναϊκές τοιχογραφίες είναι νωπογραφίες της κατηγορίας fresco a secco. Τα χρώματα έχουν γαιώδη προέλευση και συχνά συγκρατούνται με οργανική κόλλα άγνωστης σύνθεσης. Το στίλβωμα με βότσαλο κάνει την τοιχογραφία να φαίνεται λεία. Όπως στην Κρήτη και στις Κυκλάδες, από τη μυκηναϊκή τεχνική της απεικόνισης λείπει η προοπτική. Οι μορφές είναι επίπεδες, οι άνδρες βάφονται κόκκινοι και οι γυναίκες λευκές, τα μάτια αποδίδονται μόνο κατ’ ενώπιον. Οι Μυκηναίοι υιοθέτησαν στις τοιχογραφίες τους τα μινωικά πρότυπα στη φάση της τυποποίησής τους, ενισχύοντας τη συμβατικότητά τους και αποτυπώνοντας τη δική τους προτίμηση στην αφαίρεση και το συμβολισμό. Ακόμη κι όταν η θεματογραφία είναι μινωική, η απόδοση είναι συγκριτικά στεγνή και άτεχνη. Η λατρεία της φύσης απουσιάζει, οι Μυκηναίοι στρέφονται προς τον άνθρωπο και τις ασχολίες του. Όπως σε όλες τις αιγαιακές τοιχογραφίες, και σε αντίθεση με την Αίγυπτο, πρόσωπα και γεγονότα είναι ανώνυμα. Ζωηρόχρωμες και συντηρητικές, οι μυκηναϊκές τοιχογραφίες αποπνέουν μεγάλη πείρα και παράδοση. Οι ζωγράφοι λιγότερο επινοούν και περισσότερο αντιγράφουν, γεγονός που εν μέρει ευθύνεται για την ομοιομορφία που χαρακτηρίζει τις τοιχογραφίες των διαφόρων μυκηναϊκών ανακτόρων. Η διαπίστωση αυτή υποστηρίζει την άποψη ότι υπήρχε συγκεκριμένο εικονογραφικό πρόγραμμα. Στους τοίχους του ανακτόρου, που είναι το σύμβολο της μυκηναϊκής εξουσίας, οι παραστάσεις δεν είναι μόνο διακοσμητικές αλλά αποτυπώνουν τις παραδόσεις και τις αξίες της κοινωνίας. Στη Θήβα, μία από τις παλαιότερες τοιχογραφίες της ηπειρωτικής Ελλάδας (1400 π.Χ.) εικονίζει πομπή κυριών, όπως και μια πολύ παρόμοια τοιχογραφία από την Τίρυνθα (τέλος 13ου αιώνα). Οι στολισμένες κυρίες φορούν το τυποποιημένο μινωικό κοστούμι και κάποιες κρατούν ως προσφορά ειδώλιο και ύφασμα, θυμίζοντας τα «θεοφόρεια», τελετή που αναφέρεται σε πινακίδες της Γραμμικής Β. Ανάλογες πομπές έχουν βρεθεί σε όλα τα μυκηναϊκά ανάκτορα. Θεϊκή υπόσταση έχει η «Μυκηναία» (1250 π.Χ.) που, καθιστή, υποδέχθηκε τα κοσμήματα που της πρόσφερε πομπή γυναικών. Στα θρησκευτικά θέματα ανήκει η παράσταση με τους δαίμονες στις Μυκήνες αλλά και οι οκτώσχημες ασπίδες, σύμβολα της ένοπλης θεάς που λάτρευαν οι Μυκηναίοι. Μεγάλη τοιχογραφία στην Τίρυνθα απεικονίζει κυνήγι κάπρου στο οποίο συμμετέχουν και δύο αριστοκράτισσες της αυλής. Το ανάκτορο της Πύλου (1300-1200 π.Χ.) σώζει μια σπουδαία σειρά τοιχογραφιών με διάφορα θέματα, σκηνή κυνηγιού, μάχης, συμποσίου, πομπή ανδρών, άγρια ζώα. Από τις μορφές ξεχωρίζει ο «Μουσικός» που παίζει στο συμπόσιο την αγαπητή στους Μυκηναίους λύρα.
Γεωργός με άκαινα.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει τα κυριότερα χαρακτηριστικά μετρικών συστημάτων που συνδέονται άμεσα με τον ελληνικό χώρο. Ελπίζει έτσι ότι δίνει το έναυσμα σε έρευνες που θα ξεκαθαρίσουν οριστικά τους τίτλους ιδιοκτησίας και θα εδραιώσουν ένα αξιόπιστο Ελληνικό Κτηματολόγιο. Τα μετρικά συστήματα, πριν από το δεκαδικό, διακρίνονται σε δύο κατηγορίες ανάλογα με το αν οι μονάδες επιφανείας, όγκου, βάρους κ.λπ. προκύπτουν από τη μονάδα μήκους ή όχι. Στην πρώτη περίπτωση ονομάζονται ομογενή ή κλειστά, στη δεύτερη ανομογενή, διττά ή ανοικτά. Τα αρχαιότερα συστήματα στη Μεσόγειο είναι το Βαβυλώνιο, το Ασσυριακό και το Αιγυπτιακό. Στον Όμηρο, η επιφάνεια μετριέται με την τετραγωνική άκαινα, με τον γύην και με την άρουρα, μονάδα που συνδέεται με τις μονάδες μήκους αλλά και με την εργασία του οργώματος.
Στην αρχαϊκή εποχή το μετρικό σύστημα στηρίζεται στο πλέθρο του Λυκούργου των 31,5 μ. Στην κλασική Ελλάδα, παρά τις τοπικές ποικιλίες, τα μετρικά συστήματα έχουν κοινή δομή και βάση το πόδι. Για μεγάλες αποστάσεις χρησιμοποιείται ο Δίαυλος και το Μίλιον. Για το μήκος, εκτός από τον πήχυ των 24 δακτύλων, υπήρχε και ο βασιλικός πήχυς των 27 δακτύλων. Την εποχή αυτή η μέτρηση των αγρών γίνεται κυρίως με το σχοινίον και την άκαινα και εκφράζεται σε πλέθρα. Το ρωμαϊκό μετρικό σύστημα στηρίζεται στον πόδα με τον οποίο μετριούνται τα κτίρια ενώ για τους αγρούς χρησιμοποιείται το actus. Για τις επιφάνειες χρησιμοποιούνται οι μονάδες jugerum (η έκταση που μπορεί να καλλιεργηθεί σε μια μέρα), heredium και centuria. Στο βυζαντινό σύστημα τα μέτρα της επιφάνειας στηρίζονται στις μονάδες μέτρησης όγκου με επικρατέστερη το Μόδιον. Την εποχή αυτή εμφανίζεται και το Ζευγάριον, που δηλώνει την επιφάνεια που οργώνεται από ένα ζευγάρι βόδια σε ένα χρόνο. Στην Τουρκοκρατία, στα μήκη ο πήχυς αντικαθιστά την οργυιά των Βυζαντινών και, στις επιφάνειες, το στρέμμα αντικαθιστά το μόδιον. Αντίστοιχη με το Ζευγάριον μονάδα είναι το Τσιφλίκι (τσιφ = ζευγάρι). Τα ενετικά μετρικά συστήματα στηρίζονταν στο πόδι (piede) και το βήμα (passo, pertica), είχαν την ίδια δομή χωρίς όμως να είναι και ομοιόμορφα αφού κάθε περιοχή της Ιταλίας είχε το δικό της.
Έδεσσα, συνοικία Βαρόσι. Σπίτια «εν σειρά» με εσωτερικά χαγιάτια στην οδό Μακεδονομάχων 20 και 22.
Ρόδος. Συμπύλη (Ροδίνι). Σκίτσο του L.A. Winstrup, Ακαδημία Τεχνών Κοπεγχάγης, αρ. 5933.
Με τη σκούδα «Λέων» του Όθωνα στη διάθεσή της, μια οικογένεια Δανών εγκατεστημένων στην Ελλάδα από το 1839 και δυο φίλοι τους, ένας αρχιτέκτονας, ο Βίνστρουπ, κι ένας φιλόλογος, ο Λίστοβ, επίσης Δανοί, ξεκίνησαν για μια περιοδεία στα νησιά του Αιγαίου και τη Μ. Ασία. Ο Asmus Lüth, παντρεμένος με την Christiane, ήταν εφημέριος στην Αυλή της Αμαλίας. Μαζί με το ζευγάρι και τα δύο παιδιά τους ήταν και η αδελφή της Christiane, Hanne Fisher, που το 1858 θα παντρευτεί τον Βίνστρουπ. Η Christiane κρατούσε σχολαστικά ημερολόγιο και ο Βίνστρουπ σχεδίαζε διαρκώς. Το ημερολόγιο βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη και τα σκίτσα στην Ακαδημία Τεχνών της Κοπεγχάγης. Στο άρθρο δημοσιεύονται αποσπάσματα από το ημερολόγιο και σκίτσα. Στο ημερολόγιο καταγράφονται οι επισκέψεις στην Αίγινα και το Σούνιο, τη Σίκινο, τη Θήρα, την Ανάφη, την Κω, τη Ρόδο, την Κνίδο και την Αλικαρνασσό, τη Σάμο και την Έφεσο.
Η αρχική μορφή της βίλλας Τρεβιζάν.
Κτισμένες στο ρυθμό της Αναγέννησης, οι 120 περίπου βίλες φεουδαρχών κρητικής και ενετικής καταγωγής εμφανίζονται στην κρητική ύπαιθρο τον τελευταίο αιώνα της ενετικής κυριαρχίας (1210-1669), περίοδο μεγάλης ακμής για το νησί. Στην περιοχή Κόκκινο Μετόχι της επαρχίας Κισσάμου του νομού Χανίων, η βίλα Τρεβιζάν συνδυάζει υψηλή αναγεννησιακή αρχιτεκτονική και προηγμένη τεχνική πέτρινων κτιρίων. Ομοιότητες παρουσιάζουν τρεις άλλες βίλες που έχουν και αυτές χαρακτηριστεί διατηρητέες από το ΥΠΠΟ, οι βίλες στα Ροδωπού, στις Καλάθενες και στα Νατζηπιανά. Η βενετσιάνικη αρχιτεκτονική της υπαίθρου έχει πλήρως αγνοηθεί από το ελληνικό κράτος. Εάν στις αρχές του 20ού αιώνα η πόλη της Βενετίας δεν είχε αναθέσει στον Giuseppe Gerolla να καταγράψει την ενετική αρχιτεκτονική στην Κρήτη, δεν θα διαθέταμε για αυτές τις βίλες καμιά πηγή πληροφοριών. Στο έργο του Monumenti Veneti nell’Isola di Creta (1905-1932), ο Gerolla περιέγραψε και τεκμηρίωσε με φωτογραφίες και σχέδια ό,τι διασωζόταν από την ενετική αρχιτεκτονική στο νησί.
Αναπαράσταση της Ιεριχούς. Εβραϊκή ξυλογραφία 1743.
Η ετυμολογία συνδέει το λαβύρινθο με το καρικό «λάβρυς» που δηλώνει τον διπλό πέλεκυ. Από τους αρχαιότερους λαβύρινθους θεωρείται ο αιγυπτιακός τάφος της 6ης Δυναστείας (2300 π.Χ.) στη λίμνη Μοιρίδα. Στην Ελλάδα λαβυρινθοειδές κτίσμα βρέθηκε μόνο στο κέντρο της θόλου της Επιδαύρου που κατασκεύασε ο Πολύκλειτος ο νεότερος στα 360-320 π.Χ. Ο μύθος της Αριάδνης εμφανίζεται σε διάφορες παραλλαγές στο χώρο της Μεσογείου και το σχήμα του λαβύρινθου εντοπίζεται από την Ευρώπη ως τον Καύκασο, από την Ινδία ως τους Ινδιάνους Hopi. Κατά τον Kerenyi, ο λαβύρινθος συμβολίζει την πρώτη επαφή με το ασυνείδητο. Συμβολίζοντας το «κέντρο» ο λαβύρινθος σχετίζεται με την ατομικότητα και τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου, ενώ συμβολίζοντας την κίνηση των ουράνιων σωμάτων σχετίζεται με τη γονιμότητα και τον κύκλο της ζωής. Σημείο αναφοράς σε διάφορα γονιμικά δρώμενα, ο λαβύρινθος εμπνέει το χορό της Αριάδνης (κρατήρας του François, 556 π.Χ.). Στην ύστερη αρχαιότητα απεικονίζει πόλεις–«κέντρα του κόσμου»: Ιεριχώ, Ρώμη, Ιερουσαλήμ. Στους καθεδρικούς ναούς του Μεσαίωνα, ο λαβύρινθος δεν συμβόλιζε μόνο «τη λυτρωτική πορεία προς το κέντρο» αλλά χρησίμευε και ως σημείο τέλεσης ιερατικών χορών προτού το Βατικανό τους απαγορεύσει στο τέλος του 16ου αιώνα. Ιδιαίτερη ανάπτυξη γνωρίζει, από την Αναγέννηση και μετά, η εφαρμογή του λαβύρινθου στην κηποτεχνία. Στην Αναγέννηση, το κέντρο του λαβύρινθου γίνεται το «δέντρο της γνώσης» και τα πρόσωπα του κρητικού μύθου συμβολίζουν την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της άγνοιας. Στη σύγχρονη εποχή ο λαβύρινθος αναβιώνει στις εικαστικές τέχνες από καλλιτέχνες, όπως ο Richard Logn, ο Terry Fox, ο Ugo Dossi, ο Dennis Oppenheim κ.ά.
Βέροια, παλιά εβραϊκά σπίτια στην Μπαρμπούτα. Σχέδιο του Perilla, 1932.
Σε σύγκριση με τις πόλεις της νότιας Ελλάδας, οι βορειοελλαδικές πόλεις είναι ξεχωριστές. Από τη γεωγραφική τους θέση βρέθηκαν ενταγμένες οργανικά στην οικονομία των Βαλκανίων και στο δίκτυο των μεγάλων εμπορικών δρόμων. Καθώς η οθωμανική κυριαρχία διήρκεσε εδώ σχεδόν έναν επιπλέον αιώνα, οι πόλεις διατήρησαν την παραδοσιακή τους διάρθρωση. Τα κέντρα αυτά έχουν συνεχή παρουσία στην ιστορική εξέλιξη της περιοχής και έντονη παράδοση αστικής ζωής. Η σύνθεσή τους είναι πολυεθνική: Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι αλλά και Βούλγαροι, Σέρβοι, Τσιγγάνοι. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ελληνικό στοιχείο μειοψηφεί. Οι εθνικο-θρησκευτικές ομάδες διατηρούν αυτόνομη κοινοτική οργάνωση κατά πόλη και γειτονιά. Η πόλη που καταλαμβάνει οριοθετημένες οχυρές θέσεις διακρίνεται με σαφήνεια από την ύπαιθρο. Αυτή η κλειστή «αμυντική» διάταξη χαρακτηρίζει και την εσωτερική διάρθρωση της πόλης. Οι οικοδομικές ενότητες–νησίδες είναι εσωστρεφείς, είναι οργανωμένες γύρω από την εκκλησία, το τζαμί ή τη συναγωγή, και ενσωματώνουν κάποια εργαστήρια, καταστήματα και αποθήκες. Εμπορικές, βιοτεχνικές και βιομηχανικές δραστηριότητες διεξάγονται σε ειδικές περιοχές. Η προέλευση των σπιτιών είναι κοινή, ο παραδοσιακός τύπος με δωμάτια εν σειρά, χαγιάτι, εσωτερική αυλή, έναν ή δύο ορόφους. Ατέρμονη ποικιλία εμφανίζει η σχέση των κτισμάτων με το δρόμο, η αναλογία κτισμένων και ανοιχτών χώρων, η ιεράρχηση χώρων δημόσιων, ημιδημόσιων και ιδιωτικών. Η ποιότητα αυτών των ιστορικών κέντρων απορρέει από τη συνολική αίσθηση ζωής που μεταφέρουν. Συστήματα «αυτορρυθμιζόμενα», οι πόλεις αποκτούν τη φυσική τους μορφή χωρίς κρατική παρέμβαση. Μόνο στο τέλος του 19ου αιώνα οι οθωμανικές προσπάθειες εκσυγχρονισμού και η ευρωπαϊκή διείσδυση εισάγουν το «ευγενές κτίριο» (bâtiment noble) με μορφές εκλεκτικιστικές ή δυτικές, πλήρως αντίθετες με την τοπική μορφολογία. Από το 1912, που τα σύνορα του ελληνικού κράτους επεκτείνονται, ως το 1940, οι κρατικές ρυθμίσεις σε διαφορετικά επίπεδα του οικιστικού πλέγματος εγκαθιδρύουν τη χρήση της πολεοδομίας ως εργαλείου εκσυγχρονισμού. Μια θεαματική εικονογράφηση προσφέρουν οι Σέρρες (1914-1920) και η Θεσσαλονίκη (1917) που τα ιστορικά τους κέντρα καταστράφηκαν βίαια από πυρκαγιά. Τα ρυμοτομικά σχέδια του Μεσοπολέμου άρχισαν να εφαρμόζονται στις δεκαετίες 1950-1970. Σε αυτή την περίοδο της ραγδαίας αστικοποίησης επικρατεί ο κατακερματισμός σε έργα μικρής κλίμακας που αναδεικνύει την «αντιπαροχή» σε σχεδόν αποκλειστικό μηχανισμό. Ωστόσο, οι «δυσλειτουργίες» της εκσυγχρονιστικής διαδικασίας και η συνέχεια ενός μακραίωνου πολεοδομικού συστήματος διέσωσαν ορισμένα στοιχεία του ιστορικού κέντρου των πόλεων.
Καθώς η βορειοελλαδική πόλη με τη δομή της θεωρήθηκε «τουρκόπολη», τα χαρακτηριστικά της αφέθηκαν να εξαλειφθούν. Η διάσωση μεμονωμένων κτισμάτων, αδιαφορώντας για το ευρύτερο περιβάλλον τους, ουσιαστικά καταστρέφει το ιστορικό πολεοδομικό σύνολο.
Ολυμπία. Προϊστορικό κτίριο δυτικά του Πελοπείου.
Την έκθεση των ανασκαφικών εργασιών του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου για το 1987 συμπληρώνει σημείωμα για την ιστορία του και τις εκδοτικές και άλλες δραστηριότητές του. Το Γ.Α.Ι. της Αθήνας, ένα από τα τμήματα του ομώνυμου οργανισμού που στεγάζεται στο Βερολίνο, ιδρύθηκε το 1874 και στεγάζεται στο σπίτι που έκτισαν για τον Σλήμαν οι αρχιτέκτονες Β. Ντέρπφελντ και Ερν. Τσίλλερ. Στην Ελλάδα το Ινστιτούτο διενεργεί τέσσερις ανασκαφές, στην Τίρυνθα, στον Κεραμεικό, στη Σάμο και στην Ολυμπία.
1. Στο Ηραίον της Σάμου ολοκληρώθηκε η έκθεση των ευρημάτων από ανασκαφές των προηγουμένων ετών που διηύθυνε ο H. Kyrieleis. Επίσης, υπό την επίβλεψη του H. Kienast έγινε καθαρισμός και μελέτη του μεγάλου βωμού και των δύο ναόσχημων κτιρίων νότια της Ιεράς Οδού.
2. Στον Κεραμεικό, υπό τη διεύθυνση της Ursula Knigge, οι ανασκαφές αφορούσαν πάλι τα ρωμαϊκά στρώματα και εργαστήρια στο χώρο του «κτιρίου Υ».
3. Στην Ολυμπία, υπό τη διεύθυνση του Helmut Kyrieleis, οι ανασκαφές με σκοπό τη στρωματογραφική έρευνα της προϊστορικής κυρίως εποχής έγιναν στην περιοχή του Πελοπίου και στην περιοχή βόρεια του Πρυτανείου.
Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός (1778-1849), πρώτος πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Το 1829, ένα χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Καποδίστριας διορίζει τον Ανδρέα Μουστοξύδη διευθυντή ενός ανύπαρκτου Εθνικού Μουσείου με σκόρπιες αρχαιότητες που φιλοξενούνταν στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας. Τον Μουστοξύδη θα αντικαταστήσει ο ζωγράφος Αθανάσιος Ιατρίδης. Το 1834 στην Αθήνα, ο Ιατρίδης γίνεται βοηθός του πρώτου Έλληνα έφορου αρχαιοτήτων, Κυριάκου Πιττάκη. Με νόμο του 1834, που εκπονήθηκε από Βαυαρούς βάσει της νομοθεσίας του Παπικού Κράτους για τα αρχαία της Ρώμης, γεννιέται η Αρχαιολογική Υπηρεσία. Προϊστάμενος διορίζεται ο Βαυαρός αρχιτέκτων Βάισενμπεργκ. Θα τον αντικαταστήσει ο Ρος με υφισταμένους τον Πιττάκη και τον Ιατρίδη. Το εμβληματικό μνημείο της Ακρόπολης περιέρχεται στη δικαιοδοσία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας τον Μάρτιο του 1835. Ο Πιττάκης συγκεντρώνει με έρανο τα χρήματα για την πρώτη ανασκαφή τον Απρίλιο του 1833. Τη διαμόρφωση του Ιερού Βράχου επηρέασε ο αρχιτέκτονας Leo von Klenze που υπέδειξε στο βασιλιά την κατεδάφιση μεσαιωνικών και τουρκικών κτισμάτων, την αναστήλωση του Παρθενώνα και την ίδρυση μουσείου πάνω στην Ακρόπολη. Ο Ρος, ο Eduard Schaubert και ο Hansen ανέλαβαν την αναστήλωση του ναού της Αθηνάς Νίκης. Το 1835 ο Ρος καθιερώνει τα πρώτα εισιτήρια εισόδου στην Ακρόπολη. Την ίδια χρονιά, εκδίδεται το τετράτομο έργο του William Martin Leake, Travels in Northern Greece. Το 1836, με την παραίτηση του Ρος από τη θέση του Γενικού Εφόρου, σβήνει η ευρωπαϊκή αυγή της ελληνικής αρχαιολογίας. Τον Ρος διαδέχεται ο Πιττάκης, «ο πρώτος Έλληνας αρχαιολόγος». Στις 6 Ιανουαρίου 1837 ιδρύεται η Αρχαιολογική Εταιρεία. Τον Οκτώβριο του 1837 κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος της Εφημερίδος Αρχαιολογικής. Στο πρώτο μουσείο της (1847), η Αρχαιολογική Εταιρεία τοποθετεί τα εκμαγεία των μαρμάρων του Παρθενώνα που ήρθαν από την Αγγλία έχοντας έτσι «αντί της αληθείας τουλάχιστον τας σκιάς». Ενώ από το 1845 αρχιτέκτονες της Σχολής της Ρώμης έρχονταν στην Αθήνα, αξιόλογα ελληνικά αρχαιολογικά σχέδια έφτιαξε πρώτος ο αρχιτέκτονας Παναγής Κάλκος με αφορμή συλλογική έκθεση για το Ερέχθειο (1853). Από τα μέσα του αιώνα αρχίζει η ίδρυση των ξένων αρχαιολογικών σχολών με πρώτη τη γαλλική.
Τον Πιττάκη διαδέχεται ο Παναγιώτης Ευστρατιάδης που, το 1866, προσλαμβάνει ως βοηθό τον Παναγιώτη Σταματάκη. Η αποκαλούμενη «ηρωική εποχή της ελληνικής αρχαιολογίας» λήγει με το θάνατο του Σταματάκη το 1885.
Με τον Κουμανούδη γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας (1859) αρχίζει η άνοιξη της ελληνικής αρχαιολογίας που συγκεντρώνει ανθρώπους νέους, σπουδαγμένους, γλωσσομαθείς, στραμμένους προς την Ευρώπη.
Το αρχαίο θέατρο της Λάρισας.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
The tassia (= cups) of Makrygiannis. eponymous objects of multiple value and importance, since they were personal utensils belonging to this famous fighter for modern Greece, are for the first time published with the sole ambition of becoming widely known as examples of a special historic, folk and artistic significance. The correlation between Makrygianni's texts and his cups produces interesting results, because it reveals the close connection of objects and written testimonies. The tassi (τάσσι, το: cup; Turkish, tas) or Kouna (Kouna, n. : Latin, cupa) or κίκαρη (on Mount Agrapha) a shallow, hemispherical, usually handless vessel with vertical or slanting sides, with or without an omphalus on its inner bottom and with a separate or embodied base, is one of the basic liquid -containing utensils ( of water, wine,or milk). The tassi, a functional vessel closely related with the everyday life of Greeks today, becomes a distinct object in the various aspects of folk life. In folk poetry and song frequent reference is made not only to the material it is made of (silver, glass, crystal, china), its provenance, use (wine-cup, water-cup) and colour; there is also an eloquent admiration for its overall appearance, richly and elaborately decorated as it usually was. The cup (tassi) -in the case of the Independence fighters of 1821- is part of a takimi ( set) along with the rest of the armor. It is very significant that similar or related decorative themes embellish both armor and cups, a connection which indicates that it was probable that such a commission was executed by the same artist in one and the same silversmith's workshop. Therefore, the relations in style and repertoire that associate such groups of objects are only natural. Frequent is the reference to cups in kleftiko folk songs, which present a rich source of information on the armor of fighters of 1821. In this category of songs the cup is considered as a valuable vessel used, mainly, for drinking wine or water from. The cups of Makrygiannis are included in the group of objects used by the fighters of 1821. They belong to the collections of the National and Historic Museum (nos. 3730 and 3732 respectively) and are "monuments" not only to Neohellenic traditional Art, but also to the History of Modern Hellenism. The general's cups were donated, along with other souvenirs of the fighter, to the National and Historic Museum by his son, general Kitsos Makrygiannis (1848-1948). Thus, the cups of Makrygiannis, like many other exhibits of this Museum, are utensils of multiple value and interest. Being eponymous they form, along with the rest of the objects belonging to the general, a group of special significance from the aesthetic-artistic as well as from the folk and historical point of view.
Lost, "disappearing" civilizations leave behind traces, which attract our curiosity. History teaches that the disappearing procedure takes place progressively because the number of humans and creations involved in it is considerably large. The probable reason which can cause a sudden "exodus" from a certain area may be a natural disaster, an invasion or an occupation. It is certain that such a factor contributed to the "disappearance" of the population settled in the periphery of Kavala. Who, in any case, were the native inhabitants of this district? We may never know the answer. There exists an abundance of indications in cave-shelters, the ploughs of contemporary farmers have brought to light tools and works of a past people mentioned by Herodotus and Thucydides and finally there is the illicit activity of antiquities smugglers. The Archaeological Service has not, unfortunately, been seriously engaged so far with these areas of Kavala that thus remain closed to science. However, the Speleological Team of Kavala belonging to the Greek Speleological Society, twenty five years ago began to locate, record, photograph and research all the carstic and relevant phenomena in the area around Kavala and the Mount Paggaion. This discreet and consistent work was recently rewarded with a most important discovery. The hard surface of the Kavaia rocks has preserved the testimory of a lost civilization. In the districts of Philippoi -Kryoneri - Zygos - Old Kavala - Elaeo-chori, Paggaion - Eleftheroupolis and Pholea in the Kavala county there exists a multitude of significant rock graffiti. In 1965 professor G. Bakalakis during the 5th Congress of Studies in Magna Grecia, that took place in Taranto, referred to "paintings", similar to those of Spain, which were discovered on rocks in the area "Matera" in Apoulia and expressed the wish that similar works be also found in Greece. Four years later the Paggaion graffiti were located. Their great importance does not lie in their number which incidentally is greater than anywhere else but in their evidently being the origin and starting point of graffiti in the rest of Greece and in Europe.
Boxing and wrestling are commonly regarded as Minonan athletic games. Scholars, however, often confuse these two competitions. Let us for instance examine the athletic representations of the Boxer rhyton from Agia Triada, in which twelve boxers are depicted, but no wrestler. Sir A. Evans uncovered (1901) in the eastern side of the Knossos palace several fragments of agonistic high-reliefs. In Palace III (1930) he described one of these as " part of a wrestler relief". However, B. Kaiser gave recently a new interpretation of this specific fragment.The represented athlete is a toreador grasping a bull's horn with his left hand. We agree with Kaiser's interpretation and supply new supporting arguments. Therefore, wrestling cannot anymore be considered undisputedly as an athletic Minoan game and further research is necessary.
The art of painting originated in Minoan Crete and spread from there to mainland Greece. Aegean wall paintings are akin to the so-called fresco, a secco technique. Some artistic conventions are characteristic. The drawing is two-dimensional, figures are without plastic volume with a frontal eye even if the face is shown in profile, absence of ground line, men are painted in red and women in white. The oldest Mycenaean paintings belong to the 14th century BC but most date back to the 13th century. Many subjects are Minoan- like processions, gatherings, bull-fights but some are typical of mainland art like the heraldic animals and the hunting and battle scenes. These subjects are common to all Mycenaean palaces where they are repeated with some monotony. Mycenaean paintings have bright colours and are powerful decorative compositions even though the figures are often static and rigid. But besides that of being decorative the paintings of the palaces may have another function to show the luxury of the royal court, the royal hunts and battles as well as important religious ceremonies. In fact, it is most probable that there existed a specific program in the decoration of a palace. From this point of view the paintings of the palace of Pylos are very enlightening as they constitute a homogeneous entity, safely dated. Through the wall paintings we can eventually understand some aspects of Mycenaean life, its conservatism and important hierarchical organisation. Even though some Mycenaean - and also Theran - frescoes show a strong narrative character no person or event can be historically identified.
The introduction and establishment of a unified metric system was an important step towards the organization of human society. By the term "metric system" we mean a series of units for measuring length, surface, volume, capacity, weight and currency efficient in serving the demands of all activities of a society. The metric system has facilitated the various transactions, programming and organization and is a fundamental priority for any scientific development. This article is not the product of systematic research into the characteristics and qualities of different metric systems. It has at its aim to explain certain problematics related to research on land registry measurements. Therefore, it only refers to metric details related to the measurement of such surfaces. The study has been articulated in two parts. The first deals with some general concepts of the metric system in itself and classifies the surface metric units according to their base. The second part presents a concise description and brief commentary on the main systems known to us, which are related to or have influenced the metric system used on Greek territory.
A brief historic review of the town of Edessa is made in this article. Furthermore the architecture of the wall surrounding the city, which was built successively on two levels the plain and the acropolis, is examined. In 1389 the town of Edessa was conquered by the Turks, who turned its walls into ruins. The town at that time was divided into twelve quarters of which only three were Christian. Varos, the most important of all on the SE side of the Byzantine acropolis, Hosnisin and Mahal. A thorough description of the architectural elements of the Varosi houses follows in the article that tells of the architecture employed there in relation to the inhabitants' occupation ( breeding silk worms). The article concludes with the significant remark that Varosi is a unique entity, which has been preserved intact in the present urban landscape of Edessa and is one of the few relevant examples in Northern Greece.
On July 16, 1850 a group of Danish travellers living in Athens, left the dusty, hot, summer city for a tour of the Greek and Turkish, at that time, Aegean islands and of the coast of Asia Minor . For their purpose they had borrowed King Otto's small schooner «Λέων». The journey was planned to last five to six weeks and although the demand for this specific ship was high, they managed to sign a contract with its captain Rividis. They departed from Pireus harbour. Members of the group were Asmus Heinrich Liith (1806-1859), vicar to queen Amalia's court, his wife Christiane F. Fisher (1817-1900) and her sister Hanne Fisher (1819-1910). Both sisters came from Fredensborg, Denmark. The two children of the couple. Damans and Nicolaos, born in Athens in 1839 and 1841, respectively, also went on the trip. The family had lived in Athens, since 1839. Living over ten years in the country, they had learned the language, had a good knowledge of Greek culture and had already toured mainland Greece. Members of the group were also a Danish architect, Laurits Albert Winstrup (1815-1889), studying in Athens and a Danish philologist. Christian Listov (1821-1893), who had arrived in Greece six months ago. The tour started from Aegina island and continued with various stops over Cape Sounion and the islands Melos, Sikinos, Thera, Anaphi and also Kos and Rhodes, at that time under Turkish rule. After a short sojourn on Rhodes they carried on to visit Knidos, Alikarnassus. Didyma. Ephesus and Samos island. The group split up in Koussandasi, because Lutti shot himself by mistake in the arm. Winstrup and Listov continued to Chios and from there they took a steam boat to Smyrna and Constantinople, where they spent eighteen days and returned to Athens in early September.
The Venetian Villa Trevisan of the late 16th c. is located in the area of Kokkino Metochi, in the Southern Province of Chania, Crete, and is one of the 120, approximately, feudal residences of Venetian and Cretan nobility that were scattered round the Cretan countryside. These villas made their appearance in the last century of Venetian rule (1210-1669) and manifest a very important period in the long history of the island. The villa Trevisan represents one of the best examples of countryside feudal residences, since it combines Renaissance architecture and advanced construction methodology for stone buildings. The subject of the villa Trevisan is seen through the historical background of the Venetian period in Crete and the political, social and economic factors that made possible the appearance of these countryside residences are analysed. The Venetian works in architecture and city-planning are mentioned in brief, while three other Venetian villas in the vicinity are presented, that bear certain similarities to the villa Trevisan.The villa at Rodopou, the villa Clussia at Natzipiana and the villa Retonda at Kalathenes. The villa Trevisan itself is analysed and examined historically, architecturally and structurally. Futhermore, the different historic periods of the building are distinguished and the causes of the decay that have affected the static equilibrium and the appearance of the building are exposed. There are proposals for future uses to which the villa Trevisan could be put to, the architectural and structural restorations of the villa as well as for the treatment of stone. The study of the villa Trevisan has been further documented with architectural drawings, depicting the existing situation, the additions and alternations of later periods and the proposed restoration. The subject of the villa Trevisan was studied as a thesis by the article's author and was submitted to the University of York for the degree of Master of Arts in Conservation, in August 1987.
In the archaic period the appellation "labyrinth" was given to any monumental, stone building with a complex plan. The term originally refers to the mythical edifice built by Daedalus in Knossos to house the Minotaurus by command of King Minos. The etymological origin of the word is related to the Carian root "λάβρυς", meaning a double axe and was established in the area of Eastern Mediterranean long before the descent of the Greek tribes. Among the oldest examples of a labyrinthine building in the Mediterranean countries is the Egyptian tomb of the sixth dynasty, 2300 BC, close to Lake Moerida, that has been described both by Herodotus and Strabo, while funerary monuments in the form of a labyrinth must have been erected by the Etruscans as is also mentioned by Pliny. The first linear representation of a labyrinth in Greece dates from 1300 BC and shows the plan of a religious building dedicated to Ariadne, while other prehistoric, labyrinthoid, incised representations in caves have been located in England (1800-1400 BC), Syria (1200 BC),the Caucasus (2000 BC) and in Spain (1000 BC). The only labyrinthoid edifice found in Greece is the underground construction of the Epidaurian Tholos built between 360 and 320 BC by Polycleitos the Younger in the vicinity of the Asclepeion. In many districts of central India and Caucasus, as well as among the Indians of New Mexico, the plan of the labyrinth is related to beliefs referring to the stars' motion, to fertility and to the overall image of the world. The wide spreading of labyrinths to many geographically remote civilizations has been an issue of great interest to ethnologists, folk scientists and archaeologists for many years now. Modern scholars, such as Yung and Kerenyi, argue that the universality of the labyrinth is due to the fact that its plan is one of the most important archetypal representations that expresses experiences and questions of a metaphysical nature belonging to primeval man. The entire spectrum of symbolisms, referring mainly to fertility and renovation of nature started very early in the cultural evolution of man to be experienced through a variety of acts, all of which held the plan of the labyrinth asa constant point of reference. These acts interlaced with certain mythical facts were repeated as symbolic performances in every anniversary which had special meaning to the social group. One of the few representations of a similar performance, from the sphere of Cretan mythology, very popular throughout the Mediterranean countries, was Ariadne's dance, which is depicted on the so-called Francois crater, dating back to 565 BC. The impact of the symbolic content of the labyrinth can be detected in Jewish and Christian spirituality. It is also found in the religious architecture of the Middle-Ages, where the labyrinth, adjusted to the Church dogma, was used to symbolize the painful and hard course of man on earth. Another application of the labyrinth, established by the end of the eleventh century and especially adopted during the Renaissance and modern period, was in the art of gardening. The mythical framework of the Cretan labyrinth - Theseus, Ariadne, Daedalus, icarus - also functions as an allegory of the liberation of man from the bonds of ignorance. Progressively, from the Late Renaissance onward the symbolic content of the labyrinth starts degenerating. In our time the labyrinth, both as plan and symbolism, is revived in the field of fine art along with many other archetypal symbols. Many artists such as Richard Long, Terry Fox, Ugo Dossi, Dennis Oppenheim and others express an artistic concern with the labyrinth by adjusting its wide symbolism to the present time.
Within the borders of the modern Greek state, the towns of Northern Greece present a series of peculiarities which are made especially obvious by their historic centres. These peculiarities affected the later architectural formation of the towns and their town-planning. A specific approach towards their architectural heritage therefore becomes necessary based on the understanding and interpretation of their history. The geographic position of these towns in the Balkans and their delayed, for almost a century, detachment from the Ottoman empire (compared to the towns of Southern Greece) are considered as the basic reasons for their peculiar development and their common characteristics. These common traits are researched and evaluated in this article, furthermore, what is also examined is the impact these traits had on efforts for modernization and reformation made by the Ottoman empire in the late nineteenth century and by the Greek state in the interval between the two Wars. After 1923 the towns of Northern Greece are not any more exclusively subjected to the town-planning experimentations of the Greek state, but they are controlled by a common town-planning legislation. The great needs created by refugee settlements in urban and rural areas, the interior emigration and the reorganization of the national housing network, led to a general, superficial and flat handling of these towns. However, the simple lay out of streets in any expansion plan and the typified rationalism of the traditional town-planning elements, as they were drawn in the 1930s, must not be held responsible for the present situation. This was caused in the 1960s, when the well known procedure of building production was established and has prevailed ever since.
In this article an account is made of the digs carried out by the German Archaeological Institute, a description is also given of the history of the Institute as well as its publications and various activities. The G.A.I is a branch of the main Institute based in Berlin. It was founded in 1874 and in Athens its centre of operations is the house built for Heinrich Schliemann by the architects B. Dorppfeld and Ern. Ziller. Four digs by the German Archaeological Institute are in progress in Greece, at Tirynth, in Kerameikos, on the island of Samos and in ancient Olympia. 1.There has been an exposition of finds from the digs carried out under H. Kyrieleis at the Heraion, the temple of Hera in Samos. H. Kienast has supervised the cleaning and study of the great altar and two temple-shaped buildings south of the Iera Odos (Sacred Way). 2.At Kerameikos the excavations have been supervised by Ursula Kniegge and concentrate mainly on the Roman strata and workshops in the area of “Building Y”. 3.In Olympia, under Helmut Kyrieleis, excavations have mainly taken place around the Pelopion and in the area lying north of the Prytaneion.
The ancient monuments of Greece have served as an excellent source for the expression of its ideology to the modern Greek state. This concept, as well as the Greeks' belief that the antique monuments were a venerated heritage, led to the foundation of an archaeological service and a national museum on Aegina island, soon after the establishment of the Greek state. This first archaeological service, originally staffed with Independence fighters and philhellene scientists succeeded in overcoming post war chaos and with the help of the Archaeological Society it reached its goal. That of rescuing and restoring the antiquities and of organizing a most efficient service, which, in spite of political and financial obstacles, laid the foundations for contemporary Greek archaeology.

Άγαλμα του θωρακοφόρου Αυγούστου, από τη βίλα της Λιβίας κοντά στην Prima Porta, έξω από τη Ρώμη. Μαρμάρινο αντίγραφο του χάλκινου πρωτοτύπου, μετά το 20 π.Χ.
Η έλευση του Αυγούστου, πρώτου αυτοκράτορα της Ρώμης, σήμανε πράγματι την αρχή μιας σημαντικής μεταβατικής περιόδου στην ιστορία, και ταυτόχρονα μιας νέας εποχής στο χρόνο. Η διακυβέρνησή του από το 27 π.Χ. ώς το 14 μ.Χ., που ονομάστηκε Χρυσή Εποχή (Aurea Aetas), ακολούθησε την κατάρρευση της Δημοκρατίας που συντελέστηκε σε διάστημα λίγων γενεών. Μετά την ήττα του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας στο Άκτιο το 31 π.Χ., ο Οκταβιανός στα 32 του έμεινε μόνος κυρίαρχος στη Ρώμη. Από τις πρώτες του ενέργειες ήταν η θεοποίηση του θετού του πατέρα Ιούλιου Καίσαρα. Ο Αύγουστος παρουσιάζεται ως υπέρτατος άρχοντας από θεϊκό δικαίωμα και ταυτόχρονα αποκαλεί τον εαυτό του «primum inter pares». Το ιδανικό του ήταν να ενώσει όλους τους Ρωμαίους, ευγενείς και πληβείους, πολίτες, συμμάχους και υπηκόους, στην κοινή επιδίωξη ενός οράματος: της οικουμενικής ειρήνης και ευημερίας υπό την ευμενή ηγεσία της Ρώμης.
Μετά από έναν αιώνα αιματηρού εμφυλίου πολέμου, η ελκυστικότητα του οράματος αυτού ήταν ολοφάνερη. Ο Αύγουστος γρήγορα κέρδισε την ενθουσιώδη υποστήριξη πολλών συγγραφέων και εικαστικών. Μαζί δημιούργησαν τη γλώσσα –λογοτεχνική, αρχιτεκτονική και εικαστική- της αυτοκρατορίας, μεταφράζοντας τα ιδανικά του σε ευρύτατα αποδεκτά και κατανοητά μνημεία τέχνης και λογοτεχνίας.
Η άποψη ότι η Ρώμη περιορίστηκε στη στείρα αντιγραφή ελληνικών προτύπων είναι λανθασμένη. Αντίθετα, αξιοποίησε περαιτέρω την ελληνική τέχνη προκαλώντας την ενσωμάτωσή της στον ευρύτερο κόσμο του συνόλου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο οβελίσκος που ο Αύγουστος μετέφερε από την Αίγυπτο στη Ρώμη και τον ανήγειρε στο πεδίο του Άρεως, όπου χρησίμευε ως δείκτης ενός τεράστιου ηλιακού ωρολογίου. Το μνημείο είναι μεστό συμβολισμού: α) αναφέρεται στην κυριαρχία της Ρώμης επί της Αιγύπτου, β) ως αιγυπτιακό σύμβολο του ήλιου αναφέρεται στον ρωμαϊκό θεό-ήλιο Sol, που ο Αύγουστος ταύτιζε με τον Απόλλωνα. Ο Αύγουστος αναγνώριζε ακόμα το γεγονός ότι οι περίπλοκοι υπολογισμοί και οι μετρήσεις που εξασφάλιζαν την ακρίβεια του ηλιακού ωρολογίου είχαν ως βάση τα επιτεύγματα της ελληνικής επιστήμης. Το ίδιο το μέγεθός του θύμιζε στο θεατή ότι δεν είναι απλό ρολόι αλλά ένα ακόμη μνημείο εις ανάμνηση κάποιας από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις και επιτεύξεις της Αυγούστειας επανάστασης, την εισαγωγή δηλαδή ενός νέου συστήματος υπολογισμού του χρόνου, του ιουλιανού ημερολογίου. Το ημερολόγιο πήρε το όνομά του από τον Ιούλιο Καίσαρα, ενώ οι μήνες Ιούλιος και Αύγουστος από τους δυο μεταρρυθμιστές. Φαίνεται ότι ο ένας από τους δύο εισήγαγε την εβδομάδα των επτά ημερών, σύστημα που συνδεόταν με τον Απόλλωνα και τη λατρεία του.
Βαβυλωνιακή πινακίδα με τον θεό Ήλιο Σαμάς που κρατά δίσκο και κανόνα, σύμβολα του Ήλιου και της τροχιάς του. Περ. 870 π.Χ.. Βρετανικό Μουσείο.
Τα ημερολόγια που χρησιμοποιούνταν στην αρχαία Αθήνα και σε άλλες αρχαίες ελληνικές πόλεις διέφεραν πολύ από το σύγχρονο ημερολόγιο. Τα έτη δεν χαρακτηρίζονταν με αριθμούς μετρούμενους από μια μακρινή εποχή, αλλά με το όνομα ή τα ονόματα των ανδρών που κατείχαν το αξίωμα κάθε χρόνο. Όπως το αρχαίο βαβυλωνιακό ημερολόγιο και το αρχαίο και σύγχρονο κινεζικό, το αρχαίο ελληνικό ημερολόγιο ήταν σεληνο-ηλιακό με μήνες που υποτίθεται ότι παρακολουθούσαν τις φάσεις της σελήνης και έναν εμβόλιμο μήνα που προστίθετο 7 φορές σε διάστημα 19 ετών για να εμποδίσει τους μήνες του ημερολογίου να ολισθήσουν από τη σωστή τους θέση στις εποχές. Κάθε ελληνική πόλη είχε δικές της ονομασίες για τους μήνες, πράγμα που δυσκόλευε πολύ τον καθορισμό μιας ημερομηνίας με τρόπο που να είναι σαφής για τους κατοίκους δύο ή περισσοτέρων πόλεων. Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι τα αρχαία ελληνικά ημερολόγια ήταν «ελαστικά»: κατ’ αντιδιαστολή προς το άκαμπτο ημερολόγιο που κληρονομήσαμε από τους Ρωμαίους, οι πολίτες μιας αρχαίας ελληνικής πόλης μπορούσαν να αποφασίσουν να καθυστερήσουν την πρόοδο του πολιτικού ημερολογίου τους με την προσθήκη εμβόλιμων ημερών, εάν οι προετοιμασίες τους για μια γιορτή καθυστερούσαν. Λίγο μετά τη λήξη της γιορτής, και οπωσδήποτε πριν από το τέλος τους έτους, θα καταργούνταν ημέρες ώστε το έτος του άρχοντα να περιλάβει τον σωστό αριθμό ημερών και να λήξει στον ορθό χρόνο.
Το άρθρο «εικονογραφούν» περί τα τριάντα αρχαία παραθέματα.
Ο φτερωτός Αιών μεταφέρει τον Αντωνίνο Πίο και τη γυναίκα του στον ουρανό. Κάτω αριστερά, ο θεοποιημένος Campus Martius κρατάει τον οβελίσκο του Αυγούστου.
Σε όλες τις κρίσεις που τη συγκλόνισαν στη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της η αρχαία Ρώμη βίωνε την αγωνία του επικείμενου τέλους της. Ο υπολογισμός του αναμενόμενου χρόνου ζωής της στηριζόταν στην αρχή του Μεγάλου Ενιαυτού, δηλαδή ενός πολυετούς χρονικού (κοσμικού ή αστρολογικού) κύκλου. Ποιές είναι οι φιλοσοφικές και κοσμοθεωρητικές ρίζες αυτής της πίστης και με ποιούς τρόπους οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να «θεραπεύσουν» τη φοβία του «τέλους εποχής»;
Η επίδραση της στωικής φιλοσοφίας στη ρωμαϊκή σκέψη υπήρξε καταλυτική. Οι στωικοί πίστευαν ότι ο κόσμος, ως δομημένο, συγκροτημένο σύνολο, υπόκειται σε έναν περιοδικό ρυθμό καταστροφής, μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται «εκπύρωσις», και στη συνέχεια «παλιγγενεσίας» με τελικό αποτέλεσμα την «αποκατάστασιν». Αυτά τα σενάρια περί τέλους του κόσμου στηρίζονται στις κοσμολογικές ιδέες των Ελλήνων φιλοσόφων, όπως ο Ηράκλειτος, ο Πλάτων και οι Στωικοί που, με τη σειρά τους, επηρεάστηκαν από τις θρησκευτικές και αστρολογικές απόψεις των αρχαίων Αιγυπτίων, των Βαβυλωνίων, των Περσών και των Ινδών. Προσπαθώντας να ξεπεράσουν αυτό τους το άγχος, οι Ρωμαίοι επινόησαν ποικίλες στρατηγικές, ακολουθώντας δυο διαφορετικά νοερά σχήματα, που και τα δύο βρίσκονται στα ποιήματα του Βιργίλιου: α) η εσχατολογική πρόταση συνίσταται στην έλευση ενός παιδιού που η γέννησή του θα σημάδευε τη δεύτερη έλευση του χρυσού αιώνα, β) η πολιτική πρόταση περιλαμβάνει την επανίδρυση της Ρώμης, όταν ο Αύγουστος θα έχει θριαμβεύσει επί του Μάρκου Αντωνίου. Όταν η δεύτερη επιλογή ξεκάθαρα επικράτησε, η Ρώμη ανακηρύχτηκε Αιωνία Πόλη, Urbs Aeterna: η παγκόσμια κυριαρχία της θεωρείται τώρα απεριόριστη.
Η δεύτερη μέρα της δημιουργίας. Μινιατούρα από λειτουργικό βιβλίο του 14ου αιώνα (Βόρεια Ιταλία).
Οι χριστιανοί της πρώτης και της δεύτερης γενιάς είχαν στραμμένη τη σκέψη τους στο μέλλον. Αγωνιούσαν να μάθουν πότε θα έρθει η συντέλεια του κόσμου. Κανείς όμως από τους επιφανείς δασκάλους της Καινής Διαθήκης δεν είχε θελήσει να δεσμευτεί γι’ αυτό. Στις αμέσως επόμενες γενιές εμφανίστηκαν διάφοροι προφήτες, οι «μοντανιστές», που ισχυρίζονταν ότι μπορούσαν να προβλέψουν τον ακριβή χρόνο αλλά και τον τόπο της Δευτέρας Παρουσίας.
Χωρίς να χάσουν τελείως το ενδιαφέρον τους για το μέλλον, οι χριστιανοί άρχισαν σταδιακά να στρέφουν το βλέμμα τους στο παρελθόν. Ο πρώτος λόγος που έκανε ορισμένους δασκάλους του χριστιανισμού να ασχοληθούν με την ιστορία ήταν απολογητικός. Μια από τις σοβαρότερες κατηγορίες που βάραινε τους χριστιανούς του 2ου αιώνα ήταν ο νεοτερισμός τους. Εκείνοι απαντούσαν διεκδικώντας την ιουδαϊκή θρησκευτική παράδοση που πήγαινε πίσω ως τον Μωυσή και ακόμη μακρύτερα, ως τους πατριάρχες και τον Αδάμ. Επιπλέον, επιχειρηματολογούσαν υπέρ της προτεραιότητας της ιουδαϊκής σοφίας έναντι της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, ο Μωυσής ήταν παλαιότερος από τον Όμηρο.
Κάποιοι χριστιανοί άρχισαν να στρέφουν την προσοχή τους στο παρελθόν και για πολιτικούς λόγους. Πίστεψαν ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στα χρόνια του Αυγούστου από θεϊκή πρόνοια. Θεώρησαν ότι η εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας και η εξάπλωση του Χριστιανισμού ήταν δυο εξελίξεις προορισμένες να συνεργήσουν για το καλό της ανθρωπότητας. Άρχισαν να φαντάζονται μια εκχριστιανισμένη οικουμενική αυτοκρατορία με έναν αυτοκράτορα και ένα Θεό.
Ο τρίτος λόγος που έκανε τους χριστιανούς να στραφούν στο παρελθόν ήταν ιστοριογραφικός. Ο συσχετισμός του Μωυσή με τον Όμηρο και του Ιησού με τον Αύγουστο δημιούργησε ιστοριογραφικά προβλήματα που οδήγησαν τους χριστιανούς στην αναζήτηση πληροφοριών σε όποιες πηγές ήταν πρόσφορες: στα γραπτά των Ιουδαίων, των Ελλήνων, των Ρωμαίων αλλά και στα χρονικά ανατολικών πολιτισμών. Στη διάρκεια αυτής της αναζήτησης, συνειδητοποίησαν ότι μεγάλο εμπόδιο στεκόταν η έλλειψη ενός κοινού χρονολογικού συστήματος. Έτσι, αντικαθιστώντας διάφορα εθνικά ή τοπικά συστήματα, συνέλαβαν την ιδέα να τοποθετήσουν στην αρχή όλων των ιστορικών γεγονότων τη δημιουργία του κόσμου. Τον 6ο αιώνα η ιδέα αντικαταστάθηκε από μιαν άλλη, που τοποθέτησε τον Ιησού στο κέντρο της ιστορίας και καθιέρωσε τις προ Χριστού και μετά Χριστόν χρονολογίες. Η ιστορική συνείδηση της πρώιμης χριστιανοσύνης χτίστηκε πάνω σε μια πίστη, που γεφύρωσε το ενδιαφέρον τους για το παρελθόν με τις προσδοκίες τους για τη συντέλεια του κόσμου.
Χρυσό σφραγιστικό δαχτυλίδι από τις Μυκήνες: ο ηλιακός δίσκος και η ημισέληνος υποβάλλουν την έννοια δήλωσης ημερολογιακού χρόνου.
Παρά την αποσπασματικότητά τους, τα αρχεία Κνωσού και Πύλου πιστοποιούν ρητά την ημερολογιακή ρυθμολόγηση του μυκηναϊκού έτους, τον μερισμό του σε μήνες, με τα ονόματά τους αναγραφόμενα κάθε φορά σε πτώση γενική στην κορυφή των καταστίχων ως επικεφαλίδες, σύμφωνα με την αρχειακή δεοντολογία, και συνοδευόμενα κατά κανόνα στην περίπτωση της Κνωσού με το προσδιοριστικό me-no (μηνός).
Ο θρησκευτικός χαρακτήρας και οι λατρευτικές συνδηλώσεις των μηνολογίων Κνωσού και Πύλου είναι το δεύτερο εμφανές στοιχείο σύγκλισής τους με τα ημερολόγια της ιστορικής εποχής. Μέσα από τον ίδιο ονοματοθετικό μηχανισμό, κάποιοι μήνες ονοματίζονται από θεότητες, σημαίνοντα ιερά ή γιορτές που, όλα μαζί, στην ημερολογιακή τους συνάρτηση, συνέτειναν στην ιερή σηματοδότηση του έτους, εμφαίνοντας συνάμα τους κύριους σταθμούς του θρησκευτικού εορτολογίου, σημαντικές πτυχές του οποίου διασώζει η επίσημη αφηγηματική τέχνη της εποχής, προπάντων δε οι ανακτορικές τοιχογραφίες και τα χρυσά σφραγιστικά δαχτυλίδια.
Την ισχυρότερη, ωστόσο, ένδειξη για τη μυκηναϊκή καταγωγή του ελληνικού ημερολογίου μας δίνει η επιβίωση του ονόματος δύο ή ίσως τριών κνωσιακών μηνών στα ημερολόγια της ιστορικής εποχής: τον Λάπατο τον ξαναβρίσκουμε, πολλούς αιώνες αργότερα, ως μήνα αρκαδικό, σε μια επιγραφή του Ορχομενού, ενώ ο ΔίFιος εμφανίζεται σε περισσότερα τοπικά ημερολόγια, όπως της Μακεδονίας, της Αιτωλίας, της Λέσβου κ.ά. Ο Κλάριος, αν ευσταθεί αυτή η μεταγραφή του, θα έβρισκε το πάρισό του στον μήνα Κλαριών της Εφέσου.
Δύσκολα θα αμφισβητούσε κανείς τη χρήση ημερολογίου στη μινωική Κρήτη από την αυγή της 2ης χιλιετίας, όταν δηλαδή τα πρώτα ανάκτορα επιδιώκουν να επεμβαίνουν ρυθμιστικά και να ελέγχουν τις πιο ποικίλες εκφάνσεις του κοινωνικού, οικονομικού και θρησκευτικού βίου. Με τη σειρά τους οι Μυκηναίοι, όταν πλέον περνούν βαθμιαία στο ανακτορικό στάδιο του έκδηλου συγκεντρωτισμού, θα αναζητήσουν ημερολογιακό πρότυπο στη γειτονική, ακμάζουσα Κρήτη.
Για το μινωικό ημερολόγιο δεν γνωρίζουμε, στην ουσία, τίποτα άμεσο και ρητό. Η εικονογραφία της εποχής, ωστόσο, μαζί με τη γενετικά συναφή των Μυκηναίων, μας δίνει μερικές πολύτιμες ενδείξεις για τη ρυθμιστική σημασία ήλιου και σελήνης στο τελετουργικό, τουλάχιστον, ημερολόγιο. Ένας τέτοιος συνδυασμός των δύο αυτών ουρανίων σωμάτων υποδηλώνει ίσως σεληνο-ηλιακό ημερολόγιο, για τη θέσπιση του οποίου συνηγορεί η μαρτυρία της Οδύσσειας (τ 178-179). Ένα τέτοιο ημερολόγιο απαιτούσε βέβαια μακροχρόνιες και συνεχείς παρατηρήσεις των φάσεων της σελήνης όσο και του ήλιου. Το πλούσιο ανάγλυφο της κρητικής γης πρόσφερε ως ιδεώδη παρατηρητήρια τα επιβλητικά βουνά της με τα πολυάριθμα Ιερά Κορυφής. Κρίνοντας από την αιτιώδη συνάφεια του τρίπτυχου «αστρονομία – θρησκεία – ημερολόγιο» και συνυπολογίζοντας τον έκδηλα θρησκειοκρατικό χαρακτήρα του μινωικού κόσμου, βάσιμα υποθέτουμε ότι οι μήνες του μινωικού ημερολογίου θα έφεραν και αυτοί ονόματα ιερά – μια ονοματοθετική πρακτική που υιοθέτησαν και οι Μυκηναίοι, για να την κληροδοτήσουν στη συνέχεια στους Έλληνες της ιστορικής εποχής.
Αφετηρίες των χρονολογικών εποχών.
Οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν ως αφετηρία χρονολόγησης το έτος κτίσεως της Ρώμης, που αντιστοιχεί στο έτος 753 π.Χ. του Ιουλιανού ημερολογίου. Στην Ελληνιστική εποχή χρησιμοποιήθηκε ευρέως η χρονολόγηση που είχε ως αφετηρία το 312/1 π.Χ., όταν ο Σέλευκος Α' κυρίευσε τη Βαβυλώνα. Για τους Βυζαντινούς αφετηρία χρονολόγησης ήταν το έτος της κτίσεως του Κόσμου, που ήταν η 1η Σεπτεμβρίου του 5509 π.Χ. Οι Αλεξανδρινοί, και σήμερα ακόμη οι Κόπτες, χρησιμοποιούν ως αφετηρία χρονολόγησης την 29η ή 30ή Αυγούστου του 284 μ.Χ., δηλαδή την εγκαθίδρυση του Διοκλητιανού.
Herman Posthumus, 16ος αι., Τοπίο με αρχαιότητες. Χαραγμένοι στην επιγραφή, οι στίχοι του Οβίδιου (Μεταμορφώσεις 15, 234-5) καταγγέλλουν τη φθορά που επιφέρει στα ανθρώπινα πράγματα ο πανδαμάτωρ Χρόνος.
Η τυποποίηση και παγκοσμιοποίηση του δυτικού χρονολογικού συστήματος είναι το αποτέλεσμα τριών διαδοχικών συγκυριών: των επιτευγμάτων της ελληνιστικής αστρονομίας, των στρατιωτικών θριάμβων του Ιουλίου Καίσαρα (που τροποποίησε, με τη βοήθεια της ελληνικής επιστήμης, το ανακριβέστατο ετρουσκικής προέλευσης ημερολόγιο των Ρωμαίων) και της καθοριστικής επικράτησης του Χριστιανισμού. Αν ο χρόνος για τους αρχαίους είχε κίνηση αέναη και κυκλική, ο χρόνος των Χριστιανών ήταν και παραμένει γραμμικός, μη αναστρέψιμος και εσχατολογικά κατευθυνόμενος.
Ο Ήλιος-Απόλλων ανατέλλει από τη θάλασσα. Οι γύρω του έφηβοι, που χάνονται ή αναδύονται από τη θάλασσα, συμβολίζουν τη Δύση και την Ανατολή των άστρων.
Η γραμμική αντίληψη του χρόνου, χαρακτηριστικό της προχωρημένης, αφηρημένης και μαθηματικής σκέψης, αντιτίθεται στην κυκλική θέαση του χρόνου, τη βασισμένη στην άμεση ανθρώπινη εμπειρία. Η καθημερινή διαδοχή φωτός και σκότους και η ετήσια εναλλαγή των εποχών, σε συνδυασμό με το γέμισμα και το άδειασμα του φεγγαριού, δημιουργούν μια εικόνα του χρόνου ως κύκλου. Η κυκλική θέαση του χρόνου προϋποθέτει την τάξη, τον ρυθμό και, κάτι περισσότερο, το ξανάνιωμα. Τέτοια ήταν η σύλληψη του χρόνου στην αρχαϊκή Ελλάδα από τον Όμηρο και εξής. Μιας και η προκλασική συνείδηση δεν διακρίνει με αυστηρότητα την χρονική συνέχεια από τα χρονικά γεγονότα που συμβαίνουν μέσα σε αυτή, ο χρόνος θεωρείται ποιοτικός και διαφοροποιημένος. Στον Ησίοδο ο χρόνος είναι η κανονική διαδοχή κατάλληλων και ακατάλληλων ωρών και ημερών. Μια τέτοια διαδοχή νοείται τόσο φυσική όσο ο ερχομός στη ζωή και το πέρασμα στο θάνατο κάθε ζωντανού πλάσματος. Ο θάνατος είναι το αναπόδραστο τέλος της ζωής θυμίζοντας πολύ αυτό που περιγράφεται στην θαυμάσια ομηρική μεταφορά, τα φύλλα που ο άνεμος ρίχνει χάμω στη γη το φθινόπωρο κάνοντας τόπο στην ερχόμενη άνοιξη για να τα αντικαταστήσει – η νέα γενεά. Ο κυκλικός χρόνος φέρνει γεννήσεις, θανάτους και νέες γεννήσεις.
Τον 6ο αιώνα π.Χ. αναδύθηκε στη συνείδηση για πρώτη φορά η ιδέα ότι η ζωή ίσως είναι τιμωρία για κάποιο αρχέγονο αμάρτημα. Το μοναδικό σωζόμενο απόσπασμα του Αναξίμανδρου μαρτυρεί την εμφάνιση της ιδέας. Την ανάπτυξή της κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα π.Χ. την οφείλουμε στα αλληλένδετα πνευματικά ρεύματα των Ορφικών και των Πυθαγόρειων. Και τα δύο ανέτρεψαν την ομηρική σχέση του σώματος προς την ψυχή και θεώρησαν ότι ο αληθινός εαυτός εγκατοικεί στην ψυχή. Οι Πυθαγόρειοι όμως διεξήγαγαν και επιστημονικές έρευνες σχετικά με τη μαθηματική δομή του κόσμου εν γένει. Λέγεται ότι ο Πυθαγόρας όρισε τον χρόνο ως «την σφαίραν του περιέχοντος», ταυτίζοντας τον χρόνο με τις ουράνιες κινήσεις. Η πυθαγόρεια ιδέα κωδικοποιεί και μεταφράζει στη γλώσσα της επιστήμης το αρχαϊκό βίωμα που βρίσκουμε στον Όμηρο και τον Ησίοδο. Δεν αποτελεί σύμπτωση το ότι, στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. ο σύγχρονος του Αναξίμανδρου, αλλά κατά μια γενιά νεότερός του, ο και υποτιθέμενος δάσκαλος του Πυθαγόρα, Φερεκύδης, συνέθεσε τη μεικτή του θεογονία. Βλέπουμε εκεί τον Χρόνο, τον Δία και τη Χθονία (Γη) να είναι οι μόνες αγέννητες θεότητες, οι πρώτες αρχές. Η ιδέα ότι ο Χρόνος (με ή χωρίς την Ανάγκη στο πλάι του) είναι πρώτιστος θεός, επανεμφανίζεται σε ύστερες ορφικές θεογονίες. Μετά την ανακάλυψη των παπύρων του Δερβενίου το 1962, μπορούμε με ασφάλεια να θεωρήσουμε ότι αυτές οι ελληνιστικές συνθέσεις αντλούν από κλασικά πρότυπα. Δεν είναι απίθανο ο θεοποιημένος Χρόνος να είχε εμφανιστεί στα πρώιμα στάδια των ορφικών μύθων διαδοχής ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ.
Τα χρυσά ελάσματα από την Κάτω Ιταλία, την Κρήτη και τη Θεσσαλία και οι οστέινες πινακίδες από την Όλβια (που χρονολογούνται από το τέλος του 5ου έως τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.), δείχνουν μια εκπληκτική ενασχόληση με τη μακάρια ζωή μετά θάνατον που εκλαμβάνεται ως δώρο του Διονύσου, της Περσεφόνης ή και των δύο. Αυτή η επιγραφική μαρτυρία δικαίως έχει συσχετισθεί με τη διονυσιακή μύηση και τα ορφικά μυστήρια. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι έκδηλη η ιδέα μιας μετενσαρκωνόμενης ψυχής. Ο δηλωμένος στόχος του ορφικού μύστη είναι η έξοδός του/της από τον βαρυπενθή χρονικό κύκλο γεννήσεων και θανάτων που κυβερνά η Ανάγκη. Μπορούμε ενδεχομένως να συνδυάσουμε την κυκλική θέαση του χρόνου, την οποία προϋποθέτει η θεωρία των αναγκαστικών μετενσαρκώσεων, με το θεϊκό ζευγάρι του Χρόνου και της Ανάγκης που συναντάμε σε μια ύστερη εκδοχή της ορφικής θεογονίας. Εάν έχουμε δίκιο, συνεπάγεται ότι η απελευθερωμένη ψυχή του ορφικού μύστη ξεφεύγει από την καθεστηκυία τάξη που ανάγεται στην απαρχή της δημιουργίας του κόσμου και φτάνει στην πρωταρχική αδιαφοροποίητη κατάσταση, χωρίς να χάσει την προσωπική του/της συνείδηση –πράγμα αδύνατον στη φυσική, και την ομηρική, τάξη πραγμάτων.
Πρόχους, ένα από τα χαρακτηριστικά αγγεία του Αρχοντικού Γιαννιτσών.
Ο προϊστορικός οικισμός στο Αρχοντικό Γιαννιτσών έρχεται στο φως σταδιακά από το 1991 μέχρι σήμερα. Έχει τη μορφή τούμπας-τράπεζας και βρίσκεται σε προνομιακή θέση, δεσπόζοντας σε μια μεγάλη πεδινή έκταση και μη απέχοντας στην εποχή του πολύ από την παραλία του Θερμαϊκού. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν αλλεπάλληλες φάσεις του οικισμού που χρονολογείται στο τέλος της Πρώιμης και στην αρχή της Μέσης εποχής του Χαλκού, δηλαδή σε μια εποχή ελάχιστα γνωστή στη Μακεδονία. Σειρά από 21 ραδιοχρονολογήσεις που έδωσε το Εργαστήριο Αρχαιομετρίας του ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος προσδιόρισαν τις κύριες φάσεις του οικισμού από το 2300-1900 π.Χ. Στην κορυφή της τούμπας αναγνωρίστηκε η νεότερη φάση που χαρακτηρίζεται από οικήματα με λίθινα θεμέλια και από κεραμική με εγχάρακτο γραμμικό διάκοσμο. Στην Α. πλαγιά αποκαλύφθηκαν λείψανα πασσαλόπηκτων σπιτιών, στα δάπεδα των οποίων βρέθηκαν πολλά ακέραια αγγεία, εργαλεία, πήλινα σφονδύλια και υφαντικά βάρη κ.ά. Το πιο ενδιαφέρον όμως εύρημα είναι ένας μεγάλος αριθμός πήλινων κατασκευών, ανοιχτές εστίες, χαμηλές πλατφόρμες, που εξυπηρετούσαν καθημερινές ανάγκες. Ο πιο συχνός τύπος είναι οι κατασκευές με ελλειψοειδές σχήμα, μικροί φούρνοι με θολωτή στέγαση και με μικρό πλευρικό άνοιγμα που χρησιμοποιούνταν για το μαγείρεμα. Φαίνεται ότι το κάθε σπίτι είχε το δικό του φούρνο. Σε τρεις περιπτώσεις, πλάι στους φούρνους αυτούς ήρθαν στο φως και ταφές μικρών παιδιών μέσα σε πιθάρι. Η ταφή νηπίων μέσα στα σπίτια δίπλα σε εστίες αποτελούσε συνήθεια από τη Νεολιθική εποχή.
Μηνά Αβραμίδη, πινάκιο, 1950-1954. Γυμνή μορφή (πιθανότατα Διόνυσος) θωπεύει λιοντάρι. Συλλογή Μεγαλόπουλου.
Ο Μηνάς Αβραμίδης (1877-1954) είναι ο κατεξοχήν απόγονος των μεγάλων κεραμοπλαστών του Iznik και της Κιουτάχειας. Το 1922 φθάνει πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη και από εκεί κατεβαίνει στην Αθήνα. Το 1923 προσλαμβάνεται ως αρχιτεχνίτης στη νεοφαληρική «Κιουτάχια», όπου θα δουλέψει σκληρά για δυο χρόνια. Αποχωρώντας, σταθμεύει για λίγο στη Φλώρινα. Το 1926 τον βρίσκουμε εγκατεστημένο στη Θεσσαλονίκη. Για να επιβιώσει θα δημιουργεί ως το τέλος «τρέχοντα» αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Ωστόσο φαίνεται ότι η χαρά και το πάθος της ζωής του υπήρξαν τα κατάκοσμα κεραμικά, τα οποία δούλεψε ασταμάτητα με γνώμονα πάντοτε την ποιότητα, την άψογη τεχνική και τις εκτυφλωτικές –ιδιαίτερα στα «ισλαμικά» του- χρωματικές προσθήκες.
Η Συλλογή Μεγαλόπουλου περιλαμβάνει ένα σημαντικό πυρήνα του έργου του Αβραμίδη, άγνωστο ως τώρα στην επιστημονική έρευνα. Η Συλλογή που εκπροσωπεί όχι μόνο διαφορετικές χρονολογικές φάσεις της δουλειάς του αλλά και διαφορετικές πηγές έμπνευσης, χαρακτηρίζεται από άψογη ποιότητα εκτέλεσης.
Περιλαμβάνονται αντικείμενα μεγάλης ποικιλίας ως προς τα σχήματα, τη λειτουργία και τη διακόσμηση: κάποια έργα έχουν σαφείς ισλαμικούς προσανατολισμούς, άλλα εμπνέονται από την αρχαία ελληνική Μυθολογία και Τέχνη. Τα «βυζαντινά» έργα διακρίνονται για την τεχνική (sgraffito) ή τη χριστιανική τους εικονογραφία. Στα ανθοδοχεία ο γραπτός και εγχάρακτος διάκοσμος αποτελείται από ζωομορφικά θέματα. Ανάγλυφος, επίθετος και γραπτός είναι ο διάκοσμος στα πολύχρωμα στεφάνια της συλλογής.
Poluzemljanka, η πασσαλόπηκτη ημιυπόγεια παραδοσιακή οικία των Σλάβων.
Κυριολεκτούσε άραγε ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος στο Περί θεμάτων του όταν έγραφε ότι «εσθλαβώθη δε πάσα η χώρα και γέγονε βάρβαρος»;
Η εγκατάσταση Σλάβων στην Πελοπόννησο είναι ένα αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός. Φαίνεται ότι η κάθοδος σλαβικών ομάδων στον ελλαδικό χώρο αρχίζει ουσιαστικά μετά το 602, όταν κατέρρευσε το σύνορο του Δούναβη. Δύο δεκαετίες αργότερα, οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο, προτιμώντας κυρίως τις ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές της. Ο σταδιακός εξελληνισμός τους συντελέστηκε με τη βοήθεια της Εκκλησίας που φρόντισε για τον εκχριστιανισμό τους και της Πολιτείας που τους στρατολογούσε στον βυζαντινό στρατό ως μισθοφόρους, απαιτούσε την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων και αξίωνε από αυτούς την αναγνώριση της εξουσίας του Βυζαντινού αυτοκράτορα.
Εκτός από τα σλαβικά τοπωνύμια αδιάψευστοι μάρτυρες της παρουσίας των Σλάβων στην Πελοπόννησο είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα. Στην Ολυμπία, στις όχθες του Κλαδέου ποταμού, δημιουργήθηκε, πολύ κοντά στον παλαιοχριστιανικό, ένας σλαβικός οικισμός από τον οποίο βρέθηκαν χειροποίητα τεφροδόχα αγγεία με καύσεις νεκρών. Λίγο αργότερα, πιθανόν έποικοι δεύτερης γενιάς, θάβονται κατά τον χριστιανικό τρόπο, έχοντας όμως ως κτέρισμα ένα πήλινο χειροποίητο αγγείο. Αυτό συμβαίνει στην Κόρινθο με τον κτιστό κιβωτιόσχημο τάφο του «Περιπλανώμενου Στρατιώτη» και στην Μεσσήνη με τον τάφο 31Β. Η πόρπη που βρέθηκε στον τάφο 31Β ανήκει στον τύπο Emling ελλαδικού χώρου και χρονολογείται γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα. Στην ίδια περίοδο τοποθετούνται και τα χειροποίητα αγγεία που εντάσσονται στη μεγάλη ομάδα της λεγόμενης σλαβικής κεραμικής. Ωστόσο, η σύνδεση της χειροποίητης κεραμικής μόνο με Σλάβους είναι απλουστευτική. Η μοναδική αναμφισβήτητη μαρτυρία για τη σλαβική παρουσία στην Πελοπόννησο παραμένουν τα ταφικά αγγεία της Ολυμπίας.
Φωτογραφία υπεριώδους φθορισμού. Λεπτομέρεια της παράστασης «Εισόδια της Θεοτόκου».
Οι μόνες τοιχογραφίες του Πανσέληνου (13ος αιώνας) που επέζησαν, κοσμούν το ναό του Πρωτάτου (10ος αιώνας) στο Άγιο Όρος. Στο άρθρο παρουσιάζονται διεξοδικά η εξέταση και η τεχνική ανάλυση δεκαπέντε θεματικών ενοτήτων, αντιπροσωπευτικών αυτού του μνημειώδους έργου. Οι τοιχογραφίες που εξετάστηκαν καλύπτουν έκταση εξήντα πέντε περίπου τετραγωνικών μέτρων.
Η εκτεταμένη μελέτη και τεκμηρίωση τόσο των πρωτότυπων όσο και των συντηρημένων τοιχογραφιών έγινε με τη χρήση ποικίλων τεχνικών εικόνας, ανάμεσά τους υπεριώδη φωτογραφία φθορισμού, υπέρυθρη ανακλαστογραφία, και μέτρηση χρώματος και απεικόνιση. Η χημική ταύτιση των χρωστικών ουσιών, των συνδετικών υλικών και της στρωματογραφίας επιτεύχθηκε με παρατήρηση στο οπτικό μικροσκόπιο, σε λευκό πολωμένο φως και με υπεριώδη πηγή διέγερσης κατάλληλα επιλεγμένων δειγμάτων. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης οι φασματοσκοπικές μέθοδοι mRaman και μFTIR, η περιθλασιμετρία ακτίνων Χ, η στοιχειακή μικροανάλυση SEM-EDS κ.ά.
Τα αποτελέσματα αυτής της συνεργατικής προσπάθειας έδειξαν ότι στις τοιχογραφίες η τεχνική εφαρμογής των χρωματικών στρωμάτων είναι μεικτή, νωπογραφία (al fresco) και ξηρογραφία (al secco), προσδιόρισαν τα υλικά ζωγραφικής που είχε επιλέξει ο Πανσέληνος, καθώς και τη χρωματική του παλέτα. Η μελέτη αυτή αποτελεί σημαντικό και απαραίτητο προαπαιτούμενο για την ενδεχόμενη συντήρηση αυτών των μοναδικών τοιχογραφιών.
Αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου Αταλάντης.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αταλάντης στεγάζεται στο παλαιό γυμνάσιο της πόλης, χαρακτηρισμένο ως ιστορικό διατηρητέο κτήριο. Τα ευρήματά του προέρχονται από τις συστηματικές και σωστικές ανασκαφές της περιοχής της ανατολικής Λοκρίδας και του ΒΔ. τμήματος της αρχαίας Φωκίδας, το οποίο εμπίπτει μέσα στα διοικητικά όρια του νομού Φθιώτιδας.
Τον επισκέπτη υποδέχονται λίθινα αρχαία, κυρίως επιτύμβιες στήλες από πωρόλιθο ή από σκληρό ασβεστόλιθο.
Από τη νεολιθική εποχή έως τη ρωμαϊκή, τα εκτιθέμενα αρχαία αντιπροσωπεύουν όλα τα στάδια του πολιτισμού, όπως έχουν βεβαιωθεί στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Από τα όστρακα εικονιστικών κρατήρων της ΥστεροΕλλαδικής ΙΙΙΓ περιόδου που προέρχονται από την ανασκαφή του αρχαίου λιμανιού Κύνος στους Λιβανάτες, μεγάλης σημασίας εύρημα είναι το τμήμα κρατήρα με παράσταση ναυμαχίας. Από την κεραμική της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κύπελλα με graffiti, ενώ από τους κλασικούς χρόνους, οι κάνθαροι με ποικιλία φυτικών κοσμημάτων με λευκό επίθετο χρώμα. Από την κεραμική της ελληνιστικής περιόδου ξεχωρίζουν δυο μεγαρικοί σκύφοι σπάνιου τύπου που στηρίζονται σε ανάγλυφα κοχύλια.
Το εξώφυλλο της ηλεκτρονικής έκδοσης «Ο κυκλαδικός κόσμος: Τέχνη και Ιστορία στο κεντρικό Αιγαίο».
Από τα ελληνικά πολιτισμικά cd-rom που, στην εκπνοή του 20ού αιώνα, διεκδικούν τη θέση τους στην ελληνική και την παγκόσμια αγορά, δύο νέες ηλεκτρονικές εκδόσεις παρουσιάζονται στο παρόν και στο επόμενο τεύχος: α) The Cycladic World (Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης – Ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή, Εταιρία ATC. Αθήνα 1999) και β) Η Αθήνα στα χρόνια του Περικλή (Εκδοτική Ερμής και CAID – Κέντρο Εφαρμοσμένου Βιομηχανικού Σχεδίου. Αθήνα 1999).
Θέμα της ηλεκτρονικής έκδοσης «Ο κυκλαδικός κόσμος: Τέχνη και Ιστορία στο κεντρικό Αιγαίο» αποτελεί ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε στις Κυκλάδες διαχρονικά, από την Εποχή του Χαλκού έως τον 20ό αιώνα. Η αφηγηματική πλοκή στηρίζεται σε τρεις άξονες λειτουργικής οργάνωσης του περιεχομένου. Ο πρώτος άξονας (Gallery) αντιστοιχεί στην παρουσίαση μιας συλλογής, που αποτελείται από δεκαεπτά κυκλαδικά ειδώλια και άλλα αντικείμενα, επιλεγμένα από την προϊστορική συλλογή του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Ο δεύτερος άξονας παρέχει γεωγραφική πρόσβαση (Island Map) ενώ ο τρίτος άξονας οργανώνει τις θεματικές ενότητες του περιεχομένου χρονολογικά (Timeline). Παρουσιάζει συνοπτικά την τέχνη, την αρχιτεκτονική, την καθημερινή ζωή και τη ναυτιλία στις Κυκλάδες σε 4 μεγάλες χρονικές περιόδους, που αντιστοιχούν στους προϊστορικούς, τους ιστορικούς, τους χριστιανικούς και τους νεότερους χρόνους.
Το κτήριο Αβέρωφ.
Παρέχονται πλήρεις και αναλυτικές πληροφορίες που αφορούν το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Προστασία Μνημείων» του Ε. Μ. Πολυτεχνείου. Η περιγραφή του προγράμματος αναφέρεται στις γενικές διατάξεις, το αντικείμενο/σκοπό, τους μεταπτυχιακούς τίτλους, τα όργανα διοίκησης/προσωπικό, την αποδοχή των μεταπτυχιακών φοιτητών, την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, τη χρονική διάρκεια των σπουδών, το πρόγραμμα σπουδών, την απονομή του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης, την οικονομική ενίσχυση των μεταπτυχιακών φοιτητών και τις μεταβατικές διατάξεις.
How was time perceived in antiquity? What systems were in use for placing everyday activities in some order or time sequence? How was the present perceived in connection with the past and the future? These are questions dealt with in this issue of the Archaeologia journal. Mycenaean calendars, cyclical time in Homer and Hesiod, the attempt made by the Orphics to see time outside of cycles, prediction of the future in Roman times and the fond dwelling on a golden age, Augustus’ sundial at Campus Martius in Rome, the questions posed by the early Christians and the adoption of a linear concept of time, with no turning back and controlled by destiny.
The year Rome was built (A.U.C) coincides with the date 753 BC of the Julian calendar and marks the beginning of time as kept by the Romans. The calendar of the Hellenistic era begins with the time of the Seleucids which coincides with the 1st of September or of October of the year 312 BC. To the Byzantines time was recorded from the year of the Creation of the world, that is to say the 1st September of 5509 BC. Alexandrian time was kept from the 29th or the 30th of August of the year 284 AD when Diocletian was enthroned and this calendar is still kept by the Copts to this day.
The absence of month names from the Homeric epos led M. Nilsson (1918) to the conclusion that the Greek calendar, religious in origin and character, was nothinq else than a post-Homeric invention, essentially of the 7th century B.C.. He even considered the only month (Ληναιών) mentioned in Hesiod’s Works and Days as a later interpretation. Sound objections to Nilsson's argument, as regards the date of appearance of the Greek calendar, were first raised by G. Thomson (1943), who supported its Mycenaean provenance. Thomson was absolutely justified by the deciphering of the Linear B tablets (1952). We know now, on the basis of the categorical account of the palatial archives of Knossos and Pylos, that the Mycenaeans had in fact established local calendars, with differents month names, obviously. However, structured on a common base for counting the time. The first part of this article underlines the striking analogies and convergences between the Mycenaean calendars and those of the historic period, having as an objective the reinforcement of Thomson's view, on the grounds of new relevant data. A special emphasis is laid on the fact that the Mycenaean calendars, like the later Greek ones, present a distinct religious character, as various months have been named after deities, sanctuaries or festivals (e.g. pa-ki-ja-ni-jo-jo me-no, di-wi-jo-jo me-no), while at the same time they serve as chronological frames for regulating the official feast calendar and every cult activity. We have every reason to presume that the Mycenaeans would have sought a calendar model in the flourishing palatial Crete, from where they had also adopted writing, and the metric and measuring system. The second part of the article deals with our knowledge of the Minoan calendar, for which there is not any direct and explicit written information. Evidence is also examined (iconography, Homeric abstract on the renewal of King Minos" sacred reign, Odyssey, T 176-179), which seems to indicate the use of a luni-solar calendar of eight-years uration. This view is substantially supported by the archaeoastronomical observations, conducted recently by scholars of the Uppsala University in the Petsophas and Traostalos peak sanctuaries on Crete. At least some of the numerous Minoan peak sanctuaries seem to have functioned not only as religious and cult sites, but also as astronomical observatories for regulating the calendar cycle, to which the priesthood contributed significantly, according to the well known Egyptian triptych "astronomy-religion-calendar".
The reckoning of time in the ancient world differed in many important aspects from the habits familiar to us in the modern word. Whereas we label the years with a number counting the years from the birth of Jesus Christ, and hence attach great importance to the new millennium, the custom of the ancient Greeks and Romans was to label the years with the name or names of particular officials who held office in that year. This greatly complicated the designation of a year in a manner which would be familiar to the people of more than a single city. The labeling of years according to Olympiads, which was developed by historians in the Hellenistic period, was never used much for dating contemporary official documents. Moreover, the calendars of ancient Greek cities, unlike the modern calendar descended from the Roman calendar, were flexible: it was possible to insert εμβόλιμοι days into them to postpone a festival, and afterwards suppress the same number of days to bring the calendar back into order.
To the linear view of time, characteristic of advanced, abstract and mathematical thought, is opposed a circular view, based on immediate life experience. The daily alternation of darkness and light, and the annual rotation of the seasons, in combination with the waxing and waning of the moon, produce an image of time as a cycle. This is the time of the living organism. The circular view of time implies order, rhythm and, what is more, rejuvenation. Such was the conception of time in Archaic Greece from Homer onwards. Since preclassical conscience does not sharply distinguish temporal sequence from temporal events occurring therein, time is regarded as qualified and differentiated. In Hesiod time is the regular succession of opportune and unfavourable hours and days. Such a succession is thought to be as natural as the coming-into-being and passing-away of every living thing. Death is the unavoidable end term of life in much the same way as, according to the splendid Homeric simile, wind casts down a trees leaves in autumn to let following spring bring new ones in their stead - the new generation. Circular time brings births, deaths, and new births. In the 6th century B.C. the idea that life may be punishment for some primordial crime first sprang to consciousness. Anaximander's sole surviving fragment testifies to the emergence of the idea. Its development is traditionally ascribed to the kindred movements of the so-called Orphics and the Pythagoreans. Both reversed the Homeric relation of body to sou! and thought that the true self resides in the soul. But the Pythagoreans also conducted scientific enquiries concerning the mathematical structure of the world at large. It is reported that Pythagoras defined time as the sphere of the container. As he is said to have ascribed temporal sequence to the movements of the heavenly bodies, Pythagoras can be seen as codifying and translating into the language of science an Archaic experience. It is no accident that in the middle of the 6th century B.C. the younger contemporary of Anaximander's and reported teacher of Pythagoras, Pherecydes of Syros, composed his mixed theogony. There we find Time. Zeus and Earth to be the sole ungenerated deities. The idea that Time (with or without Necessity as his consort) is a primordial god, reappears in later Orphic theogonies. After the discovery of the Derveni papyrus in 1962. these Hellenistic compositions can be safely assumed to draw on classical models. It is not unlikely that deified Time appeared at the first stages of Orphic succession myths as early as the 5th century B.C.. The gold lamellae from South Italy. Crete and Thessafy and the bone tablets from Olbia (dating from the end of the 5th to the middle of the 4th centuries B.C.), show an astonishing preoccupation with blissful afterlife considered to be the gift of Dionysus, Persephone, or both This epigraphical evidence has been rightly associated with Dionysian initiation and Orphic mysteries. In some cases, the idea of a transmigrating soul is also manifested. The stated goal of the Orphic initiate is his or her exit from the depressing temporal cycle of births and deaths governed by Necessity. We may perhaps combine the circular view of time implied in the theory of compulsive metempsychosis with the divine couple of Time and Necessity that we find in a late version of Orphic theogony If that is correct, we may conclude that the liberated soul of the Orphic initiate escapes the order constituted at the very beginning of world formation, and reaches the original undifferentiated state, without losing his or her personal consciousness - an impossibility in the natural, and Homeric, order of things.
This article discusses the turbulent political and military background of the Pax Augusta, which was hailed by imperial propagandists like Vergil in his Aeneiad. The emperor instigated an ambitious architectural programme which included the construction of a monumental sun-dial, equipped with an Egyptian obelisk and freighted with ideological symbolism. The author also correlates Augustus grandiose building projects to his confirmation of Julius Caesar's calendar reform and the introduction of the seven-day week (hebdomas), which is still in use today.
In periods of external pressure or internal crisis, Ancient Rome was haunted by the prospect of its imminent fall. This fear was fed by widespread beliefs in the cyclic repetition of cosmic eras, as well as in the periodic destruction of the universe, either by means of total combustion (ekpyrosi) or by cataclysm. These "end of the world' scenarios were built upon the cosmological ideas of Greek philosophers, such as Heraclitus, Plato and the Stoics, who in their turn were influenced by the religious and astrological beliefs of ancient Egyptians, Babylonians, Persians and Indians. In their endeavour to overcome this kind of anxiety, the Romans resorted to various intellectual strategies, following two distinct patterns of thought, both found in the poems of Vergil: (a) the eschatological proposal, consisting in the anticipation of an infant whose birth would herald the second coming of the Golden Age; (b) the political proposal, implying the re¬foundation of Rome, after the triumph of Augustus over Marc Anthony. When the second option clearly prevailed. Rome was proclaimed Urbs Aeterna: its universal domination was now considered to be limitless - an imperium sine fine.
Christians of the first generation were concerned with the future. They were anxious to know the exact time of the end of the world. From the New Testament they knew that such information was not available to them, but in the next generations there appeared prophets who claimed that they could foretell the approaching end. Without losing interest in the future some Christians gradually started paying greater attention to the past. The first reason for this development was apologetic. Second-century Christians were accused of advancing new views concerning the gods. In replying, they claimed for themselves the long history of the Jews, which went back to Moses as well as to adam and Eve. Furthermore, they argued for the priority of Jewish wisdom over the best aspects of Greek philosophy. According to their reckoning, Moses was older than Homer. Some Christians started paying attention to the past for political reasons as well. It seemed to them that Jesus was born at the time of Augustus by divine providence. The establishment of the empire and the spread of Christianity, they thought, were two developments destined to work for the benefit of mankind. They started imagining a Christianised and universal empire with one emperor and one God. Belief in the priority of Moses over Homer and in the simultaneous appearance of Jesus and Augustus created historiographical problems, which led Christians to investigate the myths, chronicles and histories of Jews, Greeks, Romans and some eastern nations. In the process of doing so, they realised that a major obstacle was the lack of a common chronological system. Thus, in place of the numerous existing national or local systems, second-century Christians came up with the idea of making the creation of the world a beginning for all historical events. In the sixth century, this idea was replaced by a new one, which placed Jesus at the centre of history, and established ad and B.C. dates. The historical consciousness of early Christianity was built upon a belief, which bridged their interest in the past and their expectations of the end of the world.
The invasion and inhabitation of the Peloponnese by the Slavs is an undeniable historical fact. The Slavs who settled in the Peloponnese were not nomads but farmers and cattle-breeders. The Slavic toponyms. historical sources and archaeological finds offer the evidence for the Slavic penetration and presence in the Peloponnese during the Middle Ages. The Slavic toponyms show mainly an agrarian people. When first arrived in the Peloponnese, the Slavs were pagans.The burning of the dead, hand-made pottery and cultivation of land, using fire for clearing the ground, are typical features of their early civilization. The hand¬made urns, containing the ashes of the dead, that were found in Olympia represent so far the only irrefutable evidence of the presence of Slavs in the Peloponesse. Hand-made vessels, offerings to the dead, have been discovered in a grave of the south Stoa of Corinth, in the grave 31B in Messene and in the graves at Palioboukovina, Hagia Triada, Eleia. Hand-made intact pottery or pottery fragments, that had been used as kitchen utensils, mainly frying pans and pots, as well as tableware, have been found in Argos, Tiryns, Examilion, Hagios Vasilios in Korinthia, Pallandion in Arkadia, Sparta and Karyoupolis in northeastern Mani. This hand-made pottery does not necessarily imply a Slavic invasion or settlement. The hand-made clay pottery was used by that segment of the population, native or foreign, that could not afford to buy the more expensive, wheel-made cooking utensils.
Menas Avramidis (1877-1954), from Kioutacheia, is considered the descendant par excellence of the great potters of Iznik and Kioutacheia. In 1922 he arrives in Thessaloniki and later in Athens, where, in 1923, he is employed as chief craftsman in the firm "Kioutacheia". Two years later he sojournes in Fiorina and in 1926 he is settled in Thessaloniki, where he continues to create excellent objects of everyday use until his death.. Avramidis work in the Megalopoulos Collection, unknown until now to the scientific research, is of superb craftsmanship, represents various phases of the creator's oeuvre, like the early piece from "Kioutacheia", and exhibits his different sources of inspiration as well. The collection comprises items that present a wide variety in use. shape and decoration: some have a distinct Islamic orientation or are decorated with a thematic repertoire based on ancient Greek mythology and art, some follow the Byzantine tradition in technique and style, others are embellished with a religious iconography, while the vases in the collection are adorned with incised and painted zoomorphic subjects.
The excavations on the Prehistoric tumulus of Archontiko, Giannitsa, brought to light successive phases of a settlement, which is dating from the late ΠΕΧ to the early MEX period, an era almost unknown in Macedonia. The main phases of the settlement. according to twenty-one radio-chronologies, performed by the Archaeometry Lab of Demokritos institution, were defined between 2300 and 1900 B.C. The later phase of the settlement was located on the top of the tumulus and is characterized by stone building foundations and pottery bearing incised linear decoration. Remnants of pile-dwellings were discovered on the east slope, while a number of intact vases, tools, weaving implements, etc was recovered on their floor. The most interesting find, however, is a great number of clay constructions: open fireplaces, platforms and small ellipsoidal furnaces stood on the house floor, perfectly serving the heating, lighting, cooking, etc needs of the inhabitants. The study of the pyrotechnology of the ellipsoidal structures, carried out by Dr. G. Maniatis, of the Demokritos Institution, showed that the temperature of their inner sides could have reached 500-600 centigrades. The warming up of the furnace, however, hardly needed more than 300-350 centigrades, a fact that supports the argument that these structures have mainly been used for cooking.
The only surviving fresco wall-paintings by Panselinos (13th c. ad), one of the most celebrated Greek religious painters of the Byzantine era, decorate the Church of Protaton (10th c. ad) on Mount Athos. This article details the examination and technical analysis of 15 thematic units, representative of this monumental work of art. The wall-paintings examined cover an area of approximately sixty-five square meters. Extensive study and documentation of both original paintings and already restored frescoes were attained through the use of various imaging techniques, including visible and ultraviolet photography, infrared reflectography (IRR), and colour measurement and representation. Chemical identification of pigments, binders and layer stratigraphy was achieved by using visible and ultraviolet fluorescence microscopy. Raman spectroscopy, Fourier Transform Infrared spectroscopy (FTIR). X-Ray Diffraction (XRD). Scanning Electron Microscopy with Energy Dispersive Analysis fSEM-EDS), and Electron Probe Microanalysis (EPMA). The results of this collaborative effort have shown the paintings to be executed in both the true fresco and the lime painting technique, and have established Panselinos' choice of painting materials and colour palette. This study is an important and necessary prerequisite for the eventual restoration and conservation of these unique wall-paintings.
Νόμισμα της Εφέσου, που στη μια του όψη παριστάνει τον περίφημο ναό της Άρτεμης.
Μεγάλη ήταν η λατρεία της Άρτεμης στην Έφεσο της Μικράς Ασίας, όπου λατρευόταν και ως θεά της Αφθονίας. Ένα βράδυ κάποιος Ηρόστρατος έκαψε το ναό της μόνο και μόνο για να ακουστεί το όνομά του. Την ίδια νύχτα γεννιόταν στην Πέλλα ο Μέγας Αλέξανδρος. Η Άρτεμη είχε πάει στα γεννητούρια και δεν πρόφτασε την καταστροφή του ναού της, έλεγαν οι κάτοικοι. Στη συνέχεια, οι Εφέσιοι έχτισαν ένα γιγάντιο ναό για τη θεά, τον στόλισαν με γλυπτά του Πραξιτέλη και γύρω του φύτεψαν πάμπολλα δέντρα ώστε το τοπίο να μοιάζει με τα αγαπημένα άλση της θεάς.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Με το τεύχος 123 εγκαινιάζουμε την πολιτική του περιοδικού για δημοσίευση αποκλειστικά πρωτότυπου υλικού από το 2017.
Στα εσώφυλλα παρουσιάζουμε το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης, ένα πρωτοποριακό μουσείο που προσαρμόζεται στις ανάγκες του κοινού και καλλιεργεί την αγάπη για τον πολιτισμό.
Ο εκδότης Άδωνις Κ. Κύρου, στη συνέντευξη που μας παραχώρησε, μιλά για την ισόβια σχέση πάθους που έχει με την αρχαιολογία και για τον τρόπο με τον οποίο αυτή συνδυάστηκε με τη δημοσιογραφία.
Με χαρά σάς συστήνουμε τη νέα μας στήλη με τίτλο «Ελλάδα εκτός Ελλάδος», στην οποία επιθυμούμε να προβάλουμε ίχνη που έχει αφήσει το αρχαίο ελληνικό παρελθόν εκτός των συνόρων της χώρας μας, τα οποία δεν είναι επαρκώς προβεβλημένα — είτε πρόκειται για αρχαιολογικούς χώρους είτε για εκθέματα σε συλλογές μουσείων του εξωτερικού. Η στήλη εγκαινιάζεται με την αρχαιολογική συλλογή του Μουσείου Λαπιντέρ στην Αβινιόν της Γαλλίας.
Η Δρ Γεωργιάννα Μωραΐτου παρουσιάζει τους υαλοπίνακες των Κεγχρεών, τα πολύ εντυπωσιακά ευρήματα που ανασύρθηκαν από το βυθό της θάλασσας τη δεκαετία του 1960. Τα διακοσμητικά έργα δεν τοποθετήθηκαν ποτέ στη νεοπλατωνική σχολή για την οποία προορίζονταν.
Η αρχαιολόγος Χριστίνα Παπαδάκη μάς ταξιδεύει στις κρυφές εορτές που λάμβαναν χώρα κατά τη θεμελίωση σημαντικών κτιρίων στη Νεοανακτορική Κρήτη. Οι εναποθέσεις που έχουν βρεθεί μας δίνουν πληροφορίες για τη διατροφή, τις πεποιθήσεις και τις δομές της εξουσίας στις προϊστορικές κοινωνίες του Αιγαίου.
Στο άρθρο που ακολουθεί, οι ερευνητές ενάλιας αρχαιολογίας Δρ Γιώργος Κουτσουφλάκης, Δρ Θεοτόκης Θεοδούλου και Δρ Brendan Foley μάς παρουσιάζουν ένα βυζαντινό ναυάγιο του 12ου αιώνα που εντοπίστηκε στο Πελαγονήσι των Βόρειων Σποράδων.
Επισκεπτόμαστε την Ακαδημία Πλάτωνος με τη βοήθεια των αρχαιολόγων Μανώλη Παναγιωτόπουλου και Τάνιας Χατζηευθυμίου, μέσα από την ιστορία της, το αρχαιολογικό ιστορικό της αλλά και τα υλικά κατάλοιπά της.
H φιλόλογος και αρχαιολόγος Χαρά Θλιβέρη μάς εισάγει στη σύζευξη ανάμεσα στην αρχαιολογική μαρτυρία και την τέχνη του Γιάννη Ψυχοπαίδη. Τα υλικά κατάλοιπα της αρχαιότητας χρησιμοποιούνται από τον καλλιτέχνη ως σύμβολα μέσω των οποίων συνδιαλέγεται με την ιστορία. Η Δρ Έλια Πετρίδου υπογράφει το άρθρο που διερευνά το εάν και κατά πόσο οι μουσειακές εκθέσεις με θέμα τη μόδα συμβάλλουν στην εισβολή του καταναλωτισμού σε χώρους που σχετίζονται με την επίσημη κουλτούρα.
Ακόμη, το τεύχος αυτό, όπως και το επόμενο, επιχειρεί να αναδείξει όψεις του λακωνικού πολιτισμού που άνθησε στη Σπάρτη και τη γύρω της περιοχή στα αρχαία, βυζαντινά και νεότερα χρόνια. Εδώ, ο Αρχαιολογικός Οδηγός της αρχαίας Σπάρτης, με τα πενιχρά κατάλοιπα ενός θρυλικού παρελθόντος (Χαρά Γιαννακάκη), προβάλλεται στον καμβά της σύγχρονης πόλης που ίδρυσε ο βασιλιάς Όθωνας (Γεωργία Κακούρου Χρόνη).
Ο Άδωνις Κύρου στο παλαιό γραφείο της «Εστίας».
Συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, ο Άδωνις Κύρου επί σχεδόν 25 χρόνια κράτησε το τιμόνι της ιστορικής εφημερίδας «Εστία». Ωστόσο, από μικρός είχε δείξει μια έντονη κλίση και προς την αρχαιολογία. Τελικά εφήρμοσε την πατρική συμβουλή: «καὶ τοῡτο πράττειν, κἀκεῖνο μὴ ἀφιέναι». Δεινός περιπατητής, ιχνηλάτησε αρχαιότητες σε κάμπους και βουνά της Αττικής πριν επεκτείνει τις εξερευνήσεις του στα παράλια και τις βραχονησίδες του Αργοσαρωνικού. Από τα πολλά του ευρήματα, ίσως γνωστότερα είναι το σπήλαιο του Φράγχθι στην Αργολίδα, που κατοικήθηκε από την Ανώτερη Παλαιολιθική έως και τη Νεολιθική περίοδο, και το μινωικό ιερό κορυφής στα Κύθηρα, το πρώτο που βρέθηκε εκτός Κρήτης. Δικαίως οι αρχαιολόγοι τον έχουν επανειλημμένα και θαυμάσει και τιμήσει.
Η στήλη της Μυρτιάς. Περ. 400 π.Χ. Αρ. ΜΑ 806. Μουσείο Καλβέ.
Από την ίδρυσή τους στη διάρκεια του 19ου αιώνα, μικρά και μεγαλύτερα μουσεία αδυνατούσαν να διανοηθούν την ύπαρξή τους χωρίς αντικείμενα από τους αρχαίους πολιτισμούς και κυρίως από τον ελληνορωμαϊκό. Αποσπασματικά και ελλειπτικά, τα μουσεία αυτά παρουσιάζουν εικόνες του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού ανάμεσα σε δείγματα άλλων αρχαίων πολιτισμών, όπως του αιγυπτιακού, του κινεζικού κ.ά. Τα τέχνεργα που εκτίθενται και ο τρόπος παρουσίασής τους καθορίζουν την πρώτη επαφή του δυτικού κοινού με την ελληνική αρχαιότητα.
Η Αβινιόν, που ιδρύθηκε από Φωκαείς αποίκους της Μασσαλίας τον 6ο αιώνα π.Χ., φιλοξενεί μια αρχαιοελληνική συλλογή στο Μουσείο Lapidaire, το οποίο στεγάζει έργα λιθογλυπτικής και υπάγεται στο Μουσείο Calvet.
Η πόλη γνώρισε μεγάλη ακμή όταν μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της Παπικής εκκλησίας (14ος αι.). Κτίσμα του 17ου αιώνα, το μέγαρο Calvet αγοράστηκε τον 19ο αιώνα από τον δήμο και μετατράπηκε σε μουσείο για να στεγάσει τη συλλογή του Esprit Calvet. Η συλλογή περιλαμβάνει έργα ζωγραφικής και γλυπτικής από τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Βόρεια Ευρώπη (15ος–20ός αι.), έπιπλα και αντικείμενα διακοσμητικών τεχνών. Ιδιαίτερα πλούσια είναι και η αιγυπτιακή συλλογή του μουσείου.
[Από τον πρόλογο της Δέσποινας Ευγενίδου, Επίτιμης Διευθύντριας του Νομισματικού Μουσείου]
Τμήμα του πίνακα αρ. 2 που αναπαριστά πτηνό.
«Η ανακάλυψη ενός μόνο πίνακα του τύπου των Κεγχρεών θα είχε προκαλέσει ενθουσιασμό μεταξύ των ειδικών στο γυαλί. Η ανακάλυψη εκατό πινάκων τοποθετεί το εύρημα ανάμεσα στα σπουδαιότερα του αιώνα». (R. Brill, 1976)
Φουρνί Αρχανών: Εναπόθεση θεμελίωσης στον «Χώρο 9»
του Κτηρίου 4.
Αφορμή για την οργάνωση συλλογικών εορτών συμποτικού και συνεστιακού χαρακτήρα στην Κρήτη της 2ης χιλιετίας π.Χ. υπήρξε, μεταξύ άλλων, η θεμελίωση ή ανακατασκευή σημαντικών κτηρίων κοσμικού χαρακτήρα, όπως τα ανάκτορα. Τα υλικά κατάλοιπα αυτών των «κτηριακών εορτών» θησαυρίζονταν σε ειδικά διαμορφωμένους υπόγειους αποθέτες. Στο άρθρο παρουσιάζονται χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων αποθετών από τα ανάκτορα της Κνωσού, της Φαιστού, του Γαλατά και της Ζάκρου, το Μέγαρο Νίρου Χάνι και το Ταφικό Κτήριο 4 στο Φουρνί Αρχανών.
Η κύρια κεραμική απόθεση του βυζαντινού ναυαγίου.
Στον θαλάσσιο δρόμο που ένωνε τον ελλαδικό χώρο με την Κωνσταντινούπολη ερευνήθηκε από την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων ναυάγιο του 12ου αιώνα. Εντοπίστηκαν σιδερένια μέλη από τρεις τουλάχιστον διαφορετικές άγκυρες τύπου Υ, ενώ το κεραμικό φορτίο, που είχε υποστεί πολλαπλές θραύσεις, έδειχνε να αποτελείται αποκλειστικά από δύο τύπους αμφορέων. Η εξέταση αμφορέα του τύπου Günsenin IIb αποκάλυψε ίχνη τόσο από σταφύλια όσο και από ελαιόλαδο. Το ναυάγιο βρέθηκε στο ακρωτήριο Κάτεργο της Κυρα-Παναγιάς, πολύ κοντά στον περίκλειστο όρμο Πλανήτη. Ο Μέγας Εκκλησιάρχης Σιλβέστρος Συρόπουλος (1439) και τα πρώιμα νησολόγια μαρτυρούν την καίρια σημασία της θέσης αυτής.
Οι αίθουσες στο βόρειο άκρο της Παλαίστρας.
Ο Αρχαιολογικός Χώρος της Ακαδημίας Πλάτωνος σήμερα είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των δύο αυτών κόσμων: του κόσμου της ανάγκης και του κόσμου ενός εκστατικού οράματος.
Η δυνατότητα συνύπαρξης των δύο κόσμων όμως δεν χάθηκε ποτέ, γιατί οι διαστάσεις των επεμβάσεών τους στον τόπο ήταν ανεκτές, αφομοιώσιμες και υποφερτές και έτσι κατάφερε να διασωθεί μέχρι σήμερα η «ατμόσφαιρα» του τόπου ως συλλογικό συμβολικό κεφάλαιο και ως κοινό αγαθό.
Εδώ και λίγο καιρό αναμένεται στην περιοχή της Ακαδημίας μια γιγαντιαία εμπορική επένδυση, μια δραματική επέμβαση που παραβιάζει τις υποφερτές διαστάσεις που σιωπηρά τηρήθηκαν από τις αρχές του 20ού αι. μέχρι σήμερα. Επιστρέφοντας κι αυτή στο όνομα. Για λόγο εντελώς διαφορετικό αυτή τη φορά…
Γ. Ψυχοπαίδης, «Τα κάτω άκρα – μάθημα ιστορίας», 1996, 40x52x50 εκ.
Αν η οικειότητα είναι ο χειρότερος εχθρός της κατανόησης, ποια η σχέση των σημερινών Ελλήνων με το αρχαίο τους παρελθόν; Αποσταθεροποιώντας τη συμβατική σχέση μας με την αρχαιότητα, μετατρέποντας την κλασική τέχνη σε σύγχρονη εικαστική γλώσσα, ο Ψυχοπαίδης εγκαινιάζει μια νέα πρόσληψη και διεκδικεί για τις αρχαιότητες την επιστροφή τους στο παρόν μέσα από τους όρους του παρόντος. Η αντισυστημική του τέχνη συνδυάζει στα έργα του την εικονογράφηση της Ποπ Αρτ με τις αρχαιοελληνικές μαρτυρίες που αποκτούν χαρακτήρα φετιχιστικών συμβόλων. Με την αρχαία τέχνη να δημιουργεί το ανθρωπογενές υπόβαθρο μιας πολιτικής διαμαρτυρίας, η σύγχρονη τέχνη καλείται να παίξει το ρόλο μιας αισθητικής αντιπολίτευσης.
Άποψη της έκθεσης «Catwalk». Φωτ.: Carola van Wijk. ©Rijksmuseum.
Τις τελευταίες δεκαετίες ολοένα και περισσότερα μουσεία επιλέγουν να παρουσιάζουν, σε συνεργασία με γνωστούς οίκους, εκθέσεις σύγχρονης μόδας. Η πρακτική αυτή έχει προκαλέσει θετικά αλλά και αρνητικά σχόλια που αφορούν από τη μια την αύξηση της επισκεψιμότητας στα μουσεία και από την άλλη την ανησυχία περί εμπορευματοποίησης του πολιτισμού. Mε αφορμή την έκθεση «Catwalk» στο Rijksmuseum το 2016 και το συνέδριο που διοργανώθηκε στο πλαίσιο αυτής, επιχειρείται μια παρουσίαση του φαινομένου και των καταβολών του και αναπτύσσεται ένας προβληματισμός γύρω από τα ιδεολογικά δίπολα («θέαμα εναντίον περιεχομένου») που χρησιμοποιούνται για να χαρακτηρίσουν την τάση αυτή.
Σπάρτη. Η οδός Λυκούργου τη δεκαετία του 1950. Συλλογή
Γ. Γάββαρη.
«Πρέπει να είτανε πολύ όμορφος και ελκυστικός ο Πάρις για να αρνηθεί η Ελένη έναν τέτοιο Παράδεισο». Στην τρυφερή κοιλάδα του Ευρώτα, στον ίσκιο που ρίχνει επιβλητικός ο Ταΰγετος, η πρώτη κατοίκηση ανάγεται στην 3η χιλιετία π.Χ. Για μας, η αρχαία Σπάρτη ταυτίζεται με τον Μενέλαο και την Ελένη, τον βασιλιά Λεωνίδα, το «ταν ή επί τας». Και τα αρχαιολογικά κατάλοιπα είναι ομολογουμένως ευάριθμα.
Με απόφαση του Όθωνα η νέα πόλη χτίστηκε πάνω στην παλιά. Η βαυαρική ρυμοτομία και ο νεοκλασικός ρυθμός χάρισαν στη Σπάρτη ιδιαίτερη γοητεία. Η σύγχρονη πόλη όμως υποφέρει: αισθητική υποβάθμιση, αλλοίωση του νεοκλασικού της χαρακτήρα, κακοποίηση του ζωτικού της περιβάλλοντος. Για την αναβάθμισή της αρκούν άραγε τα μουσεία που δημιουργήθηκαν; Δεν θα έπρεπε μάλλον ολόκληρη η Σπάρτη να αντιμετωπιστεί ως αρχαιολογικός χώρος;
Το θέατρο της αρχαίας Σπάρτης.
Η ακρόπολη της αρχαίας Σπάρτης υπήρξε για αιώνες η καρδιά μιας ένδοξης και μοναδικής πόλης, μαρτυρώντας την αδιάλειπτη ιστορική και πολιτιστική της συνέχεια και την πορεία της από την ακμή προς τη λήθη. Τα υλικά κατάλοιπα της Σπάρτης, εμψυχωμένα από τα έργα και τις ιστορίες απλών ανθρώπων και γενναίων ανδρών που έζησαν στον τόπο, καθιστούν την περιήγηση στον πρόσφατα αναμορφωμένο και κατά τον Παυσανία «θέας ἄξιον» αρχαιολογικό χώρο της ακρόπολης της αρχαίας Σπάρτης μια ανεπανάληπτη αισθητική και εκπαιδευτική εμπειρία.

Ο Απόλλων κιθαρωδός κάνει σπονδή. Λευκή κύλικα, γύρω στο 470 π.Χ. (Μουσείο Δελφών, αρ. 8140).
Η μουσική στην αρχαιότητα συμπορευόταν με τη φιλοσοφία, την αστρονομία και τα μαθηματικά. Τα ανασκαφικά ευρήματα είναι απογοητευτικά. Πλάι στους θρυμματισμένους αυλούς από τη Δήλο, τέσσερις ανέπαφοι αυλοί βρέθηκαν στην Πομπηΐα. Το μοναδικό έγχορδο, λύρα με ηχείο από καύκαλο χελώνας, ανακαλύφθηκε σε τάφο στο δρόμο προς την Ελευσίνα. Το εύρημα θυμίζει τη λύρα που κατασκεύασε ο Ερμής και τελικά χάρισε στον Απόλλωνα.
Ο Μίδας ο Ακραγαντίνος, ο Σάτυρος ο Σάμιος αναφέρονται ως δεξιοτέχνες μουσικοί. Οι μουσικοί «της μόδας» που έπαιρναν μέρος σε μουσικούς αγώνες όλου του ελληνικού κόσμου ήταν πρόσωπα περιωπής και χρέωναν τους μαθητές τους με υψηλά δίδακτρα. Αντίθετα οι άσημοι ή οι πλανόδιοι που έπαιζαν το βαρίμιτον αμείβονταν πενιχρά. Ιδιαίτερα κακοχαρακτηρισμένη ήταν η τάξη των αυλητών που έπαιζαν στις κηδείες.
Συχνά τα αττικά αγγεία παριστάνουν μουσικές σκηνές: μουσικός που παίρνει μέρος σε αγώνες, γυναίκες στο γυναικωνίτη, ο Απόλλωνας. Στον κρατήρα του Προνόμου, ο αυλητής Πρόνομος από τη Θήβα συνοδεύει τις ετοιμασίες μιας παράστασης δράματος με τον Διόνυσο και την Αριάδνη.
Για τη μουσική ορολογία αντλούμε πληροφορίες από σχολιαστές και λεξικογράφους. Την εξαιρετική όμως τύχη να διαθέτουμε παρτιτούρες από την αρχαιότητα και να μπορούμε και να τις διαβάσουμε την οφείλουμε στα εγχειρίδια των θεωρητικών Περί Αρμονικής. Πρώτος διδάξας (προφορικά) υπήρξε ο Πυθαγόρας. Για τον Φιλόλαο και τον Αρχύτα τον Ταραντίνο τα μουσικά διαστήματα εκφράζονται με τη σχέση δύο ακέραιων αριθμών και οι συνδυασμοί τους διέπουν τις σχέσεις ανάμεσα στα άστρα και τους νόμους του σύμπαντος. Επιφανέστερος έλληνας μουσικός θεωρείται ο Αριστόξενος ο Ταραντίνος (4ος αιώνας π.Χ.). Στην πραγματεία του Περί Αρμονικής ανασκευάζει τους μαθηματικούς υπολογισμούς των Πυθαγορείων, εκφράζει τη θεωρία μιας συγκερασμένης κλίμακας και διατυπώνει για πρώτη φορά μια συγκροτημένη θεωρία της Ρυθμικής.
Τους θεωρητικούς της κλασικής εποχής δεν απασχολούσε η γραφή της μουσικής. Οι μαθητές μάθαιναν με το αυτί και τη μνήμη. Ωστόσο, οι όψιμες πηγές μας συμβαδίζουν με τις πληροφορίες για τον Πίνδαρο που έστελνε στα ξένα το κείμενο και τη μουσική των ποιημάτων του και για τους επαγγελματίες μελογράφους της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας τον 3ο αιώνα π.Χ. Το βέβαιο είναι ότι οι Έλληνες από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. χρησιμοποιούν δύο συστήματα μουσικής γραφής. Στο πρώτο, μια σειρά από σύμβολα που προέρχονται από το ιωνικό αλφάβητο πάνε από τέταρτο τόνου σε τέταρτο τόνου. Το άλλο αποτελείται από συλλαβές και το βλέπουμε στο επίνητρο του Μουσείου της Ελευσίνας. Ωστόσο, τα περισσότερα μουσικά κείμενα που επέζησαν ήταν γραμμένα με δύο άλλα συστήματα, το οργανικό και το φωνητικό, που με ένα διάγραμμα ανάγνωσης που πρόσφερε ο θεωρητικός Αλύπιος ξαναζωντανεύουν. Γνωστότεροι είναι οι δύο δελφικοί ύμνοι στον Απόλλωνα, χαραγμένοι στον νότιο τοίχο του Θησαυρού των Αθηναίων στους Δελφούς τον 2ο αιώνα π.Χ. Τον δεύτερο ύμνο συνέθεσε ο Αθηναίος Λιμένιος. Το πιο ευανάγνωστο τεκμήριο αποτελεί η στήλη του Σεικίλου από τις Τράλλεις με επιτύμβια επιγραφή και μελωδία.
Η νύφη παίζει την τριγωνική άρπα ανάμεσα σε φίλες της. Γαμικός λέβης, γύρω στο 430 π.Χ. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.
Οι γάμοι στην αρχαιότητα γίνονταν το μήνα Γαμηλιώνα, όταν γιορταζόταν η ιερογαμία του Δία και της Ήρας. Η παλαιότερη μαρτυρία για το γάμο είναι ένα απόσπασμα της Ιλιάδας, όπου κάποιοι τραγουδούν με συνοδεία οργάνων τον υμέναιο και άλλοι έχουν στήσει χορό. Σε υδρίες και λουτροφόρους του 7ου αιώνα π.Χ. απεικονίζονται ζευγάρια που χορεύουν υπό τον ήχο αυλών ή ομαδικός χορός με χωριστά τα δύο φύλα γύρω από το λυριστή. Τον ίδιο αιώνα η Σαπφώ συνθέτει επιθαλάμια που αγόρια και κορίτσια τραγουδούσαν μπροστά στον νυφικό θάλαμο, όπως θα κάνει και ο Θεόκριτος (3ος αιώνας π.Χ.). Από τα επιθαλάμια, τα «κατακοιμητικά» είχαν σκοπό να αποκοιμίσουν τους νεόνυμφους ενώ τα «διεγερτικά» να τους ξυπνήσουν. Για τους αγγειογράφους του 6ου αιώνα π.Χ. αγαπημένο θέμα ήταν ο γάμος του Πηλέα και της Θέτιδας που αποδίδεται με δύο τρόπους: α) πομπή των θεών που πηγαίνουν στη γιορτή και β) πομπή των νεόνυμφων πάνω σε άρμα την ώρα της «αγωγής», όταν η νύφη εγκαταλείπει το πατρικό της. Και στις δύο περιπτώσεις τα μουσικά όργανα είναι απαραίτητα. Στην κεραμική του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ. σε άρμα απεικονίζονται και τα ζευγάρια Μενέλαος και Ελένη, Ηρακλής και Ήβη, Άλκηστη και Άδμητος, Κάδμος και Αρμονία. Γαμήλια αγγεία είναι οι υδρίες, οι λουτροφόροι και οι γαμικοί λέβητες και όλα συνδέονται με το νυφικό λουτρό. Η ερυθρόμορφη αγγειογραφία του 5ου αιώνα π.Χ., χωρίς να εγκαταλείπει τη γαμήλια πομπή με τέθριππο, αναδεικνύει νέα γαμήλια θέματα. Στην προγαμιαία τελετή της λουτροφορίας, αυλοί και κρόταλα ρυθμίζουν το βηματισμό των παρισταμένων. Οι παραστάσεις επικυρώνουν τις πληροφορίες του Πολυδεύκη (1ος αιώνας μ.Χ.), ότι το «γαμήλιο αύλημα» παίζεται με έναν ή με δύο αυλούς. Από το τέλος του 5ου και στον 4ο αιώνα π.Χ. το ενδιαφέρον των αγγειογράφων στρέφεται και στον κόσμο των γυναικών που προετοιμάζονται για το γάμο. Το «νυμφοστολείν» των αρχαίων αποδίδεται με σκηνές από το δωμάτιο της νύφης που συχνά παίζει η ίδια λύρα, βάρβιτο ή τρίγωνο την ώρα που οι φίλες της παίζουν μουσική και τραγουδούν νυφιάτικα τραγούδια. Σε γαμήλιο λέβητα των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ. ξεδιπλώνεται ο γαμήλιος χορός της νύφης με τις φίλες της. Ο Θεόκριτος μας πληροφορεί ότι το «επιθαλάμιο τραγούδι της Ελένης» τραγουδούσαν και χόρευαν οι δώδεκα παρθένες της Σπάρτης μπρος στο δωμάτιο των νεόνυμφων. Ως προς το θέμα της αναχώρησης των νεόνυμφων, συχνά το τέθριππο εγκαταλείπεται και η νύφη βαδίζει χαμαίπους ενώ ο άντρας τής κρατάει το χέρι. Την αλληλένδετη σχέση ανάμεσα στο γάμο και στη μουσική εκπροσωπεί η μυθική μορφή του Υμέναιου, της προσωποποίησης του γάμου. Μυθογράφοι της ύστερης αρχαιότητας παραδίδουν ότι ήταν γιος μιας Μούσας και του Απόλλωνα, ξακουστός μουσικός που τον καλούσαν στους γάμους για να τραγουδήσει. Λίγο πριν τραγουδήσει στο γάμο του Διόνυσου και της Αριάδνης, βουβάθηκε ή πέθανε. Από τότε σε όλους τους γάμους τραγουδούν τον υμέναιο.
Το άρθρο συνοδεύει πλούσια εικονογράφηση ενώ σημειώνονται αναλογίες με τραγούδια ή έθιμα από τη νεότερη Ελλάδα.
Απόσπασμα χορικού από τον Ορέστη του Ευριπίδη, σε πάπυρο του 1ου αι. μ.Χ.
Η μελική γραμμή που διαγράφει η ανθρώπινη ομιλία διαφέρει από μια καθαρά μουσική μελωδία. Ο Αριστόξενος ο Ταραντίνος (310 π.Χ.) την ονομάζει «λογώδες μέλος» και λέει ότι ναι μεν κινείται μεταξύ οξύτητας και βαρύτητας αλλά το είδος της κίνησης είναι διαφορετικό. Την κίνηση που η ακοή αντιλαμβάνεται ως σταθερή την ονομάζουμε συνεχή. Αντίθετα, όταν η φωνή μοιάζει να αλλάζει θέσεις, η κίνηση είναι διαστηματική. Συνεχής είναι η κίνηση του λόγου και διαστηματική η κίνηση της μουσικής. Πολύ αργότερα, ο Αριστείδης ο Κοϊντιλιάνος (2ος ή 3ος αιώνας μ.Χ.) περιγράφει μια μέση κίνηση της φωνής, ανάμεσα στη συνεχή και στη διαστηματική, που ακούμε στην απαγγελία των ποιημάτων. Ο Λογγίνος (250 μ.Χ.) συμβουλεύει τους ρήτορες να τη χρησιμοποιούν προκειμένου να διεγείρουν τον οίκτο.
Διαβάζοντας Πλάτωνα και Αριστοτέλη διαπιστώνουμε ότι τα μουσικά γνωρίσματα του αρχαίου ελληνικού λόγου είχαν μια τόσο τυπικά διαγραφόμενη μορφολογία, ώστε να επηρεάζουν και την ίδια τη διαμόρφωση της ελληνικής μουσικής. Στις αρχαίες λέξεις ουσιαστικοί είναι οι τόνοι, η διάκριση σε οξείες, περισπώμενες και βαρείες συλλαβές, που τα σημάδια τους λένε πως εφηύρε ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (2ος αιώνας μ.Χ.). Από τις διαφορετικές τους θέσεις προέκυπτε το μελικό σχήμα της κάθε λέξης και από την κατά μήκος διάταξή τους το ρυθμικό σχήμα της. Αυτό το πλήρες, μελωδικό και ρυθμικό, σχήμα της λέξης ο ομιλητής το έπαιρνε από τη λέξη, δεν της το έδινε. Αποκαλυπτικές είναι οι οδηγίες του Αριστοτέλη προς τους ρήτορες: ο έντεχνος πεζός λόγος, λέει, πρέπει να έχει ρυθμό αλλά όχι μέτρο. Αναζητώντας ένα βηματισμό ταυτόχρονα ρυθμικό και ελεύθερο καταλήγει στον Παίωνα ή Παιάνα. Η αποστολή της μουσικής να ενδυναμώνει μέσα από τους τύπους του λόγου τις δικές του αναπνοές, την καταξίωνε πολύ περισσότερο από την «ψιλή», την οργανική πρακτική της. Όταν ο Ευριπίδης αρχίζει να ελευθεριάζει, τόσο ο Αριστοφάνης όσο και, αργότερα, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς τον μέμφονται. Η άποψη του Αλικαρνασσέως εντάσσεται και σε μια εποχή, από τον 2ο αιώνα π.Χ. ως τον 2ο αιώνα μ.Χ., όπου επικρατεί ένα νεο-αυστηρό ύφος που επανασυνδέει τη μελοποίηση με την προσωδία του λόγου. Ενδεικτικό παράδειγμα, το «Προοίμιον» του μουσικού Διονυσίου (1ος αιώνας π.Χ. ή μ.Χ.). Το εύρημα που οριοθετεί το χώρο στον οποίο κινούνται η μουσική και ο αρχαίος ελληνικός λόγος είναι ένας χριστιανικός ύμνος (τέλος 3ου αιώνα μ.Χ.) στο μεταβατικό στάδιο προς το βυζαντινό μουσικό ύφος που ονομάζεται «ειρμολογικόν».
Μουσικός διαγωνισμός του Απόλλωνα με τον Μαρσύα. Μαρμάρινη βάση από τη Μαντίνεια, περ. 330 π.Χ. Αθήνα, Εθν. Αρχαιολογικό Μουσείο
Στην κάθε στιγμή της ζωής των αρχαίων Ελλήνων, η μουσική προσάρμοζε τους νόμους και το ήθος της, ένα ήθος που δεν ήταν υποκειμενικό. Οι αρχαίοι χρησιμοποίησαν δύο μουσικές σημειογραφίες, τη φωνητική και την ενόργανη. Τα σαράντα κατάλοιπα σημειογραφίας που σώζονται και, χάρη στους πίνακες του Αλύπιου (4ος αιώνας μ.Χ.) διαβάζονται απόλυτα ως προς τους φθόγγους και το ρυθμό, παραμένουν αδιάβαστα ως προς άλλα ουσιώδη γνωρίσματά τους. Οι δύο δελφικοί ύμνοι στον Απόλλωνα (τέλη 2ου αιώνα π.Χ.), που διασώζουν ειδικές κλίμακες και τρόπους που είχαν εξαφανιστεί μετά το 500 π.Χ., μας προτείνουν έναν άλλο τρόπο προσέγγισης: τη βυζαντινή και τη δημοτική μας μουσική.
Αρπιστής, μαρμάρινο ειδώλιο από την Κέρο, 2800-2200 π.Χ. (Εθνικό αρχαιολογικό Μουσείο).
Από την Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής του Σόλωνα Μιχαηλίδη (ΜΙΕΤ, Αθήνα 1982) προέρχονται τα λήμματα που ζωντανεύουν τα αρχαία μουσικά όργανα και την ιστορία τους. Ανάλογα με το πώς παράγεται ο ήχος, τα πνευστά διακρίνονται στους αυλούς που χρησιμοποιούν γλωσσίδα (αυλός, δίαυλος, πλαγίαυλος, ύδραυλις) και στη σύριγγα, όπου ο ήχος παράγεται κατευθείαν με το φύσημα. Εδώ ανήκει η σύριγγα του Πάνα και τα διάφορα είδη σάλπιγγας. Τα έγχορδα διακρίνονται σε τρεις ομάδες. Χορδές ίσες σε μήκος αλλά διαφορετικές σε πάχος που δεν ξεπερνούσαν τις δώδεκα είχαν η λύρα, η κιθάρα και τα συγγενικά τους κιθαρίς, βάρβιτος, κ.ά. Διαφορετικού μήκους χορδές που μπορούσαν να φτάσουν και τις σαράντα είχαν τα «πολύχορδα», το ξενικής προέλευσης ψαλτήριον (μάγαδις, πήκτις, φοίνιξ κ.ά.) και τα ελληνικής προέλευσης επιγόνειον, σιμίκιον, τρίγωνον, που παίζονταν μόνο με τα δάκτυλα. Μάλλον περιορισμένη είναι η τρίτη κατηγορία του λαούτου που περιλαμβάνει όργανα με βραχίονα και αντιπροσωπεύεται από το τρίχορδον. Περιγράφονται η λύρα, η φόρμιγξ, η βάρβιτος, η κιθάρα, η σαμβύκη, η μάγαδις, ο φοίνιξ, η πήκτις και η πανδούρα. Αυτά που σήμερα ονομάζουμε κρουστά ήταν ξενικής προέλευσης και παίζονταν σε οργιαστικές τελετές. Είναι ο δίσκος, τα κύμβαλα, το τύμπανον, το σείστρον, ο κώδων και τα κρόταλα.
Ο Δίας - Βυζαντινός αυτοκράτορας τίκτει τον Διόνυσο από τον μηρό του (Κώδ. 6 φ. 163β).
Οι πύρινοι λόγοι του Ιωάννη του Χρυσόστομου ενάντια στους θυμελικούς αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία. Πολλές νομικές διατάξεις στόχευαν στην εξάλειψη όσων εμπλέκονταν στα θεάματα: απώλεια κληρονομικών δικαιωμάτων, υποχρεωτική απογραφή, για τις θεατρίνες απώλεια των προνομίων εντίμων γυναικών κ.ά. Το κράτος όμως παράλληλα, μέσω των δήμων, τους συντηρεί: οι καλλιτέχνες τρέφονταν από τον δήμο προκειμένου να τον διασκεδάζουν. Γιατί η δραστηριότητα των θυμελικών δεν περιοριζόταν στον σκηνικό χώρο. Λάμπρυναν όλες τις εκδηλώσεις του δήμου αλλά και τα συμπόσια των αρχόντων, πρωτοστατούσαν στις γαμήλιες πομπές, δραματοποιούσαν κατά παραγγελίαν επικήδειους θρήνους. Τον θίασο αποτελούσαν μουσικοί, μίμοι και μιμάδες, μίμοι αοιδοί και μίμοι ορχούμενοι. Καθώς απέδιδαν με λόγο, μουσική και χορό δραματοποιημένους μύθους, οι ορχούμενοι μίμοι του Βυζαντίου θεωρήθηκαν πρόδρομοι του ευρωπαϊκού χοροδράματος. Σύμφωνα με τον Χρυσόστομο, το κοινό παρακολουθούσε τις παραστάσεις με ιερή ευλάβεια και οι άνθρωποι συνέχιζαν να τραγουδούν τη μελωδία στα σπίτια τους. Οι πρώτοι που σκέφτηκαν να επωφεληθούν από τη μουσική και το θέατρο ήταν οι Αρειανοί. Πανίσχυροι στην Αλεξάνδρεια, ενθρόνισαν πατριάρχη τον Λούκιο (382-385). Ο εκπτωκός πατριάρχης Παύλος περιγράφει εκβακχισμένη λειτουργία των Αρειανών στην εκκλησία Θεωνά που θυμίζει έντονα βακχικό όργιο. Η προσέγγιση του θείου γίνεται μέσα από την βακχεία. Τη χριστιανική βακχεία οδηγούσαν οι μίμοι, οι ορχηστές, οι παιγνιώτες. Ο Χρύσανθος, στο Θεωρητικόν Μέγα της Εκκλησιαστικής Μουσικής, παρέχει πληροφορίες για το συσχετισμό του εκκλησιαστικού χώρου με τον θεατρικό. Κατά τον συγγραφέα, σημείο συνάντησης του αρχαιοελληνικού θεάτρου με τη χριστιανική εκκλησία υπήρξε η ταύτιση από το λαό της λατρείας του Χριστού και του Διόνυσου.
Πέτρος Πελοποννήσιος Λαμπαδάριος, από την Ανθολογία της Παπαδικής (1815), Μονή Μεγίστης Λαύρας, Άγιο Όρος.
Η άγραφη κοσμική μουσική των Βυζαντινών περνάει στη νεότερη παράδοση προφορικά, μέσα από τα δημοτικά τραγούδια. Κάποια από αυτά έχουν καταγραφεί σε μεταβυζαντινά χειρόγραφα του Αγίου Όρους ήδη από το 1562. Ως προς τη μουσική της Εκκλησίας, διακρίνουμε τέσσερις περιόδους: α) από τον 1ο αιώνα ως την κτίση της Κωνσταντινούπολης, β) από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης ως την εποχή των μεγάλων υμνογράφων του 7ου-8ου αιώνα, γ) από τον 12ο αιώνα ως την Άλωση και δ) από την Άλωση ως τις μέρες μας, με δύο υποπεριόδους: α) το διάστημα της Τουρκοκρατίας και β) το διάστημα από το 1820 ως σήμερα.
Στη μουσική της πρώτης περιόδου βαραίνουν οι θεωρίες των αρχαίων. Η πυθαγόρεια «θεία φύση των διαστημάτων» σώζεται ως σήμερα στη φωνητική μουσική και στα χαρακτηριστικά όργανα της Ανατολής. Από την άλλη, η δυτική μουσική ακολουθεί το συγκερασμό των μουσικών διαστημάτων που θεμελίωσε ο Αριστόξενος. Η βυζαντινή, όπως και κάθε ανατολίτικη μουσική, είναι τέχνη μελωδική και μονοφωνική – σε αντίθεση με τη νεότερη δυτική μουσική που είναι πολυφωνική. Άλλο χαρακτηριστικό είναι το ίσον, ένα είδος οριζόντιας αρμονίας τελείως διαφορετικής από την αρμονία της δυτικής μουσικής. Κι ακόμη ένα γνώρισμα είναι το φωνητικό στοιχείο: ποτέ δεν υπήρξε οργανική συνοδεία στην Εκκλησία.
Στη δεύτερη περίοδο ολοκληρώνεται το υμνογραφικό έργο για όλες τις ακολουθίες της Εκκλησίας. Μετά το τροπάριο δημιουργείται το στιχερό. Ο Ρωμανός ο Μελωδός εκπροσωπεί το κοντάκιο που αναπτύσσεται τον 5ο με 6ο αιώνα. Το κοντάκιο αντικαθιστά ο κανόνας, πολύστροφο ποίημα με εννέα ωδές, που καθεμιά τους αποτελείται από τον ειρμό και τα τροπάρια. Τη δεύτερη περίοδο χαρακτηρίζει η ανασύνταξη και αναδιάρθρωση της Οκτωήχου, έργου που αποδίδεται στον Ιωάννη τον Δαμασκηνό.
Στην τρίτη περίοδο, ο ποιητής-συνθέτης γίνεται συνθέτης-ψάλτης. Αρχίζει η εποχή των μεγάλων μαϊστόρων. Τα Χειρόγραφα Εκκλησιαστικής Μουσικής 1453-1820 του Μανόλη Χατζηγιακουμή (1980) αποτελούν έκδοση-σταθμό στην ιστορική έρευνα αυτής της περιόδου.
Από την Οξύρυγχο της Αιγύπτου προέρχεται πάπυρος του 3ου αιώνα μ.Χ. με ύμνο στην Αγία Τριάδα τονισμένο στην αρχαία ελληνική αλφαβητική σημειογραφία. Μετά τον 7ο αιώνα για την καταγραφή των ύμνων διαμορφώνεται ένα είδος παρασημαντικής, το εκφωνητικό είδος. Από το β΄ μισό του 10ου αιώνα αρχίζει η συστηματική διάκριση των σημαδιών της βυζαντινής μουσικής από τα εκφωνητικά. Η μεσοβυζαντινή σημειογραφία είναι η πιο τελειοποιημένη. Η υστεροβυζαντινή είναι γνωστή και ως γραφή του Ιωάννη του Κουκουζέλη, φημισμένου μαΐστορα του 13ου ή των αρχών του 14ου αιώνα. Καταγράφοντας τις μελωδίες, λέει ο Χρύσανθος, οι Βυζαντινοί ακολουθούν τρία στάδια: την παραλλαγή, τη μετροφωνία και το μέλος.
Η μεταρρύθμιση του μουσικού συστήματος στις αρχές του 19ου αιώνα είναι γνωστή ως «η νέα μέθοδος των τριών διδασκάλων», του Χρύσανθου, του Γρηγόριου και του Χουρμούζιου. Ανάλογα με το χαρακτήρα κατασκευής τους, ο Χρύσανθος διακρίνει τα μέλη σε παπαδικό, στιχεραρικό και ειρμολογικό. Ένα ξεχωριστό είδος μελοποιίας είναι το καλόφωνο (στιχεραρικό και ειρμολογικό) που συμπληρώνει το μελωδικό περίγραμμα με το κράτημα. Το κράτημα θεωρείται το απόλυτο είδος μουσικής των Βυζαντινών.
Ο Αττίκ στο πιάνο του.
Η Οπερέτα και η Επιθεώρηση (γεν. 1894) είναι τα δύο είδη μουσικού θεάτρου. Ξενόφερτες μουσικές επενδύονται με ελληνικούς στίχους σε καντάδες. Στις αρχές του αιώνα μας εμφανίζεται η ελληνική οπερέτα. Ο Αττίκ μετέφερε από το Παρίσι το τραγούδι που διηγείται μια ιστορία. Το ταγκό και το βαλς δεσπόζουν στο αστικό τραγούδι ως το 1960. Το λαϊκό τραγούδι, γεννημένο στα ελλαδικά λιμάνια, μπολιάζεται μετά το 1922 με το μικρασιάτικο. Στη δεκαετία του 1930, η Πειραιώτικη Σχολή λανσάρει το βαρύ και περιθωριακό ρεμπέτικο. Η σμυρνέικη μουσική υποχωρεί. Ανθεί παράλληλα το «δημοτικοφανές» τραγούδι που αναβιώνει στη δεκαετία του 1950. Πλάι στα «δημοτικοφανή», νέοι για την Ελλάδα ρυθμοί προστίθενται στο ταγκό και το βαλς: σουίνγκ, ρούμπα, μπολέρο. Στα χρόνια της Κατοχής οι συνθέτες στρέφονται προς τις αμερικάνικες μελωδίες της τζαζ, και οι φωνές ακολουθούν αμερικάνικα πρότυπα. Το 1948 ο Χατζιδάκις ξαφνιάζει την αστική Αθήνα με τη διάλεξή του για το ρεμπέτικο. Γεννιούνται τα αρχοντορεμπέτικα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 το ελαφρό τραγούδι του μουσικού θεάτρου υποχωρεί μπρος στον Μάνο Χατζιδάκι. Το κοινό αγκαλιάζει πρώτα τα τραγούδια του από τον κινηματογράφο. Μετά το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου», στο πρώτο φεστιβάλ τραγουδιού το 1959, ο Χατζιδάκις γίνεται πρωτοσέλιδο. Το ελληνικό τραγούδι μπαίνει στην εποχή του ανταγωνισμού ανάμεσα σε πρόσωπα και εταιρείες. Η ποίηση γίνεται πρώτο υλικό για τα τραγούδια. Εμφανίζονται Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος, Λεοντής. Το 1961 στην Πλάκα δημιουργείται το πρώτο μουσικό καφενείο, ο Τιπούκειτος, και πέφτει ο σπόρος για τις μπουάτ. Από το 1976 το ελληνικό τραγούδι άρχισε τις «επιστροφές». Ο κύκλος έχει κλείσει.
Ο Diaghilev και ο Stravinsky στο σπίτι του Marinetti μια βραδιά των «Intonarumori», 1984.
«Να εκφράσουμε τη μουσική ψυχή του πλήθους, των μεγάλων βιομηχανικών ναυπηγείων, των τρένων, των υπερωκεανείων, των τεθωρακισμένων, των αυτοκινήτων και των αεροπλάνων. Θα προσθέσουμε τελικά στα μεγάλα κυρίαρχα μοτίβα του μουσικού ποιήματος το δοξασμό της μηχανής και το θρίαμβο του ηλεκτρικού». Κάπως έτσι καταλήγει το μανιφέστο του ο μουσικός Balilla Pratella το 1911 στο Μιλάνο. Στον ιταλικό φουτουρισμό αναφέρεται η συγγραφέας, κίνημα τέχνης και πολιτικής, γοητευμένο από τις νέες φόρμες που περιέχουν την καινούρια βαρβαρότητα. Στον απόηχό του βρίσκονται οι σύγχρονοι μουσικοί προβληματισμοί και η ηλεκτρονική μουσική. Στη στασιμότητα της κατασταλαγμένης «οργανικής εποχής», ο Σαιν-Σιμόν αντιπαραθέτει τους πυρετούς και τις αγωνίες της «κριτικής εποχής». Η μουσική υπακούει στη διαίσθηση, στη δίχως νόημα φαντασία, στη βία, στη διαρκή δυναμική κίνηση. Η ουσία των πραγμάτων βρίσκεται μέσα στη μουσική αποσύνθεση ήχων και θορύβων. Από το 1911, σε μια προβληματική που περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα μιας ζωντανής προσωπικότητας που βρίσκεται σε «κατάσταση συναγερμού», σε «βίαιη ασυμφωνία» με το περιβάλλον της, ο Σένμπεργκ υποστηρίζει στην Πραγματεία περί Αρμονίας ότι μόνον η κίνηση παράγει την αληθινή παιδεία (Bildung) που, με το κριτικό πνεύμα του «μαθητή», αρθρώνεται απέναντι στην παιδεία παραδοσιακού τύπου. Ο καλλιτέχνης, λέει ο Σένμπεργκ, δεν δημιουργεί σύμφωνα με τα κριτήρια του ωραίου μα σύμφωνα με μια εσωτερική ανάγκη. Γενικά στη φουτουριστική τέχνη το «λειτουργικό» είναι συνώνυμο του «δημιουργικού». Η διαίσθηση ως δυνατότητα εξυπνάδας, ως πρώτη ουσία της έμπνευσης έχει σχέση με την κίνηση, την ενέργεια, τη δύναμη που, εμπνευσμένοι από τον Μπεργκσόν, τον Σορέλ και τον Νίτσε, οι φουτουριστές υιοθέτησαν.
Πρώιμη λαιμητόμος (Μουσείο της Σκωτίας).
Ο συγγραφέας συμπληρώνει παλαιότερο άρθρο του (Αρχαιολογία, τχ. 11) με δύο περιπτώσεις που εντόπισε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, οι οποίες αφορούν τις σχέσεις θανατικής ποινής και καποδιστριακής διοίκησης. Στην πρώτη περίπτωση (1830), φαίνεται ότι η κεντρική διοίκηση, αποβλέποντας στον παραδειγματισμό, έπαιζε άμεσο ρόλο στον καθορισμό της διαδικασίας της εκτέλεσης. Για τη δεύτερη (1831), δεν είναι σαφές αν πρόκειται για επικείμενη εκτέλεση ή για μετατροπή ποινής. Το Οθωνικό Αρχείο των ΓΑΚ αποκαλύπτει ότι ο δήμιος Χασάν Αρναούτ διορίστηκε το 1833, πριν από τον Ποινικό Νόμο που εισήγαγε τη λαιμητόμο, και έπαιρνε 100 δραχμές το μήνα.
Το θέατρο «Απόλλων» του Πύργου.
Ο συγγραφέας διαφωνεί με το ότι το Μαλλιαροπούλειο και το νεοκλασικό θέατρο της Πάτρας αποτελούν «τα μοναδικά θεατρικά αρχιτεκτονήματα σε ολόκληρη τη νότια Ελλάδα» (Αρχαιολογία, τχ. 12, « Αρχαία και σύγχρονα θέατρα στην Αρκαδία»). Υπενθυμίζει την ύπαρξη του θεάτρου «Απόλλων» (1878) στον Πύργο. Όντας στην περιφέρεια, η ακμαία κοινότητα του Πύργου είναι τόσο γνωστή όσο και οι χώρες του Τρίτου Κόσμου, λέει. Η Ερμούπολη μόλις αρχίζει να προσελκύει το ενδιαφέρον. Το μεγαλοπρεπές της θέατρο «Απόλλων» πρέπει να περιληφθεί στα θέατρα της νότιας Ελλάδας.
Ανδρόνικος Παλαιολόγος ο Β΄και Στέφανος Ούρωch ο Μιλούτιν, με τον Άγιο Στέφανο στο πλευρό του (λιτή Μονής Χελανδαρίου, 14ος αι.)
Το 1198, ο πρώην μεγάλος ζουπάνος της Σερβίας Στέφανος Νεμάνια, ήδη μοναχός Συμεών, και ο γιος του Ράστκο, μοναχός Σάββας και κατοπινός Άγιος, έλαβαν χρυσόβουλλο σιγίλλιο από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ Άγγελο (1195-1203) για να επιδιορθώσουν την ερημωμένη μονή. Φαίνεται ότι το 1198 δεν ανυψώθηκε νέα εκκλησία και ότι οι Νεμάνια ανακαίνισαν την ήδη υπάρχουσα ελληνική μονή. Μοναστήρι και καθολικό επέζησαν ως τις αρχές του 14ου αιώνα, όταν ο κράλης Στέφανος Ούρωτς ο Β΄, ο επιλεγόμενος Μιλούτιν, αποφάσισε να κατεδαφίσει τον παλαιό ναό και στα θεμέλιά του να ανεγείρει νέο. Ο εξωνάρθηκας του πρίγκιπα Λαζάρου είναι η τελευταία προσθήκη που έγινε στο ναό λίγο πριν από το 1389.
Το τμήμα της πρόθεσης του μαρμάρινου τέμπλου και τα κιονόκρανα του τρίλοβου παραθύρου της λιτής αποδεικνύουν την εδώ ύπαρξη ενός από τα παλαιότερα τέμπλα του Όρους, από τα τέλη του 10ου ή τις αρχές του 11ου αιώνα. Τα άλλα δύο τμήματα του τέμπλου ανήκουν στην ανακατασκευή που έκανε ο Μιλούτιν τον 14ο αιώνα. Τα κιονόκρανά τους ο Ορλάνδος τα χρονολογεί στα τέλη του 16ου ή τις αρχές του 17ου αιώνα. Δύο από τους κιονίσκους του τέμπλου φέρουν το παλαιό διακοσμητικό μοτίβο του διπλού σχοινοειδούς κόμπου που βλέπουμε στα τέμπλα της Αγίας Τριάδας του Κριεζώτη ή της Μονής Δαφνίου και που υπογραμμίζει μια ρυθμολογική συγγένεια με τις Βλαχέρνες της Άρτας (1250), την Πόρτα Παναγιά (1283), το Πρωτάτο (1295 ή 1313). Το διακοσμητικό δάπεδο, ο βυζαντινός «πάτος», αποτελείται από συνδυασμούς μαρμαροστρώσεων και μαρμάρινων διακοσμήσεων. Απλές γεωμετρικές μορφές δημιουργούνται με πολύχρωμα μάρμαρα και την τεχνική opus sectile.
Στις βάσεις των κιόνων που στηρίζουν τον τρούλο έχει γίνει χρήση πτερνιστήρων, άγνωστων στην Πόλη, την Ελλάδα και τον Άθω αλλά γνωστών στη Σερβία. Ανήκουν, επομένως, στην ανακατασκευή του Μιλούτιν. Στο εσωτερικό του ναού χρησιμοποιείται το «αισθητικό τετράγωνο», μια οπτική διόρθωση που αναδεικνύει την προοπτική του χώρου. Παρόμοιες διατάξεις αισθητικών τετραγώνων βρίσκουμε στην Παναγία του Οσίου Λουκά (10ος αι.) και στην Παναγία των Χαλκέων στη Θεσσαλονίκη (1028). Αυτή η ιδιαίτερη συνθετική εκλέπτυνση ασφαλώς ανήκει στον ναό του 10ου-11ου αιώνα. Σε σύγκριση με χορούς άλλων ναών αγιορειτικού τύπου, οι χοροί του Χελανδαρίου διακρίνονται από το τρίλοβο άνοιγμα στον άξονα του κάθε χορού που χρησιμεύει και ως πλάγιο άνοιγμα. Γνωρίζουμε ότι ο Όσιος Αθανάσιος της Λαύρας διεύρυνε για την ευρυχωρία των ψαλτών το Κυριακόν του δημιουργώντας τον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου μετά χορών (965). Αντίστοιχη διεύρυνση έκανε και ο Μιλούτιν στον σύνθετο τετρακιόνιο εγγεγραμμένο χωρίς χορούς ναό. Κατεδαφίζει την παλαιά εκκλησία κρατώντας τις διαστάσεις της, μέρος του τέμπλου και το μεγαλύτερο μέρος του δαπέδου και ανεγείρει νέα.
Οι αρχιτεκτονικές παρατηρήσεις του συγγραφέα αναδεικνύουν τρία γεγονότα από τη διαδρομή της μονής Χελανδαρίου κεφαλαιώδους σημασίας για την αρχιτεκτονική ιστορία του Αγίου Όρους: α) το σημερινό καθολικό κτίστηκε στη θέση ενός άριστου βυζαντινού μνημείου του λαμπρού 11ου αιώνα, β) χοροί προστέθηκαν σε τύπο ναού χωρίς χορούς και γ) εισήχθη στο Όρος ο τύπος ναού μετά λιτής.
Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Κοίμηση Θεοτόκου, Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου, Ερμούπολη Σύρου.
Για την επέτειο των εκατό χρόνων (1884-1994) από την ίδρυση της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας οργανώθηκε στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών έκθεση με αποκτήματα της τελευταίας δεκαετίας αλλά και βυζαντινά και μεταβυζαντινά χειρόγραφα και το σπάνιο χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου από τη συλλογή της ΧΑΕ. Η έκθεση περιλαμβάνει 147 έργα τέχνης που παρουσιάζονται στην πλειονότητά τους για πρώτη φορά στο κοινό, δημιουργήματα γλυπτικής, ζωγραφικής και μικροτεχνίας από τους πρώτους χριστιανικούς ως τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Η Διευθύντρια του Μουσείου παρουσιάζει τα σημαντικότερα από αυτά, ανάμεσά τους και την Κοίμηση της Θεοτόκου από τον ομώνυμο ναό της Σύρου με την υπογραφή του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.
Από την εκδοτική δραστηριότητα του Ε.Λ.Ι.Α: περιοδικό «το 3ο μάτι» (1935-1937).
Τη σημαντικότερη συλλογή αρχείων της Ελλάδας, διαμορφωμένη από το 1980 σε Εταιρεία, οφείλουμε στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στον Μάνο Χαριτάτο που την ενορχήστρωσε. Εκτός από τα λογοτεχνικά και ιστορικά του αρχεία, το Ε.Λ.Ι.Α διαθέτει πλούσιο φωτογραφικό και χαρτογραφικό αρχείο. Η βιβλιοθήκη των 45.000 τόμων καλύπτει την ελληνική λογοτεχνία, ιστορία και λαογραφία, τις ελληνικές εκδόσεις του 19ου αιώνα, τα ελληνικά περιοδικά και τα ημερολόγια του 19ου και 20ού αιώνα, τα ελληνικά βιβλία τυπωμένα στην Αίγυπτο και τις ελληνικές και ξένες εκδόσεις για την Ελλάδα. Στην εκδοτική του δραστηριότητα ξεχωριστή θέση κατέχει η φωτογραφική αναπαραγωγή περιοδικών του 19ου και του 20ού αιώνα.
Μακεδονικός τάφος. 4ος αι. π.Χ. Πύδνα, βόρειο νεκροταφείο.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
The music chanted in the Church of the Orthodox East from the time of the Byzantine empire until today is known as Byzantine. Three extensive periods mark the historic evolution of music and hymnology. The first covers the period between the early Christian years and the foundation of Constantinople and is characterized by the oral transmission of hymns. The second reaches the 12th century and achieves a high point in the 7th and 8th centuries. During this period the kontakion and the canon are created to promote ecclesiastic poets such as Romanos the Melodos (6th century), Andreas of Crete (7th century), St. John Damaskinos and Kosmas the MeIodos (7th-8th century), Sophronios, Patriarch of Jerusalem and many others. Furthermore, a variety of other kinds of hymns appears in this phase, like the sticheron, automelon, apolytikion, etc. The system of the octave is organized and the Octoechos is coded by St. John Damaskinos. The third period commences in the 12th century and ends with the fall of Constantinople. This is the golden era of Byzantine music and exhibits a great number of famous hymnologists like Ioannis Koukouzelis, Nikephoros Ethikos, Ioannis GIykis, Xenos of Koroni, Ioannis Kladas, et al. The chanters/musicians chanting in the metropolis of Constantinople are called names denoting roles played in the chorus such as domestikos, lambadarios, protopsaltis, monophonarios, anagnostis, vastaktis, chironomos. The chironomos (a gesticulating cantor) led the choristers in the proper way of chanting. From the Fall of the ByzantIne capitaI, a new phase starts that lasts until today. The years of Turkish rule and those that follow υρ to the 19th century have fully been studied, from the historic point of view, by Manolis Hatziyakoumis in his book "xειρόγραφα έκκλησιαστικής µουσικής, 1453-1820" (= Manuscripts of Ecclesiastic Music, 1453¬1820). Byzantine music is monophonic and melodic and its signs signal the departure of the voice from the originaI vocals called "base of sound". These possess an impetus that is transmitted through the vocal practice, interpreting the written music and is a prerequisite of performing melody. Βyzantine music is, in addition, purely vocal and needs no musical instruments. The early music texts exhibit only a few signs. Βy the 12th century, a complete system is developed that is valid until today with certain alterations. The same signs recording the music texts in books have different names depending οn the sort of hymns they contain. The reading interpretation of signs is as foIlows: the starting vocal is defined and the voice moves up or down according to the Indications of the signs. Other signs signify the alterations, changes that is, from one sound to another. The so-called "κρατήµατα" are free compositions in which meaningless syllables like te-ri-rem, to-ro-ro, etc., are used instead of verses. Thus, the composer having no obligation to a certain text advances to the composition of pure music. The reformation of three major music masters (Chrysanthos, Gregorios and Chourmouzios) in the early 19th century simplified the writing and defines in detail the division of time. Αll chanted hymns, old and contemporary, were adapted to and rewritten in the new system / scheme, while in 1832 the book of Chrysanthos reveals the theoretical foundations of this system. One and a half century later, in 1982, the monumental work "Θεωρητικό "(= Οn Theory) written by Simon Karas is published. It completes through a detailed and exemplary classification the examination of the Greek music system; it corrects errors and refers thoroughly to the rhythm, the musicaI expression, the interνals, the "attractions" ; furthermore, it deals with the popular/folk music and its instruments, so that Greek music is approached and studied theoretically as an entity, while at the same time this entity is fully documented.
Music in ancient Greece played an important part on all occasions – marriages, funerals, banquets sacrifices, religious processions – and prevailed in public entertainments – competitions or demonstrations. Music was also a serious topic of thought in the schools of philosophy. As a matter of philosophic concern, it caught philosophers’ attention for centuries and even the Fathers of the Church got involved. Greeks never disputed either the impressive effect music has on the human soul – a unique quality that distinguishes music from other arts – or its close relation to the supreme laws of the universe. The passion Greeks had for music materialized in a multitude of treatises on Harmony and Rhythmics that have come down to us through written tradition. On the other hand, the representations of music scenes on pottery and reliefs exhibit the music instruments played by virtuosos and amateurs and help us to understand their technique. Needless to say that archaeological excavations enriched our knowledge on the subject, since they brought to light a considerable number of flutes and more rarely of lyres, in fragments. The wonder, however, of Greek music is that it included lyrics as can be proved by the few such texts that have survived. Parts of a tragedy on a fragmentary papyrus, two hymns dedicated to Apollo, the epitaph of a music lover inscribed on a stela. Therefore, we must admit that the study of ancient Greek music takes the combined efforts of more than one disciplines. Musicologists, in the first place, philologists for the interpretation of complex treatises, papyrologists for the deciphering of music symbols on tattered papyri, and finally archaeologists who discover, unfortunately quite seldom, parts of music inscriptions or instruments, so badly destroyed that they cannot produce even a single note of music. However, music in ancient Greece was a field in which both philosophical thought and mathematic calculations participated.
Α commonly held theory shows the Byzantines devoid of any affinity or relation to music. This argument is absolutely challenged. It identified with the intention of certain Church Fathers to put down any influence of the ancient world on contemporary historic reality. However, this historic reality was radically different from what was intended. As a matter of fact thymelic performances with mimes, musicians and dancers, had an immense effect on low and middle cIass people. Christian performances that according to Chrysostom involved noise, clatter, diabolic screams and schemes, limb movements and rotation of eyes, and were accompanied by music produced by flutes and syringes were very popular with believers who attended them piously and then tended to import the musical themes into their everyday life. Even St. Paul has described certain liturgies similar to Bacchic rites in which mimes, dancers and musicians replace the priests of Bacchus. Finally, Chrysanthos, a theorist of ecclesiastic music, has written that during the first centuries of Christianity, believers, knowing no other way to praise the new God than the traditional one of the ancient religion, employed pagan means and media such as chanting accompanied by the music of flute and lyre. These are regarded by Chrysanthos as diabolic vehicles.
Ancient texts of historians, poets, philosophers etc. give us much information about marriage and its celebration in ancient Greece. But we know little about wedding songs and music. Homer gives the first description of a marriage celebration in a village, where people played the music of “Hymenaios” on flutes and guitars and danced in a ring. Such wedding dances with flute players were perhaps the subjects of scenes on 7th century BC vases. During the same period, Sappho composed wedding songs which spoke about love or the beauty of the bride and groom, and we can compare them to popular modern songs. Some were sung in front of the nuptial bedroom, and these are called “epithalamia”. On Attic pottery of the Archaic period there are many nuptial processions with chariots showing mythical weddings. That of Peleus and Thetis was the most popular at the time, but also the weddings of Heracles and Hebe, Menelaus and Helen or contemporary weddings. At mythical ceremonies, Apollo and the Muses played music. At human marriages, a musician, man or woman was often present. In the 6th and 5th centuries BC , wedding scenes were represented on specially shaped vases, hydriae, loutrophoroi and nuptial lebetes. During this period, the representation of “loutrophoria” appeared on pottery with the bride and her friends or parents returning from the fountain. Between them, a girl carried the loutrophoros, a vase of special shape containing the water for the nuptial bath. All these scenes are accompanied by music, perhaps the “γαμήλιο αύλημα” of the text. In the 5th century on Attic vases, especially on hydriae or nuptial lebetes, there were scenes with the dressing and preparation of the bride, while young girls played music on harps and sang wedding songs, as they do today in Greek villages. Perhaps the “epithalamia” were sang then. Dances shown on these vases could also have a relationship with marriage. Another subject portrayed on pottery was the departure of the newly married couple, sometimes in a chariot but often on foot. Frequently a musician played the flute and sometimes the god of love, Eros, played the nuptial march. Later in Greek Mythology, Hymenaios became the incarnation of marriage. He was the son of Apollo and a Muse, a famous singer and musician. People invited him to weddings to sing and play music. But during the marriage of Dionysus and Ariadne, suddenly he lost his voice or – in some versions – he died. From then on, the song of “Hymenaios” was sung on all wedding occasions in ancient Greece to commemorate him.
The relationship speech has to music is a well known fact. Both speech and music are based on musical “formations” produced in order to transmit a certain “meaning” either to the producer of the sound or to another person. Both are vehicles of expression and communication that have in common the element of sound and are composed of tone combinations. However, these tone combinations differ from Music to Speech. Aristoxenos the Tarantine, calls «λογώδες μέλος» (melody of speech) the musical diagram of Speech, and thoroughly distinguishes the “perpetual movement” of voice present in Speech from the “movement in intervals”, characteristic of Music. In Ancient Greece, Speech, the «λογώδες μέλος», had an objective substance of its own. It was the product of the musical scheme of each word that possessed various “tonic pitches” and duration of syllables. This scheme could be transformed by the change of the “case” of a noun (nominative, genitive, etc), of the “tense” of a verb (present, past, etc.), by the adjacency to other words, etc. These transformations were dictated by an objective aesthetic prevailing in the Greek language and not by the personal, subjective expressive need of the speaker. Thus, the typical musical schemes of ancient Greek Speech were a most suitable and facile material for music composition, since the melody set to this Speech remained for long a mere repetition of its diagrams. One had simply to transfer them from the perpetual movement of Speech to the “movement of intervals” of Music. Up to the early years of Christianity, the relationship of music to Greek speech recurs: it is emancipated from its function“subordinate” to speech and then again it resumes to play a subservient role.
Futurism is a special "ism" that appeared at the beginning of the century to agitate by its different forms and its unity not only the world of arts but also the entire concept of the world into which it was born. It is certain that the contribution of futurism both to art history and to history is of great importance. It managed to conceive the death and immobility of thought and traditional art. The repertoire of futurist music follows and shares the repertoire of the other manifestations of futurist art, as well as its ideology and philosophy. Its themes are war, industrialization, motion, speed, adoration of modernism, etc. Α series of "studies" prepared the revolution of music that started from its very "explosion". These studies violently attacked the traditional writing of music common up to the early 20th century by changing the architecture of conventionaI musical models and aiming to the absolute tonic freedom through the breaking of musical joints.
1. - Τhe templon, already published, is made of parts belonging to two different styles: the part corresponding to the prothesis is typical of 10th or early 11th century templa, while the other two bays, belong to a 14th century style 29. Α chancel-door similar to the one of the Protaton (10th c.) can be seen in the monastery museum. 2.- Τhe marble floor, published in its greater part, extends mostly through the central part of the church, in a rectangular pattern related to the four columns. Bands of opus sectile decorated with alternating circles and squares of rectangles run from column to column forming a large rectangular pattern; Το this main rectangle, other rectangular patterns are added to the north, south, east and west. It must be noted, however, that the floor of the side apses follow a different pattern, whereas the areas around the outer edges of the column-bases as well as the areas of the angle compartments do not follow any scheme but are simply infillings. Το explain this antinomy the following alternatives could by suggested: a) during a major reconstruction (obviously the one of the early 14th c.) an 11th c. floor from another church was taken and laid out, the missing areas being supplemented by other designs, as in the side apses, and the rest was filled with whatever slabs were at hand. However, the removal of an existing marble floor is, in itself, an extremely difficult technical problem, eνen today. In any case, nο similar transfer has been recorded in the history of art. b) a second alternative would see the copying of 11th c. patterns during the 14th c. reconstruction. However this is unfeasible from an artistic point of view and this is the reason why nο century can copy another century. But even if we accept that this did happen at Helandari, then why the general design was not followed for all the parts of the church floor? c) Α third explanation would accept that the ancient parts of the floor have remained in situ since the 11th c. and that a major structural change required a new floor design for the areas of the side apses and new lying of the angle compartments. If this third alternative is accepted as valid, then one should also accept that the existing ancient floor is part of a 10th or 11th c. church which, judging from the quality of the marble floor, should be considered as extremely important. Α comparison of this floor to other similar floors dating from the 11th c., as in Hosios Loucas, Lavra, Ivirοn, Nea Μοni, Stoudiou, Vatopedi, Xenophontos, St. Demetrius of Vatopedi, Church at Veljusa (Southern Serbia), will provide sufficient argument to attest that the main floor of Helandari belongs to the 11th c. and to the same decorative style as all the others mentioned above. Τhis last fact leads to the conclusion that these marble patterns were, to a certain extent, pre-assembled and came from a common handicraft Centre, located most probably at Proikonesos, the sea of Marmara. Οη the other hand the marble floor covering the side apses with cosmatilike patterns reminds one of Italian or Dalmatian style and should be ascribed to the 14th c. 3. - Τhe bases of the four central columns are fitted with spurs at each corner of the plinth. Τhis, however, is a feature unknown in Byzantine architecture but well-known in Romanesque and Gothic buildings as well as in Serbian ones, such as Decani , which is also a monument of the 14th c. Having accepted that these bases belong to a Serbian style of the 14th c., one will also have to accept: a) that the columns, the vaults and cupola, if not an even larger part of the church, have been torn down and rebuilt as they are now, b) that the initial flooring has been removed from the angle compartments and the outer edges of the columns, to accommodate the new bases, which follow exactly the dimensions of the old ones, c) that the exact position of the old (and new) bases indicate the geometric setting of the old church which, compared to other 11th c. Athos churches, can offer enough elements for an approximate theoretical reconstruction of the original monument. 4. - It has been pointed out that the flooring of the side-apses is of a different design than that of the main floor. Additionally the angles k1-k1 and k2-k2 are extended into the area of the side-apses proper and that the angles of the interior curved walls of these apses stand οn the decorative bands of the old floor. At this point one should note that the side-apses of Helandari differ from all other Athonite side-apses by having axual three-lobed entrances, decorated by twin columns bearing capitals with 10th - 11th c. decorative patterns. These three-lobed openings naturally remind of three-lobed or twin-lobed diaphragms of the typical Byzantine cross-in-square type of church without side-apses. One may recall the case of Megisti Lavra in which the northern and southern ends of the side cross-arms have been removed and replaced by side-apses or choirs. Οne is therefore led to conclude that a similar solution was applied at Helandari. Τhis fact is also reinforced by the dedicatory inscription which mentions the “narrowness” of the old church as the reason for which it was torn down to make room for the new one. Τhe justification of “narrowness” is also present in texts referring to the rebuilding of the Protaton, whereas in a text relating to the structural changes in Lavra, mention is made of an “enlargement”. The transaction of the three-lobed openings called for either the fitting of existing 11th c. carved slabs or for the carving of new ones , the new ones following 14th c. patterns. 5. - Τhe masonry work looks homogeneous), a fact which supports its rebuilding. Τhe side-apses as well as the chancel apse are five-sided, a feature particular to the 12th-14th centuries. Τhe cross-vaults over the prothesis and diaconicon are ribbed, but the section of the ribs is semicircular, a feature which belonging to western rather than to a Byzantine style further confirms the 14th c. dating. 6.- Τhe wide narthex or liti appears οn Athos for the first time at Helandari, while the older known example is the one at the Panagia Church of Hosios Lucas, dating from the middle of the 10th c. Τhe liti of Helandari shows structural and decorative features, which can lead to two opposing theories: a) that the liti was supposedly added at a later date namely in 1347 and b) that the liti belongs to the rebuilding of the early 14th c. 7. - Τhe remarks made in this paper emphasize three episodes in the building history of the Helandari catholicon that are of capital importance in the development of church architecture οn the Holy Mοuntain: a. - Τhe tracing and discovery of a Byzantine monument of the 10th-11th c., unknown until now, but outstanding which stood in the place of the present catholicon and was of the cross-in-square type without side-apses. b. - Τhe addition of side-apses to a church of the type without side-apses, three centuries after the first application of the type with side-apses at Lavra. c. - Τhe appearance of the type of church with liti for the first time οn Athos. Οne should stress the fact that quite a few scholars have so far considered the type of cross-in-square with side-apses, (known also as Athonite type), as a uniform design, based οn still-unknown originals from Asia Minor, the Caucasus or Constantinople. However, one could instead promote a new approach theory according to which there has been an evolving course from churches without side-apses (Protaton, perhaps Vatopedi, Lavra, perhaps Iviron, Helandari, etc.) towards the well-known Athonite type of church with side-apses. Whenever this development took place it must be dated between roughly 1000 and 1300. Τhis new fashion was applied either by the addition of side-apses, as in Xenophontos of St. Demetrius of Vatopedi, or by the building of new churches with the new feature. Τhis fashion and type spread not only οn Athos but also from Athos to Macedonia, Serbia, the Danube countries and the rest of Greece.
It was until recently accepted, not only by non-specialists but also by distinguished musicologists, that music in the cultural life of ancient Greece had played a lesser part than sculpture, poetry, theatre or architecture. Furthermore, that it by no means could claim achievements equal to the other arts. This misbelief was based both on a limited knowledge of ancient Greek music, and on the mishandling of the subject, since scholars had tried to study and evaluate it by comparing it with classical, western music. As a result they could not reach any positive conclusions. European scholars in the past had mainly based their study on the interpretation of ancient texts that led at that time to contradictory conclusions.
The so-called "rembetiko" , that is the urban folk song, appeared together with the development of the first urban Centres in the 19th century. Most original are the songs of mainland Greece and those from Asia Μinor. There exist, however, tunes imported by the Bavarians which combined with Greek verses were soon incorporated in the Greek song repertoire. The Athenian cantatas as well as those of the Ionian islands originate from the belcanto, which was also imported from Italy around this time. New melodies were introduced in Greece by touring theatrical groups from Europe. Ιn 1894 the Greek revue was born, while in the early 20th century the Greek operetta appeared. The year 1926 is quite significant for the history of modern Greek song with the emergence of the composer Attic. Returning from Paris, Attic introduced songs with a"subject". Since then, a number of music-and-verse composers appear on the scene, whose work marks and represents their time. On the other hand, the "rembetiko" song continues to exist, aIthough restricted to a certain social strata. The situation changed radically in 1950, when Manos Chatzidakis made popular with the bourgeoisie the magic of bouzouki. Since 1976, a new trend is obserνed. Verse in translation put to original Greek music produce a repertoire of quality songs.
The musical instruments that were in use in ancient Greece and their history are brought to life in entries coming from Solon Michaelides’ Encyclopedia of Ancient Greek Music (MIET, Athens 1982). According to how sound is produced, wind instruments are divided into flutes with a tongue (flute, double flute, flageolet, oblique flute) and syringes where the sound is directly blown out. The shepherd’s flute belongs in this category together with other pipes. Strings are divided into three categories depending on the number of chords they had. Instruments having chords of equal length but of different width not surpassing twelve chords were the lyre, the guitar, and related string instruments such as the cytharis, barbitos etc. Many-stringed instruments with chords of differing length that could reach the number of forty chords were the psalterion, an imported instrument, (magadis, pictis, phoenix and others) and the Greek triangles ( cannon, epigoneion, simikeion ) that were strummed on. The lute was a stringed instrument of limited use. In the category of lutes, instruments with an arm are included such as the trichordon ( three-stringed lute). In this article instruments such as the lyre the fominx, the barbitos, the guitar, the samviki, the magadis, the phoenix, the piktis and the pandoura are described. What today are known as percussion were imported instruments and were played at orgiastic feasts. These were the seistron, the cymbals and the drums amongst others.
The author adds additional information to a previous article in issue 11 of the Archaeologia journal. He writes of two cases of capital punishment under the government of Capodistrias that he read of in the General Archives of State .In the first case (in 1830), it seems that the government played a decisive role in the execution which was meant to play the role of an exemplary punishment. In the second case of capital punishment, (in 1831), it is not clear whether it was a case of enforcement of the law of the times or whether the penalty actually imposed by the court was altered. In the Ottoman Archive of the General Archives of State, it seems that Hasan Arnaout, executioner, was employed in 1833 before the guillotine had been introduced to Greece. He was paid a salary of 100 drachmas a month.
The author cannot agree that the Malliaropoulio theatre and the neoclassical building of the Patras theatre are “the only theatres in all of southern Greece” ( the Archaeologia journal, issue no 12 “Ancient and contemporary theatres in Arcadia”). The author reminds us of the “Apollo” theatre (built in 1878) in the town of Pyrgos. The flourishing community of Pyrgos, belonging as it does to the provinces, is as well-known as a third world country would be had it owned a theatre. The theatre of Ermoupolis is only just starting to draw the public’s interest. However, the town’s spectacular “Apollo” theatre ought to be included in the list of the theatres of southern Greece.
On the occasion of the one hundredth anniversary of the founding of the Christian Archaeological Society, (1884-1994), an exhibition opened at the Athens Byzantine Museum. Recent acquisitions were on show as well as Byzantine and post-Byzantine manuscripts, also the rare golden seal of Andronicus B’ Paleologos, belonging to the Christian Archaeological Society’s collection. 147 works of art were also on show, most of them being exhibited for the first time. These are works of sculpture, paintings and miniatures, dating from the early Christian to the Late Byzantine period. The curator of the museum presented the most important works. Among these is El Greco’s Dormition of the Virgin, belonging to the church of the Dormition in Syros.
This collection of archives, the most important in Greece, was brought together by the personal effort of Manos Haritos. In 1980 it became a company. Apart from the literary and historical archives it owns, ELIA also has to show an impressive collection of photographs and maps. ELIA boasts a library of 45.000 volumes covering Greek literature, history and folklore, 19th century Greek editions, 19th and 20th century Greek magazines and calendars, Greek books printed in Egypt and Greek and foreign editions that have to do with Greece. An important part of ELIA publications has to do with the photographic reproduction of 19th and 20th century journals.

The so-called "Town Mosaic", the fragmentary faience composition found in the palace of Knossos and dating, in all probability, from the dawn of the Neopalatial period, opens a very significant thematic cycle in Aegean art, in which the town is a steady point of reference. For the first time in the Aegean ,the plethora of private, urban houses makes obvious the realization of the concept of the town. At the same time, however, this composition introduces the elements of landscape, narration and historiography to art. The thematic cycle of the town is expanded and disseminated outside Crete in various artistic forms during the Late Bronze Age I. The most striking example is that of the miniature "frieze of the fleet" from the West House of Akrotiri, Thera, in which at least five towns, different in architecture, landscape and topography are represented. A diagnosis of the reasons which led to the creation and diffusion of this thematic cycle is attempted in this article. Furthermore, the artistic principles of the town representations are critically approached and discussed as well as their identification and interpretation in the complex historic framework of the era.
The author of the article first makes a concise reference to the theoretical approach of space during Prehistoric antiquity i.e., its development, organization and use. The purpose of this reference is to present, in codified form, not only general theoretical schemes which serve to identify the analysis of intra- and inter- community relations developing in this space.Those schemes which are formulated as general conclusions are also presented. Since the author considers the settlement as the basic objective measurement for the study of space, he attempts to formulate proposals regarding "space archaeology". The first proposal has to do with the introduction of the term "ecospace", in which the concepts of organization and use coexist. The other proposals concern the way Prehistoric settlements develop and are relevant to their functional "properties". Thus, two development procedures are acccepted by the author: (a) the diachronic and (b) the synchronic. In the former the research approach refers to the identification and analysis of the elements responsible for the form of a settlement; while in the latter it tries to recognize four ways of synchronic development, (a) the cyclic, (b) the solid, (c) the polycentric and (d) the vertical to the productive source.
The author of the article first presents the factors affecting the formation of a Prehistoric settlement and of architectural structures in general. These factors, through their application, refer to the organization of space, to food-supplying and ideological inventions. In the process,the author attempts to analyze ways through which these inventions affect the Prehistoric habitation and concludes with a proposal referring to distinctions between forms of Prehistoric habitation. On the basis of this proposal the author distinguishes two basic forms of Prehistoric habitation: (a) the single-space and simple one, and (b) the multi-space and composite one, which appears in two versions, the megaroid house and the megaron. The article presents sound descriptions of both kinds of houses, analyses the reasons for the invention and construction of the megaroid type and comprises all the theories on the origin and character of the megaron.
On the island of Cyprus, not far from the village Deneia lies an extensive ancient cemetery, which has been used since the Bronze Age. The cemetery, known to the inhabitants of the adjacent villages, has been looted by illegal excavations. As a result the landscape, being full of trenches, looks as if it has been bombed. The illegal excavators, having collected whatever seems important or valuable to them, break or leave behind all the rest of the finds. An inscribed phiale comes from this cemetery. The illegal excavator did not appreciate its value, but he found it useful as a watering-jar for the poultry in his back yard. There it was noticed by a collector of ancient objects, who bought it and delivered it to us to read its inscription. The phiale had been made of red clay including fine grains of sand and has a red coating. The lips slant outwards and the base is wide and circular . The phiale, which can be probably dated to the fourth century BC, bears a syllabic inscription, incised with a sharp instrument before firing.
As mountain peaks scattered in the sea, the Aegean islands did not favour population explosions. In order to survive on their rocks, the islanders developed skills and techniques for the maximum exploitation of their natural resources.They acquired empirical knowledge in fields, such as physics, chemistry, meteorology, astronomy, from their activities in mining, metalwork, shipbuilding and seafaring. This resulted in the development of technology, whose products were exchanged for subsistence commodities from mainland communities. Thus, in the islands' craft specialisation,the division of trade and labour, all archaeologically documented as very early in the third millennium BC have contributed to the process of urbanization.This was different not only from that of the mainland but even among the various island communities themselves. The relatively large size of the eastern Aegean islands of Lemnos, Lesbos, Chios and Samos together with their geomorphology as well as their being geographically placed near the coast of Asia Minor not only guaranteed their survival but also favoured the development of harbour-settlements which controlled the sea routes from South to North and vise versa. Poliochni on Lemnos, thanks to its location just opposite the Dardanelles, seems to have developed as a proto-urban centre as early as the beginning of the third millennium BC, rightly claiming the title of the first European city . Town planning, paved streets, communal wells, a sewage system as well as an impressive wall for its defense are among the visible works of the so-called Yellow period (c. 2300 BC), but the communal "Granary' and the so-called "Assembly Hall" or Bouleuterion date back to the beginnings of the city ( Blue period). Some of these proto-urban features of Poliochni are also found in other known Early Bronze Age settlements of the Northeastern Aegean islands. But Poliochni's early and rapid development seems to have been due to the early introduction of metals and metallurgical technology from the Caucasus area, as is reflected in many ancient Greek myths and confirmed by archaeological discoveries. The process of urbanization in the Northeastern Aegean islands was cut short towards the end of the third millennium BC for reasons still unknown to us. The size, lay-out and distribution of Early Cycladic I (3200-2700 BC) cemeteries as well as the custom of single burials in each grave suggest that isolated farmsteads were dispersed throughout the islands. Fewer but larger cemeteries and the practice of multiple inhumations suggest the existence of sizeable villages, preferably coastal, during the Early Cycladic II period (2700-2300 BC.). Such villages seem to have been created by the synoecism of the scattered farmsteads in coastal locations guaranteeing safe anchorage. Skarkos on los is the best known example of an EC II coastal village with clear urban characteristics such as a townplan, and a network of streets bordered by rows of two-storey houses. Similar settlements developed at Gratta on Naxos, Paroikia on Paros, Ayia Irini on Kea, Akrotiri on Thera, Phylakopi on Melos, Chalandriani on Syros etc. Craft specialisation and division of labour are reflected in metallurgy, stonecarving and, above all, in shipbuilding and seafaring, while some form of social stratification is evident from the burial customs. Some small, short-lived, fortified settlements, like Kastri on Syros and Panormos on Naxos, were perhaps a hasty solution in the face of an emergency and do not seem to constitute examples of smooth urban development. Little is known about the Early Cycladic II (2300-2000 BC) settlements which are buried under subsequent phases of habitation. Limited in numbers -no more than one in every island - they occupy the same coastal sites as the preceding E.C. II centres, which apparently developed into ports. These towns developed further during the Middle Cycladic period (2000-1600 BC) into real cities of a cosmopolitan character, of which Akrotiri on Thera is the best example. Akrotiri was buried early in the Late Bronze Age under thick deposits of volcanic ash. However, other towns, such as Paroikia on Paros, Phylakopi on Melos, Grotta on Naxos, Agia Irini on Kea continued to exist throughout the Late Bronze Age.
What was once lake Copais lies in surroundings that are both natural and cultural .These are defined on one hand by the nature of the environment-originally it was a lake and after its drainage a cultivated plain. On the other by the different creative activities exercized on it and by the various socio-economic relations which have developed in this environment at every stage of its existence. Copais is a tectonic recess which is surrounded by mountains and receives the waters of the adjacent rivers. Since the days of antiquity, the lake's drainage has been a constant preoccupation of its neighbouring population. In the fourteenth century BC the ancient Minyes managed to harness the waters of the lake waters and thus created the first techno-hydraulic work in Europe. In modern Greece the drainage and exploitation of lake Copais was carried out by the English company "Lake Copais Co. Ltd" (1886-1952), while the next manager of the work was until recently the "Copais Organization" (1953-1996). The former English installations (buildings, technical works, mechanical equipment) have been characterized by the Greek Ministry of Culture as historical monuments to be preserved, since they form "a complete agricultural and industrial complex, unique to Greece, with historical importance for the habitation and socio-economic development of Boeotia and Greece in general". The nature of this agricultural and industrial complex (natural, technical and built environment) demands an overall approach, interpretation and management of the monument. The creation of an eco-museum will serve as the cultural medium protecting and utilizing its distinctive features. The function of such an institution should be combined with special forms of tourism -agricultural, ecological, cultural— which, are mild forms of tourism compared to mass tourism, respect the environment and do not cause cultural downgrading. These proposals suggest possibilities and choices for the protection and utilization of the Greek cultural heritage.
The article examines how the Greek mainland gradually became urban, mostly in its central and southern regions, during the Early Bronze Age (3rd millennium BC). This is the period known as Early Helladic (EH).The specific questions to be answered are whether or not the first urban centers came into existence during the course of this period, what was the level of urbanization achieved, and what were the different ranks in the urban hierarchy. The available evidence is reviewed on three spatial levels; those of a) inter-settlement, b)settlement, c) intra- settlement. There follows an attempt to identify the main characteristics of urbanization on the basis of the material available. Detailed inspection shows that several settlements of the Early Helladic period, and especially in its second and more advanced phase, the EH II, display features generally connected with urbanization, either of a socio-economic character such as increased agricultural production,the specializing of crafts, exchange networks, organization of politics, social stratification, etc., or related to the internal structure and architecture of the settlement such as the big size of public works, monumental architecture of specialised function, etc. These characteristics, however, appear in a rather rudimentary form and, consequently, the stage of urbanization reached by the EH II settlements may be termed formative or early. As far as settlement hierarchy is concerned, the sites can be put into three categories: 1) sites with a rather advanced level of early urbanization, which developed into regional poles or central places, with a cluster of satellite sites spread over a large area around them, 2) sites with a moderate level of early urbanization, which, because of their geographical position, served as autonomous trade-transportation centers, and 3) small satellite communities, where urban traits are almost absent.
This article presents a thorough study and investigation of lime mortar, which serves as bed for wall mosaics, through the application of physico-chemical methods. The methods employed are three: a. the XRD. which examines the mortar surface, b. the SEM, which analyses the chemical components of the materials and c. the 14C, a method of absolute dating. Samples for this study come from two churches in Thessaloniki, dating from the Early Christian and Early Byzantine period, also from the katholikon of Hosios Loukas Monastery in Boeotia and that of Daphni Monastery in Attica, both of the Middle Byzantine period. The conclusions of the study are the following: First, the striking difference in craftmanship and technique of the mosaic bed between the earlier and later period is more than obvious. Second, the application of the 14C method leads to a precise dating of lime mortar, thus solving dating problems concerning those Byzantine monuments, which were decorated with wall mosaics more than once over a period of time.
The present article starts by defining what a settlement is, arguing that morphological definitions are misleading compared to sociological ones. The settlement is seen as a social phenomenon with certain geographical features. There follows a discussion concerning the delimitation of the city. Different aspects of cities are presented in brief such as human ecology, economics of the city, human geography, social anthropology, sociology, and cities' archaeology . On this basis, the main characteristics of any city are formulated and the concept of the city is integrated with that of a group of settlements . Related to the above are the factors to which the city owes its emergence, otherwise called urbanization factors. Theoretical approaches to this question are divided into two opposite categories. Ths first "objective" category of thought includes economic and (in this context) Marxist, sociological and military approaches, ascribing the appearance of the city to material processes. The second category, the "subjective one, refers to subjective representations and ideology, i.e. the semiotic factor; thus, the religious theory relates the appearance of the city to sacred places administered by a priesthood which offers metaphysical protection. The same epistemological polarization is observed in those scientific fields concerned with the study of space, such fields of study and their polarization being the subject of the last part of the article. It is observed that postmodernism represents the latest form of subjectivism and limits the study of space only to spatial meaning, denying the existence of any material or other reality outside of it. It is finally argued that we should go beyond the fragmentation created by the objective and subjective schools of thought and consider the combined approach, the synthesis which Marxism offers.
The region of Edessa is free from the usual erosion factors of urban areas,but another uncontrollable action of nature causes an intense problem and sets limitations to archaeological knowledge, especially in such a important Macedonian town. The problem, roughly described, is created by the sediment crust which covers movable and unmovable archaeological finds and thus restricts their historical, stylistic, morphological and chronological study as well as their proper exhibition in museums and other relevant institutions.
The sepulchral inscriptions of antiquity are an important source of data for social history. Initially, this kind of "immortality", recorded in epic poetry, was preserved only for aristocrat warriors. From the 7th century BC onwards new political circumstances created an "equality" in the face of death for most people which materialized in the new type of "immortality", that of the sepulchral inscription. Women as well as men, had the right to be commemorated on their tomb , though this commemoration was strictly of a private character: Women died mostly in childbirth, or, peacefully in bed and their memory was preserved by their family, whereas men usually died on the battlefield and they were commemorated by the state. During the hellenistic and roman eras, women of the elite were commemorated not only for their matronly virtues but also for social roles such as that of athletes or evergetists. Of course it cannot be argued that there was a radical change in the position of women in society. However the social role of women which was minimal in classic times became more active . This becomes evident even from the platitudes that are inscribed on their tombs.
In the area of Mikri Volvi, around the present refugee village by the lake, there is sufficient evidence of the importance this eastern part of the Byzantine Empire held for the emperor Justinian, as is also documented in the writings of Procopios. Basilicas, cisterns, breakwaters, fortresses exist as proof, while there is more evidence from later periods in time. New data, however, came from a very remote era to testify to the "liveliness" of the area; an elephant tusk. The elephant was not unknown in this region, since a very important and relevant find the "Protoelephant", was discovered by the anthropologist Aris Poulianos and his son Nikos in the Ptolemais basin in October of 1977. the Ptolemais find, dismembered by a group of primitive hunters, was dated by Poulianoi to about 2.5 million years ago. Moreover, the name ''Kokala" (= huge bone) of an area to the NW of Mikri Volvi, as well as the name "Kokalou" of another site east of ancient Apollonia, is etymologically related to the enormous bones of a certain elephant species, which is usually characterized as "Archidiskodon meridionalis", or perhaps related to the bones of rhinoceros and other huge animals, The find from the area of Mikri Volvi, if studied by an expert paleontologist, might produce very interesting results.
Palaeolithic research in the Ionian Islands brought to light an Epigravettian wild goat economy, with a tendency towards domestication. We stand on the threshold of partial, but still aceramic, domesticated cattle-breeding in the Balkans. These scattered, limited sequences become better known everyday and are confirmed by the survival of many Epigravettian elements (especially backed bladelets and lunates) in Neolithic layers, to mention only a small example from the mountains of Albania opposite Kerkyra. Such information would be the greatest service that Late and Post-Palaeolithic Archaeology could offer. A Palaeolithic farm was located in May 1966 in Hagios Matthaios in Grava, which was an extensive rock shelter before its roof caved in.

Έρωτας από ερυθρόμορφο αγγείο, 480 π.Χ., Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα.
Το δεύτερο μέρος του αφιερώματος στον Έρωτα προσεγγίζει το χριστιανικό Βυζάντιο, όπου ο Έρωτας έχει ένα περισσότερο πνευματικό και άυλο περιεχόμενο απ’ ό,τι στην αρχαιότητα. Ωστόσο, είτε μιλάμε για τον ζαβολιάρη αρχαιοελληνικό φτερωτό θεό είτε για τον βυζαντινό άγγελο, πρόκειται πάντα για την ίδια ελκτική δύναμη, την επιθυμία για τον άλλο, την ανάγκη για ένωση.
Ο ασπασμός των αποστόλων Πέτρου και Παύλου, τοιχογραφία, 12ος αι. Άγιον Όρος, Μονή Βατοπεδίου
Το άρθρο αυτό επιχειρεί να παρουσιάσει και να σχολιάσει όψεις του βυζαντινού έρωτα και κυρίως του ερωτικού λόγου κατά τη βυζαντινή περίοδο έως τον 12ο αιώνα.
Αν και οι δυσκολίες να μιλήσουμε για το θέμα αυτό είναι αρκετές, οι υπάρχουσες πηγές επιτρέπουν να καταγράψουμε την ποικιλία των ερωτικών σχέσεων και την (μάλλον ανεπιτυχή) προσπάθεια κατασταλτικής ρύθμισής τους από την πολιτεία και τη χριστιανική εκκλησία. Η επιφυλακτική έως αρνητική στάση προς τον έρωτα (και τον γάμο) ταιριάζει στο ευρύτερο πνευματικό κλίμα της ύστερης αρχαιότητας και έτσι από τον 6ο αιώνα ο ερωτικός λόγος εκλείπει. Η γλώσσα του σωματικού έρωτα μεταφέρεται και χρησιμοποιείται πλέον στον θεολογικό λόγο, για να δηλώσει τη θρησκευτική εμπειρία και ειδικότερα για να παραστήσει τη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Αν στο ανθρώπινο επίπεδο ο έρωτας δεν περιγράφεται ως ‘καθαρό’ συναίσθημα και δεν ξεχωρίζει από την ερωτική πράξη, στην θεολογική γραμματεία και στη μυστική ποίηση ο θείος έρωτας νικά τη διάθεση για σωματική ένωση. Στην ασκητική ζωή η επιθυμία ξεπερνιέται με την απάθεια, τη νέκρωση των παθών, ώστε ο αληθινός έρωτας ως ενδιάθετη ορμή που είναι να στραφεί προς τον Θεό.
Κωνσταντίνος Παρθένης, Ευαγγελισμός, λάδι, Εθνική Πινακοθήκη.
«... εάν έχω χάρισμα προφητείας και γνωρίζω όλα τα μυστήρια και όλην την γνώσιν, και εάν έχω όλην την πίστιν, ώστε να μεταθέτω βουνά, αλλά δεν έχω αγάπην, δεν είμαι τίποτε (...)»
Caravaggio, Κοιμώμενος Έρως, λάδι σε καμβά, 1608, Galleria Palatina, Φλωρεντία.
Σε ένα σύντομο διδακτικό κείμενο, το οποίο, όπως δηλώνεται από τον ίδιο, απευθύνεται σε ένα μαθητή, ο Μιχαήλ Ψελλός περιγράφει και σχολιάζει ένα μαρμάρινο άγαλμα του κοιμώμενου ΄Ερωτα, που πιθανότατα ανήκε στην αυτοκρατορική συλλογή έργων τέχνης της Κωνσταντινούπολης. Σκοπός του Ψελλού ήταν να εξοικειώσει το μαθητή του με τη λεπτομερή παρατήρηση ενός έργου τέχνης, και να τον διδάξει πώς να εκτιμήσει την καλλιτεχνική ποιότητα του έργου, η οποία δίνει εύληπτη μορφή σε αφηρημένες έννοιες. Ο ειδικός αυτός γλυπτικός τύπος έδινε τη δυνατότητα στον Ψελλό να εισαγάγει το μαθητή του σε μια σειρά από έννοιες που ανάγονται στον Πλάτωνα και τις νεοπλατωνικές αναγνώσεις του έργου του, και να αναπτύξει τη φιλοσοφική πτυχή της ρητορικής, η οποία μετουσιώνει μια ιδέα σε υλική μορφή.
Ζεύγος εραστών σε κήπο. Εφυαλωμένο πιάτο (αρχές 13ου αι.) από την Κόρινθο. Κόρινθος, Αρχαιολογικό Μουσείο.
Χριστιανισμός και ερωτισμός είναι δύο έννοιες που δύσκολα συμβιβάζονται μεταξύ τους. Ο χριστιανισμός θεωρούσε τη σωματική έλξη, την ηδονή, την απόλαυση απαγορευμένες ακόμη και στα πλαίσια του γάμου, ο οποίος ως θεσμός έπρεπε να εξυπηρετεί κυρίως τη διαιώνιση του είδους και κατά δεύτερο λόγο να αποτελεί νόμιμη διέξοδο στις σεξουαλικές ορμές.
Η Εκκλησία από την πρώιμη περίοδο έκανε τα πάντα για να εξουδετερώσει τον ερωτισμό. Στην προσπάθειά της κατέφυγε σε υπερβολές, χωρίς να καταφέρει να απαλλαγεί από συμπεριφορές στον σεξουαλικό τομέα που αντιστοιχούσαν περισσότερο στην ανθρώπινη φύση παρά σε ασκητικούς και εκκλησιαστικούς κανόνες.
Ο ερωτισμός από την άλλη, προσπάθησε να υπερβεί τις αντιστάσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα από τη λογοτεχνία και την πραγματική ζωή. Η ερωτική λογοτεχνία βοηθά να κατανοήσουμε τους τρόπους με τους οποίους οι Βυζαντινοί εξέφραζαν τις αντιλήψεις τους για τον έρωτα. Την εικόνα αυτή συμπληρώνουν οι διάφορες νομοθετήσεις για την γενετήσια ηθική, οι Βίοι των αγίων και κάθε είδους ψυχωφελή κείμενα που απέβλεπαν στη νουθεσία των πιστών.
Το Κράτος, και περισσότερο, η Εκκλησία, θέλησαν να ελέγξουν τη δημόσια και ιδιωτική ζωή. Στους νόμους και τους εκκλησιαστικούς κανόνες καταγράφονται ποικίλου τύπου αμαρτήματα της σάρκας που αποτελούν χωριστές κατηγορίες αξιόποινων πράξεων.
Σε αντίθεση με τα συνήθως θρυλούμενα για το Βυζάντιο, προκύπτει από τις πηγές ότι αυτό υπήρξε μία ανεκτική σε θέματα ερωτισμού για την εποχή του κοινωνία, η οποία κατόρθωνε να συνδυάζει την πνευματικότητα και τη λατρεία προς το θείον με τον εγκόσμιο έρωτα, διαμορφώνοντας το γνώριμό μας «συναμφότερον» μεταξύ ερωτισμού και ορθοδοξίας.
Άσμα Ασμάτων, ξυλογραφία του Τάσσου για τη μεταγραφή του Γιώργου Σεφέρη, 1965.
Ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της εβραϊκής λογοτεχνίας που με το βαθύτατα ερωτικό του περιεχόμενο έδωσε το έναυσμα σε πολλούς δημιουργούς να προχωρήσουν στην εικονογράφησή του είναι το Άσμα Ασμάτων του Σολομώντα. Οι στίχοι του έδωσαν τη δυνατότητα να εκφράσουν τον λυρισμό του, να τονίσουν τη σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα, να σχολιάσουν την ένωσή τους, να αναδείξουν τις τρυφερές πλευρές του έρωτα. Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούν οι απόψεις που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί, για το αν δηλαδή πρόκειται για ένα καθαρά ερωτικό κείμενο ή για μία αλληγορία του έρωτα μεταξύ του Θεού και του Ισραήλ ή του Χριστού με την εκκλησία, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στην περίπτωση των ελλήνων δημιουργών υπερισχύει η πρώτη εκδοχή.
Το κείμενο εικονογραφεί πρώτος το 1938 με επτά ξυλογραφίες του ο Ευθύμης Παπαδημητρίου, ο οποίος είναι και ο δημιουργός που επιμένει ιδιαιτέρως στο αισθησιακό περιεχόμενο των παραστάσεων. Ο χαράκτης αντιμετωπίζει την καθαρά ερωτική διάσταση του κειμένου αποθεώνοντας τη σαρκική επαφή των δύο φύλων, την ένωσή τους, τη λαχτάρα της ηδονής. Τονίζει τον αφηγηματικό χαρακτήρα των σκηνών, και αντιμετωπίζει το κείμενο ως μια απολύτως ερωτική περιγραφή.
Ο Τάσσος έχει την ευκαιρία να εικονογραφήσει τη μετάφραση του Γεωργίου Σεφέρη το 1965 με επτά ασπρόμαυρες ξυλογραφίες στις οποίες προσπαθεί να αποδώσει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο το λυρικό κλίμα της ποίησης του Σολομώντα. Χωρίς να μεταχειρίζεται σχεδόν καθόλου τα αφηγηματικά στοιχεία από το κείμενο εικονογραφεί το ερωτικό σφιχταγκάλιασμα και μεταφέρει όλη τη μαγεία του.
Ο Αλέκος Φασιανός, δίνει έξι εικόνες στις οποίες δεν ξεφεύγει από το ιδιαίτερο μορφοπλαστικό του ιδίωμα με τις ίδιες ανάλαφρες μορφές, τις σχεδόν άυλες, που βασίζονται στην αέρινη γραμμή του σχεδίου του. Χωρίς να τονίζει ιδιαίτερα τα αισθησιακά χαρακτηριστικά, ο τρόπος που επικοινωνούν οι μορφές στη ζωγραφική επιφάνεια δείχνει με ουσιαστικό τρόπο το δεσμό ανάμεσά τους, την ερωτική έλξη, τη συνάντηση τους, την βαθύτερη ένωσή τους.
Η Ρένα Ανούση-Ηλία επιβάλλει με την εικονογράφησή της ένα καθαρά ονειρικό κλίμα, χωρίς να μένει στα επιμέρους αφηγηματικά στοιχεία του κειμένου. Βασικό χαρακτηριστικό των παραστάσεων η σχεδιαστική οξύτητα και ο περιορισμός της πλαστικής απόδοσης, που δίνουν τη δυνατότητα στην καλλιτέχνη να αποδώσει το περιεχόμενο μεταφέροντας με λυρισμό και εκφραστικότητα τις μορφές της.
Ο Γιάννης Κυριακίδης αντίθετα δίνει οκτώ ξυλογραφίες σε όρθιο ξύλο σε ένα κλίμα που βρίσκεται ανάμεσα στο ερωτικό περιεχόμενο και στη θεολογική ερμηνεία. Ο χαράκτης παραπέμπει πολύ περισσότερο στην εσωτερικότητα της ερωτικής σχέσης παρά στα καθαρά εξωτερικά στοιχεία της ένωσης των δύο φύλων. Αποφεύγει συνειδητά και ολοκληρωτικά την απόδοση των μορφών στη γυμνότητά τους και επιμένει περισσότερο σε άλλα χαρακτηριστικά που αποδεικνύουν ένα έρωτα ο οποίος βασίζεται στην ψυχική επικοινωνία και όχι στην ερωτική ένωση
Πιο πρόσφατη εικονογράφηση είναι αυτή του Τάκη Κατσουλίδη για τη μετάφραση του Γιώργου Παπαδόπουλου το 2007. Όπως και στις περισσότερες από τις άλλες περιπτώσεις, ο Κατσουλίδης επιλέγει έναν καθαρά ερωτικό χαρακτήρα για τις παραστάσεις που δίνει. Χωρίς εξόφθαλμες και εξαντλητικές περιγραφές του γυμνού γυναικείου σώματος ο καλλιτέχνης αποδίδει το περιεχόμενο επιμένοντας σε έναν υπολανθάνοντα ερωτισμό, περισσότερο υπαινισσόμενος παρά αποκαλύπτοντας.
Άσμα Ασμάτων, ξυλογραφία του Γιάννη Κυριακίδη για την έκδοση του 2000 (εκδ. Καστανιώτη και Διάττων).
Γιατ’ είναι δυνατή
σαν θάνατος η αγάπη,
σκληρό καθώς ο άδης
το πάθος το αγαπητικό.
Οι φλόγες της φλόγες φωτιάς,
άγριο αστροπελέκι.
(απόσπασμα σε μετάφραση, Παλαιά Διαθήκη, Ελληνική Βιβλική Εταιρία, Αθήνα 2003.)
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, αρχές 14ου αι. Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα.
Η βυζαντινή τέχνη είναι μια τέχνη αυστηρά θρησκευτική, η οποία προάγει τις έννοιες και τα πιστεύω του χριστιανισμού. Στα πρώτα στάδια της δημιουργίας της νέας θρησκείας και προκειμένου οι διδαχές της να γίνουν κατανοητές από τον απλό λαό, χρησιμοποιήθηκαν διάφορα γνώριμα σύμβολα από το ειδωλολατρικό παρελθόν. Ένα από αυτά τα σύμβολα ήταν και οι φτερωτές μορφές, που πήραν την μορφή αγγέλων. Σύμφωνα με την χριστιανική γραμματεία τα τάγματα των αγγέλων είναι εννιά: Θρόνοι, Κυριότητες, Δυνάμεις, Αρχές, Εξουσίες, Σεραφείμ, Χερουβείμ, Άγγελοι, Αρχάγγελοι. Το κάθε τάγμα από αυτά, έχει τη δική του μορφή και τον δικό του ρόλο. Εκτός από τους Αγγέλους και τους Αρχαγγέλους, τα υπόλοιπα τάγματα έχουν ρόλο συνοδευτικό και γενικότερα προστατευτικό. Οι Άγγελοι και οι Αρχάγγελοι απεικονίζονται με εμφανείς επιδράσεις από τον Ερμή της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας αλλά και από τις θεότητες Νίκη και Δόξα της ρωμαϊκής μυθολογίας. Το κάλλος τους θα μπορούσε να επηρεάσει τον θεατή και να θεωρήσει ότι είναι μια προσωποποίηση του Έρωτα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, η βυζαντινή τέχνη όμως κατόρθωσε να τους απαλλάξει από κάθε έννοια ερωτικού πάθους και τους ανέδειξε ως πρότυπα αγνότητας και θείας αγάπης. Η απεικόνιση του Έρωτα πιθανώς απουσιάζει από αυτήν την καθαρά θρησκευτική τέχνη, παρουσιάζεται όμως και περιγράφεται γλαφυρά σε άλλες μορφές κοσμικής τέχνης, δηλαδή στην ποίηση και την λογοτεχνία.
Edvard Munch, Μελαγχολία, 1894-95, ελαιογραφία, Bergen Kunstmuseum, Μπέργκεν.
Στο βυζαντινό σύστημα ψυχοπαθολογίας διακρίνεται μια ιδιαίτερη κατηγορία ψυχοπαθολογίας η ασθένεια του αισθήματος. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι το αίσθημα ως διαταραχή την Βυζαντινή περίοδο εντάσσεται στο πλαίσιο των διαταραχών περισσότερο από τους ιατρούς της εποχής παρά από τους εκκλησιαστικούς πατέρες με ιατρική παιδεία.
Ως βασικά συμπτώματα περιγράφονται η δυσθυμία, η αϋπνία, η οινοποσία, η ασιτία και η διαρκής αναζήτηση του έρωτα σαν πάθος.
Η θεραπεία περιλαμβάνει ησυχία, μέτρια δίαιτα, την χρήση του «φόβου», τροποποίηση της σκέψης, την μίμηση προτύπων.
Κάποιοι συγραφείς συσχετίζουν παθολογικά την ασθένεια του αισθήματος με την γονόρροια και τα λιβιδινικά όνειρα.
Εργαστήριο υφαντικής (μικρογραφία χειρογράφου 14ου αι.).
Για το γάμο στο Βυζάντιο και τη θέση της γυναίκας στην γονική οικεία αρχικά και τη συζυγική στη συνέχεια οι γνώσεις μας είναι περιορισμένες, καθώς ιστορικές πηγές που να αναφέρονται άμεσα στον ιδιωτικό βίο των βυζαντινών δεν έχουν σωθεί. Εντούτοις η μελέτη ιστορικών και αγιολογικών κειμένων, νομοθετικών διατάξεων και ιδιωτικών εγγράφων, χρονογραφιών, μυθιστορημάτων, ποιημάτων, σατυρικών έργων κτλ. παρέχει έμμεση πληροφόρηση, η οποία όμως είναι αποσπασματική (καθώς υπάρχουν κενά για κάποιες χρονικές περιόδους και περιοχές) και μερικές φορές μονομερής (αφού για παράδειγμα εντοπίζεται πλήθος πληροφοριών για γυναίκες της ανώτερης τάξης και αυτοκράτειρες, των οποίων όμως οι συνθήκες διαβίωσης δεν αποτελούν κανόνα). Λαμβανομένων υπόψη των πρακτικών δυσχερειών γίνεται στη συνέχεια μια προσπάθεια ανασύνθεσης μιας κάπως γενικής εικόνας της θέσης της γυναίκας και των γαμήλιων πρακτικών στο Βυζάντιο.
Η Δάφνη μεταμορφώνεται σε δένδρο. Ψηφιδωτό. Πάφος, 3ος αι. μ.Χ.
Η Δάφνη, η φωτεινή παρθένα, έχει διασχίσει αιώνες και πολιτισμούς, έχοντας στεφανώσει νικητές, αθλητές, βασιλείς και στρατηλάτες. Το κείμενο αυτό αναφέρεται στον πασίγνωστο μύθο του άτυχου έρωτα του Απόλλωνα και της μεταμόρφωσης της Δάφνης σε δέντρο, αλλά και στο πώς, σύμφωνα με τον Οβίδιο, η Δάφνη έφτασε να στεφανώνει τους ένδοξους άνδρες, ή να συνδεθεί με το Μαντείο των Δελφών, σύμφωνα με τον Παυσανία. Αν και ποτέ δεν θα μάθουμε αν η Πυθία μασούσε πράγματι φύλλα δάφνης για να βρεθεί σε έκσταση, εκείνο που ξέρουμε είναι ότι πρόκειται για ένα φυτό με πολλές και πολύτιμες ιδιότητες. Αυτές οι εξαγνιστικές και ηρεμιστικές ιδιότητες καθιστούν απλή και αυτονόητη της συσχέτισή της με το απολλώνιο φως, τη γνώση και τη μαντική, αλλά και την παρουσία της σε έθιμα και παραδόσεις από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας.
Απολλωνία, άποψη του μνημείου των Αγωνοθετών με την αναστηλωμένη πρόσοψη, από το εσωτερικό.
Χάρη στη γεωγραφική της θέση στα δυτικά της βαλκανικής χερσονήσου, μεταξύ της Ελλάδας και της Ιταλίας, η Αλβανία, ένα από τα μικρότερα κράτη της Ευρώπης, επηρεαζόταν από τα ιστορικά και πολιτιστικά γεγονότα που λάμβαναν χώρα στην κεντρική Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Στην αρχαιότητα το βόρειο τμήμα της χώρας κατοικούσαν οι Ιλλυριοί, το νοτιότερο, με όριο την κοιλάδα του Αώου, αποτελούσε τμήμα της αρχαίας Ηπείρου, ενώ στα παράλια της Αδριατικής ιδρύθηκαν κατά την αρχαϊκή εποχή ελληνικές αποικίες, που συνέβαλαν στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της περιοχής. Το βασίλειο των Ιλλυριών άκμασε κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. Αργότερα καταλύθηκε από τους Ρωμαίους (168 π.Χ.) και ενσωματώθηκε στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η περιοχή αποτέλεσε αντικείμενο διενέξεων μεταξύ Βυζαντινών και Βουλγάρων, και το 15ο αιώνα κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς. Η Αλβανία ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος στις αρχές του 20ού αιώνα.
Στο άρθρο παρουσιάζονται συνοπτικά επιλεγμένες αρχαίες πόλεις: η Επίδαμνος, που ονομάστηκε αργότερα Δυρράχιο, και η Απολλωνία, αποικίες της Κορίνθου και της Κέρκυρας, ο Βουθρωτός, κέντρο του «κοινού» των Πρασσαίβων και του ηπειρωτικού έθνους των Χαόνων, η Βυλλίς, πόλη του ιλλυρικού φύλου των Βυλλιόνων, και η Αντιγόνεια, που ιδρύθηκε από τον Πύρρο.
Υπεύθυνοι για την προστασία, τη διαχείριση και την ανάδειξη της αρχαιολογικής κληρονομιάς στην Αλβανία είναι επίσημοι κρατικοί φορείς, όπως το Ινστιτούτο Πολιτιστικών Μνημείων, το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Ακαδημίας Επιστημών, το Εθνικό Κέντρο Απογραφής της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, κ.ά. Εδώ και χρόνια, ξένες αρχαιολογικές αποστολές διεξάγουν συστηματικές ανασκαφές σε συνεργασία με αλβανούς αρχαιολόγους, ενώ τελευταία η προϊστορική αρχαιολογία έχει αναπτυχθεί σημαντικά.
Kobur, στο πεδίο 8 της ανασκαφής.
Στο άρθρο αυτό εξετάζονται τα αρχαιολογικά ευρήματα των τελευταίων χρόνων στην Κάρα-Κουμ, μία από τις μεγαλύτερες ερήμους του κόσμου που βρίσκεται στην κεντρική Ασία, στο ανατολικό τμήμα του σύγχρονου Τουρκμενιστάν. Στην άμμο της νοτιοανατολικής Κάρα-Κουμ ήρθε στο φως μια αρχαία χώρα με την ονομασία Μαργκούς, σύμφωνα με την επιγραφή του Μπεχιστούν (Ιράν).
Ετρουσκική σταμνία, 600 π.Χ.
Ο Michael Ventris φαίνεται να είναι ο πρώτος που υποψιάστηκε ότι “η Γραμμική Β έγραφε και τα Ετρουσκικά”. Η εργασία μου τον αποδεικνύει σωστό, αλλά το πλεονέκτημα μου ήταν η χρήση των φωνητικών αξιών των σημείων της Γραμμικής Β του Νικολάου Α. Μασουρίδη, οι οποίες με είχαν ήδη βοηθήσει στην ερμηνεία τόσο της Γραμμικής Α όσο και στην ερμηνεία της Κυπριακής Γραφής.
Η Κυπριακή γραφή, με 16 σημεία από ένα σύνολο 55 συνολικά βασικών σημείων να ομοιάζουν με σημεία και της Γραμμικής Α και της Γραμμικής Β, συμπέρανα ότι ήταν σαφώς Ελληνική συλλαβική γραφή που διαβάζονταν από αριστερά προς τα δεξιά.
Το πρώτο μου “στοιχείο” ήταν βεβαίως η διπλο-εγγεγραμμένη επιγραφή, γνωστή ως “Δήμητρα και Κόρη”, γραμμένη στα Αρχαία Ελληνικά και στην Κυπριακή γραφή, που με οδήγησε στην προσωρινή ερμηνεία των φωνητικών αξιών 15 ακόμη σημείων. Οι λέξεις στην Κυπριακή Γραφή χωρίζονταν με την γνωστή από την Γραμμική Α και Γραμμική Β κάθετη γραμμή. Διασπώντας τις Αρχαίες Ελληνικές λέξεις στην πιθανή συλλαβική τους μορφή και εφαρμόζοντας τις γνωστές φωνητικές αξίες των σημείων της Γραμμικής Β ταίριαξα σημεία με συλλαβές.
Η προσωρινή φωνητική αξία 5 ακόμη σημείων προέκυψε από μία φαινομενικά τρίλεξη Κυπριακή επιγραφή, της οποίας 9 από τα 17 σημεία ήταν γνωστά και 3 ήταν προσωρινώς γνωστά από την διπλο-εγγεγραμμένη επιγραφή “Δήμητρα και Κόρη”. Εφοδιασμένος με 36 σημεία από το σύνολο των 55 σχεδόν αναγνωρισμένων και με την χρήση της Θεωρίας του Νικολάου Α. Μασουρίδη για τις φωνητικές αλλαγές της Ελληνικής γλώσσας από την Γραμμική Α και Γραμμική Β προς τα Αρχαία Ελληνικά που βασίζονταν στις παρατηρήσεις του Michel Lejeune και του Ιωάννη Σταματάκου, προχώρησα στην αποκρυπτογράφηση της Ορειχάλκινης Πινακίδας από την Αρχαία Ιδαλία.
Η Ετρουσκική γραφή που χρησιμοποιεί τα ίδια σημεία με την Αρχαϊκή Ελληνική γραφή, ήταν μια φυσική συνέχεια της έρευνάς μου από την στιγμή που αντιλήφτηκα το γεγονός ότι 25 από τα 27 βασικά σημεία και το 1 δισύλλαβο σημείο της είχαν ήδη ταυτοποιηθεί και είχαν γνωστές φωνητικές αξίες. Η φωνητική αξία 12 σημείων από τα παραπάνω αναφερόμενα 28 είχε ήδη ερμηνευθεί από τον πατέρα μου Νικόλαο Α. Μασουρίδη στην Γραμμική Β γραφή, η φωνητική αξία 6 σημείων είχε προσδιοριστεί από εμένα στην Κυπριακή γραφή και 1, πάλι από εμένα, στην Γραμμική Α, για 5 ακόμη σημεία συμπέρανα τις συλλαβικές φωνητικές αξίες Αρχαίων Ελληνικών γραμμάτων.
Η έρευνά μου της Ετρουσκικής γραφής που μόλις ολοκληρώθηκε, ερμήνευσε επιτυχώς 15 επιγραφές πάνω σε καθρέπτες, 6 πάνω σε πολύτιμους λίθους, 11 πάνω σε αγγεία και άλλα σκεύη, 15 σε ταφικές επιγραφές, 3 πάνω σε σαρκοφάγους, καθώς και το από 25 σειρές κείμενο των δύο Χρυσών Πινακίδων από το Πύργοι, το από 40 σειρές κείμενο της Ορειχάλκινης Πινακίδας από την Κορτόνα και το από 48 σειρές κείμενο της Ορειχάλκινης Πινακίδας από την Ανιόνε. Η έρευνα μου συμπληρώθηκε με την ερμηνεία 12 επιγραφών πάνω σε αγγεία και στήλες στα Αρχαϊκά Ελληνικά από την Αθήνα, Κόρινθο, Νάξο, Δήλο και το Σιγείον στα Δαρδανέλια.
Όλα τα παραπάνω κείμενα είναι γραμμένα σε Συλλαβική Ελληνική γραφή και διαβάζονται όπως η Γραμμική Α, η Γραμμική Β και τα Κυπριακά από αριστερά προς τα δεξιά.
Σχέδιο διεξαγωγής της μάχης στην Ισσό το 333 π.Χ. μεταξύ του Μ. Αλεξάνδρου και του Δαρείου Γ'.
Στο ψηφιδωτό της Πομπηίας απεικονίζεται η μάχη μεταξύ Μ. Αλεξάνδρου και Δαρείου Γ΄ στην Ισσό ή στα Γαυγάμηλα; Με βάση τις πληροφορίες που δίνουν οι αρχαίοι ιστορικοί, όπως ο Πλίνιος, ο Πλούταρχος, ο Κουίντος Ρούφος, ο Αρριανός, σχετικά με τις συνθήκες διεξαγωγής των δύο ιστορικών μαχών, ο ιστορικός ερευνητής Τ. Παπαζώης επιχειρεί στο άρθρο του αυτό να απαντήσει στο ερώτημα για τη μάχη που απεικονίζεται στο ψηφιδωτό της Πομπηίας, αμφισβητώντας την ερμηνεία που έχει επικρατήσει πως πρόκειται για τη μάχη της Ισσού. Ο συγγραφέας διερευνά επίσης τη σχέση της πανοπλίας που φέρει ο Αλέξανδρος στο ψηφιδωτό με την ταυτότητα του νεκρού βασιλιά και τα ευρήματα στον τάφο ΙΙ της Βεργίνας.
Είσοδος στο Μουσείο. Στο βάθος, κύρια όψη του Μεγάρου Δουκίσσης Πλακεντίας.
Εκτενής παρουσίαση της επέκτασης και του εκσυγχρονισμού όλων των υποδομών καθώς και της επανέκθεσης των συλλογών του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου. Ο σχεδιασμός του ολοκληρωτικού αναπροσανατολισμού του Μουσείου, που ξεκίνησε το 1999, είχε στόχο να προσδώσει ένα νέο ρόλο στο μουσείο, ώστε να είναι ένα ίδρυμα ουσιαστικά ανοικτό, οικείο και φιλικό στο κοινό.
Πληροφορίες
Διεύθυνση: Λεωφ. Βασ. Σοφίας 22, 106 75, Αθήνα
Τηλ.: 210 7294926
Δικτυακός τόπος: www.byzantinemuseum.gr
Ωράριο λειτουργίας μουσείου
Καθημερινά 8.30-15.00, εκτός Δευτέρας
Νυχτερινή άποψη του Κάστρου της Μύρινας.
Η κύρια πρόσβαση στην online περιήγηση στο αρχαίο Δίον, από το διαδραστικό τοπογραφικό διάγραμμα του αρχαιολογικού πάρκου.
Παρουσίαση α) του Melammu Project - The Assyrian and Babylonian Intellectual Heritage Project, προγράμματος αφιερωμένου σε δύο μεγάλους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, της βάσης δεδομένων και της ιστοσελίδας του, και β) του νέου ιστότοπου που προσφέρει στους χρήστες του μια online περιήγηση στο αρχαιολογικό πάρκο του Δίου.
Η στήλη στην οποία απεικονίζεται ο Μιθριδάτης να χαιρετά τον Ηρακλή.
Ειδήσεις: Αποκαλύφθηκε τμήμα του δρόμου των Μαρμάρων, Επιστρέφουν ευρήματα από τον Θορικό, Αρχαία ναυάγια ελληνικών πλοίων στην Αδριατική, Επανέκθεση στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Νέες εκθεσιακές ενότητες στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Εγκαίνια για τη νέα μόνιμη έκθεση του Βυζαντινού Μουσείου.
Εκθέσεις: Θησαυροί της αρχαίας Κολχίδας, Μακεδονίας νόμισμα.
Συνέδρια: Βενετία-Άργος, 29ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης και Αρχαιολογίας.
Διαλέξεις: Η Αθήνα και οι πολεμιστές της: «Δημόσιον Σήμα», Δύο διαλέξεις για την αρχαία Μεσσήνη, Σεμινάριο Μινωικής Αρχαιολογίας
Βιβλία: Pierre Hadot, N’oublie pas de vivre, Goethe et la tradition des exercices spirituels / Νίκος Γρηγοράκης, Τρίπολη / Γεωργία Εμμ. Χατζή, Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Ολυμπίας / Αικατερίνη Ν. Σαράφη, Τήνος. Χάρτες - Ενδυμασίες / Κωνσταντίνος Σκαμπαβίας, Νανώ Χατζηδάκη (επιστ. επιμ.), Βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Στα Αρχαιομετρικά Νέα αυτού του τεύχους μπορείτε να διαβάσετε:
-ΕΑΕ: Νέο Διοικητικό Συμβούλιο, νέο ξεκίνημα
-Συνέδρια προς τιμήν του S. Rovira
-Νέα διδακτορική διατριβή
-Επιστημονική διημερίδα στην Τρίπολη
-TECHNART 2009 - Διεθνές Συνέδριο στην Αθήνα
-LAIS-2009 Διεθνές Συμπόσιο στους Δελφούς

Το λογότυπο του περιοδικού.
Ο κήπος. Ένας κήπος. Ομορφαίνει, νοηματοδοτεί και δίνει μια σπλαχνική διάσταση στην ύπαρξη των κτιρίων. Αναρωτιέται όποιος δεν τον γνωρίζει για τα όσα κρύβει. Αποτελεί καταφύγιο για τα κατατρεγμένα πλάσματα της πόλης. Μεγαλώνει ερήμην μας, πάντα. Οι παρεμβάσεις μας σε αυτόν είναι για εμάς. Η βοήθειά μας σε αυτόν, πάλι για εμάς είναι. Η φύση δεν μας έχει ανάγκη. Μας έχει βαρεθεί, για την ακρίβεια. Εμείς την έχουμε ανάγκη.
Ο πνευματώδης κύριος Bennet μας εξηγεί την ταφονομία. Με κάνει να σκέφτομαι ένα διήγημα που με έχει σημαδέψει, τη «Σαρκοφάγο» του Γιώργου Ιωάννου. «Σαρκοφάγος να ξαναγίνει, επ’ ουδενί λόγω θα της επέτρεπα», δηλώνει ο συγγραφέας. Στο τέλος, όμως, που η σαρκοφάγος επιστρέφει στο βλέμμα του κόσμου, γίνεται πάλι τάφος.
Στον κήπο και στον τάφο, κοινός παρονομαστής είναι η γη, το χώμα. Ό,τι είμαστε, ό,τι είναι, το κρατάει το χώμα. Πεθαίνουμε αλλά και γεννιόμαστε μέσα του, υποτασσόμαστε στις αιώνιες λειτουργίες του. Το τρέφουμε και μας τρέφει. Ως κιβωτός της ζωής και πηγή των πάντων, η γη αποφασίζει τι θ’ αφανιστεί και τι θα παραμείνει. Δεν υπάρχει απώλεια, όμως, στον νου της, μόνο μετουσίωση. Αυτά τα μικρά σχήματα είναι του ανθρώπινου νου.
Ο John Bennet κρατά σημειώσεις κατά τη διάρκεια της έρευνας πεδίου στο πλαίσιο του Pylos Regional Archaeological Project (1992–1994). Φωτ.: PRAP Archive.
Στοχαστικός, προσηνής, άνθρωπος με χιούμορ, ο καθηγητής Αιγαιακής Αρχαιολογίας, John Bennet, διευθύνει τη Βρετανική Σχολή Αθηνών επί επτά χρόνια (2015–2022). Στις μέρες του η ΒΣΑ έγινε περισσότερο γνωστή και επίσης πιο προσβάσιμη. Η έκθεση του ΝΕΟΝ (2018) με έργα του Α. Λόλη έφερε πολύ κόσμο στον κήπο της για πρώτη φορά. Σε μια Σχολή που δεν σχεδιάστηκε ως βάση ανασκαφών, η σημαντική συνεισφορά του Διευθυντή της στη διεύρυνση των επιστημονικών ενδιαφερόντων της ήταν μονόδρομος.
Η αίθουσα «Κόσμος του Αιγαίου» στο Μουσείο Ashmolean.
Το Μουσείο Ashmolean στεγάζει την πληρέστερη συλλογή μινωικών αρχαιοτήτων εκτός Ελλάδος, τα κυριότερα αντικείμενα της οποίας εκτίθενται στην αίθουσα «Κόσμος του Αιγαίου». Η συλλογή διαμορφώθηκε από τον ανασκαφέα της Κνωσού Sir Arthur Evans που εμπλούτισε το οξφορδιανό Μουσείο με αντίγραφα από το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Τα περισσότερα από τα αντικείμενα του Ashmolean με κνωσιακή προέλευση εξήχθησαν τη σύντομη περίοδο πριν από την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Ο Sir Arthur Evans (στο κέντρο με λευκό κράνος) με εργάτες στην Κνωσό. Φωτ.: BSA SPHS Image Collection (BSA SPHS 01/2032.5235).
Παρά το κάπως αμφίβολο ξεκίνημά της, από την ίδρυσή της το 1886 η Βρετανική Σχολή Αθηνών ήταν υπεύθυνη για έρευνες σε πολλές θέσεις εντός (και κάποτε και εκτός) της ελληνικής επικράτειας. Τα επιτεύγματα αυτά αντικατοπτρίζονται σε αναρίθμητα άρθρα που δημοσιεύθηκαν πρώτα στο Journal of Hellenic Studies και έπειτα, από το 1895 και μετά, στην Επετηρίδα της Σχολής με τίτλο Annual of the British School at Athens (ABSA), η οποία σήμερα μετρά 116 τόμους, και στους 50 συμπληρωματικούς τόμους (Supplementary Volumes) όπου παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της έρευνας πεδίου, και στους 23 τόμους της σειράς μελετών (BSA Studies).
Η Margaret Kenna στο ελαιοτριβείο την ώρα της δουλειάς. Ανάφη, Νοέμβριος 1966. Με την ευγενική παραχώρηση της Margaret Kenna.
Τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, η Βρετανική Σχολή Αθηνών έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην αρχαιολογία, όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης της που επικεντρωνόταν σε δημοσιεύσεις αρχαιολογίας και κλασικών σπουδών, με την προσθήκη κάποιων έργων λαογραφίας. Τα ταξίδια, ωστόσο, και οι περιηγήσεις των μελών σε αρχαιολογικούς χώρους τούς έφεραν σε επαφή με τις τοπικές κοινότητες. Όταν οι περιηγητές μιλούσαν ελληνικά, μπορούσαν να αναπτύξουν φιλικές σχέσεις.
Η Αίθουσα Payne το 1947. Από αριστερά: Lilian (Ann) Jeffreys, John Cook (τότε διευθυντής της Σχολής), Enid Cook (σύζυγος του διευθυντή), Helen Thomas (μετέπειτα Waterhouse, βιβλιοθηκονόμος της Σχολής κατά το ακαδημαϊκό έτος 1946–1947), Herbert Schoen (;), Geoffrey Kirk και Σύλβια Αποστολίδου (μετέπειτα Ιωαννίδου, γραμματέας της Σχολής την περίοδο εκείνη). Φωτ.: Αρχείο ΒΣΑ.
Ένα σύγχρονο κέντρο μελέτης, σημείο συνάντησης ερευνητών και φοιτητών από όλο τον κόσμο, αλλά και χώρος με τεράστια ιστορία, η Βιβλιοθήκη της Βρετανικής Σχολής Αθηνών βρίσκεται εκεί όπου χτυπάει η καρδιά της Σχολής. Η Βιβλιοθήκη ιδρύθηκε το 1886, μαζί με τη Σχολή, και εμπλουτίστηκε σημαντικά το 1899 όταν περιήλθε στην ιδιοκτησία της η συλλογή του Σκωτσέζου φιλέλληνα George Finlay (1799–1875). Αυτή η συλλογή τής έδωσε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, καθιστώντας την μία άξια λόγου ερευνητική βιβλιοθήκη.
Ανασκαφές της Βρετανικής Σχολής Αθηνών στην Περαχώρα τη δεκαετία του 1930, με επικεφαλής τον Humfry Payne (BSA Study Collection, Perachora, C648).
Το Αρχείο είναι το επίσημο αποθετήριο για τα έγγραφα της Βρετανικής Σχολής Αθηνών (ΒΣΑ) και τεκμηριώνει την πλούσια ιστορία και το ευρύ φάσμα των δραστηριοτήτων της από την ίδρυσή της το 1886 μέχρι σήμερα. Στα πρώτα χρόνια της Σχολής, το αρχείο και οι φωτογραφικές συλλογές φυλάσσονταν στη Βιβλιοθήκη της, κατ’ αρχήν υπό την επίβλεψη του Υποδιευθυντή, ο οποίος ήταν και Βιβλιοθηκονόμος. Χρόνια αργότερα, όταν η Σχολή είχε επεκταθεί σημαντικά, την επίβλεψη ανέλαβε ο Βιβλιοθηκονόμος — θέση ανεξάρτητη πλέον από αυτή του Υποδιευθυντή. Η Αίθουσα του Αρχείου χτίστηκε το 1986 ως μέρος της επέκτασης της Βιβλιοθήκης και ο πρώτος Αρχειονόμος διορίστηκε επίσημα το 1997.
Εξωτερική όψη του Εργαστηρίου Fitch σήμερα.
Η ίδρυση του Εργαστηρίου Fitch ήταν ένα πρωτοπόρο, αν και αρκετά ριψοκίνδυνο, εγχείρημα. Αυτό φαίνεται άμεσα από τη σύγκρισή του με άλλα εργαστήρια «αρχαιομετρίας» της εποχής, που ιδρύθηκαν στο πλαίσιο μεγάλων εθνικών ερευνητικών κέντρων ή πανεπιστημίων, με δυνατότητα πρόσβασης σε ήδη υπάρχουσες και υψηλού επιπέδου υποδομές και κατάρτιση. Τέτοια εργαστήρια λειτουργούσαν ήδη στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στη Βρετανία, στο University of California, Berkeley και στο Brookhaven Νational Laboratory στις ΗΠΑ. Την ίδρυση του Fitch θα ακολουθήσει γρήγορα και η γένεση ενός άλλου, ανάλογου εργαστηρίου στην Ελλάδα, στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών (ΕΚΕΦΕ) «Δημόκριτος».
Το ανάκτορο και η περιοχή της Κνωσίας χώρας, περ. 1933.
Η Κνωσός είναι μια από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές θέσεις παγκόσμιας εμβέλειας και ο δεύτερος σε επισκεψιμότητα χώρος στην Ελλάδα. Βρίσκεται στη λοφώδη μεσόγεια χώρα στα νότια της πόλης του Ηρακλείου, στην κοιλάδα του Καίρατου ποταμού και του παραποτάμου του Θέρρωνα. Ο Καίρατος πηγάζει από τις Αρχάνες και εκβάλλει στον Πόρο, ανατολικά του Ηρακλείου, το επίνειο της μινωικής Κνωσού. Στα ανατολικά υψώνεται ο λόφος του Αϊ-Λιά, στα βόρεια οι χαμηλοί λόφοι Τζαφέρ Παπούρα και Κεφάλα, στα νότια οι λόφοι των Πάνω και Κάτω Γυψάδων, στα δυτικά η Ακρόπολη (ή Μοναστηριακό Κεφάλι) και περίπου στη νότια περιοχή της κοιλάδας ο λόφος «Κεφάλα του Τσελεβή», όπου θεμελιώθηκε το μινωικό ανάκτορο. Η Κνωσός κατοικείται συνεχόμενα από την 7η χιλιετία π.Χ. έως τις μέρες μας. Η ανασκαφή της θέσης έχει άρρηκτα συνδεθεί με τη Βρετανική Σχολή Αθηνών που δραστηριοποιείται στην περιοχή από το 1900 με σκοπό την έρευνα, τη μελέτη και την προβολή, στο ακαδημαϊκό και το ευρύ κοινό, της ιστορίας του μακραίωνου αυτού κέντρου.

Η κρίση των πόλεων του 7ου και 8ου αιώνα θα οδηγήσει τον 9ο αιώνα στη συρρίκνωση και τη μετονομασία τους. Τον 10ο αιώνα οι Βυζαντινοί με τη λέξη «κάστρο» εννοούν τειχισμένους οικισμούς, δηλαδή πόλεις. Τα κάστρα τους βρίσκονται είτε στον άξονα της Εγνατίας οδού ή στην ενδοχώρα. Ενδοχώρα της πρωτεύουσας, η Θράκη οριοθετείται από τη χερσόνησο της Κωνσταντινούπολης, την οροσειρά του Αίμου και τον ποταμό Νέστο που τη διαχωρίζει από τη Μακεδονία. Στην Κωνσταντινούπολη τα νέα τείχη που έκτισε ο Θεοδόσιος, κοντά σε εκείνα που είχε ορθώσει ο Κωνσταντίνος, ολοκλήρωσαν ένα πρωτοφανές για την εποχή αμυντικό έργο. Η Αναστασιούπολη και η Μαξιμιανούπολη μετονομάστηκαν σε Περιθεώριο και Μοσυνόπολη αντίστοιχα. Η Μαρώνεια κράτησε το όνομά της αλλά τα Άβδηρα μετονομάστηκαν σε Πολύστυλο. Το Πύθιο, που φέρει την επίδραση της δυτικής οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, και το Διδυμότειχο διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου. Οχυρωμένο ήταν και το μοναστήρι των Φερών ενώ Ξάνθη και Κομοτηνή αναπτύχθηκαν μετά την οθωμανική κατάκτηση. Το τείχος της Θεσσαλονίκης, που χτίστηκε βιαστικά στα μέσα του 3ου αιώνα λόγω των γοτθικών επιδρομών, ολοκληρώθηκε τον 4ο αιώνα. Το μόνο κτίσμα που προστέθηκε εξ ολοκλήρου είναι η ακρόπολη. Η Βέροια έζησε έως τον 20ό αιώνα ενώ οι συνομήλικοί της Φίλιπποι τη βυζαντινή περίοδο βρίσκονται ήδη σε μαρασμό. Η Καστοριά διατηρεί τείχη από την εποχή του Ιουστινιανού. Η Ρεντίνα έχει ιουστινιάνεια οχύρωση και βυζαντινό κάστρο. Το Γυναικόκαστρο, κτίσμα του Ανδρόνικου Γ΄, αποτελεί έργο νέας τεχνικής. Τα Μογλενά και τα Σέρβια άκμασαν ανάμεσα στο 10ο και 13ο αιώνα και χρησίμευσαν στην προστασία του αγροτικού πληθυσμού.
Η συγγραφέας μας καλεί να ακολουθήσουμε την Εγνατία οδό, συνοδεύοντάς την σε ένα οδοιπορικό από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη. Παλιός δρόμος του εμπορίου που έφτανε κάποτε ως το Δυρράχιο, η Εγνατία περνάει σήμερα μέσα από εγκαταλειμμένα ερείπια, τοπία μοναχικά και σιωπηλά. Τέτοιο είναι το βυζαντινό κάστρο στο Πύθιο. Κάτω από το βυζαντινό τείχος στο Διδυμότειχο, τσιγγάνοι και μουσουλμάνοι ζουν σε σπηλιές σκαμμένες στο βράχο. Στις Φέρες δεσπόζει η Παναγιά Κοσμοσώτειρα του 12ου αιώνα, μικρογραφία της Αγίας Σοφίας. Αγκυροβόλι στο κενό είναι σήμερα το λιμανάκι της Μαρώνειας. Αν όμως τα ρωμαϊκά και τα βυζαντινά ερείπια είναι σκόρπια και λιγοστά, κρυμμένο από το λόφο βρίσκεται ένα θέατρο ελληνιστικό. Η Κομοτηνή, όπως και οι Σέρρες, η Ξάνθη, η Δράμα, η Καστοριά και η Βέροια έθαψαν τη βυζαντινή τους καταγωγή κάτω από την αυθαίρετη δόμηση. Απέραντοι, αμμώδεις κάμποι περιβάλλουν τα ερείπια της Αναστασιούπολης (Περιθεώριον). Στα Άβδηρα (Πολύστυλον), οι πέτρινοι όγκοι του κάστρου γλιστρούν στην αμμουδιά και μια ερειπωμένη βασιλική είναι χτισμένη πάνω στη θάλασσα. Ο δρόμος διχοτομεί τις ανασκαφές των Φιλίππων: ρωμαϊκό θέατρο, Αγορά, βυζαντινό κάστρο, δυο βασιλικές του 5ου αιώνα. Γυναικόκαστρο και Μογλενά ταιριάζουν απόλυτα σε αυτό το πανόραμα. Τη βουκολική γαλήνη διακόπτει η κίνηση και ο δυναμισμός μιας μητρόπολης. Ακόμη και τώρα η Θεσσαλονίκη είναι γεμάτη Βυζάντιο: εκκλησίες, μοναστήρια, το κάστρο πάνω στην ακρόπολη με τα τείχη να περιβάλλουν το Επταπύργιο. Κυκλωμένα από κτήρια σύγχρονα, τα περισσότερα μνημεία δίνουν την εντύπωση χαμένης μάχης. Μέσα στις εκκλησίες όμως, οι τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά προδίδουν μια θρησκευτικότητα βαθιά, ένα αρμονικό αγκάλιασμα Ανατολής και Δύσης.
Διανθίζοντας το κείμενό της με εκτενή αποσπάσματα από αρχειακές πηγές, η συγγραφέας ζωντανεύει τη ζωή στο Ναύπλιο μετά την απελευθέρωσή του (1822), τον διορισμό του σε «Καθέδρα της Κυβερνήσεως και της Βουλής» από την Γ’ Εθνοσυνέλευση (1827) και την άφιξη του Καποδίστρια (1828). Άμεσο μέλημα του Κυβερνήτη υπήρξε η πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας. Έντονα προβληματίζεται από την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στο Ναύπλιο, όπου είχαν συρρεύσει πρόσφυγες από όλη την Ελλάδα, ζώντας άθλια, σε άθλια καλύβια. Έχοντας ο ίδιος εγκατασταθεί στην Αίγινα, επιφορτίζει τον προσωπικό του φίλο, Σταμ. Βούλγαρη, μηχανικό με βαθμό λοχαγού στο γαλλικό στρατό, με την επιστασία του «πρώτου προγράμματος οργανωμένης δόμησης λαϊκής κατοικίας». Το πρόγραμμα το είχε καταρτίσει ο ίδιος μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Η οικοδόμηση της Πρόνοιας, στη ΒΑ πλευρά του Παλαμηδιού, αρχίζει ταχύτατα καθώς στην Ύδρα έχει εμφανιστεί πανούκλα. Η επιδημία έρχεται στο Ναύπλιο ενώ τα πρώτα παραπήγματα σε κανονικό σχέδιο είχαν αρχίσει να χτίζονται από συνεργείο 30 πελοποννήσιων μαστόρων, με αρχιμάστορες τον Μαστροζαφείρη Οικονομόπουλο και τον Μαστροαργύρη. Μέσα σε δυο χρόνια οι καλύβες που είχαν κατασκευαστεί αντικαταστάθηκαν με οίκους μεγάλους και ευπρεπείς και η Πρόνοια έγινε προάστιο.
Στη Λέσβο, σε δύο εκκλησάκια του χωριού Κέντρο σώζονται αγιογραφίες φιλοτεχνημένες από τον Θεόφιλο. Στον Άι-Γιάννη βρίσκονται «Ο Άρχων Μιχαήλ» και «Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου». Στον Ταξιάρχη, οι «Άγιος Κωνσταντίνος –Αγία Ελένη», «Ο Παντοκράτωρ», ο «Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλίτης» [sic] και ο «Άγιος Γεώργιος Τροπαιοφόρος», αντιμέτωποι σε διπλό πλαίσιο, και ο «Άρχων Μιχαήλ». Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες που εικονογραφούν το άρθρο τραβήχτηκαν το 1962 από τον τότε Έφορο αρχαιοτήτων στο νησί Φ. Σ. Χαριτωνίδη
Το αρχαιότερο έως σήμερα απομεινάρι από την κατεργασία της ελιάς στη Λέσβο είναι ένα πρωτόγονο λιοτρίβι της πρώιμης Χαλκοκρατίας (2800-2000) που η ανασκαφέας της Θερμής χαρακτήρισε «πατητήρι ελιών». Στις μέρες μας, τα υπερσύγχρονα ελαιοτριβεία αντικατέστησαν ζωοκίνητους ελαιόμυλους και χειροκίνητα πιεστήρια. Δύο ήταν τα «συγκροτήματα» επεξεργασίας: το λιοτρίβι και το πιεστήριο. Στο λιοτρίβι, μέσα σε μονολιθική, κυκλική δεξαμενή, γύριζαν δυο μυλόπετρες με σχήμα τμήματος σφαίρας. Αργότερα, οι μυλόπετρες πήραν το σχήμα κόλουρου κώνου και η «κάτω πέτρα» έγινε αβαθής. Από τα μέσα του 19ου αιώνα υιοθετήθηκε η κυλινδρική μυλόπετρα. Στο πιεστήριο, πάνω σε μεγάλο κυβόλιθο στηριζόταν κυκλική, πέτρινη («κάτω») πλάκα με περιφερικό αυλάκι και στόμιο.
Ο όρος «αρχαιολογικό πάρκο» δηλώνει τη συνύπαρξη συνόλου αρχαίων μνημείων και πρασίνου σε αστικές περιοχές και προϋποθέτει την ένταξή του στους συχνούς περιπάτους των πολιτών. Προτού όμως η νότια κλιτύς της Ακρόπολης αναβαθμιστεί σε πάρκο, πρέπει να προστατευτούν και να αναβαθμιστούν τα μνημεία της. Το θέατρο του Διονύσου σώζει υπολείμματα αλεπάλληλων σκηνικών κατασκευών που καλύπτουν επτά αιώνες. Σώζεται η μορφή και το δάπεδο της ορχήστρας των ρωμαϊκών χρόνων και από το κοίλο των χρόνων του Λυκούργου διατηρούνται στη θέση τους το 15% των εδωλίων, ενώ περίπου άλλα τριακόσια ακέραια εδώλια βρίσκονται διασκορπισμένα στο χώρο. Άρα, το κοίλον του θεάτρου μπορεί να αποκατασταθεί. Τα θεμέλια των σκηνικών κατασκευών επιβάλλεται να προστατευτούν με κατάχωση. Να καταχωσθούν πρέπει και τα θεμέλια των δύο ναών του Διονύσου, αυτού του 6ου αιώνα π.Χ και του νεότερου. Τεράστιο πρόβλημα αποτελεί εδώ η φθορά του κροκαλοπαγούς λίθου των θεμελίων που τα βλέπουμε να χάνονται μέρα με τη μέρα. Ως προς το «Ωδείο του Περικλή», υπόστυλο οικοδόμημα στεγασμένο με τα ξύλα των περσικών πλοίων που καταστράφηκαν στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, εκκρεμεί η ολοκλήρωση της ανασκαφής που διακόπηκε το 1932. Το κτηριακό συγκρότημα του Ασκληπιείου θα έπρεπε να στεγάσει τα αγάλματα και τις επιγραφές του. Τι γίνεται όμως με τα χιλιάδες μαρμάρινα ευρήματα, κατάσπαρτα στον αρχαιολογικό χώρο; Μια εφικτή λύση είναι η στέγαση της Στοάς του Ευμένη με διώροφο στέγαστρο, κατά το πρότυπο της Στοάς του Αττάλου. Δεν θα μένει τότε παρά να αποκατασταθεί ο ωραιότερος περίπατος του κόσμου, ο Περίπατος που περιέτρεχε την Ακρόπολη.
Πως θα ενταχθεί στο σήμερα ένα δομημένο περιβάλλον του παρελθόντος; Σε υπό ανάπτυξη πολεοδομικές ενότητες, όπως οι επεκτάσεις σχεδίου πόλεως, οι αρχαιολογικοί χώροι ή τα μεμονωμένα μνημεία ή σύνολα εντάσσονται με σχεδιασμό που έχει γίνει εκ των προτέρων. Αν όμως πρόκειται για ήδη διαμορφωμένο πολεοδομικό ιστό, τότε χρειάζονται σημειακές επεμβάσεις για να αξιοποιηθούν. Ο ιστορικός πυρήνας της Θεσσαλονίκης ανήκει στη δεύτερη περίπτωση Ο επανασχεδιασμός της Θεσσαλονίκης από τον γάλλο πολεοδόμο E. Hébrard αμέσως μετά την πυρκαγιά του 1917, θεωρείται πανευρωπαϊκά το πρώτο μεγάλο πολεοδομικό εγχείρημα του 20ού αιώνα. Αντικατοπτρίζοντας τις αντιλήψεις της εποχής, το ιστορικό μνημείο αποτέλεσε το επίκεντρο του πολεοδομικού ιστού της περιοχής του. Περίοπτο στο κέντρο μιας πλατείας, το μνημείο απομονωνόταν από το παραδεδομένο περιβάλλον του. Στο σχεδίασμα του νέου πολεοδομικού ιστού, βασισμένου σε ορθογώνια κάνναβο με έντονες διαγωνίους, δεν λήφθηκε υπόψη ούτε η ιστορική τοπογραφία της πόλης ούτε ο προϋπάρχων πολεοδομικός ιστός –με εξαίρεση τους βασικούς άξονες των οδών Βενιζέλου, Εγνατίας, Αγ. Δημητρίου, Αγ. Σοφίας, στους οποίους προστέθηκε νέος μνημειακός άξονας, η οδός Αριστοτέλους. Στη Θεσσαλονίκη, μόλις πέντε χρόνια μετά την απελευθέρωσή της, η αρχαιολογική έρευνα ήταν ακόμη ανύπαρκτη και άγνοια επικρατούσε για την ιστορική τοπογραφία της πόλης. Άλλωστε πολιτικές σκοπιμότητες υπαγόρευσαν τόσο την ταχύτητα στο σχεδιασμό όσο και τις τροποποιήσεις στη νομοθεσία περί αύξησης συντελεστή και ποσοστού κάλυψης. Οι σημερινές προσπάθειες για να ξαναβρεί η πόλη κάτι από τη φυσιογνωμία της μέσα από τον μνημειακό της πλούτο συγκλίνουν στην κατά το δυνατό ομαδοποίηση μνημείων σε ζώνες (ή «αρχαιολογικούς περιπάτους»). Οι ζώνες σήμερα διαγράφονται ως εξής: Α. Ζώνη ανατολικών τειχών (Λευκός Πύργος – Επταπύργιο) Β. Κεντρική ζώνη (Πλατεία Αριστοτέλους – Άγιος Δημήτριος) Γ. Ζώνη δυτικών τειχών (Λαδάδικα – Βόρεια τείχη) Δ. Ζώνη βορείων τειχών και Άνω Πόλη (Βόρεια τείχη έως Επταπύργιο) Ε. Διάσπαρτα μεμονωμένα μνημεία χωρίς άμεση σύνδεση με τις ζώνες. Η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου διέπεται από κάποιες αρχές, όπως: την έρευνα και τεκμηρίωση των αρχαιοτήτων, ως εργασία υποδομής για την ένταξή τους στον πολεοδομικό ιστό• τη διαφύλαξη της ιστορικής συνέχειας του δομημένου περιβάλλοντος και της διατήρησης όλων των φάσεών του, κ.ά.
Στην πλατεία Κλαυθμώνος, ο έμπορος Ιωάννης Σκυλίτσης έκτισε το 1844 ημιτριώροφη πολυτελέστατη κατοικία. Το κτήριο περιήλθε το 1884 στο Ελληνικό Δημόσιο και στέγασε το υπουργείο Ναυτικών. Από το 1975, έχοντας στο μεταξύ αποκτήσει δύο ακόμη ορόφους, το ιστορικό κτήριο στεγάζει τη Διοίκηση Δοικητικής Μέριμνας Ναυτικού. Νεοκλασικό με στοιχεία ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, το «Υπουργείο Ναυτικών» προβάλλει περήφανα τους τοσκανικούς μονόλιθους (παραστάδες) της κεντρικής του εισόδου. Χαρακτηριστικά είναι επίσης τα παράθυρα και η χτιστή πέτρα του ισογείου. Στο εσωτερικό του κτηρίου εντυπωσιάζει ο ζωγραφικός διάκοσμος οροφών και τοίχων του 1ου και του 2ου ορόφου. Στο άρθρο περιγράφονται οι διαδικασίες αποκάλυψης, συντήρησης και αισθητικής αποκατάστασης της κεντρικής οροφογραφίας και των αντίστοιχων τοιχογραφιών στον 2ο όροφο. Αποκαλύφθηκαν στρώματα επιζωγραφήσεων και επιχρισμάτων πάχους 0,5 εκ. Στην οροφογραφία εντοπίστηκαν δύο στρώσεις κονιάματος, με συνδετικό ασβέστη, στρωμένες σε πανό από λεπτά καλαμάκια (μπαγδατί) καρφωμένο σε ξύλινο σκελετό. Τα χρώματα περιέχουν χρωστικά σε σκόνη, με συνδετικό φυσική οργανική κόλλα. Στην οροφή του 2ου ορόφου, σε έκταση 30 τ.μ. περίπου, εναλλάσσονται τετράγωνα και ορθογώνια παραλληλόγραμμα με κεντρική ροζέτα, πλαισιωμένα από λεπτότερα ορθογώνια πλαίσια με φυτικό διάκοσμο και αγγελικά πρόσωπα στο κέντρο. Στα μοτίβα κυριαρχούν τα χρώματα χονδροκόκκινο, γαλάζιο, πράσινο, διαβαθμίσεις του γκρίζου, άσπρο, μαύρο και μωβ. Οι ιταλοί ζωγράφοι, που κυρίως φιλοτεχνούσαν τις οροφές στα μέσα του 19ου αιώνα, πετύχαιναν αρμονία θερμών και ψυχρών χρωμάτων και σωστή διαβάθμιση της φωτοσκιάς προς όφελος της πλαστικότητας. Η επίδραση από τυπωμένα πρότυπα, σαν τα υπογεγραμμένα από ευρωπαϊκά τυπογραφεία που βρίσκονται στο αρχείο του Κίτσου Μακρή, είναι προφανής.
Η έκθεση «Ο εποικισμός του Λονδίνου. 1500 χρόνια μετανάστευσης από το εξωτερικό» δεν ξεφεύγει από την παράδοση του Μουσείου του Λονδίνου: τις ειδικές εκθέσεις που το Μουσείο διοργανώνει για διάφορες όψεις της λονδρέζικης ζωής, τη δραστηριότητά του που στοχεύει στη δυναμική του ένταξη στην κοινωνία του Λονδίνου, καθιστώντας το ζωντανό κύταρο της καθημερινής του ζωής. Η προσέγγιση του θέματος είναι βαθιά αντιρατσιστική. Μια συνοπτική ιστορία του Λονδίνου, από την ίδρυσή του το 50 π.Χ. έως σήμερα, παρουσιάζεται ως αφήγηση της μετανάστευσης ποικίλων ομάδων, εθνοτικών (ethnic), φυλετικών και θρησκευτικών. Οι ομάδες αυτές δεν προσεγγίζονται μεμονωμένα αλλά ως σύνολο, δείχνοντας έτσι ότι η μορφή και η ανάπτυξη της πρωτεύουσας είναι το αποτέλεσμα της κοινής τους συνεισφοράς. Στην έκθεση τα μουσειακά αντικείμενα παρουσιάζονται ως μέσα μιας γενικότερης πραγματικότητας, κοινωνικής, πολιτικής, πολιτισμικής και οικονομικής, μέτοχοι και μάρτυρες ενός πολυσχιδούς παρελθόντος. Για το λόγο αυτό, ακόμη και τα κοινής χρήσης αντικείμενα διεκδικούν, σε επίπεδο ιστορικό-αρχαιολογικό, ίση μεταχείριση με ένα έργο τέχνης. Ο στόχος της έκθεσης κάθε άλλο παρά εξαντλείται στον ενημερωτικό και παιδευτικό της χαρακτήρα. Πρόκειται για μια μοναδική κοινωνικοπολιτική προσφορά. Καταφέρνει να συνδέσει το χθές με το σήμερα και βοηθάει την κάθε κοινότητα να βρει τη θέση της στην ευρύτερη πολυεθνική κοινωνία του Λονδίνου. Είναι προφανές ότι η ύπαρξη στην Αθήνα ενός Μουσείου της ιστορίας της πόλεως, που θα αναπτύσσει δραστηριότητες παρόμοιες με αυτές του Μουσείου του Λονδίνου και θα λειτουργεί ως πολιτισμικός και εκπαιδευτικός πυρήνας για τους κατοίκους της, είναι σχεδόν ζωτική ανάγκη.
Ο Comte de Caylus (1692-1765) υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του ανερχόμενου στην Ευρώπη «νεοκλασικισμού». Άνθρωπος των γραμμάτων, σπουδαίος συλλέκτης αρχαιοτήτων και πρωτο-αρχαιολόγος θα ταξιδέψει στην Ιταλία, την Κωνσταντινούπολη, τα παράλια της Μ. Ασίας και την ηπειρωτική Ελλάδα (1714-1717). Οι επόμενες αρχαιολογικές του έρευνες θα γίνουν «από την πολυθρόνα» του στο Παρίσι. Διετέλεσε μέλος της Ακαδημίας των Καλών Τεχνών και της Ακαδημίας των Επιγραφών και Γραμμάτων. Έχοντας αρχίσει ήδη από τη δεκαετία του 1720 να ασχολείται εντατικά με τη χαλκογραφία, έχει τη δυνατότητα να πλαισιώνει τις δημοσιεύσεις αντικειμένων της συλλογής του με δικά του χαρακτικά. Στο βιβλίο του για τα χρυσά νομίσματα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η επικέντρωσή του στο αντικείμενο αυτό καθαυτό συνιστά ένα βήμα προς τη μοντέρνα μορφή του ειδήμονα κριτικού. Στο χρονικό διάστημα 1752-1760, δημοσιεύει το εξάτομο και πλούσια εικονογραφημένο έργο του Recueil d’antiquités égyptiennes, etrusques, grecques, romaines et gauloises, από το οποίο θα αντλούν οι σχεδιαστές του νεοκλασικισμού για τα επόμενα πενήντα χρόνια. Η απορρόφησή του στη διαδικασία της συλλογής, η μορφολογική του επεξεργασία μεμονωμένων αντικειμένων δεν του επέτρεψαν να προβάλει μια σφαιρική, θεμελιακή θέση για την ιστορική ανάπτυξη της αρχαίας τέχνης. Το μοντέλο επεξεργασίας της αρχαίας ελληνικής τέχνης του Caylus διέφερε ουσιαστικά από αυτό του Winckelmann. Οι δύο συμφωνούν ότι ο ρωμαϊκός πολιτισμός είναι κατώτερος του αρχαίου ελληνικού, ο Caylus όμως αναγνώριζε στην αρχαία Αίγυπτο έναν ακόμη εξέχοντα πολιτισμό. Άποψή του ήταν ότι ναι μεν οι πολιτισμοί έχουν αμοιβαία αλληλεξάρτηση, ωστόσο κοινή τους προέλευση και επιρροή είναι ο πολιτισμός των Αιγυπτίων.
Η σκηνή του θεάτρου ήταν ένα επίμηκες σταθερό οικοδόμημα πίσω από την ορχήστρα, ξύλινο στους κλασικούς χρόνους, λίθινο στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, που υπηρετούσε πολλαπλές λειτουργικές ανάγκες: πάνω της παρουσιαζόταν το σκηνικό φόντο, το εσωτερικό της ήταν το παρασκήνιο για την αλλαγή κοστουμιών, κ.ά. Βασικό σκηνικό ήταν η όψη ανακτόρου ή ναού που κάμπτονταν σε σχήμα Π καταλήγοντας σε δυο προσκήνια. Η μεσαία από τις τρεις θύρες ονομαζόταν «βασίλειος». Κινητοί ζωγραφικοί πίνακες, τα «παραπετάσματα» ή «καταβλήματα», λειτουργούσαν ως σκηνικά άλλων σκηνικών παραστάσεων. Για να δείξουν το εσωτερικό ενός χώρου ή κάποιον ήρωα ή θεό επί σκηνής, χρησιμοποιούσαν το «εκκύκλημα», μια τροχήλατη πλατφόρμα. Οι «περίακτοι» ήταν περιστρεφόμενες μηχανές με τρεις όψεις και με διαφορετική στην καθεμιά τους διακόσμηση. Για τους «από μηχανής θεούς» χρησιμοποιούσαν ένα συνδυασμό γερανού, τροχαλιών και σχοινιών. Σημείο εμφάνισης θεών ήταν και το «θεολογείο». Το «κεραυνοσκοπείο» συνοδευόταν από το «βροντείο». Άλλες μηχανές ήταν το «στροφείο», η «σκοπή», το «τείχος», ο «πύργος» και η «διστεγία». Για την ανάδυση φαντάσματος από τον Κάτω Κόσμο υπήρχαν οι «χαρώνειοι κλίμακες». Ανάλογες καταπακτές ήταν και τα «αναπιέσματα». Δεν γνωρίζουμε αν την όψη της σκηνής κάλυπτε κάποιο παραπέτασμα, «προσκήνιο» ή «αυλαία». Το όνομα του έργου ήταν γραμμένο σε ειδικό πλαίσιο που λεγόταν «φρυκτώριο». Ανάλογα με το περιεχόμενο, επάνω στη σκηνή συχνά τοποθετούνταν αγάλματα ή βωμοί θεών, ερμαϊκές στήλες, όψεις τάφων κ.ά. Η εμφάνιση άμαξας ή ιππέα γινόταν από το «κλισίον». Τη σκηνογραφική πανδαισία της τραγωδίας, του σατυρικού δράματος και της κωμωδίας ολοκλήρωναν τα κοστούμια των ηθοποιών και τα κάθε λογής εξαρτήματα.
Η επιστημονική ομάδα, που υπογράφει ένα εμπεριστατωμένο άρθρο, συνδυάζει την αποτυχία και των τριών διαγωνισμών που προηγήθηκαν για το Νέο Μουσείο Ακροπόλεως (Ν.Μ.Α.) με την επίμονη επιλογή της «θέσης Μακρυγιάννη». Με την πρόταση «Φιξ» το Ν.Μ.Α. ενσωματώνεται στην οπτική της πολεοδομικής ενοποίησης του ιστορικού κέντρου και των αρχαιολογικών χώρων. Είναι αυτονόητο ότι η πρόταση θεμελιώνεται στην αρχή να χρησιμοποιούνται παλαιά κτηριακά κελύφη για την ενσωμάτωση άλλων λειτουργιών. Η πρόταση οργανώθηκε με βάση γενικά κριτήρια στα οποία τώρα προστίθενται και κάποια συμπληρωματικά. Ένα από αυτά είναι η επιτακτική ανάγκη αναζήτησης ασφαλούς χώρου για τη στέγαση των αρχιτεκτονικών μελών και του γλυπτού διακόσμου που προέρχονται από τις συνεχιζόμενες εργασίες αποκατάστασης των μνημείων της Ακρόπολης. Χωρίς αξιολογική σειρά απαρίθμησης, τα γενικά κριτήρια κατατάσσονται άλλοτε σε αντιδιαστολή και άλλοτε σε παράλληλη σύγκριση με τα κριτήρια που παρουσιάζονταν στο αρχικό προσχέδιο του διαγωνισμού του ΥΠ.ΠΟ. Τα κριτήρια της πρότασης «Φιξ», που οι συγγραφείς παρουσιάζουν αναλυτικά, είναι: 1. Η απόσταση του οικοπέδου από τον αρχαιολογικό χώρο και η ευχέρεια πρόσβασης σε αυτόν 2. Το μέγεθος και η μορφή του οικοπέδου και του εργοστασίου «Φιξ» 3. Ο αριθμός και το κόστος των απαιτούμενων απαλλοτριώσεων 4. Η ύπαρξη αρχαιοτήτων και η αξιολόγησή τους 5. Το κυκλοφοριακό πρόβλημα και η ύπαρξη του Μετρό 6. Η προσπελασιμότητα του κτηρίου και η οδική εξυπηρέτησή του 7. Η ένταξη και ο συσχετισμός με το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας 8. Η δυνατότητα απόκτησης του κτηρίου από το Δημόσιο 9. Η υπάρχουσα χρήση του κτηρίου 10. Η σχέση του Ν.Μ.Α. με το Βράχο 11. Η οικονομία του έργου 12. Η διατήρηση ελεύθερων χώρων και η επαναχρησιμοποίηση παλαιών κελυφών 13. Η ασφάλεια των εκθεμάτων και των έργων 14. Η οικολογική διάσταση της πρότασης.
Η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων (Ε.Ε.Α.) που ιδρύθηκε μόλις το 1977 έχει εστιάσει την προσοχή της σε δέκα υποβρύχιες έρευνες. Στο ναυάγιο της Αλοννήσου, το πλοίο (5ος-αρχές 4ου αιώνα π.Χ.) που μετέφερε κρασί από τη Μακεδονία είχε μήκος τουλάχιστον 30μ., αναιρώντας έτσι την πεποίθηση πως οι Ρωμαίοι πρωτοπόρησαν στη ναυπήγηση σκαφών άνω των 100 τόνων. Στα Άβδηρα ανασκάφηκε και πάλι ο αρχαίος λιμένας. Στη Χαλκιδική ερευνήθηκε η σχέση των χερσαίων αρχιτεκτονικών λειψάνων με τα οικοδομικά λείψανα στο βυθό της θάλασσας. Στα Φαλάσαρνα, στο χερσαίο ελληνιστικό λιμάνι που περικλείεται από προεκτάσεις των οχυρωματικών τειχών της πόλης σχηματίζοντας «λιμένα κλειστόν», συνεχίστηκαν οι ανασκαφές στους οχυρωματικούς πύργους, σε τμήμα της προκυμαίας κ.α. Συνεχίζεται επίσης η έρευνα στο ναυάγιο του πλοίου «La Thérèse» που είχε λάβει μέρος στον Κρητικό πόλεμο (1669). Στο σύγχρονο λιμάνι της Ζακύνθου προχωρεί η ανασκαφή μεταβυζαντινού ναυαγίου. Στο Άκτιο έγινε προσπάθεια να εντοπιστούν τα έμβολα από την πρώρα των πλοίων που καταστράφηκαν στη ναυμαχία του 31 π.Χ. Τουλάχιστον 50 χάλκινα έμβολα βρίσκονται βυθισμένα στην περιοχή. Προγραμματίζεται υποβρύχια ανασκαφική έρευνα στην περιοχή της Βόνιτσας, όπου εντοπίστηκαν βυθισμένα τμήματα της αρχαίας πόλης του Ανακτορίου, λείψανα του λιμανιού και βυθισμένα κτήρια που χρονολογούνται από την ελληνιστική έως τη βυζαντινή περίοδο. Στη Σάμο, κάτω από το σύγχρονο λιμάνι, βρίσκονται τα κρηπιδώματα και ο περίφημος μώλος του τυράννου Πολυκράτη. Ο αρχαίος κυματοθραύστης αποτυπώθηκε, οι αρχαιολογικές έρευνες εξακτινώθηκαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Στη Μεθώνη εντοπίστηκαν προϊστορικά κτηριακά λείψανα και διαπιστώθηκε ότι η καταστροφή του καταποντισμένου οικισμού οφείλεται σε σεισμό.
Το μουσείο ιδρύθηκε το 1967 στη μνήμη του μεγάλου σικελού αρχαιολόγου Πάολο Όρσι. Υπερσύγχρονο και κομψό, προτάσσει τον παιδευτικό του χαρακτήρα. Τα εκθέματα από τη μακραίωνη ιστορία που αρχίζει με την ίδρυση της πόλης από τους Κορίνθιους (8ος αιώνας π.Χ.) και φτάνει ως τον 7ο αιώνα μ.Χ., διανέμονται σε τρεις χώρους: 1. Προϊστορία και πρωτοϊστορία. 2. Ελληνικές αποικίες της ανατολικής Σικελίας. 3. Υπο-αποικίες και εξελληνισμένα κέντρα της Σικελίας. Όλες τις παλαιολιθικές ανασκαφές του νησιού συγκεφαλαιώνει η «Γκραβέτια» τεχνολογία. Η Νεολιθική εποχή εκπροσωπείται από τον πολιτισμό Stentinello και η περίοδος του Χαλκού από τα ταφικά ευρήματα του πολιτισμού Castelluccio. Ο πολιτισμός της Μέσης Χάλκινης περιόδου έδωσε ευρήματα κεραμικής, υαλουργίας, αργυροχρυσοχοΐας κ.ά. από τη Θάψο. Η ποικιλία της κεραμικής στον «πανταλικό» πολιτισμό, στα ευρήματα της κοιλάδας Μαρσελίνο και του όρους Finocchito, μαρτυρεί την αλληλεπίδραση των πολιτισμών της Μεσογείου την περίοδο των μεγάλων αποικισμών. Εκτίθενται νομισματική συλλογή και αναθήματα από το ναό της Δήμητρας και της Κόρης, σπαράγματα όπλων από χαμένο ναό του Άρη, ευρήματα από το ναό της Αθηνάς και το ναό του Απόλλωνα της νήσου Ορτυγίας. Πολλά ευρήματα προέρχονται από νεκροπόλεις. Μια ελληνική Καρυάτιδα προέρχεται πιθανόν από το θέατρο των Συρακουσών. Εκτίθενται δυο ακόμη Καρυάτιδες, έξοχοι κούροι, αγαλμάτιο του Ηρακλή της «σχολής Λυσίππου», ευρήματα από το βωμό του Ιέρωνα του Β΄. Ενδιαφέρουσες είναι οι παραστάσεις δύο αγγείων που απεικονίζουν τη Γοργώ να ιππεύει τον Πήγασο και την Αθηνά σε άρμα με άλλες θεότητες. Το σπουδαιότερο απόκτημα του Μουσείου είναι ακέφαλο ρωμαϊκό αντίγραφο αναδυόμενης Αφροδίτης των ελληνιστικών χρόνων.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
The Byzantine castles were the connecting knots of the defensive network of an Empire that was developed in the area of the Eastern Mediterranean, an Empire which neither organized Crusades, in order to solve demographic and financial problems, nor invested its policy in Sacred Wars, but paid the penalty of its non-violent attitude with its destruction and disappearance after eleven centuries of existence. These castles, being stone-built, seem to have been so smoothly incorporated through the years with their natural environment that have been forgotten. Only in 1970 some restoration and research projects have begun. Instructions for building, besieging and defending castles are supplied by numerous Late Antiquity and Byzantine writers, while Procopius in the sixth century A.D. mentions at least six hundred locations in the Balkans, where new fortifications were erected or older ones were improved and reinforced by the Byzantine emperor Justinian. The towns of the Hellenistic and Roman era will be transformed in the course of centuries into walled Medieval settlements or inhabited castles in order to offer protection to the rural population. In the tenth century the Byzantines used the term κάοτρον (= castle) to describe fortified towns. Thrace, being the inland region of the Byzantine capital, also functioned as the protective shield of Constantinople with its many thriving harbours, towns and Medieval castles, such as Pythion and Didymoteichon. The fortification works in Macedonia, which either are added to Hellenistic towns (Thessaloniki, Veroia) or are founded in the years of Justinian (Castoria), are completed in the tenth and eleventh centuries (Serbia) and are further reinforced in the Komnenean period, while some new are built in the time of the Palaeologan dynasty. The travelling artery of the Egnatia road, connecting Constantinople with Dyrrhachion, on the Adriatic coast, passes through Thessaloniki, the second important city of the Byzantine Empire. The fortifications along this route as well as in the inland area are located 35-40 kms. far from each other.
In December 1822 a treaty is signed in Nauplion between Greeks and Turks. Nauplion is Greek again after six centuries of foreign occupation. In January 1828, Kapodistrias arrives in Greece and undertakes the governing of the newly established state. One of his major concerns was the town-planning reconstruction of the country. In the Spring of 1828 St. Voulgaris from Corfu, an engineer and officer of the French army is instructed by Kapodistrias to register all the refugees who live in huts in Nauplion and then to choose together a suitable location for the construction of the new settlement. Thus the first organized project of building popular houses, especially purposed for refugees, in modern Greece was created. The chosen location lies NE of Palamidi and Voulgaris draws the plans. Unfortunately, the first two town plans of Pronoea have not survived. The oldest plan of the suburb, which has been preserved, is drawn by the Brigade Topographique of the French army. However, the most informative plan is the one of 1833, drawn by the Bavarian geometer Gebhard and the next plan, of 1834, also made by the Bavarians P. I Hatter, F. Frund and B. Kutter is fully representing the existing situation. The suburb is soon inhabited. Besides the indigent refugees a lot of wealthy citizens settle there. The price proposed for buying land in Pronoea is very low. Soon the building in the suburb begins. According to the census of 1831 Pronoea occupies an area of 24,000 square meters and has 1,700 inhabitants. Today the corresponding numbers are 230,000 and 3,466 respectively, which means that the suburb is densly populated. The present settlement differs only slightly from that of the Kapodistrian time. Although it lacks the impressive, beautiful buildings of the historic center of Nauplion, it is a homogeneous architectural entity that exhibits quite interesting features: a low sky-line and characteristic streets and houses, Pronoea is the first planned refugee settlement of Greece, therefore, it must be considered as especially important.
This brief article, as it becomes obvious from its title, deals with what had survived from Antiquity from the olive-processing stone apparatus and researches the mode of their employment and application.
In 1962 a group of Mytilenians organized in the Touristic Pavilion of Mytilene the first in his homeland painting exhibition of the artist Theophilos Chatzimichael, that included works on loan from various collectors of the island. Ph. S. Charitonidis, at that time Ephor of Antiquities on Mytilene and member of the organizing group, by tracing throughout the island works of Theophilos, in order to compose the Exhibition Catalogue, had roughly created a photographic archive. Besides the known or even published works of Theophilos, the archive also includes unpublished photos of the artist's hagiographies, painted by him in humble small churches of Mytilene, portable icons and wall-paintings, all darkened, indiscernible and damaged by the smoke of candles and the humidity of walls. The wall-paintings published here were decorating two small churches of the village Kentro, not far from the gulf of Gera.
The proposal for reusing the old brewery Fix on Sygrou Avenue, was the aftermath of an open debate, held in 1988 in the Athens Polytechnic School in the framework of the International Architectural Competition for the New Acropolis Museum. The idea is based on the widely accepted practice of reutilizing old existing building installations, which although have become useless they are still incorporated into the town-planning network. This article tries to prove that the specifications required for the needs of a contemporary new Acropolis Museum are well covered by the available shell of the building, a fact analyzed in the plans of the functional layout as well as in the corresponding metrical data. Furthermore, an attempt is made for the incorporation of the building in a town-planning scheme, which is related with the concept of unifying the archaeological sites of Athens and the historical center of the capital. The environmental deterioration of the Attica basin and the urgent need of preserving the Acropolis exhibits ask for an imediate, realistic and reliable solution. Therefore, the suggested proposal does not only meet this need but it also offers a challenge for the morphological and aesthetic transformation of the existing shell into a building worthy of its new role as the Acropolis Museum.
The exhibition The Colonization of London, 1500 Years of Immigration from Abroad follows the tradition of the Museum of London, as regards special exhibitions on the various aspects of life in London, as well as its activity for the dynamic incorporation of the Institution in the society of this city, which makes it an active cell of London's everyday life. A concise history of London, from its foundation in 50 B.C. until today, is presented as a narrative of the immigration of various ethnic, racial and religious groups. These groups are not approached isolated but as an entity that proves that the form of the capital and its development is the result of a common contribution of these numerous communities. Time is presented circularly. The problematic of the exhibition is not focused on the alive past and present. The exhibition does not simply make a presentation but it brings in light contemporary social issues, such as racism, through their historic consideration. The museum objects of the exhibition are presented as media of a more general social, political, cultural and economic reality, and become participants and witnesses of a multifold past or present. For this reason even the common objects of recent periods demand an equal treatment with a work of art, in the historical-archaeological level. The objective of the exhibition exceeds the informational and educational limits and becomes a unique socio-political offer. The exhibition succeeds to connect yesterday with today and helps each community to find its place in the broader multinational society of London. It is obvious that the existence in Athens of a city museum, which will be undertaking similar to the Museum of London activities and will be functioning as a cultural and educational nucleus for its people, is an almost vital necessity.
Although many questions regarding the evolution of the theatrical edifice, until it attained its final stone-built form, still remain unanswered, it is beyond doubt that since the time of the great tragic poets and Aristophanes it consisted of three basic architectonical parts: the orchestra for the performance of the chorus, the amphitheatrical coelon, with rows of seats for the spectators, and the stage. There were many devices purposed to serve the various needs of the performance: some were used as vehicles for the actors to appear or disappear or to swing high up above the stagefloor, while others were producing sounds. There also existed certain prismatic, revolving apparatus, which had a different decoration painted on each of their three sides. Others, suspended from the top of the stage, were decorated with representations of the thunder. However, the list does not end here. More apparatus and relevant accessories are enumerated in the text of this article.
All scholars admit that J.-J. Winckelmann is the father of Classical Archaeology, however few know the relevant contribution of Count de Caylus during the 18th century. His rich personality led him to take progressive for his time, reformative positions that laid the foundations for the modern approach of ancient Greek art. As regards the efforts of the two forementioned scholars for the scientifically documented dating of the history of Greek art. it would only be fair Winckelmann and Count de Caylus to be considered equal.
Monuments such as the Sanctuary of Dionysus with its two temples and theater, the Pericles' Odeion, Asclepieion, Eumenis' Stoa and the Herode Atticus' Odeum, which for centuries functioned as the cultural and artistic center of ancient Athens and embellished the land of Attica, it is not permitable to remain in obscurity, undergraded and deserted. These important monuments can play today an almost equal to the past attractive social role: restored, preserved and protected, they can be incorporated in a venerated, charming, friendly, properly organized and fully controlled archaeological park, which will gradually evolve to a familiar, dear place.
The Klauthmonos square, indispensably related with the very history of the 19th century Greece, still preserves a few impressive buildings from that period. One of them houses today an administrative service of the Navy. The exterior of the edifice still retains all the architectural features of its style and time, which add an air of European grand-bourgeois character to appearance, while the interior had greatly suffered by various, multiple uses. Recently, during our military service, we have worked for the restoration of the interior decoration of the building: the painting embellishments of the ceiling and walls that were thus revealed, being in accordance with the appearance of the exterior, restor the lost, passed glamour of the mansion and enrich the cultural heritage of Athens.
The Ephorate of Underwater Antiquities, one of the most modern as regards the means and equipment used by its archaeological staff, was founded only in 1977. Its objective is to save, study, restore and protect all submarine treasures of the Greek seas. From its foundation until today about 700 shipwrecks and many ancient sunk cities have been located. First director of this Service was G. Papathanassopoulos who was succeeded by D. Kazianis, then E. Hatzidaki followed who was later replaced by her predecessor E. Hatzidakis' main effort was aiming at the research sector. As a result ten different submarine research projects were organized: on Alonnessos, Avdera Chalkidiki, Phalasarna, the ship La Therese, Zakynthos, Aktio, Vonitsa, Samos and Methone. The organization of training seminars on the methodology of modern archaeological researcr was another of the initiatives she took while being in office.
The lack of constitutional legislation for the protection of the built environment of the past — with its various contents — and its incorporation in the modern needs inevitably leads to the disappearance of the historic continuation and physiognomy of the Neohellenic cities. The limited interventions and the establishment of zones of historic monuments and archaeological sites are often the only solutions left. Some characteristic cases and experiences from the city of Thessaloniki and certain basic remarks presented in this article can be proven useful elsewhere.
Το ακόντιο, δόρυ μικρό και ελαφρύ, χρησιμοποιήθηκε στον πόλεμο, το κυνήγι και την άθληση.Το βεληνεκές του ήταν κάτω από 20μ. και η χρήση του δύσκολη. Το τόξο αποτελείται από ξύλινο καμπύλο στέλεχος και χορδή (νευρά). Τα βέλη, μικρογραφία του ακοντίου, έφερε ο τοξότης στη φαρέτρα. Γωρυτός ονομαζόταν η θήκη του τόξου. Το βεληνεκές του τόξου μπορούσε να αγγίξει και τα 200 μ. Η σφενδόνη είναι όπλο απλούστατο: μια μικρή και φαρδιά δερμάτινη λουρίδα με δυο ιμάντες δεμένους στα άκρα της. Τα βλήματα που εκσφενδονίζονταν ήταν ελλειψοειδείς πετρούλες, πήλινες ή μολύβδινες σφαίρες. Η σφενδόνη είχε μεν το μεγαλύτερο βεληνεκές, υστερούσε όμως σε ακρίβεια.

Ο απαγχονισμός του Ιούδα και η Σταύρωση. Πλακίδιο από ελεφαντόδοντο (420-430), Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.
Η ευαγγελική παράδοση περί του θανάτου του Ιούδα θα ασκήσει σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση του εικονογραφικού θέματος ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.
Η απεικόνιση του θέματος σε εικονογραφημένα χειρόγραφα της μεσοβυζαντινής περιόδου (Ψαλτήρια με εικονογράφηση στην ώα, Ευαγγελιστάρια Τετραευαγγέλια), θα διαμορφωθεί με βάση την ευαγγελική παράδοση και την πατερική γραμματεία στα πλαίσια της ερμηνείας του Ευαγγελίου του Ματθαίου και του ψαλμού 108.
Στην παλαιολόγεια εποχή η απεικόνιση του θέματος εμπλουτίζεται με νέα εικονογραφικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από την εικαστική απόδοση αφενός των κειμένων που συνδυάζουν και τις δύο παραδόσεις και αφετέρου άλλων διηγήσεων περί του θανάτου του Ιούδα, των οποίων χαρακτηριστικό δείγμα αποτελεί εκείνη του Παπία Ιεραπόλεως. Η πτώση του Ιούδα από το δέντρο και η απεικόνιση της μορφής του στο σπηλαιώδες άνοιγμα αποτελούν τα στοιχεία που με βάση τα σωζόμενα μνημεία εισάγονται στην παλαιολόγεια εικονογραφία.
Στο εικονογραφικό πρόγραμμα αυτής της εποχής ο απαγχονισμός του Ιούδα αποτελεί τμήμα μιας ομάδας παραστάσεων, οι οποίες εικονίζουν με αφηγηματικότητα τα γεγονότα που συνδέονται με την προδοσία του Διδασκάλου επεκτείνοντας τον κύκλο των Παθών.
Ο Ιώβ απευθύνει τον λόγο στους τρεις φίλους του. Κώδ. Β 100, 13ος αι., Μονή Μεγίστης Λαύρας, Άγιον Όρος.
Τα στοιχεία που αντλούμε από τις πηγές σχετικά με το ζήτημα της αυτοκτονίας στο Βυζάντιο είναι πολύ περιορισμένα, γεγονός που εξηγεί για ποιο λόγο το θέμα δεν έχει διερευνηθεί. Τα περιστατικά αυτοχειρίας που έχουν καταγραφεί από τον 4ο αιώνα έως την ιουστινιάνεια περίοδο αφορούν σχεδόν αποκλειστικά ειδωλολάτρες και περιπτώσεις διαιώνισης μιας στρατιωτικής παράδοσης – ότι για έναν ηττημένο στρατιωτικό ηγέτη δεν υπήρχε άλλη επιλογή παρά να αυτοχειριαστεί, προκειμένου να γλιτώσει την ατίμωση και την ταπείνωση στα χέρια των νικητών. Σε μεταγενέστερες περιόδους, παρόμοια περιστατικά αντιμετωπίζονταν ίσως ως ταμπού και πιθανόν να αποσιωπούνταν. Τα δικαστικά αρχεία επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι τα περιστατικά αυτοκτονίας γυναικών σε κατάσταση εξαιρετικής έντασης δεν ήταν ασυνήθιστα και περιέχουν αναφορές σε αυτοκτονίες ανθρώπων που είχαν καταστραφεί οικονομικά και βρίσκονταν σε απόγνωση.
Ο απαγχονισμός φαίνεται ότι ήταν η πιο κοινή μέθοδος αυτοκτονίας, με το μαχαίρωμα και τον πνιγμό να ακολουθούν. Επίσης, το να κόβει κανείς τις φλέβες του καταγράφεται σε μία και μόνο περίπτωση – παρόλο που το περιστατικό αποδείχτηκε ότι ήταν ψεύτικη αυτοκτονία. Δράστης ήταν ο εικονοκλάστης Πατριάρχης Ιωάννης Γραμματικός.
Η Δημιουργία του Κόσμου. Τμήμα ψηφιδωτού της Γένεσης, 1180-1190. Σικελία, Μονρεάλε, Μητρόπολη (ναός).
Κάθε θρησκεία είναι ολιστική και βασίζεται στην θεμελιώδη παραδοχή ότι η πραγματικότητα είναι μια ενιαία οντότητα με επίκεντρο το θείο (θεϊκό) στοιχείο γύρω από το οποίο εξακτινώνονται όλα τα άλλα στοιχεία (ανθρώπινο και κοσμικό, έμψυχο ή άψυχο, έλλογο και άλογο). Η ζωή ανήκει στον θεϊκό παράγοντα της πραγματικότητας που καθορίζει τον ρυθμό των όντων σε όλη την κλίμακα της ύπαρξής τους. Καθένα εντάσσεται και υποτάσσεται στον κύκλο της ζωής και του θανάτου που καθορίζεται από το θείο στοιχείο. Ο άνθρωπος δεν δικαιούται να διαταράξει τον κύκλο της ζωής, γι’ αυτό απαγορεύεται ο φόνος («ου φονεύσεις») τόσο του άλλου ανθρώπου (δολοφονία) όσο και του ίδιου του εαυτού μας (αυτοκτονία). Η αυτοδιάθεση της ζωής (άρα και του θανάτου) φαντάζει ως ανταρσία του ανθρώπινου απέναντι στο θεϊκό στοιχείο, γι’ αυτό καταδικάζεται ως σοβαρή διατάραξη της ζωτικής αρμονίας του σύμπαντος.
Εξαιτίας του ολισμού της η θρησκεία αρνείται στον άνθρωπο το νεωτερικό δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του σώματός του. Η ζωή είναι τόσο πολύτιμο αγαθό και σε τέτοιο βαθμό στενά συνδεδεμένη με το θεϊκό στοιχείο που παραμένει κατά την πιστεύουσα συνείδηση η πηγή της ζωής, ώστε κάθε ανθρώπινη παρέμβαση σε βάρος της ζωής εκλαμβάνεται αυτόματα και αυτόχρημα σαν προσβολή του θείου, αφού εξισώνονται το ζωτικό και το θεϊκό φαινόμενο. Η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής με οποιοδήποτε τρόπο κι αν συμβεί καταδικάζεται απερίφραστα, γι’ αυτό η θρησκευτική παράδοση οριοθετεί αυτήν την κατηγορηματική κατάφαση της ζωής με σειρά απαγορευτικών μέτρων όπως καταφαίνεται στην περίπτωση του αυτόχειρα που εξαιρείται της εκκλησιαστικής κηδείας (ταφή, μνημόσυνα, τρισάγια).
Ο Αριστοτέλης. Νησί Ιωαννίνων, Μονή Φιλανθρωπηνών (καθολικό), τοιχογραφία, 1560.
Όπως είδαμε στο προηγούμενο τεύχος της Aρχαιολογίας, μια μικρή μερίδα φιλοσόφων, όπως ο Πυθαγόρας και ο Πλάτων, καταδίκαζαν απερίφραστα την αυτοκτονία, χωρίς όμως να εξισώσουν την πράξη αυτή με φόνο. Tον 1ο αιώνα μ.X. ήταν ακόμη συνηθισμένο να συζητιέται σε φιλοσοφικές και ρητορικές σχολές το θέμα αν η αυτοκτονία ήταν και ανθρωποκτονία ή όχι. Mε την επικράτηση του Xριστιανισμού όμως, χάρη κυρίως στον Άγιο Aυγουστίνο και τον Tιμόθεο, Πατριάρχη Aλεξανδρείας, η αυτοκτονία ορίστηκε ως φονική πράξη και άρα καταδικαστέα. Στο δεύτερο τεύχος του αφιερώματος στους Αυτόχειρες, εξετάζεται η αυτοκτονία στη βυζαντινή περίοδο.
Ο Ιούδας προδίδει τον Χριστό. Ψηφιδωτό, 1180-1190, Βενετία, Άγιος Μάρκος (ναός).
Η Εκκλησία ενωρίτερα αντιμετώπισε την αυτοκτονία ως μείζον αμάρτημα και ως εκκλησιαστικό – «κανονικό» αδίκημα. Νωρίς επίσης, και στη χριστιανική Ανατολή και στη Δύση, καθιερώνεται ως η κατ’ εξοχήν ποινή για το αδίκημα αυτό η απαγόρευση της εκκλησιαστικής κήδευσης και ταφής, καθώς και της προσφοράς ευχών, και κυρίως της Ευχαριστίας υπέρ των αυτοχείρων. Η «ποινή» αυτή εισάγεται από την εκκλησιαστική πρακτική, και εν συνεχεία επισημοποιείται από κανονικό δίκαιο τόσο της Ανατολικής (κανόνας 14 Τιμοθέου Αλεξανδρείας) όσο και της Δυτικής Εκκλησίας. Ως δικαιολογητική βάση της ποινής αυτής, η οποία εν τούτοις, τουλάχιστον στο δίκαιο της Ανατολικής Εκκλησίας, δεν προβλέπεται για άλλα, πολύ σοβαρά, εκκλησιαστικά αδικήματα, προβάλλεται ότι ειδικά με την πράξη αυτή ο δράστης αμφισβητεί τον ίδιο τον Δημιουργό του, ως μόνον κύριο της ζωής και του θανάτου του – ή, άλλως, ότι στην περίπτωση αυτή η δυνατότης μετανοίας του δράστη εκ των πραγμάτων φαίνεται να αποκλείεται, αφού το αδίκημά του υλοποιείται με το ίδιο το γεγονός του θανάτου του. Το παράδειγμα του Ιούδα συχνά μνημονεύεται. Στην πραγματικότητα η σκληρή αυτή αντιμετώπιση αποβλέπει στο να εμπεδωθεί στην κοινή συνείδηση η εκκλησιαστική απαξία της πράξης αυτής, απαξία η οποία δεν είναι καθόλου δεδομένη στη γενική αντίληψη, αφού η πράξη δεν στρέφεται σε βάρος άλλου. Γίνεται, εν τούτοις, δεκτό ότι η στέρηση της χρήσης του λογικού από τον δράστη, αν αποδειχθεί, τον απαλλάσσει από τη μεταθανάτια αυτή ποινή. Έτσι, από την αρχαία Εκκλησία ως τις ημέρες μας, εισάγεται μία μακρά πρακτική όπου οι οικείοι του νεκρού επιδιώκουν, με επίκληση αληθών ή, το συνηθέστερο, ψευδών μαρτυριών και γνωματεύσεων, και με τη γενική «συνενοχή» ή συγκατάβαση, να επιτύχουν την εκκλησιαστική κήδευση. H κοινωνική ευαισθησία στις ημέρες μας επέβαλε τη, ρητή ή σιωπηρή, εγκατάλειψη της απαγόρευσης (έτσι και στους νέους κώδικες κανονικού δικαίου της Pωμαιοκαθολικής Eκκλησίας). Mε πολλούς δισταγμούς αυτή είναι και η πρακτική που τείνει να ακολουθεί τώρα και η Iερά Σύνοδος της Eκκλησίας της Eλλάδος.
Η σκηνή του Απαγχονισμού. Άγιον Όρος, Μονή Διονυσίου.
Η αποτρόπαιη πράξη του Ιούδα απαντά σπάνια μεν στην τέχνη της βυζαντινής περιόδου, συχνά δε στη μεταβυζαντινή ζωγραφική.
Στη ζωγραφική της μεταβυζαντινής περιόδου το θέμα εντάσσεται στον εικονογραφικό κύκλο των Παθών και απεικονίζεται μαζί με την παράσταση της Μεταμέλειας και επιστροφής των τριάκοντα αργυρίων.
Στην εικονιστική απόδοση του θέματος του Απαγχονισμού του Ιούδα, στη ζωγραφική της περιόδου αυτής, ο Ισκαριώτης εικονίζεται κρεμασμένος σε δένδρο που λυγίζει από το βάρος του σώματος και από κάτω εικονίζεται σπηλιά μέσα στην οποία τοποθετείται πληγιασμένη και τυμπανισμένη μορφή, ο ίδιος ο αυτόχειρας. Είναι ενδιαφέρον ότι την περίοδο αυτή διακρίνονται δύο παραλλαγές που σχετίζονται με δύο διαδοχικές χρονικές φάσεις του γεγονότος.
Στην πρώτη παραλλαγή ο Ιούδας αποδίδεται με έντονη κίνηση να αντιδρά στην πράξη του, τινάζει πόδια, στρέφει το κεφάλι προς τα πίσω και φέρνει τα χέρια στο λαιμό, θέλοντας να αποφύγει τον πνιγμό. Η παραλλαγή αυτή απαντά στα μνημεία της λεγόμενης «σχολής της Αχρίδας», με χαλαρότητα στα μνημεία του «καστοριανού εργαστηρίου» και στα μνημεία της ΒΔ Ελλάδας.
Στη δεύτερη παραλλαγή ο Ισκαριώτης εικονίζεται να έχει παραδώσει το πνεύμα του, και το σώμα του είναι ακίνητο και ευθυτενές. Οι αφετηρίες της παραλλαγής αυτής εντοπίζονται σε μνημεία της ύστερης βυζαντινής περιόδου. Υιοθετείται από τους κρητικούς ζωγράφους του 16ου αιώνα στις εργασίες τους στο Άγιον Όρος, καθώς και σε μνημεία του 17ου και 18ου αιώνα.
Η πρόταση της ελληνικής "Ομάδας Όραμα" με το φωτισμό από νέον αποτύπωσε μια νεωτερική θεώρηση της αισθητικής του ερειπίου.
Η θεατρική παράσταση Mindscape στη ρωμαϊκή αγορά ήταν μια δράση της Καλλιτεχνικής Σκηνής της Κεντρικής Ευρώπης (Platform Culture Central Europe) που φιλοξενήθηκε από την Ελληνική Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η βασική ιδέα ήταν να αποκατασταθεί η λειτουργική ταυτότητα της αγοράς ως τόπου συνάθροισης των πολιτών και ανταλλαγής αγαθών και ιδεών. Πηγή έμπνευσης το έργο του φημισμένου Πολωνού σκηνοθέτη Jerzy Grotowski και τα «έργα-γεγονότα» και θεματική τις «Βιογραφίες». Έτσι η ρωμαϊκή αγορά μέσα από τη θεατρική σύμβαση κατέστη μια εφήμερη αγορά θεάτρου. Τα εμπορεύματα που διακινήθηκαν δεν ήταν υλικά αλλά πνευματικά αναπτύγματα. Οι πολίτες που προσήλθαν αποκόμισαν ένα διαφορετικό αρχαιολογικό περίπατο. Το διακύβευμα της θεατρικής πράξης ήταν αφενός στο επίπεδο της αισθητικής πρόσληψης του μνημείου και αφετέρου στη λειτουργική χρήση του χώρου. Οι κίονες, η στοά, ο αναλημματικός τοίχος της αγοράς απέκτησαν ένα διαφορετικό, σχεδόν οντολογικό περιεχόμενο. Θα μπορούσαμε έτσι να μιλήσουμε για μια ανατρεπτική ερμηνεία- διαχείριση της αρχαιολογικής κληρονομιάς.
Βίαιη στρατολόγηση νεαρών χριστιανών. Βιέννη, Εθνική Βιβλιοθήκη.
Η λέξη γενίτσαρος ή γενίτσαροι είναι μία έννοια που, ουσιαστικά, δηλώνει ένα ξεκάθαρο ιδεολογικό και θρησκευτικό προφίλ ανθρώπου. Οι γενί-τσερί, νέοι στρατιώτες, είναι οι στρατιώτες υπεράσπισης της εξουσίας κυρίως θρησκευτικής.
Κατά την εγκυκλοπαίδεια Encarta οι janissary είναι τούρκοι (sic) στρατιώτες που αποτελούσαν την προσωπική φρουρά του σουλτάνου από τον 14ον έως το 1826. Οι Janissaries προήρχοντο κυρίως από τους χριστιανούς των Βαλκανίων.
Ακόμη είναι οι φανατικοί, οι αφοσιωμένοι οπαδοί και οι υποστηρικτές που αναφέρεται και σε μία άλλη (θρησκευτική) άποψη όπου γενίτσαρος (janizary) είναι ο οπαδός ή ο υποστηρικτής σύμφωνα με το Forthright’s Phrontistery.
Aκόμη, σύμφωνα με το Λεξικό της Οξφόρδης, οι γενίτσαροι αποτελούν την προσωπική φρουρά του σουλτάνου καθώς και μέρος του τακτικού στρατού. Το σώμα των γενιτσάρων οργανώθηκε τον 14ον αιώνα και είχε δυναμική μέχρι και τον 16ον αιώνα μέσα από το παιδομάζωμα των χριστιανών, ενώ στην συνέχεια από τους μουσουλμάνους της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Διαλύθηκε το 1826 από τον τακτικό στρατό.
Ίριδα, κομμάτια της ζωφόρου από γύψο και χρωματισμένα από τους μαθητές της Α' τάξης του 6ου Ενιαίου Λυκείου Καλαμάτας.
Το άρθρο που ακολουθεί παρουσιάζει μια προσπάθεια διαθεματικής προσέγγισης που διενεργήθηκε στο 6o Ενιαίο Λύκειο Καλαμάτας, με την πρωτοβουλία δυο Σχολικών Βιβλιοθηκών, σε συνεργασία με την εκπαιδευτική κοινότητα των συγκεκριμένων σχολικών μονάδων.
Καθώς η εκπαιδευτική πράξη ανανεώνεται, αναζητεί νέους τρόπους προσέγγισης της γνώσης, ελκυστικούς για τους μαθητές, κύρια όμως δημιουργικούς κι ενισχυτικούς της πρωτοβουλίας τους, με στόχο την ενεργητική συμμετοχή και την ουσιαστική μάθηση στους κόλπους μιας πολυπολιτισμικής σχολικής τάξης.
Έτσι με άξονα το μάθημα της ιστορίας στην Α΄ τάξη του Ενιαίου Λυκείου επιχειρήθηκε διαθεματική διάχυση στη Λογοτεχνία, την Πληροφορική και την Αισθητική Αγωγή. Στόχος ήταν να ευαισθητοποιηθούν οι μαθητές σε θέματα Ιστορίας και Τέχνης, ώστε το μουσείο, ως ο κατεξοχήν χώρος αποτύπωσης αυτών να αποτελέσει πόλο έλξης των νεαρών εφήβων. Σημαντικό ρόλο άσκησαν σε αυτό τα εκπαιδευτικά προγράμματα: «Πάμε στην Ακρόπολη» και «Η ζωφόρος του Παρθενώνα» του Μουσείου Ακρόπολης.
Συγκεκριμένα οι μαθητές έχοντας διδαχτεί το κεφαλαίο Τέχνη, Κλασική περίοδος, σελ.111-120 του σχολικού βιβλίου, επιχείρησαν στο χώρο της σχολικής βιβλιοθήκης, μέσα από την παρακολούθηση βιντεοκασέτας, την ακρόαση μουσικής, την περιήγηση στο διαδικτυο να συνθέσουν ποιήματα, να συγγράψουν ιστορίες, να αφηγηθούν παραμύθια, να ζωγραφίσουν, να δημιουργήσουν με γύψο την Ίριδα και κομμάτια της ζωφόρου και στη συνέχεια να τα χρωματίσουν, ώστε να ανασυνθέσουν και να μυηθούν στην πολιτιστική παραγωγή της κλασικής περιόδου.
Πλατάνια (κοίτη Ιλισού, Αγ. Φωτεινή).
Μια μελέτη για την αυτοφυή χλωρίδα των παριλίσιων πεδίων από τα κλασικά χρόνια έως τα μέσα του 20ού αιώνα, που έγινε από τη Διεύθυνση Μελετών Μουσείων του Υπουργείου Πολιτισμού, με σκοπό την ανάπλαση και ανάδειξη του περιβάλλοντος χώρου του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών, με δένδρα και άνθη που συνάδουν με τις κλιματολογικές συνθήκες, τη μορφολογία εδάφους και την ιστορική μνήμη της συγκεκριμένης περιοχής, η οποία περικλείεται από τις οδούς Βασ. Κωνσταντίνου – Αρδηττού – Λεωφ. Αμαλίας και Βασ. Σοφίας.
Η παρουσία των περισσότερων φυτών και δένδρων στο χώρο πιστοποιείται από φιλολογικές μαρτυρίες, περιγραφές περιηγητών, ατθιδογράφων. Άλλων, όμως, συμπεραίνεται, όπως της δάφνης, της μυρτιάς, αναγάγοντάς τες σε μυθικές αναφορές και συμβολισμούς.
Στο τέλος, παρατίθεται ένας συγκεντρωτικός κατάλογος δένδρων και ανθέων, τα οποία αναφέρονται στο κείμενο της μελέτης αυτής, αλλά και συμπληρωματικός κατάλογος που αφορά στη χλωρίδα του Εθνικού Κήπου και εκείνης του έργου του Θεοφράστου Περί φυτών ιστορίας, για να αποδειχθεί η συνέχεια της ελληνικής χλωρίδας από την κλασική εποχή έως και το δεύτερο τέταρτο του εικοστού αιώνα και εικάζεται ότι αυτά τα δέντρα και άνθη που αναφέρονται στο Περί φυτών ιστορίαςευδοκίμησαν στον κήπο του Θεοφράστου και αποτέλεσαν το έναυσμα της παρατήρησης και της μελέτης του αρχαίου φιλοσόφου, ο οποίος δικαίως θεωρείται πατέρας της βοτανικής.
Θαύμα του αγίου Λουκιανού, Κωνσταντίνος Κονταρίνης, 1708. Κέρκυρα, Ναός Θεοτόκου Σπηλαιώτισσας.
Το άρθρο αυτό πραγματεύεται την αλλοίωση του είδους της λατρευτικής εικόνας, που συντελείται στα Επτάνησα, κατά το δεύτερο μισό του 17ου και καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα. Η αύξηση των αναθηματικών εικόνων, η έμφαση στο αφηγηματικό στοιχείο και στη δραματικότητα, ο διδακτικός χαρακτήρας, καθώς και ο εμπλουτισμός της θεματολογίας από τη λατρευτική πρακτική μετουσιώνουν το λατρευτικό περιεχόμενο της εικόνας. Οι απαρχές της εξέλιξης αυτής θα πρέπει να αναζητηθούν στη μετανάστευση των ζωγράφων της Κρητικής Σχολής στο χώρο των Ιονίων νήσων κατά τη διάρκεια του Κρητικού πολέμου και μετά την πτώση του Χάνδακα. Η μεταβυζαντινή ζωγραφική των Επτανήσων απομακρύνεται σταδιακά από τα μορφολογικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά της παραδοσιακής εικόνας, καθιστώντας το είδος αυτό παρωχημένο και προφανώς ασύμβατο με τη θρησκευτικότητα μιας κοινωνίας εν εξελίξει. Έτσι, στα Ιόνια νησιά η επερχόμενη Επτανησιακή Σχολή θα αφήσει πίσω της και τα τελευταία κατάλοιπα της βυζαντινής παράδοσης υιοθετώντας τρόπους ζωγραφικής που στηρίζονται εξ ολοκλήρου σε δυτικά πρότυπα.
Δαμάβολος.
Τα παραδοσιακά σύνολα που διατηρούνται στην ορεινή περιοχή του Ρεθύμνου παρουσιάζουν μια αξιοθαύμαστη, διαχρονική αρχιτεκτονική, της οποίας η προέλευση είναι αδύνατον να ερμηνευθεί με τον καθιερωμένο τρόπο σκέψης. Στην παρούσα προσπάθεια επιδιώκουμε να διανοίξουμε έναν κόσμο απρόσιτο στο μύθο, στο λόγο και στην επιστήμη, στον οποίο επικρατεί το συναίσθημα ως καθαρό στοιχείο του εαυτού μας. Το τοπίο, αποτελώντας καθοριστικό παράγοντα του συναισθήματος, είναι σε θέση διαμέσου της φαινομενολογικής σκέψης να συμβάλει στην κατανόηση των αρχιτεκτονικών μορφών αλλά και στην καθοδήγηση οποιασδήποτε επέμβασης του ανθρώπου στο περιβάλλον του.
Κοιμώμενος Ερμαφρόδιτος, γνωστός ως "Ερμαφρόδιτος Borghese". Αντίγραφο έργου της ελληνιστικής εποχής. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.
Με τη φροϋδική θεωρία των ονείρων, η ψυχανάλυση διευρύνθηκε από ψυχοθεραπευτική μέθοδος σε μια ψυχολογία της ανθρώπινης φύσης. Ο Φρόυντ έδειξε ότι τα όνειρα έχουν ψυχολογική σημασία και νόημα και πως καθένα τους αντιπροσωπεύει την έκφραση μιας απόπειρας εκπλήρωσης επιθυμιών και πόθων.
Είκοσι πέντε αιώνες νωρίτερα, οι αρχαίοι Έλληνες, όπως ο Πλάτωνας, είχαν κατανοήσει πλήρως τον μηχανισμό των ονείρων.
Απεικόνιση της Σαπφούς σε αττική ερυθρόμορφη υδρία (5ος αι. π.Χ.).
Θέμα του άρθρου είναι η μελέτη του τρόπου με τον οποίο η ποίηση της Σαπφούς μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πηγή κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας: γνωρίζουμε ότι λυρικοί ποιητές εκτός από εκφραστές της ατομικότητας, ήταν και φορείς των πολιτικών ιδεωδών της αρχαϊκής εποχής.
Συνήθως η Σαπφώ, ως γυναίκα, θεωρούνταν ότι εξέφραζε μόνο συναισθήματα και την ατμόσφαιρα του οίκου: Όμως, τις δύο τελευταίες δεκαετίες η άποψη αυτή αναθεωρήθηκε με επιτυχία. Κάποιοι περιορισμοί στη θεματική ανάπτυξη οφείλονται στο ότι το άρθρο εντάχθηκε μέσα στο πλαίσιο ενός εκπαιδευτικού προγράμματος για την προώθηση της ισότητας των δύο φύλων στη μέση εκπαίδευση
Χειροποίητη μάλλινη κουβέρτα με κόκκινες ίνες βαμμένες με ριζάρι. Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο Αμπελακίων Θεσσαλίας.
Tο ριζάρι [madder] θεωρείται από τις αρχαιότερες και σημαντικότερες φυσικές βαφές και έχει περιγραφεί από όλους τους αρχαίους συγγραφείς. Eίναι γνωστό από τα προϊστορικά χρόνια τόσο στη Mικρά Aσία όσο και στη μητροπολιτική Eλλάδα. Για την παρασκευή του χρησιμοποιούνταν οι ρίζες ενός θάμνου που περιείχαν περισσότερα από είκοσι βαφικά συστατικά, παρέχοντας πολλές αποχρώσεις του κόκκινου.
Στο παρόν άρθρο περιγράφεται η αρχαία και νεότερη τεχνολογία, ιδιαίτερα του τούρκικου κόκκινου, με έμφαση τις πολύπλοκες και με παραλλαγές διεργασίες πρόστυψης. Eρευνήθηκε η φυσικοχημεία της βαφής και έγινε προσπάθεια ανίχνευσης πρότυπων και άγνωστων δειγμάτων με χρήση φασματοσκοπίας ορατού-περιώδους, φθορισμομετρίας και χρωματογραφίας λεπτής στοιβάδας (TLC) [Thin-Layer Chromatography]. Διαπιστώθηκε ότι για την πλήρη ταυτοποίηση της βαφής από ιστορικά υφάσματα απαιτούνται διάφορες αναλυτικές χημικές μέθοδοι.
Η αίθουσα Ζ του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος.
Το Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος είναι το μεγαλύτερο και σημαντικότερο Ναυτικό Μουσείο της χώρας μας, το οποίο με περισσότερα από 4.000 κειμήλια, έργα τέχνης, ιστορικά αντικείμενα, ναυτικά όργανα, διοράματα, αναπαραστάσεις, τμήματα και μοντέλα πλοίων, εκτιθέμενα χρονολογικά και θεματικά, παρουσιάζει το μεγάλο ναυτικό ταξίδι του θαλασσινού λαού μας και μας ταξιδεύει στις ελληνικές θάλασσες και στα μεγάλα ναυτικά επιτεύγματα του Έλληνα Ναυτικού επί του υγρού στοιχείου όλου του πλανήτη.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Στα Αρχαιομετρικά Νέα αυτού του τεύχους μπορείτε να διαβάσετε:
-Το 36ο Διεθνές Συμπόσιο Αρχαιομετρίας (ISA 2006)
-Έκθεση κεραμικών της Μεσογείου
-Νέα βιβλία: U. Yalcin κ.ά., Das Schiff von Uluburun-Welthandel vor 3000 Jahren, Αδ. Σαμψών, Προϊστορία του Αιγαίου. Παλαιολιθική-Μεσολιθική-Νεολιθική
-Συντήρηση μετάλλων σε Εργαστήριο Πλάσματος
-Η επιστημονική συζήτηση για την ομηρική Ιθάκη
-...και για την προϊστορική ηφαιστειακή έκρηξη στη Θήρα
-Νέα περιφερειακά συνέδρια στα Μέθανα και στη Σίφνο
Η σαρκοφάγος που αποκαλύφθηκε σε περιοχή της Πάφου.
Ειδήσεις: Έρευνες στην Κέρο, Εντυπωσιακή σαρκοφάγος, Η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, Ιθάκης ευρήματα, Τοιχογραφία με τελετή ενθρόνισης.
Εκθέσεις: Η μορφή της αρχής, Η Κρήτη ταξιδεύει, Χάλκινα νομίσματα, Αυλίδα – τόπος μύθου και ιστορίας, τόπος οχυρός, Κειμήλια Πρωτάτου, Άθως: Η μοναστηριακή ζωή στο Άγιον Όρος.
Συνέδρια: Αρχαιολογικά πάρκα, 1ο Συνέδριο Αναστηλώσεων, Επιγραφές και Ιστορία της Θεσσαλίας, Προσωπογραφίες πόλεων.
Διαλέξεις: Αντιμετώπιση της αρχαιοκαπηλίας, Μνημειακοί τάφοι κοντά στην Τροία, Αρχαιολογικές έρευνες στην Αλβανία, Αντιγονεία της Χαονίας.
Βιβλία: Λ. Μέσκελ: Η αρχαιολογία στο στόχαστρο, M. Lefkowitz: Θνητοί και Αθάνατοι, Ε. Λαδιά: Τα ψυχομαντεία και ο υποχθόνιος κόσμος των Ελλήνων, J. de Romilly: Από το φλάουτο στην απολλώνια λύρα, Μ. Φιλίππου: Οι αρχαίες μουσικές της Αιγύπτου.
Επιστολές: Η σύγχρονη ιστορία του Δίολκου. Ένα μνημείο ζητά δικαίωση.
Η δυτική γωνία του κτίσματος.
Ήταν το έτος 1995, όταν το βιβλίο ενός συγγραφέα με τίτλο Πυραμίδες στην Ελλάδα , έδωσε το έναυσμα για να ανακινηθεί το θέμα της ύπαρξης πυραμιδικών
κτισμάτων στον ελλαδικό χώρο. Στο συγκεκριμένο βιβλίο , εκτός των πιστοποιημένων -και γνωστών στην επιστημονική κοινότητα- πυραμιδικών περιπτώσεων , παρουσιάζονταν και ορισμένα πρωτοεμφανιζόμενα κτίσματα , φερόμενα ως πυραμίδες, μεταξύ των οποίων και το μεγαλιθικό μνημείο που βρίσκεται στην περιοχή Καμπία της Νέας Επιδαύρου, του νομού Αργολίδος.
Στο παρόν άρθρο διαπιστώνεται το πρόβλημα στους λίθους της εισόδου του μνημείου αυτού, που οδήγησε -ακόμα και κάποιους αρχαιολόγους– σε λανθασμένα «πυραμιδικά» συμπεράσματα. Επίσης, τεκμηριώνεται η κάθετη διάταξη των λίθων, τόσο στο αριστερό όσο και στο δεξιό σημείο της πρόσοψης όπου στηρίζονταν τα βασικότερα επιχειρήματα περί «πυραμιδοειδούς» εξωτερικής επιφάνειας, και αποκαθίσταται, τέλος, η πραγματική λιθοδομή της εισόδου σε επίπεδο τριών δόμων, συμπληρώνοντας έτσι τη συνολική, μη πυραμιδική, φυσιογνωμία του μνημείου.
Journal of Mediterranean Archaeology, λογότυπο
Η στήλη του JMA παρουσιάζει το άρθρο της Senta C. German "Photography and Fiction: The Publication of the Excavation at the Palace of Minos at Knossos" (18/2, 2005).
Christianity condemns suicide and declares it to be an act of murder. The rules of Church Law state that the suicide is denied Christian burial and a memorial service. Literary sources reveal the deed’s satanic origins and attribute it mainly to functionaries. The satanic suicide par excellence is Judas Iscariot. In the 14th century depictions of his hanging complete the Betrayal scene, while more often in the post Byzantine period, they are linked to the depiction of Redemption. The gallows were used by the Church to support its official interpretation of suicide as the act of ultimate despair.
The literary evidence on suicide in Byzantium is rather limited and for this reason the subject has not been investigated as yet. The incidents of voluntary death from the fourth century to the Justinian period involve almost exclusively pagans, and cases that perpetuate a military tradition, according to which a defeated leader had no other choice but to kill himself, lest suffered disgrace and humiliation in the hands of the victor. In later periods such incidents were probably held as taboo and might have been suppressed. Judicial records attest to the fact that suicidal incidents of women under extreme stress as well as of desperate individuals who were financially ruined were not uncommon. The notion of mercy killing seems unknown in the Christian era and suicide cases resulting from madness or melancholy are hardly mentioned in medical hand-books of the period. Hanging is the most common suicidal method, followed by stabbing or drowing-to cite one or two other ways. The slicing of veins appears only once, in the case of the iconoclast Patriarch Ioannes Grammatikos, to be proved a fake suicide after all. The issue of suicide was not debated in philological discussions in Byzantium nor did it provoke the writing of thorough treatises. The last contribution in this topic is a series of commentaries on Prorphyry’s Isagoge and on Plotinus’ views on death as they were expounded in sixth-century Alexandria. The act of suicide was associated with superstitious beliefs, dispersed in dreams books and astrological texts such as Artemidoros’ Oneirokritikon and Ioannis Kamateros’ dream book, respectively. Finally, the com-mon people believed that the soul of the biothanatos would be transformed into a demon.
The Church has quite early encountered suicide as a major sin and an offense against canon law. In the Christian East and West the ban of the ecclesiastic funeral and burial as well as of relevant services is also early established as the penalty par excellence for this infraction. The “penalty” is introduced in the ecclesiastic practice and is later validated by the canon of the law both the Eastern (canon 14 of Timotheus of Alexandria) and the Western Church. The argument justifying this kind of penalty, which at least in the law of the Eastern Church is not imposed for even much graver ecclesiastic offences, is that the perpetrator through his act challenges his Creator himself, the only master of his life and death. To put it more explicitly, the suicide, being at the same time victim and victimizer, is in reality unable to repent his act, since his very death realizes his offense. Judas’ suicide is often mentioned as a typical example. The objective of this harsh approach is to consolidate in the common consciousness the demerit of the Church for this act, which after all is only turned against nobody else but the suicide himself. If, nevertheless, can be proved that the perpetrator had lost his reason in committing suicide, then he is dispensed from the after death “penalty”. Thus, from the time of ancient Church until today the same long practice is applied: the family of the deceased seeks to attain ecclesiastic funeral of its member by invoking true or usually false testimonies and expert opinions and by exploiting the general “complicity” or consent (cf. Shakespeare, Hamlet, act 5, scene 1). The sensitivity of our present society has imposed the expressed or silent abandonment of the aforementioned ban (this reality is also acknowledged in the new codes of canon law of the Roman Catholic Church), a practice that the Holy Synod of the Church of Greece seems inclined to follow quite hesitantly.
Every religion being holistic is based on the fundamental acknowledgement that reality is a whole entity whose focal point is God from whom all other elements are emitting: human and cosmic, animate and inanimate, rational and irrational. Life belongs to the divine element of reality that determines the rhythm of all begins in the scale of existence. Each of them is incorporated and subordinated in the cycle of life and death, which is ruled by God. Man has no right to upset the cycle of life, therefore murder, both assassination and suicide, is prohibited. The self-determination of life, therefore of death, seems as the rebellion of man against God, and for this reason it is condemned as a serious disturbance of the vital harmony of universe. By reason of its holism, religion deprives man of the right to self-determine his body. Life is the most valuable possession of man, which in the consciousness of the believer emanates from the divine element alone. Thus, the human intervention at the expense of life itself is automatically considered as an insult to God, because it levels life and divinity. The act of taking somebody’s life, regardless of the way, is flatly condemned; therefore the religious tradition reinforces the absolute affirmation of life with a series of banning measures, as in the case of the suicide who is altogether deprived of the ecclesiastic funeral (burial, memorial services).
The Gospel tradition concerning the death of Judas has exercised an important influence on the iconography of this subject already since the first centuries of the Christian age. The pictorial representation of Judas’ suicide by hanging in illustrated manuscripts of the Middle Byzantine period (Psalters with marginal illuminations, Lectionaries, Four Gospels) is based on the tradition of the Gospels and the pateric literature, in the framework of the interpretation of the Gospel of Matthew and the psalm 108. In the Palaeologan period the representation of this subject is enriched with new iconographic data. They originate from the visual tradition of the two aforementioned texts and from other accounts of Juda’s death, that of Papias of Hierapolis being the most characteristic and influential. The fall of Judas from the tree and the representation of his figure in a cavernous hollow are the new iconographic vocabulary that is introduced in the Palaeologan painting, judging from the monuments preserved so far. In the iconographic program of this era Judas’s suicide by hanging belongs to a group of scenes that thoroughly narrate the episodes related to the Betrayal, thus extending the Cycle of Christ’s Passion.
Judas’ suicide by hanging is represented rarely in the art of the Byzantine era as opposed to Post-Byzantine painting where his hideous deed is depicted quite often in the Cycle of Christ’s Passion accompanying the Repentance of the Iscariot and the Return of the thirty silver pieces to the high priest. The Post-Byzantine iconography shows Judas hanging from a tree that bows with the weight of his body and below this scene his blistered and swollen figure in the hollow of a cave. Two versions of this episode are distinguished in this period: In the first Judas is depicted as an agitated figure; he holts his feet, turns his head backwards and brings his hands to his throat, trying desperately to avoid throttling. This version characterizes the monumental painting of the so-called “School of Ochrid” and is more or less typical of the “Kastoria Workshop” to which a number of frescoes in northwestern Greece is ascribed. In the second version the Iscariot is represented dead, his body hanging motionless. The iconographic type originates from the late Byzantine monuments and is adopted by the Cretan painters in the Athonite wall paintings of the sixteenth century, as well as in other seventeenth- and eighteenth-century examples of monumental painting.
This article presents a research project carried out by the Ministry of Culture, which deals with the self-sown flora of the area adjacent to the river Ilissos. The objective of the project was the rehabilitation and promotion of the grounds surrounding the Byzantine Museum of Athens through planting trees and flowers compatible with the climate, earth and historical memory of the site. The flourishing of most of these vegetal species in these grounds is at-tested by literary sources, travelers’ accounts and Athenian journalists writings, while the existence of other plants, like laurel and myrtle, is presumed on the basis of their mythological role, meaning and symbolism. The comparable study of the inventory of trees and flowers at the end of the article, the additional list of the National Garden flora and the catalogue deriving from Theophrastos’ work On the History of Plants can prove the continuity of the Greek flora from the classical period until now and suggest that some of the plants included in Theophrastos’ History might have thrived in his garden and have sparked the ancient philosopher, the father of Botany, to study them.
This article focuses on the transformation of icons as means of religious expression that takes place in the Ionian Islands during the second half of the seventeenth and throughout the eighteenth century. The increasing number of ex-voto produced in that period, the emphasis on narration and pathos, the didactic character as well as the enrichment of iconography with elements deriving from the ritual practice radically alter the content of icons. The very beginning of this evolution must be sought in the immigration of artists of the Cretan School to the Ionian Islands, spanning from the years of the Cretan War to the period that followed the fall of Candia (present Herakleion). The Post-Byzantine painting of the Ionian Islands gradually departs from the morphological and ideological characteristics of the traditional icon, which thus becomes old fashioned and incompatible with the religious feelings of an evolving society. As a result the Ionian School of painting, leaving behind even the last hangover of the Byzantine tradition, adopts means and modes of painting entirely based on Western models.
Freud’s theory of dreams has broadened and transformed psychoanalysis from a psychotherapeutic method to a psychology of the depth of human nature. He showed that dreams were meaningful and that each one represented the disguised expression of a wish fulfillment attempt. Some twenty-five centuries earlier the ancient Greeks had already fully understood (Plato, The Republic IX) this mechanism of psyche, whom they expressed in a more poetical way.
The meaning of the term janissary or janissaries clearly pictures an ideological and religious human profile. The “yeni-çeri”, the new militia, is the soldier defending mainly a religious power. According to the Encyclopedia Encarta the janissaries are the Turkish elite soldiers, recruited from Christians from the Balkans, who formed the personal guard if the Sultan from the fourteenth century until 1826. The Forthrights’s Phrontistery describes them as the fanatic loyal followers of a certain religion, while the entry of the Oxford Dictionary defines them as regular soldiers who formed the personal guard of the Sultan. The janissaries’ corps was organized in the fourteenth century, was manned through the mass kidnapping of Christian children until the sixteenth century and by Muslims of the Ottoman Empire thereafter and it was abolished in 1826 by the regular army, when the janissaries revolted against the Sultan.
It was in 1995, when a book entitled Pyramids in Greece introduced the question of the existence of pyramids in Greece. Besides the already identified and known to the scientific community pyramidal examples, certain recently located structures, reputed as pyramids, were presented in this particular book, in which the megalithic monument in the Kampia district of Nea Epidauros in Argolis was also included. The present article deals with the problem of the stones at the entrance to this monument, which has led even some archaeologists to erroneous “pyramidal” conclusions. It also documents the vertical arrangement of stones on the left and right side of the façade, a lay out on which the more serious arguments for the “pyramid-like” exterior of the monument are based. Finally, it reconstructs three layers above the ground the actual stone masonry of the entrance, thus completing the overall non-pyramidal physiognomy of the edifice.
This article deals with the means through which Sappho’s poetry can be used as a source of the social and political history of her time. We very well know that the lyric poets do not only convey individuality in their work, but they also reveal the political ideals prevailing in the archaic period. Sappho, being a woman, was until recently regarded as having expressed only feelings and sentiments as well as home atmosphere in her verses. However, this judgment has successfully been revised in the last two decades.
This article presents an attempt of interdisciplinary approach that was hold in the 6th Luceum Kalamata, Peloponnese. The staff of two school libraries took the initiative and the project was carried out in collaboration with the educational community of two related schools. As the practice of education should be constantly renewed, it must find out new attractive and creative ways of approaching knowledge that will primarily corroborate the students’ initiative and will aim at their active participation and substantial learning in the framework of a multicultural school. Therefore, having as a pivot the History course of the first grade of the Lyceum, it was attempted an interdisciplinary diffusion in and relation to Literature, Informatics and Aesthetics. The objective was the sensitization of students in History and Art issues, so that the museum, the space par excellence that houses their documentation, to become the attraction pole for the young ephebes. The educational programs “Let’s visit the Acropolis” and “The Parthenon frieze” greatly contributed to the achievement of this goal. Particularly, the students, after been instructed the chapter referring to the art of the classical period, were exposed to a variety of experiences relevant to this same subject (videotapes, music, Internet surfing). Been thus prepared, they undertook the task to compose poems, to write stories, to narrate tales, to paint and to cast in plaster the goddess Iris in order not only to become familiar with but also to reconstruct the cultural product of the classical age. The two philologists, authors of this article, worked out the analytical scheme of the aforementioned course.
The traditional settlements that have been preserved in the mountainous district of Rethymnon, Crete, present an admirable age-long continuity, the origin of which is impossible to be interpreted through the common, established way of thinking. In this article we pursue to reveal a world dominated by sentiment, which is a pure component of our existence, a world that remains inaccessible to myth, reason and science. Through the phenomenological thought, landscape, being a decisive factor of sentiment, can contribute to our understanding of the forms of architecture and guide any human intervention in environment.
Madder is considered one of the oldest and most important natural dying stuff and has been described by all writers of antiquity. It has been known in Asia Minor as well as in the metropolitan Greece since the prehistoric age. It is made from the roots of a climbing herb, which yields more than twenty dying components and a variety of red tints. The ancient and modern technology of madder is described in this article, particularly that of the Turkish red madder; moreover emphasis is given to the various intricate procedures of mordant. A number of methods has been employed for the investigation of the physics and chemistry of dying and for the detection of both the standard and the unknown so far specimens of madder: Phasmatoscopy (visible and ultra violet), Phthorismometry and Thin-Layer Chromatography (TLC). It is thus ascertained that the eye used in historic textiles can be identified through analytical chemical methods.
The theatrical performance Mindscape in the Roman Agora of Athens was an activity of the Platform Cultural Central Europe hosted by the Greek Presidency of the European Union. The basic idea was the restoration of the functional identity of the Agora as a place where citizens are assembled and goods and ideas are exchanged. Source of inspiration were the work of the famous Polish theatrical director Jerzy Grotowski and the “plays-happenings” and thematic was the play Biographies. Through the theatrical convention the Roman Agora thus became an ephemeral theatrical agora. The commodities traded were not material but spiritual off springs, the citizens that attained experienced a different archaeological itinerary. The real objective of the theatrical performance laid on the one hand on the aesthetic perception of the monument and on the other on the functional value of the space. The columns, the stoa and the buttress wall of the Agora obtained a different, almost ontological content. Thus, we could claim a subversive interpretation-conduct of the archaeological heritage.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Η καταγραφή και η ματιά. Ο φωτογράφος Σωκράτης Μαυρομμάτης πραγματεύεται στο άρθρο του τη σχέση ανάμεσά τους. Η καταγραφή είναι υποχρεωτική και είναι η αφορμή. Η ματιά αναδεικνύει τις διαχρονικές αξίες. Περίσσιο λυρισμό μπορεί ν’ ανιχνεύσει κανείς και στις εικόνες και στις λέξεις του. Λυρισμό, όμως, που συμβαδίζει με την αρτιότητα στη δομή.
Οι υφές, δηλαδή η αλήθεια στο φως. Μέσα από τις εικόνες του, ανακαλύπτουμε τις υφές, όπως όταν επισκεπτόμαστε έναν αρχαιολογικό χώρο και όλη τη διαφορά απ’ το να βλέπουμε μια φωτογραφία την κάνει το γεγονός ότι μπορούμε επιτέλους ν’ αγγίξουμε τα περίφημα μάρμαρα.
Μας δείχνει τα μάρμαρα με τις πληγές τους. Μας δείχνει την ηλικία τους. Η πέτρα μοιάζει σαν να ’χει εκραγεί, σαν να ’χει τρέξει νερό από μέσα της. Σαν να ’χει αλλάξει η ύλη της, να ’χει μετουσιωθεί. Οι χαρακιές των αρχαίων τεχνιτών, τα ίχνη τους βρίσκονται ξαφνικά μπροστά μας και μαζί με την απόσταση στον χώρο μηδενίζεται και η απόσταση στον χρόνο.
Η ματιά του φωτογράφου, εκτός από τα μνημεία, αναδεικνύει εξίσου τη σωστική παρέμβαση του σύγχρονου ανθρώπου σε αυτά, γεφυρώνοντας το παρελθόν με το παρόν. Οι αιώνιες πέτρες που στέκουν παθητικά και ο άνθρωπος, με την προσωρινή φύση του και τον ενεργητικό ρόλο που καλείται να παίξει για να τις βοηθήσει να συντηρηθούν μέσα στον χρόνο, βρίσκονται σε αντιπαραβολή. Υπέροχη, αγαπητική γειτνίαση.
Ο Κώστας Ιωαννίδης.
Τι είναι η φωτογραφία; Αν δεν είναι τέχνη, τότε τι; Μήπως είναι τεχνολογία; Ή μήπως τεκμηρίωση; Και πάλι, το μέσο είναι διάφανο ή μήπως αναπόδραστα συγχέει τα όρια τεκμηρίωσης και υποκειμενικότητας; Ερωτήματα ζητούν απαντήσεις: πρόκληση για τον θεωρητικό που αναμετριέται μαζί τους. Στην εποχή των εικόνων, με τα «έξυπνα κινητά» να μας ωθούν στην πρακτική της παραγωγής τους, δεν είναι άκαιρο να αναλογιστούμε τα της φωτογραφίας, τη φύση και τη χρήση, το οδοιπορικό της.
Εξωτερική όψη του Παλάτσο Μπο.
Ακόμη και πριν από την Άλωση, Έλληνες και Κύπριοι φοιτητές ξεκίνησαν να πηγαίνουν στο φημισμένο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Προπύργιο του Ουμανισμού και της Αναγέννησης, το πανεπιστήμιο εξελίχθηκε σε σπουδαίο κέντρο ελληνικών σπουδών, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση. Tη δεκαετία του 1940 φιλοτεχνήθηκαν οι προσωπογραφίες σαράντα σπουδαστών του από άλλες χώρες, που διακρίθηκαν σε πολιτικά αξιώματα της πατρίδας τους. Ανάμεσά τους, τρεις Έλληνες.
Ποσειδών Λιβαδόστρας. Ανάλυση με
φθορισιμετρία ακτίνων
Χ (XRF).
Ούτε οι θεοί είναι άτρωτοι. Μας το μαθαίνει η Αφροδίτη της Ιλιάδας. Πόσο μάλλον η γλυπτή αναπαράσταση μιας θεότητας, φτιαγμένη από χέρια θνητών, από υλικά φθαρτά. Ακρωτηριασμένος και σπασμένος σε πολλά κομμάτια βρέθηκε το 1897 στη θάλασσα αυτός ο μπρούντζινος Ποσειδώνας. Μόνο το κεφάλι είχε σωθεί αλώβητο. Συντηρήθηκε το 1897, το 1935, το 1970 και το 2016. Το ιστορικό των περιπετειών του εικονογραφεί παράλληλα τις τεχνολογικές κατακτήσεις της επιστήμης της Συντήρησης.
Η απόκρημνη ακτή στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού.
Οι αρχαιολογικές έρευνες που διενεργήθηκαν το διάστημα 1999–2001 στο Μόδι, μια ακατοίκητη σήμερα βραχονησίδα απέναντι από την ανατολική ακτή του Πόρου, έφεραν στο φως κτηριακά κατάλοιπα ενός σημαντικού οικισμού της Υστερομυκηναϊκής περιόδου. Δεδομένης της νευραλγικής θέσης του πάνω στους θαλάσσιους δρόμους που συνδέουν τον Αργοσαρωνικό με τον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου, το Μόδι θεωρείται πιθανό να λειτούργησε ως διαμετακομιστικός σταθμός για τη διακίνηση εμπορικών προϊόντων.
Παρθενώνας. Λεπτομέρεια κιονοκράνου
του προνάου στο έδαφος,
εκτεθειμένου στα φυσικά στοιχεία,
με χαμένη την αρχαία επιφάνεια
(1980). Φωτογραφία: Σωκράτης Μαυρομμάτης.
«Η αισθητική της τεκμηρίωσης του αρχαίου κόσμου συμπλέκεται στην εποχή μας με τις σύγχρονες κατασκευές, τα μικρά και μεγάλα κτήρια που αναρριχώνται σε πλαγιές, λόφους και ακροπόλεις. Περικυκλώνουν και συνοδεύουν την αρχαιότητα άλλοτε θωπευτικά, άλλοτε απειλητικά και ενίοτε καταστροφικά. Αρκετά συχνά, σκαλωσιές και εργοτάξια συμπληρώνουν τη γενική εικόνα που μετά τις επεμβάσεις δεν θα είναι ποτέ η ίδια. Οι επεμβάσεις στα μνημεία συνυπάρχουν με ένα σύνολο τεχνικών βοηθημάτων που τα εγκλωβίζει μέσα σε ένα σιδερένιο δάσος ικριωμάτων και γερανών. Αυτή η αναγκαιότητα τεκμηριώνεται ως έργο, αλλά κυρίως ως ιστορική στιγμή μεγάλης σημασίας που έχει τη δική της αισθητική, την “αισθητική της αναστήλωσης”». (από το κείμενο του Σωκράτη Μαυρομμάτη)
Χρυσό περιδέραιο
με αλυσίδες και
σφυρήλατα περίαπτα.
Ruvo, 480 π.Χ.
Ο εξελληνισμός και η κομψή πολυτέλεια ενός νέου τρόπου ζωής σφραγίζουν την ώριμη Αρχαϊκή περίοδο έως και το 480 π.Χ. Στις τεχνικές επικρατεί η συρματερή, συνηθίζεται η ένθεση σκληρών λίθων ή υαλόμαζας. Λιτά τώρα τα κτερίσματα των νεκρών. Περόνες για τα μαλλιά, ενώτια τύπου «μπαούλο», δισκοειδή ενώτια, περιδέραια, περικάρπια, πόρπες, δαχτυλίδια με σφενδόνη ή με περιστρεφόμενο ψευδοσκαραβαίο, επίρραπτα πλακίδια. Με νόμο του 449 π.Χ. θα απαγορευτεί να συνοδεύουν τους νεκρούς χρυσά κτερίσματα.
Λεπτομέρεια από παράσταση Δευτέρας Παρουσίας. Ο φιλοχρήματος παρουσιάζεται
με το πουγγί κρεμασμένο από το λαιμό του. 13ος αι. Άγιος Γεώργιος Κουβαρά, Αττική.
Φωτ.: Κ. Ξενικάκης (1η ΕΒΑ). Εφορεία Ανατολικής Αττικής.
Είμαστε στο Βυζάντιο τον καιρό των Παλαιολόγων. Είναι οι δύο αιώνες που μεσολαβούν μεταξύ του τέλους της Λατινοκρατίας και την Άλωση της Πόλης. Από τα νομίσματα που κόπηκαν τότε συγκροτήθηκαν 94 θησαυροί μοιρασμένοι, κατά σειρά μεγέθους, ανάμεσα στη Βουλγαρία, την Τουρκία, την Ελλάδα, τη Βόρεια Μακεδονία, τη Ρουμανία, τη Σερβία και την Αγγλία [sic]. Για τον προσδιορισμό και την κατανόηση του τρόπου διανομής των νομισμάτων αξιοποιείται η μέθοδος της ποσοτικής ανάλυσης.
Ο Νοτιοανατολικός Πύργος αναστηλωμένος και πλήρως αποκατεστημένος (Γ. Ασβεστάς, 2016, Αρχείο ΥΠΠΟΑ).
«Η απομόνωση του τοπίου διέσωσε για εμάς μια ελληνική οχυρωμένη πόλη στην καλύτερη κατάσταση και μεγαλύτερη πληρότητα από οποιαδήποτε άλλη... ένα μέρος, που όσοι το έχουν δει, το αναπολούν με θαυμασμό και τείνουν να επιστρέφουν...» Με τα λόγια αυτά περιγράφει ο Βρετανός αρχαιολόγος E.F. Benson το αρχαίο φρούριο των Αιγοσθένων σε άρθρο που δημοσιεύει στα τέλη του 19ου αιώνα.
Ακόμη και σήμερα, το φρούριο των Αιγοσθένων, στο Πόρτο Γερμενό της Δυτικής Αττικής, αποτελεί ένα από τα επιβλητικότερα και εντυπωσιακότερα αρχαία φρούρια στον ελλαδικό χώρο.

Χαρακτικό των J. Stuart και N. Revett. Διακρίνεται το τζαμί που είχε ανεγερθεί από τους Τούρκους στο εσωτερικό του Παρθενώνα.
Η Αθήνα, που στην Πρωτοελλαδική εποχή εμφανίζει σαφή συγγένεια με τις Κυκλάδες, στη Μεσοελλαδική ζει τον ερχομό των Αχαιών. Στην Υστεροελλαδική περίοδο ανθεί ο τοπικός μυκηναϊκός πολιτισμός (1380-1100 π.Χ.) που τοποθετεί τα ανάκτορα του βασιλιά και ιερέα ψηλά στην Ακρόπολη. Τη μυθική μορφή του ιδρυτή Κέκροπα θα συναγωνιστεί τώρα ο Θησέας στον οποίο αποδίδεται ο συνοικισμός της Αττικής. Γύρω στο 600 π.Χ. ο νομοθέτης Σόλων θα επισπεύσει τις πολιτικές εξελίξεις με την ίδρυση της Βουλής και της Ηλιαίας. Την τυραννία του Πεισίστρατου διαδέχεται ο Κλεισθένης (τέλος 6ου αιώνα π.Χ.) που διαιρεί τους Αθηναίους σε δέκα φυλές και εγκαθιδρύει τη δημοκρατία. Στο απόγειό της η δημοκρατία θα φτάσει τα χρόνια του Περικλή (460-429 π.Χ.), καθώς η Εκκλησία του Δήμου αποκτά όλη την εξουσία. Η πολιτική υπεροχή της Αθήνας εμπνέει ανησυχία στους Σπαρτιάτες. Στο τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.) που τους έφερε αντιμέτωπους, οι Αθηναίοι θα αναγκαστούν να γκρεμίσουν τα τείχη της πόλης τους. Οι Μακεδόνες βασιλείς Φίλιππος και Αλέξανδρος σεβάστηκαν την πόλη αλλά το 86 π.Χ. ο Σύλλας την καίει και την καταστρέφει. Άλλο μεγάλο πλήγμα επέφερε στην πόλη ο Ιουστινιανός που το 529 μ.Χ. έκλεισε το τελευταίο της πανεπιστήμιο. Η φράγκικη περίοδος με τις συνεχείς εναλλαγές κατακτητών τελειώνει με την κατάκτηση της Αθήνας από τους Τούρκους (1456-1458 μ.Χ.). Το 1687 οι Ενετοί του Μοροζίνη επιτέθηκαν στην πόλη προκαλώντας σημαντικές καταστροφές, μεταξύ άλλων και στον Παρθενώνα. Στα 1833 η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου και, για πρώτη φορά στην ιστορία της, αποκτά σχέδιο πόλης που συντάσσουν οι αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Schaubert και προβλέπει 35-40.000 κατοίκους. Το σχέδιό τους και το σχέδιο του Klenze (1834) εφαρμόστηκαν με πολλές τροποποιήσεις. Οι πρώτες περιοχές που αναπτύχθηκαν έξω από το σχέδιο ήταν η Νεάπολη και το Κολωνάκι. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α΄ Παγκόσμιος και η Μικρασιατική καταστροφή ενέταξαν στην Ελλάδα νέους πληθυσμούς. Οι περισσότεροι πρόσφυγες, 230.000 σε Αθήνα και Πειραιά, διαβιώνουν σε άθλιες συνθήκες. Δύο γεγονότα σφραγίζουν το 1924, η κατάργηση της βασιλείας και η ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Το δημοψήφισμα του 1935 επαναφέρει τη βασιλεία που προετοιμάζει τη δικτατορία του Μεταξά (1936). Μετά την Κατοχή, στους πρόσφυγες προστίθενται οι εσωτερικοί μετανάστες, στα παραπήγματα οι μικροί συνοικισμοί έξω από το σχέδιο πόλης. Την εποχή αυτή θεσμοποιείται ο τυχαίος τρόπος ανάπτυξης της Αθήνας. Διαφορετική είναι η ανάπτυξη του Πειραιά που, με επίκεντρο το λιμάνι του, φιλοξενεί το διαμετακομιστικό και λιανικό εμπόριο αλλά και τη βιομηχανική ζώνη που αρχίζει από τη Δραπετσώνα και φτάνει στη Νίκαια.
Οι τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων σε ερυθρόμορφη οινοχόη. Περίπου 400 π.Χ., Museum of Fine Arts, Βοστώνη.
Η πολιτειακή εξέλιξη της Αθήνας συνδέεται με μεγάλες μορφές. Στον Θησέα αποδίδονται δύο «Συντάγματα» που ορίζουν ένα κοινό συμβούλιο για τη διαχείριση των υποθέσεων και των τεσσάρων φυλών και διαχωρίζουν τους πολίτες σε τρεις τάξεις, τους ευγενείς, τους γεωργούς και τους τεχνίτες. Ο πλούτος συγκεντρώνεται στα χέρια της αριστοκρατικής ολιγαρχίας. Τον 7ο αιώνα, ο Δράκων καταγράφει τους νόμους και περιορίζει τα προνόμια της αριστοκρατίας. Οι γεωργοί όμως δεν ανακουφίζονται. Αντίθετα, εμφανίζεται ο θεσμός της υποθήκης που περιλαμβάνει και την υποθήκευση του ανθρώπινου σώματος. Ο Σόλων είναι εκείνος που θα προβεί σε ριζοσπαστικές αλλαγές. Απαγορεύει τις υποθήκες, αναδιανέμει την καλλιεργήσιμη γη και καταργεί τα χρέη των αγροτών (σεισάχθεια). Με το νομοθετικό έργο του Σόλωνα οι πολίτες αποδεσμεύονται από την εξάρτηση της καταγωγής, ενώ η οικονομία υποστηρίζει τώρα την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνίας. Η πολιτική ισχύς των αριστοκρατών περιορίζεται και από τη θέσπιση ενός νομοθετικού σώματος, της Βουλής των Τετρακοσίων. Ο Σόλων διαίρεσε τις τάξεις με βάση τα εισοδήματα από τη γη. Έτσι όλα τα αξιώματα δόθηκαν στους πεντακοσιομέδιμνους. Οι κοινωνικές διαμάχες συνεχίζονται ώσπου ο Πεισίστρατος δημιουργεί το διάδοχο καθεστώς της τυραννίας. Ο μεγάλος μεταρρυθμιστής που θα εδραιώσει την αθηναϊκή δημοκρατική πολιτεία είναι ο Κλεισθένης. Με τον γεωγραφικό χωρισμό της Αττικής σε 100 δήμους και δέκα φυλές δυναμιτίζει την επικυριαρχία των αριστοκρατικών γενών. Τα μέλη της Βουλής αυξάνονται σε 500, για την αναλογική εκπροσώπηση της κάθε φυλής με πενήντα μέλη και εισάγεται ο θεσμός του οστρακισμού. Στα χρόνια του Περικλή, κορυφώνεται η πολιτική οργάνωση που συνδυάζεται με την πολιτιστική δημιουργία.
Ετοιμασίες για την παράσταση. Λεπτομέρεια μωσαϊκού από την Πομπήια (Εθνικό Μουσείο Νεαπόλεως).
Στην Αθήνα, η λατρεία του Διονύσου καθιερώθηκε την εποχή του Πεισίστρατου (6ος αιώνας π.Χ.). Από τη γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων ξεπήδησε το αρχαίο δράμα. Ο διθύραμβος, το λατρευτικό τραγούδι του «χορού» του Διονύσου, διαμορφώνεται σε αυτόνομο είδος με τονισμένα τα αφηγηματικά στοιχεία. Στα Μεγάλα Διονύσια του 535/4 π.Χ., ο Θέσπις εισάγει τον πρώτο υποκριτή. Η εισαγωγή του δεύτερου υποκριτή θα γίνει από τον Αισχύλο και του τρίτου από τον Σοφοκλή. Τον 5ο αιώνα η τραγωδία είναι και ένας κοινωνικός θεσμός που η πόλις επιδοτεί με τα «θεωρικά» και τις «χορηγίες». Οι δραματικοί αγώνες στα Μεγάλα Διονύσια παρουσιάζονταν στην ορχήστρα της Αγοράς. Καθώς όμως το χορικό μέρος υποχωρεί προς όφελος του λόγου και της σκηνικής παρουσίας των υποκριτών, εμφανίζονται τα θέατρα με την αμφιθεατρική διάταξη των καθισμάτων, την ορχήστρα και την υπερυψωμένη σκηνή με τις παρόδους και τα παρασκήνια. Από τα πρώτα θέατρα είναι το θέατρο του Διονύσου κάτω από την Ακρόπολη. Από τον «κώμο» και τα φαλλικά της λατρείας του Διονύσου ξεπήδησε και η κωμωδία που, όπως βλέπουμε και στον Αριστοφάνη, έχει κριτικό πολιτικό χαρακτήρα. Στην ελληνιστική εποχή όμως η «νέα κωμωδία», που εκπροσωπεί κυρίως ο Μένανδρος, χάνει τον πολιτικό χαρακτήρα της και μετατρέπεται σε κωμωδία ηθών.
Υδρία του ζωγράφου του Μειδία από τάφο στην Ιερά Οδό.
Τον κώδωνα του κινδύνου για τα μνημεία του Κεραμεικού κρούει το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο που έχει αναλάβει τις ανασκαφές από το 1913. Οι συστηματικές ανασκαφές της Αρχαιολογικής Εταιρείας από το 1870 στόχευαν στον εντοπισμό του Διπύλου και του Κεραμεικού που το θεμιστόκλειο τείχος (479/8 π.Χ.) είχε χωρίσει σε δύο τμήματα, μέσα και έξω από την πόλη. Το ορόσημο με την επιγραφή ΟΡΟΣ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ επιβεβαίωσε την τοποθεσία των ανασκαφών. Η ανασκαφή των τάφων συνεχίστηκε στο χώρο δυτικά της Ιεράς Πύλης. Στη δεκαετία του 1930 αποκαλύφθηκε η σημαντικότερη νεκρόπολη της Αθήνας και της Αττικής από τη γεωμετρική περίοδο (10ος-8ος αιώνας π.Χ.). Τα πλούσια κτερίσματα, κυρίως αγγεία, εκτέθηκαν σε μικρό μουσείο που κτίστηκε το 1936. Όταν το 1956 οι ανασκαφές επαναλήφθηκαν, αποκαλύφθηκαν μεγάλα ταφικά μνημεία στην περιοχή της Ιεράς Οδού και, έξω από τα τείχη, πάνω από 7.000 όστρακα εξοστρακισμών. Σήμερα, καταβάλλεται προσπάθεια ώστε η ανασκαμμένη περιοχή να εμφανίζει όσο το δυνατό την όψη που είχε στην αρχαιότητα. Για την αποσύνθεση των τοίχων και των μνημείων δεν ευθύνεται τόσο η άγρια βλάστηση όσο η ατμοσφαιρική ρύπανση και, ειδικότερα, το διοξείδιο του θείου που εκπέμπει το παρακείμενο εργοστάσιο του γκαζιού. Για τη διάσωση των επιτύμβιων μνημείων τουλάχιστον προτάθηκε η φύλαξη των πρωτοτύπων σε κλειστό χώρο και η αντικατάστασή τους με αντίγραφα. Καθώς όμως η ελληνική πλευρά δεν ενέκρινε την κατασκευή νέας πτέρυγας του μουσείου, οι προσπάθειες για τη συντήρηση των ταφικών μνημείων του Κεραμεικού έχουν σταματήσει.
Η επιγραφή πάνω στην οινοχόη του Διπύλου, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (αρ. 192).
Η οινοχόη του Διπύλου (750-735 π.Χ.), που διαφύλαξε την αρχαιότερη μαρτυρία αλφαβητικής γραφής, πήρε το όνομά της από το υστερογεωμετρικό αττικό εργαστήρι του «τεχνίτη του Διπύλου». Ο αρχιτεχνίτης του ειδικευόταν στην κατασκευή μνημειωδών ταφικών αγγείων που στήνονταν ως σήματα σε τάφους του Κεραμεικού. Το σφαιρικό της σώμα φέρει γραπτό διάκοσμο από οριζόντιες ταινίες και στον ψηλό λαιμό της απεικονίζεται ραδινό ελάφι σε βοσκή. Στη σκούρα ζώνη του ώμου αρχίζει η επιγραφή, χαραγμένη και όχι γραπτή, που διαβάζεται από τα δεξιά προς τα αριστερά. 47 γράμματα, δάνειο βορειοσημιτικό, σχηματίζουν λέξεις που δεν διαχωρίζονται μεταξύ τους. Το γράμμα Χ, που απουσιάζει από το φοινικικό αλφάβητο, κάνει εδώ την πρώτη του εμφάνιση. Η πρώτη από τις δύο προτάσεις διαβάζεται εύκολα: «Όποιος τώρα από όλους τους χορευτές χορέψει με περισσότερη χάρη». Η κύρια πρόταση που έπεται είναι δυσανάγνωστη. Εύλογη φαίνεται η άποψη ότι το αγγείο αθλοθετήθηκε για τον δεινότερο χορευτή και αργότερα έγινε κτέρισμα στον τάφο του. Η επιγραφή απηχεί τον ομηρικό ποιητικό λόγο τόσο με το επικό της λεξιλόγιο όσο και με την έμμετρη μορφή της. Για την πρώτη πρόταση χρησιμοποιήθηκε το δακτυλικό εξάμετρο ενώ για την επόμενη το αδώνειο. Η στιχουργική της ποικιλία βρίσκει παράλληλο στη δεύτερη αρχαιότερη επιγραφή, τη χαραγμένη σε υστερογεωμετρικό σκύφο από τις Πιθηκούσες (Ίσχια, Κάτω Ιταλία), γύρω στο 720 π.Χ. Φαίνεται πως η αποδοχή του φοινικικού αλφαβήτου έγινε γύρω στα τέλη του 9ου αιώνα π.Χ. Ελεύθερη από τον όποιο ιερό χαρακτήρα, με την αυγή του 7ου αιώνα π.Χ. η γραφή θα γνωρίσει εξάπλωση εκρηκτική.
Κύκλος από ανοιχτόχρωμες πλάκες που «απομονώνουν» την πύλη του Αδριανού. Σχέδιο του Philippe Fraisse.
Όπως δηλώνουν και οι επιγραφές στις δύο όψεις της Πύλης (131/132 μ.Χ.), το μνημείο σηματοδοτεί το όριο ανάμεσα στην (αρχαία) Αθήνα, πόλη του Θησέα και τη (ρωμαϊκή) πόλη του Αδριανού. Προκειμένου το μνημείο να επανενταχθεί στη ζωή της σύγχρονης Αθήνας, ο συγγραφέας προτείνει τη χάραξη δύο αξόνων με δενδροφύτευση ή χρωματικό κράσπεδο, τη δημιουργία, γύρω από την Πύλη, κύκλου με διάμετρο 38 μ. από ανοιχτόχρωμες πλάκες που θα απομονώνουν το μνημείο, την επαναγραφή των μισοκατεστραμμένων επιγραφών και τη μετατόπιση της εισόδου του Ολυμπιείου στον άξονα της Πύλης.
Η Τράπεζα Εργασίας της οδού Μητροπόλεως.
Ο συγγραφέας εικονογραφεί με συγκεκριμένα παραδείγματα τα βασικά προβλήματα που θέτει η αποκατάσταση ιστορικών κτιρίων της Αθήνας. Θεμελιώδης θέση των αρχιτεκτόνων είναι ότι τα παραδοσιακά κτίρια δεν είναι «αντικείμενα» ή σκηνογραφικά ευρήματα αλλά αποτελούν «δοχεία ζωής», διαθέτουν δηλαδή μια κάτοψη, έναν εσωτερικό χώρο άρρηκτα συνδεδεμένο με την όψη τους. Όπως το έθεσε ο Cesare Brandi, ιστορικός και φιλόσοφος των αποκαταστάσεων, στόχος της επέμβασης είναι η αποκατάσταση «της δυναμικής συνολικότητας» ενός αρχιτεκτονήματος. Συμβατή με την άποψη του ΥΠΠΕ που θεωρεί «διατηρητέο μνημείο» μόνον τις όψεις του κτιρίου, ήταν η επέμβαση της Εθνικής Τράπεζας στο κτίριο του πρώην ξενοδοχείου Εξέλσιορ στην Ομόνοια. Στο κτίριο Βούρου στην οδό Σταδίου, κραυγαλέο παράδειγμα προς αποφυγή, το ισόγειο αλλοιώθηκε πλήρως χάνοντας τη σχέση του με τη μορφολογία του ορόφου. Στην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος, στη γωνία των οδών Σταδίου και Εμμ. Μπενάκη, τα κουφώματα αντικαταστάθηκαν από σκουρόχρωμους υαλοπίνακες και εφαρμόστηκε μια πολυχρωμία, ανύπαρκτη στην πρωτότυπη μορφή, που διέσπασε τον μορφολογικό χαρακτήρα του κτιρίου. Παράδειγμα προς αποφυγή αποτελεί και το Εμπορικό Κέντρο της Πλάκας, παρά την έγκριση των επεμβάσεων από τα αρμόδια υπουργεία. Ψευδαίσθηση ιστορικής μνήμης προσφέρει στο διαβάτη το ισόγειο υποκατάστημα τραπέζης στην οδό Φιλελλήνων 46, όπου υψωνόταν το Μέγαρο Κοσδώνη, έργο του Τσίλερ (1894). Στο ισόγειο κάτω από το άμορφο σύγχρονο κτίριο προστέθηκαν οι μαρμάρινοι νεοκλασικοί κίονες που ανήκαν στον πρώτο όροφο του Μεγάρου σχηματίζοντας χονδροειδή αρχιτεκτονική ανορθογραφία. Αντίθετα, στην Τράπεζα Εργασίας της οδού Μητροπόλεως είναι φανερή η προσπάθεια μιας μετρημένης επέμβασης.
Οι Καρυάτιδες έχουν υποστεί μεγάλη φθορά εξαιτίας της ατμοσφαιρικής ρύπανσης του λεκανοπεδίου Αττικής.
Το κείμενο αφορά την προσβολή των ασβεστολίθων και ειδικότερα των μαρμάρων στην Ακρόπολη της Αθήνας. Στηρίζεται σε ανακοίνωση που έκανε ο καθ. Θ. Σκουλικίδης (ΕΜΠ) στο διεθνές συνέδριο για τη ρύπανση του περιβάλλοντος (Θεσσαλονίκη, 21-25 Σεπτεμβρίου 1981). Η ατμοσφαιρική ρύπανση στην Αθήνα είναι ευθέως ανάλογη με τη βιομηχανική ανάπτυξη, την κεντρική θέρμανση των πολυκατοικιών και την αύξηση των αυτοκινήτων. Το διοξείδιο του θείου προκαλεί λεπτή στιβάδα γύψου, επάνω στην οποία αποτυπώνονται οι λεπτομέρειες των γλυπτών ενώ το ανάγλυφό τους, σε θαλάσσια ατμόσφαιρα, διαβρώνεται από αιωρούμενα σωματίδια. Τα οξέα της ατμόσφαιρας σε συνδυασμό με το νερό της βροχής αποσυνθέτουν το πέτρωμα. Η οξείδωση των μεταλλικών συνδέσμων προκαλεί σπασίματα. Τη φθορά από μικροοργανισμούς επιτείνει και πάλι η ατμοσφαιρική ρύπανση.
Το Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας.
Παρουσιάζονται τα Μουσεία της Αθήνας που καλύπτουν αρχαιολογικά και άλλα ενδιαφέροντα
Η Μελίνα Μερκούρη.
Η Μελίνα Μερκούρη απαντά στα ερωτήματα που της θέτει ο Αντρέας Ιωαννίδης. Η ρήση του Σαρτρ «ο σοσιαλισμός είναι ένας ανθρωπισμός» και η θέση ότι η κοινωνική αλλαγή είναι διαλεκτικά και διαρθρωτικά δεμένη με την πολιτιστική ανάπτυξη καθορίζουν τους γενικούς στόχους του Υπουργείου που είναι: η αποκατάσταση της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας, ο εκδημοκρατισμός στο πλαίσιο και τις διαδικασίες, ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός και η αποκέντρωση. Η συγκεκριμένη φιλοσοφία από την οποία εμφορείται η πολιτιστική πολιτική αντανακλά στον τομέα των Μουσείων, το Θέατρο, τις εικαστικές τέχνες, τον κινηματογράφο, τη μουσική, το βιβλίο. Το Μουσείο νοείται ως χώρος που συνδυάζει την αισθητική με τη διδακτική και παιδαγωγική αποστολή. Όσο για την αρχαιολογία, αυτή, λέει η Υπουργός, «είναι κατά κάποιο τρόπο μια αυτογνωσία».
Ψήφισμα της Χερσονήσου της Κριμαίας προς τιμή του Διοφάντου, στρατηγού του Μιθριδάτη ΣΤ΄.
Έγγραφα μιας πόλης, οι επιγραφές αναφέρονται κυρίως στην τοπική ιστορία. «Τοπικά χρονικά» μπορούν να θεωρηθούν δύο μεγάλες επιγραφές: το ψήφισμα από τη Χερσόνησο της Κριμαίας προς τιμή του Διοφάντου, στρατηγού του Μιθριδάτη ΣΤ΄ Ευπάτορα, και το ψήφισμα προς τιμή του Καλλία, ο οποίος συνδέεται με την εξέγερση των Αθηναίων κατά του Δημήτριου του Πολιορκητή (287 π.Χ.). Η επιγραφή, που βρέθηκε στην Αγορά των Αθηνών, παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την πολιτική και στρατιωτική ζωή της πόλης αλλά και ειδήσεις για τη δράση των πρώτων δύο Πτολεμαίων στο Αιγαίο. Την πολιτική ιστορία φωτίζουν επιγραφές με συνθήκες, όπως αυτή μεταξύ Ρώμης και Αιτωλικής Συμπολιτείας ή εκείνη που διευθετεί τα της συγχώνευσης δύο πόλεων, της Τέω και της Κυρβισσού. Σε αναθηματική στήλη από την Αττική (350-300 π.Χ.) επιγράφονται ο όρκος των εφήβων και εκείνος που έδωσαν όλοι οι Έλληνες πριν από τη μάχη των Πλαταιών. Για τις άλλες πόλεις πέρα από την Αθήνα και τη Σπάρτη, οι επιγραφές αποτελούν τη μοναδική πηγή για θεσμούς, όπως είναι αυτός των ξένων δικαστών, και για τη θρησκευτική τους ζωή που περιλαμβάνει και τους αγώνες. Σε μολύβδινα ενεπίγραφα ελάσματα αναγράφονται τα ερωτήματα και οι επιθυμίες που οι πιστοί απευθύνουν στους θεούς. Τα επιτύμβια κείμενα και οι κατάλογοι παραδίδουν θησαυρό ανθρωπωνυμίων και τοπωνυμίων. Στις επιγραφές στηρίζονται οι μελέτες για τον εξελληνισμό ή τον εκλατινισμό του αρχαίου κόσμου. Σε σύγκριση με τα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων που μας παραδόθηκαν έμμεσα, η επιγραφή, κείμενο αυτούσιο, μας φέρνει σε άμεση επαφή με την αρχαιότητα.
Το σχέδιο του ψηφιδωτού ξεπατικώνεται στο νάυλον που το σκεπάζει.
Ο συγγραφέας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα στάδια που ακολουθούνται για τη συντήρηση ενός ψηφιδωτού δαπέδου. Τον καθαρισμό με νυστέρι ακολουθεί η φωτογράφιση και αποτύπωση του ψηφιδωτού. Στη συνέχεια προετοιμάζεται ο τεμαχισμός του. Μετά την αποκόλληση, τα κομμάτια μεταφέρονται στο εργαστήριο για καθαρισμό. Αφού το αρχικό υπόστρωμα διορθωθεί και αλφαδιαστεί, το ψηφιδωτό επανατοποθετείται. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι όσο το δυνατό πλησιέστερα προς τα αρχαία αλλά έχουν ενισχυθεί με ελάχιστο τσιμέντο.
Πορφύρες και άλλα όστρακα για την κατασκευή της βαφής από το Κουφονήσι. Από τις τρύπες αφαιρούσαν το «άνθος».
Πολύ κοντά στις ΝΑ ακτές της Κρήτης, το Κουφονήσι μαζί με τη Γαύδο, τη Γαυδοπούλα και το Γαϊδουρονήσι αποτελούν τη νοτιότερη ελληνική γη. Η σημερινή όψη του νησιού δεν προδίδει την παλιά του δόξα. Σκεπασμένο με άμμο, χωρίς βλάστηση και νερά, κατοικείται από ποντικούς, φίδια, σκορπιούς και αράχνες. Τα τρία μόλις μίλια που το χωρίζουν από την Κρήτη είναι πέρασμα εξαιρετικά επικίνδυνο εξαιτίας των ανέμων και των θαλάσσιων ρευμάτων. Η Λεύκη, ή Λευκή στην αρχαιότητα, υπήρξε μήλον της έριδος μεταξύ της Ιτάνου και της Ιεράπυτνας, των σπουδαιότερων πόλεων της περιοχής. Η «Διαιτησία των Μαγνησίων», επιγραφή εντοιχισμένη στο παρεκκλήσι της μονής Τοπλού, μαρτυρεί τους μακρόχρονους δικαστικούς αγώνες των δύο πόλεων. Σταθμός στο δρόμο προς και από την Αίγυπτο, τόπος λατρείας και εορτών, η Λεύκη διακρινόταν για το ψάρεμα και την κατεργασία της πορφύρας. Το χρήμα που εισέρεε από το εμπόριο της πορφύρας, τους σπόγγους και την αλιεία, η εμπορικοαστική τάξη του νησιού απέδιδε στη μητρόπολη κρατώντας μεγάλο μέρος για τις δικές της ανάγκες. Οι ανασκαφές που διεξάγονται σε δυσμενέστατες συνθήκες, αποκάλυψαν ένα ολοκληρωμένο θέατρο με πλούσιο αρχιτεκτονικό διάκοσμο, δύο μεγάλα σπίτια, το ένα πολυτελές, τα λείψανα μεγάλου ναού και ενός κολοσσικού αγάλματος. Επιβλητικό προανακτορικό τείχος και μινωικά όστρακα δείχνουν ότι η Λεύκη ήταν κατοικημένη στα προϊστορικά χρόνια. Στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. η Λεύκη καταστράφηκε ολοσχερώς από βάρβαρους επιδρομείς ή από φανατικούς χριστιανούς ύστερα από 2.000 χρόνια ζωής.
Μικρογραφία Κοκκινοβάφου. Η Ευχαριστήρια Προσευχή της Άννας.
Βυζαντινό κτίσμα του 13ου αιώνα, το καθολικό της Μονής του Αγίου Νικολάου του Ντίλιου διακοσμείται με εξαιρετικές τοιχογραφίες που η κτητορική επιγραφή χρονολογεί στο 1543. Σε 23 πίνακες απεικονίζονται επεισόδια από τον κύκλο ζωής της Παναγίας, τοποθετώντας το μνημείο ανάμεσα στην Περίβλεπτο του Μυστρά και τη Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη, ως προς την πλουσιότερη ανάπτυξη του θεομητορικού κύκλου. Ο ζωγράφος της Μονής Ντίλιου αντλεί και από την εικονογραφία των μικρογραφιών των Ομιλιών του Ιακώβου της Μονής Κοκκινοβάφου. Πώς όμως ο ζωγράφος της Μονής Ντίλιου απέκτησε πρόσβαση στο ιστορημένο χειρόγραφο από τη Μικρά Ασία, από το β΄ τέταρτο του 12ου αιώνα;
Γενική άποψη του νεκροταφείου της Μάνικας.
Στον ΠΕ οικισμό της Μάνικας που εκτείνεται από την ώριμη φάση της ΠΕ Ι μέχρι το τέλος της 3ης χιλιετίας ενώ συγχρόνως κινείται πάνω σε 20-25 εκτάρια, εντοπίζει ο συγγραφέας την προϊστορική πόλη της Χαλκίδας.
Η σπουδαιότερη αρχαιολογική ανακάλυψη υπήρξε το οργανωμένο νεκροταφείο με τάφους λαξευμένους σε ασβεστολιθικό πέτρωμα. Ο φρεατοειδής δρόμος και η τραπεζιόσχημη διαμόρφωσή τους δεν απαντούν παρά στους τάφους των Kurgan του Πόντου. Η οροφή των ΠΕ τάφων της Μάνικας έχει έντονη κλίση προς τα κάτω, ώστε ο τάφος σε τομή έχει σχήμα παπουτσιού. Γενικά, οι τάφοι της Μάνικας αποτελούν μνημειώδεις κατασκευές και περιέχουν κτερίσματα που δεν ανταποκρίνονται στο μέγεθός τους. Τα πήλινα αγγεία είναι κατασκευασμένα χωρίς τροχό και οι τύποι τους δεν έχουν βρεθεί στα κτήρια του σύγχρονου ΠΕ οικισμού της Μάνικας. Εμφανίζονται η ραμφόστομη πρόχους, το φλασκοειδές αγγείο, το μόνωτο κύπελλο, η στρογγυλή ή αχινόσχημη πυξίδα, η φακοειδής πυξίδα, το δίωτο κύπελλο. Ακόμη, μια μαρμάρινη πυξίδα και ένα τηγανόσχημο σκεύος. Έτσι, πολλά από τα κτερίσματα φαίνονται εισηγμένα. Αν η ανατολική προέλευση κάποιων είναι αβέβαιη, η κυκλαδική άλλων είναι βεβαιωμένη. Ύστερα από τα σημαντικά νεολιθικά ευρήματα της Εύβοιας, λέει ο συγγραφέας, ο αιγαιακός πολιτισμός Αττικής-Κεφάλας μπορεί να ονομαστεί Attic – Kephala – Euboea Culture. Ο ΠΕ πολιτισμός της Εύβοιας αποτελεί τη φυσική του συνέχεια.
Το ακρόπρωρο Θεμιστοκλής μετά από τη συντήρησή του.
Στις συλλογές της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας που στεγάζεται στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής ανήκουν και τα ακρόπρωρα πλοίων της Επανάστασης του 1821. Δείγμα αυτής της «ναυτικής» ξυλογλυπτικής είναι και το ακρόπρωρο «Θεμιστοκλής» από το ομώνυμο πλοίο του σπετσιώτη αγωνιστή Χατζή Γιάννη Μέξη. Σκαλισμένη σε ξύλο κωνοφόρου δέντρου, η φιγούρα αποδίδεται με έναν κεντρικό κορμό στον οποίο έχουν προστεθεί τρία κομμάτια ξύλου, δύο στα πλαϊνά και ένα πίσω. Η συντήρηση κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις φθορές που είχαν προκαλέσει στη ζωγραφική επιφάνεια ο ήλιος και η θάλασσα, στο ξύλο οι οργανισμοί (σαράκι, τερμίτες) και τα οξειδωμένα μεταλλικά καρφιά αλλά και τις ρωγμές που προκαλούνται από τη διαστολή ή συστολή του ξύλου ανάλογα με τις αλλαγές της υγρασίας και της θερμοκρασίας. Εκτός από την προληπτική απεντόμωση και την αντικατάσταση των καρφιών, αφαιρέθηκαν τα στρώματα επιζωγραφίσεων από το πρόσωπο και το στήθος. Η συντήρηση ολοκληρώθηκε με την αισθητική αποκατάσταση του ακρόπρωρου.
Το μικρό θέατρο της αρχαίας Αμβρακίας, στο κέντρο της Άρτας.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
150 years ago the overcrowded modern Greek capital, occupied by three million inhabitants was a modest town of 4.000 people. The rapid and irregular growth of population is primarily responsible for the problems Athens faces today, since the town-plan and mechanisms for organization and function proved inadequate to serve the needs created by such growth. In the 15th century BC, the mythic King Cecrops laid the foundations for the city of Athens – and consequently of Attic civilization – on the Acropolis hill where later, in the Mycenaean period, Thesaeus, another mythic king, subordinated all the settlements of Attica under a central power. As Athens developed, the main public functions were concentrated in the Agora, which became the nucleus of the city, while religious life was located on the Acropolis. Certain laws affecting the future of Athens in a positive way were made by Solon around 600 BC.The annexation of the opponent city of Eleusis played an important part , while an impressive work of architecture and town-planning, the New Agora, started to materialize. The tyranny of Peisistratus, in 560 BC, brought a boom commerce and shipping which lasted until 508-507, when Cleisthenes restored democracy. In the years of Pericles (460-429 BC) democracy continued to evolve in a perfect tripartite scheme; elected citizens as legislative assembly – the Parliament, the judicial power – the Hiliaia court. The increased power of Athens, that emerged triumphant from the Persian Wars and expanded its boundaries through colonization, seriously bothered rival towns, Sparta and Corinth. Thus, the Peloponnesian War (431-404) came as a natural result of Athenian expansion and ended with the destruction of Athenian supremacy and the complete victory of Sparta. Throughout the 4th century, Athens tried in vain to regain its diminished power which, of course, was unable to resist Philip of Macedonia. In 228 BC Athens was on good terms with the Romans, but in spite of this compromise, the celebrated city did not avoid destruction by Sulla in the 1st century BC. Although destroyed by the Romans, Athens continued to be an intellectual and educational Centre with famous schools attended by young people from all over the empire. The high esteem in which Roman emperors held classical civilization benefited Athens finally in the 2nd century A.D. The emperor Hadrian improved the living standards of the city with a series of public works, temples etc. The fall of the Roman empire had a bad effect on Athens that was once more destroyed by the Eruls in 267 AD. However, the final blow to the city of humanism was given by Christianity. In 529 BC. the Byzantine emperor Justinian banned every activity of the philosophical schools and either closed down or altered to Christian all the pagan temples. From 1205 until the Turkish occupation the city was successively ruled by various foreign invaders. The Turks occupied Athens peacefully and through the privileges assigned to the city, they contributed to its development. In 1687 the Venetians under Morozini destroyed Athens once more and the city was temporarily abandoned by its inhabitants. Better days came in the 18th century, when commerce and handicrafts came to Greek hands. In 1833, two years after its liberation, Athens was proclaimed capital of Greece and hence a new phase for its development commenced. The first town-plan of Athens was ready in 1833 but never fully materialized. However, the basic axes of the present town-plan were drawn up and the main squares were formed. The period between 1909 and 1950 were years of war and internal political upheaval and of change that in every way greatly affected the development of the city . Both Greek territory and the population became more than twice as large and new urban and commercial Centres were created.
Athens was unique among all other city-states of ancient Greece in its search for achievement of the perfect social and democratic system of administration. The rural character of production in Attica led the classes that were in possession of the means of production into a perpetual struggle with the slaves . Therefore, for the sake of peace among the classes, the establishment of a central state organization became necessary. Kingship was succeeded in government by an oligarchy formed of aristocrats while legislative and judicial bodies were formed to reinforce stability. The increasing powers held by citizens in politics contributed to the progressive decrease of the power of aristocracy in government. In timocratic government, a version of oligarchy, political privileges were assigned to citizens who wished to exercise public power on the basis of their income. The introduction of certain radical measures by Solon, like the annulment of debts, the consolidation of land, the ban on mortgages and the development of commerce changed the relation of citizens to private property and increased general welfare. However, the social division brought about by Solon based on economic criteria resulted in the creation of rival factions distinguished by their places of settlement. Finally, Peisistratus, the leader of the “mountainous” faction installed tyranny, a form of administration that endorsed one man with absolute power, including, nevertheless, certain democratic elements. However, Cleisthenes contributed greatly to the establishment of democracy by introducing the institution of local self-administration, which stands until today as one of the foundations of democracy. Thus, the fifty deputies elected from each of the ten municipalities of Attica and constituting the body of the “Boule” as well as the democracy-defending mechanism of ostracism extinguished the power of aristocracy and guaranteed the smooth functioning of Democracy.
The history of the theatre began in Greece with the cult of Dionysus. This cult came from northwest Asia Minor and despite reactions, it was finally accepted and introduced to Attica in the 6th century BC. The rural character of the cult was apparent in the ritual that displayed a cyclical dance performed by men disguised as satyrs,singing the dithyramb. The festival of the Great Dionysia was held in Athens annually in honor of Dionysus, where performances of drama narrating the life and cult of the god were included in whch the main role was played by the chorus. This was the situation until 534 BC when Thespis introduced tragedy and the first actors (hypocrites). By the 5th century, when tragedy achieves a social status, three actors performed on stage, while the chorus commented on their actions and sayings. The religious character of drama gradually diminished and the three great tragic poets, Aeschylus, Sophocles and Euripides produced plays financed by the city. The roles were exclusively played by men wearing masks. The theatrical performances were initially staged in the orchestra of the Agora and later in the theatre of Dionysus at the foot of the Acropolis. The development of comedy also related to the cycle of the dionysiac cult running a parallel course to that of tragedy. Aristophanes, its main representative, drew the material for his plays from his contemporary everyday life and reality. Tragedy as theatrical form died out in the 4th century, while comedy continued to be performed and reached its peak in the Hellenistic period. The "new comedy" under Menander gave to theatre its final form, lasting until today.
The cemetery of Kerameikos on the west boundaries of Athens was in 479 -8 B.C. divided by the Themistoclean walls into two parts, the one included inside the city walls, the other lying outside. The Greek excavation of 1871 brought to light the landmark of Kerameikos, with the inscription ΟΡΟΣ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ. In 1913 the Greek government conceded to the German Archaeological Institute the right to excavate the site. The excavations that followed gave impressive results and brought to light finds like the “Pompeion”, the place where the vessels used in the Panathenaic Procession were kept, the Dipylon, the sacred gate, the tomb of the Spartans who were killed in the battle of Piraeus in 403 BC, and last but not least, the most important necropolis of Attica of the Geometric period (10th to 8th century BC). This first phase of excavation lasted until 1930, while a second one was resumed in 1956. Seven thousand shards inscribed with names of Athenians sent into exile, a building decorated with rich terracotta ornaments as well as other finds that echo the everyday life in ancient Athens belong, among others, to the second phase of excavation. The portable archaeological finds were exhibited in a small museum founded in 1936, and enlarged in 1963. Furthermore, the site of Kerameikos was properly arranged so as to regain, as fully as possible, the aspect held in antiquity. Trees and bushes were planted to mark the topography and the wild vegetation that destroys stone and especially limestone, was pruned. Needless to say, the major factor responsible for the deterioration of limestone is atmospheric pollution, especially high in the area, due to the neighboring gas factory that produces CO2. Inscriptions that survived for centuries have suffered severe destruction during the last thirty years. Only the small-scale monuments that have been kept in the museum will be rescued. Therefore, the German Archaeological Institute has undertaken a “rescue project” by safeguarding the small monuments in the museum and replacing them in the open air by exact replicas. Unfortunately, the museum is inadequate in size to accommodate the great number of valuable items and thus the need for its expansion has become more than urgent.
The Dipylos wine-jug (750-735 BC) has brought to us the most ancient example of alphabetical writing and it took its name from the workshop of the “Dipylos craftsman” belonging to the late geometric period. The workshop’s chief craftsman specialized in memorial,funeral urns which were put as markings on graves at the Kerameikos cemetery.The wine jug’s rounded surface is decorated with horizontal bands of script and on the jug’s neck there is a picture of a slender deer, grazing.On the dark zone of the jug’s shoulder the inscription starts to appear, incised and not written, and it reads from right to left. 47 letters taken from the north Semitic language form words that cannot be separated from each other.The letterX which does not exist in the Phoenician alphabet, here makes its first appearance.The first of the two sentences is easily read. “Whoever out of all the dancers now dances with more grace”.The main part of the sentence that follows is almost illegible.It seems to be a reasonable assumption that the vessel was a prize for the best dancer, later to be put on his grave as a funerary gift.The inscription echoes Homeric verse not only because of its epic vocabulary but also because of the verse it is in. The line in.the first sentence is in the dactylic exametre while the second sentence is in the adonian metre.The variation in verse is similar to that found in the second most ancient inscription in existence, carved on a cup belonging to the late geometric period coming from Pithei kouses (Ischia, Southern Italy) dating from around 720 BC.Freed of any sacred character writing spread like wildfire with the dawn of the 7th century BC.
Hadrian’s Gate, a characteristic monument of the city of Athens, could be easily incorporated and function in the life of the modern city. The necessary modifications for this accomplishment are simple; the neighboring street pavements could be properly marked so that people passing by could feel that they were accessing a distinct zone; certain axes to and from the Gate could be stressed by three alleys; furthermore, the entrance to the site of the temple of Olympian Zeus could be transferred to the axis of the Gate. These simple modifications are easily realized and would reassign to Hadrian’s Gate its original symbolism, that of the boundary between old (Acropolis) and new city (lower city).
This article attempts to discuss critically certain negative aspects of the refurbishing of the historic monuments of Athens. Change of usage of a historic building during restoration often destroys the building’s architectural potential, especially when the inner layout is thoroughly modified and when integral parts of the initial design are ignored. In Athens, where property is an investment, the issues of conservation of buildings, of their restoration and incorporation of traditional buildings into their surroundings must become the object of serious study. Where the current approach to the making-over of old buildings is concerned integration of a building or of a group of buildings into the town plan should be guaranteed for the more effective perpetuation of architecture as an element of self-knowledge for a nation.
The marbles of the Acropolis, the symbol of the city of Athens, apart from other causes of deterioration have heavily suffered recently from the onset of atmospheric pollution hanging over the Greek capital. The text that follows is based on the report of the Professor of the National Technical University Th. Skoulikidis made during the International Conference on Environmental Pollution, held in Thessaloniki between 21 and 25 September 1981. Emphasis has been given by the editor to the part concerning the effects of atmospheric pollution on limestone and especially on marble. There are six main kinds of limestone and marble deterioration caused by atmospheric pollution and its attack: 1. Water freezing and expanding in the fissures thus causing the stone to cracking. 2. Erosion caused by suspended particles. 3. Biodeterioration. 4. Marble cracking produced by the corrosion of steel clamps and junctions introduced either during construction or, mainly, restoration. 5. Attack by acids contained in the atmosphere that, combined with rain-water, result in dissolution of the stone. 6. Attack by SO2 that, in absence of rain water, creates a gypsum formation (sulfation) on the stone surface. The study of the latest case, that of sulfation, proved that the sulfated film on the marble surface contained 80-97% gypsum, while the thickness of gypsum film measured by a new method, the “pin probe method” – that of Prof. Skoulikidis’ group- was found 1-15 mm. The comparison of ancient statues in their present situation to old photographs or modules made ten to sixty years ago, led to the conclusion that the severe deterioration started twenty to twenty-five years ago, a period that coincides with the intense industrialization of the area of Athens and, consequently, with the increase of pollution. Moreover, it was observed for the first time that the sculpture details have been preserved, as if printed, on the thin gypsum film.
Museums in Athens of archaeological and other interest, are presented here.
Melina Mercouri answers questions put to her by Andreas Ioannides.Sartre’s saying that “socialism is a kind of humanism”, and the position taken that social change is something irreparably bound to the cultural development of a country,determine the ministry’s objective,namely that of restoring a national identity to Greek matters of culture, of promoting democratic procedures ,and of bringing a socialist administration to Greece, including the parts of the country that are outside of the centre.This policy reflects on all matters of culture,on museums,the theatre, the arts, the cinema, music, and literature.Museums are conceived as places that instruct as well as entertain, as for archaeology, “this”, the minister adds, “is something that brings a kind of self-knowledge”.
Greek inscriptions present a rich variety in content since they refer to many aspects of the public and private life of the ancient Greeks. The information they supply demonstrates, corroborates or establishes the relevant texts of ancient writers. The fact that an inscription is almost always an original document makes the information supplied exceptionally valuable and often unique.
The techniques that are in use nowadays for the restoration of mosaics vary,depending on whether the mosaics decorate a wall or floor. We are dealing here with the restoration of floor mosaics. Floor mosaics usually make their appearance in the course of an excavation and soon thereafter the restoration work commences; cleaning of the surface, drawing of its decoration, recording of its status in photographs. In the next phase, a strong fabric is pasted onto the mosaic surface to stabilize and hold together its tesserae. Thus, the mosaic is ready for the next step, to be taken if judged necessary; detachment from the ground. The cleaning of the bottom of the mosaic follows and then the mosaic either is placed on a specially prepared bed or is fixed in frames, in the case of its being transferred to a museum.
Koufonisi Island, covered today with sand and bushes, lies close to the southeast shore of Crete. From the Middle Ages until today there is no mention that the island was ever inhabited permanently. However, scattered ancient remains brought the island to the attention of the English admiral and traveler T.B. Spratt in the mid 19th century. His itinerary and visit was repeated by the English archaeologists Bosanquet and Curley in 1903 and by the American A. Leonard Jr. in 1970. The definite conclusion all the above travelers reached was that Koufonisi was identical to the island Lefki of antiquity for which the people of Itanos and Hierapytna were contending, as it is referred in the famous “Inscription of Magnetes” of 112-111 B.C. Excavations and archaeological research have since 1976 taken the responsibility to answer to the questions obviously leading to the above conclusion and the result is undoubtedly impressive: An entire theatre that could have housed a thousand spectators, a temple still containing fragments from the colossal cult statue; two private houses with 17 rooms decorated with mosaics and colourful walls, a system supplying water to the city through a series of vaulted cisterns and built pipes, a Minoan acropolis, cemeteries, and last but not least, the city of Lefki itself. Thus, slowly but steadily is unveiled the short but impressive presence of this small island near eastern Crete. Judging from the finds so far one can say that Lefki, being one of the major Centres of processing and trading in purple, a symbol of authority and economic power, soon became the object of rivalry among its neighbors. A series of diplomatic intrigues and fights had occurred over the dominance of this prolific island. Later, when its sources of prosperity were depleted, the people of Lefki were exterminated through arms and fire. An invasion in the 4th century A.D. burnt the historic island to the ground. On the basis of the existing ruins, the importance it had for its neighbors and the fact that it was never again inhabited after its destruction, we may describe Koufonisi quoting a western journalist as "the Delos of the Libyan Sea".
The Monastery of Hagios Nicolaos Dilios was built in the 13th century AD on the island of the Lake of Ioannina and was decorated with superb frescoes in 1543. The frescoes of the Catholikon are important not only for their artistic quality but primarily for their iconography. The 23 scenes of the narthex dedicated to the Life and Death of the Virgin as well as the iconographic relation of a number of scenes with the miniatures of the 12th century manuscript of Jacob Kokkinovaphos contribute to the unique character of this wall-painted humble church. The number of scenes places the monument among the three first of Orthodoxy exhibiting such a rich cycle of the Life of the Virgin. While the close iconographic relation between the frescoes and the manuscript, ranging from characteristic details - such as the youngest son of Joseph in the scene of the arrival of the Virgin at the House of the Elect - to entire scenes - such as the thanksgiving prayer of Anna - distinguishes the painting of the narthex as a "direct" successor of the tradition of the manuscript. The case is of exceptional importance since the two works were executed in areas distant from one another (northern Greece - Asia Minor), in different media, in the 16th and 12th century respectively. Moreover, we lack until now any intermediary work of painting that could serve as a link in time or space between the miniatures and the frescoes.
For many years it has commonly been accepted that the prehistoric settlement of Manika occupied the entire peninsula of the same name five kilometers north of Chalcis at Euboea. A part of the settlement’s cemetery was excavated in 1904, but, until recently, the location of the settlement itself had not been identified. The excavations of 1982 were carried out far from the peninsula in three distant spots (see map). These uncovered well-preserved Early Helladic buildings (at a depth of 0,20 m), private dwellings and a workshop (2). The surface prospection in the excavated areas also located buildings of the same period and thus the existence of an early Bronze Age town extending on at least 200-250 acres beyond the peninsula was proven. The expansion of the town was probably due to the maritime, commercial and technical activities of its inhabitants. Furthermore, 21 vaulted tombs have been recently excavated in the area. They were carved in the hard rock and they are similar to the tombs excavated in 1904. The cemetery of Manika covers a wide are and dates back to the early part of Early Helladic II and also to the last part of the Early Helladic III period. The tombs are water-tight and display human skeletons in cross-legged positions and a number of burial offerings, most of them originating from the Cyclades and the East. There are imported vessels, products of exchange in the Aegean area. The tombs of the rich are distinguished from those of the poor by their construction and the quality of offerings they contain. Most of the vessels found in the tombs are absent from the settlement. This can be either incidental or due to the burial customs dictating that only precious, imported vessels could serve as offerings. However, the tombs are monumental and prove, in a way, the prosperity of the inhabitants of the settlement, that flourished during the Early Helladic II period. The Helladic character of the settlement and the cemetery of Manika is clear although the relation held with the Aegean and the East are obvious. After the recent archaeological finds, the theory that Manika could have been a Cycladic colony no longer seems to be correct. Manika was an important settlement through which bronze and obsidian was imported to Euboea, Boeotia and probably to Thessaly. The Neolithic settlements of Euboea were communicating with the Aegean area from the 4th millennium BC. The civilization of Euboea in the Early Helladic II period can be considered as the successor of the culture of Attica – Euboea Kephala, a part of the wider Aegean civilization of the last Neolithic age.
The collection of the Historic Ethnologic Society of Greece comprises, among its other exhibits, a number of figurehead prow-statues from ships used during the Greek Revolution of 1821. The prow-statues, carved by specialist craftsmen who had their workshop close to shipyards, probably originated not from Greece but also from workshops located abroad, like Trieste, where a Greek colony prospered. Distinct among the prow-statues of the collection is the so-called “Themistocles” from the ship that went by the same name, belonging to the Hadji-Janni Mexi family from Spetses. Carved on a trunk of a coniferous tree, the statue consists of a central and three adjusted parts. We are dealing here with its restoration and aesthetic presentation. After a prow-statue was carved, it was painted with minium (to be better protected from sun and sea) and then with colours. However every time the ship was repaired, the prow-statue was also repainted and, as a result today, certain statues display seven to eight successive layers of painting. The damages of the “Themistocles” can be classified as follows: 1. Damages caused by prolonged exposure to sun and sea that destroys the painted surface. 2. Wood decay caused by wood-eating microorganisms, like termites and moths. 3. Damage caused by the mutability of environmental conditions. 4. Damage caused by rusty nails. During the course of restoration the successive layers of overpainting were removed and the original painted surface was uncovered. The metal nails were replaced by wooden ones, while for aesthetic reasons, the damaged, lost parts of the wood were replaced with polyurethane resin. Finally, the wood underwent a preventive insecticide treatment. An aesthetic presentation of the restored prow-statue followed; where it was judged absolutely necessary, the statue was painted with water-colours so as to regain more or less its original overall effect.

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Βραυρώνας.
Ο αναγνώστης καλείται να κλείσει τα μάτια στο κακοποιημένο αττικό τοπίο, το υποτιμημένο φυσικό περιβάλλον, την άναρχη και κακόγουστη δόμηση, τα πεταμένα σκουπίδια, τα ανενόχλητα μπάζα. Μήπως και καταφέρει να δει τι αντίκριζαν οι αρχαίοι του κάτοικοι. Ισχυρά αλλά προσιτά βουνά, η Πάρνηθα, η Πεντέλη, ο Υμηττός, ακρογιαλιές με φυσικά λιμάνια, ο Ιλισός κι ο Κηφισός μέσα από κοιλάδες εύφορες, ο κάμπος του Μαραθώνα και τα Μεσόγαια, θάλασσα, διάχυτο φως, μενεξεδένια σούρουπα. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, με τις αισθήσεις που αυτό ξυπνά, με χαρακτήρα περιορισμένο και οικογενειακό στο ξεκίνημά τους γεννήθηκαν τα πρώτα θρησκευτικά κέντρα στην ύπαιθρο Αττική.
Το ιερό του Ποσειδώνα στο Σούνιο.
Για τα ιερά της Αττικής είναι αδύνατο να έχουμε συνολική εικόνα. Ακόμη και αν τα γνωρίζαμε όλα, οι πηγές μας, που είναι πολλές, με σπουδαιότερες τις επιγραφικές, είναι όλες αποσπασματικές. Νέα ευρήματα με ονόματα νέων θεοτήτων ή πρωτόφαντες επικλήσεις παλαιών φανερώνουν καθημερινά ότι η άγνοιά μας είναι μεγαλύτερη από τη γνώση μας και ότι τα συμπεράσματά μας είναι προσωρινά. Το βέβαιο είναι ότι το πλήθος των θεοτήτων που λατρεύονταν στην Αττική είναι εντυπωσιακό.
Nαοί και ιερά ανήκαν όλα σε κάποιο δήμο, ήταν οι εκκλησίες των αρχαίων Αθηναίων. Το φυσικό περιβάλλον της Αττικής, που πολλές φορές ήταν και η αιτία ίδρυσης των ιερών, έχει χαθεί. Σε ακραία αντίστιξη βρίσκονται το ιερό της Αρτέμιδος Ταυροπόλου στις Αλές Αραφηνίδες, τη σημερινή Λούτσα, δυσδιάκριτο ερείπιο μέσα στην άμμο και ξένο σώμα, και το γειτονικό ιερό της Αρτέμιδος Βραυρωνίας με τους αμπελώνες και τους κήπους, τον ποταμό Ερασίνο, τα νερά που αναβλύζουν και λιμνάζουν, τους απείρακτους γύρω λόφους. Στον Ραμνούντα, όπου σώζονται το τοπίο, τα ιερά, τα νεκροταφεία, τα λιμάνια και ο δήμος με το φρούριο, τα σπίτια και τα εργαστήρια, φαίνεται ακόμα καλύτερα η σχέση ιερού, τόπου και ανθρώπων.
Tο ιερό του Αμφιαράου στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας, κατατάσσεται στα αττικά ιερά. Λείψανα ιερών βρέθηκαν στοn Μαραθώνα, στις Αχαρνές, στο Σούνιο, στη Ζωστήρα άκρα (Βουλιαγμένη), στην Ικαρία, στην Ελευσίνα. Δεν είναι λίγες οι θεότητες που λατρεύονταν μέσα στο άστυ και, αν οι λατρείες του Πειραιά δεν είχαν την πυκνότητα των αθηναϊκών, ήταν και εκεί πολλές και σημαντικές.
Τάφος (Ι) βασιλιά στο Βρανά με το σκελετό του αλόγου του.
Αδιάσπαστη φαίνεται η συνέχεια της ζωής στην Αττική από το 5500 π.Χ. ως το τέλος περίπου της Nεολιθικής, πριν από το 3000 π.Χ. Ο παλαιότερος νεολιθικός οικισμός είναι εκτεταμένος και βρίσκεται στην παραλία της Νέας Μάκρης. Οι κάτοικοι ταξιδεύουν στη Στερεά, τη Θεσσαλία, την Πελοπόννησο και στη Μήλο για τον οψιανό της.
Τα πρώτα χρόνια της εποχής του Χαλκού, η κατοίκηση πυκνώνει και σημειώνεται μεγάλη στροφή προς τη θάλασσα. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι οικισμοί στο Ασκηταριό της Ραφήνας και στον Άγιο Κοσμά και τα νεκροταφεία στον Άγιο Κοσμά και στο Τσέπι του Μαραθώνα. Στην ενδοχώρα στενότερες είναι οι επαφές με τη Στερεά και την Πελοπόννησο.
Από τη Μεσοελλαδική εποχή, που αρχίζει γύρω στο 2000 π.Χ., τα σημαντικότερα ευρήματα είναι ταφικός τύμβος στην Άφιδνα, τρεις τύμβοι στον Βρανά του Μαραθώνα και καλοδιατηρημένα σπίτια στον Θορικό.
Τους πρώτους χρόνους του μυκηναϊκού πολιτισμού, η Αττική επικοινωνεί πολύ αραιά με την Πελοπόννησο. Θολωτοί τάφοι βρέθηκαν στο Λαύριο και στον Βρανά του Μαραθώνα. Στον Βρανά, αν και μόνο ένα χρυσό κύπελλο διασώθηκε από τα κτερίσματα, στην αρχή του μακρού δρόμου, βρέθηκαν θαμμένα αντικριστά τα δύο άλογα του βασιλιά.
Με την αρχή της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου, γύρω στο 1400 π.Χ., πολλαπλασιάζεται και εξαπλώνεται στην ενδοχώρα ο μυκηναϊκός πληθυσμός, συντηρητικός και συγκρατημένος. Στα παράλια κατοικούν φιλήσυχοι ψαράδες. Οι κάτοικοι των Αθηνών, αφήνοντας τον επάνω βράχο στους ηγεμόνες, συνεχίζουν να κατοικούν νοτιότερα, από το Ολυμπιείον ως τον Κεραμεικό, σε μικρές ομάδες σπιτιών. Αυτή η «κατά κώμας» διάταξη διαμόρφωσε εκείνα περίπου τα χρόνια τη διατύπωση του προελληνικού ονόματος Αθήναι στον πληθυντικό.
Η σημαντική εξάπλωση του μυκηναϊκού πολιτισμού αρχίζει μετά το 1300 π.Χ. Στην Αττική, αν οι απομιμήσεις μυκηναϊκών σκευών και κοσμημάτων είναι άτεχνες και επαρχιακές, δηλώνουν ωστόσο στενή παρακολούθηση των εξελιγμένων μυκηναϊκών κέντρων. Ο βασιλιάς των Αθηνών οικοδομεί πάνω στο βράχο ανάκτορο και το οχυρώνει με ισχυρό κυκλώπειο τείχος και κρυφή κάθοδο σε υπόγεια κρήνη μεταβάλλοντας τη θέση σε ακρόπολη.
Με την αρχή του 12ου αιώνα π.Χ., ανάπτυξη και ευημερία ανακόπτονται, πολλοί οικισμοί εγκαταλείπονται. Εξαίρεση αποτελεί το νεκροταφείο της Περατής με τα πλούσια κτερίσματα που διηγούνται την ιστορία των νεκρών: έμποροι και ναυτικοί, ανεξάρτητοι από κάθε κεντρική διοίκηση, χωρίς να διακόψουν τις επαφές με την Αργολίδα, στρέφονται στις αγορές του Αιγαίου φτάνοντας ως την Κύπρο και την Ανατολή.
Το ανάγλυφο που αφιέρωσε ο Αρχίνος από τον Ωρωπό με την παράσταση της θεραπείας του.
Το Αμφιάρειο του Ωρωπού ιδρύθηκε στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. , μετά την εγκατάλειψη του θηβαϊκού Αμφιαρείου. Στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας, διετέλεσε κατά μεγάλα διαστήματα στην κατοχή της Αθήνας και, στο β΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ., είχε σχεδόν εξαττικιστεί. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα περιορισμένης εμβέλειας ιερά της Αττικής, θρησκευτικά κέντρα κάποιου δήμου, το Αμφιάρειο του Ωρωπού ήταν το εθνικό ιερό μιας πόλης και είχε φήμη που ξεπερνούσε τα εθνικά της όρια. Εκεί δημοσιεύονταν τα επίσημα έγγραφα της πόλης και, για μεγάλο διάστημα, του Κοινού των Βοιωτών. Πλήθος ανθρώπων από όλα τα μέρη της Ελλάδας, τη Μικρά Ασία, την Ιταλία συνέρρεε στα «Αμφιάρεια τα μεγάλα», αθλητικούς και μουσικούς αγώνες που τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια.
Η είσοδος του ιερού του Αμφιάραου στην αρχαιότητα ήταν από τα ανατολικά, στην κατάληξη του δρόμου που ερχόταν από τον Ωρωπό ή το ιερό λιμάνι Δελφίνιο. Τα κτήριά του κατασκευάστηκαν στις όχθες ενός χειμάρρου, «Χαράδρας» έλεγαν οι αρχαίοι, που διασχίζει ένα από τα ωραιότερα πευκοδάση της Αττικής. Όποιος έμπαινε στο ιαματικό ιερό πλήρωνε δικαίωμα εισόδου παίρνοντας ως απόδειξη μολυβένιο εισιτήριο. Στην αριστερή όχθη βρίσκονται πρώτα τα λουτρά κι ευθύς αμέσως η μεγάλη στοά μήκους 110 μ., κτίσμα και αυτή του 4ου αιώνα π.Χ., εγκοιμητήριο επισκεπτών και ασθενών. Στα δύο δωμάτια που υπήρχαν στα άκρα της γινόταν η εγκοίμηση όσων ζητούσαν χρησμό ή θεραπεία από τον Αμφιάραο. Σύμφωνα με το τυπικό, οι πιστοί θυσίαζαν όχι μόνο στον Αμφιάραο αλλά και σε όλους όσων τα ονόματα είναι γραμμένα πάνω στο βωμό. Έχοντας θυσιάσει ένα κριάρι, έπεφταν για ύπνο πάνω στο νωπό δέρμα του περιμένοντας το φανέρωμα του ονείρου. Μετά τη θεραπεία ή το χρησμό, οι πιστοί έριχναν στην πηγή του ιερού χρυσά ή ασημένια νομίσματα. Από πολύτιμα μέταλλα ήταν και τα πολλά αφιερώματα. Με τη στοά-εγκοιμητήριο συνδέεται η επιγραφή με τον ιερό νόμο (α΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ.). Ο χώρος μπροστά από τη στοά χρησίμευε ως στάδιο στους αγώνες που γίνονταν στο ιερό. Πίσω από τη στοά, το θέατρο με τους περίφημους πέντε μαρμάρινους θρόνους είναι σκαμμένο μέσα στο λόφο. Δυτικά της στοάς, παράλληλα με το δρόμο που οδηγούσε στο ναό, βρίσκεται η σειρά των βάθρων. Ο ναός, φτιαγμένος από ωραίο πωρόλιθο, είχε εξωτερικά λεπτό κονίαμα στολισμένο με μαιάνδρους και ανθέμια. Το νότιο τμήμα του ναού παρασύρθηκε από το ποτάμι στην ύστερη αρχαιότητα. Ούτε το άγαλμα του Αμφιάραου σώθηκε. Ανατολικά του ναού βρίσκεται ο βωμός του ιερού, αφιερωμένος σε πολλές θεότητες. Πολύ κοντά του, ανάμεσα από βαθύσκια πλατάνια, αναβλύζει ακόμα η ιερή πηγή από την οποία, πίστευαν οι Ωρώπιοι, αναδύθηκε ως θεός ο Αμφιάραος.
Αναπαράσταση της ανατολικής όψης του ναού της Νεμέσεως του 5ου αι. π.Χ. κατά τον John Peter Gandy Deering.
Κυνηγημένη από τον Δία, η Νέμεσις μεταμορφώνεται σε κύκνο. Ο Δίας θα πάρει και αυτός τη μορφή κύκνου και θα ενωθεί μαζί της στον Ραμνούντα. Από το αυγό που γέννησε η Νέμεσις βγήκε η Ελένη. Αυτός ο ιδρυτικός μύθος του ιερού ενισχύεται από την ανάγλυφη παράσταση στη βάση του αγάλματος της θεάς. Η Λήδα, θετή μητέρα της Ελένης, εμφανίζεται να την οδηγεί στην πραγματική της μητέρα, τη Νέμεση.
Η προπαγάνδα των Ραμνουσίων θα εξάρει το ρόλο της Νέμεσης στη μάχη του Μαραθώνα. Η θεά τιμώρησε την ύβριν των Περσών που έρχονταν με ένα μεγάλο κομμάτι παριανό μάρμαρο που σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν για το τρόπαιο που θα έστηναν μετά τη νίκη τους. Το μάρμαρο αυτό, λέει ο Παυσανίας, το έκανε ο Φειδίας άγαλμα της θεάς. Επισκιάστηκε έτσι πλήρως το παρελθόν του ιερού που όμως σώζεται από επιγραφές, κεραμική και αρχιτεκτονικά λείψανα.
Ωστόσο, η Νέμεσις του Ραμνούντος είχε εντελώς αντίθετες ιδιότητες. Χθόνια θεότητα την εμφανίζουν οι μύθοι, μητέρα της Ελένης, αιώνιο σύμβολο ομορφιάς. Την τρομακτική, εκδικητική της φύση ο μύθος την αγνοεί. Όπως δηλώνει και το όνομά της (νέμω: απονέμω και οδηγώ στη βοσκή), η Νέμεση είναι η αγροτική θεά που μεριμνά για τη διατήρηση της αγροτικής τάξης και εκδικείται τη διατάραξή της, την ύβριν. Με τη Νέμεση συλλατρευόταν στον Ραμνούντα μια άλλη χθόνια θεότητα, η Θέμις.
Στο ιερό της Νέμεσης δεσπόζουν τα ερείπια δύο ναών. Ο παλαιότερος χτίστηκε στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. με πολυγωνική πολεοδομία.
Ο μικρός ναός που σώζεται σήμερα διαδέχτηκε έναν παλαιότερο πώρινο. Ο αρχαιότερος όμως ναός του ιερού της Νέμεσης είναι ένα κτήριο των αρχών του 6ου αιώνα π.Χ., από το οποίο σώζονται λείψανα λακωνικής κεράμωσης.
Έργο του αρχιτέκτονα του Θησείου θεωρούν ορισμένοι τον μαρμάρινο αττικό ναό που χτίστηκε στο διάστημα 436-432 π.Χ. Ο ιερός ναός δεν αποπερατώθηκε: το τμήμα κάτω από τα κιονόκρανα έμεινε ατελείωτο, οι κίονες δεν απόκτησαν ποτέ ραβδώσεις, στυλοβάτης και βαθμίδες δεν λαξεύτηκαν ολοκληρωτικά. Στο βάθος του σηκού βρισκόταν το άγαλμα της Νέμεσης, έργο του Αγοράκριτου.
Κεφάλι «σφίγγας» (600-575 π.Χ.) αφιερωμένο στη Νέμεση.
Τις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα π.Χ., πρώτη περίοδος του ιερού της Νέμεσης, γενναιόδωροι προσκυνητές αφιέρωσαν αμφορείς, υδρίες, λουτροφόρους, πινάκια, τριποδικές πυξίδες, σκύφους. Τα αγγεία διακοσμούνται με επάλληλες σειρές ζώων και δαιμονικών πλασμάτων, όπως επέτασσε η κορινθιακή κεραμική. Ο μεγαλύτερος αριθμός τους αποδίδεται στο εργαστήριο του Ζωγράφου του Πόλου.
Στο β΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ., η λουτροφόρος αναδεικνύεται στο προσφιλέστερο ανάθημα στη χθόνια θεά. Σε θραύσματα διακρίνονται πομπές γυναικών και ανάγλυφα ή ζωγραφιστά φίδια. Στην αρχή του 5ου αιώνα π.Χ., κύλικες μαζικής παραγωγής με άτεχνο διονυσιακό διάκοσμο μεταφέρουν εικόνα φτώχιας. Ωστόσο, ο μεγάλος τους αριθμός δείχνει ότι η άσκηση της λατρείας συνεχίζει αμείωτη. Στη θεά αφιερώνονται, χωρίς να την απεικονίζουν, και πήλινα γυναικεία ειδώλια.
Το Αμφιάρειο του Ραμνούντος. Αναπαράσταση (σχ. Κ. Ηλιάκη).
Ο Ραμνούς ανήκε στο δήμο της Αιαντίδος. Εκτός από τα δύο του ιερά, της Νέμεσης και του Αμφιάραου, τον Ραμνούντα αποτελούν η Βόρεια και η Νότια οδός, και το πυκνοκατοικημένο φρούριο με τα μαρμάρινα τείχη, με κτήρια δημόσια και ιδιωτικά. Διττός ήταν ο προορισμός της φρουράς: να φυλάει τα σύνορα της Αττικής με τη Βοιωτία και να εξασφαλίζει το ανεμπόδιστο πέρασμα των αθηναϊκών πλοίων που περιπολούσαν τον Ευβοϊκό διατηρώντας τον ελεύθερο από τους πειρατές. Χωρίς τα φρούρια του Ραμνούντος και του Σουνίου η Αθήνα αποκοβόταν από την Εύβοια που την προμήθευε με στάρι.
Πλησιάζοντας την περιοχή του Ραμνούντος από το δρόμο της Σταμάτας, βρισκόμαστε στην πεδιάδα του Λιμικού, που τότε διέσχιζε απ’ άκρου σ’ άκρο η Νότια οδός, πλαισιωμένη από ταφικούς περιβόλους του 4ου αιώνα π.Χ. από άσπρο, ντόπιο μάρμαρο. Η οικογένεια του Μενεστίδου μάς άφησε ένα επιτύμβιο ανάγλυφο και ο Ευφράνωρ μια επιτύμβια στήλη.
Το τελευταίο, λιθόστρωτο τμήμα της Νότιας οδού οδηγεί στο ναό της Νέμεσης. Σήμερα βλέπουμε τα ερείπια δύο ναών του 5ου αιώνα π.Χ. Πριν από αυτούς υπήρξε ένας ναός από τις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα, στα τέλη του οποίου χτίστηκε άλλος ναός, δωρικού ρυθμού, από ωραίο λευκό πουρί της Αττικής που υποθέτουμε ότι καταστράφηκε από τους Πέρσες. Μετά τα Περσικά, χτίστηκε τρίτος ναός της θεάς, που συνήθως λέγεται πολυγωνικός ή μικρός ναός. Όταν χτίστηκε ο τέταρτος ναός της Νέμεσης, ο μικρός ναός έγινε «θησαυρός», αποθήκη αναθημάτων. Ο νέος ναός της Νέμεσης, περίστυλος, δωρικού ρυθμού, από άσπρο ντόπιο μάρμαρο, άρχισε να οικοδομείται στα μέσα περίπου του 5ου αιώνα π.Χ. και έμεινε σε πολλά σημεία ημιτελής. Από τα κεραμίδια του από πεντελικό μάρμαρο σώθηκε, ως «περιπλανώμενος λίθος», όπως θα έλεγε ο Louis Robert, ένας στρωτήρας που βρέθηκε στη Σκάλα Ωρωπού. Το λατρευτικό άγαλμα και η βάση του, έργα και τα δύο του αγαπημένου μαθητή του Φειδία Αγοράκριτου, θρυμματίστηκαν μετά μανίας από τους χριστιανούς.
Ο Βόρειος δρόμος του Ραμνούντος έχει μνημεία μεγάλα και πολυτελή. Ξεχωρίζουν ο περίβολος της Μνησικράτειας και του Λυσίππου, του Πυθάρχου, του Φανοκράτους και, ιδιαίτερα, του Ιεροκλέους. Κατηφορίζοντας τον βόρειο δρόμο, ο αρχαίος Ραμνούσιος αντίκριζε στο τέρμα του ένα μικρό ακριτικό χωριό, προστατευμένο από ισχυρό τείχος, το φρούριο. Δύο δρόμοι, ο ανατολικός και ο δυτικός, οδηγούσαν στο κέντρο του χωριού, την αγορά, που εδώ χρησίμευε και ως θέατρο. Γύρω της υπήρχαν μαγαζιά, εργαστήρια και κατοικίες, συχνά διώροφες. Στο γυμνάσιο γυμνάζονταν και οι στρατιώτες της φρουράς. Από τη λαμπαδηδρομία κατά τα Νεμέσεια, έχουν σωθεί αρκετά από τα αναθήματα των εφήβων με χαραγμένα τα ονόματά τους. Στον άνυδρο Ραμνούντα οι αρχαίοι άνοιξαν πλήθος πηγαδιών, αντλώντας το νερό με ένα μηχανισμό με αντίβαρα, με τον «κήλωνα» ή «κηλώνειον» που σήμερα ονομάζεται «γεράνι». Το ψηλότερο μέρος του φρουρίου ανήκε στους στρατιωτικούς που, με ιδιαίτερη δίοδο, μπορούσαν να βρεθούν γρήγορα στην ακτή σε περίπτωση ανάγκης.
Τέλος, ιατρική φροντίδα παρείχε από τον 5ο αιώνα π.Χ. το μικρό ιαματικό ιερό του ήρωα γιατρού Αριστόμαχου. Τον υποκατέστησε ο Αμφιάραος με ένα μικρό ιερό χτισμένο κοντά στο φρούριο, πάνω στα βράχια.
Ο Τύμβος του Μαραθώνα σήμερα.
Ήταν τόσο ασύλληπτο αυτό που συνέβη το 490 π.Χ., ώστε οι Έλληνες απέδωσαν τη νίκη στην ανάμειξη των θεών. Μαζί με τον Μιλτιάδη, τον Καλλίμαχο και τους άλλους, στη γνωστή εικόνα της Ποικίλης Στοάς της Αγοράς των Αθηνών, ο Πάναινος κατέγραψε την παρουσία της Αθηνάς, του Πάνα, του Ηρακλή, του Θησέα, του Μαραθώνα, του Εχετλαίου.
Στην περιοχή της Τετραπόλεως, που απαρτίζεται από τους οικισμούς του Μαραθώνα, της Τρικορύθου, της Οινόης και της Προβαλίνθου, πιστοποιείται τόσο η λατρεία του Ηρακλή και του Πάνα όσο και της Αθηνάς. Ωστόσο, μόνο δύο είναι τα ταυτισμένα ιερά: το ρωμαϊκό ιερό της Ίσιδας στην Μπρεξίζα και η σπηλιά του Πάνα στην Οινόη.
Από επιγραφή του πρώιμου 5ου αιώνα π.Χ. πληροφορούμαστε ότι η γιορτή και οι αγώνες για τον Ηρακλή, που προσφωνείται και «εμπύλιος», τώρα αναβαθμίζονται.
Πολυθάλαμη σπηλιά, φορτωμένη σταλακτίτες και σταλαγμίτες, με έντονη χρήση από τα νεολιθικά ως τα υστεροελλαδικά χρόνια, γίνεται τόπος λατρείας του Πάνα από τον 5ο αιώνα π.Χ. Βρέθηκε μεγάλος αριθμός ειδωλίων του Πάνα και των Νυμφών που λατρεύονταν στη σπηλιά μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια.
Η τρίτη θεότητα που συσχετίζεται με τη μάχη του Μαραθώνα είναι η Αθηνά «Ελλωτίς».
Το ιερό του Διονύσου, όπου στήνονταν τα ψηφίσματα της Τετραπόλεως, τοποθετείται στην πεδιάδα. Εκεί κοντά βρισκόταν και ο τάφος του ήρωα ιατρού Αριστόμαχου. Ο Φιλόχωρος μας πληροφορεί για την ύπαρξη δύο ιερών του Απόλλωνα, ως Πυθίου στην Οινόη και ως Δηλίου στον Μαραθώνα. Τη λατρεία της Άρτεμης βεβαιώνει επιγραφή πάνω σε μαρμάρινα μέλη βωμού.
Άγαλμα Ίσιδος, Γόρτυνα (180-190 μ.Χ.). Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.
Το σπουδαιότερο κέντρο λατρείας του Σάραπη και της Ίσιδας στην Ελλάδα, σε όλη την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, ήταν στη Δήλο, όπου το πρώτο Σαραπείο ιδρύεται το 220 π.Χ. Στον Μαραθώνα, δίπλα στη θάλασσα, στο έλος της Μπρεξίζας και 1.500 μ. νότια από τον τύμβο των Αθηναίων, βρέθηκαν τα λείψανα μεγάλου αιγυπτιακού ιερού της Ίσιδας του 2ου αιώνα μ.Χ. Από τον περίβολο διατηρείται τμήμα με μνημειακό πρόπυλο. Μπροστά από το πρόπυλο βρέθηκε αιγυπτιάζον μαρμάρινο άγαλμα σε υπερφυσικό μέγεθος: Νεαρός άντρας στη γνωστή μετωπική στάση, με τα χέρια κολλημένα στα πλευρά, προβάλλει το αριστερό πόδι. Φοράει περίζωμα και πόλο. Μαζί του βρέθηκε το κάτω μέρος μαρμάρινου αγάλματος της Ίσιδας, με τις χαρακτηριστικές πτυχές του ιματίου που δένεται μπροστά στο στήθος (ισιακόν άμμα). Σε τμήμα από το υπέρθυρο της εισόδου σώζεται ανάγλυφος ηλιακός δίσκος και γύρω του ουραίος (φίδι), σύμβολα της θεάς. Από το μνημειακό πρόπυλο, μαρμαροστρωμένη πομπική οδός οδηγεί στο ναό της Ίσιδας. Μέρος της λατρείας τελείται στον υπαίθριο χώρο του ναού, στην αποκορύφωσή της όμως φτάνει μέσα στο άδυτο, όπου και το άγαλμα της θεάς.
Στη ρωμαϊκή εποχή είχαν καθιερωθεί δύο μεγάλες γιορτές της Ίσιδας. Στα Πλοιαφέσια, ιερέας και μυημένοι εγκαινίαζαν τη νέα περίοδο της ναυσιπλοΐας ρίχνοντας το πλοίο της Ίσιδας στη θάλασσα. Στα Ισεία, γιόρταζαν τη «ζήτηση» και «εύρεση» του Όσιρη, που συμβόλιζε το θάνατο και την ανάσταση του θεού.
Στην ανατολική πλευρά του περιβόλου, ήρθε στο φως πολυτελές βαλανείο, σύγχρονο με το ναό. Δεν είναι διόλου απίθανο τα δύο οικοδομήματα να συσχετίζονται με την οικοδομική δραστηριότητα του Ηρώδη Αττικού
Πήλινος αναθηματικός πίνακας με παράσταση Αρτέμιδος πάνω σε ταύρο. Τέλος 6ου αι. π.Χ. Μουσείο Βραυρώνος.
Ο πώρινος δωρικός περίπτερος ναός είναι σχεδόν ολόκληρος θαμμένος κάτω από την άμμο. Νότιά του αποκαλύφθηκαν μεγάλο κτηριακό συγκρότημα και μικρό ιερό με πρόναο και άδυτο. Τα ευρήματα στον αποθέτη, ειδώλια, κοσμήματα, κεραμική γεωμετρικής εποχής και οι τυπικοί κρατηρίσκοι με τις διπλές λαβές, συγγενεύουν με εκείνα του ιερού της Βραυρώνας. Οι γραπτές πηγές, ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια εν Ταύροις (1449-1461) και ο Μένανδρος στους Επιτρέποντες, υποβάλλουν την ιδέα μιας οργιαστικής λατρείας της θεάς, με γλέντια διονυσιακού περιεχομένου και μίμηση ανθρωποθυσιών, στοιχεία που για την Άρτεμη ξενίζουν. Είναι φανερό ότι δεν έχουν γίνει ακόμη σαφείς οι ιδιότητες της Αρτέμιδος ως Ταυροπόλου.
Αναθηματικό ανάγλυφο που εικονίζει τη θεά Άρτεμη καθιστή σε βράχο να ακούει τους ικέτες.
Λίγοι τόποι θα ήταν εξίσου ταιριαστοί για την ίδρυση ενός ιερού στην Άρτεμη. Στην αρχαιότητα, πλάι στο ιερό έρρεε ο ποταμός Ερασίνος που, εκβάλλοντας στη γειτονική θάλασσα, σχημάτιζε πλατιά αμμουδερή γη, το έλος. Με τον ποταμό ενώνονται άφθονα υπόγεια νερά. Το φυσικό τοπίο, πράο αλλά ανήμερο, για ζώα και φυτά ελεύθερα και ανέγγιχτα από χέρι ανθρώπου, είναι αναπόσπαστο μέρος της ιερότητας του χώρου. Η παρέμβαση του ανθρώπου, ειδικά του σημερινού, παραμένει ανεπιθύμητη.
Οι παλαιότεροι κάτοικοι της Βραυρώνας, γύρω στο 3500 π.Χ., ιδρύουν την προϊστορική τους ακρόπολη στον πτυχωτό λόφο με το σχήμα φεγγαριού. Στην ύστερη πρωτοελλαδική και μεσοελλαδική περίοδο η περιοχή ακμάζει. Ο πληθυσμός μεγαλώνει στα μυκηναϊκά χρόνια, στα υπομηκηναϊκά χρόνια όμως η περιοχή εγκαταλείπεται.
Ο Θουκυδίδης μάς πληροφορεί ότι η Βραυρώνα είναι μία από τις δώδεκα προϊστορικές πόλεις που ο Θησέας οδήγησε στο «συνοικισμό». Ο Ηρόδοτος διηγείται το περιστατικό της απαγωγής των αθηναίων γυναικών, που βρίσκονταν στο ιερό της Βραυρώνας, από τους Πελασγούς της Λήμνου. Και ο Ευριπίδης, στην Ιφιγένεια εν Ταύροις, εμφανίζει την Αθηνά να προλέγει στην κόρη του Αγαμέμνονα πως της Άρτεμης ιέρεια θα γίνει στη Βραυρώνα, όπου και θα ταφεί σαν έρθει η ώρα, κι αφιερώματα θα παίρνει τα ωραιότερα ρούχα γυναικών που πέθαναν στη γέννα. Πράγματι, κοντά στο βωμό του ιερού εντοπίστηκε το «κενήριον», ο τάφος της Ιφιγένειας, και μικρός ναός, το ηρώον της.
Η Βραυρωνία Άρτεμις, θεότητα παλαιά, είναι ευπρόσδεκτη στην Ακρόπολη των Αθηνών τον 6ο αιώνα π.Χ. , όταν ο Πεισίστρατος τής κτίζει το Βραυρώνιο. Από το Βραυρώνιο ξεκινούσε η πομπή της μεγάλης γιορτής των Βραυρωνίων που γινόταν κάθε πέντε χρόνια.
Τα παλαιότερα ευρήματα που σχετίζονται με τη λειτουργία του ιερού στη Βραυρώνα ανάγονται στον 9ο αιώνα π.Χ. Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. κτίζεται ο μεγάλος πώρινος δωρικός ναός της Άρτεμης πάνω από το μέρος όπου υπόγεια φλέβα του Ερασίνου αναβλύζει νερό. Από το ναό σώζονται μόνο τα θεμέλια. Το λατρευτικό άγαλμα της θεάς, που θεωρείται έργο του Πραξιτέλη, δεν σώθηκε. Προς το τέλος του ίδιου αιώνα κτίζεται σε σχήμα Π η «στοά των άρκτων», που πλαισιώνει προς Β τον υπαίθριο χώρο του ναού σχηματίζοντας ορθογώνια αυλή. Στα δωμάτια της στοάς έμεναν τα παιδιά στη διάρκεια της θητείας τους. Μπροστά από το ναό υπήρχε ο βωμός, τόπος θυσίας αλλά και λατρευτικών τελετών που απεικονίζονται στους πήλινους κρατηρίσκους με διπλές λαβές, χαρακτηριστικούς της λατρείας της Άρτεμης και ως Ταυροπόλου και ως Μουνιχίας. Κοριτσάκια γυμνά ή με κοντούς, κροκωτούς χιτώνες, κάποια με μηνοειδές στεφάνι στα μαλλιά, τρέχουν και χορεύουν γύρω από το βωμό στη διάρκεια της «αρκτείας» τους, διαβατήριου έθιμου προς την ενηλικίωση.
Σε ένα από τα μεγαλύτερα ιερά της αρχαιότητας αναδεικνύουν το ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος το πλήθος και η ποιότητα των ευρημάτων. Αγάλματα παιδιών, ανάγλυφα με σκηνές λατρείας, κοσμήματα, παραστάσεις στα αγγεία, τα χρυσοϋφασμένα ρούχα των γυναικών, κι ας μη σώθηκαν, δείχνουν ξεκάθαρα τη θέση της θεάς στον πλουμιστό κόσμο των γυναικών.
Ο ναός της Αθηνάς στις Καβοκολόνες. Πίνακας του W.H. Barlett, 1830.
Το Σούνιο, στην είσοδο του Σαρωνικού και του Ευρίπου, ήταν ζωτικής σημασίας για την άμυνα της Αττικής. Ένα από τα πέντε σημαντικότερα φρούριά της, χτισμένο στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., στέγαζε μόνιμη φρουρά.
Στο νοτιότερο άκρο της χερσονήσου βρέθηκαν πρωτοελλαδικοί κιβωτιόσχημοι τάφοι, λεπίδες οψιανού και τμήματα κυκλαδικών ειδωλίων που αποδίδονται σε υπαίθριο πανάρχαιο ιερό. Άλλωστε, η πρώτη αναφορά στο «ιερό Σούνιο» βρίσκεται στην Οδύσσεια (γ 278).
Στο ψηλότερο σημείο της απόκρημνης άκρης της χερσονήσου, ο πώρινος, περίπτερος δωρικός ναός στον Ποσειδώνα (τέλος 6ου αιώνα π.Χ.) καταστράφηκε στις περσικές επιδρομές. Επί Περικλή συνεχίστηκε η κατασκευή του ερειπωμένου ναού που τώρα ήταν μαρμάρινος, περίπτερος και με δύο κίονες μεταξύ παραστάδων στον πρόναο και το σηκό. Πάνω από τον πρόναο υπήρχε ζωφόρος με σκηνές Κενταυρομαχίας. Από τα αρχαϊκά αναθήματα βρέθηκαν πολλά κομμάτια κούρων από τα οποία συναρμολογήθηκαν δύο. Οι κούροι ήταν τοποθετημένοι γύρω από τον πώρινο ναό.
Στην κορυφή ενός χαμηλότερου λόφου, στην ανατολική πλευρά της χερσονήσου, ιδρύθηκε το ιερό της Αθηνάς Σουνιάδος. Ο σηκός χωριζόταν με κιγκλίδωμα σε δύο μέρη, και στο ανατολικό υπήρχε το βάθρο της θεάς. Κιονοστοιχίες υπήρχαν μόνο στις δύο πλευρές, νότια και ανατολική, ιδιομορφία που εντυπωσίασε τον Βιτρούβιο. Στη βορειοανατολική πλευρά του περιβόλου της Αθηνάς υπήρχε μικρότερος ναός.
Όταν ο Παυσανίας περιηγείται την Αττική αποδίδει στην Αθηνά το ναό του Ποσειδώνα, που διατηρούσε πλέον μόνο τις κιονοστοιχίες. Η λανθασμένη απόδοση διατηρήθηκε ως τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το λάθος του Παυσανία διόρθωσαν οι ανασκαφικές έρευνες του Β. Στάη (1899 και 1900).
Ανάγλυφο από το Ασκληπιείο Πειραιά, αρχές 4ου αι. π.Χ. Θεραπεία ασθενούς από τον Ασκληπιό. Πίσω του η Υγεία. Μουσείο Πειραιώς.
Τρεις είναι οι πειραϊκές λατρείες που διεκδικούν παναθηναϊκή ακτινοβολία. Αν το ιερό της Άρτεμης στην άκρα της Μουνιχίας είναι το αρχαιότερο και το πιο σημαντικό, το κατεξοχήν πειραϊκό ιερό είναι το Διισωτήριο, ιερό του Διός Σωτήρος και της Αθηνάς. Η επίκληση του Δία που, επιπλέον, κρατά τη Νίκη, πιθανόν συνδέει την ίδρυση του ιερού με τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Με την ίδρυση του λιμανιού σχετίζεται και το ιερό της Αφροδίτης που ιδρύθηκε από τον Θεμιστοκλή και ξανά από τον Κόνωνα. Η τρίτη μεγάλη πειραϊκή λατρεία τοποθετείται στη Ζέα, όπου ο Ασκληπιός αποβιβάστηκε φτάνοντας στην Αθήνα. Εκεί ιδρύεται το πρώτο αττικό Ασκληπιείο και γιορτάζονται τα Επιδαύρια.
Η θάλασσα του Πειραιά φιλοξενούσε τις λεμβοδρομίες των Παναθηναίων και των Αιαντείων, το ιερό λουτρό του αρχαίου αγάλματος της Αθηνάς στα Πλυντήρια ή των μυστών την πρώτη μέρα των Ελευσινίων.
Από τις δημοτικές γιορτές διάσημα είναι τα Διάσια, αφιερωμένα στον Δία Μειλίχιο που λατρευόταν με μορφή φιδιού, τα Πληρώσια, τα Θεσμοφόρια, τα Θήσεια. Τα Διονύσια του Πειραιά, με παραστάσεις τραγωδιών και κωμωδιών, τοποθετούνται σε ίση μοίρα με τα Λήναια και τα Διονύσια εν άστει.
Τον Πειραιά χρωμάτιζαν οι εξωτικές, ξένες λατρείες. Από τα αρχαιότερα ιερά (5ος αιώνας π.Χ.) είναι αυτά της θρακικής Βενδίδος, που συγγενεύει με την Άρτεμη, της φρυγικής Μητέρας των Θεών, που συνοδεύεται από τον Άττη, του Σαβαζίου και, πιθανόν, της Αιγύπτιας Ίσιδος. Στα ελληνιστικά χρόνια θα προστεθούν οι λατρείες του Άμμωνος και του Σαράπιδος αλλά και άλλων θεοτήτων, φρυγικών, καρικών, συριακών και φοινικικών. Στους ρωμαϊκούς χρόνους ακμάζει ιδιαίτερα ένα από τα παλαιότερα Ίσεια της Ελλάδας, όπου η θεά συνδέεται με τη ναυσιπλοΐα.
Κεφάλια πήλινων γυναικείων ειδωλίων (Πειραιάς, Αρχαιολογικό Μουσείο
Το 1935, ανάμεσα στην κατεδάφιση της έπαυλης Κουμουνδούρου και την οικοδόμηση του κτηρίου για τον Ναυτικό Όμιλο Ελλάδος, μόνο μια σωστική ανασκαφή πρόλαβε να παρεμβληθεί στην κορυφή της μικρής χερσονήσου που δεσπόζει του λιμανιού της Μουνιχίας, του Τουρκολίμανου.
Τα περισσότερα από τα κινητά ευρήματα ήταν αναθήματα των κοριτσιών πριν από το γάμο τους. Πήλινα ειδώλια νηπίων, αγοριών και κοριτσιών, γυναικών και πλαγγόνων αναδεικνύουν τις ιδιότητες της Άρτεμης ως Κουροτρόφου, ως της θεάς που επιβλέπει την ενηλικίωση και οδηγεί από την παιδική ηλικία στην εφηβεία και το γάμο.
Η ιστορία της περιοχής, αδιάσπαστη, αρχίζει στο τέλος της Νεολιθικής περιόδου. Το ιερό, που ιδρύθηκε τουλάχιστον το 10ο αιώνα π.Χ., γνώρισε μεγάλη ακμή στον 8ο και 7ο αιώνα π.Χ., όπως μαρτυρούν η κεραμική αλλά και τα άφθονα πήλινα ειδώλια. Μια δεύτερη άνθηση σημειώνεται μετά τα Περσικά, όταν η «αρκτεία» γίνεται η κυριότερη εκδήλωση της λατρείας. Στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. αρχίζει να διαφαίνεται η παρακμή του ιερού.
Σύμφωνα με την παράδοση, το ιερό ίδρυσε ο μυθικός βασιλιάς της Αττικής Μούνιχος. Ιερέας ήταν ο Έμβαρος, όταν ξέσπασε λοιμός ύστερα από το φόνο μιας άρκτου. Ο Έμβαρος τότε εξασφάλισε κληρονομική ιεροσύνη επειδή πρόσφερε την κόρη του στη θεά. Στη θυσία όμως, ο Έμβαρος αντικατέστησε την κόρη του με μια γίδα. Σε ανάμνηση του περιστατικού, οι κόρες έπρεπε να «αρκτεύουν» στη θεά πριν από το γάμο τους. Αρχαίες επιγραφές μάς πληροφορούν ότι και οι έφηβοι είχαν καθήκοντα προς την προστάτιδά τους. Συμμετείχαν στη γιορτή της θεάς στις 16 του μήνα Μουνιχιώνα, έπαιρναν μέρος σε αγώνες με τα ιερά πλοία, σε θυσίες στη θεά και σε πομπές προς τιμήν της.
Το αρχαίο θέατρο στην περιοχή της Τρυπητής, στη Μήλο.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
The first human settlement in Attica dates back to the early years of the Prehistoric era. The earliest traces of inhabitation can be found in the vicinity of Ramnous, Marathon, Raphina, Loutsa, Vravrona and Lavrion. Furthermore, Anavyssos, Laghonissi and then Athens as well as various sites alongside the rivers of Ilissos and Kifissos are areas which have supplied us with adequate information on human habitation during the Late Neolithic period. The oldest settlement lies on the Nea Makri sea-shore under the present town. Its houses, large and well built, were equipped with storage rooms for the safekeeping of goods. The inhabitants were peasants, hunters and seamen who managed to maintain mutual relations with Sterea, Thessaly and the Cyclades. During the Proto-Helladic period the population increased and new settlements were created. In the Mycenean era, the entire area of Attica was inhabited and followed the development of the main Mycenean centers of the rest of Greece. By the end of the Mycenean world many settlements in Attica were abandoned or diminished, thus paving the way for the rise and dominance of the city of Athens.
At the northernmost point of Attica, amidst a pine- forest is located the major sanctuary of ancient Greece, dedicated to the chthonian god Amphiaraos. It was founded at the end of the fifth century BC and was a healing sanctuary. People suffering from physical illness or from the burden of crucial problems asked the god's help in order to be cured or relieved. To achieve their objective, the god's suppliants had to follow a certain procedure. Instructions were given to them either by the sanctuary's personnel or by the text incised on a specific stele (sacred law). The physical or psychological disease was healed or counseled by the god while the patient was asleep. The edifices of the sanctuary are built along the banks of the ravine torrent. On the left bank the official buildings are located (the stoa, theater, temple, altar, e.t.c), while to the right the living quarters lie.
The happy for the Athenians conclusion of the Persian wars made the until then obscure sanctuary of Nemesis famous. The renowned statue of the goddess Nemesis, a work by Pheidias' pupil Agorakritos, maintained its fame until the end of the ancient world. Τhe equally important relief representation decorating the statue 's base shows Helen to be led by Leda, her stepmother, and by Nemesis, her natural mother. Nemesis personifies retributive, divine justice but also order, moderation and balance. In the Ramnous sanctuary, the religious centre of Ramnous municipality, the ruins of two temples prevail, the smallest of whch scholars relate to Themis, goddess of justice, who was also worshiped here. Excavations of recent years have brought to light much new data concerning the religious and political life of the Ramnous municipality.
The ceramics from the temple of Nemesis at Ramnous, dating from the early sixth to the mid-fifth century BC, comprise shards of ex votos, black-figured and black painted pottery, utensils of domestic use and figurines. Typical sixth century vessels are the loutrophoroi dedicated to the chthonian nature of Nemesis, while the cylices are characteristic earthenware of the fifth century.
Marathon is closely related to the famous battle of 490 BC, which has been vividly described by Herodotus. The heroes and gods who contributed to this Greek victory were worshiped in the Marathon tetrapolis which consisted of the Marathon, Trikorynthos, Oenoe and Provalinthos settlements. Apollo, Artemis as well as Dionysus were deities who were also worshiped in Marathon. Heracles was considered to be the patron and major hero of Marathon. His sanctuary is located at the Valaria vicinity, while Pan and the Nymphs were worshiped in a multi-chambered cave to the NW of Oenoe. The sanctuaries of the other deities, known from literary sources, have not as yet been located with certainty.
Isis belongs to the older Egyptian deities and according to the Pyramid Texts she is the daughter of Geb and Nut, sister of Set and Nephthis, sister and wife of Osiris. The myth of Isis and Osiris is narrated by Plutarch and according to Herodotus, who visited Egypt in the fifth century BC, they were the only gods worshipped at the time. The cult of Isis becomes very popular and spreads to the entire Mediterranean area, Greece included. The trading relations between Athens and Egypt resulted among other things in the importing of the cult of Isis to Piraeus, already in the fourth century BC. Thereafter, Isis is ascribed with faculties belonging to Demeter, is identified with Aphrodite and is Hellenized since her cult is adopted in many Greek regions. Her sanctuary at Marathon by the sea was brought to light in 1968. A ruined part of the enclosure and its monumental propylon, from which the processional way leads to the temple, have been preserved. An intact, colossal Egyptian statue of a young man as well as the lower body of a statue of Isis have been discovered in front of the propylon. The sanctuary was founded in the second century AD. Contemporary with the Iseion is the Roman valaneion (=baths), found to the east of the enclosure.
On the eastern coast of Attica, between the present Porto-Rafti and Rafina, flourished one of the most important sanctuaries of antiquity. It was dedicated to Artemis, the great goddess of nature. Life at the vicinity of Vravrona commences in the Neolithic Age (3.500 BC.). Until the end of the Mycenean era settlement is confined to the rocky hill — the prehistoric acropolis — towering over the southern part of the valley. A cemetery, dating from the end of the Mycenean period, has been excavated on the slopes of the neighbouring hill, called Lapoutsi. The sanctuary is famous from the Geometric age, when the first temple was erected. The important demos of Philaides was located at the area, a demos which supplied Athens with renowned politicians and military. During Peisistratos' tyranny in sixth century BC Athens, an edifice with a stoa, the so-called Vravroneion, was erected next to the Chalkotheke and dedicated to Artemis Vravronia. In the fifth century BC the sanctuary reached its climax. The poros Doric temple was built, the bridge was constructed and the stoa was erected in which the so-called "arktoi" (=bears) stayed. The site has been related to the sacrifice of Iphigenia, which took place before the departure of the Greek fleet for the Trojan war. The young offspring of Athenian families used to perform here the Arctaia ritual by imitating bears. The archaeological finds from the excavations conducted there by the most gifted archaeologist loannis Papademetriou are very rich and witness the cult of the great prehistoric goddess Artemis. Gold-woven dresses, jewelry, mirrors, vases, statuettes and other offerings are dedicated to the goddess Artemis as well as to her priestess Iphigenia who, according to myth, is buried here.
Cape Sounion is the southernmost tip of Attica. On the flat top of the cape, the sanctuary of Poseidon was founded and fortified. To the northeast of this sanctuary, on another, lower hillock was erected the temple of Sounias Athena . In the second century AD, when Pausanias visited the ruins of the Poseidon temple, he misconceived them as been the remnants of the Athena temple. This erroneous interpretation has been perpetuated until the early years of the twentieth century, when the excavations conducted by V. Stais in 1989 and 1990 brought to light the fortress and the two sanctuaries, which this time were correctly assigned to the deities to which they had originally been dedicated. Architectonic members from the Poseidon temple — mainly pieces of columns — have been smuggled by seamen and archaeophiles and transferred to various European countries.
Piraeus was a major political and military centre next to Athens, therefore many of the cults flourishing in this town obtained a Panathenaic character. The sanctuary of Artemis Mounichia is considered to be the most important among all others located in the vicinity. The sanctuaries of Zeus Soter and Athena Sotera at the central harbour of Kantharos must also be noted. The third significant cult is that of Asclepius, whose sanctuary was erected at Zea where, according to the myth, he came on shore when he arrived in Attica. In addition, a number of religious festivals testify to the existence of cults such as Diassia, in honour of Zeus Milichius (-Clement Zeus), Perossia, Thersmophoria, Thessia, Dionyssia. Foreign cults, mostly alien to the Greek pantheon, also existed in Piraeus, such as thecult of Voudina, in the fifth century B., and those of Cybele, Savazios, Cyprian Aphrodite, as well as of Isis, Ammon, Sarapis and of other, mainly Phrygian, deities.
The ruins of the sanctuary of Artemis Mounichia were discovered in 1935, during construction works, on the south side of the Mounichia harbour — the present Tourkolimano — and on the Koumoundouros peninsula. The researched finds indicate that life at this site already existed in the last phase of the Neolithic Age. Furthermore, it has been ascertained that the cult of the goddess was active in the tenth century BC and reached its climax in the eighth and seventh centuries. The finds dating mainly from the fifth century BC and especially the small craters with double handles prove that the cult and religious hypostasis of the goddess corresponded to those of the Vravronian Artemis. The performed rites are related to the entering maturity procedure of the young Athenean korae and ephebi and the Arctaia ritual is also here an indispensable part of the typikon, as in Vravron.
Περγαμηνό κιονόκρανο από τη Στοά του Ευμένη.
Το επιστύλιο στους δωρικούς ναούς επιστέφεται από στενή ταινία στην οποία προσαρμόζονται οι κανόνες. Από τους κανόνες κρέμονται έξι συνήθως σταγόνες ή ήλοι. Στον ιωνικό ρυθμό, η πρόσοψη του επιστυλίου είναι χωρισμένη σε τρεις οριζόντιες τανίες.
Η δωρική ζωφόρος εναλλάσσει τρίγλυφα και μετόπες ενώ η ιωνική είτε φέρει τους γεισήποδες είτε διακοσμείται με ανάγλυφες μορφές.
Το κορινθιακό κιονόκρανο αποτελείται από τον κάλαθο που περιβάλλουν δύο κάτω ζώνες με οκτώ φύλλα άκανθας η καθεμιά και μια ανώτερη, με έλικες αντί για φύλλα.
Στα αιολικά κιονόκρανα δεσπόζουν δύο σχεδόν κατακόρυφοι έλικες που χωρίζονται με ενιαίο ανθέμιο. Περγαμηνά ονομάζονται τα φοινικόσχημα κιονόκρανα της ελληνιστικής Περγάμου, με τα βαθιά αυλακωτά σχηματοποιημένα φύλλα (αυλούς).

The great excavations on the sites of Heraclea and Pompei (1738) and the scientific mission to Egypt (1798) mark the beginning of the archaeology of our times. In the 18th century, together with the fashion of travelling to the Orient came the architects who mapped, painted and drew antiquities. Georges Clemenceau, the statesman and Hellenist took a lively interest in the French excavations at Delos and Delphi. The founding of the foreign Schools of archaeology in Athens and the great excavations make evident the conflicts that occured between the foreign policy and archaeology of the time. The Swiss archaeologist Waldemar Deonna remained in obscurity because he never conformed with the stereotypes of someone in charge of an excavation. Landscape was promoted to a cultural heritage and this caused archaeologists to conform with the science of “Human Geography”. The question arises what are the factors that would allow for those in charge of antiquities to condone the destruction of those very same antiquities?
Curiously enough, although archaeology is a "science" referring to the past, it has been formed in modern times. Neither antiquity nor the Middle Ages, apart from certain amazing exceptions, have recognized its real value, probably because of its origins. The monuments of the past sometimes have been considered as sacred others as diabolic, in any case they have been characterized with a quality or property. During the quatrocen-to, and especially according to the theory of Cyriacus of Ancona, they are regarded as seals of history. The collection of curiosa or the heterogeneous piling up of items in the cabinet de curiosités in the sixteenth and seventeenth centuries paved the way for the enthronement of the later archaeology in three stages during the eighteenth and nineteenth centuries: The exploration of Herculaneum and Pompeii, the expedition to Egypt and the omnipotence of prehistory, which was taken, however not without a fight, from the clergy. Thus, being in the last quarter of the nineteenth century, the era of the great excavations could finally commence.
The second half of the eighteenth and the entire nineteenth century represent a true golden era for the architects who were also considered archaeologists. They could, therefore, organize all sorts of expeditions, primarily oriented towards the collection of Greek works of art, which could be used as models for the neo-classical constructions in Europe. This tendency was gradually followed by excavations, aiming not only to the discovery of famous monuments and sites, but also to their study and publication with perfect scientific methodology. These architects were primarily interested in temples, of which they pursued to retrace their origin and evolution. After the foundation of the French Archaeological School and the German Archaeological Institute of Athens, the architects continued to play an important part in the great excavations. Through their work in Greece as well as in Asia Minor and South Italy they essentially contributed in forming the canon of the orders and made the ancient Greek religious architecture widely known. This article deals with certain remarkable personalities among them.
In 1907, initiating a series of lectures organized by the French Union for the Defense of the Rights of Hellenism, its President, Theophile Homolle, a former director of the French School of Athens and a prominent archaeologist, paid tribute to "the ardent philhellene and intellectual" Georges Clemenceau, who, being a premier at the time, was unable to attend to that meeting. This aspect of the personality of one of the most celebrated French politicians remains rather obscure. We know that Clemenceau had a classical education -he was awarded a prize in Greek translation and history, when he was eleven years old!-, he admired ancient Greece and was the author of a Life of Demosthenes, as well as that after the victory of 1918, he became a fervent supporter of the settlement of Greeks in Smyrna, Asia Minor. Our knowledge, however, is limited as regards his participation in the just causes of modern Hellenism, and we ignore in general that he was so passionate with archaeology that he could intervene in the deliberations of experts or could finance the excavations in Boetia, for which he was always well informed, despite of the burden of his state responsibilities. Clemenceau was seized by a true philhellenic patriotism, as his controversial choices and progressive gushes prove. He not only approved of the destruction of the Frankish tower and the Turkish minaret on the Athenian Acropolis, but he could even have eagerly added to these "the ignoble pedestal of Agrippa, a monument of the Roman barbarity". We must forgive these "mistakes" of his, since, at the same time he personified the just causes for the return of the Parthenon marbles and the restoration of the Acropolis monuments.
The development of great excavations in Greece, starting from the last quarter of the nineteenth century, serves as a good example of the apple of discord, generated by archaeology among the European powers. It was absolutely fair and just that the Modern Greek nation wished to base its identity on and to certify its relation with its ancient past by revealing its archaeological heritage. At the same time, the rivalry of the then Great Powers created in Greece a new battle field, through the dominance and excavation of "sites-beacons", such as Delphi. Thus, in order the opponents to be surpassed, it became decisive and urgent that more and more finds to be discovered or impressive building reconstructions to be erected. These "deeds" would not only testify for the range of the work accomplished, but they would also reveal the efficiency and potency of the performer to both, friends and enemies.
The history of archaeology is in vogue today, and this rising interest is expressed in many ways: Biographies, monographs, narration, analyses etc, not to mention congresses, seminars and round tables focusing on this subject, that make it more and more successful. This new archaeological tendency affects classical archaeology as well. The return to the past is usually the opportunity for a critical examination of the works of our predecessors, as regards the choice of a reconstruction or the prejudices of a representation, which seem to the modern expert as being out-of-date. However, the history of archaeology in itself does not elude criticism. On the one hand, it is fascinating to observe its development, when theoretical archaeology, so alive between the years 1960 and 1980, is shaky and cannot easily escape anymore from the limited circle of initiates. On the other hand, it shapes a concept of archaeology that can be questioned, since it concerns the history of a profession and its characteristics, such as the exploration and investigation of a site from the first travelers who visited the area to the first scholars who excavated it. In this way, all archaeologists who are not excavators or to whom excavations are not their primary concern are excluded. Thus, authentic archaeologists remain in the shadow, their only fault being that they defended an archaeology which is not our concern or whose work, although exceptionally interesting, seems today inappropriate for exploitation Waldemar Déonna is one of them.
Landscape archaeology is finally older than it seems: The great scientific expeditions of the nineteenth century, such as the Moreas expedition, realized combined geographical and archaeological research. At the same time, it remains undeniable that the archaeology of the rural areas was developed in the 60s and 70s throughout Europe, owing much to the general consciousness that landscape and environment also belong to the cultural heritage, on equal terms with monuments.
There is a number of cases where the destruction of antiquities is performed with the consent of archaeologists or the services to which their protection has been entrusted. This contradiction has a long history. One of the factors that badly affected the issue were the building and reconstruction permits, issued on the occasion of past Olympic Games in Athens. Among the most striking examples is the restoration of the Panathenaic Stadium for the Games of 1896 and the erection of the Zappeion Mansion for the Olympia of 1874. In the first case the possibility for excavation research, which could probably clarify the earlier building phases of the edifice was sacrificed. As a result a stadium was built, the form of which did not correspond to the known architecture of antiquity. In the second case a Roman bath was permanently covered with earth, before even it was studied, and thus its total extent and its relation to the other buildings of the city remained unknown forever. In conclusion, the arguments expressed between supporters and opponents on the issue of the destruction of antiquities did not succeed to shape an effective theoretical basis for handling this problem.
The cult of the sun was spread in Thrace during the last phase of the Bronze Age. The countless schematic representations of the sun, carved on the Palaeokastro rock, in Petrota of Rodope and in Nipsa of Evros, in combination with Makrobius' information regarding the existence of a cyclical temple with a central roof opening on the Zilmissos hill, reveal the affiliation of this Dionysiac sanctuary with the cult of the sun, a deity related both with the god of vegetation and that of the kingdom of the dead. The carved tombs of Thrace, or the conchs on the mountain rocks, eastwards orientated so as to catch the beneficial sunbeams, are monuments expressing the belief of the Thracians in the immortality of the soul. In addition, they were serving as the last dwelling of kings and leaders, they symbolized the unification of the solar and chthonic cult and were centers of ritual offerings and cult. Close to Boz-tepe, just six kilometers away from the village Avantas in the Alexandroupofis province, three tombs have been carved on the east, northeast and north side of an isolated rock. The first comprises one vertical and two transverse conchs, each having a different function: the central one was purposed for the placement of the dead, the second for offerings, the third probably for offerings or libations or even for bloody sacrifices. An oblong slab was closing the entrance of the tomb neatly and tightly. Two more elongated, spacious conchs for burials have been carved on the north and northeast side of the rock; they are surrounded by smaller openings, appropriate for the placement of offerings.
From the Greek and Roman age to the Byzantine era and from the Venetian domination to the Ottoman Empire, Modon has been a commercial and military crossroads of varying importance, depending on the historic period. It reaches its climax in the years of the Venetian rule, when most of its fortifications are erected Surprising enough, the military architecture of the castle has not been dated as yet. This article puts an end to this lack and offers precious new conclusions about the fortress of Modon, which has played an important role in the history of the Mediterranean.
The analysis of the interventions (restorations, transformations etc.) performed in ancient edifices presents further difficulties, when sacred buildings are concerned, since their relation with a deity is an additional factor, which can affect the undertaking of the necessary works. This factor alone or in combination with others (political, financial etc.), but always in close relation with the practical indispensability of an intervention, has a different importance and impact in each case. When it can affect the decision for the undertaking of the work, then it sometimes has a positive influence on the works by speeding them up or a negative one, which leads to the postponement or even the cancellation of the project.
This article deals with the life and work of Ioannis Athanasiou from Lemnos, the historical island that lies across the sea from the Homeric Ilion. Ioannis Athanasiou, also known as Giovanni d’Athanasi or Yanni, was not only active as an interpreter but is mainly known as excavator of antiquities in Egypt, in the area of Thebes in particular, during the first half of the nineteenth century. In 1816 he entered the service of H. Salt, the English Consul General in Egypt, who for a number of years entrusted to the loyal Greek his excavations, mainly those around Thebes. Athanasiou discovered tombs of noblemen and kings of the Pharaonic Egypt and saw to the enrichment of his employer’s collection. Among his more important discoveries, or dicoveries in which his role was essential, are the tobs of Ramses II, in all probability Amenophis III, Ramses VII and Sethos I, as well as those of many other illustrious members of the ruling class of ancient Egypt. Athanasiou also participated in the opening of Ramses II’s tomb in Abu Sibel and in excavations around the Giza pyramids. The industrious Greek was known to all the distinguished travellers of the time as it becomes obvious from their personal diaries. Their enthusiastic references to the young Yanni is the result not only of his insight, but also of his friendliness, virtues and qualities that made him a reliable personality in the eyes of his contemporary international community in Egypt.
The building of the old Criminal Court in the Psyrri area in Athens is a rare specimen of public nineteenth-century architecture. It was erected around 1837, according to the plans of Christian Hansen, on the ruins of the post-Byzantine church of Hagia Eleousa, in order to house properly the Criminal Court in the new capital of the Greek state. The building, which has been declared conservable in 1974, is a two-storied, stone-build edifice, roofed with Byzantine tiles that lay on well-preserved and interesting in structure timber trusses. It consists of a central, higher part and two lateral, recessing ones. Its austere facades reflect the spirit of the early Neoclassicism and maintain its original decoration. The east part of the monument preserves the tripartite form of the bema of Hagia Eleousa, while the areas of the Prothesis and Diakonikon are in exceptionally good condition (hidden as they were for over 150 years behind shallow Neoclassical niches) and display pointed arches, sealed passages leading to the central part of the bema and traces of wall-paintings. Furthermore, on its west part a thick post-Byzantine wall, formed by pillars and pointed arches, is incorporated in the masonry of the Neoclassical ground floor. Thus, both monuments, the post-Byzantine and the Neoclassical, are projected, been wisely incorporated into a harmonic ensemble.
The conduct of the Olympic Games in Athens in August of 2004 is a unique opportunity for the upgrading of the urban environment of the city. In this framework, the elevation of the physiognomy of Athens, the smarting up of its contemporary building tissue and the upgrading and projection of its cultural deposits through their incorporation in the everyday function of the city-, appear as urgent priorities. Therefore, to the main cultural endeavor of the capital towards this direction belongs the recently attempted unification of the basic cultural poles of Athens, which can be reached through the historic route of the city: starting from the Ardettos Hill, it passes by the Olympeion, the Acropolis slopes, the Philopappos Hill, the Ancient and the Roman Agora, the Theseum temple and terminates to the area of the ancient cemetery of Kerameikos, the third historical square of the city, according to the original plan of the Greek capital, drawn by Kleanthis and Schaubert in 1833. It is known that the rest of Athens is characterized by a plethora of Neoclassical, Byzantine and other edifices of distinct character and works of art, an assembly of monuments that coexists with a variety of ancient historical architecture and sculpture. The elevation and projection of the aforementioned cultural elements in homogeneous groups can offer the possibility so that a wide spectrum of cultural units to be exhibited, units which will express the historical significance and the cultural tradition of the City of Democracy, Science, Art, Athletics and Civilization. There is no doubt that such a great enterprise will lead to the adoption and realization of the notion that the surrounding area of a monument or a work of art also needs the same attention as the work of art itself.
The hard reality in every pre-industrial society obliged its members to act and behave in a way, which we would regard today as inhuman, although selective sterilization or abortion are common practices in the modern Western world as well. The survival of the elderly in antiquity was depending on the possession of slaves who looked after them instead of their children. Therefore, it is not surprising that in numerous liberation inscriptions the slaves are bound to stay with their former master or an aged relative of him until the latter would die. For the members of the elite the adoption, of boys in particular, as well as the institutions of marriage between close relatives and of concubine were representing various strategies of survival.

Ελεφαντοστέινο σύμπλεγμα με δύο θεότητες και νεαρό θεό, από την Ακρόπολη των Μυκηνών, 15ος αι. π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Ο γνωστός συγγραφέας συνοψίζει εδώ τα επιχειρήματα που αναπτύσσει στην τριλογία με τίτλο Μαύρη Αθηνά: Οι αφροασιατικές ρίζες του κλασικού πολιτισμού. Ο Bernal προωθεί δύο σχήματα, το «αρχαίο» και το «άριο», για να συζητήσει την προέλευση και τη διαμόρφωση της αρχαίας Ελλάδας. Στο «άριο» πρότυπο, παραβλέποντας τη γλώσσα που ήταν προϊόν μίξης, τόσο οι ινδοευρωπαίοι εισβολείς από το Βορρά, όσο και οι αυτόχθονες εμφανίζονται «φυλετικά καθαροί», ενώ οι κατακτητές ανήκουν σε ανώτερη «ράτσα». Το «αρχαίο» πρότυπο αναγνωρίζει την Ανατολή αντί του Βορρά ως τόπο καταγωγής των αρχαίων Ελλήνων. Η Ελλάδα, όπου κατοικούσαν οι Πελασγοί και άλλες πρωτόγονες φυλές, εποικίστηκε από Αιγύπτιους και Φοίνικες και διδάχτηκε πολλά από αυτούς. Το αρχαίο πρότυπο δεν αμφισβητήθηκε ως το τέλος του 18ου αιώνα και καταστράφηκε όταν το 19ο αιώνα κυριάρχησε ο ρομαντισμός, ο ρατσισμός και η έννοια της προόδου. Ο Humboldt εφάρμοζε στα γυμνάσια και στα πανεπιστήμια της Πρωσίας μια εκπαίδευση βασισμένη στη μελέτη της ελληνικής αρχαιότητας. Στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα επικράτησε το «ευρύ άριο πρότυπο» που αποδεχόταν τη σχέση με τους Φοίνικες αλλά εξοβέλιζε τους Αιγύπτιους. Ώσπου ο αντισημιτισμός έθεσε οριστικά έξω από τη σφαίρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού τους «Σημίτες». Η κατάσταση αντιστράφηκε μετά το 1945. Σήμερα, ένα νέο σχήμα χρειάζεται, κοντά στο αρχαίο πρότυπο, που θα αναδεικνύει τα ερεθίσματα και τις επαφές στο σημείο συνάντησης Ευρώπης και Μέσης Ανατολής όπου βρίσκεται η Ελλάδα.
Η πενταμελής επιτροπή, υπεύθυνη για τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, παρουσιάζει το Κείμενο στο Κονγκρέσο. Πίνακας του J. Trumbull
Οι εμπνευστές και συντάκτες του αμερικανικού Συντάγματος, άνθρωποι με υψηλή μόρφωση, ήξεραν καλά τα συντάγματα των αρχαίων ελληνικών πόλεων, της Ρώμης και της Καρχηδόνας. Ενδιαφέρονταν για κυκλικές θεωρίες διακυβέρνησης και για την ιδέα της «μεικτής πολιτείας», δηλαδή ενός συνδυασμού δημοκρατίας και ολιγαρχίας που εκφράστηκε στα έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και τελειοποιήθηκε από τον Πολύβιο και τον Κικέρωνα. Ο John Adams πρότεινε, ως διορθωτικά μέσα, τις ενισχυμένης αξίας αρνητικές ψήφους, το διαχωρισμό των εξουσιών, τους ελέγχους και τους επανελέγχους. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στις θεωρητικές και πρακτικές πλευρές της ομοσπονδίας, εξ ου ο James Wilson ονόμασε το Αμφικτυονικό Συμβούλιο «το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών της αρχαίας Ελλάδας».
Ο Ορφέας μαγεύει τα ζώα με τη μουσική του. Ρωμαϊκό ψηφιδωτό της Αυτοκρατορίας, Αρχαιολογικό Μουσείο του Παλέρμο, Σικελία.
Ο γερμανός μουσικοσυνθέτης Carl Orff (1895-1982) ξεφεύγει από την «ευρωπαϊκή φλυαρία», όπως χαρακτηρίζει η Βιρτζίνια Γουλφ τους σύγχρονούς της καλλιτέχνες σε σύγκριση με τους αρχαίους Έλληνες. Βαθύς γνώστης της αρχαιότητας μελοποίησε την Αντιγόνη και τονΟιδίποδα τύραννο του Σοφοκλή σε μετάφραση Hölderlin και τονΠρομηθέα δεσμώτη του Αισχύλου στο πρωτότυπο. Στο σκηνικό κονσέρτοTrionfo di Afrodite ο Orff χρησιμοποιεί και πρωτότυπους στίχους της Σαπφούς και του Ευριπίδη. Τα Carmina Burana, σε συνδυασμό με τα Catulli Carmina και τον Trionfo di Afrodite στο θεατρικό τρίπτυχο τωνΘριάμβων, παραστάθηκαν με τραγούδι και χορό σε ένα λυρικό έργο με τίτλο Die Welt der Liebe. Στο τελευταίο έργο που παρουσίασε ο ίδιος, τοDe temporum fine comoedia, μελοποιεί σιβυλλικές προφητείες στα ελληνικά και επικαλείται το θεό Όνειρο ενός από τους ορφικούς ύμνους. Στο Αγνώστω θεώ η μελοποίηση γίνεται απευθείας στο αρχαίο κείμενο των δώδεκα ύμνων. Την έκδοση ετοιμάζει ο Werner Thomas. Στο άρθρο παρατίθενται στο πρωτότυπο και στη νεοελληνική μετάφραση τρεις ύμνοι, του Ονείρου, του Θανάτου και ο εις Αφροδίτην.
Αθηνά ενωμένη με το ναζιστικό έμβλημα στον Κατάλογο από την επίσημη έκθεση γερμανικής τέχνης.
Στη Γερμανία του 19ου αιώνα το κλασικό ιδεώδες που είχε εμπνεύσει έναν Βίνκελμαν ή έναν Χέγκελ μετατρέπεται σε όπλο της άρχουσας τάξης. Η ταχύρρυθμη βιομηχανική ανάπτυξη δημιουργεί εξαθλιωμένες μάζες στις οποίες η εξουσία αντιπαραθέτει μια απόλυτη και αποστασιοποιημένη αισθητική. Αυτήν θα κληρονομήσει το Γ΄ Ράιχ. Οι Γερμανοί ταυτίζονται με την αρία φυλή και τους αρχαίους Έλληνες - οι Ναζί ειδικά με τους Δωριείς. Στην τέχνη επιλέγεται για τον άντρα το αθλητικό γυμνό που ενσαρκώνει την απρόσωπη αξία του «παναθλητή». Στην παράδοση των Maillol και Hildebrand τοποθετούνται οι εθνικοσοσιαλιστές γλύπτες Kolbe, Klimsch και Scheibe, τους οποίους θα ακολουθήσουν οι κατεξοχήν ενσαρκωτές της ναζιστικής ιδεολογίας Josef Thorak και Arno Breker. Η απολυτότητα των αντρικών μορφών έρχεται σε αντίθεση με μια πληθώρα γυναικείων μορφών που υποδηλώνουν σχετικότητα και παθητικότητα. Η καλύτερη απόδοση της σχέσης άντρα και γυναίκας στη ναζιστική τέχνη είναι η «Κρίση του Πάρη» του Ivo Saliger. Οι μοντέρνοι πειραματισμοί, εξπρεσιονισμός, ντανταϊσμός κ.ά., θεωρούνται «εκφυλισμένη τέχνη». Μια τέχνη εξ ολοκλήρου ηθογραφική επανέρχεται.
Τη σχέση του ανθρώπου με την κοινότητα αναλαμβάνει να καθορίσει η αρχιτεκτονική. Τα δημόσια κτήρια εφαρμόζουν έναν χοντροκομμένο κλασικισμό επιδιώκοντας να είναι γιγάντια, ορθογώνια, συμπαγή, απέριττα, φτιαγμένα από φυσικά υλικά και με μια επαναληπτική ομοιομορφία στις όψεις χάρη κυρίως σε δωρικές κιονοστοιχίες. Ο δωρικός κίονας γίνεται το σώμα του πολεμιστή και η κιονοστοιχία είναι η κοινότητα στην οποία αυτός εντάσσεται. Όπως και σε κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς, η κατάλυση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας με το πέρασμα από τη διαφορά στην ομοιομορφία είναι πρωταρχικό μέλημα του ναζισμού.
Γιγαντιαία ντοματάκια στριμώχνουν στη γωνία ένα μικρό και ασήμαντο Δημόκριτο.
Μια διαφήμιση που αξιοποιεί την αρχαιότητα προϋποθέτει την αρχαιογνωσία του καταναλωτικού κοινού. Στην Ελλάδα, το σαρωτικό κύμα τουρισμού από τη δεκαετία του 1960 προκάλεσε μια «ψευδοπαλινόρθωση» της αρχαιότητας. Δύο διαφορές διακρίνουν τις ξένες από τις εγχώριες διαφημιστικές εφαρμογές. Οι ξένες διαφημίσεις έχουν «δραστικό» χαρακτήρα προβάλλοντας πρόσκαιρα ένα προϊόν, ενώ στις ελληνικές υπερτερεί η «στατική» διαφήμιση που χρησιμοποιεί ένα αρχαίο θέμα ως «σήμα κατατεθέν». Επίσης, οι ξένοι επαναλαμβάνουν έναν περιορισμένο αριθμό μοτίβων που έχουν δανειστεί από την αρχιτεκτονική και τη γλυπτική. Η ελληνική αγορά αντιπαραθέτει μια τεράστια ποσότητα αρχαιότητας με παραστάσεις μυθολογικές και άλλες, ετερόκλητες. Από την αρχιτεκτονική, ο Παρθενώνας γίνεται το πιο «πολυφορεμένο» διαφημιστικό σκηνικό. Ωστόσο, κίονας και κιονωτή πρόσοψη οφείλουν τη μεγάλη διαφημιστική τους εμβέλεια στο Νεοκλασικισμό.
Η Αφροδίτη της Μήλου μεταμορφώνεται σε περιζήτητο «φωτομοντέλο». Για την αμείωτη σαγήνη που ασκεί στο ομαδικό ασυνείδητο, δεν είναι αμέτοχοι οι υπερρεαλιστές: Dali, Man Ray, Breton, Eluard. Η διαφημιστική κατάχρηση θα δημιουργήσει μια «αντι-Αφροδίτη» που θέλει να χάσει τα περιττά της κιλά.
Από τα αντρικά αγάλματα, ο Δισκοβόλος του Μύρωνα και ο Ερμής του Πραξιτέλη εκπροσωπούν το κλασικό ιδεώδες. Μια πιο στιβαρή αρρενωπότητα εκφράζει ο Ποσειδώνας του Αρτεμισίου. Από το διαφημιστικό πανηγύρι δεν λείπουν ο Ηνίοχος των Δελφών ή ο παις του Κριτίου. Τα πλοκάμια της διαφήμισης απλώνονται και προς τα αρχαϊκά χρόνια αρπάζοντας έναν Κούρο αλλά και τον Αντίνοο της ύστερης αρχαιότητας που διακοσμεί μια αφίσα της Αίγλης του Ζαππείου. Το φαινόμενο χρειάζεται να μελετηθεί εμβριθέστερα σε σχέση με την ιχνηλάτηση του παρελθόντος μέσα στο παρόν.
Θέα στο λιμάνι του Πειραιά μέσα από νεοκλασικό σπίτι. Από την Ηλέκτρα του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Αντουάν Βιτέζ, Παρίσι 1986.
Μια «πλήρης» μεταφραστική πρακτική όπως αυτή που εφαρμόζουν στον Οιδίποδα τυράννο η Μαγιότ Μπολάκ και ο Ζαν Μπολάκ στηρίζει σήμερα πολλές παραστάσεις: την παράσταση της Ορέστειας του Πέτερ Στάιν από την Σάουμπύνε και τις «αναγνώσεις» της Αντιγόνης στη Γερμανία και τη Γαλλία με σκηνοθετημένη τη γλώσσα του Χαίλντερλιν. Ο Αντουάν Βιτέζ αποκτά πρόσβαση στην αρχαιότητα μέσω του μύθου της νεότερης Ελλάδας: Στην Ηλέκτρα του 1971, ο Βιτέζ δημιουργεί παρενθέσεις με στίχους του Ρίτσου και, το 1986, το ανέβασμά του διαποτίζεται από μια νεοελληνική αίσθηση.
Στο πλαίσιο της χρήσης ενός αρχέτυπου μύθου λειτουργεί η μορφή της Αντιγόνης στο Ρομανσέρο του Οιδίποδα και στο Ευαγγέλιο του Οξύρινχουπου ανέβασε ο Εουζένιο Μπάρμπα. Η έμφαση στο θεατρικό δρώμενο θεμελιώνει το ανέβασμα από τον Λη Μπρούερ του Γκόσπελ επί Κολωνώ, όπου το λίγο κείμενο αποδίδεται σαν ορατόριο με ψαλμωδίες των Μαύρων της Αμερικής. Συγκλονιστική ήταν και η σκηνοθετική πρόταση για τον Αίαντα του Σοφοκλή που ανέβασε ο Πήτερ Σέλαρς στην Ουάσινγκτον το 1986. Ο Συλβαδόρ Τάβορα, δημιουργώντας μια αντιστοιχία ανάμεσα στις βακχικές τελετές και τις ανδαλουσιανές αγροτικές γιορτές, εμφανίζει την ιέρεια του φλαμένκο, Μανοέλα Βάργκας, στο ρόλο της Αγαύης.
Το παλίμψηστο των μύθων ομαδοποιεί παραστάσεις όπως ο Οιδίπους τύραννος του Γύργκεν Γκος, η Μήδεια του Αλεξάντερ Λανγκ, ακόμη και ηΆλκηστις του Μπομπ Ουίλσον, μικτό θέαμα που παρατάσσεται επί σκηνής με την Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ και την ιαπωνική φάρσα Κυογκέν, τον Παγιδευτή πουλιών στην κόλαση.
Χορός της Κρήτης. Χαλκογραφία επιχρωματισμένη από την έκδοση του Robustiano Gironi, Il costume dei Greci, Μιλάνο, 1819-1824.
Στις εικόνες που χαράσσονται από τα τέλη του 15ου αιώνα ως την Ελληνική Επανάσταση, η αποτύπωση του χώρου «πάσχει» αρχικά από αναχρονισμό και έλλειψη αξιοπιστίας. Στο β΄μισό του 17ου αιώνα οι ευρωπαίοι ταξιδιώτες απαιτούν από τις εικόνες έγκυρη πληροφόρηση. Ωστόσο, τα ρεαλιστικά στοιχεία στην Αθήνα προβάλλονται σε ένα σκηνογραφικό πλαίσιο που επιβιώνει και στον αιώνα του Διαφωτισμού.
Στον 18ο αιώνα ζωγράφοι και αρχιτέκτονες έρχονται για να αποτυπώσουν με επιστημονική εγκυρότητα τα μνημεία της Αθήνας. Όμως, το ρομαντικό φίλτρο της αρχαιολατρείας οδηγεί σε ωραιοποιήσεις, εμπνέεται από τη «ζωγραφική των ερειπίων» και αποδίδει μελαγχολικά την ιδέα της αδυσώπητης δράσης του χρόνου. Ρομαντικό προανάκρουσμα είναι και η διείσδυση ενός ειδυλλιακού φυσικού τοπίου. Στρεφόμενοι και προς το παρόν της Ελλάδας, οι ευρωπαίοι περιηγητές αρχίζουν να παρατηρούν τους κατοίκους. Στις πρώιμες περιηγητικές εκδόσεις οι κάτοικοι είναι φιγούρες που επιτρέπουν απλά την αποτύπωση μιας φορεσιάς. Από τους ταξιδιώτες, ιδίως οι Γάλλοι υπήρξαν ευάλωτοι στην εξωτική γοητεία των ανατολίτικων ενδυμασιών. Στο β΄μισό του 18ου αιώνα οι άνθρωποι εμφανίζονται ενταγμένοι στο περιβάλλον τους, αν και η αισθητική του Rococo τείνει να τους εξωραΐσει. Οι Νεοέλληνες είναι βέβαια ιδωμένοι σε σχέση με την αρχαιότητα μέσα στη διαχρονικότητα που αναζητεί η Ευρώπη. Η διάσταση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν αποτέλεσε έμμονη ιδέα στην περιηγητική φιλολογία του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα.
Στις αρχές του 19ου η πνευματική ζωή στην Ευρώπη και η ευαισθητοποίηση των Ευρωπαίων για τους σκλαβωμένους Έλληνες έστειλαν πολλούς ταξιδιώτες στην Ελλάδα που συνόδευσαν το γνήσιο ενδιαφέρον τους με μια πιο διεισδυτική ματιά.
Leo von Klenze, Τα προπύλαια του Μονάχου, 1848.
Το κίνημα του Διαφωτισμού σαρώνει την Ευρώπη στις αρχές του 18ου αιώνα. Παιδί του είναι η Εγκυκλοπαίδεια που οργάνωσαν οι Ντ' Αλαμπέρ και Ντιντερό. Η Ευρώπη του ancien régime και του ροκοκό υποχωρεί για να αναδυθεί η απλότητα και αγνότητα που κηρύσσει ο Ρουσώ. Στην αρχιτεκτονική, όλη η Ευρώπη επιδιώκει πλήρη κάθαρση. Ανάλογες κινήσεις εξαγνισμού σημειώνονται στη μουσική και τη λογοτεχνία. Κοινό ερώτημα όλων είναι: ποιος δρόμος οδηγεί στο «αληθινό στυλ»; Η μίμηση της αρχαιότητας, απαντά ο γερμανός αρχαιολόγος J. Winckelmann στα μέσα του 18ου αιώνα.
Ο κλασικισμός στην Ευρώπη είχε παλαιές ρίζες. Στην Ιταλία ανάγονται στην αναγέννηση του 15ου αιώνα. Στην Αγγλία εντοπίζονται στην παράδοση του Picturesque. Εδώ, η επιστροφή στους κανόνες του Βιτρούβιου, του Παλλάντιου και του Inigo Jones φέρνουν στην αρχιτεκτονική ένα στυλ αγνό και φυσικό. Στη Γαλλία ο θεωρητικός της αρχιτεκτονικής Soufflot θεωρεί την αναβίωση του grand siècle επιστροφή στο «κλασικό».
Στις αρχές του 18ου αιώνα τίθεται θέμα αυτοψίας. Από το 1720, η Βασιλική Ακαδημία Αρχιτεκτονικής στη Γαλλία θεσμοθετεί υποτροφίες για τη μελέτη των αρχαιοτήτων στη Ρώμη και την Ιταλία. Όταν οι αρχαιολόγοι αποκαλύπτουν το Ηράκλειο, την Πομπηία και την Ποσειδωνία (1730-1750), η Ευρώπη ανακαλύπτει τον πολιτισμό της Μεγάλης Ελλάδας. Η επέκταση του Grand Tour προς την Ελλάδα και τα παράλια της Μ. Ασίας θεσμοποιείται χάρη στη δημοσίευση από τον Βίνκελμαν του έργου του για τη μίμηση της αρχαίας ελληνικής τέχνης και την αποστολή των Άγγλων Dilettanti Stuart και Revett στην Ελλάδα που θα αποφέρει τις πρώτες σωστές αποτυπώσεις μνημείων. Τον Βίνκελμαν αντικρούει ο βενετός αρχιτέκτονας Piranesi που προπαγανδίζει την υπεροχή της ρωμαϊκής έναντι της αρχαίας ελληνικής τέχνης, εγκαινιάζοντας τη «μάχη των στυλ» στην Ευρώπη.
Στην αναζήτηση του «νέου στυλ», η φιλοσοφία του ρασιοναλισμού κηρύσσει την επιστροφή στη φύση. Ο γάλλος θεωρητικός της αρχιτεκτονικής Laugier, θεωρώντας την πρωτόγονη καλύβα του Βιτρούβιου με τους κορμούς και τη δικλινή στέγη την «ουσία της αρχιτεκτονικής» (1753), παραπέμπει στον δωρικό ρυθμό. Οι γάλλοι ρασιοναλιστές αρχιτέκτονες στα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης (Boullée, Ledoux) εμπνέονται και από τις απλές γεωμετρικές κατασκευές του Καρτέσιου προκειμένου να αποδώσουν το «φυσικό», το γνήσιο. Στην Αγγλία του 19ου αιώνα, ο κλασικισμός παίρνει το προβάδισμα. Ωστόσο, οι αρχιτέκτονες Wilkins και Smirke, καθώς προσαρμόζουν διάφορα στυλ στις λειτουργίες των κτιρίων, προσδίδουν στην αρχιτεκτονική τους εκλεκτικιστική χροιά. Διαφορετική χρήση του αρχαιοελληνικού προτύπου θα κάνει ο Cockerell, διαπρύσιος υπερασπιστής του. Στη Γερμανία, οι πρώσοι αρχιτέκτονες Genz και Gilly επιδιώκουν να αναπτύξουν ένα εθνικό στυλ. Ο Schinkel θα γίνει ο κυριότερος εκπρόσωπος του κλασικισμού. Το σχέδιό του για την ανέγερση των ανακτόρων του Όθωνα στο βράχο της Ακρόπολης ευτυχώς δεν υλοποιήθηκε. Ο Βαυαρός von Klenze, σχεδιαστής της Γλυπτοθήκης του Μονάχου, είναι εκείνος που θα ασκήσει επιρροή στη νεοσύστατη ελληνική πρωτεύουσα.
Ροντέν, Δαναΐς, μάρμαρο, 1885. Μουσείο Ροντέν, Παρίσι.
«Είμαι η γέφυρα που ενώνει δύο όχθες, το παρόν και το παρελθόν … Πορεύομαι ως την πιο βαθιά αρχαιότητα … γιατί η αρχαιότητα είναι η μεταμόρφωση του παρελθόντος σε ένα αιώνιο παρόν».
Μπουρντέλ, Πηνελόπη, 1907, χαλκός, 0,61μ. Επανερμηνεία του ελληνιστικού τύπου της «Αιδουμένης».
Αντίθετα από το δάσκαλό του Ροντέν που θαύμαζε τον Φειδία, ο Αντουάν Μπουρντέλ (1861-1929) στράφηκε προς τον «οργανωμένο σάλο» της Ολυμπίας και την αρχαϊκή τέχνη. Ήταν από τους πρώτους που διακήρυξαν, ήδη το 1905, την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα.
Βίλλεμ ντε Κούνιγκ, Γυναίκα, 1951. Η εξπρεσιονιστική παραμόρφωση επιτίθεται προκλητικά στο κλασικό κάλλος της ανθρώπινης μορφής.
Η απόλυτη εμπιστοσύνη στο παρόν και το μέλλον, θεμέλιο της ιδέας του μοντέρνου, θεωρητικά υποβαθμίζει ή καταργεί τη σχέση με το παρελθόν. Στο επίπεδο των καλλιτεχνικών μορφών η ρήξη με την αρχαία παράδοση, στην οποία ο Νεοκλασικισμός είχε προσδώσει μια ακαδημαϊκή συμβατικότητα, ήταν επίσημη και τυπική. Η ουσιαστική όμως ρήξη έγινε στο επίπεδο της λειτουργίας των έργων, με την αναζήτηση ενός νέου ρόλου για την τέχνη στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ωστόσο, στο έργο του Σεζάν, «πατέρα της μοντέρνας τέχνης», ανιχνεύεται ο στόχος μιας πνευματικά ελεγχόμενης αρμονίας με βάση την οπτική εμπειρία της φύσης, εκπληκτικά όμοιος με εκείνον της αρχαιοελληνικής κλασικής τέχνης. Η αντιφατική σχέση του μοντέρνου ανθρώπου με το παρελθόν αποκαλύπτεται στο θεσμό του μουσείου. Αν «η τέχνη είναι κάτι παρελθόν», όπως έγραφε ο Χέγκελ, το μουσείο είναι παρόν και έχει μέλλον.
Το μένος των Φουτουριστών, Ντανταϊστών, Σουρεαλιστών κ.ά. κατά της αρχαιότητας εκφράζει τη χειραφέτησή τους από την κλασική αισθητική του μέτρου και την περιγραφική, ανθρωπομορφική αναπαράσταση. Τρία σημεία συγκεντρώνουν τις περισσότερες επιθέσεις: η μιμητική αναπαράσταση της φύσης, η κλασική αισθητική της εύρυθμης ισορροπίας και το δέος που συνήθως εμπνέουν τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα της αρχαιότητας.
Όμως οι επιστήμες του 20ού αιώνα, κυρίως η ανθρωπολογία, διεύρυναν την έννοια της «αρχαιότητας» και οι νεοφερμένοι πολιτισμοί εισήγαγαν αντι-κλασικές εικαστικές προτάσεις. Συγχρόνως, η Μυθολογία γίνεται αντικείμενο μελέτης και δεξαμενή αρχετύπων. Ο πυρετός της ενημέρωσης, η διαδρομή: έρευνα-μουσείο-μαζικά μέσα φέρνει στην ίδια μοίρα τις εικόνες του παρελθόντος και του παρόντος. Η σύγχρονη τέχνη συντροφικά συνδιαλέγεται με την αρχαιότητα των μουσείων, του τουρισμού, ακόμα και της ακαδημαϊκής τέχνης.
Robert Stern, σχέδιο για περίπτερο στη Forum Design Exhibition, Lin, 1980.
Από την πρώιμη Αναγέννηση ως τον ύστερο Νεοκλασικισμό, η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική δεν έπαψε να «παίζει» με μορφολογικά στοιχεία και ρυθμολογικούς τρόπους της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής. Στα τέλη του 19ου αιώνα όμως, οι αρχιτέκτονες της Νέας Τέχνης διακήρυξαν την απεξάρτησή τους από τους ιστορικούς ρυθμούς.
Ωστόσο, θρεμμένοι καθώς ήταν με τα διδάγματα του ρομαντικού και του ρασιοναλιστικού νεοκλασικισμού, όσοι δεν οπισθοδρόμησαν σε κλασικίζουσες εκφράσεις επιχείρησαν να συμβιβάσουν το αίτημα της νεωτερικότητας με μια πιο αφηρημένη εκδοχή του κλασικού. Ο Henry van de Velde, o Hector Guimard δηλώνουν ότι οι αναζητήσεις τους εμπνέονται από την ελληνική αρχαιότητα. Ο Adolf Loos δεν έπαψε να διακατέχεται από την έμμονη ιδέα του δωρικού κίονα. Η χρήση που έκανε αυτού «του εύγλωττου σημείου νοσταλγίας για αυστηρότητα» ο ίδιος, όπως και ο Peter Behrens και ο νεαρός Mies van der Rohe, οδήγησε τον R. Banham στην εύστοχη παρατήρηση ότι «στις γερμανόφωνες χώρες της Ευρώπης, η νέα αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα γεννήθηκε κάτω από τον αστερισμό του Δωρικού Κίονα».
Οι θεωρητικές επικλήσεις του αρχαίου πνεύματος θα πυκνώσουν στη διάρκεια της ηρωικής περιόδου του Μοντέρνου Κινήματος. Ο J.J.P. Oud, λόγου χάρη, επιθυμεί έναν «ανιστόρητο κλασικισμό» αλλά ανατρέχει και στη θεωρία των αρμονικών αναλογιών.
Οι θεωρίες αυτές βρήκαν τον πιο εύγλωττο εκφραστή τους στο πρόσωπο του Le Corbusier. Αν και οργίζεται με την ανάγκη που νιώθει να υποκλιθεί μπροστά στον Παρθενώνα, ο Le Corbusier θα παραμείνει σε όλη του τη ζωή σαγηνευμένος από το «δωρικό ήθος». Στις βυζαντινές εκκλησίες αναγνώρισε την αίσθηση των αναλογιών και τη μαθηματική χάρη, στα σπίτια των Κυκλάδων την αρμονία και την ανθρώπινη κλίμακα.
Ο ιταλικός φασισμός, ο γερμανικός ναζισμός και ο σοβιετικός σταλινισμός με σύνθημα το «δικαίωμα του λαού στους κίονες», έφεραν έναν ψευδομνημειακό εκλεκτισμό στα όρια του κιτς. Σε αυτή τη χρήση της κλασικής παράδοσης από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα οφείλεται εν μέρει η αποστασιοποίηση της μεταπολεμικής Ευρώπης. Αντίθετα στις ΗΠΑ, η κλασική παράδοση σύντομα επανεμφανίζεται.
Μέσα στην ποικιλία των τάσεων της μεταμοντέρνας αρχιτεκτονικής, οι σχέσεις με την αρχαία Ελλάδα είναι λαβυρινθώδεις. Ο ριζοσπαστικός εκλεκτικισμός των ΗΠΑ (Charles Moore, Robert Venturi, Robert Stern) χειρίζεται τους κλασικούς ρυθμούς ως πρόχειρα στερεότυπα, ιδανικά για εντυπωσιακές μεταμφιέσεις. Για τον ευρωπαϊκό νεορασιοναλιστικό φονταμενταλισμό (Aldo Rossi, Leon Krier), οι κλασικοί ρυθμοί είναι τα αρχετυπικά παραδείγματα για έναν κλασικισμό που νοείται ως ήθος και όχι ως ύφος. Και στις δύο περιπτώσεις, η ιστορικότητα που εξόρισε ο μοντερνισμός επαναπροσδιορίζει τη σύγχρονη προβληματική. Στο βάθος λάμπει σταθερά η αρχαία Ελλάδα.
Καρέκλα «Trafalgar», 1805. Βασισμένη στη δομή της αρχαίας καρέκλας «κλισμός» (Λονδίνο, Μουσείο Victoria and Albert).
Στη Δυτική Ευρώπη της βασιλείας του Καρλομάγνου, ο «θρόνος του Νταγκομπέρ» είναι ένα επιβλητικό, πτυσσόμενο σκαμνί με ρίζες στον αρχαίο δίφρο. Στη γοτθική τεχνοτροπία (12ος-14ος αιώνας), οι μορφές συγγενεύουν προς τις κλασικές χωρίς όμως να πετυχαίνουν την κλασική αντίληψη της ενότητας και της καθυπόταξης των δευτερευόντων στοιχείων. Στα μέσα του νατουραλιστικού 15ου αιώνα στην Ιταλία, τα έπιπλα συνδυάζουν τον κλασικό κανόνα των αναλογιών και την προσαρμογή στη φυσική εμπειρία, υπογραμμίζουν όμως επισημότητα και ισχύ. Στον μανιερισμό του 16ου αιώνα η αρμονία και η κανονικότητα διακόπτονται. Την εποχή του μπαρόκ, το έπιπλο σχεδιάζεται περισσότερο για την έκθεση παρά για τη χρήση. Η ρευστή ασυμμετρία του ροκοκό αποτυπώνεται και στα έπιπλα. Τα έπιπλα γνωστά ως στυλ «Λουδοβίκου 16ου» στη Γαλλία και ως «στυλ Άνταμ» στην Αγγλία εκφράζουν το πνεύμα του νεοκλασικισμού. Στην Αγγλία, κύριος εκφραστής του νεοκλασικισμού ήταν ο Ρόμπερτ Άνταμ που εμπνεύσθηκε από ρωμαϊκά πρότυπα. Νεοκλασικισμός και ρομαντισμός συνυπάρχουν στο ναπολεόντειο στυλ empire. Στην περίοδο της Αντιβασιλείας στην Αγγλία, τα έπιπλα συνδύαζαν δύο ή περισσότερα στυλ. Ο αρχαιολάτρης Τόμας Χοπ προσπάθησε να συγκεράσει τα αρχαία έπιπλα με τις σύγχρονες απαιτήσεις. Επανεμφανίζεται ο κλισμός στην παραλλαγή της καρέκλας Trafalgar. Η οικειοποίηση της αρχαιότητας είναι κυρίως οπτική. Τα έπιπλα Biedermeier στην Αυστρία και τη Γερμανία συνδυάζουν το λιτό κλασικό πρότυπο με τον φορτωμένο διάκοσμο του empire. Τον 19ο αιώνα, συντελείται το πέρασμα από τη βιοτεχνία στη βιομηχανία. Εμφανίζεται ο μεταρρυθμιστής Ουίλιαμ Μόρις. Δημιουργούνται έτσι οι αρχές του σχεδιασμού που εκφράστηκαν από ομάδες όπως η γερμανική Werkbund. Τις ιδέες της εξάπλωσε σε όλο τον κόσμο το Bauhaus.
Σάντρο Μποτιτσέλι, Η Γέννηση της Αφροδίτης, 1486, Ουφίτσι, Φλωρεντία.
Σε προδημοσίευση από το βιβλίο της Εισαγωγή στην τέχνη της ιταλικής Αναγέννησης, η συγγραφέας σχολιάζει τις δυο πρώτες περιόδους, την Πρωτοαναγέννηση ή Trecento (14ος αιώνας) και την Πρώιμη Αναγέννηση ή Quattrocento (15ος αιώνας). Η Αναγέννηση διάλεξε για παρελθόν της την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Πρόδρομος της Αρχαιολογίας θεωρείται ο Κυριακός της Αγκώνας, που επέδρασε σε συγγραφείς και καλλιτέχνες όπως ο μοναχός Φραντσέσκο Κολόννα από το Τρεβίζο (1433-1527), φερόμενος ως συγγραφέας της Υπνερωτομαχίας του Πολύφιλου, ερωτικής και «αρχαιολογικής» μυθιστορίας. Στην Πάδουα, ο Φελίτσε Φελιτσιάνο και ο Τζοβάνι Μαρκανόβα συνεχίζουν το έργο του Κυριακού. Ο φίλος τους Μαντένια οφείλει τον αρχαιολογικό του φανατισμό στον δάσκαλό του Σκουαρτσιόνε. Αντίθετα από την αρχαιολογική αναβίωση της αρχαιότητας στη βόρεια Ιταλία, στη Ρώμη η επανασύνδεση με το αρχαίο πνεύμα τον καιρό του Ραφαήλου και του Μιχαηλάγγελου είναι βαθύτερη και πιο οργανική. Στη Φλωρεντία, η αρχαιότητα που συνομιλεί με τη φιλοσοφία δίνει στην τέχνη πνευματικότερο χαρακτήρα. Στο δεύτερο μισό του Κουατροτσέντο το πάθος για τα ερείπια έχει καταλάβει σαν επιδημία όλη την Ιταλία. Στη Ρώμη μια σειρά από ουμανιστές πάπες επιδίδονται σε αναστηλωτικό έργο. Η αρχαιολογική έρευνα φέρνει στο φως τον Κορμό Μπελβεντέρε, τον Λαοκόοντα, ενώ το ανάκτορο του Μπελβεντέρε διαμορφώνεται για να στεγάσει τους θησαυρούς του Βατικανού.
Υπακούοντας στο σύνθημα του Βοκκάκιου, ο Τζότο (1266;-1337) αναδεικνύεται σε σύμβολο της επιστροφής στη φύση, όπως και ο Μαζάτσιο (1401-1428). Το αντι-σύνθημα του Πετράρχη «επιστροφή στους κλασικούς» βρίσκει γόνιμο έδαφος στη γλυπτική και την αρχιτεκτονική. Η φαινομενική αντινομία ανάμεσα στη μίμηση της φύσης και την έμπνευση από κλασικά πρότυπα αίρεται στην Κλασική Αναγέννηση.
Προσωπογραφία του Μιαούλη, επιχρωματισμένη λιθογραφία του Senefelder (1826) από σχέδιο εκ του φυσικού του Boggi.
Είναι όλα τα παλαιά χαρακτικά αναξιόπιστα; Οι εικόνες των εκδόσεων του περιηγητή Breydenbach (1486) δεν είναι, τον συνόδευε όμως ο ζωγράφος Reuwich. Σχετικά σωστή θεωρείται και η εικονογράφηση των περιηγήσεων του Nicolay (1568). Πρόκειται όμως για εξαιρέσεις. Το ενδιαφέρον του κοινού για την πιστότητα των σχεδίων ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα, θα υποχρεώσει τον de Bruyn ή Le Brun (1698) να προσκομίσει πιστοποιητικά από μάρτυρες που τον είδαν να ζωγραφίζει επί τόπου.
Συχνά τα σχέδια εκ του φυσικού γίνονταν βιαστικά: η απεικόνιση προσώπου δεν ήταν ευπρόσδεκτη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι τουρκικές αρχές υποψιάζονταν τους σχεδιαστές μνημείων για κατασκόπους.
Ο περιηγητής έδινε το σκίτσο του σε επαγγελματία ζωγράφο που το βελτίωνε, αφαιρώντας πραγματικά στοιχεία ή προσθέτοντας φανταστικά. Καθοριστικός ήταν ο ρόλος του χαράκτη που άλλαζε ό,τι δεν άρεσε στον ίδιο ή στον εκδότη. Ο επιχρωματισμός των χαρακτικών γινόταν στην τύχη. Λίγοι καλλιτέχνες φρόντιζαν, όπως ο Edward Lear, να σημειώνουν επί τόπου τις αποχρώσεις του τοπίου που σκιτσάριζαν.
Το 1749 ο ζωγράφος Richard Dalton σχεδιάζει πιστά τον Παρθενώνα αφαιρώντας όμως τα σπίτια που τον περιέβαλλαν και το τζαμί στο εσωτερικό του. Λίγο αργότερα, ο Julien David Le Roy παρουσιάζει μια εντυπωσιακή χαλκογραφία του Θησείου αλλά με μερικούς πρόσθετους κίονες. Όσο για τις προσωπογραφίες, λέγεται ότι οι αγωνιστές του '21 γελούσαν βλέποντας τις εικόνες τους σε φιλελληνικές εκδόσεις της εποχής.
Ο ερευνητής σήμερα οφείλει να επιδοθεί σε συστηματική έρευνα στους καταλόγους μεγάλων βιβλιοθηκών και μουσείων, να ψάξει σε ιδιωτικές συλλογές και να παρακολουθεί εκθέσεις και δημοπρασίες του εξωτερικού και τους καταλόγους τους.
Πήλινο ειδώλιο καθιστού άντρα. Τα πόδια του ταυτίζονται με τα μπροστινά πόδια του καθίσματος. Νεολιθική περίοδος, Σέσκλο.
Ανάλογα με τη μορφή και τη χρήση τους, οι κατασκευές επίπλων κατανέμονται σε κατηγορίες. Ο θρόνος, επιβλητικό κάθισμα με ή χωρίς ερεισίνωτο, συχνά χωρίς ερεισίχερα, χρησιμοποιείται από θεούς, βασιλείς και ήρωες. Ο κλισμός, καθαρά ελληνική δημιουργία, προέρχεται από το θρόνο με τα κυρτά πόδια, έχει κυρτό ερεισίνωτο χωρίς ερεισίχερα. Ο δίφρος (σκαμνί), άλλοτε σταθερή κατασκευή και άλλοτε πτυσσόμενη, χρησιμοποιείτο κυρίως από το λαό. Η κλίνη - ανάκλιντρον χρησιμοποιείται για ύπνο, γευματισμό και αποτελεί το βασικό έπιπλο για τα συμπόσια, όπου μια κλίνη φιλοξενούσε συγχρόνως δύο με τρία άτομα. Το τραπέζι παρουσιάζει λιγότερους τύπους από τα καθίσματα και τις κλίνες. Σε κάθε σπίτι υπήρχε το αποθηκευτικό έπιπλο κασέλα ή σεντούκι.
Εγκαταστάσεις της Βρετανικής Σχολής Αθηνών.
Το 1886, ύστερα από πρόσκληση του μετέπειτα βασιλιά Εδουάρδου Ζ΄, άγγλοι επιστήμονες ίδρυσαν την Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή με σχέδια του πρώτου της διευθυντή F.C. Penrose, σε οικόπεδο στην οδό Σουηδίας 52 που τους παραχώρησε η ελληνική κυβέρνηση. Η Σχολή δημοσιεύει ετήσια το Annual of the British School at Athens και τα Supplementary Volumes όπου περιέχονται οι κυριότερες ανασκαφές και οι μονογραφίες. Σε πέντε σημεία επικεντρώθηκε η ανασκαφική έρευνα της Σχολής κατά το 1987:
α. Στην Ήπειρο, στο φαράγγι του Βίκου Κλίθι,
β. Στο εσωτερικό των ανακτόρων της Κνωσού (Sinclair Hood),
γ. στο Παλαιόκαστρο, στα ανατολικά παράλια της Κρήτης,
δ. στην Κεντρική Μακεδονία, στην τούμπα Ασσίρου (K. Wardle),
ε. στην Κύπρο.
Το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο στις Συρακούσες.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
Το φθινόπωρο του 1989 στην Αθήνα θα γίνει στην Αθήνα το 1ο Συμπόσιο Αρχαιομετρίας με θέμα «Σύνδεση Αρχαιομετρίας και Αρχαιολογίας» - Πρόσφατα εγκαταστάθηκε στο Δημόκριτο το πρώτο πλήρες εργαστήριο χρονολόγησης με C-14 στην Ελλάδα - Στο 6ο Διεθνές Συνέδριο Προϊστορικού Αιγαίου (Αθήνα 1987) ανακοινώθηκαν τα πρώτα αποτελέσματα δειγματοληπτικής χημικής και ισοτοπικής ανάλυσης μυκηναϊκών χάλκινων αντικειμένων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου
In the summer of 1982, an interesting debate took place in the pages of the New York Review of Books. Four years earlier, the Palestinian literary critic and historian Edward Said had published Orientalism, in which he challenged the objectivity of European studies of the "East". Said argued that far from being shaped by disinterested scholarship, Orientalism was largely a self referential system that had developed in conjunction with Western Imperialism, for which it served important functions. The publication caused a furor among the orthodox and, in June 1982, there came the official response. Writing in the New York Review of Books, the eminent historian of the Middle East Bernard Lewis counterattacked. Lewis used the tactic of reductio ad absurdum. He put forward a hypothetical situation in which modern Greeks objected to what they saw as the biases of classical scholarship and therefore sought to overthrow it. He proposed this as analogous to modern Arab malcontents denying the scholarly objectivity of orientalism. Thus the latter charge was clearly ridiculous. In his response to Lewis in the New York Review of Books of the 12th of August, Said argued that there was no comparison between the pure scholarship of the classicists and the use of orientalism as a handmaid of imperialism. He contrasted the great, liberal German Hellenist Wilamowitz-Moellendorf and the "orientalist"- Professor Milsom, then Israeli governor of the West Bank. Thus, despite their fundamental opposition to each other on almost every other issue, both Lewis and Said were agreed on the fundamental point that the discipline of classics was the epitome of disinterested, objective scholarship. My recently published book The Fabrication of Ancient Greece 1785-1985, which is the first volume of a trilogy called "Black Athena: The Afroasiatic Roots of Classical Civilisation" is an attempt to challenge this assumption. In it, I argue that far from being detached and peripheral, the German academic discipline of Altertumswissenschaft, transposed into England as "Classics", has been central to Northern European culture in the 19th and 20th centuries and that it has usually been highly "political". Classics has incorporated social and cultural patterns in society as a whole and has reflected them back, to provide powerful support for the notion of Europe's possessing a categorical superiority over all other continents, which in turn justifies imperialism or neo-colonialism as missions civilitrices.
The highly educated men who conceived and wrote the American Constitution, were well acquainted with the constitutions of the cities of ancient Greece, Rome and Carthage. They were interested in circular theories of government and in the ideal of a diverse state, namely a combined democracy and oligarchy as expressed in the works of Plato and Aristotle and perfected by Polybius and Cicero. As a compromise to the above, John Adams recommended negative votes of a confirming importance, the division of power and repeated auditing. Special attention was given to the theoretical and practical aspects of the Confederacy, resulting in James Wilton’s calling the Amphictyonian Council a “Congress of the United States of Ancient Greece”.
The German composer Carl Orff (1895-1982) avoids “European loquacity”, a trait attributed to her contemporaries by Virginia Woolf who was comparing them to the ancient Greeks. Being knowledgeable in matters of ancient Greek culture, Orff set to music the Sophoclean tragedies of Antigone and Oedipus Rex in translations by Holderlin, as well as Aeschylus’ Prometheus Bound in the original text. Ιn the staged concerto Trionfo di Afrodite, Orff used the original verses by Sappho and Euripides. His Carmina Burana together with the Catulli Carmina and the Trionfo di Afrodite in the Triumphant Theatrical Triptych were presented with songs and dance in a lyrical composition called Die Welt der Liebe. In his final work, De temporum fine comoedia, presented by Orff himself, he sets Greek Sibyllic prophecies to music and invokes the god Oneiros, from one of the Orphic hymns. In To an Unknown God, the ancient text made up of twelve hymns is set directly to music. The edition is prepared by Werner Thomas. The article presents three hymns in ancient Greek and in their modern Greek translation. The hymn to Oneiros (Dreams), to Death and to Aphrodite.
The employment of the classic ideal in Nazi Germany, however deprived of every humanistic reference, was the aftermath of German idealism. The Nazis, considering themselves of common origin with the ancient Greeks, decided that classic art could ideally represent them. This choice was meaningful and of strategic importance.On the one hand, it created a strong bond with the leading upper middle-class, which from the nineteenth century on had already used the perpetuity of the Greek myth in order to persuade of the absolutism of its authority, on the other the application of the classical ideal to Europe could offer the possibility of a double code for human existence. The classical ideal was the perfect vehicle for An Idea. Thus, a model, common for all, was created, its context dictated and formulated by national-socialism, dismissing every subjective differentiation. The Nazis also pursued the same uniformity of model in architecture. They located it in the colonnade, a symbol of the military array, which directly referred to a unity, based however, on uniform repetition. It was their version and vision of human society. It was, and still is, the picture of totalitarianism.
Tuning professional intuition to the rhythm and demands of our age, advertisers foresaw in time the dynamic potentialities of ancient art in affecting consumers' habits. Huge amounts of money were invested, through advertising, in the image of antiquity, which in the long run has been proven extremely profitable. The sweeping wave of mass tourism had effectively paved the way for the impressive realization of this policy. The advertising potentials and range of ancient art was originally tested in the big, open European markets. The circumstances of the Greek market were a priori more favorable. However, while a limited, prodromal employment of antiquity in Greek advertising was apparent, the big boost came again from abroad. Nevertheless, certain differences in choice and quantity do exist between the foreign and Greek applications of antiquity in advertising. Sculpture and architecture are the leading subjects in the advertising repertoire, since they embody, more than any other art form, the "Classic ideal", which functions as the most effective advertising temptation. The image of antiquity as it is mirrored in advertising, produces contradictory judgements, depending on the point of view and approach of the individual. However, it has become undeniable that, in most cases, antiquity in advertising functions against antiquity. Because advertising, through the misunderstanding and perversion, which usually coexist with the aesthetics of kitch, composes and promotes a distorted and vulgarized image of a sublime world. Thus, it annihilates the relationship of the public with the true values of antiquity.
Greek drama has always charmed foreigners. This becomes particularly obvious in contemporary performances of classic tragedies and comedies ;put on stage all over the world. They are staged sporadically or sytematically, following the theatrical tradition of centuries or merely as meteorites, framed by scientific knowledge and the recollection of past performances or by the glamour of originality. It is commonly accepted, that during the last decades the interest of theatrical companies, actors and directors in ancient dramatic texts has not only multiplied the relevant performances throughout the world, but has also made known to the public certain tragedies, which were seldom staged or had never been put on stage before. The reasons, which brought the works of the Greek classics with such an emphasis to the fore, do not, of course, coincide everywhere and are different if not from place to place, at least, from the one geographic and cultural unity to the other. The staging of an ancient tragedy in Western Europe serves, for example, different needs of the public and of the people involved in theatrical art, than in the countries of the Far East.
The dialectic relationship that the Renaissance had with Antiquity, from which the new era derived its prototypes and principles, is defined in this article as the major characteristic of the Renaissance. A critical approach towards Antiquity clearly distinguishes the Renaissance from the various revivals of the Dark Ages. The study of ancient architecture belongs to the trend of Humanism (studia humanitatis), while the first collections of antiquities and inscriptions appear in the early fifteenth century. It is in the same period that Ciriaco d' Ancona creates the prototype of the romantic, travelling archaeology. A similar atmosphere also prevails in the Hypnero-machia Poliphili by the Dominican Francesco Colonna (1499). The archaeologic zeal of the North Italian artists focuses on the historic representation of the ancient world (cf. Mantegna). The reconstruction project patronized by the Popes is initiated by Nicholas E' and culminates under Leo I'. This ambitious scheme is part of a cosmocratoric programme, which aims to elevate Rome as the natural heir to the capital of Roman Imperium. The ancient aesthetics of imitation (Platonic or Aristotelian) in all its varieties stands behind the artistic quests of the Renaissance. "Urban realism" makes the classicizing tendencies of the early Quattrocento seem obscure. Realism is subordinated to the idealism of the classic era. The Neoplatonic aesthetics paved the road for this change although there is no reasonal connection between them. Classicizing idealism reflects the new balance of power in the Italian peninsula and, through its impersonal grandeur, serves the ideology of the Papal Imperium.
Based, primarily, on depictions of the Greek urban and rural landscape, ancient monuments and Greek costumes this article examines the mode in which Greece appears in the engravings of European travelling editions from the end of the fifteenth to the nineteenth centrury. During this period, political and military events, together with current ideological, philosophical and artistic trends focus the interest of Europe on Greek territory. The older, arbitrary, usually imaginative pictures, employed in their iconography the code language of the early engravings. In the late seventeenth century they were succeeded by pictures comprising real elements, products of direct observation and in situ copying. At the same time, archaeolatry, the idealistic and romantic trend, the quest for the exotic and picturesque as well as the impact of the European artistic tendencies (Rococo, Neoclassicism, Romanticism) create works that stand far away from reality. The multitude of eighteenth and nineteenth century engravings with Greek subjects compose a multiple in aspects and concepts physiognomy of Greece. Greece as a vision and romantic fantasy, Greece as a land belonging to the exotic East, Greece as a sad relic of a glorious past and a slave of the barbarian Turk despot represent characteristic features of this physiognomy.
The belief that engravings in old travel books depict true likenesses of Greek scenery, dress and people can lead to mistaken conclusions. The later colouring of costume plates can mislead, the representation of ancient monuments can be fanciful as are many portraits. Even captions under engravings cannot always be trusted.
The revival of the classical tradition in eighteenth century Europe coincided with the Enlightenment. The Enlightment primarily appeared in the sphere of philosophy, but soon it imbued all sciences. Its main doctrine was the return to the roots of humanity and the creation, without bias, of a new civilization, firmly founded on the Word, the human thought. In the domain of architecture,the Enlightment attracted many followers. It appeared in eighteenth century France as an opposition to Rococco and was soon theorized by Laughier, Souflott and Perrault. Laughier proposed the "return to the primitive hut", a structure much resembling the Greek doric order. Greek antiquities gained the full interest of architects, who thus abandoned Roman models. The theorists Winkelmann and Piranesi started the debate "Grecia versus Roma", that was carried on until the early nineteenth century through the "War of Styles". The trips and sojourn of European antiquity-lovers and architects to Greece brought to the fore Greek art and architecture, which soon prevailed in Europe and sealed the taste of an entire period as "gout Grecque", "gusto Greco", etc. This idealized figure of Greece along with sketches, plans and elevations of its monuments were employed by the European architects in the commissions they undertook everywhere in Europe. The Neo-Hellenic style had reached its prime. Thus, Greece played a leading role in the intellectual and artistic firmament of Europe, while Europe contributed, in return, to the establishment of the new Greek state.
“I am the bridge uniting two shores, that of the present and that of the past. I walk towards the deepest part of antiquity, because antiquity is the transformation of the past into an eternal present”.
Unlike his teacher Rodin who admired Pheidias, Antoine Bourdelle (1861-1929) became interested in the “organized commotion” of Olympia and of archaic art. As early on as 1905, Bourdelle was one of the first to be in favour of the return of the Parthenon sculptures.
The anti-academic spirit of modern art at first sight seems to clash with the artistic values of classical antiquity. Since Cezanne, however, antiquity has been approached in various complex and contradictory ways, which by no means indicate denial or contempt. Certainly, the representation of nature, the anthropocentric mentality, the classical eurythmia and the entire structure of humanistic aesthetics have often suffered violent attacks. In opposition to these values modern art has put forward the autonomy of plastic space, the absolute, clear figure and anti-classical aesthetics. Quite frequently, however, these modern artistic proposals represent new interpretations of some "antiquity", of the Platonic word, for instance, of the art of other ancient civilizations or even of other aspects of Greco-Roman classicism, as they were lately revealed by contemporary scholarship. The real target of modern criticism was not ancient art, but the conservatism of its superficial admirers. The essential opposition between ancient and modern art lies only in the function of artwork in societies past and present. Recently, even this antinomy tends to disappear, since both ancient and modern works of art are treated indiscriminately when researched, restored or consumed. The common fate of past and present images unexpectedly reconciles the two, leaving unanswered only a few embarrassing questions about the future.
From the early Renaissance to late Neoclassicism, i.e., for more than four centuries, Europen architecture did not cease to use, in various ways and meanings, the order established by ancient Greeks and adopted later by the Romans. This age-long classicist tradition was broken off at the end of the 19th century by the Art Nouveau architects who claimed their freedom from all stylistic conventions. However, as they were imbued with the precepts of romantic and rationalist Neoclassicism, some of them retreated to a more conservative position, while some others tried to arrive at a more abstract conception of the classical, compatible with modernity. The latter usually felt that their quest for new architectural forms should be guided by the "logic", the "principles", and the "spirit" of the Greeks. The transition from Art Nouveau to the Modern Movement is also marked by more concrete stylistic references to the Greek architectural heritage. R. Banham has appropriately remarked that "in the German-speaking countries of Europe the new architecture of the 20th century was born under the sign of the Doric Column", referring of course to its use by Adolf Loos, Peter Behrens and young Mies van der Rohe. Even during the "iconoclastic" period of the Modern Movement, it seems that most pioneers of the movement aspired to an "unhistorical classicism" — J J.P. Oud's expression — and that in their minds the machine paradigm was as a rule connected to the old aesthetics of harmonic proportions. Especially Le Corbusier, the most acknowledged hero of architectural modernism, who as a young student had felt obliged to bow, "although in anger", before the supremacy of the Parthenon, remained throughout his life fascinated by the "moralite dorique" and proved eager to discover it even in Byzantine churches or on Greek islands . References to the classical tradition have also been part of the rhetoric used by Italian fascism, German nazism and Soviet Stalinism in promoting a monumental architecture that could eloquently express such regimes' power and magnificence. It is perhaps due to their association with totalitarianism that overtly classicizing trends were discredited in postwar Europe. But they were soon to reappear in the USA. Classical tradition has been once more revitalized by the various current architectural trends usually qualified as post-modern. Two main trends can be easily discerned. Radical eclecticism, mainly developed in the USA, indulges in a free-style classicism and uses the classical orders in a rather fragmented and distorted way, as popular stereotypes that are made welcome in a "garden party of styles". Neorationalist fundamentalism, more congenial to Europe, adheres to an elementary kind of classicism out of a profound nostalgia for archetypal forms. In both cases, history, expelled by modernism, seems to reimbue current architectural practice. Ancient Greece always stands out in the background of this histoncal experience either as a deceitful idol or as an unreachable yet compelling ideal.
The fecundity of Greek art is characteristic of every phase of the evolution of universal art. The values and principles of Greek art are present in the entire spectrum of European artistry and whether prevalent or present in a more subtle way they are expressed through the social structure of each civilization. Furniture is a barometer, very sensitive to financial, social and cultural changes. Only a few pieces of furniture have survived from ancient Greece, therefore, most of our knowledge of the subject derives from their representation on pottery. The careful study of these handmade, everyday objects, which have been designed to serve human needs, reveals the eternal values of their art. The furniture of Romans, compared to those of ancient Greeks, are lighter and blunter in form and as a result they appear deprived of volume and structural stability. During the Renaissance, furniture is designed according to the classical ratio of proportions, with a firm flow of form and an elegant curvature, resembling that of the ancient Greek creators, and with such a clever combination of the parts so as to form a harmonious whole. Baroque furniture is a vehicle of the classicizing tendency, which expresses the special social and political circumstances pertaining to that period. During the eighteenth century the pursuit of classical prototypes is also apparent in furniture design. The "Louis XVI" and "Adam- style" furniture, in France and England respectively, also led the rest of Europe to neo-classicism. Neo-classicism, in the Napoleon style "Empire", served the purpose of propaganda and demostrated the prestige of the new regime. The difference between Greek art and the art of the nineteenth century is that the latter approaches classical art visually and appropriates some of its virtues and values. The varied, revived style of the ninteteenth century is greatly affected by two new factors, the development of technology and the social movement of the reformist William Morris. In a combination of these factors lie the foundations for the design principles of the twentieth century. The philosophy of these principles aims at the revival of the anthropocentric ideal in art.
The construction of furniture falls into different categories depending on its form and use. The throne, an impressive chair with or without a back, often without arms, is used by gods, kings and heroes. The clismos, a purely Greek creation, originates from the throne with curved legs and has a curved back without arms. The difros (stool), either a solid or folding structure, is used mainly by the populace. The bed-couch is used for sleeping and eating. It is the basic piece of furniture, used for a symposium where it could seat two or three people. There were fewer types of table compared to chairs and beds. Every home had a chest as a piece of furniture used for storage.
In 1886, following an invitation from king Edward the 6th, English scholars founded the British School of Archaeology. The plans were by the school’s first director F.C Penrose, on a plot of land on number 52 Souedias St., granted by the Greek government. Each year, the School publishes the Annual of the British School in Athens and the Supplementary Volumes which contain monographs on important archaeological excavations. During 1987, the British School concentrated on archaeological research at the following sites: a) The Vicos gorge in Epiros. b) The interior of the palace at Knossos (Sinclair Hood). c) Palaiokastro on the eastern coast of Crete. d) The Assiros mound in central Macedonia (K.Wardle). e) Cyprus.

Η Δημιουργία του κόσμου, τμήμα από ψηφιδωτά εμπνευσμένα από τη Γένεση, 1180-1190. Σικελία, Μονρεάλε, Μητρόπολη
«Αποτελεί μύθο το ότι οι αρχαίοι και οι μεσαιωνικοί άνθρωποι αδιαφορούσαν για το χρόνο και βασίζονταν σε πρόχειρους υπολογισμούς» ισχυρίζεται ο συγγραφέας και το αποδεικνύει με μια επισκόπηση παραδειγμάτων που μας ταξιδεύουν από την Κριμαία και την Αρμενία έως τη Συρία, με ενδιάμεσους σταθμούς την Ινδία και τη Μογγολία. Στο πολυπολιτισμικό περιβάλλον του βυζαντινού και του μεταβυζαντινού κόσμου πυκνή είναι η ποικιλία σε ημερολόγια και εορτολόγια που χρησιμοποιούσαν οι διάφορες εθνότητες, θρησκείες και αιρέσεις.
Οι ασυμφωνίες των χρονοδιαγραμμάτων με βάση τον ήλιο ή τη σελήνη μας αγγίζουν στενότερα. Προέρχονται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από το γεγονός ότι πολλοί πολιτισμοί ακόμη αργοπορούν να προσαρμόσουν το ρωμαϊκό Ιουλιανό ημερολόγιο («παλιό ημερολόγιο») στις διορθώσεις που εισήγαγε με το Γρηγοριανό ημερολόγιο («νέο ημερολόγιο») ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ' το 1582 μ.Χ.
«Χωρίς ημερολόγιο αγνοούμε όχι μόνο που και πότε, αλλά και ποιοί είμαστε», ο συγγραφέας σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ηλιακό ρολόι, τοποθετημένο πάνω από την είσοδο του νάρθηκα. Κοίμησις της Θεοτόκου (Μέρμπακας).
Σε σύγκριση με τον συνολικό αριθμό των σωζόμενων βυζαντινών ναών, ο αριθμός των ηλιακών ρολογιών της Ελλάδας που βρίσκονται σε εκκλησίες είναι ελάχιστος. Τα ρολόγια αυτά, που καταγράφονται ως σπαράγματα, είναι όλα κατακόρυφα επίπεδα ρολόγια, με προορισμό να τοποθετηθούν σε νότιους τοίχους, σε αντίθεση με τα αρχαία ηλιακά ρολόγια, ημικυκλικά ή κωνικά, που προορίζονταν να στέκονται αυτόνομα στο χώρο. Άλλη μια διαφορά είναι ότι στα αρχαία ρολόγια σημειώνονταν η τρίτη, η έκτη και η ένατη ώρα και ποτέ δεν σημειωνόταν με αριθμό η κάθε ώρα, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα βυζαντινά ρολόγια. Τέλος, τα αρχαία ρολόγια διαιρούσαν τη φωτεινή περίοδο της ημέρας σε δώδεκα ώρες, ενώ τα βυζαντινά παρουσιάζουν ποικιλία διαιρέσεων: 11, 12 και 13 ώρες.
Φαίνεται ότι υπάρχουν ουσιαστικά μόνο δύο βυζαντινοί ναοί στην Ελλάδα με ηλιακά ρολόγια που είναι αναμφίβολα σύγχρονα των κτηρίων πάνω στα οποία βρίσκονται: της Παναγίας Σκρίπου (9ος αιώνας) και της Κοίμησης της Θεοτόκου στον Μέρμπακα (τέλη του 13ου αιώνα). Ο μικρός αριθμός των ηλιακών ρολογιών υποδηλώνει ότι αυτά δεν ήσαν συνηθισμένο μέρος του αρχιτεκτονικού λεξιλογίου των ναών, όπως σαφέστατα συμβαίνει στη μεσαιωνική Δύση.
Το ηλιακό ρολόι εμφανίζεται στη δυτική τέχνη το Μεσαίωνα, συσχετισμένο με την ιστορία του βασιλιά Εζεκία. Εν τω μεταξύ, στη Δύση αλλάζει και η στάση απέναντι στον καθημερινό χρόνο σε σχέση με την εργασία. Μέσα σε μια «θεολογία της εργασίας», όπως την αποκαλεί ο Le Goff, όλο και περισσότερα επαγγέλματα κρίνονταν άξια χρηματικής αμοιβής και ήταν έντιμο ο χρόνος να εξαγοράζεται. Γλυπτά με ημεροδείκτες που απεικόνιζαν τις εργασίες των μηνών φιλοτεχνούνταν πάνω στις προσόψεις των ναών ενώ υπήρχαν και ηλιακά ρολόγια συνδυασμένα με αγγέλους, όπως αυτό του 13ου αιώνα στον καθεδρικό ναό της Παναγίας στην Αμιένη, το οποίο ήταν στην πραγματικότητα ενδείκτης των εργάσιμων ωρών, παρουσιασμένος μέσα στα εκκλησιαστικά συμφραζόμενα της εποχής.
Στο Βυζάντιο, η τετρακτύς της Αστρονομίας, Μαθηματικών, Γεωμετρίας και Μουσικής εθεωρείτο ειδωλολατρικός κλάδος σπουδών. Επιπλέον, όσοι ενδιαφέρονταν για την Αστρονομία ασχολούνταν με τις εγκυκλοπαιδικές συμπιλήσεις έργων του παρελθόντος και όχι με πρακτική παρατήρηση, νέους υπολογισμούς ή νεοτερικές εφαρμογές της συσσωρευμένης γνώσης τους. Ακόμη και ο Θεόδωρος Μετοχίτης, στο μνημειώδες έργο του Στοιχεία Αστρονομίας (14ος αιώνας), λέγεται ότι προσπάθησε απλά να κατανοήσει και να εξηγήσει τα αρχαία κείμενα. Ηλιακά ρολόγια εμφανίζονται σε εικονογραφήσεις βυζαντινών χειρογράφων της ιστορίας του Εζεκία, αλλά δεν είναι τα ημικυκλικά ρολόγια των δυτικών μεσαιωνικών μικρογραφιών. Στα μοναστήρια η τήρηση του χρόνου επιτυγχανόταν μάλλον με υδραυλικά ρολόγια, όπως συνέβαινε και στη Δύση.
Η διαφορά στον αριθμό των ηλιακών ρολογιών που σώζονται στους ναούς της λατινικής Δύσης και στους ναούς της ορθόδοξης Ανατολής πιθανότατα αντανακλά με ακρίβεια το γεγονός ότι στον ορθόδοξο κόσμο τα ρολόγια πάνω σε κτίσματα θρησκευτικού χαρακτήρα θεωρούνται περιττά ή ακόμη και απρεπή.
Ωστόσο τα ρολόγια της Σκρίπου και του Μέρμπακα συνιστούν την εξαίρεση. Ο ναός της Σκρίπου σχεδιάστηκε πιθανότατα ως ταφικό μνημείο του χορηγού του, οπότε το ηλιακό ρολόι, διακοσμημένο με παγώνια, αναφέρεται στην αιώνια ζωή. Επίσης, εξαιτίας των δέκα μόνο γραμμών που είναι χαραγμένες, αποτελεί ίσως μια πιο συγκεκριμένη αναφορά στην ιστορία του Εζεκία. Ο ναός του Μέρμπακα πιθανότατα δεν ήταν ορθόδοξος αλλά καθολικός ναός. Η χρονολόγησή του συμπίπτει με τη θητεία του William του Moerbeke ως δομηνικανού αρχιεπισκόπου της Κορίνθου. Ανάμεσα στις μεταφράσεις αυτού του φιλέλληνα, το έργο του Πτολεμαίου Περί αναλήμματος εξηγεί πώς κατασκευάζεται ένα ηλιακό ρολόι.
Η γέννηση του Χριστού, ψηφιδωτό, λεπτομέρεια, α΄ μισό του 11ου αι. Μονή Οσίου Λουκά, Καθολικό.
Από τις διάφορες χρονολογίες που προσφέρονταν κατά την Ύστερη Αρχαιότητα, το Βυζάντιο κατέληξε να προτιμήσει εκείνη που προσδιόριζε τη Δημιουργία στα 5500 χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού, την οποία τοποθετούσε, σύμφωνα με το σημερινό χρονολογικό σύστημα, στο 8 π.Χ. Το πλήρωμα αυτού του γραμμικού χρόνου αναμενόταν με την «συντέλειαν του αιώνος», κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Οι χρονολογίες συνήθως δίνονταν με βάση το έτος της Δημιουργίας.
Ο Χριστιανισμός ποτέ δεν έχασε την προσδοκία του ότι η συντέλεια επίκειται. Το πλήρωμα του χρόνου όμως ήταν δύσκολο να προσδιοριστεί. Ωστόσο, το επικείμενο του τέλους προκαλούσε ανησυχία. Για τη χρονολόγηση του τέλους προσαρμόστηκε το χρονολόγιο των γεγονότων μετά τη Δημιουργία, στο πλαίσιο μιας συμπαντικής εβδομάδας βασισμένης στις επτά ημέρες της Δημιουργίας. Με σεβαστές βιβλικές δηλώσεις, που το νόημά τους ήταν ότι τα χίλια χρόνια ήταν μια μέρα στα μάτια του Θεού, ήταν δυνατόν να νοηθεί η ανθρώπινη ιστορία ως μια εβδομάδα χιλιετιών, αντίστοιχη προς τις επτά ημέρες της Δημιουργίας. Προς τα τέλη του 5ου αιώνα, η χρονολόγηση του τέλους στο έτος 6000 κατέστησε έντονη την αναμονή. Το Βυζάντιο άφησε την έκτη χιλιετία να έλθει και να παρέλθει, η αίσθηση όμως ότι το πλήρωμα του χρόνου πλησίαζε εντάθηκε.
Οι προσδοκίες κατά τον 6ο και 7ο αιώνα επηρεάζονταν όχι τόσο από αριθμητικούς υπολογισμούς, αλλά περισσότερο από την πορεία των γεγονότων που οι πηγές περιγράφουν ως εντυπωσιακά αποκαλυπτικά. Για παράδειγμα, η δυστυχία που προκάλεσε ο Ιουστινιανός με τους πολέμους και τις διώξεις του, μαζί με τους καταστρεπτικούς λοιμούς και σεισμούς της βασιλείας του, τον έκαναν να μοιάζει με τον Αντίχριστο. Οι ορδές των Αβάρων και Σλάβων που διέτρεχαν τη Βαλκανική επί μισό αιώνα μετά τον Ιουστινιανό, ταίριαζαν με την προφητική περιγραφή των Γωγ και Μαγώγ. Οι Άραβες κατακτούν την Ιερουσαλήμ το 637. Το 691/2 ανεγείρεται πάνω στο Όρος του Ναού ο Θόλος του Βράχου. Δεν ήταν γραμμένο ότι ο Αντίχριστος θα ξανάχτιζε το Ναό των Εβραίων;
Με το ψευδώνυμο Μεθόδιος ο εκ Πατάρων, ένας Σύρος χριστιανός έγραψε το πιο πρωτότυπο και διάσημο αποκαλυπτικό κείμενο του πρώιμου Μεσαίωνα. Το Ισλάμ θα καταστρεφόταν από έναν βασιλέα των Ελλήνων, με το τέλος της ζωής του οποίου θα άρχιζε η βασιλεία του Αντίχριστου.
Ωστόσο, τον όγδοο, τον ένατο και τον δέκατο αιώνα αφθονούσαν και οι απόλυτοι αριθμητικοί υπολογισμοί του τέλους του χρόνου. Η χρήση του ελληνικού αλφαβήτου για τη γραφή των αριθμών σήμαινε ότι όλα τα γράμματα, και επομένως όλες οι λέξεις, είχαν αριθμητική αξία. Τα γράμματα της λέξης «Ιησούς» έδιναν προστιθέμενα τον αριθμό 888, ο οποίος υπολογιζόμενος με έτη από τη γέννηση του Χριστού, υποδείκνυε το έτος 6388/879-880 ως τέλος της χριστιανικής εποχής. Κατά τα μέσα του ένατου αιώνα, κυκλοφόρησε ένας αποκρυφιστικός θρύλος, του οποίου το νόημα ήταν ότι ο Χριστός είχε δώσει την ευλογία της ειρήνης στους μαθητές του σχηματίζοντας τα γράμματα ςφ (6500) με το δεξί του χέρι. Υπάρχουν σημαντικές μαρτυρίες ότι το έτος 6500/991-2 αναμενόταν με μεγάλη ανησυχία, η οποία, όταν έφθασε το έτος αυτό, μεταφέρθηκε αμέσως στη χιλιοστή επέτειο της Ανάστασης του Χριστού, που ήταν το έτος 6533/1025. Κατά τον 10 αιώνα, φαίνεται ότι απέκτησε κύρος η Αποκάλυψη του Ιωάννη. Η ιδέα ότι η χιλιετία της Αποκάλυψης είχε αρχίσει με τον Χριστό και βρισκόταν σε εξέλιξη, αν και ουσιαστικά επίσημη από τον 7ο αιώνα, συναντούσε την βαθιά απροθυμία να ερμηνευτεί ο αριθμός κατά γράμμα.
Στο Βυζάντιο ποτέ δεν ήταν αργά για το τέλος του χρόνου. Σε γενικές όμως γραμμές, φαίνεται ότι υπήρχε μεγαλύτερη απροθυμία να βρεθεί ένα νέο χρονικό όριο, από ό,τι στη Δύση. Το τέλος της έβδομης χιλιετίας ήταν αρκετά οριστικό και, όταν αυτό έφτασε, το 1492, το Βυζάντιο δεν υπήρχε πλέον.
Η Δημιουργία του κόσμου, λεπτομέρεια, ψηφιδωτό, α΄ μισό 13ου αι. Βενετία, Άγιος Μάρκος.
Ανιχνεύοντας τον αντίκτυπο που είχε η προσδοκία του τέλους του κόσμου στην ιστοριογραφία του 6ου αιώνα, στο πρώτο ήμισυ του οποίου διάφοροι κύκλοι τοποθετούσαν τη συμπλήρωση της κρίσιμης χιλιετίας, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ενδεικτικά δύο αντιπροσωπευτικά κείμενα της εποχής: την Χρονογραφία του Ιωάννη Μαλάλα και τα Ανέκδοτα του Προκοπίου. Η Χρονογραφία του Μαλάλα σταματά περί το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού και στο τελευταίο τμήμα της προδίδει τη χρήση προφορικών μαρτυριών και προσωπικής γνώσης των γεγονότων.
Στα Ανέκδοτά του ο Προκόπιος εξαπολύει μύδρους εναντίον των ηρώων της Ιστορίας των Πολέμων του, παρουσιάζοντας με τα μελανότερα χρώματα τον Ιουστινιανό και τη Θεοδώρα. Ο Ιουστινιανός είναι ο βασιλιάς των δαιμόνων, ίσως και ο Αντίχριστος ο ίδιος. Τη δαιμονική βασιλεία του ίδιου και του θείου και προκατόχου του, Ιουστίνου Α΄ (518-527 μ.Χ.), προαναγγέλλουν εξίσου δαιμονικά σημεία. Μηνύματα διατυπώνονται, με το κύρος και τη μεταφυσική διάσταση προφητικών ονείρων, απηχώντας κατά πάσα πιθανότητα την ενσωμάτωση στο κείμενο των Ανεκδότων προφορικών ιστοριών που κυκλοφορούσαν ως αντιδυναστική προπαγάνδα.
Στον αντίποδα του Προκοπίου, ο Μαλάλας φαίνεται ότι αντλεί από την επίσημη αυτοκρατορική προπαγάνδα. Επιδίδεται επίσης σε μια δύσκολη προσπάθεια να αποδείξει, μέσω περίπλοκων και αυθαίρετων υπολογισμών, ότι η έκτη χιλιετία από κτίσεως κόσμου είχε ήδη παρέλθει, ότι, όπως ισχυρίζεται η πλευρά του αυτοκράτορα, ο κόσμος έχει πάρει παράταση ζωής, και πως η βασιλεία του Ιουστινιανού σημαίνει την έναρξη της χρυσής χιλιετίας που θα προηγηθεί της Δευτέρας Παρουσίας. Χρησιμοποιώντας δυο προφητικά όνειρα, ο Μαλάλας θα επιδοθεί στην αμαύρωση του Αναστασίου, τελευταίου αυτοκράτορα της προηγούμενης δυναστείας, προκειμένου να δικαιωθεί η ανάληψη της εξουσίας από τη δυναστεία του Ιουστινιανού.
Πολλά έχουν γραφεί τα τελευταία χρόνια για την «αποκαλυπτική» διάσταση της επίσημης αυτοκρατορικής προπαγάνδας του 6ου αιώνα αλλά και κατοπινών εποχών. Από όλον τον τρόμο του 6ου αιώνα για το τέλος του κόσμου δεν μένουν σήμερα παρά κάποιες σποραδικές αναφορές. Όσο για τους δυο ιστορικούς, ο Μαλάλας, που απηχεί ξεκάθαρα την αυτοκρατορική προπαγάνδα, αναφέρεται ρητά στις προβλέψεις για το τέλος του κόσμου μόνο και μόνο για να τις διαψεύσει. Ο Προκόπιος όμως, που εκφράζει την άλλη πλευρά, δεν διστάζει, στο πλαίσιο της δαιμονολογίας του, να αντλήσει από τη δεξαμενή τέτοιων αφηγημάτων, που αναμφίβολα κυκλοφορούσαν μέσα στην αναστάτωση που προκαλούσε η αναμονή του τέλους. Και αυτός, εν τούτοις πουθενά δεν αναφέρεται ρητά στην προσδοκία του τέλους του κόσμου.
Βυζαντινός αστρολάβος από χαλκό, 11ος αι. Brescia, Civici Musei d’Arte e di Storia.
Για τους Βυζαντινούς ο χρόνος είναι μέτρηση της φθοράς. Η μέτρησή του πηγάζει από την ελληνορωμαϊκή παράδοση αλλά τροποποιείται τόσο με την εισαγωγή χριστιανικών στοιχείων όσο και λόγω της επιρροής της αστρονομίας άλλων πολιτισμών, κυρίως του Ισλάμ. Τη μέτρηση του χρόνου ορίζει η αστρονομία που χρησιμοποιεί διαφορετικά μαθηματικά εργαλεία: επεξεργασία ιστορικών παρατηρήσεων για τη χρονολογία, αστρονομικές εφημερίδες για το ημερολόγιο και, για τη μέτρηση της ώρας, τον αστρολάβο.
Η χρονολογία που ακολουθούσαν κατά κανόνα οι Βυζαντινοί είναι ο χρόνος από κτίσεως κόσμου, χρόνος που τοποθετείται στο 5509/5508 προ Χριστού. Η χρονολογία καθιερώθηκε από το «Πασχάλιον Χρονικόν» (7ος αιώνας), το οποίο τοποθετεί την Κτίση στην εαρινή ισημερία (21 Μαρτίου) του 5508 π.Χ. Ωστόσο η αρχή του έτους για τους Βυζαντινούς μετατοπίστηκε από την 21η Μαρτίου στην 1η Σεπτεμβρίου, ακολουθώντας τη φορολογική περίοδο της ινδικτιώνος.
Οι Βυζαντινοί αστρονόμοι χρησιμοποιούσαν τους αστρονομικούς πίνακες (κανόνες) του Κλαύδιου Πτολεμαίου, και αργότερα των Περσών, των Εβραίων, ή ακόμα του Τολέδο ή του βασιλιά της Καστίλλης Αλφόνσου (13ος αιώνας), που ακολουθούν διαφορετικές χρονολογίες και διαφορετικά ημερολόγια. Το κύριο μέλημά τους ήταν επομένως η μετατροπή της βυζαντινής χρονολογίας και του ημερολογίου στην πτολεμαϊκή για να βρεθεί η αντιστοιχία της συγκεκριμένης μέρας. Η μετατροπή αυτή οδήγησε σε πολλά σφάλματα.
Στο σύστημα του Πτολεμαίου στηριζόταν η αστρονομία μέχρι τις πρώτες αραβικές επιρροές (τέλη του 8ου αιώνα), χάρη κυρίως στα εγχειρίδια του Θέωνα Αλεξανδρείας (β΄μισό του 4ου αιώνα). Παρά τις ξένες επιρροές, τα εγχειρίδια αυτά αποτέλεσαν τις βάσεις της βυζαντινής αστρονομίας μέχρι τους παλαιολόγειους χρόνους.
Την ώρα, οι Βυζαντινοί αστρονόμοι τη μετρούσαν με τον επίπεδο αστρολάβο, όργανο πολύ φθηνότερο στην κατασκευή από τον σφαιρικό και εύκολο στη χρήση.
Τρία είναι τα είδη χρόνου που μετρούν οι αστρονόμοι: ο αστρικός, ο πραγματικός ηλιακός και ο μέσος ηλιακός. Ο αστρολάβος μετρά τον πραγματικό ηλιακό χρόνο, ο οποίος διαφέρει από εποχή σε εποχή. Μετρά επίσης δύο είδη ωρών που χρησιμοποιούνται στο Βυζάντιο: τις ίσες ώρες, ή ισημερινές, και τις άνισες, εποχιακές ή καιρικές. Η βυζαντινή ώρα επομένως εξαρτιόταν πάντα από την εποχή του χρόνου.
Τμήματα από βυζαντινό φορητό ηλιακό ρολόι και ημερολόγιο, ορείχαλκος, περ. 520, Λονδίνο, The Science Museum.
Για τους Βυζαντινούς ο χρόνος άρχισε την 21η Μαρτίου 5508 π.Χ., ημερομηνία της Δημιουργίας του κόσμου. Το ημερολόγιο της κοινωνίας αυτής ήταν το Ιουλιανό. Πυκνή ήταν η ποικιλία των ημερολογίων και των εορτολογίων που χρησιμοποιούσαν οι διάφορες εθνότητες, θρησκείες και αιρέσεις στον βυζαντινό και μεταβυζαντινό κόσμο. Ο χρόνος των Βυζαντινών ήταν «εκ γενετής» φθαρτός. Η γραμμική πρόοδός του θα έληγε, πίστευαν κατά τη Δευτέρα Παρουσία, όταν θα επέστρεφε ο Κύριος εν δόξη για να κρίνει «ζώντας και νεκρούς». Η βυζαντινή εσχατολογία συχνά συνέδεε το τέλος της Αυτοκρατορίας με το τέλος του χρόνου. Κατά περιόδους εμπεριστατωμένες εικασίες διατυπώνονταν για το χρόνο της συντέλειας. Η λόγια βυζαντινή λογοτεχνία δημιουργεί εσκεμμένα την ψευδαίσθηση της «αχρονίας». Γνήσιο λογοτεχνικό είδος, η ομιλία –δηλαδή, το κήρυγμα– ως συστατικό της Θείας Λειτουργίας κινείται στο «αιώνιο παρόν» του Θεού.
Τμήμα επιστυλίου τέμπλου με το Δωδεκάορτο: Βάπτιση, α΄μισό 12ου αι. Σινά, Μονή Αγίας Αικατερίνης.
Οι ομιλίες, τα κηρύγματα, του 8ου και του 9ου αιώνα αποτελούν σαφή κατηγορία κειμένων με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τις δικές της συμβάσεις, τους δικούς της τρόπους κ.λπ.
Η ομιλητική είχε θεωρηθεί λογοτεχνικό είδος που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ιστορική πηγή καθώς δεν αναφέρεται στη σύγχρονή της πραγματικότητα. Ωστόσο, πρόσφατα η επιστημονική έρευνα έδειξε ότι, παρόλο που οι ομιλητές της μεσοβυζαντινής περιόδου αποφεύγουν να αναφερθούν άμεσα στη λατρεία των εικόνων –το κυρίαρχο θέμα της ημέρας-, αναφέρονται έμμεσα μέσω ενός μετωνυμικού λόγου, ο οποίος εκδηλώνεται στην επιλογή του θέματος, τη χρήση λέξεων και εικόνων καθώς και στον συναισθηματικό τόνο, με ιδιαίτερη έμφαση στο σώμα και τις αισθήσεις.
Οι ομιλίες συνδυάζουν δυο διαφορετικές αντιλήψεις χρόνου: η πρώτη αντανακλά το αιώνιο παρόν του Θεού, όπου το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον δεν χωρίζονται αλλά συνυπάρχουν στον χρόνο του Θεού, και η δεύτερη δηλώνει τη γραμμική αντίληψη του χρόνου που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη κατανόησή του. Στο πλαίσιο της Θείας Λειτουργίας οι ομιλίες αντιπροσωπεύουν το σημείο όπου αυτές οι δύο αντιλήψεις συναντιούνται και εμπλουτίζουν η μια την άλλη, σημείο ένωσης ανάμεσα στη δημιουργία και τον Δημιουργό.
Από το ομιλητικό corpus της μεσοβυζαντινής περιόδου το παρόν άρθρο χρησιμοποιεί παραδείγματα Ομιλιών του Πατριάρχη Γερμανού Α', του Ανδρέα Κρήτης και του Ιωάννη Δαμασκηνού. Στις ομιλίες αυτές οι αναφορές στο αιώνιο παρόν συνδυάζονται με αναφορές στη σύγχρονη θεολογική διαμάχη της Εικονομαχίας. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στο πρόσωπο της Θεοτόκου, που συμβολίζει τη σάρκωση. Μοναδική θέση αποδίδεται στην Παρθένο ως προστάτιδα τόσο των χριστιανών όσο και της αυτοκρατορικής πόλης του Βυζαντίου, αλλά και ως προστάτιδα της λατρείας των εικόνων, η οποία από τον 9ο αιώνα και εξής έμελλε να γίνει αναπόσπαστο στοιχείο της Ορθοδοξίας. Με τον ίδιο τρόπο που ένα μυθιστόρημα ή ένα δοκίμιο, ανεξάρτητα από το θέμα του, φέρει τη σφραγίδα της εποχής στην οποία γράφηκε, οι ομιλίες αποκαλύπτουν την έγνοια των Βυζαντινών με την άχρονη πραγματικότητα του Θεού αλλά και με σύγχρονα θεολογικά θέματα, όπως η Εικονομαχία.
Ο μύλος του Μάρκου εσωτερικά, όπου πρόκειται να στεγαστεί τμήμα του Βυζαντινού Μουσείου Βέροιας.
Στο άρθρο εκτίθεται η αρχιτεκτονική προμελέτη του μουσείου, όπως παρουσιάστηκε στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο.
Το μουσείο θα στεγαστεί εν μέρει σε διατηρητέο κτήριο, τους αλευρόμυλους του Μάρκου, και ταυτόχρονα στα όρια προστατευόμενης περιοχής, της Κυριώτισσας. Στη Βέροια υπάρχει η ευτυχής συγκυρία, ο χώρος του Βυζαντινού Μουσείου να είναι αλληλένδετος με τις προστατευόμενες περιοχές της Κυριώτισσας και της Εβραϊκής συνοικίας. Ιστός φορτωμένος με μνημεία και μνήμες. Πρόκειται στην ουσία για ένα χώρο μουσείο, με την ευρύτερη σημασία του όρου, που, για να ανταποκριθεί στο ρόλο του, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως πολιτισμική ενότητα. Το Βυζαντινό Μουσείο είναι αναπόσπαστο τμήμα του συνόλου αυτού. Αποτελεί την «εισαγωγή» σε αυτή τη διαδρομή, άρα ο ρόλος του είναι ιδιαίτερα σύνθετος.
Βάσει του θεωρητικού πλαισίου που είχε οριστεί, στο σχεδιασμό του κτηρίου χρειάστηκε να επιλυθούν τα ακόλουθα ζητήματα: α) η αποκατάσταση και αλλαγή χρήσης του διατηρητέου κτηρίου των μύλων, β) η επιτυχής ένταξη νέων κατασκευών που θα αντιπροσωπεύουν την εποχή τους σε έναν ιστορικό χώρο, με σεβασμό στα χαρακτηριστικά του και σε αρμονία με το περιβάλλον, γ) ο σχεδιασμός κατάλληλων εκθεσιακών χώρων, που θα επιτρέπουν πολλαπλές μουσειολογικές και μουσειογραφικές προσεγγίσεις και δ) η άρτια λειτουργία όλου του κτηριακού συγκροτήματος.
Στόχος ήταν, η ίδια λογική που θα έπρεπε να διέπει την οργάνωση των εκθέσεων και των διατηρητέων περιοχών της πόλης, να επεκτείνεται και στην αρχιτεκτονική σύνθεση του ίδιου του μουσειακού χώρου. Το Μουσείο της Βέροιας διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά, ώστε να αποτελέσει σήμα, ένα σημείο αναφοράς στην πόλη.
Σκηνή από εκπαιδευτικό πρόγραμμα που πραγματοποιήθηκε στον αρχαιολογικό χώρο της ακρόπολης της Σπάρτης.
Επιμελήτρια της Κουμανταράκειου Πινακοθήκης Σπάρτης, η συγγραφέας είχε προφανώς πολλές ευκαιρίες για να προβληματιστεί γύρω από τις επισκέψεις παιδιών σε μουσεία ή σε ανοιχτούς αρχαιολογικούς χώρους. Από την εμπειρία και από τα διαβάσματά της των θεωρητικών της μάθησης (Jean Piaget, John Dewey, David Kolb, Howard Gardner), «κτίζει» ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για μια επίσκεψη στον αρχαιολογικό χώρο της ακρόπολης της Σπάρτης. Ύστερα από μια σύντομη θεώρηση της λειτουργίας της μάθησης, η συγγραφέας καταλήγει στο «τι» και «πως» της διδασκαλίας, που έχει ούτως ή άλλως τους κανόνες της, θέτει στόχους, προτείνει δραστηριότητες. Τις προτεινόμενες δραστηριότητες διακρίνει σε τρεις ομάδες, σε Δραστηριότητες πριν από την επίσκεψη, κατά την επίσκεψη και μετά την επίσκεψη. Το εκπαιδευτικό αυτό πρόγραμμα απευθύνεται α) στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο και β) στο Λύκειο, και έχει πραγματοποιηθεί με τους μαθητές του 1ου Δημοτικού Σχολείου Σπάρτης και του Γυμνασίου Ξηροκαμπίου. Με στόχο την επανεκτίμηση και τη βελτίωση του προγράμματος, προτείνεται στους εκπαιδευτικούς, αφού μεσολαβήσει κάποιο διάστημα από την επίσκεψη, να ελέγξουν με ένα κατάλληλα διατυπωμένο ερωτηματολόγιο τη γνωστική, ψυχολογική και συναισθηματική εμπειρία των μαθητών τους.
Ελληνιστική κατοικία πλαισιωμένη από τα αψιδωτά θεμέλια του μικρού οθωμανικού σαραϊκού (ανασκαφή IFAPQ).
Στο πλαίσιο του σχεδίου ανοικοδόμησης του κέντρου της πόλης της Βηρυτού, εφαρμόστηκε ένα τεράστιο πρόγραμμα σωστικών ανασκαφών. Η αρχική δοκιμαστική τομή του Γαλλικού Ινστιτούτου Αρχαιολογίας της Εγγύς Ανατολής επεκτάθηκε σε έκταση 4000 τ.μ. στο βόρειο τμήμα της πλατείας των Μαρτύρων. Οι αρχαιολογικές αυτές έρευνες, που διήρκεσαν 44 μήνες, έφεραν στο φως μέρος της πόλης, η κατοίκηση της οποίας είχε αρχίσει από τον 6ο-5ο αιώνα π.Χ.
Τα πρώτα ίχνη εποικισμού του βόρειου τμήματος της Πλατείας των Μαρτύρων ανάγονται στην Περσική περίοδο των Αχαιμενιδών. Οικιστικά στοιχεία που εμφανίζονται αποκλειστικά στον βόρειο και τον ανατολικό τομέα των ανασκαφών, ξεχωρίζουν εμφανώς από τα μεταγενέστερα κτήρια λόγω των «αρχαϊκών» τους δομών, χαρακτηριστικών των οικισμών της εποχής του Σιδήρου Ι (1200-1000). Τα κινητά ευρήματα από την ανασκαφή επιβεβαιώνουν τη χρονολόγηση της Εποχής του Σιδήρου ΙΙΙ, χάρη στην ομοιογένεια της κεραμικής.
Οι οικίες της Ελληνιστικής περιόδου συχνά διατηρούνται ώς το ύψος των τριών μέτρων. Παρατηρούνται διάφορα στρώματα εγκατάστασης, από τον 4ο έως τον 1ο αιώνα π.Χ. Ο πλούτος των ευρημάτων αυτού του κατοικημένου χώρου περιλαμβάνει εγχώρια είδη και υλικό εισαγμένο από την Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και ιδιαίτερα την Κύπρο. Φαίνεται ότι το ποσοστό του εισαγόμενου από το Αιγαίο υλικού αυξάνεται από το β΄ ήμισυ του 2ου αιώνα, γεγονός που αντιστοιχεί στην αναπτυξιακή φάση των σχέσεων μεταξύ Βηρυτού και Δήλου, όπου βρίσκεται το καθίδρυμα του κοινού των Ποσειδωνιαστών της Βηρυτού.
Η μετάβαση από την Ελληνιστική στη Ρωμαϊκή εποχή είναι ακόμη σχετικά άγνωστη. Μια συνοικία της Βυζαντινής εποχής, που κατοικήθηκε από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα, φαίνεται να είναι η τελευταία σε αυτόν τον τομέα της πόλης τουλάχιστον έως τον 12ο αιώνα. Η απουσία ισλαμικών κατοικιών και η παρουσία ενός φούρνου κεραμικής του 13ου αιώνα μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν περιφερειακό βιοτεχνικό τομέα. Ένα σύνολο τεσσάρων φρεάτων, ένας παχύς συμπαγής τοίχος και δυο τοίχοι με αψίδες ανήκουν ίσως στην εποχή του εμίρη Φαχρ-αντ-Ντιν Β΄[γνωστού και ως Φικαρντίν]. Τα θεμέλια του οθωμανικού Μικρού Σεραγιού, που οικοδομήθηκε το 1883-1884 και καταστράφηκε το 1945, αποτελούν το πιο πρόσφατο τεκμήριο αυτού του τομέα της πόλης, όπου αναπτύχθηκαν αργότερα τα οικοδομικά έργα της γαλλικής διοίκησης.
Δοκίμιο Πάρου. Σχηματισμός χλωριούχων και ανθρακικών αλάτων του χαλκού στην επιφάνεια του δοκιμίου.
Οι μεταλλικοί σύνδεσμοι που έχουν χρησιμοποιηθεί για τη σύνδεση των δομικών στοιχείων των μνημείων οξειδώνονται, αργά ή γρήγορα, ανάλογα με το μέταλλο και τις συνθήκες που επικρατούν στο περιβάλλον του μνημείου. Ταυτόχρονα με τη διάβρωση των μπρούντζινων ή ορειχάλκινων συνδέσμων, σχηματίζονται ευδιάλυτα άλατα του χαλκού, που μεταφέρονται με το νερό της βροχής, εισχωρούν στους πόρους του μαρμάρου και εγκαθίστανται στην περιφέρεια των κρυστάλλων του ανθρακικού ασβεστίου, δημιουργώντας πράσινους λεκέδες. Οι λεκέδες χαλκού σχηματίζονται στην επιφάνεια ή σε βάθος στο μάρμαρο και απομακρύνονται δύσκολα χρησιμοποιώντας στην επιφάνεια του μαρμάρου χημικά αντιδραστήρια υλικά, τα οποία αντιδρούν με το χαλκό και διαλύουν τους λεκέδες χωρίς να προκαλούν φθορά στο μάρμαρο.
Οι συγγραφείς έκαναν δοκιμές καθαρισμού των αλάτων χαλκού με διαλύματα αμμωνιακών αλάτων (νιτρικό αμμώνιο, χλωριούχο αμμώνιο και όξινο ανθρακικό αμμώνιο) και πάστα με βάση το E.D.T.A. (πάστα Mora). Συμπέραναν ότι η μέθοδος του όξινου ανθρακικού αμμωνίου ήταν η ηπιότερη για την απομάκρυνση των αλάτων χαλκού από το μάρμαρο.
Μια από τις προτάσεις συμπλήρωσης του μοντέλου του αντικειμένου. Το νέο υλικό περιγράφει το σχήμα του αυθεντικού αντικειμένου.
Ένα μικρό μέρος από το σύνολο των εφαρμογών που μπορεί να έχει η ψηφιακή τεχνολογία στους υπολογιστές, παρουσιάζει συνοπτικά ο συγγραφέας. Συγκεκριμένα: 1) εικονική ολοκλήρωση της συντήρησης του αντικειμένου μέσω προγραμμάτων επεξεργασίας εικόνας και όγκου, 2) ψηφιακός καθαρισμός, συγκόλληση με αλγόριθμους ταύτισης των θραυσμάτων και εικονική συμπλήρωση, σε περιπτώσεις όπου η συντήρηση είναι ανέφικτη, 3) ψηφιοποίηση του όγκου και των χρωμάτων των μνημείων, σε περιπτώσεις όπου χρειάζεται να συμπληρωθούν κομμάτια που λείπουν από το μνημείο, 4) πέρα από την κατασκευή της γεωμετρίας της συμπλήρωσης, η αισθητική αποκατάστασή της, 5) κατασκευή αντιγράφων των μνημείων, 6) καθαρισμός, 7) συστηματική παρακολούθηση του περιβάλλοντος του μνημείου και 8) παρακολούθηση της εξέλιξης της διάβρωσης σε κάποιο υλικό.
Λεπτομέρεια τοιχογραφίας με θέμα «Dormitio Virginis» μετά τη συντήρηση, Εκκλησία του Αγίου Πέτρου στο Terni, τέλη 1300-αρχές 1400.
Ο Cesare Brandi υπήρξε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του 20ού αιώνα στον τομέα της Ιστορίας της Τέχνης και της Κριτικής της Τέχνης στην Ιταλία. Ήταν ίσως ο πρώτος που έδωσε τέτοια έμφαση στην αξία της συντήρησης των έργων τέχνης. Ανέπτυξε σταδιακά, με επιμονή και μεγάλη ευαισθησία, μια θεωρία συντήρησης, η οποία αποτελεί έως σήμερα τη βάση για την ανάπτυξη αυτής της επιστήμης. Ο Brandi βοήθησε στην αντιμετώπιση των πολεοδομικών προβλημάτων, στο πολύπλοκο και λεπτό θέμα της συντήρησης των ερειπίων, στην προληπτική συντήρηση και σε πολλά άλλα θέματα.
Για «τις εξαιρετικές του ικανότητες ανάγνωσης και ερμηνείας των έργων τέχνης», ο Cesare Brandi διορίζεται διευθυντής του Istituto Centrale del Restauro (I.C.R.) που ιδρύεται τον Ιούλιο του 1939. Για πρώτη φορά προσδιορίζεται, με ειδική νομοθεσία, το επάγγελμα του συντηρητή και προσφέρεται σχετικό δίπλωμα μετά από τριετή φοίτηση. Ως τότε, η έλλειψη μιας εξειδικευμένης σχολής, που θα είχε το κύρος να επιβάλει μια τεχνοτροπία σύμφωνη με τις αρχές συντήρησης, άφηνε περιθώρια στον εμπειρισμό και τον πειραματισμό.
Το 1960, τρεις μελετητές της συντήρησης και από τους μαθητές του Brandi, οι Licia Vlad Borelli, Joselita R. Sena και Giovanni Urbani, συγκεντρώνουν σε έναν τόμο είκοσι χρόνων σημειώσεις και μαθήματα του δασκάλου τους. Η πρώτη έκδοση εμφανίζεται το 1963, με τίτλο Θεωρία της Συντήρησης. Αυτό που επιχειρεί εδώ ο Brandi είναι η εφαρμογή της φιλοσοφικής μεθόδου της ενατένισης. Έχοντας ταυτίσει τη «συντήρηση» με την «αισθητική», συνομιλεί με τον Χάιντεγκερ και τον Νίτσε για τον ορισμό του «έργου τέχνης».
Απόσπασμα του σχεδίου της πόλης του Άργους, 1847 (ΓΑΚ).
Ο συγγραφέας, που έχει διαπραγματευτεί το θέμα του κτιρίου Καλλέργη σε δυο προηγούμενα τεύχη της «Αρχαιολογίας», τεύχη 36 και 38, επανέρχεται με ένα νέο στοιχείο. Πρόκειται για ένα σχέδιο του Φερδινάνδου Στάντεμαν, το οποίο παρουσιάζει το κέντρο της πόλης του Άργους, με τους στρατώνες του ιππικού και με την οικία Καλλέργη σε πρώτο πλάνο. Το σχέδιο επιβεβαιώνει πλήρως τις υποθέσεις που ο συγγραφέας είχε ήδη διατυπώσει. Επάνω στη στέγη του κτιρίου είχε κατασκευαστεί πρόσθετο δωμάτιο («μπελβεντέρε»), και σε όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς είχε κατασκευαστεί προστύλιο που υποστήριζε εξώστη. Η αποκατάσταση της οικίας Καλλέργη στη δεκαετία του 1950 δεν αναζήτησε την αρχική μορφή αλλά στηρίχτηκε στα στοιχεία που είχε διασώσει η ερείπωση του κτιρίου. Ανοιχτό παραμένει, επομένως, το θέμα της μελλοντικής αναστήλωσης.
Κούκλα με μάλλινο χιτώνα και κουκούλα. Μουσείο Μπενάκη, αρ. ευρ. 10389.
Στο άρθρο παρουσιάζονται πέντε κούκλες από την κοπτική Αίγυπτο που ανήκουν στη Συλλογή του Μουσείου Μπενάκη. Οι κούκλες περιορίζονται σε δυο τύπους: τις κούκλες από κουρέλια και τις κούκλες από κόκαλο.
Οι κούκλες από κουρέλια που μας είναι γνωστές σήμερα είναι δέκα. Πρόκειται για αντικείμενα φτιαγμένα, σίγουρα, από παιδιά ή από τους οικείους τους. Το εξαιρετικά εύθρυπτο υλικό τους και το γεγονός ότι ως ευρήματα πρέπει να είχαν πολύ μικρό ενδιαφέρον για τους αρχαιολόγους του προηγούμενου αιώνα εξηγούν ίσως τον περιορισμένο αριθμό τους.
Αντίθετα, οι κούκλες από κόκαλο είναι πολύ κοινά αντικείμενα, που τα συναντάμε σε όλες τις συλλογές της Κοπτικής περιόδου. Μικρές, μεταξύ 7 και 15 εκ., και δουλεμένες με τρόπο πρόχειρο, αποτελούνται πάντα από ένα κόκαλο μακρύ και σχισμένο κατά μήκος. Αν και ο απλός τρόπος της επεξεργασίας της ύλης και η εξαιρετικά σχηματοποιημένη μορφή τους θα μπορούσαν να φανερώσουν μια οικογενειακή κατασκευή, ο μεγάλος αριθμός των ευρημάτων και τα σταθερά χαρακτηριστικά τους δείχνουν ότι σίγουρα πρόκειται για εξειδικευμένη παραγωγή.
Αρχαίο λατομείο μαρμάρου Πάρου.
Από το νεοσύστατο Ινστιτούτο Αρχαιολογίας Πάρου και Κυκλάδων (Ι.Α.Π.Κ.) παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 2000 η οικονομοτεχνική μελέτη του Διευθυντή-Συντονιστή του ΥΠ.ΠΟ. Α. Κεραμίδα με τον γενικό τίτλο «Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού του Αιγαίου». Η μελέτη αφορά στην ενοποίηση δύο ξεχωριστών αρχαιολογικών χώρων: ο πρώτος στη θέση Λάκκοι, όπου υπάρχουν τα λατομεία ανοιχτής εξόρυξης, και ο δεύτερος στη θέση Μαράθι, όπου υπάρχουν οι υπόγειες στοές εξόρυξης και, στην κοιλάδα, τα κτήρια του 19ου αιώνα. Πρόκειται για τα γνωστά λατομεία μαρμάρου, τα οποία θα ενταχθούν σε ένα οικολογικό-γεωλογικό και αρχαιολογικό πάρκο. Τα βιομηχανικά κτήρια του 19ου αιώνα θα στεγάσουν Μουσείο, Τράπεζα βιβλιογραφικών πληροφοριών, Συνεδριακό Κέντρο, Γραφεία παραρτημάτων διεθνών οργανισμών, ενώ προβλέπεται και η ανέγερση μεταλλικού ανοιχτού θεάτρου. Ως προς τη χρηματοδότηση του έργου, ύψους 2 δισ. δρχ. περίπου, αυτή θα καλυφθεί από κοινοτικά κονδύλια.
Αναπαράσταση της τοιχογραφίας με τη σκηνή του κυνηγιού από τον βασιλικό τάφο ΙΙ, στη Βεργίνα.
Το 1978, ο Μανώλης Ανδρόνικος αποκάλυψε κάτω από τον όγκο μιας μεγάλης Τούμπας τρεις βασιλικούς τάφους (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ), από τους οποίους ο πρώτος βρέθηκε συλημένος και οι δύο άλλοι ασύλητοι. Τον τάφο Ι ονόμασε «Τάφο της Περσεφόνης», τον τάφο ΙΙ τον απέδωσε στον βασιλιά Φίλιππο Β΄ και στην τελευταία σύζυγό του, και τον τάφο ΙΙΙ ονόμασε «Τάφο του Πρίγκιπα».
Ο συγγραφέας, έχοντας σχηματίσει με βάση τα αρχαία κείμενα και τα ταφικά κτίσματα και ευρήματα της Βεργίνας διαφορετικές απόψεις από αυτές του καθηγητή Μ. Ανδρόνικου, παραθέτει τα αποδεικτικά στοιχεία και τα συμπεράσματά του. Ο ίδιος πιστεύει ότι: τα οστά που βρέθηκαν στον τάφο Ι ανήκουν στη βασίλισσα Κλεοπάτρα και το βρεφικής ηλικίας παιδί της και τα οστά που βρέθηκαν στον τάφο ΙΙ με την τοιχογραφία του κυνηγιού ανήκουν στον Μέγα Αλέξανδρο. Στον προθάλαμο του τάφου ΙΙΙ είχαν ταφεί η βασίλισσα Ρωξάνη με τον δωδεκάχρονο Αλέξανδρο Δ΄, ενώ στον κυρίως ταφικό θάλαμο είχαν τοποθετηθεί τα οστά του Φιλίππου Β΄. Τα 21 άρματα που εικονίζονται στη ζωφόρο του προθαλάμου συμβολίζουν τις 21 εκστρατείες του νεκρού βασιλιά.
Ζεύγος χάλκινων ενωτίων με στελέχη από υαλόμαζα (10ος-11ος αι.) Στύλος Αποκορώνου.
Ο ναός San Salvatore, άλλοτε καθολικό της μονής των Φραγκισκανών, στεγάζει σήμερα τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή συλλογή στα Χανιά. Την παλαιοχριστιανική περίοδο σκιαγραφούν τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου από το Καστέλι Κισσάμου, κιονόκρανα, θωράκια και επιτύμβιες επιγραφές. Η δεύτερη βυζαντινή περίοδος αντιπροσωπεύεται κυρίως από αποτοιχισμένες τοιχογραφίες. Οι περισσότερες προέρχονται από το ναό της Αγίας Βαρβάρας στα Λατζιανά Κισσάμου (11ος αιώνας), ενώ δυο αποτμήματα τοιχογραφιών είναι έργα του ζωγράφου Θεόδωρου Δανιήλ Βενιέρη (1292). Από την περίοδο της Ενετοκρατίας εκτίθενται αρχιτεκτονικά γλυπτά και εικόνες (15ος-17ος αιώνας), από τις οποίες ξεχωρίζει έφιππος Άη Γιώργης δρακοντοκτόνος, έργο του Εμμανουήλ Τζάνε. Αξιόλογη είναι η συλλογή με μολυβδόβουλα και νομίσματα. Στα αντικείμενα μεταλλοτεχνίας ανήκει σπάνιο αγγείο ισλαμικής τέχνης του 10ου αιώνα.
Ο βράχος της Ακρόπολης.
Η ηλεκτρονική έκδοση «Η Αθήνα στα χρόνια του Περικλή» πραγματεύεται τον πολιτισμό της κλασικής εποχής, όπως δημιουργήθηκε στην κοιτίδα του, από τον 5ο έως και τα τέλη του 4ου αιώνα. Το cd-rom απευθύνεται τόσο σε οικογένειες, γονείς και παιδιά, όσο και σε δάσκαλους και παιδαγωγούς. Στόχος της έκδοσης είναι να γοητεύσει το κοινό της και ύστερα να το εκπαιδεύσει. Αναπόφευκτα ο χαρακτήρας της είναι εγκυκλοπαιδικός (reference) και το περιεχόμενό της αφορά όλες τις εκφάνσεις του κλασικού πολιτισμού: ιστορία και πολιτική, ιδέες και πνευματική ζωή, καλλιτεχνική δημιουργία, καθημερινή ζωή και θρησκεία, με αναλυτικά κείμενα και με αναφορές σε επιλεγμένους αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και αντικείμενα. Φέρνει στη οθόνη, εκτός από τα εκτεταμένα κείμενα, ποικίλα εικονογραφικά τεκμήρια (χάρτες, σχεδιαστικές απεικονίσεις και φωτογραφίες αντικειμένων και μνημείων, τρισδιάστατες αναπαραστάσεις μνημείων), αφηγήσεις και μουσική επένδυση.
Το κτήριο Αβέρωφ.
Τα μαθήματα του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Προστασία Μνημείων» αναπτύσσονται σε τρεις βασικές θεματικές ενότητες. Από αυτές, η πρώτη γίνεται σε συνεργασία με τη Β΄κατεύθυνση του Μεταπτυχιακού Προγράμματος και περιέχει τα υποχρεωτικά μαθήματα κορμού· η δεύτερη περιέχει τα υποχρεωτικά μαθήματα της Α΄κατεύθυνσης και η τρίτη τα μαθήματα επιλογής, πάντοτε για την Α΄κατεύθυνση.
Δημοσιεύεται το αναλυτικό πρόγραμμα με τα μαθήματα των τριών αυτών ενοτήτων.
Time was a matter of fascination to the Byzantines as one can tell by the Church canon, the lives of the saints and the menologium. At times it seems that heightened interest was taken in eschatological issues such as those of death, judgement and destiny. It must have been during such periods that sundials were built in the churches of mainland Greece, out of which eleven survive to our day. However, whilst in the West the time was displayed in public places thus enforcing and supporting the work ethic, in Byzantium sundials were a rarity. In Byzantium time was considered to be by its nature finite, ending with the Second Coming which was expected to happen in the 6th century. From the 6th century to the 10th century AD, various predictions of doom foretold that the end of time would coincide with the end of the Empire.
This article argues that calendars are distinctive signifiers of cultural identity. People are distinguished by how they measure time. From their birthday onwards their scheme of time places them in precise relationships with their society, their secular ruler and their concept of cosmic order Complications arise with the co-existence of time systems, lunar and solar calendars. The collision and interpenetration of cultures is reflected in their time systems. Major eras have political, historical or religious origins, but the Byzantine Year of the World (Annus Mundi) has an inbuilt end of time at the Eighth Day, Millennium or Era, precisely from 7001 AM or 1492 ad, when, instead of the end of the world, came the unexpected discovery of a new world.
The measuring of time in Byzantium comprised the chronology, that is the determination of the number of the year from a given origin, the calendar, that is the division of the year, and the time, that is the division of the day. All three were calculated with the help of astronomy. The Byzantine era counted its origin starting from the Creation (21 March 5508 B.C.). and used the Julian calendar, The astronomical tables were based on an era and calendar different from the Byzantine ones, therefore one of the major concerns of Byzantine astronomers was the chronological conversion, that is the correspondence between the tables dates and the Byzantine ones. The first chapters in aft Byzantine astronomical manuals were dedicated to this subject These manuals were based mainly on Ptolemaic astronomy, which followed the commentaries on Ptolemy by Theon of Alexandria, or on Persian astron¬omy and the School of Maragha. Rolemaic and Persian astronomical tables used a calendar of a 365-days year. Byzantine astronomers used the astrolabe to determine time, an instrument considered as the most precise clock by Theodoros Meliteniotis. one of the greatest astronomers of the Paiaeologan period. Although only one Byzantine astrolabe has been preserved, there is a rich literature on the subject. Byzantines used both the equal hours -being in fact slightly unequal, as the astrolabe measures the real and not the main solar time- and the unequal ones - defined by dividing the night as well as the day by twelve.
The Byzantine conception of the end of time was based on biblical prophecies, as interpreted by Christian exegesis of the 2nd and 3rd centuries, which saw world history in terms of a cosmic week of millennia corresponding to the days of Creation, and in terms of a succession of world empires, of which the Romano-Byzantine would be the last. Although the Church discouraged speculation on the day of the End, there was always a strong tendency to discern signs of its imminence in contemporary events, or to predict it according to symbolic or astronomical patterns. Both kinds of speculation intensified not only with the approach but also with the passing of the year 6000 from the Creatton, which was believed to fall at the end of the sixth century ad, Eventually, attention was focused on the end of the seventh millennium (ad 1492), but only after other, intermediate dates failed to live up to expectations The most important of these was the middle of the seventh millennium, which also happened to be the millennial anniversary of the life of Christ. Thus, even though Byzantium did not adopt the system of dating from the Incarnation, which became standard in the West, the year 1000 (or its Byzantine equivalent. ad 992) was at least equally significant in the Greek East. This was clearly a result of the belief that the Kingdom of the Saints, prophesied in the Apocalypse of the St. John, had been inaugurated by Christ, and the Christian Church and Empire were its earthly manifestation.
Now that the eve of the new millennium is presumably safely behind us. we are in a better position to understand the ephemeral appeal of predictions of doom. Despite their flexibility, precise calculations of the end of the world -or other catastrophes eventually expire and fall into oblivion: who would be interested today in reading an extensive study on how the Y2K bug would destroy civilization as we knew it? The anticipation of the end is inherent in the linear-teleological perception of time which is part of our Christian legacy. In the continuous attempts to forecast the exact moment of the Second Coming, and therefore the end of time, the concept of the millennium proved to be one of the most influential tools For the Byzantines, it was not the first millennium ad. but the sixth AM {anno mundi) which first came into play, Due to the complexity and fluidity of early Byzantine chronology, reaching a universally accepted date was impossible, Varying calculations produced a whole set of alternative dates for this event, all of which fell within first half of the sixth century, in an attempt to determine the impact of eschatological fear on the period's historiography, this article turns to two of the mam historical sources of the sixth century: the Secret History of Procopius and the Chronography of John Malalas. It has been recently argued that eschatological considerations played an important role in the official imperial propaganda of Justinian whose reign covers part of this period. A close examination of the material from the two contemporary historical sources reveals a slightly different picture, All the relative passages were composed through a manifestly layered process, strictly related to their appropriation. The origins of such apocalyptical rumors were probably oral, and their initial function anti-dynastic. It seems rather unlikely that Justinian would construct his official propaganda on the ambiguous and therefore dangerous grounds of eschatology: had he done so. he would have invited the unfavorable conclusion that his reign was the earthly rule of the Antichrist. Malalas's emphatic argument that all calculations of the time of the Second Coming had already been proven wrong, obviously refers to Justinian's defense against the propaganda of his enemies as reflected in the Secret History's famous equation of Justinian with the "king of demons" However, eschatological references in these works are neither numerous, nor extensive, both writers modi¬fied any such material in order to suit their own propa¬gandists purposes, which no longer involved any escha¬tological considerations. Their texts betray no real belief in an approaching end of the world. By the time they were writing, talk of an ominous future was already a thing of the past Besides, if one believed that the end of the world was at hand one would hardly engage in writing history.
Homiletics has been considered a literary genre that cannot be used as a historical source due to its lack of refe¬rence to contemporary reality. Recently, scholarly research shown that although the homilists of the middle Byzantine period avoid referring directly to the cult of icons -the dominant issue of the day- they do so indirectly, through symbolic language manifested in their choice of subject, use of vocabulary and imagery as well as m the highly emotional tone they evoke, with particular emphasis on the body and the sences The sermons of the 8th and 9th centuries should be considered as a single category with its own characteristics and idioms. Sermons combine two distinct conceptions of time, the first reflecting the eternal presence of God. where past, present and future exist alongside God's time, and the second conveying the linear conception of time charac¬teristic of human understanding. In the context of the Divine Liturgy homilies represent the point where these two conceptions of time meet and enrich one another as a point of communion between the creation and the Creator From the homiletic corpus of the middle Byzantine period this article uses examples of Homilies of the Patriarch Germanos I, Andrew of Crete and John of Damascus. In these homilies references to the eternal are combined with references to the contemporary theological debate of Iconoclasm. Special attention is given to the person of the Mother of God, as a symbol of the Incarnation In numerous examples one notes the unique position ascribed to the Virgin as the protectress of both the Christians and the imperial city of Byzantium, but also as the protectress of the cult of icons, which from the 9th century onwards would become an inextricable element of Orthodoxy. In the same way that a novel or an essay, regardless of its subject, bears the imprint of the time in which it was written, the homilies reveal the concern of the Byzantines with the timeless reality of God, as well as with contemporary theological issues, such as Iconoclasm.
Sundials were a common feature of the ancient Greek and Roman world. The use of dials seems to have lapsed in the medieval Greek world, however, whereas it did not in the medieval West. This paper examines the extant medieval Greek dials and suggests that it was the difference in both the definitions of time and the meaning of sundials in the Catholic and the Orthodox traditions that determined the fate of dials in Byzantine Greece.
Rescue excavations were carried out in Beirut during reconstruction of the city centre. Archaeological research, started in October 1993 and lasted forty-four months. Part of the ancient city was brought to light. Settlements date from the Iron Age III . Inhabitation of the ancient city started from the 5th or 6th century BC down to the Hellenistic, Roman and Ottoman periods. The archaeological remnants connect Beirut and Lebanon with the Hellenistic civilization, they also connect the Mediterranean with Asia.
The museums and archaeological sites must offer knowledge, pleasure and entertainment to all. Unfortunately, however, teachers and students feel that they are not welcomed there, while many parents complain for the lack of any mechanism of receiving children, especially of preschool age and individuals with special needs. In this article we would like to offer educational material, which would facilitate the visitor of the Acropolis of Sparta to get better acquainted with it. At the same time the article serves as a proposal to the instructors of the higher grades of Elementary School, High School and Lycaeum, who would like to organize a visit to the archaeological site of the Acropolis of Sparta for their students.
My long and persistent study of the texts of antiquity, on which archaeologists and other specialists were based for the identification of the dead buried in the royal tombs of Vergina, led to certain conclusions, which contradict the so far relevant arguments In short, the results of my research are the following: The bones found in the grave I belong to Queen Cleopatra and to her baby child. The bones recovered in the grave II with the Hunting wall-painting belong to Alexander the Great, in the anteroom of the grave III were buried Queen Roxane and her twelve-years old son Alexander IV, while in the chamber of the tomb Philipp's II bones were laid. Furthermore, the wall-painting in this tomb, representing twenty-one chariots, is related with the battles of Philipp II.
The article deals with the archaeological Coptic "doll" of Egypt. The dressed dolls in the collection of the Benaki Museum lead to certain conclusions as regards the crafting and use of such an archaeological object. Apart from dolls made entirely of cloth, the bone idols that have been preserved in a large number testify that they belong to a more luxurious type of dressed doll The persons portrayed are female youths, in the representation of which painting plays the major role, denoting the details and the embellishment of the body. Although they have been made by professional craftsmen, the formation of the garments -sewn and assembled from reused parts of textiles- was decided by children. A grown-up could very well intervene in the making of an attire, however, a part of the relevant procedure was entirely performed by children. The type of the "bodiless" figurine, where a small bone plaque was wrapped in a cocoon of staffed material, probably derives from the Roman limbless dolls.
Cesare Brandi, one of the most important personalities of twentieth-century Italy in the field of History and Art Criticism, was probably the first who strongiy emphasized the value of restoration of the works of art Working with great sensitivity and insistence, he gradually developed a restoration theory, which still remains the foundation of the evolution of this science until today as regards the restoration of the works of art, either mobile objects or architectural monuments. He also contributed considerably to the handling of town-planning problems, to the intricate issue of restoring antique ruins, to the preventive restoration and to many other relevant subjects.
A small-scale plan of 1835, drawn by Friedrich Standemann, that shows the center of the city of Argos and the Kallergis' mansion, has been recently added to the evidence I have presented so far (issues no 36 and 36) of the morphology of this building, The plan has been published in the German edition of the exhibition catalogue The New Greece - Greeks and Bavarians in the Time of Ludwig /, but it has been omitted from the Greek edition. The mansion has a cubic form, a hip roof with a look-out opening and a roofed porch. It is therefore beyond doubt that the original form of the building has not been sought or at least it was not known, when it was restored in the 1950s.
The preliminary architectural study of the Byzantine Museum of Veroia. as it was submitted to the Central Archaeological Council of the Greek Ministry of Culture, is presented in this article. The museum is going to be housed partly in a preservable building, the Markos' Mills, and partly in an edifice on the border of the protected area of Kyriotissa. When finished, it will be an area-museum, in the broader sense of the term, which, in order to serve the purpose for which it was made, should be conceived as a cultural unity. It will aim to the full understanding of history and historical continuity and to the thorough elucidation of the special charac¬teristics of the region and its people. Therefore, it demands a particular planning, governed by dear targets and principles, where the common and trivial will be equally important as the exceptional and outstanding. In planning the museum we had to meet the following demands: 1. The rehabilitation and change of use of the preservable building of the mills. 2. The harmonic incorporation of new edifices, representative of their period, in a specific historical site. 3. The creaticn of appropriate exhibition areas, that will accommodate multiple museological and museographical approaches. 4. The perfect functioning of the entire building complex Our desire and objective was to extend and apply the reasoning that should rule the organization of exhibitions and the preservation of the traditional sectors of the city to the architectural composition of the entire museum area. Thus, the Byzantine Museum of Veroia has been endowed with all the qualities and characteristics necessary as to become the logo of the city.
Bronze dowels and clamps were employed in ancient Greek architecture for the construction and conservation of monuments. Dowels for the fastening of blocks vertically and damps for their connection horizontally, when being in the same course, were used rather rarefy in the Archaic period, but their use became more frequent in the periods that followed. The corrosion of bronze joints produces soluble copper salts, which appear as green stains on the marble surface and affect the aesthetic aspect of the monuments. Ammonium salts as well as mora paste have been tested for the removal of bronze stains from marble samples.
This article aims to excite the reader's interest in a new sector, to support the new technologies and to persuade the research sponsors that the financing of research programs on digital technology in restoration is worthwhile. The contribution of Computer Science to the field of Restoration and Archaeology has so far been confined, with few exceptions, to data bases for the best possible filing of projects and finds. The undeniable necessity for data bases in Restoration and Archaeology also found its justification by a post-graduate Computer program on recording and documentation of antiquities and works of art, introduced last year into the Computer Science Department of the University of Crete. In certain cases, however, the extension of the use of computers, apart from the data bases, in Restoration and Antiquities is remarkable. In the two-dimentionai space, the work of Nicholas Frayltng of the Royal College of Art is a typical example of the usefulness of computers: the restoration of works of painting, like the miniatures, that are in fact impossible to be restored, was realized with the help of digital processing. Moreover, the achievements of Balas and Fotakis, concerning the digital system of inspecting paintings and cleaning paintings with laser beam, is well known. Needless to say, that the potentialities this technology offers are greater than these we take advantage of today.
Μακέτα του Μαυσωλείου της Αλικαρνασσού.
Στην Καρία της Μικράς Ασίας κατοικούσε κάποτε ένα τέρας, η Χίμαιρα. Τη Χίμαιρα σκότωσε ο Βελλεροφόντης καβάλα στον Πήγασο. Όταν βασιλιάς έγινε ο Μαύσωλος έκανε πρωτεύουσά του την Αλικαρνασσό, το σημερινό Μποντρούμ, που βρίσκεται απέναντι από τη Ρόδο. Θέλοντας να τον τιμούν οι άνθρωποι στους αιώνες, ο Μαύσωλος έχτισε το Μαυσωλείο, τάφο ψηλό και μεγαλόπρεπο, γεμάτο κολόνες, ανάγλυφα και αγάλματα. Μόνο που ο βασιλιάς δεν πρόλαβε να καμαρώσει το έργο του γιατί πέθανε. Το έργο ολοκλήρωσε η γυναίκα του Αρτεμισία που προσέλαβε τους γνωστότερους γλύπτες, τον Σκόπα, τον Λεωχάρη, τον Βρύαξη και τον Τιμόθεο.

Σπήλαιο του όρους «Κεράτον» στο Βιάννο: Φυσικό είδωλο Βρεφοκρατούσας.
Στην Κρήτη είναι γνωστές 3.320 καρστικές μορφές: σπήλαια, βάραθρα και σπηλαιοβάραθρα, χώνοι – καταβόθρες, δολίνες, πόλγες, φυσικές γέφυρες, φαράγγια. Ανάμεσά τους, έχουν αναγνωριστεί πενήντα αρχαία σπήλαια και διακόσιες εξήντα εκκλησίες σε σπηλαιώδεις κοιλότητες. Ο συγγραφέας, έχοντας ανατρέξει στο ιστορικό της έρευνας των σπηλαίων της Κρήτης από το 1885, εστιάζει σε τρία από αυτά.
α) Το σπήλαιο της Αγίας Παρασκευής στη Χαλέπα, 12 χλμ. από την Κνωσό, πήρε το όνομά του από κατεστραμμένο ομώνυμο εκκλησάκι (17ος αιώνας). Ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από τα χρώματα των δολομιτικών πετρωμάτων πάνω από την είσοδο. Το σπήλαιο περιλαμβάνει τρεις αίθουσες σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Τρεις υψηλοί όγκοι τραβερτίνου, δουλεμένοι από ανθρώπινο χέρι, σχηματίζουν μορφές ζώων, μάσκα Γοργόνας, καθιστή γυναίκα, παιδί. Βρέθηκε κεραμική των μέσων της 2ης χιλιετίας, της Μεσομινωικής Ι και της Υστερομυκηναϊκής ΙΙΙΒ-Γ εποχής. Ιδιαίτερα σημαντικά αναθήματα είναι τα χάλκινα μινωικά αγαλματίδια με το ένα χέρι σηκωμένο στο ύψος του μετώπου, ο χάλκινος διπλούς πέλεκυς κ.ά. Το πηχτό σκοτάδι στη λαβυρινθώδη διαδρομή που οδηγεί στο 2ο και 3ο επίπεδο είναι ίσως η καλύτερη εικόνα του Λαβυρίνθου. Την κεντρική θεότητα της σπηλιάς ο συγγραφέας ονομάζει Βασίλισσα, Κυρά ή Αριάδνη.
β) Η «Μαύρη Σπηλιά» στις Καμάρες, στα 1524 μ. υψόμετρο, δημιουργεί δέος με την τεράστια είσοδό της. Κοντά στην είσοδο, δύο ψηλά πλατώματα βράχων σχηματίζουν τεράστιο βωμό. Η λατρεία εδώ άρχισε λίγο πριν από το 2000 π.Χ. και συνεχίστηκε ως το 1600 π.Χ., με περίοδο κορύφωσης τη Μεσομινωική. Βρέθηκαν δύο είδη κεραμικής, το ένα πολυτελές με ωραίο χρωματιστό διάκοσμο, το άλλο πολυπληθέστερο και χονδροειδές. Τη φήμη του το σπήλαιο την οφείλει στα ωραία του αγγεία που ονομάστηκαν «καμάρες», όπως και η ανάλογη κεραμική της Μεσαράς και της Φαιστού. Στο βάθος της Σπηλιάς, έρποντας από άνοιγμα που κατηφορίζει 8 μ., καταλήγει κανείς σε αδιέξοδο διακοσμημένο με σταλακτίτες. Ιερό στις θεότητες των ψηλών βουνών ή και είσοδος στον κόσμο θεών και νεκρών;
γ) Η Αρκουδοσπηλιά ή Σπηλιά της Παναγίας Αρκουδιώτισσας στο όρος Ακρωτήρι Κυδωνίας έχει μικρό ξωκλήσι της Παναγίας του 16ου αιώνα που στηρίζεται στο τοίχωμα της εισόδου της. Πήρε το όνομά της από ψηλό σταλαγμίτη που μοιάζει με αρκούδα που κοιτάζει σε μεγάλη λίμνη. Στο κέντρο της πρώτης αίθουσας, το νερό της λίμνης θεωρείται αγίασμα. Στο σώμα της αρκούδας πολυάριθμα σημάδια δείχνουν ότι, όπως στο Σκοτεινό και αλλού, ένας «εκφραστικός σταλαγμίτης» δουλεύτηκε από χέρι ανθρώπου. Στο σκοτάδι της δεύτερης αίθουσας βρέθηκαν όστρακα αγγείων κυρίως κλασικής και ελληνιστικής εποχής και σύγχρονά τους πήλινα κεφαλάκια της Άρτεμης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αποκάλυψη τμημάτων μαρμάρινου αγάλματος παιδιού και την ύπαρξη του σταλαγμίτη σε σχήμα αρκούδας συνηγορούν για λατρεία της Άρτεμης Κουροτρόφου την κλασική εποχή.
Χάλκινη ασπίδα από το Ιδαίο Άντρο, με παράσταση Κουρητών.
Οι πρώτοι Κρήτες μπήκαν στο Ιδαίο Άντρο στην Ύστερη Νεολιθική εποχή. Πρόκειται για μια τεράστια σπηλιά στον Ψηλορείτη μήκους 40 και πλάτους 50 μ. Από τη Μεσομινωική περίοδο (ΜΜΙΑ) προέρχεται μικρό λίθινο τριβείο, δείγμα ότι η σπηλιά χρησίμευσε ως κατοικία. Βρέθηκαν αγγεία, κύπελλα και πρόχοι, η μία χαρακτηριστική της τεχνικής barbitine. Στη Μεσομινωική περίοδο η παρουσία στη σπηλιά μοιάζει να ελαττώνεται. Στο τέλος των μεσομινωικών και στην αρχή των υστερομινωικών χρόνων η ανθρώπινη παρουσία εμφανίζεται εξατομικευμένη. Αυτό λέει η σφραγίδα από αχάτη, ένθετη σε σφραγιστικό δαχτυλίδι, με την παράσταση αντιλόπης με το νεογνό της. Στην Υστερομινωική περίοδο το Ιδαίον Άντρο γνωρίζει την πρώτη του ακμή: μικροαντικείμενα, χάντρες, χάλκινα ειδώλια ζώων. Λίθινες τράπεζες προσφορών ή κέρνοι, πήλινοι δίσκοι όπως αυτοί από το ναό με την ανθρωποθυσία στις Αρχάνες σχετίζονται με τη λατρεία του μινωίτη θεού της βλάστησης τον οποίο διαδέχτηκε ο έλληνας Δίας. Η πρώτη λατρεία του Δία πρέπει να αναχθεί στη μυκηναϊκή φάση. Εκτός από τα πολλά αγγεία, κυρίως κύπελλα, βρέθηκαν πλήθος λατρευτικά ειδώλια ζώων συγκρίσιμα μόνο με το είδωλο της Αγίας Τριάδας και μήλο ξίφους από ορεία κρύσταλλο, όπως αυτά από τους τάφους των Μυκηνών.
Πασίγνωστα είναι τα χάλκινα αναθήματα των γεωμετρικών χρόνων από την ανασκαφή του Federico Halbherr. Από τη μικροτεχνία ξεχωρίζουν το χρυσό περίτμητο έλασμα με τις αντίνωτες μορφές δύο πολεμιστών από το δεύτερο μισό του 8ου αιώνα π. Χ. και τα σπουδαία ελεφαντουργήματα βορειοσυριακής προέλευσης του 8ου αιώνα π.Χ. Από τη Φοινίκη έχει εισαχθεί περίτμητο πλακίδιο με έξεργη ανάγλυφη παράσταση σφίγγας. Αφιερώματα αριστοκρατών είναι πέντε ελεφάντινες σφραγίδες διακοσμημένες στη μία όψη με γραμμικά θέματα και στην άλλη με εικόνα ανθρώπου με άλογο. Την κρητική ακμή της τέχνης του 7ου αιώνα π.Χ. δείχνει χάλκινη φιάλη με παράσταση ταύρων αλλά και πλήθος μικροτεχνήματα, όπως το κεφάλι περόνης με δύο αντίνωτες γυναικείες κεφαλές με ψηλό πόλο ή το επίσης ελεφάντινο πλακίδιο με τη φτερωτή πότνια θηρών. Το έργο αυτό υποδηλώνει τη σπουδαιότητα του ιερού και το συσχετίζει με το Ηραίο της Σάμου και το Αρτεμίσιο της Εφέσου.
Στην ανασκαφή του 1984 βρέθηκε η πρώτη νέα ακέραιη ασπίδα με ανάγλυφη απόδοση γρυπών και σφιγγών που φαίνεται πως ήταν ανάθημα κρεμασμένο σε δέντρο, όπως συνηθιζόταν, έξω από το Ιδαίον Άντρο. Από την κλασική εποχή έχουμε την ένδειξη για τις πρώτες αρχιτεκτονικές διαρρυθμίσεις, τις απαραίτητες για την άσκηση της λατρείας. Πλήθος αναθήματα μαρτυρούν τη λατρευτική χρήση της σπηλιάς και στους ελληνιστικούς χρόνους, παράδειγμα το δαχτυλίδι από σάρδιο με την Ίσιδα-Τύχη. Στη Ρωμαϊκή εποχή το Ιδαίον Άντρον γνωρίζει την τελευταία του μεγάλη άνθηση.
Μέρος της έρευνας περιλαμβάνει και τον περιβάλλοντα χώρο του Άντρου. Από τις διαπιστωμένες αρχαίες θέσεις αξιομνημόνευτη είναι η Ζώμινθος, όπου αποκαλύφθηκε καλοχτισμένο κτίριο του 16ου αιώνα π.Χ., το μεγαλύτερο από οποιοδήποτε ως σήμερα γνωστό μινωικό μέγαρο.
Ξύλινος ζωγραφιστός πίνακας με πομπή θυσίας από το σπήλαιο των Πιτσών Κορινθίας (6ος αι. π.Χ.).
Η κορινθιακή σπηλιά διαθέτει εντυπωσιακό λιθωματικό στολισμό, βάραθρο στο πλάι της μεγάλης αίθουσας και δύο διαδρόμους, χωρισμένους με πέτρινο παραπέτασμα καταστόλιστο από σταλακτίτες, που οδηγούν στη δεύτερη αίθουσα. Από τον 7ο αιώνα π.Χ. ως τη Ρωμαιοκρατία στέγαζε τη γυναικεία λατρεία των Νυμφών, προστάτιδων του τοκετού, και του Διονύσου όπως δείχνουν τα ειδώλια σατύρων. Οι κατάλληλες συνθήκες διέσωσαν κομμάτι υφάσματος βαμμένου με πορφύρα, ξύλινες πυξίδες, ξύλινο σύμπλεγμα Δήμητρας και Κόρης και τέσσερις γραπτούς ξύλινους πίνακες. Επιγραφή χαρακτηρίζει δύο από αυτούς ως αφιερώματα στις Νύμφες. Τρεις πίνακες παρουσιάζουν γυναίκες ενώ στον τέταρτο, που σώζεται καλύτερα, απεικονίζονται γυναίκες και τρία παιδιά σε πομπή θυσίας.
Αντιπρόσωποι θαλάσσιας μικροπανίδας παράκτιας φάσης και θραύσματα αχινών, σπηλιά στο Απήδημα της Μέσα Μάνης ΙΙ.
Δυτικά της Αερόπολης, σε μικρή παραθαλάσσια σπηλιά, εντοπίστηκαν ίχνη παλαιολιθικής κατοίκησης και απολιθωμένα ανθρώπινα οστά σε πλειστοκαινικά συμπαγή στρώματα λατυποπαγούς. Έγιναν τέσσερις τομές που όλες έδωσαν λίθινα και οστέινα εργαλεία, παλαιοντολογικά ευρήματα, ίχνη φωτιάς, κατάλοιπα ζώων. Το σύνολο των ευρημάτων μαρτυρεί πρωτογενή εναπόθεση ανθρώπινων καταλοίπων από μακρά και έντονη χρήση. Απαραίτητη για τη χρονολόγηση των ευρημάτων είναι η χρήση γεωφυσικών μεθόδων. Για μια προσέγγιση χρησιμοποιήθηκαν οι παλινδρομικές κινήσεις της Μεσογείου σε συνδυασμό με τα στρωματογραφικά στοιχεία.
Το πρώτο εύρημα ήταν η μεσαία φάλαγγα ενός γυναικείου σκελετού, ο οποίος βρέθηκε μισό μέτρο βορειότερα. Η νεκρή ήταν γυναίκα εύρωστη, γύρω στα 20-25, και είχε εναποτεθεί τελετουργικά. Κοντά της, κάτω από πέτρα βρέθηκαν επτά οστέινα εργαλεία και ακέραιη κνήμη νεαρού ελαφιού. Συγκεντρώθηκαν 41 κελύφη από θαλασσινά κοχύλια που σχημάτιζαν μέρος περιδέραιου. Η ιδιομορφία της ταφής συνίσταται στην απουσία του κρανίου της νεκρής. Αργότερα ήρθε στο φως και δεύτερο κρανίο. Η προκαταρκτική τους εξέταση δείχνει πως η θέση τους οφείλεται σε τελετουργική τοποθέτηση. Η βάση του δεύτερου κρανίου ήταν διανοιγμένη. Ξεχωριστές ταφές κρανίων έχουν διαπιστωθεί σε πολλές παλαιολιθικές θέσεις της Ευρώπης και της Ασίας. Σε σπηλιά του Monte Circeo νότια της Ρώμης βρέθηκε ταφή μεμονωμένου κρανίου Νεάντερταλ με τη βάση του τεχνητά διανοιγμένη. Αυτός ο «κανιβαλισμός» που βλέπουμε και στο Steinheim της Στουτγάρδης, στο Ehringsdorf της Βαϊμάρης και του Choukoutien κοντά στο Πεκίνο ίσως οφείλεται στην παλαιολιθική πίστη για τη μεταβίβαση των νοητικών ικανοτήτων του νεκρού.
Μνημειακή κατασκευή της εισόδου και δείγμα τοιχοδομής εξωτερικού τοίχου στην «Ελληνοκαμάρα» Κάσου.
Η σπηλιά της «Ελληνοκαμάρας» είναι μια βραχοσκεπή που ο άνθρωπος μετέτρεψε σε τεχνητό σπήλαιο. Η τριμερής εσωτερική της διαίρεση, μορφολογικά ανάλογη με τα τριμερή ιερά της Ανατολής, και η μνημειακή κατασκευή του φράγματος της εισόδου υποδεικνύουν ότι πρόκειται για τόπο λατρείας. Χαρακτήρες της γραμμικής Α και Β σε λιθόπλινθους και σε λίθους διάσπαρτους στο εσωτερικό της σπηλιάς παραπέμπουν στα τεκτονικά σημεία που κατέγραψε ο Evans στην Κρήτη. Δεδομένου ότι η χρονολόγηση δεν μπορεί να στηριχτεί στην τοιχοδομία, μέχρις ότου υλοποιηθεί η προγραμματισμένη έρευνα διατυπώνουμε την υπόθεση ότι η «Ελληνοκαμάρα» ως χώρος λατρείας ανάγεται πιθανώς στην κρητομυκηναϊκή περίοδο και φθάνει τουλάχιστον ως τα ελληνιστικά χρόνια.
Σπήλαιο Πολιτικών, Εύβοια: όστρεα διασκευασμένα σε κοσμήματα.
Μόνο το Φράγχθι στην Αργολίδα παρουσιάζει στρωματογραφημένα ευρήματα από την Παλαιολιθική σε συνεχή διαδοχή ως τη Χαλκοκρατία. Λείψανα από την Αρχαιότερη Νεολιθική που ανάγεται στην 6η χιλιετία βρέθηκαν στο Κοίλωσι Καρύστου και στου Μαρμαρά τη σπηλιά στα Πολιτικά της Εύβοιας. Στην κεραμική των λίγων οικισμών της Εύβοιας διαφαίνονται έντονες σχέσεις με τη Νέα Μάκρη Αττικής. Στη Νεότερη Νεολιθική που απλώνεται σε όλη την 5η χιλιετία η ανθρώπινη παρουσία στα σπήλαια γενικεύεται. Στην Εύβοια αξιοπρόσεχτο είναι το σπήλαιο Σκοτεινή στα Θαρούνια και το σπήλαιο Μέριανη του Μίστρου. Η Τελική Νεολιθική έχει μεγάλη διάρκεια (4100-3200 π.Χ.) και αφορά «πολιτισμό του Αιγαίου». Ανερμήνευτη παραμένει η σπανιότητα λειψάνων από τη Χαλκοκρατία. Ευρήματα βρέθηκαν στα σπήλαια της Δραγκονάρας, Γκρασπηλαία, Φράγχθι, Κουφιέρου, και στο σπήλαιο Νέστορος. Η μυκηναϊκή περίοδος αντιπροσωπεύεται από τη Σκοτεινή και την Τουρκοσπηλιά στην Εύβοια. Στους ιστορικούς χρόνους, τα σπήλαια έγιναν χώροι λατρείας ή ταφών. Η χρήση των σπηλαίων ως μόνιμης κατοικίας από τη Νεολιθική εποχή και πέρα είναι απίθανη. Πιθανότερη είναι η εποχική διαβίωση κυρίως βοσκών με τα κοπάδια τους, χωρίς να αποκλείεται η ταφική χρήση. Βέβαιο είναι ότι περιστασιακά οι σπηλιές λειτούργησαν ως καταφύγια από επιδρομές, τόποι απομόνωσης σε επιδημίες ή και για το «σπήλιωμα» ασθενικών νεογνών. Σπηλιές με ταφές βρέθηκαν στην Εύβοια, στην Κρήτη, στη Ρόδο, στη Μάνη. Βιοτεχνική χρήση έχει βεβαιωθεί για τη Γκρασπηλαία της Οχτωνιάς. Δημοσιεύονται δύο πίνακες: ο ένας με τα σπήλαια της Εύβοιας, ο άλλος με τα προϊστορικά σπήλαια της Ελλάδας εκτός της Εύβοιας και της Κρήτης.
Αναθηματικό ανάγλυφο με τον Πάνα και Νύμφες. 330 π.Χ., Στοά του Αττάλου, Αθήνα.
Η εισαγωγή της λατρείας του Πάνα στην Αττική συνδέεται με τον πανικό που ο θεός ενέσπειρε στους Πέρσες στη μάχη του Μαραθώνα. Ο Αρκάδας Πάνας λατρεύεται σε σπηλιές, χώρους στον αντίποδα του πολιτισμένου βίου, που υπογραμμίζουν παράλληλα την ετερότητα της πατρίδας του.
1. Σπηλιά Οινόης Β΄, Μαραθώνας. Οι προσκυνητές αφιέρωσαν στον Πάνα και τις Νύμφες μια σπηλιά με πέντε θαλάμους όπου βράχια και σταλακτίτες φτιάχνουν με τα χρώματά τους ένα νεραϊδότοπο. Εντοπίστηκαν νεολιθικές ταφές και ευρήματα που φθάνουν ως την Υστεροελλαδική ΙΙΙ (1600-1100 π.Χ.). Το σπήλαιο ξαναλειτούργησε την κλασική εποχή. Βρέθηκαν όστρακα αγγείων, πήλινα ειδώλια του Πάνα και των Μαραθωνίδων Νυμφών.
2. Λυχνοσπηλιά ή Άντρο Πάνα, Πάρνηθα. Η σπηλιά έχει τρεις επιφανειακές πηγές νερού και δύο θαλάμους. Στο βορινό μέρος το δάπεδό της σκεπάζεται από πετρωμένες ροές (gours), που η ύλη τους έχει σχηματίσει μεγάλες λεκάνες στο κέντρο της σπηλιάς. Σε συλλογή νερού σε λεκάνη βρέθηκαν niphargus για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Επίσης: όστρακα προϊστορικής και μυκηναϊκής κεραμικής, θραύσματα αγγείων από το 1000 ως τον 5ο αιώνα π.Χ., αγαλματίδια και ανάγλυφα με τον Πάνα, τον Ερμή, τις Νύμφες, λουτροφόρος και εκατό γαστρώδη αγγεία (θυμιατήρια). Το σπήλαιο πήρε το όνομά του από τα παλαιοχριστιανικά λυχνάρια που υπερβαίνουν τις δύο χιλιάδες.
3. Ακρόπολη Αθηνών. Στη βορειοδυτική πλευρά της Ακρόπολης υπάρχουν τρία σπηλαιώδη χάσματα, τελείως ανοικτά και με μικρό βάθος. Στο Α΄ τοποθετείται η πηγή της Κλεψύδρας, το Β΄ ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα. Από το Γ΄ δεν υπήρξαν ευρήματα. Ένα πραγματικό σπήλαιο που εντοπίστηκε αποδόθηκε στον Πάνα.
4. «Νυμφαίο» Πεντέλης. Μαρμάρινη σπηλιά, μόλις 30 μ. χαμηλότερα από το κυριότερο λατομείο της αρχαιότητας. Η ζωή εκεί αρχίζει στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ και διακόπτεται το 2ο αιώνα μ.Χ. Ενυπόγραφα αναθήματα στις Νύμφες, που εικονίζονται με τον Ερμή και τον Πάνα, είναι τα δύο ανάγλυφα του 4ου αιώνα π.Χ. Βρέθηκαν πήλινα ειδώλια, πολλά λυχνάρια φωτισμού και κομμάτια μαρμάρινης λεκάνης. Πρόκειται άραγε για νυμφαίο – μαντείο όπου ασκείται η υδρομαντική και η λεκανομαντεία;
5. Σπηλιά του Πάνα, Δαφνί. Η σπηλιά έχει σχήμα χωνιού και χωρίζεται σε τρία διαμερίσματα. Δεν υπάρχουν ευρήματα αρχαιότερα του 5ου αιώνα π.Χ. Από τις ενδείξεις λατρευτικής χρήσης, χαρακτηριστικότερες για τον Πάνα και τις Νύμφες είναι οι πήλινες σωληνοειδείς μορφές.
6. Σπηλιά «Νυμφόληπτου», Βάρη. Δύο επιγραφές μαρτυρούν ότι ο Αρχέδημος ο Θηριανός έσκαψε το βράχο για να αφιερώσει τη σπηλιά στις Νύμφες. Ο Βωμός ο αφιερωμένος στον Πάνα έχει την όψη πρόσοψης ιερού. Χαμηλότερα, σε διώροφο βωμό υπάρχει η επιγραφή «Απόλλωνος έρσο». Πλάι, ανάγλυφο εικονίζει άντρα που σπάει πέτρες κρατώντας εργαλεία γλύπτη ή λιθοξόου. Το όνομα «Αρχέδημος» είναι πάλι χαραγμένο δύο φορές. Προς την έξοδο, σμιλεμένο γυναικείο κεφάλι συνοδεύεται από την επιγραφή «Χάριτος». Τα ποικίλα ευρήματα είναι ανάγλυφα, νομίσματα, επιγραφές, αγαλματίδια, αγγεία, λυχνίες. Στην αρχαιότητα η σπηλιά χρησιμοποιήθηκε από το 550 ως τον 2ο αιώνα π.Χ.
7. Σπηλιά των Μεγάρων. Τα λιγοστά ευρήματα υπέδειξαν ότι η σπηλιά ήταν αφιερωμένη στον Πάνα. Καθώς έχει γεμίσει πέτρες, ως σήμερα μόνον οι αρχαιοκάπηλοι την έχουν ερευνήσει συστηματικά.
Το Κωρύκειο Άντρο
Στον Παρνασσό, σε υψόμετρο 1360 μ., η σπηλιά, η αφιερωμένη στον Πάνα και τις Νύμφες, υπήρξε πιθανόν το πρώτο θρησκευτικό κέντρο της περιοχής γύρω από τους Δελφούς. Ανθρώπινη παρουσία διαπιστώνεται ήδη από την παλαιολιθική εποχή. Από τον 6ο αιώνα π.Χ. τα ευρήματα πληθαίνουν: αγγεία, πήλινα ειδώλια και προτομές, δαχτυλίδια και αστράγαλοι. Στη ρωμαϊκή εποχή, η αίγλη του σπηλαίου έχει σβήσει. Βρέθηκαν πήλινα αγαλματίδια του Πάνα, ανάγλυφο με τις Νύμφες που οδηγεί ο Ερμής, γυναικεία ειδώλια. Τι μαρτυρεί όμως το πλήθος των αστραγάλων; Παιδικό παιχνίδι ή όργανο μαντείας; Μήπως πριν εγκατασταθεί η Πυθία στους Δελφούς, υπήρχε μαντείο στο Κωρύκειο Άντρο;
Θραύσμα κρανίου με χάλκινη αιχμή βέλους.
Γεωλογικά και ανθρωπολογικά στοιχεία συνηγορούν για τον εντοπισμό του Καιάδα 10 χλμ. έξω από τη Σπάρτη, στο δρόμο Σπάρτης-Καλαμάτας, στην έξοδο του χωριού Τρύπη. Θρυλική είναι η μορφή του Αριστομένη, ηγέτη των εξεγέρσεων των υποδουλωμένων Μεσσηνίων (5ος αιώνας π.Χ.), που κατάφερε να αποδράσει από τον Καιάδα όπου τον έριξαν οι Λακεδαιμόνιοι. Σε βάραθρο ρίχνονταν και στην Αθήνα οι κατάδικοι που είχαν θανατωθεί με το βασανιστήριο του «αποτυμπανισμού». Ο καταποντισμός ολόσωμων πτωμάτων σε βάραθρο ήταν η «εσχάτη των ποινών».
Ο Καιάδας χρησιμοποιήθηκε από τους Σπαρτιάτες κυρίως στη διάρκεια των Μεσσηνιακών πολέμων (8ος-5ος αιώνας π.Χ.) για τον καταποντισμό εχθρών αλλά και κοινών καταδίκων. Πρόκειται για σπηλαιοβάραθρο γεμάτο ανθρώπινο σκελετικό υλικό. Μεγάλη κατάπτωση βράχων στο εσωτερικό του ακολούθησε τον καταστρεπτικό σεισμό του 464 π.Χ. Τα οστά ανθρώπινων σκελετών πάνω σε πεσμένους ογκόλιθους μαρτυρούν είτε ότι ρίχτηκαν άνθρωποι και μετά το 464 π.Χ. ή ότι όσοι επέζησαν από το σεισμό προσπάθησαν να αναρριχηθούν προς την έξοδο αλλά δεν τα κατάφεραν. Άλλωστε, η έξοδος από το αρχικό στόμιο του βάραθρου με τα σχεδόν κατακόρυφα τοιχώματα αρνητικής κλίσης είναι εντελώς αδύνατη όχι μόνο για ανθρώπους αλλά και για ζώα.
Δαφνί, Γέννηση. Ψηφιδωτό, περ. 1100.
Στη βυζαντινή εικονογραφία, το σπήλαιο συνδέεται κυρίως με τη Γέννηση του Χριστού (Δαφνί, Όσιος Λουκάς, Περίβλεπτος Μυστρά) και τη Σταύρωσή του. Μια σχηματική γραμμή αποδίδει το σπήλαιο στις εκκλησίες-σπήλαια της Καππαδοκίας αλλά το βραχώδες τοπίο παραμένει αναγνωρίσιμο. Εικονογραφικά εμφανίζεται στη γέννα της Εύας, στον Μωυσή και τη φλεγόμενη βάτο, στον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή της Πάτμου ενώ συνδέεται με τον Άγιο Αντώνιο και την Αγία Αικατερίνη. Το σπήλαιο τοποθετείται κάτω από τον Σταυρό που μοιάζει να φυτρώνει από αυτό. Στον Γολγοθά, στο μαύρο του άνοιγμα διαγράφεται το κρανίο του Αδάμ. Τη θέση του σπηλαίου που στηρίζει το σταυρό, στη Δύση παίρνει κάποτε η ίδια η γη αντικαθιστώντας τον Άτλαντα που υποβαστάζει τον ουράνιο θόλο. Χώρος της Γέννησης και χώρος του Θανάτου: ποια η σχέση του χριστιανικού σπηλαίου με το άντρον της αρχαιότητας; Η Ρέα και ο Δίας, ο Ερμής, ο Φιλοκτήτης, ο Ίων, ο Πλάτωνας: το φως παλεύει με το σκοτάδι. Στη σύγχρονη λογοτεχνία, ο Δον Κιχώτης επιχειρεί μια κάθοδο σε μια σπηλιά-μήτρα με ένα σχοινί-ομφάλιο λώρο. Ανάλογη κατάβαση επιχειρεί και ο Σεβάχ ο Θαλασσινός. Χώρος ψευδαίσθησης και οφθαλμαπάτης για την πλατωνική Πολιτεία, στη βυζαντινή παράδοση το σπήλαιο γίνεται χώρος αποκάλυψης-μετάβασης από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, χώρος συμφιλίωσης με το μαύρο.
Ο θάλαμος της «Χρυσής Βροχής» στο σπήλαιο Βύθακα του Διρού.
Η είσοδος του σπηλαίου είναι ένα βάραθρο με διάμετρο 4-5 μ. και κάθετο βάθος γύρω στα 5 μ. Από τον πυθμένα του ξεκινούν δύο αντίθετης φοράς κατηφορικοί διάδρομοι. Ο βορειοδυτικός απολήγει σε μικρή αίθουσα και κλείνει σε εσοχή γεμάτη λιθωματικό διάκοσμο. Ο νότιος οδηγεί στο κυρίως σπήλαιο. Στο σημείο που στενεύει υπάρχει απότομη κατάβαση 2 μ. που σχηματίζεται από τεχνητή λιθοδομή. Από εκεί και πέρα αρχίζει η «Μεγάλη Αίθουσα» του σπηλαίου με ύψος οροφής 10 μ., διακοσμημένη ολόκληρη με φαντασμαγορικούς σταλακτίτες, σταλαγμίτες και τεράστιες κολόνες με κίτρινες, ροζ και κόκκινες αποχρώσεις. Με απότομη ανάβαση 4 μ. από το νότιο άκρο της αίθουσας, βρισκόμαστε σε θάλαμο με πυκνό σταλακτιτικό διάκοσμο που θυμίζει κρυσταλλωμένη βροχή. Ονομάστηκε θάλαμος της «Χρυσής Βροχής». Στο σπήλαιο υπάρχουν δύο βαθύτερα επίπεδα. Στα επιφανειακά ευρήματα συγκαταλέγονται θραύσματα αγγείων, χάλκινα νομίσματα, σιδερένια αιχμή βέλους, κοκάλινοι δακτύλιοι και πολλά θραύσματα οστών ιδίως στο κατώτερο επίπεδο.
Η διερεύνηση του σπηλαίου δρομολογήθηκε το 1978 από τον πρόεδρο της κοινότητας Δρυάλου Λακωνίας που απευθύνθηκε στο Τμήμα Σπηλαιολογικών Ερευνών (ΤΣΕ) της Εταιρείας Πνευματικής και Επιστημονικής Αναπτύξεως (ΕΠΕΑΝ). Έπονται τρεις αποστολές το 1978, το 1979 και το 1980. Στην τελευταία ακολουθεί κινηματογραφικό συνεργείο της τότε ΥΕΝΕΔ (ΕΡΤ 2). Το 1981 η ΕΠΕΑΝ κιγκλιδώνει το σπήλαιο για προστασία. Το 1982 οργανώνεται νέα αποστολή για πληρέστερη χαρτογράφηση, φωτογράφιση και συμπληρωματική κινηματογράφηση. Ο συγγραφέας επιχειρηματολογεί υπέρ της τουριστικής αξιοποίησης του σπηλαίου Βύθακα που, μαζί με τα ήδη αξιοποιημένα σπήλαια Βλυχάδα και Αλεπότρυπα, θα δημιουργήσουν στην περιοχή του Διρού σπηλαιολογικό συγκρότημα ανάλογο με το πρότυπο συγκρότημα της γιουγκοσλαβικής Ποστόινα.
Η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη, μέσα στη σπηλιά.
Από τις εκκλησίες των βράχων, υπόσκαφες ονομάζονται εκείνες που διαμορφώθηκαν με την αφαίρεση μάζας από τους φυσικούς βράχους της σπηλιάς, όπως έγινε στη Σαντορίνη. Σπηλαιώδεις λέγονται όσες διαμορφώθηκαν προσθετικά, δηλαδή με το χτίσιμο τοίχων, τέμπλου ή άλλων τμημάτων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: η εκκλησία της Αγίας Ελεούσας στη λακωνική Μάνη, η εκκλησία μέσα στη σπηλιά του Νταβέλη στην Πεντέλη, ο Άγιος Αθανάσιος στη Σκύρο κ.ά. Αναγκαστικά, ο θάλαμος της σπηλιάς υπαγορεύει κάποιες αποκλίσεις. Η θέση της Πρόθεσης είναι η μόνη που τηρείται αυστηρά. Εκτός από τους διωγμούς των χριστιανών ή την ηθελημένη απομόνωση αναχωρητών, οι εικόνες που έκρυβαν όσοι καταδιώκονταν από επιδρομείς και έβρισκαν καταφύγιο σε σπηλιές (σπήλαιο «Εικονίσματα» στην Εύβοια), οδήγησαν και αυτές στη δημιουργία εκκλησιών. Εικόνες σε σπηλιές έφερναν και οι βοσκοί. Οι περισσότερες υπόσκαφες και σπηλαιώδεις εκκλησίες βρίσκονται στο Αιγαίο και την Πελοπόννησο, σε τόπους που επέδραμαν πειρατές. Περιγράφονται τρεις από τις εκκλησίες που ιδρύθηκαν σε αρχαία λατρευτικά άντρα.
1. Σπήλαιο Αγίου Χριστοδούλου, Λίμνη Ευβοίας. Αυτή η μεικτή, υπόσκαφη και σπηλαιώδης εκκλησία χρονολογείται γύρω στα 1102.
2. Άγιος Νικόλαος στα Πουριά, Σκύρος. Εκκλησία που μετατράπηκε σε μεικτού τύπου, υπόσκαφη σε πελεκημένο βράχο από ασβεστιτικό ψαμμίτη, το οικοδομικό υλικό των Σκυριανών. Χρονολογείται πριν από το 1806.
3. Άγιος Αθανάσιος Αθωνίτης στα Παγιά Σκύρου. Καθαρά σπηλαιώδης εκκλησία. Μεγάλες λαξεμένες πέτρες από ελληνιστικά τείχη έχουν χρησιμοποιηθεί στους τοίχους της. Ίσως ο άγιος Αθανάσιος το 10ο αιώνα έφτιαξε στη σπηλιά μια εκκλησία που το 1602 τη γκρέμισαν για να φτιάξουν τη σημερινή.
Το σπήλαιο της Αλιστράτης Σερρών.
Με την ίδρυση της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας (1977) τα σπήλαια περιλαμβάνονται στην κατηγορία των μνημείων και κάθε εύρημα που προέρχεται από αυτά θεωρείται αρχαιολογικό. Ο συγγραφέας δράττεται της ευκαιρίας για να επισημάνει τα ως τώρα κακώς κείμενα. Τα παλαιοντολογικά ευρήματα των ανοιχτών χώρων, γράφει, δεν προστατεύονται από κανένα νόμο, με αποτέλεσμα χώροι σαν το Πικέρμι να έχουν μετατραπεί σε σκουπιδότοπους. Οι παλαιοντολογικές ανασκαφές που εκτελούν τα πανεπιστήμια διέπονται ακόμη από νόμο του 1936 που χορηγεί στον αλλοδαπό ανασκαφέα έξι ευρήματα από το κάθε είδος! Στα πανεπιστήμια η φυσική αρχαιολογία δεν διδάσκεται ως αυτοτελής επιστήμη, ανθρωπολογικό μουσείο δεν υφίσταται. Στο ΥΠΠΕ συγχέεται μάλλον η Αρχαιομετρία με τη Συντήρηση. Πέρα από την προστασία και την έρευνα σπηλαίων και παλαιοανθρωπολογικών θέσεων, οι στόχοι της Εταιρείας είναι: α) συνδρομή στις περιφερειακές Εφορείες Αρχαιοτήτων, β) ο συντονισμός της έρευνας, η συνεργασία με τον ΕΟΤ, τα υπουργεία και τους ιδιωτικούς φορείς, γ) η συμβολή στην ανάπτυξη της περιφέρειας σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και η προβολή του σπηλαιολογικού πλούτου της χώρας. Ιδιαιτερότητα παρουσιάζει το θέμα της «ανασκαφής σπηλαίων», καθώς εκεί βρίσκονται αδιατάραχτα στρώματα αποθέσεων – επιθέσεων που προσφέρουν σημαντικά στρωματογραφικά στοιχεία για τη μελέτη κυρίως προϊστορικών περιόδων. Αυτό το πλεονέκτημα της αδιατάρακτης μικροστρωματογραφίας σε κλειστούς χώρους οδήγησε στην υιοθέτηση ειδικής ανασκαφικής τεχνικής.
Σπήλαιο Σφεντόνη, στα Ζωνιανά του νομού Ρεθύμνου.
Η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας είναι ο κατάλληλος φορέας για να συμπεριλάβει την αρχαιογεωλογική έρευνα των ανοιχτών χώρων. Με το γενικό όρο «αρχαιογεωλογία» ή «γεωαρχαιολογία» νοείται η στενότερη συνεργασία της ιστορίας και της αρχαιολογίας με τις άλλες επιστήμες του περιβάλλοντος, ιδιαίτερα όσες μελετούν την τεταρτογενή. Η οργάνωσή της πρέπει να προβλέπει τη συγκρότηση των εξής αρχείων: α) άμεσες ή έμμεσες φιλολογικές μαρτυρίες, σχετικές με τοπογραφία, κλίμα, γεωμορφολογία, υδρογραφία, κ.ά., β) χάρτες (τοπογραφικούς, γεωλογικούς, υδρογραφικούς, ακτογραφικούς κ.λπ.) και αεροφωτογραφίες, γ) συναφείς πληροφορίες από δημοσιεύσεις παλαιών ανασκαφών.
Το σπήλαιο των Λιμνών, στα Καλάβρυτα.
Η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας χρειάζεται να αποκτήσει τους εξής χώρους: εργαστήριο ανθρωπολογίας και αποθήκη, γεωλογικό εργαστήριο και τράπεζα πετρωμάτων, εργαστήριο βιολογίας, εθνοβοτανολογίας, λιθοτεχνίας, ζωοαρχαιολογίας, τράπεζα για όστρακα σπηλαίων, αρχείο σπηλαίων, εργαστήριο συντήρησης αρχαίων και την κατάλληλη βιβλιοθήκη. Ορίζεται, κατά ειδικότητα, ο αριθμός των ατόμων που πρέπει να στελεχώσουν την Εφορεία. Η Εφορεία πραγματοποιεί αυτοψίες, επεμβαίνει για τη διάσωση σπηλαίων, επιβλέπει τις ανασκαφές από τις περιφερειακές Εφορείες και από τις ξένες σχολές και συνεργάζεται με τον ΕΟΤ. Ο συγγραφέας επισημαίνει πόσο καταστροφική μπορεί να είναι η τουριστική αξιοποίηση σπηλαίων αν δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες προδιαγραφές.
Εξερευνώντας πολυδαίδαλη λίμνη στο σπήλαιο «Λιμνών» στις Καστριές Καλαβρύτων.
Τα σπήλαια, ανάλογα με το πώς σχηματίστηκαν και πως εξελίχθηκαν, διακρίνονται σε α) ηφαιστειογενή, κοραλλιογενή και σε τόφους ή β) αιολικά. Τα τεκτονικά και τα καρστικά διαιρούνται σε οριζόντια, κατακόρυφα, λιμναία και ενάλια. Η Ελλάδα, χώρα καρστική (κατά το 65% καλύπτεται από ασβεστολιθικά πετρώματα), έχει πλήθος σπήλαια, βάραθρα και υπόγειους ποταμούς. Η συστηματική μελέτη των σπηλαίων άρχισε το 1950 με την ίδρυση της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας (ΕΣΕ) από τον Γιάννη Πετρόχειλο. Τις μελέτες της η ΕΣΕ τις καταθέτει στον ΕΟΤ και στην Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας του ΥΠΠΕ που συστήθηκε το 1977.
Αναφέρονται τα σπήλαια που έχουν ήδη αξιοποιηθεί τουριστικά και όσα θα ακολουθήσουν. Περιγράφονται οι πραγματικές συνθήκες διερεύνησης και η απαραίτητη εξάρτηση του σπηλαιολόγου.
Ο πιο συχνά απαντώμενος κάτοικος των σπηλαίων.
Χάρη στα ασβεστολιθικά της πετρώματα η Ελλάδα είναι «χώρα των σπηλαίων». Ξένοι επιστήμονες έχουν εργαστεί στο Ασπροχάλικο Ηπείρου, στο σπήλαιο Φράγχθι της Αργολίδας, στο σπήλαιο Κίτσου στο Λαύριο Αττικής. Ωστόσο, εκμεταλλευόμενοι την αδιαφορία του ελληνικού κράτους κάποιοι ξένοι επισκέπτες προκάλεσαν καταστροφές. Μόλις το 1983 το ΥΠΠΕ αποφάσισε να κηρύξει τα σπήλαια «αναπόσπαστο τμήμα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς». Το πρώτο στάδιο της σπηλαιοέρευνας είναι ο εντοπισμός του σπηλαίου που γνωρίζουν κυρίως οι ντόπιοι. Στη συνέχεια γίνεται η αναγνώριση και η εξερεύνηση της σπηλαιομορφής. Η νέα τεχνολογία έχει διευκολύνει πολύ την εξερεύνηση, αν και ο εξοπλισμός εισάγεται από το εξωτερικό και είναι δαπανηρός. Οποιαδήποτε επέμβαση απαγορεύεται ρητά. Για τους σπηλαιολόγους ισχύει ο βασικός κανόνας: «Πάρε μόνο φωτογραφίες και άφησε μόνο τα πατήματά σου!» Το τρίτο στάδιο είναι η αποτύπωση, η χαρτογράφηση της διαδρομής που ακολουθήθηκε και η λήψη φωτογραφιών. Ακολουθεί η σύνταξη μιας έκθεσης που υποβάλλεται στην Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας του ΥΠΠΕ. Η έλλειψη εξοπλισμού και ατόμων δεν επιτρέπει στην Υπηρεσία να ολοκληρώσει την έρευνα με ανασκαφή. Ο συγγραφέας στιγματίζει την τουριστική αξιοποίηση των σπηλαίων που διαταράσσει την ευαίσθητη οικοϊσορροπία τους. Ως «θλιβερά παραδείγματα» αναφέρει το σπήλαιο Πέραμα στα Γιάννενα και το σπήλαιο Κουτούκι στην Παιανία Αττικής.
Η ελληνική ορθόδοξη εκκλησία στην Καπερναούμ.
Το «ελληνικό τμήμα» της Καπερναούμ, αγορασμένο από το Πατριαρχείο, καλύπτει 20.000 τ.μ. κατά μήκος της θάλασσας της Γαλιλαίας. Αποτελεί την ανατολική απόληξη της αρχαίας πόλης που το δυτικό της τμήμα ανήκει στο Φραγκισκανικό Μοναχικό Τάγμα της Κουστωδίας των Αγίων Τόπων. Ο σύγχρονος τοίχος που διαχωρίζει τα δύο τμήματα έτυχε να είναι και το διαχωριστικό όριο της αρχαιότερης πόλης (2ος αιώνας π.Χ.) από τη μεταγενέστερη. Ο διευθυντής των ανασκαφών Βασίλειος Τζαφέρης θεωρεί ότι η ίδρυσή της συμπίπτει με την ανακατάληψη των Αγίων Τόπων από τον Ηράκλειο το 629. Από τα ευρήματα ξεχωρίζουν λείψανα εγκαταστάσεων που χρησίμευαν ως αγκυροβόλιο και θησαυρός 282 χρυσών δηναρίων των Ομμεϋαδών.
Αλ. Αλεξίου, Η Μεγάλη Πυραμίς, Χάρτης αρ. 14-1.
Ο συγγραφέας αμφισβητεί ότι η ιερότητα της Δήλου οφείλεται στη γέννηση του Απόλλωνα και προωθεί τη θεωρία ότι προέρχεται από τις γεωδαιτικές σχέσεις που τη συνδέουν με την πυραμίδα του Χέοπος. Με τη μέθοδο της τριγωνοδαισίας συνδέει ελληνικά ιερά, πόλεις και τόπους με τη Μεγάλη Πυραμίδα. Αναφέρονται το όρος Αραράτ, τα ακρωτήρια Ταίναρο, Σούνιο και Μανδήλι όπου ήταν η πόλη Γόρδιο, η πόλη του Κολοφώνα με το Κλάριο Μαντείο, η Κύπρος, η Ολυμπία, ο ποταμός Ινωπός και η σχέση του με το Νείλο.
Από τη Γιγαντομαχία της βόρειας ζωφόρου του Θησαυρού των Σιφνίων.
Η συγγραφέας, γλύπτρια η ίδια, αποκαλύπτει την αριθμητική τάξη που διέπει τις μετρήσεις του κτιρίου, της ζωφόρου και των αναλογιών της. Καλυμμένη από τα σχήματα και την πλαστικότητα, η τάξη δημιουργεί μιαν αόριστη μουσικότητα. Με οδηγό τη χρυσή τομή της μονάδας του καννάβου γράφεται η πυκνότητα της σύνθεσης, ενώ οι κάθετες γράφουν τη γραμμή της σύνθεσης και το ρυθμό.
Δύο γλύπτες έχουν δουλέψει στη ζωφόρο. Ο ένας που ήταν και ο αρχιτέκτονας ήταν ιωνικής καταγωγής και μάλλον όρισε και τις χαράξεις (καννάβους) σε όλες τις πλευρές της ζωφόρου. Ο δεύτερος γλύπτης προσάρμοσε με προσωπικό τρόπο τη σύνθεσή του.
Αναλύονται διεξοδικά δύο θέματα: α) τα τέσσερα άλογα των Ελλήνων, δεξιά της ανατολικής ζωφόρου και β) η γιγαντομαχία της βόρειας ζωφόρου με τον Κάνθαρο-γίγαντα.
H ναυμαχία της Ναυπάκτου του Γεωργίου Κλόντζα (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας)
Η ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) είναι το κεντρικό θέμα της εικόνας. Στη «μάχη των Εχινάδων», όπως την ονομάζει επιγραφή σε βενετοκρητική διάλεκτο, τα σημαιοστολισμένα πλοία του Ιερού Συνασπισμού και των Τούρκων πλαισιώνουν τη σφοδρή σύγκρουση. Στην ξηρά διακρίνεται ο ισπανός αρχιστράτηγος Don Juan de Asturia. Την παράσταση στεφανώνει ζώνη με έξι αγίους: άγιος Μάρκος, άγιος Νικόλαος, προφήτης Συμεών, άγιος Σπυρίδων και οι άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος. Η ναυμαχία απαθανατίστηκε σε τρεις ακόμη κρητικές εικόνες και σε μικρογραφημένο χειρόγραφο της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης που εικονογράφησε ο κρητικός Κλόντζας. Η εικόνα, εφόσον είναι δικό του έργο, χρονολογείται ανάμεσα στο 1571 και 1608.
Αρχαία ελληνιστική πόλη στον Ξερόκαμπο.
Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.
We all know from history that the rocky island of Delos has always been a sacred site of religious reverence and homage in spite of its minute size. Also that the state of Athens tried for centuries to possess it employing even illicit means from a political and humanitarian point of view. The reverence for this small island was such that all the other islands lying close to it were named Cyclads due to their circular arrangement around Delos, the holy nuclear. Delos as a place of worship was venerated long before Delphi and Olympia. Αll ancient writers ascribe the veneration and sancity of Delos to the holy myth according to which not only Artemis but mainly her brother Αροllο were born there. Of course, this theory has always been an enigma since nο other birthplace of any Greek god, Zeus included, has ever been considered as sacred as Delos. If we also take into consideration that other peoples Iike Egyptians, Persians, Phoenicians, Jews, Romans, etc.,regarded Delos as a most sacred place the enigma becomes even more complex due to the international so to speak reverence in which the island was held. Το answer this enigma one has to search and discover the real reason for the sanctity of the Aegean island, beyond the myth of Αροllο. Our answer-theory is the natural conclusion of twenty years research οn the Pyramid of Cheops and derives from the very close geodetic relations connecting two objects so different and far apart from each other. Delos, a natural geographic point, and the Pyramid of Cheops, an artificial, human creation that was chosen to be built οn a specific site considered by the ancient Egyptians as the omphalos of the world.
The most interesting excavation in the “Greek sector” of the ancient city of Capernaum was carried out last summer by the Israeli Department of Antiquities and Museums. The excavation was under the auspices of the Greek Orthodox Patriarchate of Jerusalem and was directed by Vasilios Tzaferis, a Greek in origin. In the excavation also participated and contributed financially approximately forty students and professors of the universities of Notre Dame, of Indiana, Missuri State University and Averett College of Virginia, U.S.A. The project focused on the excavation of a new area, extending over one and a half acres, between the walls of the Franciscan sector and the shore of the Τiberias sea. The surνey was limited to four trenches where traces of a public building (bath?) and of a water supply and drain system started to appear. The shards found so far belong to the Roman, Byzantine and Arabic period. The excavation is to be continued this coming summer and its pursuit is quite ambitious; the formation and functions of the posterior city to be completed and elucidated, the church of St. John the Theologian, known from christian itineraries, that replaced the oId sanctuary of St. Peter's dwellings after the Arabic conquest, to be located and brought to light.
Caves and natural sanctuaries dedicated to Pan, a deity of nature, are located far from urban sanctuaries. 1. The Oenoe Β cave, Marathon, Attica, consists of ten halls overloaded with stalactitic and stalagmitic material. The archaeologic finds belong to the Prehistoric, Classic, Roman and Byzantine period. 2. The cave located in the 5-Ω side of Parnis mountain is called "Pan's cavern" or "cavern of the lamps" due to the multitude of lamps found in it. lt consists of two halls that have produced a significant number of inscriptions, dedicatory reliefs, etc. 3. The cave of Pan on the NW slope of the Acropolis hill is adjacent to three major ones dedicated to Αροllο. It was assigned to the cult of Pan after the Marathon battle in 490 BC. 4. The cave "Nymphaeon", on Mount Penteli is small but important since two singificant dedicatory reliefs were found there. The one, dating back to 350 BC, has a representantion of Pan, the Nymphs, Hermes and of three quarry men, the dedicators. The other, dating forty years later than the first, exhibits a scene taking place in a cave. 5. The cave of Pan at Daphni, Attica is located close to the Byzantine monastery. The arcaeological finds are not important but serνe as terminus for its dating: the cult performed in the cave ranges from the Prehistoric period to the end of the 5th century BC. 6. The cave "Nympholiptou" at Vari, Attica is located high οn Hymittos mountain. The finds date from the 6th to the 2nd century BC, although the coins of 307-408 ΑD found in it indicate a resumption of use after a gap of four to five centuries. 7. The cave of Megara, yet virtually unexcavated, has produced a few surνey finds, which date to the classic era.
It is just one hundred years ago that archaeologists and antiquities hunters started searching the ground of the Cretan caνes, but it was only in 1982 that professor J. Sakellarakis began the scientific excavation of the caνe in which Zeus-Jupiter, the major god of the Greek and Latin pantheon was born, brought up, got married and died. The speleologists in Crete haνe documented oνer 3.300 carstic forms and among them fifty caνes of cult worship and two hundred and sixty rock shelters with Christian chapels. Three caνes are discussed here. The cave of Hagia Paraskeνi at Skoteino, an authentic labyrinth of Ariadne, Theseus and the Minotaurus. The cave Mavri at Kamares, close to Phaestos and the cave of Arkouda, close to Chania. dedicated to the Nymph Cynosoura and later to Artemis. The importance and effect of the cults performed in the forementioned caves of classical mythology and of the Greek world in general are underlined in this article.
The caνe Vythakas is located at Pyrgos Dyrou in the western Mani, Peloponnese. The entrance of the caνe is a gorge fiνe metres deep and four to fiνe metres wide. The bottom of this small gorge is coνered by huge stones, earth and further transferred material that forms a hillock two to three metres high. Thus, the real depth of the gorge, when going down, is diminished from seνen to fiνe meters, approximately. Immediately after one has descended one stands in front of two sloping corridors leading in opposite directions, going NW and south, respectiνely. The south corridor giνes access to the main caνe, where the following objects haνe been surνeyed and photographed: _ Shards of νarious sizes. _ Bronze coins (diametre 1 cm.) that due to their heaνy oxidation did not exhibit any indication of origin. _ Metal arrow-heads. _ Bone rings, probably from a necklace. _ Bone fragments located in νarious spots but mainly in the lower leνel of the caνe. Α stone wall of yet unknown date and function was discoνered and photographed.
The article deals with the deciphering of the original decorative "writing" of the Siphnian Treasure that was created by the architect and the sculptor - probably an architect-sculptor of the monument, who was responsible for the initial lay out of a complete and unified decorative scheme. The author reaches the conclusion that the free representation of the subjects in the zophoros was deliberately disciplined in the eternal order of geometry and mathematics. Thus, an imaginary net of harmonic lines is created that covers the entire zophoros and contributes tο the thematologic and aesthetic analysis of the animated frieze. Furthermore, the elevation of the building itseIf follows the same ratios and order prevailing in the zophoros.
Foreign travellers were the first to explore Greek caves in modern years. Only in 1950 the Greek Speleologic Society was founded due to the initiative of Yannis Petrocheilos. Since then the systematic research and study of the caves began both for scientific and touristic purposes. In Greece, where approximately 7.600 caves have been recorded, only one hundred are significant, since they present a special interest for tourism, archaeology, anthropology, palaeontology, biology, etc. The following caves have already been touristically promoted: Perama and Anemotrypa in the area of Ioannina, Epirus, Glyphada and Alepotrypa in Laconia, Droggorati and Melissani in Cephallonia Island, Hagios Georgios in Κilkis, Kokkines Petres in Petralona, Chalkidiki and Koutouki in Paeania, Attica, while others are now being promoted. Only a few caves present normal exploration conditions. The access to horizontal caves is often difficult for various reasons such as voluminous and dense decoration, narrow and low passes, etc. The exploration of precipices requires special outfit and equipment thus precipices with remarkable vertical depth, like Epos (437 m.) or Provatina (405 m.) have been conquered. Another difficult problem that the speleologists face are underground rivers. Prerequisites for their exploration are plastic air pumped boats and often a frog-man's attire. Ιn cave exploration the size of the unknown area cannot be anticipated for the time neccessary for its exploration therefore the speleologist must have great physical strength and resistance. Proper equipment also plays an important role in his pursuit. An outfit of durable material, a head protecting cap, waterproof boots and gloves, an electric head lamρ, a candle and a lighter for the detection of carbon dioxide and a handy first-aid kit. More specifically for the exploration of horizontal caves one needs a compass, a meter, notebooks and pens, a cord for depth measurements and a flash equipped camera; for precipices οne has to add special ropes, metallic stairs, rock nails, etc., while for under-ground rivers one must have a plastic boat, a pump, a frogman's attire, etc.
Ιn September 1978 traces of paleolithic inhabitation and petrified human bones were located in a small cave by the sea west of Areopolis. Α series of scientific processes took place for the study of these finds. Detachment of the cranial bones, survey of relevant data, graphic representation, photography, measuring in situ and geologic observations. Certain other observations were also made concerning the effect of the Pleistocene fluctuations of the Mediterranean on the topographic-geomorphologic conditions of the cave, the adjacent area and the major geographic space of the finds. The systematic research and survey of the cave materialized in the last two years due to the support and collaboration of the Ephoria of Paleoanthropology and Speleology of the Ministry of Culture and Science. Tentative excavations were tried on four different levels and all of them produced a significant number of stone and bone tools, numerous paleontological finds, traces of fire and food remnants (deer and wild goats, bones of smaller animals as well as fragments of sea shells). Paleolithic burial. The middle finger of a hand from a female skeleton was the first find, located at a small depth at the present entrance to the hollow area Γ. Almost the entire female skeleton lay half a meter apart and forty to fifty centimeters deeper than the ground surface. The scattered finger bones as well as the absence of various small bones may be due to animal activities. The dead had been laid vertically to the axis of the hollow,lay οn the east side and faced the outer area of the cave. The legs had the knees strongly folded and the upper part of the torso was leaning downwards. The skeleton indicated a robust. fully grown-up human of twenty to twenty five years of age. The formation of pelvis determined the sex of the dead who was spontaneously named "Kanella" by the excavating team. The anatomic arrangement of the skeleton, the burial site and the enviroment conditions leave nο doubt that the dead was burried according to a certain ritual. Shoulders and head had been overlaid οn a slab measuring 42x34x10 cms. Α disk shaped stone, of 25 cms diameter and 5 cms thickness was placed in front of the skeleton. Seven stone tools were arranged under the slab, that may be considered as personal belongings of the dead, along with an intact fawn's calf probably indicating a food offering. The essential absence of the skull - only three small fragmengs of the lower jaw and seven independent teeth were found - was a striking peculiarity. The dating. We consider necessary the employment of geophisic methods of absolute dating for the chronology of the finds. Relevant experiments have been made by G. Maniatis, G. Lyritzis and Ν. Andronikos under the ESR method οn stalagmitic and bone samples from Apidima without, however, final conclusions. Α chronologic approach to the finds was also employed utilizing the known retrogressive movements of the Mediterranean, caused by the climatic alternation of warm and cold Pleistocene periods. The Mediterranean offers an ideal example for the study of sea flunctuations since its daily tide remains under the thirty cms. Thus, the traces left by older sea levels οn the formation of coastal areas have often been used for dating coastal paleolithic sites and for the formation of chronologic systems; these systems can be also applied to mainland paleolithic sites as regards their dating.
Ιn Byzantine iconography the Cave, a characteristic feature of the Nativity scene, is employed in various representations as in the Flight intο Egypt, the Crucifixion and in a series of scenes with certain saints, ascetes and martyrs. The wide repertoire in which the Cave appears obliges the scholar to determine the pictorial features οf the Cave and their symbolism. Therefore, this article demonstrates the basis of the Byzantine representations on the relevant literature and the deep relation among these various scenes in which the Cave is included. A place where light and darkness, life and death coexist, as well as a place οf initiation, the Cave imbues with its dual meaning each image in which it appears. Thus, in the Nativity its dark background prophesies the entrance οf the Child into the painful existence that will eventually lead tο death: while in the Crucifixion the Cave supports the Cross and functions as a promise οf Resurrection of not only Christ but also of the fallen Adam. This function οf the Cave corresponds to the sphere οf ancient myth, of Ritual and drama as well as tο philosophy. The Cave, being a place οf love, birth, imminent danger and death for the Child is transformed in Plato's Politeia into the symbol οΙ soul's imprisonment, which to the philosopher is nothing more than the world οf phenomena. Christian iconography inherits all these elements and subordinates them intο a new perspective. Thus, the Cave for the Byzantine painter or hymnograph becomes the place where both the real and the symbolic Revelation take part. The place οf liberation from the powers οΙ Darkness and Death. The Exodus from the Cave is now feasible.
The systematic and thorough exploration of caves started in the second half of the 19th century. The work of speleologists is usually harsh, hard and risky. During the last two decades the exploration of complex and extensive caves has been facilitated due to the employment of modern technology by highly qualified and trained speleologists, experts in climbing, underwater cave-diving etc.
The Idaion Andron is the most important cave of antiquity due to its relationship to myths concerning the birth and life of Zeus. It was discovered one hundred years ago and still stands as a challenge to archaeological study. Therefore, the new research that started in 1982 is equally important as the first excavation of 1885 that produced celebrated pieces of art. The significance of the recent excavation lies in the fact that through its finds the history of the Idaion Andron can for the first time be reconstructed from the earlier to the later phase of antiquity. It can be proved by now that the famous cave was first used in the late Neolithic period and that it remained in use throughout the Bronze Age, both in the early and in the middle Minoan period. Α cult is verified in the late Minoan period, probably the cult of the Minoan annually born god of vegetation and growth, whose successor in the Mycenean era is Zeus in the form of the so-called "Κρητογενής» (= born in Crete) Zeus. This cult lasted for centuries and reached its apogee in the Geometric and early Archaic years as can be proved by a multitude of precious offerings. The finds of the last excavational phase, man-made objects or utensils, (imports in many cases from various areas of the eastern Mediterranean) are not only interesting for their contribution to the history of art but they are also significant for revealing the ritual of the cult which, at least in certain periods, appears exceptionaIIy dynamic. The new exploration of the mountain of Ida (Psiloritis) was not limited only to the cave but it also covered the central volume of the mountain, where many ancient sites were identified. Α huge Minoan edifice was partly discovered on one of those sites called Zominthos. Furthermore, the exploration of the cave itself was not confined to historic and archaeolgical study, but expanded into many branches of physical science in spite of the innate difficulties and negative conditions of such a remote, mountainous place.
Euboea offers a great number of interesting caves. Almost two hundred of them have been recorded. Only half of this number have been however explored, while only twenty-six display evidence of inhabitation during prehistoric and historic times. Euboean caves and those on Greek territory in general, are examined here in a chronological order. During the Paleolithic age the inhabitation of caves is a rare phenomenon with the exception of NW Greece. This is probably due to the considerable tectonic quality of the Greek area that causes either the collapse or the radical change of cave formations. The early Neolithic period also appears rarely in Greek caves. Only two Euboean caves offer relevant traces indicating that they were used for burials rather than for habitation. During the late Neolithic phase the human presence becomes frequent and, as is also the case with the next phase, it is the result of settlement during summer time, a practice continued until today by the Sarakatsanoi of Pindos mountain range. The late Neolithic coincides with the cave period and in Euboea the inhabitation of caves prevails while the finds dating from the Bronze age are rare or absent. Ιn the Historic era caves become burial or worship sites or are used for handicraft activities. As regards the use of caves it is difficult to propose that they were used as permanent habitations during the Neolithic period, since at that time man could settle in outdoors sites. Most probably in these years caves act as temporary settlements, not excluding burial use. Nevertheless, throughout the ages caves come into use as stables and provide shelter against weather calamities or hostile invasions. Caves were also employed, from antiquity until one hundred years ago, for the encavement of babies or sick children and for the quarantine of people suffering from contagious or mortal diseases. Furthermore, since from the Bronze age on a religious quality had been attributed to caves, they were used for cult activities especially in Crete. Finally their use for handicraft activities is quite rare and is only apparent in a cave in Euboea.
This article deals with an almost unknown group of Christian monuments, churches, that is, housed in caves. The reasons for their creation are explained as well as the way of their construction and the traditional inclinations and mentality of their builders. Three such churches are described. The rock sheltered church of St. Christodoulos in the Limni of Euboea, dating back to 1102 ΑD and that of St. Nicolas in Skyros Island, dating before 1806 AD. The cavernous church of St. Athanasios the Athonite in Skyros, that dates back to 1602, is also presented.
We still lack concrete evidence for the identification of the abysmal cave of Kaiadas known through literary sources (cf. Pausanias IV 18. 4-7) and vaguely situated in the area around Sparta. Local tradition locates it either among the ravines in the area of Mystras close to the village of Parori or on the gorges of Mt. Taygetos at the village of Trypi. In the latter place, the existing pit goes by the name of Kaiadas even today, after which a modern hotel was named, built close to the cave by the south side of the main road Sparta-Kalamata. Α journalist who happened to pass by was informed by the owner of the hotel about the presence of the pit hole and the existence of great masses of bones in it. The journalist managed to climb down into the hole with the help of local authorities and to take some excellent colour pictures of the interior, which were shown to me after her return to Athens. Impressed by the quantity of the bones, which seemed to be exclusively human and by the fact that they were arranged in successive, almost stratified layers, we decided to organize an exploration team with the participation of Ε. Kampouroglou, geologist, Th. Pitsios, anthropologist and J. Ioannou, speleologist, all of them possessing adequate experience in cave research. Their aim was to carry out a preliminary investigation of the pit hole known as Kaiadas and thus to help us to decide upon the value of the first information brought forward by the journalist. The geological as well as the anthropolological reports of the aforementioned specialists, in relation to the historical and the literary evidence lead us to the tentative conclusion that the pit hole of Trypi is actually the Kaiadas of antiquity, used by the Spartans mainly during the period of the Messenian wars (8th-5th centuries BC) to hurl down into it the Messenian captives as weII as criminals sentenced to death , the sacrilegious and traitors to the country. Excavation is of course urgently needed to support ουr tentatively proposed identification and to offer us a relative date for the layers of the skeletal material. We have reason to believe that excavation will bring to light archaeological material as well, since it is already reported that pottery fragments (mostly lamps) and iron chain rings have been found by locals among the bones. Α recent accidental find from the pit hole of Kaiadas, the fragment of a human (?) skull with a bronze arrow-head thrust into it makes further investigation and systematic excavational research, despite the difficulties, a very promising enterprise and worth undertaking.
The excavations of 1934 in a cave near the village Pitsa, Corinthia, Peloponnese, directed by Μ. Mitsos and Α. Orlandos, brought to light important archaeological finds that date from the 7th century BC down to the Roman period. Among these finds most worth mentioning are numerous terracotta figurines (mainly of females), vases, bronze objects and two wooden statuettes. However, the most significant find were the four colour paintings of the 6th century BC. The Nymphs, protectors of pregnant women, as well as the god Dionysus were worshipped in the cave as can be concluded on the basis of the satyr idols produced by the excavations.
The cave of Ellinokamara οn the Island of Kasos in the Dodecanese has been νisited in the course of time by travellers and archaeologists who have provided us with detailed descriptions and sketches both of the interior and of the exterior of the cave. The first sketch we have was made by L. Ross in 1843 while passing through Kasos during his travels in the Aegean archipelago. The detailed report and plan of the cave made by G. Susini is of a much later date. It gives a thorough description of masons' marks made in the Linear Α and Β writing, also of the Greek alphabet found οn blocks embodied in the cave entrance wall or scattered about the cave itself. Furthermore it recorded various shards given to Susini by locals, presumably originating from the cave, that unfortunately have perished. Ιn the 1960s R. Hope Simpson and J.J. Lazenby visited twice the cave and made a sketch of the entrance and a ground plan of the cave. Ιn 1982 the Ephorate of Paleoanthropology and Speleology sent a team to the site that made a detailed plan of the entrance wall and a ground plan. They also took relevant photographs. Susini has dated the entrance wall to the second half of the 5th century BC, regardless of the marks made by masons that he had recorded. Hope Simpson and Lazenby have dated it to the Classical times. Although we recognize the difficulty in dating the construction we cannot, of course, base ουr assumptions solely οn the manner the wall was built, since similar constructions existed during the Minoan l Mycenaean period and even later. We must also take into account the linear Α and Β pictograms seen and sketched by Susini. The Ephoria is planning for 1985 the digging of trial trenches in the cave, that is considered to be a place of worship probably of the Minoan l Mycenean era and in continuous use down to Classical times.
When the department of paleoanthropology and speleology was founded in 1977, caves became included in the category of monuments so now any find coming from a cave is considered to be an archaeological find. The author of the article grasps the opportunity to point out what until now is wrong with the department. It seems, as he writes, that paleontological finds that lie in the open, remain unprotected by any law. As a result of this, places such as Pikermi have been turned into rubbish dumps. University digs are still regulated it seems by a law originating from 1936 whereby a foreign excavator is allowed to keep six items out of every kind of find. At universities, geophysics in archaeology is not taught as a science and there is no such thing as a museum of anthropology. The ministry of culture and sciences seems to have confused Archaeometry with Restoration. Apart from the exploration and protection of caves and paleoantropological sites the department’s goal is: a) to assist local departments of archaeology, b) to coordinate research, and cooperate with the tourist board (EOT), ministries and the private sector, c) to promote development of local districts in collaboration with local administration , and to promote the speleological wealth that exists in the country. The excavation of caves is a special matter under consideration, seeing that in caves there are to be found undisturbed layers of deposits and soil that offer important stratigraphic evidence for the study of prehistoric times mainly. This undisturbed sediment and soil to be found in the closed areas of caves is of tremendous advantage to research and led to the adoption of a special technique of excavation.
The Department ( Ephorate ) of Paleoanthropology-Speleology is the proper institution to undertake the archaeological investigation of open spaces. What is understood by the general terms of “archaeogeology” or “geoarchaeology” is the close connection of history and archaeology with other disciplines having to do with the natural environment, more specifically those disciplines that have to do with the tetartogenous era. In organizing this office, the following archives should be assembled: a) all direct or indirect literary accounts having to do with topography, climate, geomorphology, hydrographic networks and so on, b) maps (whether topographic, geological, hydrographic, or maps of drainage, also photographs taken from the air, and c) related information coming from publications of former excavations.
The Department of Paleoanthropology and Speleology needs room for the following activities: an anthropology lab and storage space, geological lab and space for assembly of fossils, labs for biology, ethnobotanology, for the study of ground stone tools, a lab for zooarchaeology, space for assembly of fossils from caves, a caves archive, a lab for restoration of antiquities and a library. In this article the number of staff that ought to be employed by the Department is given, according to what field each employee specializes in. The Department’s work would include inquests on the field and intervention for the preservation of caves. The Department would supervise excavations taken on by local ephorates and by foreign schools of archaeology and would work together with the Greek tourist board (EOT). The author of the article points out that the touristic development of caves can be disastrous unless the necessary specifications are kept.
On mount Parnassus at a height of 1360 metres, this cave was dedicated to the worship of Pan and the Nymphs and was probably the first religious centre to exist in the region around Delphi. Humans seem to have been present in the cave from Paleolithic times. There are more finds belonging to the 6th century on, such as vases, clay idols and busts, rings and knuckle-bones. By Roman times, the cave’s fame as a place of worship seems to have faded. Other finds are clay statuettes of Pan, a picture in relief of the nymphs driven by Hermes, statuettes of women. What however were all the knuckle-bones found in the cave used for? Were they children’s games or instruments of divination? Perhaps before the worship of Pythia at Delphi there was an oracle at the Korikio cave.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Θυμάμαι τη μέρα που πρωτοσυνάντησα την κυρία Ασπασία Λούβη. Είχε περάσει από το γραφείο να μας αφήσει κάποια βιβλία για να χρησιμοποιήσουμε στο άρθρο της για τον Μυστρά, τον Αρχαιολογικό Χώρο του τεύχους που κρατάτε στα χέρια σας. Προσπαθούσα να διατηρώ μια ισορροπία ανάμεσα στο να προσέχω τις επισημάνσεις της και να παρατηρώ την ίδια. Ήταν δύσκολο. Η Ασπασία Λούβη είναι μαγευτική. Είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις που η παρουσία του ανθρώπου μιλά από μόνη της και λέει τόσα πολλά, και θες ν’ ακούσεις.
Είχα τη χαρά, στη συνέχεια, να τη συναναστραφώ σε ένα συνέδριο στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Μου έκανε την τιμή να με παρουσιάσει με τόσο ζεστό και προσωπικό τρόπο που με συγκίνησε βαθιά. Δειπνήσαμε μαζί εκείνη τη νύχτα και απόλαυσα το κάθε λεπτό.
Η περήφανη Σπαρτιάτισσα που αγαπά να χαρακτηρίζεται από την ιδιότητά της ως βυζαντινολόγου μάς ταξιδεύει στον μυθικό και γεμάτο υψηλή τέχνη Μυστρά, με το φράγκικο κάστρο που μοιάζει να ίπταται πάνω από πολυάριθμες εκκλησίες.
Εκτός απ’ τον Μυστρά, στις σελίδες του περιοδικού θα βρείτε πολλά ενδιαφέροντα και σημαντικά άρθρα, αδημοσίευτα μέχρι σήμερα. Είμαι σίγουρη ότι θα τα υποδεχτείτε με την προσοχή που τους αρμόζει. Αυτή τη φορά, όμως, σας καλώ ν’ αφήσετε για μια στιγμή την Αρχαιολογία στην άκρη.
Η εποχή του χρόνου που μπορεί να μας κάνει περισσότερο να νιώσουμε παιδιά είναι εδώ. Το εξώφυλλό μας με κάνει να ονειροπολώ. Η μνήμη μου ταξιδεύει στα παιδικά βιβλία των πρώτων παιδικών χρόνων, και ειδικά σε ένα που είχε θέμα του το καλοκαίρι, με παιδιά που κάνουν μπάνιο στη θάλασσα και τρώνε με τα χέρια καρπούζι.
Μην αφήσετε το καλοκαίρι να φύγει χωρίς να έχετε νιώσει έστω για μια στιγμή αυτή την ανεμελιά.
H Μάνθα Ζαρμακούπη.
Η Μάνθα Ζαρμακούπη αποφοίτησε το 2000 από τη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Στο Harvard ολοκλήρωσε μετ’ επαίνων ένα διετές μεταπτυχιακό στην «Ιστορία και Θεωρία της Αρχιτεκτονικής». Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα την έφεραν πίσω στην Ευρώπη, συγκεκριμένα στον τομέα Κλασικής Αρχαιολογίας του Κολεγίου St John’s στην Οξφόρδη. Εκεί υποστήριξε το 2007 τη διδακτορική της διατριβή, μια αρχιτεκτονική και πολιτισμική μελέτη των ρωμαϊκών επαύλεων γύρω από τον κόλπο της Νάπολης (1ος αι. π.Χ.–79 μ.Χ.).
Σήμερα ανήκει στο διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου του Birmingham. Ένα πυκνογραμμένο, δεκασέλιδο Βιογραφικό μαρτυρεί μια ακατάβλητη ερευνητική δραστηριότητα που εδράζεται στη διπλή της ιδιότητα, της αρχαιολόγου και της αρχιτέκτονος, και απλώνεται σε στεριά και θάλασσα.
Σκιαγραφώντας το φάσμα των ενδιαφερόντων της, θα αναφέρουμε ενδεικτικά ότι συμμετείχε ως αρχιτέκτων πεδίου στην ανασκαφή του Ιωάννη Μυλωνόπουλου στο ιερό του Ποσειδώνα στον Ογχεστό της Βοιωτίας, στην ανασκαφή του R.R.R. Smith στην Αφροδισιάδα της Καρίας (Μ. Ασία). Έλαβε επίσης μέρος σε αναστηλωτικά προγράμματα στην Ελλάδα για μνημεία του 13ου–19ου αιώνα: εκκλησίες και μοναστήρια της Πάρου, φράγκικο κάστρο της Μονεμβασιάς, χωριά της Μάνης, βιομηχανικό συγκρότημα στον Πειραιά. Αρχιτέκτων τοπίου στους κήπους της έπαυλης Arianna A (Stabiae, κόλπος της Νάπολης), αρχιτέκτων πεδίου και αρχαιολόγος στη Δήλο, σε συνεργασία με τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Ως υποβρύχια αρχαιολόγος έλαβε μέρος στην έρευνα των Αλ. Μαζαράκη Αινιάνος και Δ. Κουρκουμέλη στο λιμάνι της αρχαίας Κύθνου. Κυρίως όμως καταδύεται στη Δήλο, συνδιευθύνοντας με την Αγγελική Σίμωσι, Προϊσταμένη της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, την υποβρύχια έρευνα της βορειοανατολικής πλευράς του νησιού.
Από τις μελέτες της θα σταθούμε μόνο στα βιβλία: Ύστερα από το συνέδριο που οργάνωσε το 2007 στην Οξφόρδη, το 2010 εκδίδει με δική της επιμέλεια τον τόμο που προέκυψε από αυτό: Η Έπαυλη των Παπύρων στο Herculaneum: αρχαιολογία, πρόσληψη και ψηφιακή αναπαράσταση. Στη συμμετοχή της, «The virtual reality digital model of the Villa of the Papyri project», η Μάνθα Ζαρμακούπη παρουσιάζει το ψηφιακό μοντέλο εικονικής πραγματικότητας της Έπαυλης των Παπύρων, το οποίο ανέπτυξε η ίδια στο UCLA.
Τώρα ετοιμάζει την επιμέλεια ενός άλλου τόμου με τίτλο: Ματιές στην πόλη: Μεταξύ αρχιτεκτονικών και αρχαιολογικών προσεγγίσεων (ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ, έκδοση του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών).
Το 2014 εκδίδεται από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις της Οξφόρδης, αναθεωρημένη, η διδακτορική της διατριβή: Ένας σχεδιασμός που αποβλέπει στην πολυτέλεια: επαύλεις και τοπία στον κόλπο της Νάπολης (περ. 100 π.Χ.–79 μ.Χ.). Δύο ακόμη μονογραφίες της βρίσκονται στα σκαριά: η πρώτη πραγματεύεται την ιδέα του τοπίου στις πολυτελείς ρωμαϊκές επαύλεις (The idea of landscape in Roman luxury villas), ενώ η δεύτερη σκιαγραφεί το πορτρέτο μιας πόλης που αλλάζει, το εμπόριον δηλαδή της ύστερης ελληνιστικής Δήλου (Portrait of a city in change: the emporion of late Hellenistic Delos).
Άποψη της θεματικής έκθεσης για τα Ιερά. Πηγή φωτογραφίας: Ashmolean Museum.
Περισσότερα από 1.100 αντικείμενα περιλαμβάνει μια από τις παλαιότερες και μεγαλύτερες συλλογές εκμαγείων στη Μεγάλη Βρετανία, η συλλογή του πανεπιστημιακού μουσείου της Οξφόρδης Ashmolean. Τα πρώτα εκμαγεία της συλλογής αντιγράφουν έργα αναγνωρισμένα ως αριστουργήματα, όπως ο Λαοκόων και ο Απόλλωνας Belvedere. Από το 1885 και μετά η συλλογή άρχισε να εξυπηρετεί και τους διδακτικούς στόχους των μαθημάτων αρχαίας τέχνης και αρχαιολογίας και εμπλουτίστηκε με αντιπροσωπευτικά έργα τέχνης από διάφορες περιόδους και περιοχές (π.χ. από τη Θάσο, το Άργος, τη Ρώμη κ.α.).
Αμύκλες: Το σωζόμενο τμήμα της κρηπίδας του θρόνου.
Τιμώντας τη σχέση του Απόλλωνα με τον Υάκινθο, οι Λάκωνες γιόρταζαν τα Υακύνθεια στο Αμυκλαίον, λίγο έξω από τη Σπάρτη, σ’ ένα τοπίο μαγευτικό που κατοικείτο ήδη από την Εποχή του Χαλκού. Το 2005 το Ερευνητικό Πρόγραμμα Αμυκλών ανέλαβε την περάτωση των ανασκαφών που είχαν ξεκινήσει στα τέλη του 19ου αιώνα, τη μελέτη και δημοσίευση παλαιών και νέων ευρημάτων και την ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου.
Χάλκινο πτυκτό (αναδιπλούμενο) κάτοπτρο από το αρχαίο Χάλειον (το σημερινό Γαλαξίδι), 4ος αι. π.Χ. (Μ.Μ. 345).
Σε μια στενή παράκτια λωρίδα γης στη βόρεια πλευρά του Κορινθιακού, συνορεύοντας με την ιερή χώρα των Δελφών, με τη Δωρίδα και την Αιτωλία, κατοικούσαν οι Εσπέριοι Λοκροί. Η Φωκίδα τούς χώριζε από τους ομοεθνείς τους, τους Οπούντιους Λοκρούς, που ήταν εγκατεστημένοι στην Εύβοια. Σημαντικά ανασκαφικά ευρήματα συμπληρώνουν τις φειδωλές γραπτές πηγές και φωτίζουν τη μακραίωνη ιστορία που τώρα μόλις ανακαλύπτουμε.
Εμπορειός. Λόφος Προφήτη Ηλία. Ο ναός της Αθηνάς στην Ακρόπολη. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Χίου.
Ο κόσμος της αρχαίας Χίου αποτελούσε πάντοτε ένα αίνιγμα, έναν κόσμο ερμητικά κλειστό, κατά βάση άφαντο από τα βυζαντινά χρόνια και μετά. Επιπλέον, η φειδωλότητα των πηγών κάλυπτε με αχλύ το ήδη σκοτεινό τοπίο.
Ανισομερές σημείο με παράσταση Διονύσου που σηκώνει τον πέπλο της Αριάδνης, λινάρι και μαλλί (Μουσείο Μπενάκη, αρ. ευρ. 7131_2).
Τα υφάσματα που έφτιαξαν οι Κόπτες, οι χριστιανοί της Αιγύπτου, ακολουθούν στις υφαντικές πρακτικές την κοινή τεχνογνωσία που είχε αναπτυχθεί στην ανατολική Μεσόγειο πολλούς αιώνες πριν. Ως προς τις υφαντικές ύλες, το λινάρι και το μαλλί είχαν εντοπιότητα. Το μετάξι, που περνάει στο Βυζάντιο μετά τον 5ο αιώνα, θα μεταφερθεί στη Βόρεια Αφρική από τους Άραβες. Όσο για το βαμβάκι, διαδόθηκε στην Αίγυπτο και στη Μεσόγειο μετά την άφιξη των Αράβων, από τη γλώσσα των οποίων προέρχεται η λέξη cotton.
Γνάθος ενός Metailurus parvulus. Απομακρύνθηκε μέσα από το ίζημα της κοίτης όπως και άλλα οστά μετά από προσωρινή εκτροπή του νερού του ρέματος Βαλανάρη. Αφού συντηρήθηκε, εκτίθεται στο Παλαιοντολογικό Μουσείο Πικερμίου. Aνασκαφή 2010 στη θέση PV1. © Γ. Θεοδώρου.
Τότε που η Αττική και η Εύβοια έμοιαζαν με σημερινό αφρικανικό τοπίο, τις διέσχιζαν κοπάδια από γαζέλες, αντιλόπες και άλλα βοοειδή, ιππάρια, μικρές ομάδες από αιλουροειδή και άλλα σαρκοφάγα και προβοσκιδωτά. Την πανίδα αυτή ζωντανεύουν οι παλαιοντολογικές ανασκαφές στο Πικέρμι και την Κερασιά.
Άποψη του Τάφου 2 κατά τη διάρκεια της ανασκαφής του.
Σωστική ανασκαφή πολύ κοντά στη σύγχρονη ακτογραμμή αποκάλυψε μεγάλο τμήμα του οικιστικού συνόλου της Κυπαρισσίας του 4ου αιώνα μ.Χ. Από τα σημαντικά ευρήματα, τις εντυπώσεις έκλεψαν οι χωριστές ταφές τεσσάρων νηπίων, ενός παιδιού και μιας ενήλικης γυναίκας μέσα στον οικισμό, κάτω από δάπεδα και κοντά σε τοίχους. Δεδομένου ότι ταφές εντός οικισμών ανήκουν σε πολύ πιο πρώιμες εποχές, η αποκάλυψη ενός τέτοιου φαινομένου στα ρωμαϊκά χρόνια αναζητεί την αρχαιολογική του ερμηνεία.
Αεροφωτογραφία του Μυστρά.
Ένα φράγκικο κάστρο σαν τα άλλα της Πελοποννήσου έμελλε να γίνει η Βυζαντινή Καστροπολιτεία που τον τελευταίο ενάμιση αιώνα πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης αποτέλεσε κέντρο δημιουργίας για την τέχνη, ελπίδας για τη συνέχεια και καταφυγής για τη διανόηση και την ηγεσία πριν από την παράδοση. Μπολιάστηκε με την υψηλή τέχνη της πρωτεύουσας, δημιούργησε ελπίδες για μια αναγέννηση και συνετρίβη από την ιστορική συγκυρία.
Οι καταστροφές στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα έχουν δυσκολέψει περισσότερο το έργο της μελέτης του Μυστρά και των όσων έχει ακόμη να αποκαλύψει, ενώ ο χρόνος και η αδιαφορία αντιμάχονται ανελέητα τη διάσωσή του.

Πειραιάς. Σχέδιο της πόλης από τον Ιππόδαμο.
Στην κοινωνία της Κλασικής περιόδου ο δημόσιος χώρος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Χαρακτηριστικές είναι οι εκτεταμένες δημόσιες περιοχές μέσα στις πόλεις, το φαινόμενο της «τυποποίησης των κατοικιών» σε πόλεις νεόδμητες κατ’ επιταγή της αρχής της ισονομίας, η πολιτιστική σημασία που αποκτά ο ανδρώνας των συμποσίων, ενός θεσμού που ενίσχυε την τάση για την καταξίωση της ύπαρξης του πολίτη μέσα από τη δημόσια ζωή. Ο συγγραφέας παρουσιάζει έξι πόλεις (Μίλητος, Πειραιάς, Αθήνα, Όλυνθος, Ρόδος, Πριήνη) και ένα ηπειρώτικο χωριό (Όρραον) επισημαίνοντας ομοιότητες και διαφορές.
Η Μίλητος είναι η πρώτη ελληνική πόλη-μητρόπολη που ανεγέρθηκε βάσει σχεδίου, έργο αναμφίβολα του Ιππόδαμου. Το σφιχτοπλεγμένο οδικό της δίκτυο είναι πρωτοφανές. Ισομεγέθη τεμάχια ευνοούσαν τις «μονοκατοικίες σε σειρά». Προορισμένο για τα κοινά, το κέντρο της πόλης σχημάτιζε Η, σχήμα που συναντάμε στις πόλεις έως την Ελληνιστική περίοδο.
Ο Πειραιάς είναι η πρώτη πόλη που έχει ανεγερθεί βάσει σαφώς επιστημονικού πολεοδομικού σχεδιασμού. Εκφράζοντας την εκτίμησή τους, οι Αθηναίοι έδωσαν στον Ιππόδαμο το δικαίωμα του πολίτη. Ο Πειραιάς είχε το πιο πυκνό οδικό δίκτυο. Στη δεκαετία του 470 π.Χ. η πόλη έμοιαζε με σύγχρονη συνοικία «κατοικιών σε σειρά». Ο ανδρώνας είχε σχεδιαστεί για να χωράει επτά ανάκλιντρα.
Σε αντίθεση με τη Μίλητο, στις συνοικίες της Αθήνας η ανοικοδόμηση έγινε πάνω στο παλαιό σχέδιο. Σε αντίθεση με τον Πειραιά, δεν υπήρχαν εντυπωσιακοί προθάλαμοι με κίονες και ο ανδρώνας δεν χωρούσε συνήθως πάνω από τρία ανάκλιντρα. Αθήνα, Μίλητος και Πειραιάς τεκμηριώνουν τον βασικό πολεοδομικό κανόνα της εποχής που υπαγόρευε τη διάθεση μεγάλης έκτασης που να διασχίζει την πόλη από άκρη σε άκρη για την ανέγερση μνημείων και δημόσιων οικοδομημάτων. Οι ναοί χτίζονταν κατά προτίμηση πάνω σε ύψωμα για να φαίνονται από μακριά.
Η μακεδονική Όλυνθος ιδρύθηκε το 432 π.Χ. Στο οδικό δίκτυο δεν αντανακλάται το ιπποδάμειο σύστημα. Ο τύπος των τυποποιημένων σπιτιών χαρακτηρίζεται ως οικία με παστάδα. Οι κίονες των παστάδων, που αποτελούσαν ένα είδος πρόσοψης, τεκμηριώνουν και κάποιο χαρακτήρα επίδειξης, άγνωστο στην Αθήνα της εποχής.
Όταν το 408 π.Χ. οι τρεις παλαιές πόλεις της Ρόδου ενώθηκαν σε ενιαίο κράτος, ίδρυσαν στο βορειότερο σημείο του νησιού τη Ρόδο με τα πέντε λιμάνια, τη μεγαλύτερη πόλη που είχε ιδρυθεί έως τότε. Πόλη πρότυπο, η Ρόδος απέκτησε το πυκνότερο οδικό δίκτυο και τους μεγαλύτερους κλήρους για κατοικίες. Για πρώτη φορά, τεράστιοι χώροι αφήνονται κενοί προβλέποντας τη μελλοντική ανάπτυξη.
Τα κατάλοιπα των πιο καλοδιατηρημένων κατοικιών της Κλασικής περιόδου βρίσκονται στο χωριό Όρραον. Το τειχισμένο ωοειδές χωριό με τα 100 περίπου σπίτια δεν είχε θέατρο ούτε γυμνάσιο. Τα σπίτια διαθέτουν χώρο συμποσίων και λουτρό, υπνοδωμάτια και δωμάτια υπηρεσίας. Όπως και οι αγροικίες που έχουν ανασκαφεί στην Αττική, τα σπίτια στο Όρραον δεν υστερούν σε τίποτα από τις κατοικίες των πόλεων.
Η Πριήνη αποτελεί την κορωνίδα του κλασικού αστικού σχεδιασμού. Ολόκληρη η πόλη μπορεί να θεωρηθεί ένα κομψοτέχνημα. Ο αρχιτέκτων Πυθέας δεν κατασκεύασε μόνο ένα σύστημα από ορθογώνιους, παράλληλους δρόμους και τετράγωνα. Ακολουθώντας την πυθαγόρεια φιλοσοφία ενσωμάτωσε τις γωνίες όλων των κτιρίων σε αυτό το περίτεχνο γεωμετρικό δίκτυο. Το σχέδιο περιλαμβάνει τις τυποποιημένες ατομικές κατοικίες και κορυφώνεται στο περίφημο ναό της Αθηνάς που βρίσκεται σε υπερυψωμένη βάση πάνω από την αγορά.
Η αγορά της Άσσου.
Η κυριαρχία των Μακεδόνων βασιλέων είχε μεγάλη επίδραση στις πόλεις του ελληνιστικού κόσμου που έχουν πλέον χάσει την πολιτική τους ανεξαρτησία. Λίγες μόνο πόλεις εξαιρούνται από τις εισφορές που επιβάλλουν οι βασιλείς, οι οποίες όμως αντισταθμίζονται με παροχές και χορηγίες.
Οι νέες πόλεις δημιουργούνται συνήθως από τη συνένωση γειτονικών οικισμών. Έτσι ιδρύεται η Θεσσαλονίκη από τον Κάσσανδρο το 316 π.Χ. και η Δημητριάς στον Παγασητικό από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή το 393 π.Χ. Η ταχύτερη μέθοδος για τη δημιουργία νέων πόλεων ήταν η χρήση ενός συστηματικού ιπποδάμειου σχεδίου. Οι νεόδμητες πόλεις σχεδιάζονται ως σειρές από επαναλαμβανόμενα οικοδομικά τετράγωνα, τις νησίδες (insulae). Οι διαστάσεις της κάθε νησίδας ανάγονται στην απλή αναλογία 2 προς 1, και όλα τα κτήρια προσαρμόζονται στο μέγεθος της νησίδας ή των πολλαπλασίων της. Μια εικόνα της διαρρύθμισης των νησίδων κατοικίας μας δίνει η Κασσώπη.
Οι Σελευκίδες βασιλείς ίδρυσαν πάνω από εξήντα πόλεις. Τα πολεοδομικά σχέδια ακολουθούσαν και εδώ ένα στερεότυπο μοντέλο. Οι περισσότερες πόλεις ήταν προσαρμοσμένες στο πρότυπο που χαρακτηρίζει την Αντιόχεια επί του Ορόντη, την οποία διάλεξε για πρωτεύουσά του ο Σέλευκος Α' το 300 π.Χ. Η εγκατάσταση μεγάλου αριθμού αποίκων καθιστούσε αναγκαία την εφαρμογή ενός απλουστευμένου πολεοδομικού σχεδίου, στρατιωτικού τύπου, που συγχρόνως υπογράμμιζε την ισότητα των νέων κατοίκων.
Θύλακες ελληνικού πολιτισμού μέσα σε ένα κόσμο βαρβάρων, οι ελληνιστικές πόλεις επιτηρούσαν τη διατήρηση της αποκλειστικότητάς τους. Από τα σπουδαιότερα μέσα διατήρησης της ελληνικής ανωτερότητας ήταν το γυμνάσιο. Εκπαιδευτικό ίδρυμα που σκόπευε στη φυσική και πνευματική διάπλαση της νεολαίας, το γυμνάσιο ήταν και μια κοινωνική λέσχη με μέλη που προέρχονταν από την άρχουσα τάξη. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. το γυμνάσιο αρχίζει να καλλωπίζεται αρχιτεκτονικά ενώ το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνεται μέσα στα τείχη και συχνά τοποθετείται κοντά στην αγορά δείχνει την αυξανόμενη σημασία του. Οι εκτεταμένοι εξωραϊσμοί και οι πειραματικές συνθέσεις μνημειακών κτισμάτων βρίσκουν χαρακτηριστικό παράδειγμα στην αγορά της πόλης της Άσσου.
Η πόλη Δούρα-Εύρωπος ιδρύθηκε από τον Σέλευκο Α΄ γύρω στο 300 π.Χ. Βρισκόταν στην κορυφή απόκρημνου οροπεδίου και ήταν περιτειχισμένη με ισχυρά τείχη. Ήταν ο κύριος εμπορικός σταθμός στον Ευφράτη και σε αυτό οφείλεται η κοσμοπολίτικη ανάπτυξή της. Όπως η Δήλος στο Αιγαίο και οι πόλεις των καραβανιών, η Πέτρα, η Παλμύρα και η Γέρασα, η Δούρα-Εύρωπος προσήλκυσε πραματευτές κι εμπόρους κάθε εθνικότητας με αποτέλεσμα ένα εντυπωσιακό μείγμα ελληνικού, παρθικού, σημιτικού και ρωμαϊκού πολιτισμού.
Η Πέργαμος αναμφίβολα αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα του ελληνιστικού πολεοδομικού σχεδιασμού. Χτισμένη σε μια κορυφογραμμή, πρόβαλε με θεαματικό τρόπο την ιδιομορφία του εδάφους χρησιμοποιώντας εκτεταμένες και περίπλοκες βαθμίδες. Στη χαμηλότερη βαθμίδα υπήρχε η επιβλητική αγορά και στην παραπάνω βαθμίδα ένα γυμνασιακό συγκρότημα. Το θεαματικότερο τμήμα της πόλης ήταν, στην κορυφή του βουνού, η ακρόπολη, με το θέατρο στο κεντρικό της σημείο. Στηριγμένο σε ένα ογκώδες αντιτείχισμα, το θέατρο βρισκόταν στην απόκρημνη δυτική πλευρά του χώρου, με θέα τα εδάφη του βασιλείου. Εδώ υπήρχε άλλη μια αγορά, αρκετοί ναοί, ο μεγάλος βωμός του Δία, στρατόπεδο, οπλοστάσιο και το βασιλικό ανάκτορο.
Αρχαία Σμύρνη, κατά φαντασία αναπαράσταση του οικισμού προς το τέλος του 7ου αι. π.Χ.
Μεμονωμένα πολεοδομικά στοιχεία δοκιμάζονται για να τεκμηριώσουν απαντήσεις στα ερωτήματα ως προς τη γένεση και την εξέλιξη της πόλης-κράτους. Τέτοια στοιχεία είναι το τείχος, η αγορά, κάποιο τέμενος, το δίκτυο ύδρευσης, ένας αναλημματικός τοίχος κ.ά. Στα αρχαϊκά Μέγαρα Υβλαία, η ανάπτυξη των κατοικιών γύρω από την τραπεζοειδούς σχήματος αγορά εξηγεί την παρέκκλιση από το αυστηρά ορθογωνικό πολεοδομικό σχέδιο. Πολεοδομικές εικόνες προσφέρουν και οι πολεοδομικοί πυρήνες, που συνήθως συνίστανται από τις ομάδες των κατοικιών. Το παράδειγμα του οικισμού της Λαθούριζας, λίγο νοτιότερα της υστερογεωμετρικής και αρχαϊκής πόλης των Αθηνών, αν και επιδεικνύει ποικιλία αρχιτεκτονικών τύπων κατοικιών και ένα πολεοδομικό ιστό ανένταχτο στις συνήθεις τυπολογήσεις, συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα πολεοδομικού πυρήνα πρόδρομου αυτών που κατόπιν αναπτύχθηκαν στις εν άστει οικιστικές συγκεντρώσεις. Τέλος, τα πολεοδομικά σύνολα συνίστανται από συστηματοποιημένες ομαδοποιήσεις πολεοδομικών στοιχείων και πολεοδομικών πυρήνων.
Για την τυπολόγηση πολεοδομικών συνόλων έχουν χρησιμοποιηθεί μορφολογικά και λειτουργικά κριτήρια. Πιο στέρεη βάση όμως προσφέρει το κριτήριο του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου μέσα στον οποίο εμφανίζεται το πολεοδομικό σύνολο.
Α. Σε μια πρώτη κατηγορία ομαδοποιούνται οι πολεοδομικοί τύποι του μικρασιατικού χώρου: Έφεσος, Σμύρνη, Μίλητος, Μελίη, Λάρισα επί του Έρμου, Νεανδρία. Στη Μελίη ο οικισμός απεικονίζει τον πρώτο πολεοδομικό τύπο οικισμού, τον τόπο κατοικίας του νεοαφιχθέντος ηγεμόνος από τον ελλαδικό χώρο. Η Σμύρνη και η Μίλητος όμως δεν επαληθεύουν το πολεοδομικό πρότυπο της Μελίης. Στη Μίλητο δεν αλλάζει μόνο η πολεοδομική κλίμακα αλλά επιπλέον διακρίνεται αμυδρά η τήρηση αξόνων προσανατολισμού στους καμπυλόσχημους πολεοδομικούς πυρήνες της Υστερογεωμετρικής περιόδου, γεγονός που προαγγέλλει την προσχεδιασμένη σύλληψη του χώρου.
Β. Στη δεύτερη κατηγορία κατατάσσονται οι τύποι που προδιαγράφουν τις απαρχές της πολεοδομικής σχεδίασης στο χώρο της νοτίου Ιταλίας και της Σικελίας: Μέγαρα Υβλαία, Κασμέναι, Σελινούς, Μεταπόντιο, Ακράγας. Ο αρχαϊκός πολεοδομικός ιστός στις περισσότερες από τις αποικίες συνίσταται από τα γνώριμα ορθογώνια τετράγωνα που ορίζονται από παράλληλους και κάθετους μεταξύ τους δρόμους. Η σύλληψη του σχήματος αυτού αποδίδεται από κάποιους στις απαρχές της εξορθολογισμένης πολεοδόμησης των μητροπόλεων της Μ. Ασίας και δη της Μιλήτου. Παρά το ασύμβατο των χρόνων, στον πολεοδομικό χώρο αναγνωρίζεται η υλοποίηση των αλλαγών που συνέβησαν στον πνευματικό χώρο των Ιώνων φιλοσόφων.
Γ. Στην τρίτη κατηγορία ανήκουν οι εντελώς ιδιόμορφοι τύποι των εσχατιών του αποικιακού χώρου, η Ολβία στον Πόντο αλλά και η Κυρήνη στη Βόρειο Αφρική.
Δ. Οι τύποι που εμφανίζονται στον ελλαδικό χώρο απεικονίζουν μια αυτόχθονη, μη προσχεδιασμένη πολεοδομία.
Τίθεται το ερώτημα: μπορούμε μέσω της θεώρησης της υστερογεωμετρικής-αρχαϊκής πολεοδομίας να ιχνηλατήσουμε ιστορικά φαινόμενα ή και γεγονότα αλλά και πνευματικές δραστηριότητες όπως είναι ο πολεοδομικός σχεδιασμός; Η ποικιλία των υστερογεωμετρικών πολεοδομικών τύπων, η καθόλου αυτονόητη μετεξέλιξή τους προς τα ευανάγνωστα και εξορθολογισμένα σχήματα πόλεων του τέλους της αρχαϊκής περιόδου, οι επιβιώσεις προγενέστερων πολεοδομικών διευθετήσεων αλλά και οι ασυνέχειες εντός των πολεοδομικών ιστών, κάθε άλλο παρά οδηγούν σε μονόπλευρες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Αν εξαιρέσουμε τις πόλεις του αποικιακού χώρου που αναδύθηκαν εκ του μηδενός, οι ερμηνείες της πολεοδομικής εξέλιξης των πόλεων της μητροπολιτικής Ελλάδας και της Μικράς Ασίας είναι δέσμιες των ιστοριών της κάθε πόλης-κράτους, ιδιαίτερα των γεωφυσικών παραμέτρων του περιβάλλοντος χώρου.
Φαιστός, γεωμετρικός οικισμός.
Στην ανακτορική κοινωνία της Μυκηναϊκής περιόδου το θρησκευτικό και διοικητικό κέντρο βρισκόταν μέσα στην τειχισμένη ακρόπολη, στο ανάκτορο του μονάρχη, που διηύθυνε συνολικά μια μεγάλη περιφέρεια με πολλά και μικρά οικιστικά σύνολα. Αντίθετα, η πόλη-κράτος των Ιστορικών χρόνων μαζί με την περιφέρειά της αποτελούσε αυτόνομη πολιτική ενότητα με ένα κύριο μεγάλο οικισμό, στον οποίο από πολεοδομική άποψη κυριαρχούσε το ιερό της πολιούχου θεότητας και η αγορά με τα δημόσια οικοδομήματα. Ο όρος «Σκοτεινοί χρόνοι» ορίζει την περίοδο που μεσολαβεί από το τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού έως τη δημιουργία της πόλης-κράτους (περ. 1100-750 π.Χ.). Σήμερα, ύστερα από τα ευρήματα των νεκροταφείων στο Λευκαντί και την Κνωσό, υποδηλώνει κυρίως την αποσπασματική μας γνώση για τους οικισμούς της μεταμυκηναϊκής περιόδου.
Ο αριθμός των οικισμών δεν μπορεί να προσδιοριστεί, είναι όμως σαφές πως έχουμε συνθήκες μόνιμης εγκατάστασης. Τα μεγαλύτερα οικοδομήματα που εμφανίζονται στους μικρούς οικιστικούς πυρήνες ερμηνεύονται συνήθως ως «οικίες αρχόντων». Στις περισσότερες θέσεις, όπου αργότερα αναπτύσσονται μεγάλες πόλεις-κράτη, εντοπίζονται περιφερειακά πολλοί οικιστικοί πυρήνες, οι οποίοι επιβεβαιώνουν τον αριστοτελικό όρο για την «κατά κώμας οίκησιν» που προηγήθηκε της πόλης. Οι μυκηναϊκές ακροπόλεις θα μείνουν ακατοίκητες και, από τον 8ο αιώνα π.Χ. και μετά, θα φιλοξενήσουν μόνο το ναό της θεότητας. Αντίθετα, η κατοίκηση των μινωικών κέντρων είναι συχνά συνεχής. Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν τα μεγάλα κέντρα του ανατολικού Αιγαίου (Σάμος, Σμύρνη, Μίλητος) που ιδρύονται στο πλαίσιο του ιωνικού αποικισμού και αναπτύσσονται ταχύτατα σε μεγάλα αστικά κέντρα. Ιδιότυπη κατηγορία οικισμών αυτής της περιόδου αποτελούν οι «οικισμοί φυγάδων» σε δυσπρόσιτες θέσεις της ανατολικής Κρήτης.
Η αγορά εμφανίζεται μόλις κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. Θρησκευτικά κέντρα πριν από τον 9ο αιώνα π.Χ. δεν ταυτίζονται γιατί η λατρεία είναι υπαίθρια και συντελείται γύρω από κάποιο βωμό. Τα νεκροταφεία είναι κατά κανόνα παρόδια και καλά οργανωμένα. Οι παλιότεροι οικισμοί των Σκοτεινών χρόνων είναι ατείχιστοι. Το πρωιμότερο τείχος των Ιστορικών χρόνων είναι το τείχος της Σμύρνης (περί το 850 π.Χ.).
Αεροφωτογραφία κεντρικού τομέα οικισμού Βόρειου Λόφου Ολύνθου κατά τη διάρκεια των αναστηλωτικών εργασιών.
Το δεύτερο τεύχος του αφιερώματος για την πόλη της Ελλάδας, συντονισμένο πάντοτε από τον Α.-Φ. Λαγόπουλο, διεισδύει στην πρώτη χιλιετία π.Χ. για να μελετήσει αυτήν την πολιτική και χωρική ενότητα που είναι η πόλις, η πόλη-κράτος. Οι συγγραφείς καταγράφουν την περίοδο εκκόλαψης αυτού του νέου κοινωνικού μορφώματος, τη φάση ανάδυσής του, το απόγειό του κατά την Κλασική περίοδο και την εκ των έσω φθορά του, την Ελληνιστική. Τα πέντε γενικά άρθρα του αφιερώματος εμπλουτίζουν τέσσερις μονογραφίες για την Κεντρική Μακεδονία.
Ο ομφαλός των Δελφών (σύμφωνα με τον Basil Petrakos, «Delphi», Clio Editions, Athens 1977).
Η παραγωγή του χώρου στην αρχαία Ελλάδα είναι αδύνατο να αποσυνδεθεί από μια ιδεολογία που κυριαρχείται από μυθικά πρότυπα. Η ακρόπολη του Διμηνίου, που περιβάλλεται από έξι ομόκεντρα τείχη, ίσως υποδηλώνει κάποιον κοσμικό συμβολισμό. Κάτι ανάλογο πιθανόν συμβαίνει με το ανάκτορο της Κνωσού, το οποίο ταυτίζεται με το λαβύρινθο που, με τη σειρά του, ταυτίζεται με εικόνα του κόσμου.
Στον πρώτο μύθο για την ίδρυση του μυκηναϊκού οικισμού της Καδμείας, ο ήρωας θανατώνει ένα δράκο που αντιπροσωπεύει το χάος. Ο οικισμός που ακολουθεί τη νίκη ταυτίζεται με την τάξη του σύμπαντος.
Ο κοσμικός άξονας διέρχεται από το κέντρο του κόσμου που ταυτίζεται με ομφαλό. Το μαντείο των Δελφών κατείχε μια κοσμική κεντρικότητα. Με την έννοια του ομφαλού είναι στενά συνδεδεμένη η θεά Εστία. Στην κοσμολογία των Πυθαγορείων κοσμικό κέντρο είναι η εστία μαζί με τη φωτιά. Στην πόλη-κράτος κοσμικό κέντρο είναι και η αγορά. Στην Αθήνα, η μεταρρύθμιση του Κλεισθένη στηρίχτηκε στην αρχή της ισονομίας που συνδέεται στενά με την έννοια της συμμετρίας. Στο χωρικό μοντέλο του Κλεισθένη, ο χώρος υπακούει στη σύμμετρη τάξη του «κόσμου».
Ο Ιππόδαμος οργάνωσε τον αστικό χώρο με ένα οδικό δίκτυο αποτελούμενο από μια σχάρα παράλληλων και κάθετων αρτηριών. Η πολεοδομική του σύλληψη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους αριθμούς 3 και 10. Κοσμολογικές έννοιες καθώς και η έννοια της συμμετρίας χαρακτηρίζουν την ιδανική πόλη-κράτος του Πλάτωνα στους Νόμους. Η γεωμετρία και η αριθμολογία των Νόμων συγγενεύει στενά με την πλατωνική κοσμογονία και κοσμολογία του Τίμαιου, καθώς και με την περιγραφή της Ατλαντίδας στον Κριτία.
Ρουνική επιγραφή σε πέτρα που μας μιλά για κάποιον άντρα ο οποίος ήταν στην Ελλάδα και πήρε μερίδιο από το χρυσάφι.
Το μόνο είδος γραπτού λόγου στη Σκανδιναβία στα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν οι ρούνοι, γράμματα σμιλευμένα σε πέτρα, που εμφανίστηκαν τον 11ο αιώνα. Οι ρούνοι περιείχαν είτε απλά χαραγμένες λέξεις και ονόματα είτε επίσημες, διακοσμημένες επιγραφές στη μνήμη κάποιων προσώπων.
Εικοσιέξι ρούνοι πληροφορούν για ταξίδια Σκανδιναβών στο Βυζάντιο. Σε δεκαπέντε από αυτούς, οι άντρες που αόριστα εμφανίζονται να έχουν πεθάνει στην Ελλάδα, δεν αποκλείεται να υπήρξαν ξένοι μισθοφόροι στρατιώτες. Είναι άλλωστε γνωστό το σώμα των Βαράγκων που δημιούργησε στις αρχές του 10ου αιώνα ο Βασίλειος Β΄ για να τους χρησιμοποιήσει στην προσωπική του φρουρά. Δυο ρουνικές επιγραφές δηλώνουν πως ορισμένοι άντρες πήγαν στην Ελλάδα για «να μοιράσουν χρυσό». Ήταν άραγε μισθοφόροι ή έμποροι;
Από τα βυζαντινά αντικείμενα που βρέθηκαν στη Σκανδιναβία, 635 νομίσματα βρέθηκαν στη Σουηδία σε θησαυρούς, τάφους ή ανάμεσα σε άλλα ευρήματα σε κατοικίες, όλα από την εποχή των Vikings (800-1150). Τα περισσότερα είναι ασημένια και βρέθηκαν στο νησί Gotland. Έχει διαπιστωθεί πως τα νομίσματα ήταν θαμμένα κάτω από τα θεμέλια των σπιτιών για πολλές γενιές.
Τα άλλα βυζαντινά αντικείμενα της Σκανδιναβίας έχουν σχεδόν όλα θρησκευτικό χαρακτήρα. Ξεχωρίζουν δυο σφραγίδες από το Hedeby/Ribe της Δανίας με ελληνικές επιγραφές που δηλώνουν την ταυτότητα του κατόχου τους.
Τέλος, σε γυναικείους και ανδρικούς τάφους του 9ου και του 10ου αιώνα στο νησί Birka της Σουηδίας βρέθηκαν κομμάτια μεταξωτά υφάσματα με χρυσό και ασήμι στη διακόσμησή τους, σύμφωνα με τα βυζαντινά πρότυπα.
Μακρύγιαλος, βόρειο νεκροταφείο Πύδνας. Περιτραχήλιο, 4ος αι. π.Χ.
Στη βόρεια Πιερία, νότια από τον σύγχρονο οικισμό του Μακρύγιαλου, βρίσκεται η αρχαία Πύδνα. Η πρώτη κατοίκηση στην περιοχή, ένας από τους πιο εκτεταμένους οικισμούς της Νεότερης Νεολιθικής, εντοπίζεται νοτιοδυτικά του Μακρύγιαλου. Διακρίνονται δύο φάσεις, μια προδιμηνιακή και μια σύγχρονη με το κλασικό Διμήνι. Στην εποχή του Χαλκού ιδρύονται για πρώτη φορά οικισμοί στα παράλια της βόρειας Πιερίας, ο ένας στη θέση της αρχαίας Πύδνας, στα νότια του νεολιθικού οικισμού. Μεγάλη επέκταση του οικισμού σημειώνεται την Πρώιμη εποχή του Σιδήρου. Για πρώτη φορά στη Μακεδονία εμφανίζονται θαλαμωτοί τάφοι.
Την αρχαϊκή εποχή η Πύδνα συρρικνώνεται σημαντικά. Η πόλη, που οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν «μακεδονική», γνωρίζει τη μεγάλη της ακμή τον 5ο αιώνα π.Χ. Στα χρόνια του Αλέξανδρου Α' γίνεται το μεγαλύτερο αστικό κέντρο του βασιλείου. Η ακμή της ανακόπηκε μετά την αποστασία της, που πρέπει να αποδοθεί στις μεταρρυθμίσεις του Αρχέλαου (413-399 π.Χ.). Τιμωρώντας τους, ο Αρχέλαος μετέφερε τους κατοίκους σε μεσόγεια θέση, στο σημερινό Κίτρος. Σύντομα όμως εκείνοι επέστρεψαν κερδίζοντας μάλιστα και την αυτονομία τους, μάλλον χάρη σε ευνοϊκές ρυθμίσεις του βασιλιά Αμύντα Γ'. Το 357 π.Χ. ο Φίλιππος Β' καταλαμβάνει την πόλη και την επαναφέρει στη σφαίρα επιρροής των Μακεδόνων. Μετά την ολοκληρωτική εγκατάλειψη της Μεθώνης το 354 π.Χ., η αστικοποίηση της Πύδνας εντείνεται. Στο χώρο της Πύδνας το 168 π. Χ. οι Ρωμαίοι συνέτριψαν τις μακεδονικές δυνάμεις του Περσέα. Στα βυζαντινά χρόνια η Πύδνα γνωρίζει πάλι μεγάλη ακμή ως Κίτρος, οχυρωμένος οικισμός με έδρα επισκοπής. Στην Τουρκοκρατία ο παράλιος οικισμός εγκαταλείπεται για να μεταφερθεί στη σημερινή θέση του Κίτρους.
Αγία Σοφία. Ψηφιδωτό τρούλου. Ανάληψη (λεπτομέρεια).
Τον 5ο και 6ο αιώνα, περίοδο ακμής για την πολυάνθρωπη πόλη, η Θεσσαλονίκη μεταβάλλεται από ρωμαϊκή σε χριστιανική. Η Ροτόντα, ο Άγιος Δημήτριος, η Αχειροποίητος και η Μονή Λατόμου είναι οι πιο πειστικοί μάρτυρες μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας παράλληλης με εκείνη της Κωνσταντινούπολης.
Από τα περίφημα ψηφιδωτά της Ροτόντας, περίκεντρου ρωμαϊκού οικοδομήματος που μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό στα τέλη του 4ου αιώνα, γνωστότερη είναι η ζωφόρος των μαρτύρων.
Η εκκλησία του πολιούχου Αγίου Δημητρίου του 5ου αιώνα ξανακτίστηκε τον 7ο αιώνα, μετά από πυρκαγιά. Πεντάκλιτη ελληνιστική βασιλική διακρίνεται για τον μεγαλοπρεπή της διάκοσμο. Τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες αποτελούνται από πίνακες, αφιερώματα πιστών, και συνιστούν πολύτιμα τεκμήρια για την ιστορία της ζωγραφικής από τον 5ο έως τον 15ο αιώνα.
Στην Αχειροποίητο, μεγάλη τρίκλιτη ελληνιστική βασιλική με εξαιρετικά αρχιτεκτονικά στοιχεία και γλυπτά, τα ψηφιδωτά απεικονίζουν φυτικά κοσμήματα σε συνδυασμό με συμβολικές παραστάσεις του χριστιανισμού.
Η Μονή Λατόμου –Όσιος Δαβίδ- κτίστηκε στα τέλη του 5ου αιώνα και σήμερα διατηρείται κατά τα δύο τρίτα. Θεωρείται προδρομικός τύπος του σταυροειδή με τρούλο ναού και διασώζει σύγχρονα με την κατασκευή του ψηφιδωτά και τοιχογραφίες κομνήνειες και παλαιολόγειες.
Η τέχνη από τον 7ο αιώνα έως το τέλος της χιλιετίας εκπροσωπείται κυρίως από τη β΄ φάση του Αγίου Δημητρίου και από την Αγία Σοφία που η ίδρυσή της τοποθετείται στον 7ο αιώνα. Ανήκει στον μεταβατικό σταυροειδή με τρούλο και περίστωο τύπο. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν ψηφιδωτά και τοιχογραφίες, με προεξάρχον το ψηφιδωτό της Ανάληψης στον τρούλο (τέλη 8ου αιώνα).
Στον 11ο αιώνα ανήκει η Παναγία των Χαλκέων, σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο ναός. Κτισμένη μόνο με τούβλα, πιστοποιεί τη γενικότερη διάδοση των αντικλασικών τάσεων του αιώνα της.
«Χρυσός αιώνας» της ζωγραφικής στη Θεσσαλονίκη θεωρούνται οι τελευταίες δεκαετίες του 13ου και το πρώτο μισό του 14ου αιώνα. Από την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, επώνυμοι ζωγράφοι της μετακαλούνται και εργάζονται έξω από τα όριά της, ο Πανσέληνος, ο Καλλιέργης, ο Ευτύχιος, ο Μιχαήλ Αστραπάς.
Στην Αχειροποίητο, στα υπολείμματα από την παράσταση των Σαράντα Μαρτύρων (1225-1230), διαφαίνονται οι τάσεις των δημιουργών στην προβαθμίδα της παλαιολόγειας «αναγέννησης». Τις αναζητήσεις της παλαιολόγειας αρχιτεκτονικής της πόλης στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 14ου αιώνα εκφράζει ο Άγιος Παντελεήμων.
Σύνθετος τετρακιόνιος σταυροειδής με νάρθηκα με περίστωο, ο ναός των Αγίων Αποστόλων (1310-1314) φέρει στις γωνίες τέσσερις, μικρότερους από τον κεντρικό, δορυφόρους τρούλους. Υψηλής τέχνης είναι τόσο τα ψηφιδωτά όσο και οι τοιχογραφίες του. Από τα πιο ωραία κτίσματα της εποχής είναι ο ναός της Αγίας Αικατερίνης, εγγεγραμμένος σταυροειδής με πέντε τρούλους και στοά που περιτρέχει το ναό από τις τρεις πλευρές. Οι τοιχογραφίες του διατηρούν αναμνήσεις από τη μνημειακή τεχνοτροπία του τέλους του 13ου αιώνα.
Ένα από τα πιο προικισμένα εργαστήρια της Θεσσαλονίκης έχει τοιχογραφήσει την εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Ορφανού. Στο πρώτο μισό του αιώνα χρονολογείται και ο ναός των Ταξιαρχών, ιδιότυπη διώροφη ξυλόστεγη μονόχωρη βασιλική με περιμετρική στοά.
Μετά το ιδιαίτερα ταραγμένο β΄τέταρτο του 14ου αιώνα έως την πρώτη άλωσή της από τους Τούρκους (1387), η Θεσσαλονίκη ζει την τελευταία περίοδο ακμής. Εξίσου δημιουργικές υπήρξαν η αρχιτεκτονική και ζωγραφική της πόλης, όπως αυτό αποτυπώνεται στο καθολικό του Προφήτη Ηλία, το μνημείο της Μονής Βλατάδων και το ναΐδιο της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος.
Λάγυνος από το Τεμίρ-Γκορά (Κερτς), β΄ μισό του 7ου αι. π.Χ. «Ανατολίζοντος» ρυθμού, το αγγείο πιθανόν κατασκευάστηκε στη Ρόδο.
Οι πρώτες μαρτυρίες της ελληνικής παρουσίας στα βόρεια παράλια της Μαύρης θάλασσας εντοπίζονται στο νησάκι Μπερεζάν, την αρχαία Βορυσθενίδα, που ιδρύθηκε στο β΄ μισό του 7ου αιώνα π.Χ. Αναζητώντας καλλιεργήσιμα εδάφη, οι κάτοικοι του νησιού στράφηκαν στην απέναντι ηπειρωτική γη, όπου τελικά έχτισαν την Όλβια. Αποικία των Μιλησίων ήταν και το Παντικάπαιο, το σημερινό Κερτς. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν ότι τα πρώτα θεμέλια της ελληνικής αποικίας είχαν χτιστεί πάνω στα ερείπια μη ελληνικού οικισμού. Τα ευρήματα πρέπει να αποδοθούν στο λαό των Κιμμερίων που κυριαρχούσαν κάποτε στο Βόσπορο. Οι γλωσσολόγοι εντάσσουν τη γλώσσα των Κιμμερίων στην οικογένεια της αρχαίας περσικής. Περσικής προέλευσης θεωρείται το τοπωνύμιο Άξενος, που είχε αποδοθεί στη Μαύρη θάλασσα, ακόμη και το ίδιο το όνομα του Παντικάπαιου. Τα κύρια ονόματα περσικής προέλευσης που αναφέρονται σε επιγραφές μαρτυρούν ότι στους αρχαίους Έλληνες του Παντικάπαιου είχαν εισχωρήσει και εκπρόσωποι αυτόχθονων εθνοτήτων. Υπήρξαν όμως πάντοτε οι μεταξύ τους σχέσεις ειρηνικές; Οι γραπτές πηγές αναφέρουν ότι οι Έλληνες εξεδίωξαν από τον τόπο τούς Σκύθες προκειμένου να ιδρύσουν το Παντικάπαιο και τις άλλες πόλεις στο Βόσπορο. Οι λεηλατικές επιδρομές των Σκυθών κάθε που τα νερά του Βοσπόρου πάγωναν δημιουργούσαν φόβο και ανασφάλεια στους Έλληνες. Ισχυρό οχυρωματικό τείχος προστάτευε το Παντικάπαιο ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. Στην περίπτωση της πόλης Ιλούρατον το πλάτος των τειχών έφτανε τα 8μ.
Εν κατακλείδι οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν και εδραιώθηκαν στα βόρεια παράλια του Εύξεινου πόντου καταφέρνοντας να αφομοιώσουν τους αυτόχθονες κατοίκους.
Αρχαία Όλυνθος. Συντηρημένα επιχρίσματα τοίχων οικίας ΑVI 8.
Η αρχαία Όλυνθος εκτείνεται στο επίπεδο πλάτωμα και στις ανατολικές πλαγιές δυο φυσικών λόφων. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι την Όλυνθο ίδρυσαν οι Βοττιαίοι που εγκαταστάθηκαν στον Νότιο λόφο, στη θέση μικρού νεολιθικού οικισμού. Την αρχαϊκή και κλασική πόλη κατέστρεψαν οι Πέρσες το 479 π.Χ. Όταν η Όλυνθος γίνεται η έδρα του Κοινού των Χαλκιδέων το 432 π.Χ., ο πληθυσμός της τριπλασιάζεται και η πόλη επεκτείνεται στον Βόρειο λόφο, όπου οργανώνεται με βάση το ιπποδάμειο σύστημα. Κάθε οικοδομικό τετράγωνο αποτελείται από δέκα σπίτια σε δύο σειρές που ανήκουν στον τύπο της «οικίας με παστάδα». Γύρω από τη λιθόστρωτη αυλή διατάσσονται οκτώ έως δεκατρία δωμάτια. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν την ύπαρξη και δευτέρου ορόφου στη βόρεια πλευρά του σπιτιού.
Πολλά σπίτια έχουν παρόμοια κάτοψη με συνεχόμενους τοίχους, επομένως χτίστηκαν σύμφωνα με συνταγμένο εκ των προτέρων πολεοδομικό σχέδιο. Περιμετρικά του οικισμού εντοπίστηκαν τα τρία νεκροταφεία της πόλης. Στα νοτιοανατολικά του, εντοπίστηκαν οι κατοικίες των εύπορων πολιτών, οι «βίλλες», διακοσμημένες με ιδιαίτερα σημαντικά ψηφιδωτά από φυσικά βότσαλα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επιγραφές με συμβόλαια αγοραπωλησίας, οι οποίες βρίσκονταν μάλλον τοποθετημένες πλάι στην κεντρική είσοδο κάθε σπιτιού.
Μετά την καταστροφή της από τον Φίλιππο το 348 π.Χ., η Όλυνθος δεν ξανακατοικήθηκε ποτέ πια. Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν στα 1928-1938 από την Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή και τον καθηγητή D. M. Robinson. Η ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων υλοποιεί σήμερα (1992 – 1999) εργασίες αποκατάστασης με στόχο την ανάδειξη της πολεοδομίας, της αρχιτεκτονικής, της τέχνης και, γενικά, της καθημερινής ζωής της αρχαίας Ολύνθου.
Στάγειρα. Ληνός (πατητήρι) λαξευμένος στο βράχο.
Τα Στάγειρα, γνωστά ως η γενέτειρα του Αριστοτέλη, βρίσκονται στα ΒΑ του σημερινού χωριού της Ολυμπιάδας, πάνω σε μια πανέμορφη ορεινή χερσόνησο. Η αρχαία πόλη ήταν χτισμένη στους δυο συνεχόμενους και χαμηλούς λόφους αυτής της χερσονήσου, τον Βόρειο και τον Νότιο.
Από τα πιο σημαντικά ευρήματα των ανασκαφών είναι το πρώιμο κλασικό τείχος στο Νότιο λόφο της πόλης, επειδή μας επιτρέπει να υπολογίσουμε την ακριβή της έκταση, καθώς σε όλες της τις άλλες πλευρές η πόλη βρεχόταν από τη θάλασσα. Στον αντίστοιχο βόρειο λόφο ήρθε στο φως μεγάλο τμήμα του υστεροκλασικού τείχους. Πρόκειται για το τείχος που, σύμφωνα με τις πηγές, έχτισε ο Φίλιππος Β', κατά παράκληση του Αριστοτέλη, αφού πρώτα ο ίδιος είχε καταστρέψει την πόλη το 348 π.Χ. Στην ίδια περιοχή βρέθηκαν διάφορα οικοδομήματα του 6ου αιώνα, όπως ένα Θεσμοφόριο κι ένα αρχαϊκό Ιερό. Στην ακρόπολη αποκαλύφθηκαν τμήματα στρατιωτικών εγκαταστάσεων και μεγάλη δεξαμενή νερού. Βρέθηκε επίσης ο κεντρικός υδροδοτικός αγωγός της πόλης. Τα πολλά σπίτια της Κλασικής και της Ελληνιστικής περιόδου που αποκαλύφθηκαν θυμίζουν την οικιστική οργάνωση στις «Χώρες» των ελληνικών νησιών. Στην αγορά αποκαλύφθηκαν τμήματα κτηρίων του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ., λιθόστρωτοι δρόμοι και μια κλασική Στοά.
Οι τομές που διενεργήθηκαν τον περασμένο χρόνο οδήγησαν σε νέα ευρήματα. Ανάμεσά τους, μεγάλος αρχαϊκός ναός στην κορυφή του Βόρειου λόφου, χτισμένος με τεράστιους γρανίτινους γωνιόλιθους. Από τις ανασκαφικές ενδείξεις συνάγεται ότι ο ναός ήταν δωρικού ρυθμού, με μαρμάρινα αρχιτεκτονικά γλυπτά και με πλαστική διακόσμηση εξαιρετικής τέχνης στα αετώματα και στις μετόπες του.
Βάσεις τειχών, αρχαίο μάρμαρο και βυζαντινό κεραμικό. Τα χριστιανικά σύμβολα εν είδει σιδερόφραχτης θύρας υπενθυμίζουν την ιερότητα και το μυστήριο του χώρου.
Τα μυστικά υπόγεια του κέντρου της πόλης. Υπόγειες στοές, που ερμηνεύονται ως αρχαϊκές διέξοδοι ακροπόλεων, φρουρίων και άλλων οχυρώσεων, άλλες κατασκευές που έγιναν ανεξάρτητες κατακόμβες και κρύπτες.
Ένα υπόγειο δίκτυο εξακτινώνεται με επίκεντρο την περιοχή της πλατείας Συντάγματος. Κάτω από τη Ρωσική εκκλησία της οδού Φιλελλήνων (Σώτειρα Λυκοδήμου) αποκαλύπτεται μεγάλη κατακόμβη. Τα σκαλοπάτια τελειώνουν στην είσοδο των μεγάλων στοών. Εδώ τα ψηφιδωτά εντυπωσιάζουν με τα απαλά τους χρώματα. Αφήνοντας πίσω μας τη μεγάλη κατακόμβη και τις μικρότερες πλευρικές της, μια σήραγγα μας οδηγεί στην περιοχή που βρέθηκε το παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο. Μια ακόμη σημαντική κατακόμβη βρίσκεται κάτω από το εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα, κοντά στη Μητρόπολη.
Από το χώρο της χριστιανικής «νεκρόπολης», η μεγάλη στοά συνεχίζει στην οδό Αμαλίας, κάτω από το Μέγαρο Μποδοσάκη, και πορεύεται προς το Κολωνάκι. Άλλη μακριά σήραγγα ξεκινά από το Κολωνάκι, καταλήγει στο πίσω μέρος της Βουλής και, συνεχίζοντας κάτω από τον Εθνικό κήπο, κατηφορίζει έως το Παλαιό Φάληρο. Έχει στο μεταξύ συναντηθεί με άλλες διαδοχικές στοές, μια στο Ηλιακό ρολόι, άλλη στο άγαλμα του Βύρωνα και άλλη που έρχεται από την Ακρόπολη. Πολλές από αυτές παραμένουν βατές, όπως αυτή της Βουλής που χρησιμοποιήθηκε επί Γερμανών αλλά και επί χούντας. Μια άλλη σήραγγα που χρησιμοποιήθηκε κατά την περίοδο της Κατοχής είναι αυτή που, από το άγαλμα του Βύρωνα, καταλήγει στους πρόποδες της Ακρόπολης. Μέσα από μια δίοδο πέρασαν ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος Σάντας για να φτάσουν στον Παρθενώνα και να κατεβάσουν τη γερμανική σημαία.
Ασημένια τετράδραχμα Ακάνθου κλασικών χρόνων.
Η Άκανθος, που ιδρύθηκε στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., υπήρξε είτε αποικία των Ανδρίων ή μικτή αποικία Ανδρίων και Χαλκιδέων.
Η σημαντικότερη πόλη της ΒΑ Χαλκιδικής γρήγορα αναπτύχθηκε σε ακμάζουσα πόλη-κράτος. Σε Ανατολή και Δύση έχουν βρεθεί τα ασημένια της νομίσματα που κυκλοφόρησαν γύρω στο 530 π.Χ. Η πόλη θα επιβιώσει και μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση γνωρίζοντας άνθιση και ευημερία. Στα παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά χρόνια διατηρείται με το τοπωνύμιο Ερισσός. Όταν το παλιό χωριό της Ιερισσού εγκαταλείπεται μετά το σεισμό του 1932, διακόπτεται μια συνεχής κατοίκηση τριάντα τουλάχιστον αιώνων.
Η Άκανθος αναπτύχθηκε σε θέση προϊστορικού οικισμού, όπως μαρτυρείται από τμήμα λιθόκτιστης αψιδωτής κατασκευής, άφθονα όστρακα και ένα «πιθεώνα» από την εποχή του Σιδήρου. Τμήματα της οχύρωσης της Ακάνθου αποκαλύπτονται σταδιακά. Στα τείχη του περιβόλου εντοπίζονται δύο οικοδομικές φάσεις. Η αρχαιότερη έχει επιμελημένη ισόδομη τοιχοδομία από μεγάλες πλίνθους τοπικού γρανίτη. Η νεότερη, με ψευδοϊσόδομη τοιχοδομία, φαίνεται να ανάγεται στα κλασικά ή στα πρώιμα ελληνιστικά χρόνια. Στους λόφους της πόλης ερευνώνται δυο ενδιαφέροντα κτίρια των κλασικών χρόνων. Πρόκειται για ένα μνημειακό ναό πιθανά αφιερωμένο στην Αθηνά και για ένα ορθογώνιο κτίσμα με αίθριο και τοιχογραφημένο διάκοσμο που θυμίζει οικίες της Πέλλας. Αν δεν είναι έπαυλη πλουσίων Ακανθίων ίσως πρόκειται για το Πρυτανείο της Ακάνθου. Σε κεντρική διασταύρωση της Ιερισσού βρέθηκε και τρίτο οικοδόμημα που εντάσσεται στο χώρο του νεκροταφείου και έχει ανεγερθεί πάνω από τάφους του αρχαιότερου νεκροταφείου της Ακάνθου. Γνωστότερο είναι το παράλιο νεκροταφείο των Ακανθίων αποίκων, μια νεκρόπολη 60 στρεμμάτων, που χρησιμοποιήθηκε από τον 7ο αιώνα π.Χ. έως τον 17ο αιώνα μ.Χ.
Το Μουσείο Μπενάκη μετά την προσθήκη της νέας πτέρυγας και την επισκευή των εξωτερικών του όψεων (Μάρτιος 1997).
Το νεοκλασικό αρχοντικό που στέγασε την οικογένεια Μπενάκη όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1910 μετατράπηκε σε Μουσείο όταν, το 1930, ο Αντώνης Μπενάκης πρόσφερε τη συλλογή του στο ελληνικό έθνος. Οι σημαντικές δωρεές που ακολούθησαν μαζί με τον μεγάλο αριθμό των αγορών έχουν μετατρέψει το Μουσείο Μπενάκη σε θησαυροφυλάκιο που στεγάζει πάνω από 45.000 μουσειακά αντικείμενα. Σε αυτά πρέπει να προσμετρηθούν οι τόμοι της Βιβλιοθήκης, τα αρνητικά και οι φωτογραφίες του Φωτογραφικού Αρχείου, τα έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου. Στο μεταξύ οι νεότερες μουσειολογικές αντιλήψεις επέβαλαν τη δημιουργία Τμημάτων Συντήρησης, Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και Ηλεκτρονικής Τεκμηρίωσης. Οι τρεις προσθήκες που έγιναν στο κτήριο τα χρόνια 1965-1973 δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες ανάγκες, τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις ενός Μουσείου που επαναπροσδιορίζει τη φυσιογνωμία του. Η νέα μουσειακή του δομή, στηριγμένη στις αρχές των λεγόμενων «δορυφορικών συστημάτων», θα αποσυμφορήσει υλικό και υπηρεσίες. Η ισλαμική συλλογή μεταστεγάζεται στο κτηριακό συγκρότημα του Κεραμεικού, η κινεζική συλλογή στο σπίτι του Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα, τα Ιστορικά Αρχεία μεταστεγάζονται στο σπίτι της Πηνελόπης Δέλτα και το Φωτογραφικό Αρχείο μετακινείται σε γειτονικό διαμέρισμα της οδού Κουμπάρη.
Στο κέντρο αυτού του δορυφορικού συστήματος θα εξακολουθεί να βρίσκεται το γνωστό νεοκλασικό μέγαρο του Μουσείου με εκσυγχρονισμένες τις κτηριακές του εγκαταστάσεις και με διπλασιασμένους τους ωφέλιμους χώρους του, χάρη στην προσθήκη νέας πτέρυγας στο πίσω μέρος του οικοπέδου. Στους εκθεσιακούς χώρους θα αναπτυχθούν οι ελληνικές και μόνο συλλογές, έτσι ώστε να προσφέρεται στον επισκέπτη μια συνολική εικόνα της ιστορικής διαδρομής του ελληνισμού.
Ancient Pydna lies in north Pieria, to the south of Makrygialos. The first settlement of the region, one of the most extensive settlements of the Late Neolithic period, is located to the south-west of Makrygialos. The settlement was built during two periods of time, one part is pre-Diminian, covering an area of approximately 75 acres and bounded by a trench system, and another part of the settlement is contemporary to that of Dlmini. In the Bronze Age the settlement was transferred about 1500 m. south-east to the coast of the Thermaikos bay, where, due to sea erosion, only a small part of the tumulus has survived. In the Early Iron Age the settlement also extended around the tumulus, while later it obtained its maximum expansion. Bounded by a trench, it covered an area of over 50 acres, while during the Archaic period, due to colonization, it diminished considerably. Pydna reached a high point of prosperity in the fifth century BC.In the years of Alexander I (498-45) it expanded even further, covering an area of over 62 acres, a unique size in the Macedonian kingdom of which Pydna was the major port. Its defection and defeat by Archeiaos (413-399) temporarily halted its prosperity. Archeiaos transferred the Pydnaeans to the hinterland, but they soon came back and for a certain period enjoyed autonomy - until 357 BC, when Philip resubmitted the city to the Macedonian sphere of influence. The rise of Pydna continued in Hellenistic years when it became the main urban center of northern Pieria. After the battle of Pydna in 168 BC the role played by the town diminished considerably. However, during the Byzantine era Pydna once again rose to prosperity, though under another name, Kitros, and became the seat of an episcope. The coastal settlement was finally abandoned in the fifteenth century, after the Turkish conquest.
The subject is approached within the context of existing research.Scholars have long disagreed on the concepts of the city-settlement and the city-state (polis) during the Early Geometric and Geometric period.In this essay the subject is broached at a time in Protohistory when the two concepts -the one of the settlement, the other of the state-, asymptotic in time as regards their appearance, started to coexist. This probably took place from the mid-eighth century BC onwards in specific regions of Greece, Asia Minor and colonies. The characteristics of the parallel course — of the city-polis hereafter— until the end of the Archaic period are the following: 1. Some critical figures are relatively measurable and inter-comparable. Considering the official number of communities in the Greek state that can be called settlements ( the 1991 census shows 12,817 settlements), findings from the Early Geometric period have been recorded in 336 settlements, while there are findings from the Geometric period in 554 settlements. Within the context of architecture and town-planning, findings from the Late Geometric and Archaic periods have been recorded in 137 settlements in Greece and in Asia Minor. 2. The history of the town-planning of the time not only includes the few existing indications of town-planning complexes, but also takes into account the town-planning cores, as well as architecture, which is a component of the town-planning network: walls, the agora, temples, the sanctuaries, technical works. A typical feature of a city plan is, generally speaking, the evolution from the curved to the quadrilateral and rectangular schemes. The progress towards the architecture of beams on columns is thus reflected in this evolution, as well as a social evolution signaling the final abandonment of nomadic life, the determinant relation with the land and the nomads' coexistence with the land's earlier inhabitants. 3. Reviewing town-planning in terms of geographical patterns, the study first turns to examples of town-planning complexes in Asia Minor. The inability to reach a conclusion, due to the diversity of cases, reorientates the study to "readable" examples in the Greek colonies in Sicily and South Italy. Even here however, a town planning model that is common to all Greek towns, clear town-planning schemes, heralds of the Hippodamean system are not recognizable. 4. Finally, when reviewing the phases of Greek Protohistory, we come to the conclusion that the history of town-planning of the Late Geometric and Archaic periods can only be seen in the light of certain cities of the period, until research both in quality and quantity will permit us to draw a clearer picture of the town-planning of the period.
Success in the Persian Wars inspired the Greeks with self-confidence, which the polis (cities) reflected both in their architecture and in their politics. Miletos, rebuilt according to a new plan, and the plan for Piraeus, are based on a scientific approach which takes into account functional, aesthetic and social factors. A network of parallel streets of differing width, spacious public squares and temples on the highest locations became standard elements of city planning. Hippodamos from Miletos not only drew up plans for the first European metropolis in Pireus, but also designed a standardized house which was repeatedly constructed in most cities with astonishing success. In contrast, the reconstruction of Athens followed the old street plan. In Olynthos in Macedonia, in 432 BC the houses were remarkably comfortable and there was no lack of public installations, but as the population grew the city became crowded and housing was constructed even outside the city walls. The city port of Rhodes was planned along ambitious lines towards the end of the 5th century. Good use was made of earlier planning experience. Five harbours show the demands made by commerce, splendid houses bear witness to the expectations of wealth on the part of the citizens, and for the first time huge spaces are left empty to accomodate future growth. In Kassope in Epiros, built around 360BC as a residential area, conditions are very different, though here too we find all the elements of a Classic polis such as the agora which is the citizens' meeting place, the marketplace, private houses, a stoa (arcade) with statues in honour of notable citizens serving as a record of the city's history, the Prytaneion serving as office space and reception area for the Prytaneis, the Bouleuterion in which the Bouleutes discuss and vote on important issues, the theatre in which the Demos assembly makes the final decision. In Epiros there is also to be found a well preserved village from the same period. Both here in Orraon and in Attika we note that life in the country was not fundamentally different from life in the cities. New houses in villages and small towns conform to the same standards as those in cities, as is also shown by the characteristic andrones (men's quarters). Participation in symposia marked cultural activities in the countryside as well, but the gymnasion and the theatre were institutions of the polis. The high point of classical urban planning is Priene. This is a unique case of the city being built as an enormous work of art. Pytheos, the architect, not only constructed a system of right-angle, parallel streets and squares, but following Pythagorean philosophy he integrated the corners of all buildings into this artful geometric network. The plan includes private houses conforming to standards of the time and culminates in the famous temple of Athena on a raised terrace high above the agora.
The polis-state as state and as autonomous political entity, covered a large area with several minor settlements and a main large urban centre, whose architecture was dominated over by the agora and the temple. In this sense it is completely different from Mycenaean society, whose main architectural feature was the palace. The polis-state as such came into being towards the end of the eighth century BC. What followed the destruction of Mycenaean palaces in still largely unknown. The aim of this paper is to discuss settlements in the Aegean during the first phase of the transitional period that precedes the era of the polis-state of Classical times.This period, well known by now, is still known in current scholarchip as the "Dark Ages", due to the many difficulties that lie in the way of understanding the historical process that led to the creation of the polis-state. Settlement seem to have been of a permanent nature, though a standard form of town-planning does not seem to exist. At the beginning, the settlements are small and close to each other, confirming the Aristotelian description. A special type of settlement, known as "place of refuge" is to be found in some remote and steep regions of Crete. In the Eastern Aegean the settlements destined to become big urban Ionian centers were probably built in a movement going by the name of "Ionian colonization". Later in this period, that is in the eighth century BC, the first town fortifications are to be found. The dwellings of the small settlements are built in accordance to the geomorphology of the enviroment and there is a preference for the apsidal plans of ellipsoid buildings, although rectangular ones are not absent. Bigger buildings found in some settlements are considered as "dwellings of the nobility". The agora appears in its final form only in the eighth century at Dreros. Religious buildings cannot be identified with certainty before the 8th century, and worship usually took place out in the open around an altar. A unique and without precedent big apsidal building of the tenth century at Lefkanti in Euboea was found in the area of the cemetery built above a grand double burial, which for this reason is thought to be a heroon (a hero's tomb).
A member of a precapitalist society is a homo religiosus, his life governed by mythical and sacred prototypes. Undoubtedly, living space in ancient Greece was determined by material conditions, but cannot be seen in isolation from these prototypes. The acropolis of Dimini in the 4th millennium, consisting of concentric walls, may imply a cosmic model, this may also be the case of the palace of Knossos, due to its association with the labyrinth. The foundation of the Mycenaean settlement of Kadmeia (Thebes) is related to the slaughter of a dragon symbolizing chaos, while the decoration of the walls of Mycenaean settlements is associated with music. In the case of Athens, from Mycenaean times down to the Archaic period, the centre of the world is spatially transferred to the" omphalos" of a town. In the same city, Cleisthenes's reform was based on the principle of "isonomia", closely akin to "symmetria", a word with a semi-aesthetic meaning deriving from the cosmic order of the Pythagoreans. Symmetria is also the governing principle of the sculptural, pictorial and architectural production of the Classical period. The concept of symmetria and other cosmological notions lie behind Hippodamus's urban grid. The same is the case with Plato's ideal city-state in the Laws, which is based on a radial concentric pattern. Both geometry and arithmology are closely related to Plato's cosmogony and cosmology in Timaeus, and to the description of Atlantis in Kritias.
Alexander's conquests transformed Greece and Asia, and the city was essential to this process of transformation. The city was a means to propagate the Greek way of life throughout the east , to maintain Greek political and cultural supremacy over newly conquered lands, Hellenistic dynasts also found found an important and enduring means of propaganda and self-promotion in the city. However, the new political, social and economic conditions resulting from the establishment of the Hellenistic kingdoms profoundly affected the Greek city. With the notable exception of the Ptolemies in Egypt, the Hellenistic kings built new cities and renovated and refurbished existing ones. The result was that urban life flourished thoughout the Greek east. City builders continued to rely on grid planning to create new cities, and the barrack-like residential blocks, the strong city walls and the independently fortified acropolis are often a reflection of the military nature of the new cities. At the same time such uniform arrangements allowed for the rapid settlement of a large incoming population and emphasized the essential equality of all the new citizens, whatever their origins. In both new cities and existing ones grandiose public buildings were erected for the benefit of the citizens both by the Hellenistic kings and the local aristocracy. This spate of new construction visually transformed the Greek city and created some of the most stunning visual urban landscapes of the ancient world. The Hellenistic city is often seen as a hiatus between the achievements of the Classical world and the new impetus brought by the Romans to urban life.This view is untenable. Hellenistic kings and the local aristocracy had a beneficial effect on the Greek city transforming it and offering a high level of prosperity and material comfort to many ordinary citizens.
One of the most interesting chapters of ancient Greek history is that in which the ancient Greeks make heroic attempts to make commercial and cultural contact with peoples and nations of lands that were until then unknown to them. The Greek ships carried the seafarers, who defying all danger responded positively to the great challenge for charting and conquering new lands. This activity, which peaked during the late eighth century and continued until the sixth century BC was named the "Age of Adventures" by R.Hopper. From the late seventh century BC on, Greeks not only settled and made their presence firm on the northern shores of the Black Sea (Euxinos Pontos), but also managed to hellenize and assimilate the natives, armed with the huge cultural heritage, which they carried with them far from their Helladic metropoles.
According to Herodotus, ancient Olynthos was founded in the mid-seventh century BC by the Viottieans. The first town was erected on the South Hill without a specific town-plan and was destroyed by the Persians in 479 BC. The ruins of a small Neolithic settlement have also been located on the same site. The establishment of the Common of the Chalkideans in 432 BC marked the increase of the town's population and its extension to the North Hill. It was then that the town was rebuilt according to the Hippodamean town-plan.Parallel avenues intersecting perpandicular streets, created a network of building blocks with ten houses to each block. The houses of Olynthos belong to the "pastada" type.Each is organized around an open-air courtyard with a roofed Doric stoa, the "pastada", to its north, to which the dwelling quarters give access. The north side of the house was two-storeyed. Other identifiable building areas are the kitchen, oikos, bathroom, men's quarters, store-rooms, work-houses and shops. The floor mosaics of Olynthos, among the earliest in Greece, are especially treasured in the history of art. Olynthos was destroyed by Philip II in 348 BC and was never again reinhabited. The first excavations were carried out by the American School of Archaeology under the direction of Professor D. M. Robinson from 1928 to 1938. An important project for the restoration and promotion of the North Hill settlement has been developed since 1990 by the XVItti Ephorate of Prehistoric and Classical Antiquities, with the financial support of the European Union and Greek Ministry of Culture.
Excavations on the site of ancient Stageira commenced in September 1990 and continue every summer to this day. In this short period of time, the boundaries of the ancient town were marked out on the small mountainous "Liotopi" peninsula, not far from Olympiada. The southern wall of the Classical phase of the town, which blocked the peninsula from one end to the other, from sea to sea, was located and revealed, thus contributing to the location of the town's limits. Recent excavations have brought to light, beside the large sections of the Stageira fortification, the acropolis, several houses of the Classical and Hellenistic period, an Archaic sanctuary, a stoa of the Classical age, etc. As the excavations progressed, the archaeological site as a whole was put in order.Relevant works were scheduled or are in progress, so that the site, properly organized, can be opened to the public. Needless to say, Aristotle's birthplace, which is visited by hosts of "pilgrims" from Greece and abroad, must remain clean and pure, unspoiled by any industrial or other pollution, so that the site's features both historical and archaeological can come down to future generations as an important heritage.
APXAIOΛΟΓΙΑ went down into the catacombs, the ancient galleries and labyrinthine passages that connect the Russian Church on Philhellenon St. with the Greek Parliament,and the Acropolis with other sites.Furthermore, following a network of underground extensions and age old connections which begin from under the center of Athens, it even managed to reach Pireus, haven of the capital. A secret world of unknown dimensions, use and age was revealed. Catacombs and cemeteries end up at underground necropoles, tunnels and galleries racing from Amalias Avenue towards various directions lead to sites of worship.Early Christian crypts enliven escape exits to ancient fortifications. All these monuments represent another expression of religious architecture in which the terms "guarding" and "protection" have a real content, since they refer to people, monuments, history and to quantities of moveable archaeological treasures.
Ancient Akanthos, the founding of which is mentioned in various ancient written sources, is the most important town of north-eastern Chalkidiki and a major port in the north Aegean. It owes its development to its geographic position and its mineral and forest wealth. Around 530 BC, the broad circulation of its coins - they have been found in Egypt, Sicily, Persia and elsewhere— is indicative of the commercial and financial role played by the city. Akanthos appears at the forefront of history during the Persian wars. In modern times, the earthquake of 1932 caused the abandonment of ths town, and thus a continuous habitation of at least three centuries came to an end. The systematic excavation of the ancient settlers started only in 1994 and brought to light prehistoric finds, mainly of the Bronze and Iron Age. A storage area of the Iron Age, part of the Classical-Hellenistic fortifications, extending over an area of approximately 140 acres, and remnants of a monumental temple, probably of the Classical period came to light. An important large edifice with an atrium and wall painting brings to mind houses of Pella. The finds from this building date from the Hellenistic period. Moreover, two cemeteries have been located, which in twenty years of excavational research have produced over 9,000 graves and valuable information about the everyday life and the cultural level of the inhabitants of the town.
The only form of writing in Scandinavia, during the years of the Byzantine Empire, were the runes, official inscriptions on stone, wood or bone, written in the phonetic alphabet. Some inscriptions refer to travels of the Scandinavians to Byzantium. This relation of Scandinavians, mainly with Constantinople, is also supported by the little archaeological evidence found in our days. We should hope that the archaeological excavations will reveal more findings, thus shedding light on the relation of Scandinavian mercenaries and traders with the Byzantine Empire.
Λίθινο εργαλείο για το ξύσιμο του δέρματος.
Οι τεχνικές κατεργασίας του δέρματος εφαρμόστηκαν ήδη από την παλαιολιθική περίοδο. Θα παραμείνουν περίπου κοινές για όλη την αρχαιότητα ενώ ορισμένες θα διατηρηθούν στην Ευρώπη έως και τον Μεσαίωνα. Με κοφτερά «ξύστρα» αφαιρούσαν από το τομάρι το τρίχωμα και το λίπος. Τα ξύστρα της κλασικής αρχαιότητας δεν διαφέρουν πολύ από τα παλαιολιθικά αλλά ούτε από τις σύγχρονες φαλτσέτες. Μετά τον πλήρη καθαρισμό, συχνά ακολουθούσε το «άργασμα» του δέρματος. Οι πληροφορίες για τη βυρσοδεψία είναι λίγες αλλά η ορολογία που παραδόθηκε είναι πλούσια. Οι βυρσοδέψες της Αθήνας είχαν τα εργαστήριά τους απόμερα, στην περιοχή Κυδαθήναιον, λόγω της δυσοσμίας που συνοδεύει την κατεργασία των δερμάτων.
Η Παλαιοντολογία εξετάζει τα απολιθώματα, λείψανα οργανισμών που διατηρήθηκαν μέσα στην πέτρα.
Πριν 4 εκ. χρόνια εμφανίστηκε στην Αφρική ο μακρινότερος πρόγονος του ανθρώπου, ο Αυστραλοπίθηκος. Ο Επιδέξιος άνθρωπος, που πρώτος κατασκεύασε τα λίθινα εργαλεία, έζησε πριν 2 εκ. χρόνια. Λίγο αργότερα ο Όρθιος άνθρωπος θα ανακαλύψει τη φωτιά. Ο Σκεπτόμενος άνθρωπος, ο άμεσος πρόγονός μας, πρωτοεμφανίστηκε 250.000 χρόνια πριν από σήμερα.
Από τις επιστήμες, η γεωλογία εξετάζει την ιστορία της γης. Ένας από τους κλάδους της, η παλαιοντολογία, μελετά τους ζωντανούς οργανισμούς που έζησαν κατά τη διάρκεια των παλαιών εποχών και εντοπίζει τα αποτυπώματά τους στα απολιθώματα. Η αρχαιολογία εξετάζει τα υλικά κατάλοιπα της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Franz von Stuck, "Έρωτας", 1889. Παστέλ, μεικτή τεχνική σε χαρτί, 72x31,5 εκ. Ιδιωτική Συλλογή.
Το τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος της Αρχαιολογίας στον Έρωτα αφορά τη νεότερη και τη σύγχρονη εποχή. Αντίθετα με την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, εδώ δεν υπάρχει η απόσταση από το παρελθόν, ώστε να προσεγγίσει κανείς το θέμα εκ του ασφαλούς μέσα από τα πολιτισμικά κατάλοιπα. Εδώ υπεισέρχεται ο ζωντανός άνθρωπος με τις εμπειρίες και τα βιώματά του. Εισβάλλει δηλαδή η ίδια η ζωή. Και τότε, τι να πει κανείς για τον έρωτα και πώς να τον ορίσει…
Edward Burne-Jones, "Το τραγούδι του Έρωτα", 1868-77. Λάδι, 114,3x155,9 εκ. The Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη.
Με εκκίνηση μια σύντομη αναφορά στον Φρόιντ και μια εκτενέστερη στον Πλάτωνα, θα επιχειρήσω να θέσω τον έρωτα ως πρόβλημα στην προοπτική της διάκρισης και της ένωσης του σώματος με την ψυχή. Η μέθοδος αυτή θα οδηγήσει, στον 17ο αιώνα και στην εξέταση των αντιλήψεων του Καρτέσιου, κυρίως σε σχέση με τα πάθη της ψυχής . Ταυτοχρόνως, την ίδια εποχή, μια σειρά στοχαστών που ονομάζουμε μοραλιστές, ασχολήθηκαν με τις διάφορες μορφές που παίρνει ο έρωτας σε σχέση όχι τόσο με το σώμα όσο με το εγώ. Καίριο ως προς το σημείο αυτό είναι το έργο του Λαροσφουκό, στο οποίο μια στάση, έστω μικρή, είναι σχεδόν υποχρεωτική.
Στη συνέχεια, είναι απαραίτητο το πέρασμα από τον Καντ, στο πλαίσιο της ηθικής του οποίου ο έρωτας αποτελεί πρόβλημα που πρέπει, πάση θυσία, να αντιμετωπισθεί.
Karl Hubbuch, "Βραδιά μεταμφιεσμένων", 1928. Λάδι, 45x49 εκ. Lenbachhaus, Μόναχο.
Στο άρθρο αυτό επιχειρείται μία σύντομη επανεξέταση της φροϋδικής θεωρίας του πολιτισμού, όπως αυτή εντάσεται μέσα στη γενικότερη θεωρία των ενορμήσεων, και της εγκυρότητάς της μέσα στα πλαίσια της (μετα)νεωτερικότητας. Η συμβολή του Lacan, όπως και οι ενδιαφέρουσες προεκτάσεις του Θάνου Λίποβατς, δίνουν μια ευκαιρία σύζευξης του φιλοσοφικού, ψυχαναλυτικού και θεολογικού λόγου ως προς τον έρωτα, αλλά και την γενικότερη ανάλυση των διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσεων της εποχής μας.
Benozzo Gozzoli, "Ο χορός της Σαλώμης", 1461-62. Ζωγραφική σε ξύλο, 23,8x34,3 εκ. National Gallery of Art, Ουάσινγκτον.
Η έξοδος από τη σεξουαλική απελευθέρωση της νεωτερικότητας χαρακτηρίζεται από την υποχρεωτική μετανεωτερική κυριαρχία της λάγνας εικόνας. Η κατάρρευση των ιδεολογιών και δι’ αυτής η αχρήστευση της διάνοιας συνοδεύεται από τη γενικευμένη διέγερση του οπτικού νεύρου. Το άρθρο αυτό υποστηρίζει πως οι εξελίξεις της εποχής μας στρέφονται κατά του έρωτα ως τρόπου συνάντησης των προσώπων και αυθυπέρβασής τους, επειδή προτείνουν μια πρακτική φιλοσοφία ελέγχου πάνω στις αναπαραστάσεις των σωμάτων. Με ψυχαναλυτικούς όρους, η ορμή παύει να στηρίζει την επιθυμία και γίνεται ο δήμιός της.
Γιώργος Σικελιώτης, "Ερωτικό ζευγάρι". Λάδι σε χαρτόνι, 71x100 εκ. Πινακοθήκη Ρόδου.
Τα ερωτικά δημοτικά τραγούδια ή, κατά τη λαϊκή ορολογία, τα τραγούδια της αγάπης (ή του πόθου) είναι από τις αρχαιότερες κατηγορίες δημοτικού τραγουδιού. Και παρότι η χρονική αφετηρία τους δεν είναι διαγνώσιμη, ορισμένα θέματα μάς πηγαίνουν ως την αρχαϊκή εποχή. Τα ερωτικά τραγούδια εμφανίζουν μια μεγάλη ποικιλία και μια ακμαία προφορική παράδοση· καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα θεμάτων, ποιητικών μορφών, μυθικών, εικονοπλαστικών και συμβολικών εκφράσεων: λυρική έκφραση ατομικών συναισθημάτων και παθών, εξομολογήσεις και ερωτικούς διαλόγους, αφηγηματική εκδίπλωση ερωτικών επεισοδίων ή μικρών ιστοριών, ερωτικές αλληγορίες και ερωτικά δράματα· και από μετρική και στιχουργική άποψη, ανομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους και ομοιοκατάληκτες ρίμες, σύνθετους και απλούς στίχους, ιαμβικά και τροχαϊκά μέτρα, αργούς τελετουργικούς και γοργούς χορευτικούς ρυθμούς, τραγούδια, μπαλάντες, και διαλογικές φόρμες, αλφαβητικές ή αριθμητικές ακροστιχίδες και δίστιχα. Μέσα σ’ ολόκληρη τη δημοτική ποίηση, τα ερωτικά τραγούδια, ιδιαίτερα τα δίστιχα, οι ερωτικές «μαντινάδες», είναι ως σήμερα η πιο ζωντανή και δυναμική κατηγορία.
"Γοργόνες και μάγκες", Λάκης Κομνηνός, Μαίρη Χρονοπούλου, 1968.
Ο έρωτας είναι αγαπημένο μοτίβο σε όλες τις αναπαραστατικές τέχνες και έχει τροφοδοτήσει θεατρικά έργα, μυθιστορήματα και σενάρια σε κάθε εποχή. Η μακραίωνη χρήση μοτίβων σχετικών με τον έρωτα προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τη μυθοπλαστική του αναπαράσταση. Αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα να αντιληφθούμε, μέσα από τη μυθοπλασία, τους τρόπους με τους οποίους κάθε εποχή εκφράζει τις επικρατούσες πεποιθήσεις, συνήθειες και πρακτικές σχετικά με τον έρωτα. Ο κινηματογράφος είναι ένα πρόσφορο μέσον για να μελετήσουμε και να κατανοήσουμε τον ρόλο που παίζει ο έρωτας στις ανθρώπινες σχέσεις στις νεότερες κοινωνίες. Ιδιαίτερα στον ελληνικό κινηματογράφο μπορούμε να παρατηρήσουμε την εξέλιξη των κοινωνικών αντιλήψεων σ’ αυτό το κομβικό θέμα. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ο ελληνικός κινηματογράφος υιοθέτησε αρχικά τις πατριαρχικές αντιλήψεις της παραδοσιακής κοινωνίας, έτσι όπως είχαν προσαρμοστεί στα δεδομένα της αστικής ζωής. Στη συνέχεια, και σε συνάρτηση με τις αλλαγές που επήλθαν στην κινηματογραφική παραγωγή κατά τη δεκαετία του 1970, οι κινηματογραφιστές είχαν τα περιθώρια να εκφράσουν προσωπικές παρατηρήσεις και απόψεις για τον έρωτα, απομυθοποιώντας τους κανόνες ευτυχίας που αναπαρήγαγε η προηγούμενη γενιά. Η σύγχρονη παραγωγή, επανακτώντας εμπορικούς στόχους, δείχνει μια μεγάλη απομάκρυνση από τα αισθήματα που συνόδευαν τα πρότυπα του έρωτα σε όλη την προηγούμενη περίοδο και τον παρουσιάζει ως ένα κεντρικό, ωστόσο ευκαιριακό καταναλωτικό αγαθό του σύγχρονου αμοραλιστικού κόσμου.
Victor Brauner, "Μεταξύ μέρας και νύχτας", 1938. Ελαιογραφία. Συλλογή Albert A. Robin.
Κανένα άλλο κίνημα της πρωτοπορίας δεν έχει συνδεθεί τόσο με τον έρωτα όσο ο Σουρεαλισμός. Οι σουρεαλιστές ύμνησαν την ερωτική έλξη και την παντοτινή αγάπη, διερεύνησαν τη σεξουαλικότητα και απελευθέρωσαν την ανθρώπινη επιθυμία. Το παρόν άρθρο πραγματεύεται το σύγχρονο ερωτικό μύθο που έπλασε ο θεωρητικός θεμελιωτής του Σουρεαλισμού, André Breton, και την πρόσληψή του από καλλιτέχνες του κινήματος. Εμπνευσμένος από τον αριστοφανικό μύθο στο πλατωνικό Συμπόσιο και τις μεταμορφώσεις του στην αλχημεία και τη λογοτεχνία, ο Breton ερμηνεύει την ανδρογυνία ως την κατάσταση πραγμάτωσης του αμοιβαίου έρωτα και προβάλλει την ανάγκη ανασύστασής της, μέσω της σαρκικής και πνευματικής ένωσης με το έτερον ήμισυ. Η σουρεαλιστική ποίηση περιγράφει με τρόπο γλαφυρό την αναζήτηση αυτού του ιδανικού, ενώ ο εικαστικός Σουρεαλισμός το μορφοποιεί με απρόσμενα και συχνά αμφίσημα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, στα εικαστικά έργα των Victor Brauner και Max Ernst, άλλοτε τονίζεται η σαρκική διάσταση της ανδρόγυνης ένωσης και άλλοτε αναδεικνύεται ο ρόλος της ιδανικής γυναίκας στην επίτευξη της ανδρικής πληρότητας. Από την άλλη, καλλιτέχνιδες όπως οι Leonora Carrington και Remedios Varo, επικρίνουν την αποθέωση του σαρκικού έρωτα και προσανατολίζονται σε μια πιο εσωτερική ερμηνεία του ανδρόγυνου μύθου.
Άποψη των σύγχρονων ανασκαφών (φωτ. B. Wells).
Περιήγηση στον αρχαιολογικό χώρο και το φυσικό περιβάλλον της Καλαυρείας, την ιστορία των ερευνών, τις σύγχρονες ανασκαφές και τους στόχους τους, και παρουσίαση του ιερού του Ποσειδώνα ως πόλο λατρευτικών και κοσμικών δραστηριοτήτων, από τον 7ο-6ο αι. π.Χ. έως τα ελληνιστικά χρόνια και τη ρωμαϊκή περίοδο.
Σκηνή από τα Ανθεστήρια σε ερυθρόμορφο αγγείο. 5ος αι. π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, Συλλογή Σερπιέρη.
Όταν τα νεαρά άνθη ευωδιάζουν τις αύρες, η νεολαία της υπαίθρου εκτελεί ένα από τα ζωντανότερα έθιμα: τις Κούνιες. Έθιμο διεθνές και διαχρονικό από τη Γαλλία ως τα Βαλκάνια, από την αρχαία ως τη σύγχρονη Ινδία και ευρύτατα διαδεδομένο στην Ελλάδα. Στη Νάξο, π.χ., οι νεαροί δένουν ένα σχοινί στο κλαδί ενός δέντρου, που είναι μεγάλο και δροσερό σαν νύμφη. Εκεί τα αγόρια δίνουν τον παλμό και τα κορίτσια αιωρούνται ως τα ψηλότερα φύλλα. Παραδοσιακά ερωτικά τραγούδια τονίζουν την έννοια του εθίμου. Ανάλογο έθιμο λάμβανε χώρα, ως γνωστόν, τη δεύτερη μέρα της αθηναϊκής διονυσιακής γιορτής των Ανθεστηρίων, τις Χόες. Το κρητο-μυκηναϊκό ειδώλιο ενδέχεται να απεικονίζει ανάλογη τελετή – μια κίνηση-προσευχή προς τις αόρατες δυνάμεις της ζωής.
Νεκρική προσωπίδα από ήλεκτρο, η αρχαιότερη από τις νεκρικές προσωπίδες των Μυκηνών. Μέσα 16ου αι. π.Χ.
Η τέχνη της εποχής των λακκοειδών τάφων στις Μυκήνες αποτελεί προφανώς μία από τις πιο σημαντικές εκφάνσεις ολόκληρου του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Περιέχει ένα αρκετά ποικιλόμορφο θεματολόγιο που ορίζεται από α) απλουστευμένες καλλιτεχνικές φόρμες κατώτερης ποιότητας όπως για παράδειγμα η τεχνική των παραστάσεων στις ταφικές στήλες του Ταφικού Κύκλου Α, και β) εκλεκτική, παραστατική τέχνη και πολυτελείς διακοσμητικούς τύπους με τη χρήση χρυσού και πολύτιμων υλικών όπως οι μεταλλικές νεκρικές προσωπίδες των Ταφικών Κύκλων Α και Β. Με βάση αυτά τα δεδομένα δεν είναι εύκολο να συμπεράνουμε ότι υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός αυθεντικών παραστάσεων ανθρωπίνων μορφών κατά τον 16ο αιώνα π.Χ. Πιθανώς η πρώιμη μυκηναϊκή τέχνη συγκεντρωνόταν περισσότερο στην παραγωγή διακοσμητικών αντικειμένων ειδικά προορισμένων για επίδειξη, και όχι στη λειτουργική παραστατική τέχνη η οποία παρουσιάστηκε αργότερα στην αρχαιότητα. Ως στοιχεία για την απεικόνιση ανθρωπίνων μορφών και βασικές πηγές για την αναγνώριση στοιχειώδους παραστατικής τέχνης κατά την Υστεροελλαδική Ι (ΥΕ Ι) περίοδο εξετάζονται στο κείμενο οι ταφικές στήλες, οι νεκρικές προσωπίδες από τους Ταφικούς Κύκλους Α και Β, και κάποιες μικρογραφικές παραστάσεις στη μικρογλυπτική και σε άλλα εικονογραφικά μέσα.
Προθήκη με αντικείμενα ενδεικτικά της οικοσκευής ενός νεολιθικού σπιτιού. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Το παρόν άρθρο εξετάζει τα ερωτήματα εάν και κατά πόσον στις εκθέσεις Νεολιθικών Συλλογών στην Ελλάδα διαθλώνται επιστημολογικές τάσεις της Αρχαιολογίας αφενός και υιοθετούνται σύγχρονες τάσεις της Μουσειολογίας αφετέρου, προσπαθώντας να ανιχνεύσουμε την θεωρία που υπάρχει πίσω από την πράξη.
Εξετάζοντας τις νεολιθικές συλλογές των μελετών περιπτώσεων, καταλήξαμε ότι αυτές διακρίνονται από τα εξής κοινά χαρακτηριστικά: ένταξη των αντικειμένων σε συμφραζόμενα, συμπληρώσεις αυθεντικών αντικειμένων, συχνή χρήση αναπαραστάσεων και ανακατασκευών, χρήση λαογραφικών παραλλήλων.
Καθώς έχει τονιστεί η ανάγκη για ειλικρίνεια από πλευράς των επιμελητών, και η σύγχρονη αντίληψη για την ιστορία θέτει το ζήτημα της σχετικότητας κάθε ιστορικής ερμηνείας, φαίνεται ότι οι επιμελητές των εκθέσεων υιοθετούν τη διδακτική προσέγγιση, η οποία προϋποθέτει ότι η αλήθεια είναι αντικειμενική και υπάρχει ανεξάρτητα από το δέκτη. Αυτό σημαίνει ότι οι επιμελητές δεν έχουν αντιληφθεί -ή τουλάχιστον δεν το εκφράζουν στις εκθέσεις- ότι μπορούν να επενδύσουν με την ερμηνεία τους τα δεδομένα , και όχι να ανακατασκευάσουν το παρελθόν.
Στις Νεολιθικές Συλλογές δεν αντικατοπτρίζεται ο Νεολιθικός Πολιτισμός, αλλά το ιστορικό πλαίσιο που εκκόλαψε τις αντιλήψεις των επιμελητών που δημιούργησαν τις εκθέσεις, όπου αντικείμενα-αυθεντικά και ανακατασκευές- και εποπτικά μέσα, με τη μορφή κειμένων και εποπτικού υλικού «συνομιλούν» μεταξύ τους, δημιουργώντας συστήματα αναπαράστασης. Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι νέες θεωρίες στην αρχαιολογία ή πειραματισμοί απουσιάζουν εντελώς.
Όψη της βίλας Ρετόντα, όπως είναι σήμερα.
Τo έτος 1900 η Κρήτη είναι αυτόνομη. Η κρητική επανάσταση είναι σε εξέλιξη και η Κρήτη μοιάζει με ηφαίστειο. Οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής - Αγγλία, Ιταλία, Γαλλία, Ρωσία, και λιγότερο η Αυστρία και η Γερμανία, έχουν μοιραστεί το νησί και προσπαθούν να σβήσουν τη φωτιά που αυτοί άναψαν μεταξύ των μουσουλμάνων και των χριστιανών κατοίκων του νησιού. Με αυτόν τον τρόπο κάνουν απαραίτητη τη στρατιωτική παρουσία τους στην περιοχή λόγω της διώρυγας του Σουέζ.
Αυτήν την εποχή φτάνει στο νησί ένας μεγάλος αρχαιολόγος και αρχιτέκτονας, ο Ιταλός Giuseppe Gerola. Εν μέσω πολλών κινδύνων και περιπετειών, διασχίζει το νησί από άκρη σε άκρη και καταγράφει, φωτογραφίζει και μελετά ό,τι βενετσιάνικο έχει αφήσει όρθιο ο χρόνος και οι Τούρκοι.
Στην αξιοθαύμαστη κληρονομιά του βιβλίου του βρίσκονται τρία κτίρια ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, ένα στο χωριό Δραπανιάς, το άλλο στο χωριό Ροδωπού και το τρίτο και αξιολογότερο στο χωριό Καλάθενες του νομού Χανίων. Το τελευταίο μνημείο είναι γνωστό ως βίλα Ρετόντα. Όπως διαπίστωσε ο Giuseppe Gerola και οι μετέπειτα ερευνητές, οι ιδιοκτήτες του δεν πρόλαβαν να το ολοκληρώσουν λόγω της τουρκικής εισβολής που έγινε στις 15 Ιουνίου του 1645 στο Κολυμπάρι Χανίων. Τη βίλα στο χωριό Δραπανιάς την ονόμασε βίλα Τρεβιζάν, από το όνομα της οικογένειας στην οποία ανήκε. Όσο για τη βίλα στο χωριό Ροδωπού, δεν κατέγραψε τους πιθανούς ιδιοκτήτες της εξαιτίας της καταστροφής του θυρεού.
Εβδομήντα χρόνια αργότερα η κυρία Φατούρου- Ησυχάκη συνεχίζει την έρευνα για τη βίλα Ρετόντα. Διαπιστώνει και εκείνη ότι το κτίριο είναι ημιτελές και ότι ο άνω όροφος που είχε προβλεφθεί δεν κατασκευάστηκε. Το αρχιτεκτονικό σχέδιο είναι πανομοιότυπο με σχέδιο του αρχιτέκτονα Palladio για τη βίλα Ροτόντα στην Vicenza της Ιταλίας. Ανακαλύπτει ακόμη ότι τα σχέδια τα έφερε στα Χανιά ο Onorio Belli, οικογενειακός φίλος του Palladio, ο οποίος ήταν γιατρός, βοτανολόγος, αρχιτέκτονας και αρχαιολόγος, και εργάστηκε στο Ηράκλειο και στα Χανιά σαν γιατρός. Αναφέρει επίσης ότι από τα ίδια σχέδια του Palladio είχε εμπνευστεί κι ο αρχιτέκτονας και πρόεδρος των ΗΠΑ Τζέφερσον για το σχέδιο του Λευκού Οίκου.
Διασταυρώνοντας ιστορικές πηγές και μετέπειτα εργασίες προκύπτουν υπόνοιες ότι το κτίριο που βρίσκεται στο Δραπανιά και είναι γνωστό ως βίλα Τρεβιζάν δεν ανήκε στην οικογένεια των Τρεβιζάν. Καταγραφές της εποχής αποκαλύπτουν ότι η οικογένεια αυτή δεν είχε ούτε κρητικό αλλά ούτε βενετσιάνικο τίτλο ευγενείας. Το κτίριο αυτό πιθανόν ανήκε στην οικογένεια Polani ή ίσως στην οικογένεια των Γαβαλάδων. Η βίλα στο χωριό Ροδωπού ανήκε στην οικογένεια των Polani, εκείνη στο χωριό Καλάθενες πιθανόν στην οικογένεια των Τζαγκαρόλων αντί για την οικογένεια των Καλλέργηδων.
Και τα τρία αυτά σπίτια είναι σήμερα σε άθλια κατάσταση. Με εξαίρεση το κτίσμα του Ροδωπού στο οποίο έγινε μια υποτυπώδης συντήρηση για να μην καταρρεύσει, η βίλα στο χωριό Δραπανιάς υπέστη σοβαρές ζημιές με τον σεισμό των Αντικυθήρων. Και η βίλα στο χωριό Καλάθενες είναι σήμερα στάβλος και τρώγλη. Είναι κατάντια του πολιτισμού μας ένα σπίτι κτισμένο με σχέδιο του Palladio να βρίσκεται σε αυτή την τραγική κατάσταση. Είναι καιρός να δοθούν μερικά ευρωπαϊκά κονδύλια για την αναστήλωση τέτοιων μνημείων ώστε να μαθαίνουν οι νέοι μας την ιστορία τους αλλά και για να βοηθηθούν οικονομικά οι κάτοικοι ορεινών και απρόσιτων περιοχών.
Κεντρικό τμήμα του επιτραχηλίου Α, όπου αναπαρίστανται οι ιεράρχες άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και άγιος Γρηγόριος ο Μέγας.
Στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται τα επιτραχήλια τα οποία κατά την παράδοση ανήκαν στον άγιο Διονύσιο, πολιούχο της νήσου Ζακύνθου. Τα αντικείμενα εκτίθενται στο Ναό του Αγ. Νικολάου του Μώλου εντός της πόλεως. Πρόκειται για πρώτη εικονολογική προσέγγιση και καταγραφή τόσο της κατάστασης διατήρησής τους όσο και των προβλημάτων που παρουσιάζουν ή προκύπτουν και σχετίζονται με τη λήψη μέτρων προληπτικής συντήρησης, ειδικά όταν τα ιερατικά υφάσματα συνδυάζονται με άλλα εκκλησιαστικά κειμήλια. Τα συγκεκριμένα λειτουργικά ενδύματα είναι άγνωστα στην ευρεία επιστημονική κοινότητα, όπως και στους πιστούς που τα ευλαβούνται ως ιερά κειμήλια.
Κεφάλι και ρουθούνια της δυτικής πλευράς.
Στην περιοχή του χωριού Κίρκη (Ν. Έβρου), εντοπίσθηκε βραχώδες έξαρμα, στο οποίο χαράχθηκαν με αιχμηρό αντικείμενο δυο αμυγδαλόσχημα μάτια και στο κάτω μέρος του βράχου δυο κοιλότητες πολύ κοντά η μία με την άλλη. Η απόδοση των λαξευμένων χαρακτηριστικών, καθώς και η επιλογή του βαθμιδωτού βράχου, όσον αφορά το σχήμα του, μας οδηγούν στην άποψη πως πρόκειται για απεικόνιση κεφαλής βοδιού, ταύρου, ή δαμάλας. Σε απόσταση τριάντα μέτρων νοτιοανατολικά του βράχου, ένα μικρότερο βραχώδες έξαρμα λαξεύτηκε σε σχήμα φαλλού σε στύση. Η ζωομορφική θεότητα που αποδίδεται με τα αγελαδίσια χαρακτηριστικά στο βράχο, σε συνδυασμό με τη γονιμική κα ανανεωτική δύναμη ενός θεού, που δηλώνεται με τον λίθινο φαλλό, μαρτυρούν
γονιμοποιές τοτεμικές τελετουργίες στο χώρο της αιγιακής Θράκης, όπως επιβεβαιώνεται και από το μεγαλιθικό μανιτάρι (menhir), που εντοπίσθηκε στην
εν λόγω περιοχή δίπλα σε πηγή νερού. Στην ίδια περιοχή εντοπίσθηκε υπαίθριο θρακικό ιερό περιστοιχισμένο από πλέον των είκοσι τάφων λαξευμένων στο βράχο. Η κεραμική που εντοπίσθηκε στην περιοχή, χρονολογείται την εποχή του σιδήρου.
Οδοντόφρακτο κράνος από την Ελάτεια, 13ος αι. π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας.
Η ανακύκλωση είναι ένας όρος που μπήκε στη ζωή μας τις τελευταίες δεκαετίες με αφορμή τα περιβαλλοντικά προβλήματα, που δημιούργησε στον πλανήτη o άνθρωπος με την κακή και άσκοπη κάποτε χρήση των φυσικών πόρων. Η ανακύκλωση όμως, ως λειτουργία, είναι μία πανάρχαια υπόθεση που ξεκινά μαζί με τη ζωή στον πλανήτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αέναη λίπανση της χλωρίδας από νεκρούς οργανισμούς, περιττώματα, σεσηπότα οργανικά υλικά. Ακόμα και ο μαύρος χρυσός, τόσο σημαντικός στη σύγχρονη οικονομία, είναι προϊόν ανακύκλωσης.
Ελεύθερη ανασύσταση ταφικού περιβόλου από τα παράλια της Ηπείρου (Αίθουσα 5).
Παρουσίαση της επανέκθεσης των συλλογών του Αρχαιολογικού Μουσείου Ιωαννίνων, με αναφορά στην ιστορία της ίδρυσης του μουσείου, στο σκεπτικό του εγχειρήματος της επανέκθεσης, και, στη συνέχεια, περιήγηση σε όλες τις αίθουσες της νέας έκθεσης.
Πληροφορίες
Διεύθυνση: Πλατεία 25ης Μαρτίου 6, 452 21 Ιωάννινα
Τηλ.: 26510 01050 / Fax: 26510 01052
Δικτυακός τόπος: www.amio.gr
Ωράριο λειτουργίας μουσείου
Δευτέρα: 13:30-20:00
Τρίτη-Κυριακή: 08:00-20:00
Κ. Βολανάκης, "Το Λιμάνι του Βόλου". Λάδι σε μουσαμά, 69,8x152,3 εκ. Ιδιωτική Συλλογή, Αθήνα.
Σε αυτό το τεύχος το περιοδικό Αρχαιολογία παρουσιάζει τον Βόλο και τους χώρους αρχαιολογικού ενδιαφέροντος γύρω από αυτόν.
Το εξώφυλλο του βιβλίου.
Βιβλιοπαρουσίαση των τόμων Ancient Greek Colonies in the Black Sea, επιμ. D.V. Grammenos / E.K. Petropoulos, Thessaloniki 2003 και Ancient Greek Colonies in the Black Sea 2, επιμ. D.V. Grammenos / E.K. Petropoulos, Oxford 2007.
Στη στήλη «Από το Journal of Mediterranean Archaeology» παρουσιάζεται το άρθρο της Δ. Μαργωμένου «Food Storage in Prehistoric Northern Greece: Interrogating complexity at the margins of the Mycenean World», 21/2 (2008).
Στη στήλη «Από το Journal of Mediterranean Archaeology» παρουσιάζεται το άρθρο της Δ. Μαργωμένου «Food Storage in Prehistoric Northern Greece: Interrogating complexity at the margins of the Mycenean World», 21/2 (2008).
Η ιστοσελίδα του Institut français d’archéologie orientale για τις γαλλικές αρχαιολογικές έρευνες στην Αίγυπτο.
Ανασκαφές και έρευνες επιφανείας έχουν εδώ και καιρό την ιστοσελίδα τους, επιστρατεύοντας, ανάλογα με τους στόχους και τα διαθέσιμα μέσα, κάθε είδους τεχνολογία. Η στήλη συγκέντρωσε 200 περίπου ιστότοπους που παρουσιάζουν αρχαιολογικές έρευνες πεδίου (ανασκαφές, έρευνες επιφανείας κ.ά.), κυρίως σε αρχαιολογικές θέσεις της Μεσογείου, που διεξάγονται από επιστημονικούς φορείς και ερευνητικές ομάδες.
Στο τρέχον τεύχος παρουσιάζεται μια βασική, γενική επισκόπηση των ιστοσελίδων αυτών και στο επόμενο τεύχος θα ακολουθήσουν συνοπτική ανάλυση και γενική αξιολόγηση (σκοποί, κατηγορίες κοινού στις οποίες απευθύνονται, περιεχόμενο και αξιολόγηση σε σχέση με έντυπες δημοσιεύσεις για τις ανασκαφές, μέσα και τεχνολογίες των ιστοσελίδων κ.ά.).
Το σπίτι του Μακρυγιάννη στο Άργος όπως ήταν το 1984.
Ο Βασίλης Δωροβίνης κρούει και πάλι τον κώδωνα κινδύνου για το σπίτι του Μακρυγιάννη στο Άργος.
Το άγαλμα που ανασύρθηκε από τα ανοιχτά της Καλύμνου.
Ειδήσεις: Αρχαίος οικισμός στα Τέμπη, Νέα ευρήματα στη Δήλο, Σημαντικά ευρήματα στα Μακρά Τείχη, Ρωμαϊκή έπαυλη στην Ποτίδαια, Παλαιοντολογικά ευρήματα στο Σέσκλο, Μυκηναϊκό ανάκτορο στη Θήβα, Χάλκινο άγαλμα ανασύρθηκε από τα ανοιχτά της Καλύμνου, Παυλοπέτρι: αγώνας δρόμου για τη διάσωση της βυθισμένης πόλης, Αναβιώνει το αρχαίο θέατρο του Δίου, Αρχίζει η έρευνα για τον Ιππόδρομο της Ολυμπίας, Εγκαινιάστηκε το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Καλύμνου, Εγκαίνια για το Μουσείο της Χαιρώνειας.
Εκθέσεις: Έκθεση παλαιτύπων στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, Προκολομβιανή τέχνη στο Μουσείο Μπενάκη, Το Άγιον Όρος στο Παρίσι.
Συνέδρια: Συμπόσιο για την Ιστορία και τον Πολιτισμό της Πρέβεζας, Ξένος-Μέτοικος. Αρχαιότητα και αρχαίο δράμα, ΙΑ΄ Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο.
Βιβλία: M. Castineiras & John Camps, Romanesque Art in the MNAC Collections / Δ. Κραβαρτόγιαννος, Αρχαία νομίσματα, ιστορικά τεκμήρια / Γ.Χ. Χουρμουζιάδης, Δισπηλιό. Σημειώσεις για τον επισκέπτη / Τ. Χέριν, Τι είναι το Βυζάντιο;
Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας
Στα Αρχαιομετρικά Νέα αυτού του τεύχους μπορείτε να διαβάσετε:
-Παλαιοκλιματικές έρευνες σε σπήλαια της Πελοποννήσου
-Νέο αρχαιομετρικό περιοδικό
-Νέοι επιστήμονες στο χώρο της Αρχαιομετρίας
-Ημερίδα Πολιτισμικής Τεχνολογίας στην Ξάνθη
-Ελληνική Αρχαιομετρική Εταιρεία (ΕΑΕ): Νέες δραστηριότητες
-Νέες εκδόσεις: Σ.-Μ. Βαλαμώτη, Η αρχαιοβοτανική έρευνα της διατροφής στην προϊστορική Ελλάδα

Το λογότυπο του περιοδικού.
Μια γυναίκα που αγαπώ πολύ μου είπε πως στην Ιαπωνία οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να πιάνουν τη φωτιά μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, γι’ αυτό δεν μπορούσαν ν’ ασχοληθούν με την τέχνη της κεραμικής την οποία, μόλις τους δόθηκε η ευκαιρία, εξερεύνησαν με πάθος και διακρίθηκαν σε αυτή.
Οι γυναίκες πάντα κατανοούσαν τη φωτιά. Την έχουν μέσα τους και την τιθασεύουν. Ήταν αναμενόμενο ότι θα διαπρέψουν στη χρήση της. Η φύση των γυναικών τούς επιτρέπει να κατανοούν θεμελιωδώς όλα τα στοιχεία. Με τη χρήση αυτής τους της συνάφειας επιχειρούσαν ανέκαθεν να ερμηνεύσουν και να θεραπεύσουν τον κόσμο. Μάγισσες, μάντισσες, μαίες, μητέρες, αφετηρίες και καταφύγια, οι γυναίκες είναι η ζωή η ίδια. Με χαρακτηριστικά που αντιστοιχούσαν σε αυτά της γης, δεν μου κάνει εντύπωση ότι οι πρώτες θεότητες ήταν γυναικείες.
Στη φύση, όμως, παρατηρούμε τη δράση αντιθετικών δυνάμεων, οι οποίες με την αλληλεπίδρασή τους δημιουργούν, συντηρούν, καταστρέφουν και επαναδημιουργούν τη ζωή, όπως πρέπει. Όσο απομακρυνόμαστε από αυτόν τον κύκλο, όσο επιλέγουμε τις τάσεις που αντανακλούν την επίπλαστη ταυτότητά μας, τόσο η ισορροπία χάνεται. Ο κόσμος για να έχει ισορροπία χρειάζεται τη συνέργεια του θηλυκού με το αρσενικό. Καμία τάση δεν είναι αυθύπαρκτη, παρά η άλλη όψη μιας τάσης.
Η δρ Jenny Wallensten στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Στο βάθος διακρίνεται το Μουσείο Ακρόπολης.
Στις επιγραφές βλέπει στιγμιότυπα μιας τελετουργίας, στους δρόμους της τζαζ μια ευκαιρία συνάντησης σουηδικής και ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Στην καρδιά της έχει την αρχαία ελληνική θρησκεία και μυθολογία. Ένα αντίστοιχο σεμινάριο οργανώνει και συντονίζει κάθε χρόνο στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών με τη ζωντάνια και τον ενθουσιασμό που τη χαρακτηρίζουν. Την επιτυχία του μαρτυρούν οι συμμετοχές που πλέον εκτείνονται στη Μέση Ανατολή, στη Βόρεια και Νότια Αμερική.
Αντίγραφο του Λέοντα του Πειραιώς στην είσοδο του Μουσείου Σουηδικής Ιστορίας στη Στοκχόλμη. Φωτ.: National Historical Museums.
Το αντίγραφο ενός τεράστιου λέοντα περιμένει τους επισκέπτες του Μουσείου Σουηδικής Ιστορίας στη Στοκχόλμη. Το πρωτότυπο, φιλοτεχνημένο τον 4ο αιώνα π.Χ., στήθηκε —άγνωστο πότε— στο λιμάνι του Πειραιά στο οποίο έδωσε το μεταβυζαντινό όνομά του: Πόρτο Λεόνε. Ήταν τέλη του 17ου αιώνα όταν το είδε ο Βενετός στρατηγός Morosini και το πήρε στη Βενετία. Έναν αιώνα αργότερα ένας αιγυπτιολόγος διέκρινε επιγραφές σε ρουνική γραφή, τη γραφή των Βίκινγκς.
Ο Γουσταύος (ΣΤ') Αδόλφος στην Ασίνη, το φθινόπωρο του 1922. Φωτ.: Bernadottebiblioteket, bildarkiv, GVIA A10a.
Από το 1894 μέχρι σήμερα, Σουηδοί κλασικοί αρχαιολόγοι έχουν ερευνήσει δεκατρείς αρχαιολογικές θέσεις της Ελλάδας. Η πλειονότητα των θέσεων αυτών εντοπίζεται στην Πελοπόννησο, ωστόσο έρευνες πεδίου έχουν διεξαχθεί και στην Κρήτη, στη Στερεά Ελλάδα και στη Θράκη. Σήμερα τρία ερευνητικά προγράμματα περιλαμβάνουν ανασκαφικές εργασίες εν εξελίξει, στην Καλαύρεια, τον Βλοχό και την Ερμιόνη. Παράλληλα πραγματοποιούνται μελέτες του ήδη ανεσκαμμένου αρχαιολογικού υλικού.
Η Κάτω Πόλη από την ακρόπολη με τον λόφο της Μπαρμπούνας στο βάθος, το 1926. Φωτ.: Συλλογή Ασίνης (7733).
Τις τελευταίες δεκαετίες νέες θεωρητικές προσεγγίσεις και μελέτες έχουν φέρει στο φως καινούργιες πτυχές της ζωής στην Ασίνη. Αρχαιολογικό υλικό στο οποίο στο παρελθόν συχνά αποδιδόταν περιορισμένη σημασία, όπως τα οστά ζώων, έγινε το επίκεντρο της αρχαιολογικής έρευνας, ενώ νέα ερωτήματα οδήγησαν σε νέες γνώσεις γύρω από τη ζωή αυτού του ταπεινού αλλά γεμάτου ζωή οικισμού στις ακτές του κόλπου της Αργολίδας. Το παρόν άρθρο παρουσιάζει κάποιες από αυτές τις νέες γνώσεις, κυρίως όσες προέκυψαν την τελευταία εικοσαετία.
Άποψη από τον χώρο της Ανατολικής Πύλης προς το χωριό της Μιδέας. Φωτ.: Ann–Louise Schallin.
Η ακρόπολη της Μιδέας δεσπόζει στην άκρη της αργολικής πεδιάδας. Εντοπίζεται εύκολα, καθώς τόσο ο οικισμός της Μιδέας στους πρόποδες του λόφου όσο και το επιβλητικό τείχος που περικλείει την ακρόπολη είναι σε περίοπτη θέση. Η Μιδέα βρίσκεται στο κέντρο της μυκηναϊκής επικράτειας, με τις Μυκήνες στα βόρεια και την Τίρυνθα στα νοτιοδυτικά. Σε μικρή απόσταση από τη Μιδέα, στον οικισμό των Δενδρών, εντοπίστηκε ένα μυκηναϊκό νεκροταφείο που πιθανότατα αποτελούσε έναν από τους χώρους ταφής της πόλης.
Άποψη της ανασκαφής στο Κτήριο Α το 2012.
Το καλοκαίρι του 1894 δύο νεαροί Σουηδοί, ο Samuel Wide και ο Lennart Kjellberg, έκαναν το όνειρό τους πραγματικότητα: να διενεργήσουν μια σουηδική ανασκαφή σε μια σημαντική θέση της αρχαίας Ελλάδας. Στόχος τους ήταν να αναβαθμίσουν τη θέση της Σουηδίας ως καλλιεργημένου έθνους μέσω της εξερεύνησης των ερειπίων της αρχαίας Ελλάδας. Καθώς η Σουηδία δεν διέθετε αρχαιολογική σχολή στην Ελλάδα την εποχή εκείνη, η άδεια ανασκαφής αποκτήθηκε μέσω του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών. Η θέση που προσφέρθηκε στους δύο αρχαιολόγους ήταν το ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαύρεια της νήσου Πόρου, θέση γνωστή από τις γραπτές πηγές ως ο τόπος θανάτου του ρήτορα Δημοσθένη και ως το κέντρο της Αμφικτιονίας της Καλαύρειας. Οι Σουηδοί πέρασαν δύο μήνες στο νησί εκείνο το καλοκαίρι, εξερευνώντας τα ερείπια του ιερού, γράφοντας επιστολές στη Σουηδία και υποδεχόμενοι επισκέπτες, όπως τον σπουδαίο αρχαιολόγο Wilhelm Dörpfeld του Γερμανικού Ινστιτούτου.
Δίστομο, Ιούνιος 1944. Στο κέντρο, η νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού Έλλη Αδοσίδου και ο Christian Callmer.
Η οδός Σουηδίας, που βρίσκεται στο Κολωνάκι, στο κέντρο της Αθήνας, αρχικά ονομαζόταν οδός Σπευσίππου. Μετονομάστηκε τη δεκαετία του 1940, για να τιμήσει την ανθρωπιστική αποστολή του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπέρ του ελληνικού λαού που λιμοκτονούσε. Στον συγκεκριμένο δρόμο δεσπόζουν τέσσερα μεγάλα ιδρύματα: το Μαράσλειο Διδασκαλείο, η Βρετανική Σχολή Αθηνών, η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών και η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. Όλα αυτά τα κτήρια χρησιμοποιήθηκαν από τον Ερυθρό Σταυρό ως γραφεία και χώροι διαμονής. Σήμερα, σχεδόν κανένας δεν