Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
Δημοσιεύσεις
από Γεωργία Κακούρου-Χρόνη τ. Επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης
  Free Member
Αλέκος Λεβίδης, «Μνήμη Παλμύρας»
«Ποιο είναι λοιπόν αυτό το παρόν που γεννά μια τόσο τερατώδη παραφροσύνη;»
View all

Ένας χρόνος από τη φρικιαστική είδηση. Ο Άσαντ (Khaled Mohamad al-Asaad), ο αρχαιολόγος που εργάστηκε περισσότερα από πενήντα χρόνια στις ανασκαφές της Παλμύρας, αποκεφαλίστηκε και το ακέφαλο σώμα κρεμάστηκε σε έναν κίονα της μυθικής πόλης της βασίλισσας Ζηνοβίας (σημ. 1). Είχε προηγηθεί ενός μηνός κράτηση και, αφού ο διακεκριμένος αρχαιολόγος αρνήθηκε να αποκαλύψει πού φυλάσσονται εκθέματα του Μουσείου που είχαν αποσυρθεί για να προστατευθούν, «τιμωρήθηκε» από το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε (ISIS) που και διαδικτυακά επεδείκνυε το κατόρθωμά του. Η Παλμύρα (=η πόλη των φοινίκων) έχει αναγορευθεί, από το 1980, σε μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς από την UNESCO. Η συριακή πόλη υπήρξε σημαντικό κέντρο στον Δρόμο του Μεταξιού και τη μεγαλύτερη ακμή της γνώρισε τον 3ο μ.Χ αιώνα.

Αυτή την ακμή αφηγούνται τα μνημεία της πόλης, ανάμεσά τους και το «Δασμολόγιο της Παλμύρας» (137 μ.Χ.)· μια ασβεστολιθική ενεπίγραφη στήλη από την εποχή του Αυτοκράτορα Αδριανού. Η στήλη ανακαλύφθηκε το 1881 (από τον Ρωσοαρμένιο πρίγκιπα Semyon Semyonovich Abamelik-Lazarev), πριονίστηκε σε τέσσερα κομμάτια, για να είναι δυνατή η μεταφορά της, ύστερα από άδεια των τουρκικών αρχών, αφού η τοτινή Συρία ήταν επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και μεταφέρθηκε στη Ρωσία όπου και εκτίθεται στο Ερμιτάζ. Το κείμενο της στήλης, γραμμένο στα ελληνικά και τα αραμαϊκά, καταγράφει τους δασμούς που επιβάλλονταν στις εισαγωγές και εξαγωγές των προϊόντων και αποκαλύπτει την εξέχουσα εμπορική θέση της πόλης.

Η Παλμύρα, η «νύμφη της ερήμου», υπήρξε σταθμός της διακίνησης των εμπορευμάτων· υφάσματα, μπαχαρικά, κοσμήματα, αρώματα, δέρματα, πολύτιμοι λίθοι, ελαφαντόδοντο, μαργαριτάρια, μύρο, λιβάνι έρχονταν από τη μακρινή Κίνα, την Ινδία, την Περσία και άλλες χώρες της Ανατολής με προορισμό τα λιμάνια της Μεσογείου. Η διακίνηση των προϊόντων έφερνε σε επαφή και ανθρώπους με διαφορετική μεταξύ τους γλώσσα, κουλτούρα, θρησκεία, ήθη και έθιμα. Η πόλη δεχόταν, μαζί με την ποικιλία των προϊόντων, και τη διαφορετικότητα όλων αυτών των ανθρώπων. Φαντάζει τραγική ειρωνεία αυτός ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της πόλης, εμφανής και στα καλοδιατηρημένα κτίσματά της, να καταστρέφεται από ανθρώπους που θέλουν να επιβάλουν μία και μοναδική άποψη για τη ζωή, τη δική τους.

Η ανθρώπινη ζωή και τα γλυπτά που την απαθανάτιζαν είχαν κοινή μοίρα στην Παλμύρα. Με τα λόγια του Αλέκου Λεβίδη: «Έμψυχα όντα και ζωντανεμένη από το χέρι του τεχνίτη άψυχη ύλη. Απανθρωπισμένες κομμένες κεφαλές και σπασμένα ανθρωπόμορφα πέτρινα κεφάλια, θύματα της ίδιας τυφλής μανίας. Σπατάλη ζωής, ευτελισμός αξιών, τραυματισμός και απαξία αισθημάτων, φίμωση ελευθεριών».

Το Μουσείο Μπενάκη (κεντρικό κτήριο) φιλοξενεί (έως 28.08.2016) ανάμεσα στα ρωμαϊκά του εκθέματα δύο προθήκες, στις οποίες ο Αλέκος Λεβίδης καταθέτει τη δική του «Μνήμη Παλμύρας». Δυο προθήκες-κιβωτοί μνήμης, με την προϋπόθεση ότι η τέχνη εκλαμβάνεται ως η ποιητική της μνήμης· αφού η μνήμη ξαναζωντανεύει το παρελθόν μέσα από τον υποκειμενικό τρόπο με τον οποίο βιώνεται το εκάστοτε παρόν. Ο Αλέκος Λεβίδης επιστρέφει στην Παλμύρα, που την είχε ζήσει σε όλο της το μεγαλείο κάτω από τον καυτερό ήλιο της ερήμου, και αναπαράγει εκείνη τη συγκίνηση αναπόσπαστα δεμένη με την τωρινή οδυνηρή συγκυρία.

Οι δυο προθήκες ανακαλούν τις ημερολογιακές καταγραφές του Στήβεν Αντωνάκου, τα assemblages του Jean Dubuffet που επιχείρησαν να γεφυρώσουν τέχνη και ζωή· κυρίως τα «κουτιά» του Joseph Cornell που ξετυλίγουν τις προσωπικές του μνήμες, αλλά αφυπνίζουν πτυχές και της δικής μας, ιδιαίτερης, μυθολογίας. Ο Αλέκος Λεβίδης γαλουχήθηκε με τη μοντέρνα τέχνη και από εκεί οδηγήθηκε στην αρχαία και τη βυζαντινή παράδοση· οι δυο προθήκες του προσλαμβάνονται ως ασύλητοι τάφοι της αρχαιότητας. Τα κτερίσματα πολλά και ποικίλα: νομίσματα πραγματικά ή οι απεικονίσεις τους, κοσμήματα, όστρακα, ένας αρύβαλλος, άμμος, κελύφη σαλιγκαριών, οστά, τα εικαστικά του ημερολόγια, γραμμένα πολυτονικά και ανοιγμένα σε σελίδες με αναφορές στην τραγωδία της Συρίας, ή της Λιβύης όπου «Αβησσύνιοι Ορθόδοξοι οδηγούνται στην εκτέλεση», έκρηξη υφαιστείου, ζωγραφισμένες λεπτομέρειες από την αρχαία Παλμύρα, το αραβικό κάστρο Qala’at ibn Maan του 17ου αιώνα, οι επιτάφιοι πύργοι (τρεις από τους οποίους έχουν κονιορτοποιηθεί από το Ισλαμικό Κράτος)· τα ζωγραφιστά παραδοσιακά πλακάκια που μοιάζουν να προσδιορίζουν και την παλέτα του ζωγράφου που συγγενεύει με την τετραχρωμία των αρχαίων· κυριαρχούν τα «εκμαγεία» προσώπων και τα φαγιούμ με καταγεγραμμένη τη φθορά του χρόνου και η μορφή μιας σύγχρονης γυναίκας συντροφευμένη από τη σκιά της να περιφέρεται ανάμεσα στο σκηνικό αυτό του θανάτου.

«Μάζεψα σε μια μουσειακή προθήκη αντικείμενα που ζωντανεύουν τις ώρες, τις μέρες που γύριζα κάτω από τον ανελέητο ήλιο της ερήμου στη μεγάλη κεντρική λεωφόρο των καραβανιών, στους αμμόλοφους με τους ταφικούς πύργους της Παλμύρας. Αντικείμενα-ευρήματα, γνήσια και κίβδηλα (πλην πάλι γνήσια) και άλλα που κατασκεύασα κατά καιρούς, όταν νοητά γυρόφερνα στη μαγική πoλιτεία», διευκρινίζει ο Αλέκος Λεβίδης στο επεξηγηματικό κείμενο που συνοδεύει την έκθεση.

Η υποκειμενική, βιωμένη, εμπειρία του δημιουργού συναντά τον ευρύτερο ιστορικό χωρόχρονο που συμπεριλαμβάνει και τον ίδιο τον θεατή. Ο θεατής στοχάζεται το παρελθόν της Παλμύρας μέσα από το παρόν της. Ο αναστοχασμός αυτός οδηγεί σε θεώρηση της ιεράρχησης των προσωπικών αξιών αλλά και εκείνων του συλλογικότερου βίου. Και θέτει επιτακτικά και οδυνηρά το ερώτημα που διατυπώνει και ο ίδιος ο Αλέκος Λεβίδης: «Ποιο είναι λοιπόν αυτό το παρόν που γεννά μια τόσο τερατώδη παραφροσύνη;»

 

Γεωργία Κακούρου-Χρόνη

Από την έκθεση «Μνήμη Παλμύρας» του Αλέκου Λεβίδη, που παρουσιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη.
1 / 3

Σημειώσεις
  1. Στη μυθική αυτή βασίλισσα αναφέρεται σε μια από τις ιστορίες του ο Geoffrey Chaucer· Τζέφρυ Τσώσερ, «Οι Ιστορίες του Καντέρμπερυ», Μετάφραση Δημοσθένης Κορδοπάτης, Μελάνι, Αθήνα 2014, σ. 204-207. Είναι πολλοί επίσης οι γλύπτες και οι ζωγράφοι που έχουν απαθανατίσει τη θρυλική βασίλισσα.