Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
Χάρτης
More
Άρθρα: Αφιέρωμα
+2
Όλες οι φωτογραφίες
Εικ. 1. Λάκκος (αα 11) με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε χώρο βοηθητικής ή εργαστηριακής χρήσης (δύο βαθμίδες πρόσβασης και μικρός λάκκος πιθανόν για αποθήκευση).
- +
Ακούστε
από Δρ Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη

Ο νεολιθικός οικισμός της «Τούμπας Κρεμαστής Κοιλάδας» (Μέρος Δ’)

Οι λάκκοι: Θεωρητική συζήτηση

Το σκάψιμο λάκκων, είτε ως ενέργεια που αποσκοπεί στην άμεση χρήση τους ως κατασκευών, είτε ως το αρνητικό αποτύπωμα μιας δραστηριότητας, αποτελεί μια ιδιαίτερα διαδεδομένη και διαχρονική πρακτική, με σημαντική παρουσία σε όλες τις νεολιθικές κοινωνίες του ελλαδικού και του ευρύτερου ευρωπαϊκού χώρου (σημ. 1).

Η σύγχρονη έρευνα τοποθετεί πλέον τους λάκκους στο επίκεντρο του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, εκτιμώντας ότι αποτελούν θέμα κεντρικής σημασίας στην κατανόηση των νεολιθικών οικισμών. Οι μεγαλύτεροι από αυτούς ερμηνεύονται παραδοσιακά ως κατάλοιπα  υπόσκαφων κατοικιών, ενώ οι υπόλοιποι συνδέονται με άλλες δραστηριότητες, όπως η εξόρυξη πηλού, η απόρριψη σκουπιδιών καθημερινής οικιακής δραστηριότητας και η αποθήκευση. Νεότερες  μελέτες στρέφονται σε μια ερμηνεία ιδεολογικού περιεχομένου, που αντιμετωπίζει το σκάψιμο λάκκων και την εναπόθεση ως σκόπιμη στρατηγική, μέρος μιας διαδικασίας κατά την οποία «νεκρά» αντικείμενα θάβονται και ως μια «υλική γλώσσα» για την περιγραφή ενός νοήματος. Διαπιστώνεται συχνά ότι το περιεχόμενό τους δεν προέκυψε από απορρίμματα της καθημερινής δραστηριότητας αλλά περιλαμβάνει κατάλοιπα ιδιαίτερων γεγονότων, όπως εορτών, συναθροίσεων και περιόδων κατοίκησης (σημ. 2).

Στον ελλαδικό χώρο, τα ανασκαφικά δεδομένα βεβαιώνουν τη διαχρονικότητα της πρακτικής διάνοιξης και χρήσης λάκκων, καθώς πρωτοεμφανίζονται στην Προκεραμική περίοδο (πριν από τα μέσα της 7ης χιλιετίας π.Χ.) και φτάνουν μέχρι και τους νεότερους χρόνους. Λάκκοι ποικίλων διαστάσεων και μορφής συνδέονται κατά περιόδους και κατά περιοχές με μια σειρά πρακτικών και ιδεολογικών λειτουργιών, από την κατοίκηση και την εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών, μέχρι την ταφή των νεκρών.

Κατά τη Νεολιθική εποχή, οι λάκκοι αποτελούν βασικό οικιστικό χαρακτηριστικό της πλειονότητας των γνωστών ερευνημένων οικισμών του βορειοελλαδικού (τουλάχιστον) χώρου, ανεξάρτητα από τον τύπο στον οποίο ανήκουν (τούμπα ή επίπεδος εκτεταμένος) ή τη μορφή των κατοικιών που χρησιμοποιούν (επιφανειακές ή υπόσκαφες). Σαφής υπεροχή διαπιστώνεται στους επίπεδους εκτεταμένους οικισμούς, καθώς πολλοί από τους λάκκους αποτελούν χώρους κατοίκησης ή εργασίας.

Πιστοποιημένες ανασκαφικά χρήσεις, βασιζόμενες σε διαφοροποιήσεις στις διαστάσεις, τη μορφή και το περιεχόμενο των λάκκων, βεβαιώνουν μια σειρά πρωτογενών αλλά και δευτερογενών λειτουργιών. Έτσι, σύμφωνα με την ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία, οι λάκκοι, ως προς τη λειτουργία τους, θα μπορούσαν να διακριθούν στις εξής  κατηγορίες:

1) Λάκκοι κατοίκησης (ως κύριες κατοικίες: υπόγειες, ημιυπόγειες, υπόγειοι χώροι διώροφων οικημάτων) ή βοηθητικοί χώροι κατοικιών (λάκκοι εργασίας, εργαστήρια ή αποθήκες με μορφή καλύβας),

2) Λάκκοι αποθήκευσης (για άμεση αποθήκευση ή για στήριξη αποθηκευτικών αγγείων ή καλαθιών),

3) Λάκκοι φωτιάς (φούρνοι,  εστίες, θέσεις  πυροτεχνολογίας),

4) Λάκκοι-πασσαλότρυπες,

5) Λάκκοι εξόρυξης πηλού,

6) Πηγάδια και λάκκοι συγκέντρωσης νερού,

7) Λάκκοι απορριμμάτων καθημερινής οικιακής δραστηριότητας,

8) Λάκκοι με ιδιαίτερο περιεχόμενο και πιθανόν για τελετουργική χρήση (με ολόκληρες ή τμηματικές ταφές ανθρώπων ή ζώων και/ή με σύνολα ολόκληρων ή κατακερματισμένων αντικειμένων, θησαυροί),

9) Ταφικοί λάκκοι (για ενταφιασμούς ή καύσεις).

Πιο αναλυτικά, τα διαγνωστικά χαρακτηριστικά και τα αρχαιολογικά δεδομένα κάθε κατηγορίας θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:

Κατηγορίες λάκκων

Λάκκοι κατοίκησης ή βοηθητικοί χώροι κατοικιών

Καθοριστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό ενός λάκκου ως υπόσκαφης κατοικίας, ως κτίσματος δηλαδή κατάλληλου για τη διαβίωση μια ομάδας ανθρώπων, αποτελούν, για το σύνολο των μελετητών, οι διαστάσεις και κυρίως η έκτασή του. Το βάθος αποτελεί δευτερεύουσα παράμετρο, η οποία σχετίζεται κυρίως με τον τύπο του οικήματος (υπόγειο, καλύβα ή κάτω τμήμα διώροφου κτίσματος). Έτσι, ως κατοικίες χαρακτηρίζονται μεγάλοι λάκκοι, με διάμετρο πάνω από 2μ., και συνήθως οι μεγαλύτεροι ενός οικιστικού συνόλου, συχνά πάνω από 3μ. Καθοριστικό επίσης κριτήριο θεωρείται η παρουσία σταθερής εστίας στο εσωτερικό του, χωρίς ωστόσο η έλλειψή της να αποκλείει τη χρήση του ως κατοικίας, καθώς παρόμοιοι λάκκοι θα μπορούσαν να ανήκουν σε κτίσματα με εποχική χρήση και να έχουν χρησιμοποιηθεί ως χώροι εργασίας και διαβίωσης κατά τις θερμές περιόδους του έτους. Άλλοι μελετητές θεωρούν ασφαλέστερα κριτήρια την ύπαρξη κεντρικής πασσαλότρυπας και διαμορφωμένου δαπέδου, ενώ βασικά χαρακτηριστικά, αποδεκτά από το σύνολο των μελετητών, αποτελούν η κανονικότητα στην κατασκευή των λάκκων και η ύπαρξη στοιχείων ανωδομής και τρόπου πρόσβασης. Επιπλέον, η απουσία ενδείξεων για άλλου τύπου κατασκευές, αλλά και ο μεγάλος αριθμός των λάκκων μιας θέσης με σαφή οικιστικά κατάλοιπα κρίνονται επίσης σημαντικές ενδείξεις για την ερμηνεία ορισμένων από αυτούς ως κατοικιών (σημ. 3).

Λάκκοι μικρότερων διαστάσεων και λιγότερο προσεγμένης κατασκευής από τους λάκκους κατοίκησης, τους οποίους συχνά συνοδεύουν, ερμηνεύονται ως βοηθητικοί χώροι κατοικιών, χώροι εργασίας, εργαστήρια ή αποθήκες (εικ. 1, 2).

Προβλήματα στην ερμηνεία των λάκκων ως υπόσκαφων κατοικιών προκύπτουν από τον συχνό παράλληλο εντοπισμό επιφανειακών κτισμάτων σε πολλούς οικισμούς, την έλλειψη επαναλαμβανόμενων χαρακτηριστικών στη μορφολογία, την κατασκευή και το  περιεχόμενό τους αλλά και τη σύγκρισή τους με σύγχρονα υπόσκαφα (τα οποία διαπιστώνονται σε πολλά μέρη του κόσμου), όπου παρατηρείται μεγαλύτερη ομοιότητα με τους  λάκκους πηλού (σημ. 4).

Τα δεδομένα της κατοίκησης πριν από τα μέσα της 6ης χιλιετίας π.Χ. / Αρχαιότερη και Μέση Νεολιθική περίοδος (περίπου 7000-5500 π.Χ.)

Κατά την πρώιμη αυτή περίοδο, οι λάκκοι αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό της  αρχιτεκτονικής των οικισμών του  βόρειου/βορειοδυτικού τμήματος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Σερβία, Ανατολική Πεδιάδα Ουγγαρίας, Κάτω Δούναβης). Ελλειπτικά ή κυκλικά ορύγματα ανοίγονται για να αποτελέσουν το κάτω μέρος υπόγειων ή ημιυπόγειων οικημάτων. Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδηλώνουν πιθανή εξέλιξη από τα υπόσκαφα στα επιφανειακά κτίσματα, ενώ αφήνουν να διαφανεί χωρική διαφοροποίηση μεταξύ βορρά-νότου. Ο ημιυπόγειος τύπος κατοικίας θεωρείται κατάλληλος για κοινωνίες με μετακινούμενο τρόπο ζωής και η παρουσία του στηρίζει την υπόθεση του εποχικού χαρακτήρα της κατοίκησης (σημ. 5).

Στον ελλαδικό χώρο, ο τύπος της υπόσκαφης κατοικίας συνδέεται από την παλιότερη έρευνα με την πρωιμότητα των περιόδων και τις αρχικές  ανάγκες στέγασης του ανθρώπου σε συγκεκριμένη θέση. Οι πρωιμότερες, με αμφισβητούμενη ωστόσο ερμηνεία, εντοπίζονται στη Θεσσαλία και ανάγονται στην Προκεραμική περίοδο (σημ. 6), ενώ στην ίδια περίοδο ανάγονται και τα ορύγματα-κατοικίες στα Δενδρά Αργολίδος (σημ. 7).

Στο χώρο της Μακεδονίας, διαπιστώνεται σε σχέση με την οικιστική αρχιτεκτονική  σημαντική χωρική διαφοροποίηση κατά την Αρχαιότερη και Μέση Νεολιθική:

Στην Ανατολική Μακεδονία, με βάση τα δεδομένα του Προμαχώνα (σημ. 8), τα πρωιμότερα κτίσματα (πριν από τα μέσα της 6ης χιλιετίας π.Χ.) είναι υπόσκαφα, ενώ στην αμέσως επόμενη φάση αντικαθίστανται από επιφανειακές κατασκευές, αφήνοντας να διαφανεί μια χρονική εξέλιξη στην οικιστική αρχιτεκτονική. Ανάλογη εξέλιξη, από ελαφριές πασσαλόπηκτες κατασκευές σε πιο σταθερές, παρατηρείται και στη Θράκη, με βάση τον οικισμό της Μάκρης (σημ. 9).

Στο ανατολικό και νοτιοδυτικό τμήμα της Κεντρικής Μακεδονίας, τα υπόσκαφα εμφανίζουν όχι μόνο πρωιμότητα αλλά και διαχρονικότητα, αποτελώντας βασικό χαρακτηριστικό της οικιστικής αρχιτεκτονικής των επίπεδων εκτεταμένων οικισμών της περιοχής (τύπος που κυριαρχεί στην περιοχή) κατά την Αρχαιότερη και τη Μέση Νεολιθική περίοδο (σε θέσεις της Πιερίας, όπως τα Ρεβένια [σημ. 10], και  της Θεσσαλονίκης, όπως η Σταυρούπολη και η Θέρμη [σημ. 11]). Σε κάποιους από αυτούς, ο υπόσκαφος τύπος οικήματος συνυπάρχει με επιφανειακά κτίσματα υποδηλώνοντας σύγχρονη χρήση των δύο τύπων και όχι εξέλιξη. Διαφοροποίηση φαίνεται να εμφανίζει η οικιστική αρχιτεκτονική, κατά τις ίδιες χρονικές περιόδους, στους οικισμούς του βορειοδυτικού τμήματος της Κεντρικής Μακεδονίας, όπου εκτός από την παρουσία υπόσκαφων ή/και επιφανειακών κτισμάτων που διαπιστώνεται σε κάποιες περιοχές (σε οικισμούς των Γιαννιτσών και της Αριδαίας [σημ. 12], με μορφή τούμπας ή επίπεδης θέσης), ορισμένοι οικισμοί της Αρχαιότερης Νεολιθικής (όπως η Νέα Νικομήδεια [σημ. 13]), χαρακτηρίζονται από την κατασκευή αποκλειστικά επιφανειακών οικημάτων. Το στοιχείο αυτό αποσυνδέει τον υπόσκαφο τύπο οικήματος από τη χρονολόγηση των οικισμών της περιοχής αλλά και από τον οικιστικό τους τύπο, συσχετίζοντάς τον με άλλες παραμέτρους, όπως το τεχνολογικό επίπεδο των κατοίκων και οι κλιματικές συνθήκες, αλλά και με παράγοντες σχετικούς με την κοινωνία, την οικονομία και την ιδεολογία.

Στη Δυτική Μακεδονία, σε αντίθεση με την Κεντρική, τα αποκαλυφθέντα μέχρι σήμερα οικήματα της Αρχαιότερης και Μέσης Νεολιθικής, είναι αποκλειστικά σχεδόν επιφανειακά, με ορθογώνιες κατόψεις, πασσαλόπηκτα, συμπαγή ή πιο ελαφριάς κατασκευής. Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα εντοπίζονται στους οικισμούς Φυλλοτσαΐρι Μαυροπηγή, Βαρεμένοι Γουλών και Σέρβια (σημ. 14). Στις δύο τελευταίες θέσεις τα σπίτια είναι συμπαγή, πασσαλόπηκτα, με ευθύγραμμη κάτοψη, ενώ στα Σέρβια ορισμένα από αυτά ήταν διώροφα. Στον οικισμό της Μαυροπηγής, παράλληλα με τα επιφανειακά και σχετικά ελαφριάς κατασκευής οικήματα, τα οποία κυριαρχούν, εντοπίζονται και υπόσκαφα κτίσματα, των οποίων όμως η χρήση ως χώρων διαβίωσης δεν είναι βέβαιη. Τα στοιχεία της Δυτικής Μακεδονίας υποδηλώνουν την παρουσία μιας διαφορετικής οικιστικής αρχιτεκτονικής, η οποία εμφανίζει ομοιότητες με τον θεσσαλικό και νότιο βαλκανικό χώρο. Η ευρεία υιοθέτηση του επιφανειακού και με ευθύγραμμη κάτοψη τύπου οικήματος, ήδη από τα μέσα της 7ης  χιλιετίας π.Χ., καθώς και η χρήση μεγάλων ποσοτήτων πηλού στα κτίσματα της Μέσης Νεολιθικής, περιόδου κατά την οποία κατασκευάζονται και διώροφα κτίσματα, υποδηλώνει όχι μόνο εξελιγμένο τεχνολογικό επίπεδο και διαφοροποιήσεις κοινωνικοοικονομικής και ιδεολογικής φύσης, αλλά και πιθανή σύνδεση της οικιστικής αρχιτεκτονικής με τα ιδιαίτερα γεωμορφολογικά και κλιματικά χαρακτηριστικά της περιοχής.

Νεότερη και Τελική Νεολιθική περίοδος (περίπου 5500-3000 π.Χ.)

Από τα μέσα της 6ης χιλιετίας π.Χ., η κατασκευή υπόσκαφων κτισμάτων περιορίζεται κυρίως στις βόρειες περιοχές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Κάτω Δούναβης, Ανατολική Ουγγαρία, Μολδαβία και Τρανσυλβανία [σημ. 15]). Στον πολιτισμό Vinca, υπόσκαφα κτίσματα συναντώνται στις πρώιμες φάσεις των οικισμών, συχνά μαζί με επιφανειακά, τα οποία σταδιακά αυξάνονται, για να κυριαρχήσουν από τις αρχές της 5ης χιλιετίας π.Χ. και μετά (σημ. 16). Παράλληλα, σε κάποιες περιοχές, όπως η νότια/νοτιοδυτική Βουλγαρία, φαίνεται να κατασκευάζονται μόνο επιφανειακά  σπίτια (σημ. 17). Μέσα στην 5η χιλιετία π.Χ, σε όλη σχεδόν τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η οικιστική αρχιτεκτονική περιλαμβάνει μόνο επιφανειακές, συμπαγείς και σταθερές κατασκευές, ενώ στην περιοχή της Ουγγαρίας (πολιτισμός Tisza) εμφανίζονται και μεγάλα διώροφα σπίτια (σημ. 18).

Στον ελλαδικό χώρο, κατά τις προδιμηνιακές φάσεις της Νεότερης Νεολιθικής (β΄ μισό 6ης χιλιετίας π.Χ.), συνυπάρχουν οικισμοί με επιφανειακά ή/και υπόσκαφα οικήματα.

Στη Θράκη (Μάκρη [σημ. 19]) τα σπίτια είναι επιφανειακά και πασσαλόπηκτα, ενώ το ίδιο συμβαίνει και στην Ανατολική Μακεδονία (Προμαχώνας, Αρκαδικός [σημ. 20]).

Στην Κεντρική Μακεδονία, η παρουσία υπόσκαφων κτισμάτων βεβαιώνεται μόνο στο κεντρικό τμήμα της, όπου συνδέονται με τον τύπο του επίπεδου εκτεταμένου οικισμού, αποτελώντας και τη μοναδική περιοχή της Ελλάδας, όπου κατά τη Νεότερη Νεολιθική περίοδο (β΄ μισό 6ης χιλιετίας π.Χ.) επιλέγεται ως κύρια αρχιτεκτονική φόρμα ο συγκεκριμένος τύπος οικήματος. Σε κάποιους οικισμούς, όπως η Σταυρούπολη και η Θέρμη, παρατηρείται εξέλιξη από τα υπόσκαφα στα επιφανειακά (σημ. 21), ενώ στον Μακρύγιαλο Ι (σημ. 22) ‒την πιο χαρακτηριστική θέση επίπεδου εκτεταμένου οικισμού του ελλαδικού χώρου‒ τα υπόσκαφα αποτελούν τον μοναδικό τύπο οικήματος της περιόδου. Στη συνέχεια, μέσα στην Τελική Νεολιθική κατασκευάζονται και εδώ επιφανειακά οικήματα. Αντίθετα, στο δυτικό τμήμα συναντώνται οικισμοί με μορφή τούμπας και επιφανειακά πασσαλόπηκτα σπίτια, όπως το Αρχοντικό και οι Αμπελιές (σημ. 23).

Στη Δυτική Μακεδονία, κατά την περίοδο αυτή, στις περισσότερες ερευνημένες θέσεις συνεχίζεται η κατασκευή επιφανειακών και σταθερών πασσαλόπηκτων οικημάτων, συχνά με χρήση σημαντικών ποσοτήτων πηλού. Στην Καστοριά, χαρακτηριστικά παραδείγματα  αποτελούν ο λιμναίος οικισμός του Δισπηλιού (σημ. 24), όπου διαπιστώνεται κατασκευή μικρών διαστάσεων οικημάτων, και η Αυγή (σημ. 25), όπου αποκαλύφθηκαν πασσαλόπηκτα οικήματα μεγάλων διαστάσεων.

Στην περιοχή της Κοζάνης, τα δεδομένα, τα οποία προέρχονται κυρίως από την κοιλάδα της Κίτρινης Λίμνης, υποδηλώνουν πασσαλόπηκτα κτίσματα, με μικρή ή μεγαλύτερη χρήση του πηλού, κατά οικισμό. Στον οικισμό του Κλείτου (σημ. 26) διαπιστώνεται κατασκευή μεγάλων διαστάσεων πασσαλόπηκτων οικημάτων, ενώ στο Μεγάλο Νησί Γαλάνης (σημ. 27) τα δεδομένα δείχνουν μετάβαση από τα πασσαλόπηκτα οικήματα της Νεότερης Νεολιθικής σε κτίσματα που χρησιμοποιούν τεχνητό κονίαμα, κατά την Τελική Νεολιθική. Παράλληλα, κατά το β΄ μισό της 6ης χιλιετίας π.Χ., στην όμορη κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα, εκτός των επιφανειακών, υπάρχουν ενδείξεις για παρουσία και υπόσκαφων κτισμάτων (σημ. 28). Τα αποσπασματικά αυτά δεδομένα υποδηλώνουν ποικιλομορφία στις αρχιτεκτονικές φόρμες και στα υλικά των κατασκευών της περιόδου, με πιθανές διαφοροποιήσεις μεταξύ σύγχρονων και όμορων οικισμών.

Στη Θεσσαλία, οι ενδείξεις για υπόσκαφα κτίσματα είναι λιγοστές (σημ. 29) και ανεπιβεβαίωτες στις περισσότερες θέσεις, ενώ στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο δεν ήρθαν ακόμα στο φως ανάλογα ευρήματα.

Τα παραπάνω δεδομένα βεβαιώνουν τη σύγχρονη ή μη παρουσία δύο βασικών τύπων κατοικίας, του κυκλικού και του ορθογώνιου:

Ο ημιυπόγειος κυκλικός τύπος θεωρείται κατάλληλος για μικρές κοινωνίες, με μη μόνιμη εγκατάσταση και χωρίς γεωργία. Η κατασκευή τους θεωρείται  αρκετά εύκολη, ενώ οι μικρές (συνήθως) διαστάσεις τους υποδηλώνουν εξυπηρέτηση λίγων ανθρώπων και λίγων χωριστών δραστηριοτήτων, οι οποίες κατά κύριο λόγο συνδέονται με τις βιολογικές λειτουργίες της ζωής και λιγότερο με τον κοινωνικό ρόλο των ατόμων. Οι διάφορες εργασίες γίνονται έξω από τα σπίτια σε μη σταθερές θέσεις (σημ. 30).

Τα ορθογώνια οικήματα χρειάζονται περισσότερα υλικά κατασκευής, ενώ η στέγασή τους εμφανίζει περισσότερες δυσκολίες. Διαθέτουν πλεονεκτήματα έναντι των κυκλικών, όπως η δυνατότητα κτισίματος περισσότερων σπιτιών σε μικρότερο χώρο, η ευκολότερη διαίρεση του εσωτερικού χώρου και η χρησιμοποίηση του εξωτερικού τοίχου από άλλο κτίσμα. Τα σπίτια είναι μεγαλύτερα, με ενδιαφέρον για κοινό οικιστικό τύπο, ενώ οι  διάφορες δραστηριότητες εκτελούνται εντός και εκτός σπιτιών σε μόνιμες θέσεις και συνδέονται  κυρίως με τον κοινωνικό ρόλο των ανθρώπων (σημ. 31).

Σύμφωνα με τους μελετητές, το σχήμα του σπιτιού που επιλέγει κάθε κοινωνία, αποτελεί συνάρτηση μιας σειράς παραγόντων: Της κοινωνικής δομής και πολυπλοκότητας, του τύπου της οικονομίας και των αναγκών αποθήκευσης, του βαθμού μονιμότητας της κατοίκησης, των διαθέσιμων πρώτων υλών, του τεχνολογικού επιπέδου και της γεωμορφολογίας του εδάφους. Παράγοντες όπως η συμβολική έκφραση των λαών αλλά και οι γεωγραφικές συνθήκες, στις οποίες η φόρμα του σπιτιού έρχεται ως απάντηση σε κρίσιμα προβλήματα των διάφορων περιοχών, όπως η θερμοκρασία, μπορούν επίσης να επηρεάσουν την επιλογή (σημ. 32). Αυτό όμως που την καθορίζει είναι η εικόνα της ιδεατής ζωής που έχει μια κοινωνία (σημ. 33).

Λάκκοι αποθήκευσης

Μια μεγάλη σειρά λάκκων συνδέεται από τη βιβλιογραφία με την αποθήκευση. Συνήθως ερμηνεύονται έτσι, λάκκοι επιμελημένης κατασκευής, κυλινδρικού σχήματος ή κυψελωτού (κωδωνόσχημου), λόγω του μικρού στομίου τους, που αντανακλά ανάγκη κάλυψης, ενώ ομάδες μικρών λάκκων χωρίς υλικό, εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως θέσεις υποδοχής καλαθιών (σημ. 34).

Οι λάκκοι συνδέονται με την αποθήκευση με δύο τρόπους: α) Άμεσα, όπου το προς  αποθήκευση υλικό τοποθετείται εντός του λάκκου, και β) έμμεσα, με το λάκκο να αποτελεί απλά τη θέση υποδοχής και στήριξης του αποθηκευτικού δοχείου («θήκη»), που μπορεί να είναι από πηλό ή από φθαρτά υλικά, όπως ξύλο, καλάμι, δέρμα ή ύφασμα, αλλά και ως ανεξάρτητα κτίσματα ή υπόγειοι αποθηκευτικοί χώροι (σημ. 35).

Λάκκοι φωτιάς (κλίβανοι, εστίες, θέσεις πυροτεχνολογίας)

Λάκκοι που να συνδέονται με φωτιά, ως κλίβανοι, εστίες ή θέσεις πυροτεχνολογίας δεν εμφανίζονται συχνά στους νεολιθικούς οικισμούς της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Όσοι έχουν ερμηνευτεί ανάλογα φέρουν ψημένα τοιχώματα και πυθμένες (σημ. 36).

Λάκκοι-πασσαλότρυπες

Κάποιοι λάκκοι ερμηνεύονται, με λιγότερη ή περισσότερη βεβαιότητα, ως θέσεις τοποθέτησης μεγάλων πασσάλων (σημ. 37).

Λάκκοι εξόρυξης πηλού

Αποτελούν πολυάριθμη κατηγορία, καθόσον κάθε λάκκος και γενικά κάθε όρυγμα στο έδαφος, με εξαίρεση τους ταφικούς, αποτελεί εν δυνάμει θέση απόληψης πηλού ή υλικού για ποικίλες δραστηριότητες. Συνήθως, ερμηνεύονται ως λάκκοι πηλού ρηχά ή και πιο βαθιά ορύγματα, με ανοιχτό περιχείλωμα, ασαφή όρια και γενικά ακανόνιστη μορφή (σημ. 38).

Πηγάδια (και λάκκοι συγκέντρωσης νερού)

Το μεγάλο βάθος ορισμένων λάκκων, τα αργιλικά στρώματα στα οποία είναι ανοιγμένοι, τα κατασκευαστικά τους χαρακτηριστικά, η σύσταση των επιχώσεων στα βαθύτερα στρώματα και οι διαθέσιμες πληροφορίες για τα υδρολογικά συστήματα των διάφορων περιοχών, οδηγούν στην ερμηνεία κάποιων λάκκων ως πηγαδιών (σημ. 39) αλλά και στη σύνδεση πολλών άλλων με χώρους συγκέντρωσης νερού.

Λάκκοι απορριμμάτων 

Οι λάκκοι, στο σύνολό τους σχεδόν, συνδέονται από την έρευνα με δευτερογενή ή τελική απορριμματική χρήση, λόγω της φύσης του περιεχομένου τους, ενώ για τον ίδιο λόγο αλλά και για μια σειρά άλλων, μορφολογικών κυρίως κριτηρίων, σε ορισμένους αποδίδεται αποκλειστικά απορριμματική χρήση. Αναμφίβολα, εγκαταλειμμένα σπίτια, αχρηστεμένοι αποθηκευτικοί λάκκοι ή πηγάδια, λάκκοι εξόρυξης πηλού και γενικά κάθε όρυγμα ή φυσικό κοίλωμα στο έδαφος αποτελούν εν δυνάμει θέσεις τυχαίας συσσώρευσης ή σκόπιμης απόρριψης αντικειμένων και υλικών. Η σκόπιμη όμως διάνοιξη απορριμματικών λάκκων, που φαίνεται να χαρακτηρίζει κάποιους οικισμούς, αποτελεί πολιτισμικό χαρακτηριστικό άμεσα συνδεδεμένο με την ιδεολογία (εικ. 3, 4, 5).

Λάκκοι με ιδιαίτερο περιεχόμενο 

Λάκκοι των οποίων το περιεχόμενο δείχνει να ξεφεύγει από την καθημερινή ή πιο περιοδική οικιστική δραστηριότητα, παραπέμποντας σε εναποθέσεις ιδιαίτερου χαρακτήρα, ορίζονται ως τελετουργικοί και συνδέονται παραδοσιακά με τη μαγεία ή τη θρησκεία, με εκδηλώσεις μνήμης προς τους προγόνους αλλά και με την αποθησαύριση αντικειμένων. Το περιεχόμενό τους (ολόκληρες ή τμηματικές ταφές ανθρώπων ή ζώων και σύνολα ολόκληρων ή κατακερματισμένων αντικειμένων), ερμηνεύεται ως προσφορά ή θυσία αλλά και ως ταφή ή εναπόθεση στο έδαφος, υλικού ιδεολογικά φορτισμένου. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν επίσης τη σχέση του περιεχομένου ορισμένων  λάκκων με εορτές και εκδηλώσεις μεγάλης κλίμακας,  μη ταφικού χαρακτήρα (εικ. 6, 7, 8).

Λάκκοι με παρόμοιο περιεχόμενο αναγνωρίζονται σε όλη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με σημαντική παρουσία στην 5η χιλιετία π.Χ., σε θέσεις κυρίως της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας. Στον ελλαδικό χώρο, τα σχετικά ευρήματα δείχνουν να προηγούνται χρονολογικά, αναγόμενα στο β΄ μισό της 6ης χιλιετίας π.Χ. (σημ. 40).

Ταφικοί λάκκοι

Ορίζονται έτσι οι λάκκοι που περιέχουν ανθρώπινες ταφές (ολόκληρους σκελετούς, καύσεις ή ανακομιδές), ανήκουν σε οργανωμένα νεκροταφεία εκτός των οικισμών ή σε εποχικά μη κατοικημένα τμήματά τους και συνδέονται κατά κύριο λόγο με την προσπάθεια απαλλαγής  από το νεκρό σώμα (σημ. 41).

Θεωρητική συζήτηση

Απορρίμματα και εναπόθεση στο έδαφος    

Τα όρια ανάμεσα στις τρεις τελευταίες κατηγορίες λάκκων ‒απορριμματικοί, τελετουργικοί και ταφικοί‒ όχι μόνο δεν είναι σαφή, αλλά είναι ιδιαίτερα δύσκολο να καθοριστούν, καθώς συχνά δεν μπορεί να εξακριβωθεί εάν πρόκειται για τελετουργίες που συνόδευσαν τις ταφές ή για ταφές στο πλαίσιο τελετουργιών (σημ. 42).

Αντικείμενα ολόκληρα ή κατακερματισμένα, αλλά και διατροφικά κατάλοιπα ή ταφές  ζώων εντοπίζονται ανακατεμένα ή όχι με ανθρώπινα οστά, ολόκληρους σκελετούς ή τμήματά τους, καθιστώντας ασαφή τα όρια μεταξύ απορριμμάτων, θυσιών, προσφορών, ειδικών εναποθέσεων, θησαυρών και ταφικών πρακτικών, δυσχεραίνοντας έτσι την αρχαιολογική τους αναγνώριση και την προσέγγιση του ρόλου του υλικού πολιτισμού σε κάθε μία από τις περιπτώσεις. Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται συνήθως για την ένταξη ενός λάκκου σε μία από τις παραπάνω κατηγορίες διαφέρουν κατά περίπτωση, ενώ ως τέτοια προτείνονται συνήθως η εναπόθεση επιλεγμένων ομάδων υλικών και αντικειμένων (σύνδεση ή αποκλεισμός), η ακεραιότητα ή αποσπασματικότητα των εναποτιθέμενων αντικειμένων, η  περιοδικότητα στην εναπόθεση αλλά και η ίδια η πράξη της εναπόθεσης υλικού σε λάκκους.

Απορρίμματα ή εναπόθεση;        

Τα «απορρίμματα», ο τρόπος σχηματισμού και η χωρική ταξινόμησή τους, αποτελούν για την προϊστορική έρευνα ένα κεντρικό ζήτημα, καθώς εθνογραφικά και αρχαιολογικά διαπιστώνεται ότι η κατανόηση και ερμηνευτική προσέγγισή του μπορεί  να φωτίσει πτυχές όχι μόνο της καθημερινής ζωής και δραστηριότητας αλλά και της κοινωνικής οργάνωσης και ιδεολογίας. Τα «απορρίμματα», είτε διαχωρισμένα ως ιδιαίτερα σύνολα, είτε διάσπαρτα στους χώρους διαβίωσης, είτε συσσωρευμένα στο όριο του κατοικημένου χώρου, αποδεικνύεται ότι συνδέονται άμεσα με την ιδεολογία, αντανακλώντας τις σχετικές περί «βρομιάς» και «καθαριότητας» αντιλήψεις της εκάστοτε κοινωνίας (σημ. 43).

Τα «σκουπίδια» και η «βρομιά» όμως δεν είναι κατηγορίες κοινές σε όλους τους πολιτισμούς (σημ. 44). Η παρουσία ή όχι απορριμμάτων στους χώρους διαβίωσης δεν υπακούει σε κανόνες λειτουργικούς ή υγιεινής, αλλά αντανακλά τη βαρύτητα που δίνει κάθε κοινωνία στη συμβολική ή πραγματική προστασία της από τη μόλυνση, ενώ η χωρική κατανομή των περιοχών απόρριψης σχετίζεται με τα ιδεολογικά και συμβολικά σχήματα της κοινωνίας (σημ. 45).

Η ερμηνευτική προσέγγιση της κατηγορίας «απορρίμματα» αποτελεί ένα από τα μεγάλα προβλήματα της έρευνας, καθώς ο ορισμός της βασίζεται μόνο στην πράξη της απόρριψης. Αρχαιολογικά και εθνογραφικά αποδεικνύεται ότι όλα τα αντικείμενα που πετιούνται δεν εμπίπτουν στην ίδια κατηγορία, αλλά οργανώνονται σε πολλές ομάδες, από τις οποίες καμία δεν είναι ισοδύναμη με τη δικιά μας κατηγορία «σκουπίδια» (σημ. 46). Σε πολλούς μάλιστα λάκκους διαπιστώνεται απόθεση και ολόκληρων αντικειμένων, τα οποία  δεν θα μπορούσαν να αποτελούν απορρίμματα, αλλά είναι πιθανό να πετάχτηκαν στο πλαίσιο κάποιου τύπου μόλυνσης ή από μια ιδιαίτερη συνεκδοχή που συνδέθηκε με αυτά κάνοντάς τα ακατάλληλα για χρήση (σημ. 47). Η ερμηνεία των νεολιθικών λάκκων εκτιμάται ότι θα πρέπει να απομακρυνθεί από την υπόθεση της συσσώρευσης απορριμμάτων καθημερινής δραστηριότητας και να συνδεθεί με πρακτικές οι οποίες περιλαμβάνουν σκόπιμη εναπόθεση αντικειμένων στη γη (σημ. 48). Η εναπόθεση στο έδαφος θα μπορούσε να απευθύνεται στους νεκρούς, ενώ παράλληλα προτείνεται η επανεξέταση της λατρείας της γονιμότητας (σημ. 49).

Εναποθετικές πρακτικές

Οι εναποθετικές πρακτικές εμπεριέχουν κάποιους τύπους αισθητικής αξίας, που δεν ακολουθούν τυποποιημένους ούτε χωρίς τέλος πολιτισμικούς κώδικες. Η κατανόησή τους μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την κατανόηση του τρόπου που άλλοι πολιτισμοί «βλέπουν» τον κόσμο και μέσα από τη γνώση του τρόπου δράσης του υλικού πολιτισμού, ο οποίος σχεδιάζεται πάνω στον ιδιαίτερο για κάθε πολιτισμό τρόπο με τον οποίο πρέπει να υπάρχει ο κόσμος (σημ. 50).

Η εναπόθεση, ως μια στρατηγική  όπου νοήματα και μνήμες περιγράφονταν στο τοπίο, περιλαμβάνει απλές αρχές σύνθεσης και αποκλεισμού και  καθοδηγείται από τον τρόπο με τον οποίο θέματα και ουσίες κατηγοριοποιούνται (σημ. 51). Για την επιλογή αντικειμένων για εναπόθεση απαιτείται κατανόηση της συμβολικής τάξης των πραγμάτων και των σχέσεων μεταξύ διαφορετικών υλικών κατηγοριών καθώς και γνώση της ταυτότητας και της βιογραφίας  των αντικειμένων και των υλικών (σημ. 52).

Δομημένη εναπόθεση

Οι προϊστορικοί άνθρωποι χρησιμοποιούσαν, έσπαζαν ή κατέστρεφαν και πετούσαν υλικό πολιτισμό συχνά έξω από το χώρο διαβίωσής τους, οι πρακτικές όμως που εμπλέκονται στην εναπόθεση των σκουπιδιών χαρακτηρίζονται από δομή, η οποία παρατηρείται στο μεγαλύτερο μέρος των απορριφθέντων αντικειμένων (σημ. 53).

Η αναγνώριση δομής στην εναπόθεση μιας σειράς καταλοίπων επέβαλε την αντιμετώπισή τους ως χωριστής κατηγορίας, που ορίστηκε από τους Richards και Thomas το 1984, ως «structured deposition». Ο όρος εισήχθη για να αποδώσει ένα υλικό που περιγραφόταν με μια ποικιλία όρων, όπως μη-οικιακό, ασυνήθιστο, συμβολικό, τοποθετημένο σκόπιμα και άλλα. Παράλληλα, υποστηρίχθηκε ότι το υλικό αυτό είναι τελετουργικό, επειδή η εκτέλεση μιας τελετουργίας περιλαμβάνει τυποποίηση και  επανάληψη, στοιχεία που  αρχαιολογικά πιστοποιούνται στον δομημένο τρόπο εναπόθεσης (σημ. 54). Όμως, όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες είναι συμβολικά δομημένες και σχεδιασμένες πάνω στην αναπαραγωγή των πολιτισμικών κανόνων και δομών, ενώ τελετουργικές πρακτικές χρησιμοποιούνται και στην εναπόθεση καθημερινών οικιακών σκουπιδιών (σημ. 55). Η ουσία δεν είναι στα ίδια τα πράγματα αλλά στον τρόπο που αυτά συνδέονται και στον τρόπο εκτέλεσης της πράξης (σημ. 56).

Οι λάκκοι αποτελούν τους κύριους χώρους εντοπισμού δομής στην εναπόθεση των καταλοίπων, η οποία αναζητείται στη σύνδεση ή μη-σύνδεση (αποκλεισμός) διαφορετικών τύπων αντικειμένων και χώρων ταξινόμησης, στην ταυτότητα και βιογραφία των ίδιων των αντικειμένων και αλλού (σημ. 57). Για την ερμηνεία του περιεχομένου τους το κεντρικό ερώτημα είναι εάν πρόκειται για σκουπίδια ή κατάλοιπα τελετουργιών. Για την ταξινόμησή τους όμως σε κάποια από τις κατηγορίες δεν αρκεί η διαπίστωση  δομής. Για να καταλάβουμε γιατί και με ποιους τρόπους κάποια υλικά εναποτίθενται, θα πρέπει να κατανοήσουμε το ιδιαίτερο πολιτισμικό πλαίσιο  στο οποίο έλαβε χώρα η δραστηριότητα (σημ. 58).

Η προσέγγιση που επιχειρείται από την έρευνα είναι με βάση τη δραστηριότητα που τα παρήγαγε (σημ. 59). Διαχωρίστηκαν έτσι σε σκουπίδια οικιακής και τελετουργικής δραστηριότητας. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει σκουπίδια καθημερινής δραστηριότητας καθώς και σύνολα που προέκυψαν από προϋπάρχοντες σωρούς σκουπιδιών (σημ. 60), καθώς χρόνος σχηματισμού του υλικού και χρόνος εναπόθεσης στους λάκκους δεν ταυτίζονται πάντα (σημ. 61). Με τελετουργική δραστηριότητα συνδέονται οι τμηματικές ανθρώπινες ταφές, τα μεμονωμένα οστά ή κρανία και οι ταφές ολόκληρων ή τμημάτων ζώων. Η παρουσία ωστόσο ανθρώπινων σκελετών στο περιεχόμενο των λάκκων, αποτελεί φαινόμενο σπάνιο για τη νεολιθική Νοτιοανατολική Ευρώπη αλλά και τον ευρύτερο χώρο, ενώ εξίσου προβληματική είναι και η ύπαρξη μεμονωμένων ανθρώπινων οστών (σημ. 62). Σε κάθε περίπτωση η παρουσία ταφών μέσα σε λάκκους, ανεξάρτητα από την αιτία της ταφής, αποτελεί σκόπιμη εναπόθεση (σημ. 63). Παράλληλα, υποδηλώνεται ότι η παρουσία του νεκρού δεν ήταν ακατάλληλη για το περιεχόμενο των λάκκων (σημ. 64).

Οι εορτές ορίζονται ως ένα είδος τελετουργικής δραστηριότητας που περιλαμβάνει κοινή κατανάλωση μεγάλης ποσότητας τροφής και ποτού (σημ. 65). Κάποια ευρήματα ερμηνεύονται ως θυσίες ή προσφορές (σημ. 66), ενώ μια άλλη ομάδα ευρημάτων αποτελούν οι θησαυροί, αποτελούμενοι από ολόκληρα λίθινα εργαλεία ή άλλα αντικείμενα. Η αποθησαύριση είναι σχετικά σπάνια, αλλά σημαντική κοινωνική πρακτική στα νεολιθικά Βαλκάνια (σημ. 67).

Ο όρος «τελετουργία», ωστόσο, χαρακτηρίζεται από ασάφεια και οι προσπάθειες προσδιορισμού κριτηρίων για την αναγνώριση των σχετικών καταλοίπων και το διαχωρισμό τους από αυτά της καθημερινής  ζωής, αποδεικνύονται συχνά μάταιες.

Η τελετουργία αναφέρεται στην εκτέλεση κάποιων πράξεων και όχι σε αφηρημένες έννοιες και πεποιθήσεις. Συνδέεται με κανόνες και σύμβολα και δίνει έμφαση στην τυποποιημένη και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά (σημ. 68). Ως γενικό κριτήριο προσδιορισμού των τελετουργιών θεωρείται η τυποποιημένη, στερεότυπη και  επαναληπτική φύση τους (σημ. 69).

Εκτελείται χρησιμοποιώντας προδιαγεγραμμένες κινήσεις, χειρονομίες και λόγια, και διεξάγεται μέσω ιδιαίτερων τρόπων όπως η μουσική και ο χορός. Μπορεί να συμβαίνει σε ειδικές περιοχές και χρόνους και να περιλαμβάνει περιορισμένη ομάδα ανθρώπων και ασυνήθιστα είδη αντικειμένων. Ένα από τα χαρακτηριστικά της είναι η χρησιμοποίηση αρχαϊκών στοιχείων στην εκτέλεσή της, κάτι που την προστατεύει από την αλλαγή και συγχρόνως την κάνει ευαίσθητη στο χειρισμό. Δεν είναι απαραίτητο να διαχωριστεί  από την καθημερινή ζωή, μέσω της διχοτόμησης μεταξύ ιερού και βλάσφημου, και ούτε συνδέονται όλες οι τελετουργίες με τη θρησκεία. Υπάρχουν και κοινωνικές τελετουργίες, με εγκόσμια φύση. Καθοριστικό κριτήριο των τελετουργιών είναι ότι διαφοροποιούνται με κάποιο τρόπο συμβολικά από τις καθημερινές δραστηριότητες, στο πλαίσιο της μορφής, της δράσης ή του σκοπού (σημ. 70).

Αντλεί τα νοήματά της από τα κοινωνικά συμφραζόμενα που δημιουργείται και μέσα σ’ αυτά έχει νόημα. Οι ίδιες αποθέσεις σημαίνουν διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικές εποχές ή πολιτισμούς, ενώ η αλλαγή στην τελετουργική παράδοση εντοπίζεται στην αλλαγή της υλικής έκφρασης αλλά και στο νόημα που δίνεται σε αυτήν. Μπορεί να έχει έναν αριθμό πολιτικών λειτουργιών, αποτελώντας μηχανισμό κοινωνικής συνοχής, νομιμοποίησης της εξουσίας και άλλα, και να υπηρετεί τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα των διάφορων κοινωνικών ομάδων. Είναι θεμελιώδης στην αναπαραγωγή της κοινωνίας και των θρησκευτικών απόψεων (σημ. 71).

 

Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη

Δρ Αρχαιολόγος

Προϊσταμένη Εφορείας Αρχαιοτήτων Κοζάνης

Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πιο αναλυτικά και για επιπλέον βιβλιογραφία όλων των επιμέρους θεμάτων που αναπτύσσονται στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, βλ. Χονδρογιάννη-Μετόκη 2009b, σ. 418-510.
2. Harding 2006, σ. 111-112, Mc Pherron / Christopher 1988, σ. 69-470.
3. Γραμμένος / Κώτσος 2002, σ. 326, Παντελίδου-Γκόφα 1991, σ. 169, Παππά κ.ά. 2003, σ. 274, Χουρμουζιάδης 1979, σ. 127, Bogdanovic 1988, σ. 86, Lazarovisi / Lazarovisi 2003, σ. 386-387, Mc Pherron / Christopher 1988, σ. 471, Pyrgaki 1987, σ. 241, 273.
4. Buttler 1936, σ. 26, 31-36, Mc Pherron / Christopher 1988, σ. 7-8, 470-471, Tringham 1971, σ. 84-86, Tringham / Stevanovic 1990, σ. 107.
5. Bailey 1999, σ. 153-154, του ίδιου 2000, σ. 41, 57, 62, Whittle 1996, σ. 52, 54.
6. Θεοχάρης 1971, σ. 52-53.
7. Πρωτονοταρίου-Δεϊλάκη 1992, σ. 104-109.
8. Κουκούλη-Χρυσανθάκη κ.ά. 1997, σ. 751-752, Κουκούλη-Χρυσανθάκη κ.ά. 2005, σ. 94-99.
9. Ευστρατίου / Καλλιντζή 1997, σ. 886-888, 893-894.
10. Μπέσιος / Αδακτύλου 2006, σ. 358-362.
11. Γραμμένος / Κώτσος 2002, σ. 323-326, των ίδιων 2004, σ. 17-19, Παππά κ.ά. 2003, σ. 272-275.
12. Χρυσοστόμου κ.ά. 2003, σ. 515, 518-520.
13. Rodden 1962, σ. 270-271.
14. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2007, σ. 523-531, Χονδρογιάννη-Μετόκη 2009α, σ. 453, Ridley κ.ά. 2000, σ. 14-15, 71-98.
15. Bailey 2000, σ. 154-156, 161, 168-169, Kalicz / Raczky 1987a, 18, Lazarovisi / Lazarovisi 2003, σ. 378-408, Todorova 2003, σ. 273.
16. Bogdanovic 1988, σ. 44, 74-83, 85-86, Tringham / Stevanovic 1990, σ. 102-108.
17. Bailey 2000, σ. 166.
18. Kalicz / Raczky 1987b, σ. 107.
19. Ευστρατίου / Καλλιντζή 1997, σ. 886-888, 893-894.
20. Κουκούλη-Χρυσανθάκη κ.ά. 2005, σ. 94-99, Περιστέρη 2006, σ. 27-29.
21. Γραμμένος / Κώτσος 2002, σ. 323-326, των ίδιων, 2004, σ. 17-19, Παππά κ.ά. 2003, σ. 272.
22. Μπέσιος / Παππά 1998, σ. 28.
23. Παπαευθυμίου-Παπανθίμου / Πιλάλη-Παπαστερίου 1995, σ. 153, Χρυσοστόμου 2003, σ. 489.
24. Χουρμουζιάδη κ.ά. 2000, σ. 558, 563.
25. Στρατούλη 2007, σ. 596, 599-601.
26. Ζιώτα κ.ά. 2013, σ. 38 κ.ε.
27. Ζιώτα κ.ά. 1993, σ. 94.
28. Ridley κ.ά. 2000, σ. 14-15, 71-98, Χονδρογιάννη-Μετόκη 200a, σ. 449 κ.ε.
29. Τουφεξής 2003, σ. 501-505.
30. Bailey 1999, σ. 154-157, του ίδιου 2000, σ. 57, 62, Hunter-Anderson 1977, σ. 291, Whittle 1996, σ. 52.
31. Saidel 1993, σ. 76-77, Bailey 1999, σ. 158, 160.
32. Χουρμουζιάδης 1982, σ. 18-19, Bailey 1999, Bradley 2005, σ. 56-57, Hunter-Anderson 1977, σ. 309, Saidel 1993.
33. Hodder 1982a, σ. 135.
34. Clarks κ.ά. 1960, σ. 205-211, Hill 1995, σ. 18, McPherron / Christopher 1988, σ. 470, Thomas 1991, σ. 60.
35. Buttler 1936, σ. 26-31, Coles 1979, σ. 121, Halstead 1989, σ. 71, Kent 1999, σ. 79-80, 92.
36. Ενδεικτικά, βλ. Μπέσιος / Παππά 1998, σ. 20, 22-23, Χονδρογιάννη-Μετόκη 2012, σ. 542.
37. Ενδεικτικά, βλ. Mould / Warlde 2000, σ. 96.
38. Buttler 1936, σ. 26, McPherron / Christopher 1988, σ. 470.
39. Ενδεικτικά, βλ. Ζιώτα κ.ά. 2013, σ. 44-45.
40. Κουκούλη-Χρυσανθάκη κ.ά. 2005, σ. 94-105, Pappa κ.ά. 2004.
41. Βλ. αναλυτικά στο κεφάλαιο ΣΤ΄.
42. Hill 1995, σ. 72.
43. Hodder 1982a, σ. 24, του ίδιου 1982b, σ. 155-163, 190.
44. Chapman 2000a, σ. 62, Moore 1982, σ. 77, Thomas 1991, σ. 57.
45. Hodder 1982b, σ. 155-163, Moore 1982, σ. 76-79.
46. Moore 1982, σ. 75-76.
47. Thomas 1991, σ. 62.
48. Harding 2006, σ. 123-124, Thomas 1991, σ. 63.
49. Hill 1995, σ. 111.
50. Pollard 2001, σ. 317-318, 328.
51. Harding 2006, σ. 123, Thomas 1991, σ. 57.
52. Chapman 2000b, σ. 4-5, Pollard 2001, σ. 322.
53. Chapman 2000a, σ. 62-63.
54. Chapman 2000a, σ. 62, Hill 1995, σ. 95.
55. Hill 1995, σ. 16, 95-96, 98, Thomas 1991, σ. 75.
56. Pollard 2001, σ. 322.
57. Hill 1995, σ. 95, Pollard 2001, σ. 318.
58. Hill 1995, σ. 2, 4, 10.
59. Cunliffe 1992, σ. 75, Hill 1995, σ. 10.
60. Cunliffe 1992, σ. 75-76.
61. Cunliffe 1992, σ. 77, Harding 2006, σ. 120, Pappa κ.ά. 2004, σ. 21, Thomas 1991, σ. 62.
62. Hill 1995, σ. 106, Thomas 1991, σ. 62.
63. Hill 1995, σ. 19.
64. Thomas 1991, σ. 62.
65. Dietler 2001, σ. 65 κ.ε.
66. Bradley 1990, σ. 199, Hill 1995, σ. 102-103.
67. Chapman 2000b, σ. 53, 105, 112-120.
68. Παπαευθυμίου-Παπανθίμου 1997, σ. 116, Hodder 1982a, σ. 159-172.
69. Hill 1995, σ. 98, Hodder 1982a, σ. 167, Renfrew 1985, σ. 14.
70. Bradley 1990, σ. 202, Dietler 2001, σ. 67, Hill 1995, σ. 97.
71. Παπαευθυμίου-Παπανθίμου 1997, σ. 116, Garwood 1991, σ. 10-11, 23, Hodder 1982a, σ. 159-172.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Bailey 1999: Bailey D.W., «The built environment: pit-huts and houses in the Neolithic», Documenta Praehistorica 26 (1999), σ. 153-162.
  • Bailey 1999: Bailey D.W., Balkan Prehistory. Exclusion, incorporation and identity, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2000.
  • Bogdanovic 1988: Bogdanovic M., «Architecture and Structural Features at Divostin», στο A. McPherron και D. Srejovic (επιμ.), Divostin and the Neolithic of Central Serbia, Department of Anthropology, University of Pittsburgh, Ethnology Monographs 10, 1988, σ. 35-91.
  • Bradley 1990: Bradley R., The passage of Arms. An archaeological analysis of prehistoric hoards and votive deposits, Cambridge University Press, 1990.
  • Bradley 2005: Bradley R., Ritual and domestic life in Prehistoric Europe, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2005.
  • Buttler 1936: Buttler W., «Pits and pit-dwelling in Southern Europe», Antiquity 10 (1936), σ. 25-36.
  • Γραμμένος / Κώτσος 2002: Γραμμένος Δ. / Κώτσος Σ., Σωστικές ανασκαφές στο νεολιθικό οικισμό Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης, Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Βόρειας Ελλάδας αρ. 2, Θεσσαλονίκη 2002.
  • Γραμμένος / Κώτσος 2004: Γραμμένος Δ. και Κώτσος Σ., Σωστικές ανασκαφές στο νεολιθικό οικισμό Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης, Μέρος ΙΙ (1998-2003), Δημοσιεύματα Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Βόρειας Ελλάδας, αρ. 6, Θεσσαλονίκη 2004.
  • Chapman 2000a: Chapman J., «Pit-digging and Structured Deposition in the Neolithic and Copper Age of Central and Eastern Europe», PPS 66 (2000), σ. 61-87.
  • Chapman 2000b: Chapman J., Fragmentation in Archaeology. People, places and broken objects in the prehistory of south-eastern Europe, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2000.
  • Clarks κ.ά. 1960: Clarks J.G.D. / Higgs E.S. / Longworth I.H., «Excavations at the Neolithic site at Hurst Fen, Mildenhall, Suffolk (1954, 1957 and 1958)», PPS 26 (1960), σ. 202-245.
  • Coles 1979: Coles J., Experimental Archaeology, Academic Press, Λονδίνο-Νέα Υόρκη-Τορόντο-Σίντνεϊ-Σαν Φρανσίσκο 1979.
  • Cunliffe 1992: Cunliffe B., «Pits, preconceptions and propitiation in the British Iron Age», Oxford Journal of Archaeology 11/1 (1992), σ. 69-83.
  • Dietler 2001: Dietler M., «Theorizing the Feast: Rituals of consumption, commensal politics, and power in African contexts», στο M. Dietler / Br. Hayden (επιμ.), Feasts. Archaeological and ethnographic perspectives on food, politics and power, Ουάσινγκτον και Λονδίνο 2001, σ. 65-114.
  • Ευστρατίου / Καλλιντζή 1997: Ευστρατίου Ν. / Καλλιντζή Ντ., «Αρχαιολογικές έρευνες στη Μάκρη Έβρου. Εκτιμήσεις και προβλήματα», ΑΕΜΘ 10Β (1996), 1997, σ. 881-916.
  • Ζιώτα κ.ά. 1993: Ζιώτα Χρ. / Καλογήρου Α. / Φωτιάδης Μ. / Χονδρογιάννη Α., «Κίτρινη Λίμνη, Τέσσερα χρόνια έρευνας», ΑΕΜΘ 4 (1990), 1993, σ. 93-103.
  • Ζιώτα κ.ά. 2013: Ζιώτα Χ. / Χονδρογιάννη-Μετόκη Α. / Μαγγουρέτσιου Ε., «Η Αρχαιολογική έρευνα στον Κλείτο Κοζάνης το 2009», ΑΕΜΘ 23 (2009), 2013, σ. 37-52.
  • Garwood 1991: Garwood P., «Ritual Tradition and the Reconstitution of Society», στο P. Garwood / D. Jennings / R. Skeates / J. Toms, Sacred and Profane. Proceedings of a Conference of Archaeology, Ritual and Religion, Oxford 1989, 1991, σ. 10-32.
  • Θεοχάρης 1971: Θεοχάρης Δ.Ρ., «Νεολιθική Εποχή», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Α΄, 1971, σ. 48-79.
  • Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2007: Καραμήτρου-Μεντεσίδη Γ., «Μαυροπηγή 2005: Λιγνιτoρυχεία και αρχαιότητες», ΑΕΜΘ 19 (2005), 2007, σ. 511-539.
  • Halstead 1989: Halstead P., «The economy has a normal surplus: economic stability and social change among early farming communities of Thessaly, Greece», στο P. Halstead / J. O' Shea (επιμ.), Bad year economics: Cultural responses to risk and uncertainty, CUP, Κέμπριτζ 1989, σ. 68-80.
  • Harding 2006: Harding J., «Pit-digging, occupation and structured deposition on Rudston Wold, eastern Yorkshire», Oxford Journal of Archaeology 25/2 (2006), σ. 109-126.
  • Hill 1995: Hill J.D., Ritual and Rubbish in the Iron Age of Wessex. A study on the formation of a specific archaeological record, Tempus Reparatum, BAR British Series 242, 1995.
  • Hodder 1982a: Hodder I., The Present Past. An Introduction to Anthropology for Archaeologists, Λονδίνο 1982.
  • Hodder 1982b: Hodder I., Symbols in action, Cambridge University Press, 1982.
  • Hunter-Anderson 1977: Hunter-Anderson R.L., «A theoretical approach to the study of house form», στο L.R. Binford (επιμ.), For theory building in Archaeology, 1977, σ. 287-315.
  • Κουκούλη-Χρυσανθάκη κ.ά. 1997: Κουκούλη-Χρυσανθάκη Χ. / Todorova H. / Ασλάνης Ι. / Bojadziev J. / Κωνσταντοπούλου Φ. / Vajsov I. / Βάλλα Μ., «Προμαχώνας - Topolnica. Νεολιθικός οικισμός ελληνοβουλγαρικών συνόρων», ΑΕΜΘ 10Β (1996), 1997, σ. 745-767.
  • Κουκούλη-Χρυσανθάκη κ.ά. 2005: Κουκούλη-Χρυσανθάκη Χ. / Ασλάνης Ι. / Vajsov I. / Βάλλα Μ., «Προμαχώνας - Topolnica 2002-2003», ΑΕΜΘ 17 (2003), 2005, σ. 91-110.
  • Kalicz / Raczky 1987a: Kalicz N. / Raczky P. (1987α), «The Late Neolithic of the Tisza region», στο P. Raczky / L. Talas (επιμ.), The Late Neolithic of the Tisza region, Βουδαπέστη-Σόλνοκ 1987, σ. 11-30.
  • Kalicz / Raczky 1987b: Kalicz N. / Raczky P., «Berettyoujfalu - Herpaly. A settlement of the Herpaly culture”, στο P. Raczky / L. Talas (επιμ.), The Late Neolithic of the Tisza region, Βουδαπέστη-Σόλνοκ 1987, σ. 105-125.
  • Kent 1999: Kent S., «The archaeological visibility of storage: Delineating storage from trash Areas», American Antiquity 64/1 (1999), σ. 79-94.
  • Lazarovisi / Lazarovisi 2003: Lazarovisi G. / Lazarovisi M., «The Neo-Eneolithic Architecture in Banat, Transylvania and Moldavia», στο D.V. Grammenos (επιμ.), Recent research in the Prehistory of the Balkans, Publications of the Archaeological Institute of Northern Greece, Nr 3, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 369-486.
  • Μπέσιος / Αδακτύλου 2006: Μπέσιος Μ. / Αδακτύλου Φ., «Νεολιθικός οικισμός στα "Ρεβένια" Κορινού», ΑΕΜΘ 18 (2004), 2006, σ. 357-366.
  • Μπέσιος / Παππά 1998: Μπέσιος Μ. / Παππά Μ., «Ο Νεολιθικός οικισμός στον Μακρύγιαλο Πιερίας», ΑΑΑ XXIII-XXVIII (1990-1995), 1998, σ. 13-30.
  • McPherron / Christopher 1988: McPherron A. / Christopher K. C., «The Balkan Neolithic and the Divostin project in Perspective», στο A. McPherron / D. Srejovic (επιμ.), Divostin and the Neolithic of Central Serbia, Department of Anthropology, University of Pittsburgh, Ethnology Monographs 10, 1099, σ. 463-489.
  • Moore 1982: Moore H.L., «The interpretation of spatial patterning in settlement residues», στο I. Hodder (επιμ.), Symbolic and structural Archaeology, Cambridge University Press, 1982, σ. 74-79.
  • Mould / Wardle 2000: Mould A. / Wardle A.K. (2000), «The Architectural Remains», στο C. Ridley / K.A. Wardle / C.A. Mould, Servia I, Anglo - Hellenic rescue excavations 1971-73, dir. by K. Rhomiopoulou and C. Ridley, BSA Supplementary 32, 2000, σ. 71-105.
  • Παντελίδου-Γκόφα 1991: Παντελίδου-Γκόφα Μ., Η Νεολιθική Νέα Μάκρη. Τα οικοδομικά, Έκδοση της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αρ. 119, Αθήναι 1991.
  • Παπαευθυμίου-Παπανθίμου 1997: Παπαευθυμίου-Παπανθίμου Α., Τελετουργικός καλλωπισμός στο Προϊστορικό Αιγαίο, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1997.
  • Παπαευθυμίου-Παπανθίμου / Πιλάλη-Παπαστερίου 1995: Παπαευθυμίου-Παπανθίμου Α. και Πιλάλη-Παπαστερίου Α., «Ανασκαφή στο Αρχοντικό Γιαννιτσών», ΑΕΜΘ 6 (1992), 1995, σ. 151-161.
  • Παππά κ.ά. 2003: Παππά Μ. / Αδακτύλου Φ. / Νανόγλου Σ., «Νεολιθικός οικισμός Θέρμης 2000-2001», ΑΕΜΘ 15 (2001), 2003, σ. 271-278.
  • Περιστέρη 2006: Περιστέρη Κ., «Ανασκαφική έρευνα 2003 στον νεολιθικό οικισμό Αρκαδικού Δράμας στα αγροτεμάχια 542, 545 ιδιοκτησίας Φ. Χατζηγιαννίδη», ΑΕΜΘ 18 (2004), 2006, σ. 25-32.
  • Πρωτονοταρίου-Δεϊλάκη 1992: Πρωτονοταρίου-Δεϊλάκη Ε., «Παρατηρήσεις στην Προκεραμεική. (Από τη Θεσσαλία στα Δενδρά Αργολίδος)», Διεθνές Συνέδριο για την Αρχαία Θεσσαλία, Στη μνήμη του Δ. Ρ. Θεοχάρη, Αθήνα 1992, σ. 97-112.
  • Pappa κ.ά. 2004: Pappa M. / Halstead P. / Kotsakis K. / Urem-Kotsou D., «Evidence for large-scale feasting at Late Neolithic Makriyalos, N. Greece», στο P. Halstead / J.C. Barrett, Food, Cuisine and Society in Prehistoric Greece, Sheffield Studies in Aegean Archaeology, 2004, σ. 16-44.
  • Pollard 2001: Pollard J., «The aesthetics of depositional practice», World Archaeology 33/2 (2001), σ. 315-333.
  • Pyrgaki 1987: Pyrgaki M., L'habitat au cours de la Prehistoire (de la periode preceramique a l'Age du Bronze) d'apres les trouvailles effectuees a Sesklo et a Dimini, en Thessalie, Tome I, II, Αθήνα 1987.
  • Renfrew 1985: Renfrew C., The Archaeology of cult. The sanctuary of Phylakopi, BSA Supplementary vol. 18, 1985.
  • Ridley κ.ά. 2000: Ridley C. / Wardle K.A. / Mould C.A., Servia I, Anglo-Hellenic rescue excavations 1971-73, dir. by K. Rhomiopoulou and C. Ridley, BSA Supplementary vol. 32, 2000.
  • Rodden 1962: Rodden R.J., «Excavations at the Early Neolithic site at Nea Nikomedeia, Greek Macedonia (1961 season)», PPS 28 (1962), σ. 267-288.
  • Στρατούλη 2007: Στρατούλη Γ., «Μεταξύ πηλών, πλίνθων και πασσάλων, μαγνητικών σημάτων και αρχαιολογικών ερωτημάτων: τάφροι οριοθέτησης και θεμελίωσης στον νεολιθικό οικισμό της Αυγής Καστοριάς», ΑΕΜΘ 19 (2005), 2007, σ. 595-606.
  • Saidel 1993: Saidel A.B., «Round house or square? Architectural form and socio-economic organization in the PPNB», JMA 6/1 (1993), σ. 65-108.
  • Τουφεξής 2003: Τουφεξής Γ., «Μαγούλα Χάλκη 1 (Μαγούλα Υδατόπυργου), Μαγούλα Ραχμάνι», ΑΔ 52 (1997), Χρον. Β2, 2003, σ. 501-505, 508-510.
  • Thomas 1991: Thomas J., Rethinking the Neolithic, Cambridge University Press, 1991.
  • Todorova 2003: Todorova H., «Prehistory of Bulgaria», στο D.V. Grammenos (επιμ.), Recent research in the Prehistory of the Balkans, Publications of the Archaeological Institute of Northern Greece, Nr 3, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 257-328.
  • Tringham 1971: Tringham R., Hunters, fishers and farmers of Eastern Europe. 6000-3000 B.C., Hutchinson, Λονδίνο 1971.
  • Tringham / Stevanovic 1990: Tringham R. / Stevanovic M., «Field Research», στο R. Tringham / D. Krstic (επιμ.), Selevac. A Neolithic Village in Yugoslavia, Monumenta Archaeologica 15, Institute of Archaeology, Λος Άντζελες 1990, σ. 57-148.
  • Whittle 1996: Whittle A., Europe in the Neolithic. The creation of new worlds, Cambridge World Archaeology, Cambridge University Press, 1996.
  • Χονδρογιάννη-Μετόκη 2009a: Χονδρογιάννη-Μετόκη Α., «ΑΛΙΑΚΜΩΝ 1985-2005: Η αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου (κοιλάδα μέσου ρου του Αλιάκμονα), αποτελέσματα και προοπτικές», ΑΕΜΘ 20 χρόνια, 2009, σ. 449-462.
  • Χονδρογιάννη-Μετόκη 2009b: Χονδρογιάννη-Μετόκη Α., «Μη οικιστικές χρήσεις χώρου στους νεολιθικούς οικισμούς. Το παράδειγμα της Τούμπας Κρεμαστής Κοιλάδας», αδημ. διδ. διατρ., Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2009.
  • Χονδρογιάννη-Μετόκη 2012: Χονδρογιάννη-Μετόκη Α., «Περιοχή τεχνητής λίμνης Πολυφύτου», ΑΔ 59 (2004), 2012, σ. 541-544.
  • Χουρμουζιάδη / Γιαγκούλης / Σμάγας 2000: Χουρμουζιάδη Α. / Γιαγκούλης Τ. / Σμάγας Α., «Δισπηλιό 1998. Τέσσερα βασικά ερωτήματα για την αναπαράσταση», ΑΕΜΘ 12 (1998), 2000, σ. 557-564.
  • Χουρμουζιάδης 1979: Χουρμουζιάδης Γ.Χ., Το νεολιθικό Διμήνι, Εταιρεία Θεσσαλικών Ερευνών, Βόλος 1979, σ. 241-248.
  • Χουρμουζιάδης 1982: Χουρμουζιάδης Γ.Χ., «Αρχαία Μαγνησία. Από τις παλαιολιθικές σπηλιές στο ανάκτορο της Δημητριάδας», στο: Μαγνησία. Το χρονικό ενός πολιτισμού, Αθήνα 1982, σ. 15-103.
  • Χρυσοστόμου 2003: Χρυσοστόμου Παν., «Νέα στοιχεία από τη νεολιθική έρευνα στην επαρχία Γιαννιτσών. Μια άγνωστη μορφή προϊστορικής γραφής», ΑΕΜΘ 15 (2001), 2003, σ. 489-499.
  • Χρυσοστόμου κ.ά. 2003: Χρυσοστόμου Α. / Πολουκίδου Χ. / Προκοπίδου Α., «Επαρχιακή οδός Αψάλου-Αριδαίας. Η ανασκαφή του νεολιθικού οικισμού στη θέση Γραμμή», ΑΕΜΘ 15 (2001), 2003, σ. 513-524.