Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
Χάρτης
More
Άρθρα: Αφιέρωμα
+2
Όλες οι φωτογραφίες
Εικ. 1. Άποψη της κοιλάδας της Κίτρινης Λίμνης (Σαριγκιόλ), από βόρεια. Στο βάθος αριστερά, ο νεολιθικός οικισμός της «Τούμπας Κρεμαστής Κοιλάδας» και στο μέσο ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου.
- +
Ακούστε
από Δρ Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη

Ο νεολιθικός οικισμός της «Τούμπας Κρεμαστής Κοιλάδας» (Μέρος Α’)

Η θέση και η ανασκαφική της έρευνα

Η Κρεμαστή αποτελεί συνοικισμό της Τοπικής Κοινότητας Κοιλάδας, του Δημοτικού Διαμερίσματος Ελλησπόντου, Δήμου Κοζάνης (σημ. 1) (εικ. 1).

Η θέση εντοπίστηκε το 1985 (σημ. 2). Βρίσκεται 15 χλμ. βορειοανατολικά της πόλης της Κοζάνης, στο νοτιοανατολικό όριο της λεκάνης της Κίτρινης Λίμνης (Σαριγκιόλ) και έξω από το χώρο που κάλυπτε το ομώνυμο έλος, το οποίο αποξηράνθηκε τη δεκαετία του ’50.

Κίτρινη Λίμνη (Σαριγκιόλ) και προϊστορική έρευνα

Η κοιλάδα της Κίτρινης Λίμνης ή Σαριγκιόλ, στα βόρεια/βορειοανατολικά της πόλης της Κοζάνης, έχει έκταση 35 τ.χλμ. περίπου και υψόμετρα 656-680 μ. Κατοικήθηκε σε όλη τη διάρκεια της Νεολιθικής Εποχής, από τα μέσα της 7ης π.Χ. χιλιετίας, με ιδιαίτερη πυκνότητα κατά τη Νεότερη/Τελική Νεολιθική (5500-3000 π.Χ. περίπου). Κατά την Πρώιμη Εποχή Χαλκού βεβαιώνεται κατοίκηση σε λίγες μόνο θέσεις, ενώ οι ενδείξεις για τη 2η π.Χ. χιλιετία είναι ιδιαίτερα περιορισμένες. Οι λόγοι της πληθυσμιακής μείωσης παραμένουν αδιευκρίνιστοι, ενώ με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα δεν μπορούν να συνδεθούν με βεβαιότητα με την εξάπλωση ελών στον πυθμένα της λεκάνης (σημ. 3).

Η κοιλάδα αποτελεί τμήμα της ευρύτερης γεωλογικής λεκάνης της Πτολεμαΐδας. Τα νότια όριά της, όπου και ο οικισμός της Κρεμαστής, ορίζονται από τα υψώματα του όρους Σκοπός, στο οποίο, όπως και στα υπόλοιπα βουνά γύρω από την Κίτρινη Λίμνη, συναντάται ποικιλία πετρωμάτων, πολλά από τα οποία φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν από τους προϊστορικούς κατοίκους της περιοχής, κυρίως για την κατασκευή εργαλείων. Στην κοιλάδα συναντώνται δύο ειδών αποθέσεις, οι λιμναίες ή ελώδεις, στο χώρο του έλους, και οι σύγχρονες αλλουβιακές, χειμαρροποτάμιες προσχώσεις, που καλύπτουν το χώρο μεταξύ του έλους και των γύρω βουνών (σημ. 4).

Η Κίτρινη Λίμνη είναι γνωστή στην αρχαιολογική βιβλιογραφία από το 1966 (και 1970), που εντοπίστηκαν οι πρώτοι εννέα οικισμοί από τον D.H. French (κάποιοι μετά από υπόδειξη του αρχαιολόγου της Υπηρεσίας Φ. Πέτσα), ως μια περιοχή με εντατική προϊστορική κατοίκηση. Η νεότερη έρευνα, από το 1981 και εξής, αρχικά με επανεντοπισμό των ήδη γνωστών χώρων (σημ. 5) (εικ. 2), και στη συνέχεια με εκτεταμένα προγράμματα σωστικού χαρακτήρα, επιφανειακής και ανασκαφικής έρευνας, στο πλαίσιο των σύγχρονων μεγάλων έργων (όπως η Εγνατία Οδός), αλλά και της δραστηριότητας της ΔΕΗ, προσέθεσε έναν σημαντικό αριθμό θέσεων, ανεβάζοντας κατακόρυφα τον αριθμό τους και διευρύνοντας τα όρια της περιοχής διασποράς τους.

Έτσι, ο συνολικός αριθμός των οικισμών υπερβαίνει σήμερα τους 35 (σημ. 6), οι 10 από τους οποίους βρίσκονται στο χώρο που κάλυπτε το έλος και οι υπόλοιποι έξω από αυτό. Πολλοί από αυτούς κινδυνεύουν με αφανισμό, καθώς βρίσκονται μέσα στα όρια ανάπτυξης των λιγνιτωρυχείων της ΔΕΗ, ενώ με βάση τα μέχρι τώρα στοιχεία θα πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι πολλές θέσεις έχουν ήδη χαθεί.

Υλικό της Νεότερης/Τελικής Νεολιθικής περιόδου, στην οποία ανήκει και η Κρεμαστή, εντοπίστηκε με βεβαιότητα σε 19 οικισμούς. Ανασκαφική έρευνα, εκτός από την Τούμπα Κρεμαστής Κοιλάδας, πραγματοποιήθηκε, σε περιορισμένη έκταση, στους οικισμούς Μεγάλο Νησί Γαλάνης (1987-1989, 1993, 1994 [σημ. 7]), Στάση Μαυροδενδρίου (1999), Μουρτζουβάδες Ασβεστόπετρας (1999) (σημ. 8), Κουρί Πτολεμαΐδας (2010) και Ίσιωμα Μαυροπηγής (2010) (σημ. 9), ενώ εκτεταμένη ανασκαφή διενεργήθηκε στην Τούμπα Κλείτου (1995, 2006-2010 [σημ. 10]), από όπου και προήλθαν σημαντικά ευρήματα, ουσιαστικά για την κατανόηση της περιόδου στην περιοχή, αλλά και ευρύτερα. Επιπλέον, οι ανασκαφές σε πρωιμότερους οικισμούς, της Αρχαιότερης και Μέσης Νεολιθικής, όπως στο Φυλλοτσαΐρι Μαυροπηγής (2005, 2006) και στη Βρύση (2000) και Σουλουκιά Ποντοκώμης (2010) (σημ. 11) διεύρυναν τις γνώσεις μας για το σύνολο της Νεολιθικής Εποχής, φωτίζοντας παράλληλα και το πολιτισμικό υπόβαθρο της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου.

Χρονολόγηση της Νεότερης Νεολιθικής στην Κίτρινη Λίμνη

Η Νεότερη Νεολιθική στην Κίτρινη Λίμνη εμφανίζει σημαντικές ομοιότητες και διαφορές με όλες τις γύρω περιοχές και πολιτισμικές ομάδες, οι οποίες δεν εντοπίζονται μόνο στην κεραμική αλλά και σε πολλές άλλες όψεις του πολιτισμού της. Παρατηρείται συγκερασμός πολιτισμικών στοιχείων διαφορετικής προέλευσης και εμφάνιση ενός διαφοροποιημένου πολιτισμού με πολλά τοπικά χαρακτηριστικά. Η σύνθεση των μέχρι τώρα χρονολογικών δεδομένων της περιοχής (σημ. 12) δίνει για τη συγκεκριμένη περίοδο δύο φάσεις:

α) Μεταβατική φάση, με χαρακτηριστικά Μέσης και Νεότερης Νεολιθικής: Εντοπίζεται στο Μεγάλο Νησί Γαλάνης (ίσως και στην Κρεμαστή) και τοποθετείται στο 5500-5400 π.Χ. περίπου.

β) Νεότερη Νεολιθική: Διαπιστώνεται στο Μεγάλο Νησί Γαλάνης και σε όλους τους ανασκαμμένους οικισμούς, με αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα την Κρεμαστή. Χαρακτηρίζεται από μελανοστεφή κεραμική και από μια μεγάλη σειρά μονόχρωμων καστανοκόκκινων αγγείων. Η φάση αυτή χρονολογείται στο 5340-4930 π.Χ., σύμφωνα με τις ραδιοχρονολογήσεις της Κρεμαστής (στο Μεγάλο Νησί Γαλάνης είναι στο 5200-4950 π.Χ.), με δυνατότητα διεύρυνσης του νεότερου χρονολογικού ορίου μέχρι το 4700 π.Χ. όπου τοποθετείται η έναρξη της Τελικής Νεολιθικής στο Μεγάλο Νησί Γαλάνης. Είναι μια μακρά πολιτισμική περίοδος, που φαίνεται να ταυτίζεται με το σύνολο της Νεότερης Νεολιθικής στην περιοχή και η οποία προηγείται της έναρξης της Τελικής, η πρώιμη φάση της οποίας (4700-4450 π.Χ.) αναγνωρίστηκε στο Μεγάλο Νησί Γαλάνης. Οι τέσσερις στρωματογραφικές-χρονικές υποφάσεις που διαπιστώνονται στο ανασκαμμένο τμήμα της Κρεμαστής δεν υποδηλώνουν και ανάλογη διαίρεση της περιόδου, καθώς δεν συνοδεύονται από διαφοροποιήσεις στην κεραμική ούτε σε άλλα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της θέσης.

Τούμπα Κρεμαστής Κοιλάδας: Η θέση και η ανασκαφική της έρευνα

Ο οικισμός έχει ιδρυθεί πάνω σε αλλουβιακές αποθέσεις, από ανοιχτόχρωμο κιτρινωπό πηλό, σε υψόμετρο 661 μ. Έχει μορφή πολύ χαμηλής έως δυσδιάκριτης τούμπας, από το βόρειο τμήμα της οποίας διέρχεται η υφιστάμενη εθνική οδός Κοζάνης-Θεσσαλονίκης.

Η τούμπα έχει ύψος 1-1,50 μ. και έκταση επιφανειακού υλικού 35 στρέμματα, ενώ με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα, το αρχικό ύψος της υπολογίζεται στα 2-2,50 μ. και η συνολική έκταση του οικισμού στα 80 στρέμματα. Το συγκεκριμένο ύψος επίχωσης είναι το αναμενόμενο για τον τύπο του οικισμού που στη βιβλιογραφία χαρακτηρίζεται ως «χαμηλή τούμπα», ενώ η υπολογιζόμενη έκτασή του τον καθιστά έναν από τους μεγαλύτερους οικισμούς της Κίτρινης Λίμνης και γενικότερα της Περιφερειακής Ενότητας Κοζάνης.

Η σωστική ανασκαφή των ετών 1998-1999 υπαγορεύτηκε από την κατασκευή της Εγνατίας Οδού. Αναπτύχθηκε στο βορειοανατολικό όριο της τούμπας, έξω από το όριο της επιφανειακής διασποράς του υλικού, σε έκταση 7 στρεμμάτων και σε μήκος 150 μ. επί της οδού (εικ. 3).

Ήρθαν στο φως 462 λάκκοι, 5 τάφροι ή τμήματά τους, 23 ταφές καύσεων και δύο ενταφιασμοί σε λάκκους (σημ. 13). Τα ευρήματα της ανασκαφής, το επιφανειακό υλικό της τούμπας, αλλά και αυτό που προέκυψε από την περιορισμένη ανασκαφή του 1996 (σημ. 14) στο βόρειο τμήμα της, από όπου διερχόταν αρχικά η Εγνατία Οδός, χρονολογούνται στη Νεότερη Νεολιθική Περίοδο και σύμφωνα με τις ραδιοχρονολογήσεις στο 5340-4930 π.Χ. Λιγοστές ενδείξεις μαρτυρούν την ύπαρξη και της Εποχής Χαλκού, σε παρακείμενη πιθανόν περιοχή.

Στρωματογραφία του ανασκαμμένου τμήματος του οικισμού

Η στρωματογραφία του χώρου σε γενικές γραμμές είναι ομοιόμορφη. Διακρίνονται δύο βασικά στρώματα πάνω από το φυσικό, ένα κιτρινωπό έως καστανοκίτρινο και ένα καστανό έως καστανόγκριζο πάνω από αυτό. Με βάση μια σειρά κριτηρίων, αυτά διακρίθηκαν σε πέντε λεπτότερα: Επιφανειακό, Α’, Β’, Γ’ και Δ’. Το επιφανειακό-αρόσιμο ανήκει στους νεότερους χρόνους και τα υπόλοιπα στην Πρώιμη Νεότερη Νεολιθική. Το πάχος τους δεν διαφέρει σημαντικά, κυμαίνονται όλα μεταξύ 10/20-35/50 εκατοστών, με σημαντικές αυξομειώσεις στις διάφορες τομές ή περιοχές, ακόμα και εντός της ίδιας τομής.

Η επιφάνεια πάνω στην οποία έγινε η αρχική χρήση δεν ήταν τελείως επίπεδη, αλλά παρουσίαζε κάποιες ρηχές βαθύνσεις και υπερυψωμένα σημεία. Προς την πλευρά της λεκάνης εμφάνιζε μικρή κλίση, η οποία διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια χρήσης του χώρου, με το ύψος της επίχωσης να αυξάνεται παντού ομοιόμορφα, κατά 1 μ. περίπου.

Τα ευρήματα που προέρχονται από τις τομές χωρίς να μπορούν να συνδεθούν με καμιά επιμέρους ενότητα (λάκκο, τάφρο ή ταφή) είναι πολύ λίγα, εξαιρουμένου του νοτιοδυτικού τμήματος της ανασκαφής, που βρίσκεται πλησιέστερα προς την τούμπα. Αυτό αφορά στο σύνολο του αρχαιολογικού υλικού (κεραμική, οστά ζώων, ψημένο πηλό και μικροευρήματα), τα χαρακτηριστικά του οποίου υποδηλώνουν έντονη κίνηση στην περιοχή και μεταφορά του μακριά από το χώρο της αρχικής του απόθεσης.

Στη στρωματογραφία του ανασκαμμένου χώρου δεν διαπιστώνονται σαφείς και εκτεταμένες επιφάνειες χρήσης. Τα τέσσερα προϊστορικά στρώματα που έχουμε διακρίνει υπαγορεύονται περισσότερο από τα ποικίλα βάθη διάνοιξης των λάκκων και τάφρων καθώς και από τα βάθη ανεύρεσης των ταφών καύσεων, τα οποία αντανακλούν την ύπαρξη πολλών και διαφορετικών επιφανειών. Οι επιφάνειες αυτές είναι περισσότερο εμφανείς σε επίπεδο μεμονωμένων τομών ή πιο εκτεταμένων περιοχών, όπου πολλές από τις κατασκευές και χρήσεις εμφανίζουν μεταξύ τους σαφή χρονική διαδοχή. Αντίθετα, ο χρονικός συσχετισμός στο σύνολο της ανασκαμμένης περιοχής εμφανίζει ιδιαίτερες δυσκολίες (εικ. 4).

Η στρωματογραφική επομένως ένταξη των επιμέρους ανασκαφικών ενοτήτων (λάκκοι, τάφροι, ταφές), η οποία έγινε με βάση το βάθος εμφάνισης του αρχικού ορίου τους και σε κάποιες περιπτώσεις το βάθος εμφάνισης ευρημάτων, όχι μόνο δεν είναι απόλυτη, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις είναι και αμφισβητήσιμη. Σύμφωνα με τη στρωματογραφία, επιφάνεια κοπής και περιεχόμενο λάκκου μπορούν α) να ταυτίζονται, β) το περιεχόμενο να βρίσκεται χαμηλότερα, υποδηλώνοντας άδειους ή μισογεμισμένους λάκκους, συχνά σφραγισμένους με άγονο στρώμα, και γ) το περιεχόμενο να υπερέχει της επιφάνειας κοπής, λόγω της κυρτής ή τυμβοειδούς μορφής του. Πρόσθετες δυσκολίες προκύπτουν από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του περιεχομένου πολλών λάκκων και τμημάτων τάφρων μικρή μόνο σχέση φαίνεται να έχει με το χρόνο κατασκευής τους, καθώς στοιχεία όπως η επανειλημμένη χρήση τους, το χρονικό κενό μεταξύ κατασκευής και αρχικής χρήσης αλλά και η πιθανή παρουσία πρωιμότερου του χρόνου κατασκευής τους υλικού διαπιστώνονται σε πολλές περιπτώσεις.

Η στρωματογραφία του χώρου έδειξε τη συνεχή αλλά περιστασιακή χρήση της συγκεκριμένης περιοχής του οικισμού, με παράλληλη μικρή οριζόντια μετακίνηση της δραστηριότητας και αλλαγή στη χρήση του χώρου. Διαπιστώθηκαν διαδοχικά επεισόδια χρήσης και εγκατάλειψης, με περιοχές πιο έντονης δραστηριότητας, χωρίς σε καμία χρονική φάση να παρατηρηθεί πλήρης εγκατάλειψη κάποιου τμήματος. Μεγαλύτερη χωρική ασυνέχεια και διαφοροποίηση παρατηρείται ανάμεσα στις δύο πρωιμότερες και δύο νεότερες στρωματογραφικές-χρονικές φάσεις χρήσης του χώρου (ανάμεσα δηλαδή στα στρώματα Β’/Α’ και Γ’/Δ’), υποδηλώνοντας την ύπαρξη δύο σαφών ευρύτερων περιόδων, της πρώιμης και της ύστερης.

Χρονολόγηση ευρημάτων και κατασκευών

Η απουσία υπολειμμάτων καύσης, επομένως και ραδιοχρονολογιών, από την επίχωση των τομών έξω από τους λάκκους και τις τάφρους, δεν επιτρέπει την άμεση διερεύνηση της σχέσης χρονικών και στρωματογραφικών υποφάσεων του χώρου. Παράλληλα, η προέλευση του συνόλου των 19 δειγμάτων άνθρακα από το εσωτερικό των κατασκευών και όχι από κάποιο κατασκευαστικό τους στοιχείο, συνδέει τις ραδιοχρονολογήσεις κυρίως με το περιεχόμενό τους, καθώς δεν αντανακλά άμεσα τη χρονολόγηση της κατασκευής. Σε κάθε περίπτωση, αν και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στο σχηματισμό του υλικού και την απόθεσή του, το σύνολο των δεδομένων υποδηλώνει ότι αυτός δεν ήταν μεγάλος, ενώ σε πολλούς από τους λάκκους μιας χρήσης φαίνεται να ταυτίζονται.

Υπό τους παραπάνω περιορισμούς και από τη συσχέτιση των διαθέσιμων στοιχείων, προκύπτουν οι παρακάτω τέσσερις στρωματογραφικές-χρονικές φάσεις για το ανασκαμμένο τμήμα του οικισμού της Τούμπας Κρεμαστής Κοιλάδας:

ΤΚΚ 1 = Στρώμα Δ’ = 5340-5200 π.Χ.

ΤΚΚ 2 = Στρώμα Γ’ = 5200-5060 π.Χ.

ΤΚΚ 3 = Στρώμα Β’ = 5060-4930 π.Χ.

ΤΚΚ 4 = Στρώμα Α’ = δεν υπάρχει αντίστοιχη χρονολόγηση = μετά το 4930 π.Χ. και πριν την έναρξη της Τελικής Νεολιθικής, πριν το 4700/4500 π.Χ.

Το χρονολογικό πλαίσιο επομένως είναι το 5340-4930 π.Χ. (σημ. 15), περίοδος που ταυτίζεται με την Πρώιμη Νεότερη Νεολιθική, η οποία στο σύνολό της και για το βορειοελλαδικό χώρο τοποθετείται στο 5400/5300-4700/4500 π.Χ. (σημ. 16).

Η θέση συγχρονίζεται στον βορειοελλαδικό χώρο με τους οικισμούς Μάκρη ΙΙ, Προμαχώνας Ι-ΙΙ, Σιταγροί Ι-ΙΙ, Ντικιλί Τας Ι, Σταυρούπολη Ι, Μακρύγιαλος Ι, Δισπηλιό, καθώς και με τη δεύτερη προδιμηνιακή φάση Αράπη της Θεσσαλίας, και στα Βαλκάνια με τους οικισμούς Anza IV, Divostin II, Selevac I.

Συμπεράσματα – Ερμηνεία των δεδομένων της Κρεμαστής

Τα δύο βασικά ερωτήματα που μας απασχόλησαν κατά τη μελέτη του υλικού της Κρεμαστής είχαν να κάνουν με την ερμηνευτική προσέγγιση των ευρημάτων της ανασκαμμένης περιοχής του οικισμού, τα οποία παραπέμπουν σε μη οικιστικές χρήσεις χώρου και με τη χωρική και λειτουργική ένταξη του τμήματος αυτού του οικισμού στο σύνολο του οικιστικού ιστού, ζήτημα άμεσα σχετιζόμενο με τον οικιστικό του τύπο.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του υλικού, οι πολλές κλειστές χωρικές και χρονικές ενότητες και οι ποικίλοι συνδυασμοί υλικών και αντικειμένων, που εμφανίζουν επανάληψη και, σε κάποιες περιπτώσεις, τυποποίηση. Ανάλογα δεδομένα, σύμφωνα με τις απόψεις της «συγκειμενικής» θεωρητικής προσέγγισης, θα μπορούσαν να αποτελέσουν κατάλληλη αρχαιολογική βάση για την κατανόηση του νοήματος του υλικού πολιτισμού στο συγκεκριμένο και «ιστορικά» προσδιορισμένο, ως εκ τούτου μοναδικό, πλαίσιο αναφοράς.

Η συγκειμενική (contextual) θεωρητική προσέγγιση

Η «συγκειμενική αρχαιολογία» ή «αρχαιολογία των νοηματικών πλαισίων» αναφέρεται στη θεωρητική κατεύθυνση που εδώ και χρόνια κυριαρχεί στη διεθνή αρχαιολογική σκέψη, όχι ως ενιαία σχολή αλλά ως ένα σύνολο προσεγγίσεων, με ποικίλες και εξαρτημένες από τη σκοπιά του εκάστοτε ερευνητή ερμηνείες, οι οποίες όμως έχουν ένα κοινό ιδεολογικό πλαίσιο, αυτό της κοινωνικής επιστήμης της αρχαιολογίας (σημ. 17).

Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεωρητική προσέγγιση, ερμηνεύουμε τον υλικό πολιτισμό σημαίνει να τον κατανοήσουμε. Να βρούμε δηλαδή τις συμβολικές αρχές και τα ιδεολογικά σχήματα (την υποκείμενη «δομή» [σημ. 18]) που συνδέουν τις διάφορες παρατηρήσιμες όψεις του και μέσα από δράσεις και πρακτικές δίνουν σε ένα πολιτισμικό σύνολο τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν μπορούμε να φτάσουμε στις σκέψεις των ανθρώπων, αλλά στην ανασύσταση δημόσιων και κοινωνικών αντιλήψεων (σημ. 19).

Το νόημα κάθε όψης δεδομένων μπορεί να κατανοηθεί εντός του πλαισίου αναφοράς (context) και τις συνάφειες, μέσω του προσδιορισμού ενός δικτύου ομοιοτήτων και διαφορών. Παράλληλα, πολλά πλαίσια αναφοράς συνιστούν, λόγω της χωρικής συνύπαρξής τους, πλαίσιο αναφοράς (σημ. 20).

Η γενίκευση μπορεί να γίνει μέσα από δύο τρόπους: Μέσα από τον τρόπο που οι διάφορες συμβολικές ή δομικές αρχές (όπως οι αντιθέσεις καθαρό/βρώμικο, αρσενικό/θηλυκό, ζωή/θάνατος, αγνό/μιαρό), που συναντώνται ευρέως, συνδυάζονται σε κάθε πολιτισμικό περιβάλλον, δίνοντάς του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και μέσα από τον τρόπο χρήσης των αρχών αυτών στις κοινωνικές και οικολογικές στρατηγικές. Λόγω όμως των τροποποιήσεων που μπορούν να δεχτούν οι δύο αυτές παράμετροι, το κάθε πολιτισμικό σύνολο είναι μοναδικό και τα χαρακτηριστικά του μη προβλέψιμα (σημ. 21).

Ερμηνεία των δεδομένων της Κρεμαστής

Στο συγκεκριμένο τμήμα του οικισμού διαπιστώθηκε η χρήση δύο τύπων κατασκευών, των λάκκων και των τάφρων, με πολλαπλή και διαφοροποιημένη λειτουργία μεταξύ τους, καθώς και χρονική διαφορά, με πρωιμότερους τους λάκκους. Παράλληλα, μια σειρά ταφών καύσεων πιστοποιεί την ταφική χρήση του χώρου κατά την τελική του φάση. Στο περιεχόμενο των κατασκευών αυτών αλλά και στα ταφικά κατάλοιπα αποτυπώνεται μια σειρά πρακτικών, κοινωνικού, οικονομικού και ιδεολογικού χαρακτήρα, ενώ οι συσχετισμοί και διαφοροποιήσεις που διαπιστώνονται στις διάφορες κατηγορίες ευρημάτων και στους χώρους εναπόθεσής τους απηχούν όχι μόνο χωρικές και χρονικές προεναποθετικές συνδέσεις αλλά και κάποια δομικά ιδεολογικά σχήματα, τα οποία φαίνεται να οδήγησαν στο σχηματισμό των διάφορων θεμάτων και να καθόρισαν τον τρόπο και χώρο εναπόθεσής τους, με ορατά αποτελέσματα στην οργάνωση του χώρου του οικισμού και στη μορφή των σχετικών κατασκευών.

Στο ανασκαμμένο τμήμα του οικισμού της Κρεμαστής συναντώνται χαρακτηριστικά και των δύο οικιστικών τύπων (τούμπας και επίπεδου εκτεταμένου). Διαγράφεται ένας εκτεταμένος οικισμός, με σταθερά πασσαλόπηκτα οικήματα, επιφανειακά και ορθογώνιας κάτοψης, με πιθανές ανακαινίσεις κατά τη διάρκεια της χρήσης τους, πρακτική διαπιστωμένη σε πολλούς οικισμούς της περιόδου στο βορειοελλαδικό και ευρύτερο χώρο, άμεσα συνδεδεμένη με τα ορθογώνια επιφανειακά σπίτια (σημ. 22), καθώς και με καταστροφές με φωτιά στο τέλος του κύκλου ζωής τους. Τα κατάλοιπα ή ένα μέρος τους απομακρύνονται από τον κατοικημένο χώρο του οικισμού και θάβονται σε λάκκους που χωροθετούνται σε συγκεκριμένη περιοχή, πρακτική που ίσως συμβόλιζε την καταστροφή του παλιού και μη καθαρού και την ιεροποίηση του νέου και ζωντανού (σημ. 23). Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν (σχετική) σταθερότητα στη θέση των οικημάτων και διαφοροποίηση στη χρήση του χώρου, στον άξονα κέντρο-περιφέρεια-όρια και μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για έναν οικισμό με μορφή χαμηλής τούμπας, η οποία προκύπτει ως αποτέλεσμα σκόπιμων πολιτισμικών επιλογών των κατοίκων. Ο τύπος των οικημάτων που υποδηλώνονται αντανακλά μόνιμη κατοίκηση, αναπτυγμένο τεχνολογικό επίπεδο και περιορισμένο οικιστικό χώρο (σημ. 24), για λόγους που φαίνεται να απορρέουν από την ιδεολογία, καθώς η γεωμορφολογία του εδάφους επέτρεπε, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, την ανάπτυξη στο χώρο.

Ο οικιστικός χώρος του οικισμού (και πιθανόν το σημείο έναρξης της κατοίκησης) εκτιμούμε ότι θα πρέπει να τοποθετηθεί στην περιοχή της τούμπας και το ανασκαμμένο τμήμα, δεδομένων των χρήσεων που αντανακλούν τα ευρήματα και οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να συνδεθούν με βεβαιότητα με κατοίκηση, να ταυτιστεί με τα όριά του. Ο συγκεκριμένος χώρος χρησιμοποιήθηκε περιστασιακά και σε όλη τη διάρκεια ζωής του οικισμού για εργασίες σχετικές με αποθήκευση, για εργαστηριακή χρήση, απόληψη πηλού, εναπόθεση των ποικίλων απορριμμάτων της θέσης και ταφή των νεκρών. Ανάλογες χρήσεις και κατασκευές όπως οι λάκκοι και οι τάφροι χαρακτηρίζουν τα όρια των οικισμών, ενώ η πιθανή χρησιμοποίηση ορισμένων λάκκων ως κατοικιών σε κάποια φάση θα υποδήλωνε αυξομείωση στην έκταση του οικιστικού χώρου, στοιχείο επίσης χαρακτηριστικό για τα όρια οικισμών (εικ. 5).

Οι ιδεολογικές αντιλήψεις των νεολιθικών κατοίκων της Κρεμαστής

Η προσέγγιση της χρήσης του ανασκαμμένου χώρου και η ερμηνεία των ευρημάτων βασίστηκαν κυρίως στην ανάλυση των λάκκων, στα δεδομένα των οποίων αντανακλώνται οι παρακάτω πιθανές ιδεολογικές αντιλήψεις των κατοίκων του οικισμού:

α) Από το σύνολο των χαρακτηριστικών των λάκκων (διαστάσεις, κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, εσωτερική στρωματογραφία, περιεχόμενο) και τους μεταξύ τους συσχετισμούς, προκύπτει πως η κοινή δομή που ενώνει τις παρατηρούμενες συνδέσεις είναι μια αντίληψη (πιο έντονη στην πρώιμη φάση χρήσης του χώρου) που συνδέει τη γονιμότητα με τους νεκρούς και οδηγεί σε πρακτικές που αποσκοπούν στη διασφάλιση της τροφής. Αξιοσημείωτη η παρουσία του μυλόλιθου, ως πιθανού συμβόλου γονιμότητας, σε λάκκους με σύνολα μικρογραφικών αγγείων, οι οποίοι φαίνεται να συνδέονται με προσφορές προς τους νεκρούς, παραπέμποντας παράλληλα σε γεγονότα εξαιρετικής σημασίας (εικ. 6).

β) Ένας δεύτερος τύπος ομοιότητας και διαφοράς παρατηρείται ανάμεσα στο σχήμα και τη χρήση των λάκκων, ανάμεσα σε κλειστά και ανοιχτά σχήματα, με τα πρώτα να συνδέονται με τους νεκρούς και τα κατάλοιπα των σχετικών τελετουργιών και τα άλλα με πιο κοσμικές δραστηριότητες και ίσως ανάλογου χαρακτήρα τελετουργίες. Αυτοί οι συσχετισμοί και οι αντιθέσεις, κλειστό-ανοιχτό και δραστηριότητες σχετικές με τους νεκρούς-δραστηριότητες της ζωής, θα μπορούσαν, βάσει της γενικότερης δομικής αντίθεσης ζωής-θανάτου, να υποκρύπτουν μια αντίληψη που συνδέει το κλειστό σχήμα με το θάνατο, με το τέλος δηλαδή του κύκλου της ζωής (σε σχέση με ανθρώπους, ζώα, οικήματα και αντικείμενα) και το ανοιχτό με τη ζωή. Η αντίληψη αυτή, η οποία εμφανίζεται πιο έντονη στις πρώιμες φάσεις χρήσης του χώρου, φαίνεται να καθορίζει σημαντικά την εκάστοτε επιλογή του σχήματος, ανάγοντας παράλληλα τα διάφορα γεωμετρικά σχήματα σε σύμβολα ζωής ή θανάτου. Η ίδια αντίληψη είναι πιθανό να υπαγόρευε και τη χρήση της φιάλης, ως ανοιχτού σχήματος, στις ταφές καύσεων του νεότερου στρώματος, υποδηλώνοντας αλλαγή κατά τη φάση αυτή, όχι μόνο στις ταφικές πρακτικές αλλά και στα χρησιμοποιούμενα υλικά σύμβολα. Σε μια τέτοια περίπτωση η φιάλη θα μπορούσε να ειδωθεί ως ένα σύμβολο αναγέννησης.

γ) Στο περιεχόμενο διαπιστώνεται σύνδεση των λάκκων με εναπόθεση μιας μεγάλης σειράς «νεκρών θεμάτων», με συνδετικό στοιχείο πιθανότατα αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό τους. Οι επιμέρους συνδέσεις αντανακλούν τα γεγονότα που τα παρήγαγαν και, σε κάποιες περιπτώσεις, το χώρο της αρχικής λειτουργίας των αντικειμένων. Η υπογραμμισμένη κοινή δομή στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να σχετίζεται με το λόγο που οδηγεί στο σχηματισμό των ποικίλων αυτών και διαφορετικών σε πρώτο επίπεδο υλικών θεμάτων και στην απομάκρυνση ενός μέρους τους από το χώρο σχηματισμού τους. Οι σχετικές αντιλήψεις χαρακτηρίζουν τον οικισμό σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και φαίνεται να οδηγούν σε πρακτικές που συνδέουν συμβολικά τον οικιστικό χώρο με το χώρο ενταφιασμού των καταλοίπων, οδηγώντας στη δημιουργία παρόμοιων συνόλων σε δύο διαφορετικές λειτουργικά και νοηματικά περιοχές, καταργώντας τα μεταξύ τους όρια.

δ) Παράλληλα, διαπιστώνεται διαχωρισμός στην εναπόθεση των διάφορων θεμάτων, πρακτική που μπορεί να υποκρύπτει ιδέες αγνότητας και καθαρότητας. Οι σχετικές αντιλήψεις όμως είναι πολύ πιθανό να απλώνονται πέρα από τη δραστηριότητα ή το γεγονός που τα παρήγαγε και να συνδέονται με τις διάφορες κοινωνικές ομάδες, υποδηλώνοντας τάση για προβολή των ταυτοτήτων, σε επίπεδο νοικοκυριών. Οι αντιλήψεις αυτές συνδέουν ανθρώπους και ζώα (ιδιαίτερα στις αρχικές φάσεις χρήσης του χώρου), μέσα από τη χωρική συνύπαρξή τους στον ίδιο λάκκο, και σε ένα δεύτερο επίπεδο, μέσα από τη χρήση όμοιων κατασκευών για την εναπόθεσή τους. Κατά τον ίδιο τρόπο, η χρήση όμοιων κατασκευών-λάκκων για την εναπόθεση μιας μεγάλης σειράς θεμάτων, με τις όποιες κοινωνικές ή θεματικές διαφοροποιήσεις, τα συνδέει με κάποιο τρόπο, μέσα ίσως από ιδέες κοινωνικής ισότητας. Οι αντιλήψεις αυτές χαρακτηρίζουν τον οικισμό σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

ε) Μέσα από τη σύνδεση ανθρωπόμορφων ειδωλίων-οικιστικού χώρου και ζωόμορφων ειδωλίων-ταφικού χώρου και την αντίθεση ζωής-θανάτου, υποδηλώνεται διαφοροποίηση στη χρήση των δύο κατηγοριών, πιο έντονη στις πρώιμες φάσεις. Η σύνδεση ζώων (βοοειδών) – οικημάτων – μικρογραφικών αγγείων βασίζεται ίσως σε ιδέες σχετικές με τη γονιμότητα, αντανακλώντας στη συγκεκριμένη περίπτωση και κοινό προεναποθετικό χώρο λειτουργίας.

Οι τάφροι εντάσσονται στις ανοιχτού τύπου κατασκευές. Σε σχέση με την ερμηνεία τους, τα στοιχεία που εκτιμούμε πως έχουν περισσότερη σημασία είναι κυρίως η μορφολογική αντίθεση που εμφανίζουν με τους λάκκους, κυρίως τους κλειστούς, από τους οποίους διαφοροποιούνται και ως προς το περιεχόμενο. Αυτό τις συνδέει με δραστηριότητες και εναποθέσεις σχετικές με τη ζωή, δεδομένης και της μικρής παρουσίας ανθρωπολογικού υλικού στο περιεχόμενό τους, με πιθανή αρχική χρήση την απόληψη πηλού για τα νέα οικήματα. Επιπλέον, η ευθύγραμμη και τμηματική μορφή τους αλλά και ο προσανατολισμός με βάση τα σημεία του ορίζοντα θα μπορούσαν να απηχούν ιδέες συνέχειας και ανανέωσης, εμπλέκοντας σε ανάλογα ιδεολογικά σχήματα την έννοια του χρόνου και διάφορες άλλες κοσμολογικές αντιλήψεις (εικ. 7).

Οι ταφές καύσεων, που χαρακτηρίζουν την τελική φάση χρήσης του χώρου, φαίνεται να βρίσκονται στον απόηχο μιας μακροχρόνιας ταφικής λειτουργίας του, απηχώντας αλλαγές στις ταφικές πρακτικές και ίσως στη σχετική με το θάνατο ιδεολογία. Η παρουσία τους στηρίζει την υπόθεση του ταφικού χαρακτήρα πολλών προηγούμενων χρήσεων, καθώς η χωρική συνύπαρξή τους αποτελεί η ίδια ένα πλαίσιο αναφοράς, στο οποίο ο υλικός πολιτισμός θα μπορούσε να έχει παρόμοιο νόημα, ενώ η ενσωμάτωση ανθρώπινων οστών σε διάφορα σύνολα θα μπορούσε να επηρεάσει την ερμηνεία τους, προσδίδοντάς τους ταφικό χαρακτήρα (εικ. 8).

Η δομή στην εναπόθεση του υλικού της Κρεμαστής (σημ. 25)

Τα χαρακτηριστικά του περιεχομένου των λάκκων και τάφρων, με τις παρατηρούμενες συνδέσεις και αποκλεισμούς, υποδηλώνουν ύπαρξη δομής στην εναπόθεση, η οποία αντανακλά διαφορετικές προεναποθετικές διαδρομές και ιδεολογικές συνδέσεις μεταξύ αντικειμένων και υλικών. Η έννοια της «δομημένης εναπόθεσης» (structured deposition), την οποία η σύγχρονη έρευνα τοποθετεί στη βάση της ερμηνευτικής προσέγγισης των νεολιθικών αρχαιολογικών καταλοίπων και θεωρεί ως τη σημαντικότερη πλέον οδό για τη διερεύνηση της νεολιθικής ιδεολογίας, στην Κρεμαστή φαίνεται πως βρίσκει ένα από τα καλύτερα παραδείγματα του ελλαδικού και βαλκανικού χώρου.

Η δομή στην εναπόθεση των απορριμμάτων αλλά και των συνόλων των ολόκληρων αντικειμένων της Κρεμαστής διαπιστώνεται στον τρόπο σύνδεσης ή μη των διάφορων αντικειμένων και υλικών, στις δραστηριότητες που τα παρήγαγαν, στις δραστηριότητες που χωροθετούνται στην περιοχή, στον τύπο των αντικειμένων που χρησιμοποιούνται, στους χώρους εναπόθεσης, αλλά και στη βιογραφία των αντικειμένων. Κατάλοιπα καθημερινής ή πιο περιοδικής δραστηριότητας καταλήγουν στο συγκεκριμένο χώρο, υποδηλώνοντας έντονη τελετουργική δραστηριότητα, η οποία απλώνεται σε όλους τους τομείς της ζωής των κατοίκων του οικισμού. Το σπίτι και οι πρακτικές γύρω από αυτό, η ταφή των νεκρών και οι σχετικές με αυτούς τελετουργίες, αλλά και διάφορες άλλες εορταστικές εκδηλώσεις της κοινότητας, φαίνεται να αποτελούν τις κύριες πηγές προέλευσης του περιεχομένου των λάκκων της Κρεμαστής. Αν και η εικόνα τους δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι πρόκειται για απορρίμματα, η αναγνώριση δομής στην εναπόθεσή τους βεβαιώνει πως πρόκειται για σκόπιμες εναποθέσεις σημαντικών για την ιδεολογία των κατοίκων δραστηριοτήτων, που λάμβαναν χώρα σε άλλη περιοχή του οικισμού. Παράλληλα, η κατάσταση διατήρησής τους στηρίζει την άποψη για τη μεγάλη σημασία της πρακτικής του σπασίματος στις προϊστορικές κοινωνίες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (σημ. 26) και φυσικά στον οικισμό της Κρεμαστής.

Η έντονη αυτή τελετουργική δραστηριότητα, η οποία σε σημαντικό βαθμό είχε ταφικό χαρακτήρα και ίσως όχι πάντα με πρόσφατους νεκρούς, αλλά με τους προγόνους της κοινότητας, ο δημόσιος χαρακτήρας της και η σύνδεσή της με το όριο του οικισμού, φαίνεται να χαρακτηρίζουν τον οικισμό. Παρόμοιες πρακτικές αντανακλούν την ανάγκη κοινωνικής ενότητας και σταθερότητας, διατήρησης και αναπαραγωγής της κοινωνικής δομής, αλλά και της προστασίας των ορίων του οικισμού από τους ποικίλους πραγματικούς και συμβολικούς κινδύνους (σημ. 27). Παράλληλα, διαπιστώνεται υποδήλωση και τονισμός των ορίων του, με σειρά κατασκευών και δραστηριοτήτων, κάτι που φαίνεται να χαρακτηρίζει τις νεολιθικές θέσεις του βορειοελλαδικού χώρου, ανεξάρτητα από τον οικιστικό τους τύπο, υποδηλώνοντας κοινότητα πρακτικών, ίσως και ιδεών.

Η πιθανότητα σύνδεσης της έντονης αυτής τελετουργικής δραστηριότητας με περισσότερους από έναν οικισμούς δεν θα πρέπει να αποκλειστεί, σε συνδυασμό πιθανόν με τη χωροθέτηση του οικισμού στο όριο της λεκάνης και την προσπάθεια εξάλειψης ή περιορισμού των πραγματικών και συμβολικών κινδύνων, που θεωρείται ότι εμπεριέχουν οι οριακές περιοχές για τη ζωή των οικισμών ή των οικιστικών συνόλων, όπως είναι η Κίτρινη Λίμνη. Η κοινή αυτή δραστηριότητα, ωστόσο, και η πιθανή συμβιωτική οικονομική σχέση και αλληλεξάρτηση μεταξύ των οικισμών δεν εξαλείφουν, σύμφωνα με εθνογραφικά παράλληλα, την ανάγκη συμβολικής έκφρασης των διαφοροποιήσεων μεταξύ τους.

Με βάση το σύνολο των δεδομένων, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε τη μη οικιστική χρήση του χώρου στο ανασκαμμένο τμήμα του οικισμού της Κρεμαστής, τη χωροθέτησή του στο όριο του οικιστικού χώρου, την περιοδικότητα στη χρήση του και τη λειτουργία του για μια σειρά δραστηριοτήτων, πολλές από τις οποίες ίσως είχαν εποχικό ή περιστασιακό χαρακτήρα. Όλες αυτές οι διαπιστωμένες λειτουργίες μέσα από τη χωρική συνύπαρξή τους συνιστούν ένα ιδιαίτερο χωρικό και χρονικό πλαίσιο αναφοράς, εντός του οποίου θα μπορούσαν να έχουν παρόμοιο νοηματικό περιεχόμενο. Και καθώς σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις εναπόθεσης πρόκειται ή υποδηλώνεται ένα «νεκρό» υλικό (άνθρωποι, ζώα, οικήματα, αντικείμενα) στη βάση αυτής της συνένωσης είναι πολύ πιθανό να βρίσκονται ιδέες σχετικά με τη ζωή, το θάνατο και την αναγέννηση. Τα ιδεολογικά και χωρικά όρια ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο ή ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς δεν είναι ξεκάθαρα, καθώς σε κάθε περίπτωση ένα μέρος των καταλοίπων παραμένει στο χώρο σχηματισμού του και αντίστροφα ο χώρος παρέχει το υλικό για τη συνέχεια και ανανέωση της ζωής, σε μια ιδιότυπη ανταλλαγή μεταξύ ζωντανών και νεκρών. Παράλληλα, στη χωρική κατανομή του υλικού αντανακλώνται ιδέες αγνότητας και καθαρότητας, καθώς και κοινωνικής ισότητας.

Οι αντιλήψεις αυτές οδηγούν σε πρακτικές όπως η σκόπιμη καταστροφή των οικημάτων στο τέλος του κύκλου ζωής τους, η σκόπιμη «θανάτωση» αντικειμένων, με εναπόθεση ή σπάσιμο κατά τη διάρκεια τελετουργιών, οι θυσίες ζώων, με αφορμή ίσως εξαιρετικά γεγονότα της κοινότητας, οι προσφορές τροφής μέσω εναπόθεσης στο έδαφος και η απομάκρυνση μέρους των καταλοίπων από το χώρο του επεισοδίου. Στις πρακτικές αυτές, διαπιστώνεται χρήση υλικών συμβόλων όπως οι μυλόλιθοι και τα μικρογραφικά αγγεία, που συμβόλιζαν πιθανότατα τη γονιμότητα, ενώ συμβολισμός σχετικός με τη ζωή και το θάνατο φαίνεται να προσάπτεται στα διάφορα γεωμετρικά σχήματα και ίσως στα ειδώλια.

Όλα αυτά έχουν άμεσο και ορατό αποτέλεσμα στην οργάνωση του χώρου του οικισμού, με διαφοροποίηση στη λειτουργία των διάφορων περιοχών του και με χρήση ιδιαίτερου εναποθετικού χώρου, στο όριό του. Νεκροί άνθρωποι, ζώα, οικήματα και αντικείμενα τυχαίνουν όμοιας αντιμετώπισης, συνιστώντας έτσι ένα ιδιότυπο νεκροταφείο – ένα χώρο «νεκρών», δημόσιου χαρακτήρα, κοινό για όλη την κοινότητα.

Μη οικιστικές χρήσεις χώρου στους νεολιθικούς οικισμούς

Η αναγνώριση μη οικιστικών χρήσεων χώρου στην αρχαιολογική ακολουθία και η χωροθέτησή τους σε σχέση με τη σύγχρονη κατοίκηση αποτελούν ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο ζήτημα, καθώς καμιά από τις σχετικές δραστηριότητες και χρήσεις γης, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στον οικισμό της Κρεμαστής, δεν διαχωρίζεται απόλυτα ούτε απαραίτητα από τους χώρους διαβίωσης των κατοίκων μιας νεολιθικής κοινότητας, ενώ αρκετές από αυτές συχνά είναι συνυφασμένες με τους χώρους διαβίωσης. Δεν υπάρχουν γενικοί κανόνες που να διέπουν τη χωροθέτησή τους, αλλά ο τρόπος οργάνωσής τους αποτελεί άμεση συνάρτηση των ιδιαίτερων και ιστορικά προσδιορισμένων ιδεολογικών σχημάτων, που καθορίζουν όλες τις όψεις της κοινωνικής, οικονομικής και ιδεολογικής ζωής κάθε κοινωνίας.

Παράλληλα, ποικιλία εμφανίζει και η κλίμακα ανάπτυξης των δραστηριοτήτων αυτών, η οποία μπορεί να κυμαίνεται από το επίπεδο του νοικοκυριού έως το επίπεδο της κοινότητας, με συχνά παρόμοια, ποσοτικά και ποιοτικά, υλικά κατάλοιπα. Αντίθετα, άλλες δραστηριότητες σχεδόν εξ ορισμού συνδέονται με περιοχές εκτός του οικιστικού χώρου, οι οποίες συχνά είναι αδύνατο να εντοπιστούν.

Η συνήθης σύνδεσή τους με τα όρια των οικισμών προκύπτει από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, ο οποίος πηγάζει από τη μεγάλη σημασία που έχουν οι οριακές περιοχές για τη ζωή των κατοίκων ενός οικισμού ή μιας ευρύτερης περιοχής, καθώς όχι μόνο ορίζουν και σηματοδοτούν με ποικίλους τρόπους τις θέσεις που περιβάλλουν, αλλά αποτελούν και τη φυσική και συμβολική προστασία τους από πραγματικούς ή/και συμβολικούς κινδύνους.

Η γενικότερη τάση για οριοθέτηση των οικισμών, κατά την περίοδο αυτή, που διαπιστώνεται όχι μόνο στο βορειοελλαδικό χώρο αλλά και σε όλη την υπόλοιπη σύγχρονη Νοτιοανατολική Ευρώπη (σημ. 28), φαίνεται να απηχεί την ανάπτυξη κάποιας ιδεολογίας σχετικής με τα όρια, η οποία όμως θα πρέπει να ειδωθεί στο εκάστοτε ιδιαίτερο χωρικό και χρονικό πλαίσιο, καθώς δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο οι διάφορες συμβολικές αρχές συνδέονται σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό και δίνουν τις παρατηρούμενες μορφές στην οργάνωση του χώρου.

Συμπερασματικά, με βάση τα δεδομένα της Κρεμαστής αλλά και των υπόλοιπων οικισμών της Κίτρινης Λίμνης, θα πρέπει να αναμένουμε πολυμορφία στον υλικό πολιτισμό της περιοχής, όπως και στη μορφή των ορίων και των χρήσεων χώρου, με έντονη ίσως την αίσθηση της διαφορετικότητας μεταξύ των οικισμών, αλλά και κοινωνικοοικονομική αλληλεξάρτηση και πιθανόν τελετουργική δραστηριότητα σε συλλογικό επίπεδο.

Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη

Δρ Αρχαιολόγος

Προϊσταμένη Εφορείας Αρχαιοτήτων Κοζάνης

Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πιο αναλυτικά και για επιπλέον βιβλιογραφία όλων των επιμέρους θεμάτων που αναπτύσσονται στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, βλ. Χονδρογιάννη-Μετόκη 2009, σ. 53-155, 631-654.
2. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1986, σ. 414-415.
3. Φωτιάδης και Χονδρογιάννη-Μετόκη 1997, σ. 21.
4. Αναστόπουλος και Κουκουζάς 1972, σ. 18-21, 53-56, 78-82.
5. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1986, σ. 391-393, όπου και η προηγούμενη σχετική βιβλιογραφία.
6. Βλ. Χονδρογιάννη-Μετόκη 2009, Τόμ. Α΄, σ. 61 και υποσ. 19, όπου αναφέρονται 32 οικισμοί (οι 17 της Νεότερης/Τελικής Νεολιθικής), και όπου όλη η σχετική βιβλιογραφία. Συμπληρωματικά, για τους άλλους 3 οικισμούς (οι 2 Νεότερης/Τελικής Νεολιθικής), βλ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2014, Καραμήτρου-Μεντεσίδη κ.ά. 2014).
7. Ζιώτα κ.ά. 1993, Φωτιάδης και Χονδρογιάννη-Μετόκη 1997, Ζιώτα 1999.
8. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2001, σ. 345-347, 358-359.
9. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2014, Καραμήτρου-Μεντεσίδη κ.ά. 2014.
10. Ζιώτα 2014, Ζιώτα κ.ά. 2013.
11. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2002, σ. 626-630, της ίδιας 2007, σ. 523-532, Καραμήτρου-Μεντεσίδη κ.ά. 2014.
12. Για τις χρονικές περιόδους του Μεγάλου Νησιού Γαλάνης, βλ. Fotiadis κ.ά. 2000, σ. 220-222.
13. Αναλυτικά για κάθε ενότητα, βλ. στα επόμενα σχετικά κεφάλαια (Γ΄, Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄).
14. Ζιώτα 2001, σ. 539-540.
15. Οι ραδιοχρονολογήσεις έγιναν από το Εργαστήριο Αρχαιομετρίας ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος».
16. Andreou κ.ά. 1996, σ. 538.
17. Κωτσάκης 2002, σ. 24, Fotiadis 1994, σ. 551.
18. Hodder 1982, σ. 213, του ίδιου 2002, σ. 248-249.
19. Hodder 2002, σ. 204.
20. Hodder 1982, σ. 217, του ίδιου 2002, σ. 38, 204, 224, Κωτσάκης 2002, σ. 21, 23, Χονδρογιάννη-Μετόκη 2009, τόμ. Α΄, σ. 632-636, όπου και η σχετική αναλυτική βιβλιογραφία.
21. Hodder 1982, σ. 215.
22. Bailey 1999, σ. 158.
23. Chapman 2000α, σ. 71-72, 83.
24. Bailey 1999, σ. 158, 160, Saidel 1993, σ. 76-77.
25. Σχετικά με τη «δομή» και τη «δομημένη εναπόθεση», βλ. αναλυτικά στο Κεφ. Δ΄.
26. Chapman 2000β.
27. Hodder 1982, σ. 162, 182-183, Dietler 2001, σ. 65 κ.ε., Parker Pearson και Richards 1994, σ. 24-29.
28. Bailey 2000, σ. 153.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Αναστόπουλος Ι.Χ. και Κουκουζάς Κ.Ν. (1972), Γεωλογική και κοιτασματολογική μελέτη νοτίου τμήματος λιγνιτοφόρου λεκάνης Πτολεμαΐδος, Αθήνα.
  • Andreou S., Fotiadis M. και Kotsakis K. (1996), “Review of Aegean Prehistory V: The Neolithic and Bronze Age of Northern Greece”, AJA 100, σ. 537-597.
  • Bailey D.W. (1999), “The built environment: pit-huts and houses in the Neolithic”, Documenta Praehistorica 26, σ. 153-162.
  • Bailey D.W. (2000), Balkan Prehistory. Exclusion, incorporation and identity, Λονδίνο/Νέα Υόρκη.
  • Chapman J. (2000α), “Pit-digging and Structured Deposition in the Neolithic and Copper Age of Central and Eastern Europe”, PPS 66, σ. 61-87.
  • Chapman J. (2000β), Fragmentation in Archaeology. People, places and broken objects in the prehistory of south-eastern Europe, Λονδίνο/Νέα Υόρκη.
  • Dietler M. (2001), “Theorizing the Feast: Rituals of consumption, commensal politics, and power in African contexts”, στο M. Dietler και Br. Hayden, Feasts. Archaeological and ethnographic perspectives on food, politics and power, Ουάσιγκτον/Λονδίνο, σ. 65-114.
  • Ζιώτα Χ. (1999), «Κίτρινη Λίμνη», ΑΔ 49 (1994), Χρον. Β΄2, σ. 550-551.
  • Ζιώτα Χ. (2001), «Κίτρινη Λίμνη», ΑΔ 51 (1996), Χρον. Β΄2, σ. 536-540.
  • Ζιώτα Χ. (2014), «Η ανασκαφή του 2010 στον Κλείτο Κοζάνης», ΑΕΜΘ 24 (2010), σ. 53-62.
  • Ζιώτα Χ., Καλογήρου Α., Φωτιάδης Μ. και Χονδρογιάννη Α. (1993), «Κίτρινη Λίμνη, Τέσσερα χρόνια έρευνας», ΑΕΜΘ 4 (1990), σ. 93-103.
  • Ζιώτα Χ., Χονδρογιάννη-Μετόκη Α. και Μαγγουρέτσιου Ε. (2013), «Η αρχαιολογική έρευνα στον Κλείτο Κοζάνης το 2009», ΑΕΜΘ 23 (2009), σ. 37-52.
  • Fotiadis M. (1994), “What is Archaeology’s “mitigated objectivism” mitigated by? Comments on Wylie”, American Antiquity 59/3, σ. 545-555.
  • Fotiadis M., Hondroyanni-Metoki A., Kalogirou A. και Ziota Chr. (2000), “Megalo Nisi Galanis (Kitrini Limni Basin) and the Later Neolithic of Northwestern Greece”, στο St. Hiller, V. Nicolov, KARANOVO, Beiträge zum Neolithikum in Südosteuropa, τόμ. III, Βιέννη, σ. 217-228.
  • Hodder I. (1982), Symbols in Action, Cambridge University Press.
  • Hodder I. (2002), Διαβάζοντας το παρελθόν. Τρέχουσες ερμηνευτικές προσεγγίσεις στην αρχαιολογία, επιστ. επιμ.: Κ. Κωτσάκης (μτφρ. Π. Μουτζουρίδης - Κ. Νικολέντζος - Μ. Τσούλη), Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα.
  • Kalogirou A. (1994), «Production and consumption of pottery in Kitrini Limni, West Macedonia, Greece, 4500 B.C.- 3500 B.C.», αδημ. διδ. διατρ., Indiana University.
  • Καραμήτρου-Μεντεσίδη Γ. (1986), «Προϊστορικοί οικισμοί Κίτρινης Λίμνης (Σαριγκιόλ) Κοζάνης», στο Σ. Δρούγου, Χρ. Σαατσόγλου-Παλιαδέλη, Μ. Τιβέριος (επιμ.), Αμητός, Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικο, Ι, Θεσσαλονίκη, σ. 391-416.
  • Καραμήτρου-Μεντεσίδη Γ. (2001), «Νομός Κοζάνης 1999: Ανασκαφές εν οδοίς και παροδίως», ΑΕΜΘ 13 (1999), σ. 337-368.
  • Καραμήτρου-Μεντεσίδη Γ. (2002), «Νομός Κοζάνης 2000. Ανασκαφές εν οδοίς και παροδίως», ΑΕΜΘ 14 (2000), σ. 607-640.
  • Καραμήτρου-Μεντεσίδη Γ. (2007), «Μαυροπηγή 2005: Λιγνιτωρυχεία και αρχαιότητες», ΑΕΜΘ 19 (2005), σ. 511-539.
  • Καραμήτρου-Μεντεσίδη Γ. (2014), «Το έργο της Λ΄ ΕΠΚΑ κατά το 2010», ΑΕΜΘ 24 (2010), σ. 17-38.
  • Καραμήτρου-Μεντεσίδη Γ., Λόκανα Χ. και Αναγνωστοπούλου Κ. (2014), «Δύο θέσεις της Αρχαιότερης και Μέσης Νεολιθικής στη Μαυροπηγή και Ποντοκώμη Εορδαίας», ΑΕΜΘ 24 (2010), σ. 39-52.
  • Κωτσάκης Κ. (2002), «Εισαγωγή», στο I. Hodder, Διαβάζοντας το παρελθόν. Τρέχουσες ερμηνευτικές προσεγγίσεις στην αρχαιολογία, επιστ. επιμ.: Κ. Κωτσάκης (μτφρ. Π. Μουτζουρίδης, Κ. Νικολέντζος, Μ. Τσούλη), Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, σ. 15-24.
  • Parker Pearson M. και Richards C. (1994), “Ordering the world: Perceptions of architecture, space and time”, στο M. Parker Rearson και C. Richards, Architecture and Order. Approaches to social space, Λονδίνο/Νέα Υόρκη, σ. 1-37.
  • Saidel A.B. (1993), “Round house or square? Architectural form and socio - economic organization in the PPNB”, JMA 6/1, σ. 65-108.
  • Φωτιάδης Μ. (1991), «Προϊστορική έρευνα στην Κίτρινη Λίμνη Ν. Κοζάνης, 1988. Μια σύντομη έκθεση», ΑΕΜΘ 2 (1988), σ. 41-54.
  • Φωτιάδης Μ. και Χονδρογιάννη-Μετόκη Α. (1997), «Κίτρινη Λίμνη: Διαχρονική σύνοψη, ραδιοχρονολογήσεις και η ανασκαφή του 1993», ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 19-31.
  • Χονδρογιάννη-Μετόκη Α. (2009), «Μη οικιστικές χρήσεις χώρου στους νεολιθικούς οικισμούς. Το παράδειγμα της Τούμπας Κρεμαστής Κοιλάδας», αδημ. διδ. διατρ., Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη.