Το 1863 ο Δ. Φίλιος ανακάλυψε στην Ελευσίνα την ενεπίγραφη στήλη του 4ου αιώνα π.Χ. (εικ. 1). Η μελέτη του κειμένου της από τον γράφοντα οδήγησε σε ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα: Η εν λόγω επιγραφή αποτελεί το αρχαιότερο πρότυπο με αυστηρές προδιαγραφές για την κατασκευή των μπρούντζινων πόλων και εμπολίων, που θα συνέδεαν τους σπονδύλους των κιόνων της Φιλώνειας Στοάς, ενός πανέμορφου κτίσματος, το οποίο θα αναγειρόταν μπροστά από έναν αρχαιότερο ναό, το γνωστό Τελεστήριο της Ελευσίνας (εικ. 2).

Οι προδιαγραφές αφορούσαν στη χημική σύνθεση και στην κατασκευή των πόλων και εμπολίων (εικ. 3) και ιδιαίτερα εκείνη των πόλων.

Σε κάποιο σημείο, η επιγραφή αναφέρει τα ακόλουθα ενδιαφέροντα:

«Τους δε πόλους τορνεύση κατά το παράδειγμα…». Δηλαδή, να διαμορφώσει στον τόρνο σκληρό μπρούντζο προς τους κυλινδρικούς πόλους (β) σύμφωνα προς ένα ορισμένο δείγμα.

Το πιο σημαντικό όμως είναι η αναφορά στην προέλευση της πρώτης ύλης και τη σύνθεσή της: «χαλκού δε εργάσεται Μαριέως, κεκραμένου την δωδεκάτην, τα ένδεκα μέρη χαλκού, το δε δωδέκατον καττιτέρου».

Σε ελεύθερη απόδοση σήμαινε: «ο χαλκός θα έπρεπε να παραχθεί στο Μάριον της Κύπρου (μεγάλο εμπορικό και μεταλλουργικό κέντρο της αρχαιότητας) και στα δώδεκα μέρη να περιέχει έντεκα χαλκό και το ένα δωδέκατο κασσίτερο». Δηλαδή, 8,33% με 8,50%.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι αρχαίοι, όταν αναφέρονταν στο χαλκό, εννοούσαν το μέταλλο αυτό, αλλά και το κρατέρωμα (κ. μπρούντζο), δηλαδή το κράμα χαλκού και κασσιτέρου. Το ίδιο ισχύει και για το σίδηρο. Εννοούσαν τον μαλακό σίδηρο, αλλά και τον σκληρό χάλυβα, δηλαδή το κράμα σιδήρου και μιας ανθρακούχου ένωσης σιδήρου-άνθρακα (με τη μορφή του σεμεντίτη, Fe3C).

Η μελέτη του κειμένου της επιγραφής οδήγησε στο συγκλονιστικό συμπέρασμα ότι οι αρχαίοι Έλληνες εφήρμοζαν πρότυπα με αυστηρές προδιαγραφές σε κάθε περίπτωση. Που σημαίνει ότι θα υπήρχε οπωσδήποτε και έλεγχος ποιότητας. Διαφορετικά, οι προδιαγραφές της επιγραφής (όπως φυσικά και άλλων προδιαγραφών) δεν θα είχαν καμιά αξία και ο κίνδυνος νοθείας θα ήταν μεγάλος.

Στο σημείο αυτό θα ήταν σκόπιμο να αναφερθεί ότι η τιμή του χαλκού ήταν 35 δραχμές το τάλαντο, ενώ του κασσιτέρου 230 δραχμές, δηλαδή 7 φορές υψηλότερη. Με βάση τον αριθμό των κιόνων της Φιλώνειας Στοάς, τον αριθμό των σπονδύλων, των διαστάσεων των εμπολίων και πόλων, που δίνει με ακρίβεια η επιγραφή, ο ερευνητής διαπίστωσε ότι η μάζα τους θα ξεπερνούσε τους 3.300 τόνους. Μπορεί η περιεκτικότητα του κασσιτέρου να ήταν 8,33%, η μάζα όμως του χρησιμοποιηθέντος μετάλλου αυτού θα αντιπροσώπευε το 37% της συνολικής αξίας του κράματος, αφού, όπως ελέχθη, η τιμή του ήταν 7 φορές μεγαλύτερη του χαλκού.

Όλα αυτά ενισχύουν την άποψη ότι οπωσδήποτε θα υπήρχε ένας εμπειρικός τρόπος ελέγχου ποιότητας. Ένας από τους πιθανούς τρόπους θα ήταν η σύγκριση ανάμεσα στο χρώμα του έτοιμου κράματος και μιας σειράς προτύπων δειγμάτων. Ο ίδιος ο ερευνητής της παρούσας εργασίας χύτευσε μια σειρά δειγμάτων κρατερώματος (μπρούντζου) που διέφεραν κατά 2% σε κασσίτερο. Έχοντας λοιπόν τη σειρά αυτή, συνέκρινε ένα άγνωστο δοκίμιο με τα πρότυπα της τελευταίας και πράγματι η σύγκριση ήταν επιτυχής. Να σημειωθεί ότι, αν υπήρχε νοθεία, αυτή δεν θα ήταν της τάξεως του 1-2% (που θα οφειλόταν στη διαδικασία του χυτηρίου), αλλά πάνω από 3-4%.

Ενδιαφέρον, τέλος, αποτελεί και το γεγονός ότι στις δύο τελευταίες σειρές της επιγραφής αναφέρεται το όνομα του αναδόχου του έργου και, το πιο σημαντικό, το όνομα του εγγυητή που θα παρακολουθούσε την όλη διαδικασία της κατασκευής, αλλά και η καταβολή της εγγύησης για την καλή εκτέλεση της παραγγελίας.

Η πολύχρονη έρευνα του παρόντος ερευνητή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην αρχαιότητα υπήρχε έλεγχος ποιότητας όχι μόνο στα μέταλλα, αλλά και όλων των παραγόμενων και διατιθέμενων στην αγορά προϊόντων. Παράδειγμα αποτελεί ο οίνος, τον οποίο έπιναν στα συμπόσια κεκραμένον. Στο εμπόριο όμως έπρεπε να είναι άκρατος και σύμφωνα με το νόμο του «ύδατος της παραχύσεως» το πρόστιμο που θα κατέβαλλε ο έμπορος σε μια τέτοια νοθεία ήταν πολύ μεγάλο.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ο έλεγχος της γνησιότητας των αθηναϊκών νομισμάτων, ο οποίος επίσης θα μπορούσε να ενταχθεί στον έλεγχο ποιότητάς τους.

Η εικονιζόμενη ενεπίγραφη στήλη του 375 π.Χ. βρέθηκε στη Στοά του Αττάλου και αναφέρεται στον έλεγχο ποιότητας των αθηναϊκών νομισμάτων από ειδικευμένους κρατικούς ελεγκτές.

Στην εικόνα 5 παρουσιάζεται ένα γνήσιο αθηναϊκό νόμισμα του 5ου αι. π.Χ., ενώ στην εικόνα 6 ένα κίβδηλο νόμισμα του 6ου αι. π.Χ., χαραγμένο πέρα για πέρα. Να σημειωθεί ότι όλα τα κίβδηλα νομίσματα, μετά τη χάραξή τους, αφιερώνονταν στο ιερό της Μητέρας των θεών, την Κυβέλη.

Πώς θα γινόταν ο έλεγχος των νομισμάτων

Ένας πρακτικός τρόπος ελέγχου θα μπορούσε να γίνει με τη χρήση ενός φορητού ζυγού, όπως αυτού της εικόνας 7. Βέβαια, ο εικονιζόμενος ζυγός δεν είναι αρχαίος αλλά ανήκει στην οθωμανική περίοδο. Ωστόσο ο παρών ερευνητής υποστηρίζει ότι κάποιος παρόμοιος ζυγός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και στην αρχαιότητα.

Όπως δείχνει η εικόνα 7, στο ένα τμήμα της ήταν ενσωματωμένα αντίβαρα, ενώ στο άλλο υπάρχουν υποδοχές για τα υπό εξέταση νομίσματα, ορισμένης διαμέτρου και ορισμένου βάθους. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν:

α) Να ελέγχουν τις διαστάσεις και τη μάζα του νομίσματος.

β) Εάν η μάζα του νομίσματος ισορροπούσε, τότε το νόμισμα θα χαρακτηριζόταν ως γνήσιο.

γ) Εάν το υπό εξέταση νόμισμα ήταν ελαφρύτερο, γιατί θα ήταν επαργυρωμένο χάλκινο νόμισμα ή βαρύτερο στην περίπτωση που θα ήταν επαργυρωμένο μολύβδινο. Τότε θα έπρεπε να θεωρηθεί κίβδηλο. Στην περίπτωση αυτή, ο δοκιμαστής το χάραζε πέρα για πέρα (εικ. 6), για να το αχρηστέψει και στη συνέχεια θα προχωρούσε στην κατάσχεσή του.

Πέραν όμως από τον αναφερθέντα τρόπο, σύμφωνα με σύγχρονο δοκιμαστή της Τράπεζας της Ελλάδος, ο έλεγχος θα μπορούσε να γίνει στη βάση των τριών αισθήσεων: 1) Στην όραση, 2) στην αφή και 3) στον ήχο.

Ιδού λοιπόν τι κάνει ένας έμπειρος δοκιμαστής:

1) Παρατηρεί με πολλή προσοχή το νόμισμα (αργυρό ή χρυσό), 2) το ψηλαφεί με τα πολύ ευαίσθητα δάχτυλά του, 3) κρατώντας μέσα στην παλάμη του, υπολογίζει το βάρος του και τέλος το αφήνει να πέσει πάνω σε μια σκληρή επιφάνεια και ακούει τον ήχο. Όπως μου είπαν και άλλοι ειδικοί στο θέμα, π.χ. κοσμηματοπώλες, μπορούν εύκολα να διαπιστώσουν με τη μέθοδο αυτή τη γνησιότητα του αργυρού ή χρυσού νομίσματος.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στο έργο του Αριστοφάνη Οι Βάτραχοι, ο ήχος του γνήσιου νομίσματος, όταν πέσει σε μια σκληρή επιφάνεια, τα χαρακτηρίζει ως «κεκωδωνισμένα», δηλαδή γνήσια. Με συνδυασμό επομένως των αισθήσεων, ο έμπειρος δοκιμαστής θα μπορούσε να ελέγξει με βεβαιότητα τη γνησιότητα των αργυρών αττικών νομισμάτων. Σε περίπτωση και της παραμικρής αμφιβολίας θα μπορούσαν οι αρχαίοι δοκιμαστές να εφαρμόσουν ένα συνδυασμό της χρήσης του φορητού ζυγού και της μεθόδου των τριών αισθήσεων, που αναφέρθηκαν.

 

Γιώργος Βαρουφάκης

Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών